ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ & ΕΛΛΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΕΜΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ Ε. & Γ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. NIKADA RISING LTD, Αγωγή αρ. 1574/18, 9/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ , Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1574/18 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ & ΕΛΛΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΕΜΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ Ε. & Γ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ενάγοντες και NIKADA RISING LTD Εναγόμενοι ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 4/3/2020 ΓΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 2020 Για Αιτητές /Ενάγοντες: κ. Λαζάρου Ν. για Αντωνάκη Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ού η αίτηση / Εναγόμενους: κ. Α. Παπασιάντης -------------------------Ι Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 28/12/18 σε Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Αντικείμενο της αποτελεί η απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων για είσπραξη ποσού ύψους €88.400 το οποίο αντανακλά συμφωνηθείσα μεταξύ των μερών αμοιβή για την παροχή από τους πρώτους στους δεύτερους αρχιτεκτονικών υπηρεσιών. Την 10/6/2019 οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Στις 17/12/19 καταχωρήθηκε το δικόγραφο της Υπεράσπισης. Ακολούθησε δε λίγους μήνες αργότερα, και δη στις 4/3/20 η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία αξιώνονται τα κάτωθι διατάγματα : «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η διαγραφή (strike out) της Υπεράσπισης των εναγομένων ως γενικής ή / και αντίθετης με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και την Νομολογία. Β. Απόφαση εναντίον των εναγομένων ως η Έκθεση Απαίτησης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης ή/ και λόγω του ότι η καταχωρηθείσα Υπεράσπιση δεν θεμελιώνει Υπεράσπιση. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο.» Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19, Θ. 11,15, 19, 26, Δ.21 Θ.2, 4, Δ.26 Θ.2-10, Δ.27, Θ.1- 3, Δ.13 Θ. 1-7 και Δ.48, Θ.1-4 8, και 9, στην έμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, στις αρχές του κωλύματος και στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Αντωνίου, υιού των XXXXX και XXXXX Αντωνίου. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί σε δήλωση εκ μέρους τους εφόσον κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας απουσίαζαν στο εξωτερικό. Η θέση του ενόρκως δηλούντα είναι ότι το δικόγραφο της Υπεράσπισης αποτελεί μια γενική άρνηση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης. Ένα τέτοιο δικόγραφο, λέει, δεν πρέπει να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο αφού δεν προβάλλει κανένα ουσιαστικό ισχυρισμό και/ή καμία απάντηση στους καταγεγραμμένους ισχυρισμούς της Απαίτησης, πλην μίας μόνο παραδοχής. Με δεδομένο δε ότι η απαίτηση των εναγόντων αφορά εκκαθαρισμένο ποσό, οι ενάγοντες ζητούν επιπλέον τόσο την διαγραφή του δικογράφου, αλλά και την υπέρ τους έκδοση απόφασης. Οι εναγόμενοι / Καθ'ών η αίτηση καταχώρησαν σχετική ένσταση στις 27/8/
- Οι λόγοι της ένστασης έχουν ως ακολούθως: 1) Οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. 2) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. 3) Η αγωγή είναι παντελώς ασαφής και αόριστη. 4) Η απαίτηση των εναγόντων δεν αναφέρει λεπτομέρειες χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης ώστε να εξεταστεί η παραγραφή της αξίωσης. 5) Οι Καθ'ων η αίτηση έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. 6) Η παρούσα αίτηση έχει σκοπό να εμποδιστούν οι εναγόμενοι να προβάλουν την υπεράσπιση τους στο Δικαστήριο. 