← Κύπρος

ΚΟΥΡΤΕΛΑ ν. A.P.K. GARAGES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1664 / 2019, 21/10/2020

ΚΟΥΡΤΕΛΑ ν. A.P.K. GARAGES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1664 / 2019, 21/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1664 / 2019 Μεταξύ: XXXXX ΚΟΥΡΤΕΛΑ Ενάγοντα/Αιτητή -και-

  1. A.P.K. GARAGES LIMITED
  2. XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ Εναγομένων/Καθ'ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 11.5.2020 για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: Η κα Ηλία για ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ Κ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους1 και 2-Καθ'ων η αίτηση: Η κα Μιχαηλίδου για ΝΕΟΦΥΤΟΥ & ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ο ενάγοντας αξιοί από τους εναγομένους 1 και 2 το ποσό των €227.408,63 πλέον τόκου, αντιπροσωπεύον την αξία 26.300 συνήθων μετοχών που κατείχε στην εναγομένη 1 εταιρεία και τις οποίες μεταβίβασε στην τελευταία και/ή στον εναγόμενο 2 και/ή σε κάποιον XXXXX Κουρτέλλα από τον Κόρνο. Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ήταν μέτοχος (κατείχε 26.300 μετοχές) στην εναγομένη 1 εταιρεία η οποία ασκούσε, μεταξύ άλλων, επιχείρηση επισκευής, επιθεώρησης και συντήρησης οχημάτων. Ο εναγόμενος 2 ήταν κάτοχος επίσης 26.300 μετοχών και 26.300 μετοχές διατηρούσε και ο αδελφός του ενάγοντα (XXXXX Κουρτέλλας) ο οποίος απεβίωσε στις 7.9.
  4. Στις 23.3.2011 συμφωνήθηκε μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης 1 εταιρείας, όπως ο πρώτος μεταβιβάσει στην δεύτερη και/ή προς τους υπόλοιπους μετόχους, το σύνολο των μετοχών του με αντάλλαγμα το ποσό των €289.460,97, το οποίο θα καταβάλλετο από τους εναγόμενους 1 και 2 σε διάφορα πιστωτικά ιδρύματα προς εξόφληση των δανείων του ενάγοντα. Ο ενάγοντας μεταβίβασε τις μετοχές του στον εναγόμενο 2 και στον XXXXX Κουρτέλλα (από 13.150 μετοχές στον καθένα) αλλά η εναγομένη 1 και/ή ο εναγόμενος 2, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων δεν του κατέβαλαν ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα (δεν εξόφλησαν τα χρέη του όπως είχε συμφωνηθεί). Κατέβαλαν μόνο το ποσό των €62.052,34, σε συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα, παραλείποντας να καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό των €227.408,
  5. Στην βάση μονομερούς αίτησης που καταχωρίστηκε αυθημερόν με την καταχώρηση της αγωγής, ο ενάγοντας εξασφάλισε Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται η αποξένωση και/ή επιβάρυνση συγκεκριμένων τεμαχίων γης στο χωριό Αλάμπρα της επαρχίας Λευκωσίας, ιδιοκτησίας των εναγομένων 1 και 2 και/ή της εναγομένης
  6. Στα συγκεκριμένα τεμάχια γης έχουν οικοδομηθεί υποστατικά (γκαράζ και/ή εργαστήρια) στα οποία η εναγομένη 1 εταιρεία διεξάγει τις εργασίες της. Οι εναγόμενοι 1 και 2 έφεραν ένσταση στην οριστικοποίηση του Διατάγματος προβάλλοντας σωρεία λόγων. Η ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 2 XXXXX Φιλίππου, ο οποίος απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, παρουσιάζοντας μία εντελώς διαφορετική εικόνα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Αποδίδει στον ενάγοντα επιλήψιμη συμπεριφορά και ενέργειες, με τις οποίες επλήγησαν τα συμφέροντα της εναγομένης 1 εταιρείας. Είναι αυτές οι ενέργειες που οδήγησαν τον ενάγοντα στην έξοδο του από την εναγομένη 2 εταιρεία. Συμφωνεί πως το αντίτιμο για την αγορά των μετοχών του ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των €289.460,97, διατείνεται όμως πως τούτο κατεβλήθη σ' αυτόν «είτε με πληρωμές, είτε με παροχή υπηρεσιών, είτε δι' άλλων αγαθών». Στην Ένορκη του Δήλωση επισυνάπτει φωτοαντίγραφα επιταγών, εκδοθέντων επ' ονόματι του ενάγοντα σε διάφορους χρόνους και για διάφορα ποσά, οι οποίες εδόθησαν (όπως διατείνεται), μεταξύ άλλων πληρωμών, προς εξόφληση του οφειλομένου (βάσει της συμφωνίας των) ποσού. Με την υπό κρίση Αίτηση, ο ενάγοντας αιτείται από το Δικαστήριο όπως του δοθεί άδεια να καταχωρίσει Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ώστε να απαντήσει στους ισχυρισμούς του εναγομένου
  7. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ίδιου του ενάγοντα, στην οποία επισυνάπτεται ως «Τεκμήριο Α», σχέδιο Συμπληρωματικής Ένορκης του Δήλωσης που εάν επιτραπεί, θα καταχωριστεί. Είναι η θέση του ενάγοντα πως τα όσα διατείνεται ο εναγόμενος 2 περί εξόφλησης του οφειλομένου ποσού είναι αναληθή και πως το οφειλόμενο σ' αυτόν ποσό δεν εξοφλήθη. Πως οι επιταγές δεν εδόθησαν προς τον σκοπό αυτό, αλλά μέσω των επιταγών καταβάλλετο ο μισθός του, αφού μετά την αποχώρηση του από την εταιρεία εργάστηκε ως υπάλληλος της μέχρι τον Οκτώβριο του 2012 και στην συνέχεια ως συνεργάτης μέχρι και τον Οκτώβριο του