7) Η αίτηση των εναγόντων παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα των εναγομένων για δίκαιη δίκη. Η ένσταση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 Θ 11,15, 26, Δ.21 Θ 2, 4 Δ.26 Θ. 2-10, Δ.27 Θ. 1-3, Δ.13 Θ1-7, Δ.48 Θ.1-4, 7-9 στην Νομολογία και Πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες των Δικαστηρίων. Περαιτέρω η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Σέργη, οικονομική σύμβουλο των εναγομένων, δεόντως εξουσιοδοτημένη όπως προβεί σε αυτήν. Αναφέρονται σε αυτήν τα κάτωθι: Η αίτηση των εναγόντων δεν στοχεύει πραγματικά στην διαγραφή της υπεράσπισης, αλλά στην αποστέρηση των εναγομένων από την δυνατότητα διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Η απαίτηση είναι αόριστη αφού δεν καταγράφονται σε αυτήν λεπτομέρειες σε σχέση με το χρόνο κατάρτισης της επίδικης συμφωνίας, το κτηριακό έργο, τις κατ' ισχυρισμό εκτελεσθείσες εργασίες ή τις προσφερθείσες υπηρεσίες, ενώ η απαίτηση των εναγόντων δεν αφορά εκκαθαρισμένο ποσό. Τέλος, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ακρόαση της Αίτησης: Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων, ενώ αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προφορικώς προς στήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Τα όσα ανέφεραν βρίσκονται κατατεθειμένα στον φάκελο του Δικαστηρίου, έχουν μελετηθεί δεόντως και δεν κρίνω αναγκαίο να επαναλάβω τα όσα τέθηκαν. Αναφορά βεβαίως επί αυτών θα γίνει κατωτέρω όπου αυτό κριθεί αναγκαίο και απαραίτητο. Νομική Πτυχή και Εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση: Νομική βάση αποτελούν τόσο η Δ.19, Θ.26, αλλά και η Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.27 αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου σε αντίθεση με την Δ.19 η οποία αφορά την μερική διαγραφή και/ή τροποποίηση αυτού. Σημειώνεται ότι το αιτητικό (Α), ως έχει τεθεί στην αίτηση των εναγόντων, αφορά την εξ΄ολοκλήρου διαγραφή του δικογράφου Υπεράσπισης. Τούτου λεχθέντος, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία και κατέχει την διακριτική ευχέρεια αν κρίνει ορθό, πρέπον και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως αντί να απορρίψει και/ή διαγράψει ένα δικόγραφο στην ολότητα του, τροποποιήσει ή διαγράψει μέρος αυτού δυνάμει της Δ.
- Παρά τον γενικό κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν οφείλει και δεν πρέπει να υποδεικνύει στους διαδίκους τον τρόπο σύνταξης των δικογράφων τους ή πώς να καταγράφουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, (δέστε Knowles v Roberts
(1988)38 Ch. D. 263, 270) δεν είναι χωρίς λόγο που οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας μέσω των Διατάξεων 19 μέχρι και 21 τονίζουν την σημαντικότητα της δικογραφίας, αφού επί αυτής θα πορευθεί και ενδεχομένως να σφραγιστεί η μοίρα της όλης υπόθεσης. (δέστε και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685). Ο Θεσμός 4 της Διάταξης 19 προτάσσει ότι ένα δικόγραφο πρέπει να καταγράφει όλα τα ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του, η δε παρουσίαση της υπόθεσης οφείλει να είναι λιτή και χωρίς πλατειασμούς (δέστε Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697). Προχωρώ λοιπόν ως μέρος της νομικής ανάλυσης να παραθέτω αυτούσιο το λεκτικό των σχετικών Διατάξεων που επιτρέπουν την διαγραφή δικογράφων. H Δ.19 Θ. 26 διαβάζει ως ακολούθως: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Αντιστοίχως, η Δ.27 Θ.3 προνοεί τα ακόλουθα: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». Πολύ ορθά ο κ. Λαζάρου κατά την αγόρευση του διευκρίνισε ότι η θέση των εναγόντων επικεντρώνεται στον ισχυρισμό ότι, ένα δικόγραφο, ως το υπό κρίση (Υπεράσπιση των εναγομένων), δεν προσφέρει καμία απάντηση εις την απαίτηση των εναγόντων και προκαλεί καθυστέρηση στην διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας. Ταυτόχρονα, ορθά εντόπισε ο συνήγορος των αιτητών ότι το συγκεκριμένο δικόγραφο Υπεράσπισης δεν εμπεριέχει σκανδαλώδη ή ανήθικα, ή υποβιβαστικά θέματα και/ή ζητήματα και/ή θέματα τα οποία τείνουν να επηρεάσουν την άλλη πλευρά. Με αυτό το δεδομένο, το Δικαστήριο προχωρά μόνο στην εξέταση των θέσεων των αιτητών ότι η υπεράσπιση δεν προσφέρει καμία απάντηση και προκαλεί καθυστέρηση. Παρατηρείται μέσα από την νομολογία (δέσετε Drummond - Jackson v. British Μ. Ass. & Others [1970] 1 All E.R. 1094, Ιn Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246) ότι η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Αν ένα δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία Αγωγής ή Υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο εμπεριέχει μεταξύ άλλων και γενικούς ισχυρισμούς ή η υπόθεση φαίνεται να είναι αδύναμη, δεν αποτελούν επαρκείς λόγους για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1970, σελ. 286 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R 418, C.A). Στην υπόθεση Vector Onega A.G. v. Του Πλοίου Μ/V Girvas κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ 16, λέχθηκε ότι διαγραφή ενός δικογράφου μπορεί να γίνει μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (Fasiliv. SunBoat