  8. Νομικό υπόβαθρο της Αίτησης είναι η Δ.25 κ.1, η Δ.48 κ.2, κ.8(u), η Δ.39 κ.1-6, η Δ.64, ο Περί Δικαστηρίων Νόμος και οι Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν Ένσταση προβάλλοντας επτά

(7)Λόγους, προεξάρχοντος του Λόγου πως «η νομική βάση που θα υποστήριζε δικονομικά το αίτημα του αιτητή είναι ανύπαρκτη, αφού αυτή έπρεπε να στηρίζεται στις διατάξεις της Δ.48 θ.4
(2)η οποία παραλείπεται, κάτι το οποίο δεν είναι θεραπεύσιμο σε καμία περίπτωση, ενώ αποτελεί όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού αυτού μέτρου». Προβάλλεται επίσης πως η Αίτηση είναι καταχρηστική αφού αποσκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της αίτησης ημερομηνίας 25.10.2019, διατηρώντας έτσι το προσωρινώς εκδοθέν Διάταγμα, σε ισχύ. Πως είναι παράτυπη και αντικανονική. Τέλος, πως δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου ώστε η Αίτηση να εγκριθεί. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση και πάλι του εναγομένου 2, ο οποίος εμμένει στους ισχυρισμούς του. Παράλληλα υιοθετεί τους Λόγους Ένστασης. Δικαιοδοτικό βάθρο για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι η Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Αναφέρεται στην Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 508, 514 πως: «.το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Στην Stavros Georgiou & Son (Scrap. Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976, 1981, αναφέρεται πως όταν προσωρινή προστασία εξασφαλίζεται μονομερώς: «Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο.» Γίνεται παραπομπή στην Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463 όπου αναφέρεται πως: «Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα». Όταν δεν έχει εκδοθεί μονομερώς οιοδήποτε διάταγμα, πιο εύκολα μπορεί να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση της ύπαρξης καλού λόγου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αναφορά στον θεσμό σε συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις δεν υπαγορεύει την μορφή και δεν περιορίζει την θεματολογία της δήλωσης που μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί. Αναμφίβολα μπορεί να αφορά σε ζήτημα που πρωτοεγείρεται με την ένσταση και χρήζει απάντησης. Η ένορκη δήλωση που για καλό λόγο μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, δεν περιορίζεται ούτε στο να συμπληρώσει την αρχικά καταχωρηθείσα, έννοια μάλλον ενστάσιμη καθ' όσον αφορά την περίπτωση που ενδιάμεσο διάταγμα έχει εξασφαλιστεί στη βάση της αρχικής, ούτε και στο να απαντήσει σε ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση. Είναι μια επιπρόσθετη ένορκη δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Στην Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, 199 αναφέρεται πως: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών, τα επί μέρους κριτήρια είναι αναρίθμητα όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Ο αιτητής πρέπει να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τα στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλού λόγου, διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πως υφίσταται τέτοιος. Δεν είναι αναγκαίο ο αιτητής να παρουσιάζει την ένορκη δήλωση που θα καταχωρίσει εάν του επιτραπεί, αναμφίβολα όμως εάν τούτο γίνει, το Δικαστήριο αποκομίζει την ακριβή μαρτυρία που επιθυμεί να παρουσιάσει. [Βλ. Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 643]. Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί πως υπάρχει καλός λόγος. Επιβάλλεται λοιπόν ξεχωριστή εξέταση του κάθε θέματος για το οποίο ο αιτητής εξαιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για να αναφερθεί, μέσα στα πλαίσια των περιστάσεων της υπόθεσης, τι έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και πως προέκυψε η ισχυριζόμενη αναγκαιότητα για αναφορά ή περαιτέρω αναφορά σε αυτό. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να επιτρέψει την αναφορά σε επί μέρους θέματα με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του και ποιο είναι το επίδικο ζήτημα στην αίτηση, με το οποίο η διαπίστωση του καλού λόγου συναρτάται. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Κρίνω πως για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια, δεν θα πρέπει να δοθεί άδεια στον ενάγοντα να καταχωρήσει Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Η ύπαρξη «Καλού Λόγου» δεν έχει καταδειχθεί. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως στις διαδικασίες που αφορούν προσωρινά διατάγματα, το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και στην εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Τούτο ελέχθη στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, ECLI:CY:DOD:2016:6, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/2014, ημερομηνίας 3.11.2016, όπου τονίστηκε πως για τον προαναφερόμενο λόγο, «σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος». Έχοντας τούτο κατά νου και με δεδομένο πως στην διαδικασία εξέτασης του κατά πόσον το προσωρινώς εκδοθέν διάταγμα θα οριστικοποιηθεί ή όχι, το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει τα αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης, ούτε θα προβεί σε αξιολόγηση της εκατέρωθεν προσφερόμενης (μέσω των Ενόρκων Δηλώσεων) μαρτυρίας, θεωρώ πως η καταχώρηση της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης δεν θα προσφέρει στην θέση του Αιτητή, τίποτα περισσότερο απ' ό,τι ο ίδιος προβάλλει στην αρχική του Ένορκη Δήλωση. Και τούτο επειδή είναι στην βάση της τελευταίας που θα κριθεί η αίτηση του για το προσωρινό διάταγμα. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως η έκδοση ενός Προσωρινού Διατάγματος μονομερώς δεν μεταθέτει το βάρος απόδειξης στους ώμους του Καθ' ου η αίτηση κατά την ακρόαση. Ο Αιτητής εξακολουθεί να έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως το Διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ. Είναι γι' αυτόν τον λόγο που στην περίπτωση του μονομερώς εκδοθέντος Διατάγματος, δεν επιτρέπεται η προσθήκη μέσω Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης γεγονότων και δεδομένων που να αιτιολογούν εκ των υστέρων, την έκδοση του Διατάγματος. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής πως η έκδοση Προσωρινού Διατάγματος μονομερώς (ex-parte), συνιστά εξαιρετικό μέτρο, εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί [βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1463]. Έτσι το καθήκον του ενάγοντα είναι να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο όταν θα αποφάσιζε κατά πόσο θα ενέκρινε την αίτηση. Συνεπώς, όσα γεγονότα ήταν στην σφαίρα γνώσης του ενάγοντα κατά τον χρόνο που προσέφυγε στο Δικαστήριο ή εύλογα θα μπορούσαν να είναι, ο τελευταίος όφειλε να τα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο εκείνο και όχι αργότερα. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως δεν επιτρέπεται η επανόρθωση εκ των υστέρων παράλειψης έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που είχε δοθεί αρχικά στο Δικαστήριο. Φυσικά στην προκειμένη περίπτωση δεν επιζητείται να μεταβληθεί η αρχική εικόνα, αφού η θέση του ενάγοντα ήταν και παραμένει πως οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν υλοποίησαν τα συμφωνηθέντα και δεν εξόφλησαν, κατ' ουσίαν, το οφειλόμενο σ' αυτόν ποσό. Είναι γι' αυτό τον λόγο που δεν έχει να προσφέρει οτιδήποτε η προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Παρόλο που η τύχη της Αίτησης έχει κριθεί και το εάν αυτή έχει στηριχθεί στο ορθό δικονομικό βάθρο έχει ακαδημαϊκό πλέον ενδιαφέρον, θεωρώ, σ' αντίθεση με τα όσα η συνήγορος των εναγομένων 1 και 2 εισηγήθηκε, πως τούτο δεν είναι μοιραίο για την Αίτηση. Συμφωνώ μαζί της πως είναι πάγια θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή ότι στο σώμα μιας ενδιάμεσης αίτησης θα πρέπει να αναγράφονται οι δικονομικές διατάξεις επί των οποίων αυτή βασίζεται [βλ. Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 643]. Εν προκειμένω, αν και η Αίτηση στηρίζεται στην Διαταγή 48, εντούτοις δεν στηρίζεται στον Θεσμό 4
(2), δικαιοδοτικό βάθρο για το αίτημα. Η παράλειψη αναφοράς στον συγκεκριμένο Θεσμό, κατά την κρίση μου, ισοδυναμεί με παρατυπία, θεραπεύσιμη στην βάση της νέας Διαταγής 64. Όπως υπεδείχθη στην καθοδηγητική υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366, το θέμα άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο κατά την άσκηση της θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, κατά κύριο λόγο, τον δυσμενή επηρεασμό της άλλης πλευράς, λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν φαίνεται να έχουν υποστεί οποιαδήποτε βλάβη λόγω της παρατυπίας. Η Αίτηση ήταν σαφής τόσο ως προς την επιδιωκόμενη θεραπεία όσο και ως προς το πραγματικό της υπόβαθρο. Δεν θεωρώ πως πρόκειται για μείζονα παρατυπία και θα εξέδιδα διάταγμα άρσης της. Στη βάση όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του ενάγοντα-αιτητή και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2-καθ' ων η αίτηση και σε βάρος του ενάγοντα-αιτητή. (Υπ.)............................ Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.