(1984)1 CLR 679).Η δε Διαταγή 27 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών επί της οποίας κυρίως εδράζεται η αίτηση, αφού το αιτητικό υπό το (Α) των αιτητών ζητά την διαγραφή του δικογράφου Υπεράσπισης στην ολότητα του, μπορεί να τύχει επίκλησης όπου δεν φαίνεται να υπάρχει ουσιαστικό επίδικο ζήτημα ή τα δικόγραφα είναι τόσο κρυστάλλινα, επιπόλαια και ενοχλητικά που η κατάθεση τους και μόνο αποτελεί στην ουσία κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μπορεί να τερματίσει ή να αναστείλει την αγωγή ή να δώσει απόφαση ως είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 787, λέχθηκε ότι οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής", έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Το Δικαστήριο εξάλλου μέσω της έμφυτης εξουσίας του, η οποία είναι πολύ πλατιά, μπορεί καλύτερα να διαπιστώσει αν με την διαγραφή ή μη ενός δικογράφου εξυπηρετούνται ορθότερα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και/ή αν θα προκληθεί καθυστέρηση στην διεξαγωγή της δίκαιης δίκης. Έχοντας καταγράψει με κάθε δυνατή συντομία την επίδικη διαφορά και έχοντας εξετάσει με κάθε δυνατή προσοχή το επίδικο θέμα, το Δικαστήριο κρίνει ως ακολούθως, αναλογιζόμενο τα όσα λέχθηκαν υπέρ και εναντίον της διαγραφής: (Ι) Πράγματι η Υπεράσπιση, όπως αυτή έχει καταγραφεί, απέχει από τα όσα μια ορθά συνταγμένη υπεράσπιση θα έπρεπε να περιέχει με βάση τους Δικονομικούς Θεσμούς. Το εν λόγω δικόγραφο αποτελείται από 7 παραγράφους εκ των οποίων οι 6 είναι μια γενική άρνηση στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των εναγόντων στην Έκθεση Απαίτηση τους. Το πιο ουσιαστικό μέρος της Υπεράσπισης είναι η παράγραφος 5 η οποία καταγράφει μια λιτή, πλην σημαντικότατη παραδοχή εκ μέρους των εναγομένων για πληρωμή και/ή καταβολή συγκεκριμένου ποσού προς τους ενάγοντες. Η θέση του κ . Παπασιάντη ότι το δικόγραφο της Απαίτησης είναι γενικό και αόριστο και δεν καταγράφονται σε αυτό συγκεκριμένες πληροφορίες οι οποίες θα ήταν απαραίτητες για να μπορέσουν με την σειρά τους να απαντήσουν οι εναγόμενοι μέσω της δικογράφησης τους δεν βρίσκει έρεισμα, καθότι οι τελευταίοι θα μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιήσουν τα χρήσιμα εργαλεία που έχει ένας διάδικος στην διάθεση του, όπως αυτά προνοούνται από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς. Οι διάδικοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις πρόνοιες της Δ.19 Θ.Θ. 6,7 και 8 για παροχή Περαιτέρω και Καλύτερων Λεπτομερειών. Στο Annual Practice του 1970 σελ. 289, καταγράφονται τα ακόλουθα: «Where a pleading is defective only in not containing particulars to which the other side is entitled, application should be made for "a further and better statement of the nature of the claim or defence" under r. 12, and not for an order to strike out the pleading under this Rule. Striking out is employed only in plain and obvious cases (Kemsley v Foot and Ors [1951] 2K.B. 34, C. A). Tο Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει ούτε με την θέση του κ. Παπασιάντη ότι η επίδικη αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη καθότι είναι το δικόγραφο των εναγόμενων και ο τρόπος σύνταξης αυτού που επέτρεψε στους αιτητές όπως προχωρήσουν με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. (ΙΙ) Επιπλέον, η θέση ότι σκοπός της παρούσας αίτησης είναι όπως εμποδιστούν οι εναγόμενοι από το να προβάλουν την Υπεράσπιση τους στο Δικαστήριο δεν μπορεί να επιτύχει, και εξηγώ: Οι Δ.19 Θ.15 και 16 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοούν τα ακόλουθα τα οποία είναι σχετικά: «15. It shall not be sufficient for a defendant in his defence to deny generally the grounds alleged by the statement of claim but each party must deal specifically with each allegation of fact of which he does not admit the truth, except damages. 16. When a party in any pleading denies an allegation of fact in the previous pleading of the opposite party, he must not do so evasively, but answer the point of substance. Thus, if it be alleged that he received a certain sum of money, it shall not be sufficient to deny that he received that particular amount, but he must deny that he received that sum or any part thereof, or else set out how much he received. And if an allegation is made with divers circumstances, it shall not be sufficient to deny it along with those circumstances. » Διαφαίνεται λοιπόν από τα πιο πάνω αλλά και από την Νομολογία (δέστε Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24), ότι η επιλογή μίας γενικής άρνησης όπως την προβάλλει ο εναγόμενος στο δικόγραφο του, του αφαιρεί το δικαίωμα όπως προβάλει άλλους θετικούς ισχυρισμούς ή άλλα θετικά γεγονότα κατά την ακροαματική διαδικασία τα οποία δεν έχει δικογραφήσει. Η θέση του κ. Παπασιάντη ότι ο σκοπός της παρούσας αιτήσεως είναι η παρεμπόδιση των εναγόμενων από το να προωθήσουν την υπεράσπιση τους δεν με βρίσκει σύμφωνη. Εξετάζοντας με ιδιαίτερη προσοχή την Υπεράσπιση, οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι οι ενάγοντες είναι επαγγελματίες αρχιτέκτονες και/ή πολιτικοί μηχανικοί, εμπορευόμενοι με την επωνυμία Ε & Γ Αντωνίου και παρέχουν αρχιτεκτονικές και/ή άλλες συναφείς υπηρεσίες. Επιπλέον, υπάρχει παραδοχή για την καταβολή από τους εναγόμενους προς όφελος των εναγόντων του ποσού των €9.360. Συνεπώς, εάν οι ενάγοντες καταφέρουν και αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους ως αυτοί είναι καταγεγραμμένοι στην Απαίτηση τους, οι εναγόμενοι δεν θα μπορούν να προσφέρουν θετική μαρτυρία προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγόντων. Αυτό γιατί οι εναγόμενοι επέλεξαν μέσω της γενικής άρνησης τους να αφήσουν τους ενάγοντες να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις τους ως προς τα γεγονότα και την απαίτηση τους, ως άλλωστε οι ενάγοντες οφείλουν, αλλά οι ίδιοι, ως εναγόμενοι, επέλεξαν να μην καταγράψουν τις δικές τους θέσεις επί των γεγονότων, ως οι ίδιοι τα γνωρίζουν και/ή ως μπορούσαν να τα γνωρίζουν μέσω των ορθών δικονομικών διαβημάτων. (ΙΙΙ) Παρά τις πιο πάνω επισημάνσεις, η Νομολογία έχει τονίσει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την φειδώ με την οποία ένα Δικαστήριο πρέπει να αντιμετωπίζει αιτήματα για διαγραφή δικογράφων. Αυτό γιατί αποτελεί μια εκτροπή από τα συνηθισμένα πλαίσια του αντιπαραθετικού συστήματος και αποτελεί συνεπώς δραστικό μέτρο. Στην υπόθεση Drummond - Jackson v British Medical Association & Others
(1970)1 All E.R. 1090 λέχθηκε ότι : «The power to strike out in limine is no doubt a valuable weapon in the hands of the court, enabling it to prevent abuse of its process by the prosecution of vexatious or frivolous litigation. But it must be clear that such a drastic power must be sparingly exercised, and it has long been established that recourse will be had to it only in plain and obvious cases». Καθοδήγηση μπορεί κάποιος να αντλήσει και από την υπόθεση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, όπου αναφέρονται τα εξής: «Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case». Τα πιο πάνω έρχονται και επιβεβαιώνουν τα όσα καταγράφονται και στο σύγγραμμα Βullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση). Στην σελίδα 144 διαβάζουμε ότι εξετάζοντας τέτοια αίτηση, (για διαγραφή) το ερώτημα που τίθεται δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση Αγωγής αλλά αν αποκαλύπτεται μια εύλογη βάση Αγωγής ή Υπεράσπισης (τονισμός δικός μου). (ΙV) Η παραδοχή που προσφέρεται μέσω του δικογράφου Υπεράσπισης κρίνω ότι είναι ικανή για να αποτρέψει την αιτούμενη εξ' ολοκλήρου διαγραφή του δικογράφου των εναγομένων. Εάν το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια υπεράσπιση ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο τότε κατά κανόνα αυτό δεν διαγράφεται (Cyber Group Ltd ν Χαραλαμπίδης κ.α
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1852). Επί του προκειμένου, μπορεί μεν η εν λόγω παραδοχή να καταλαμβάνει μία μόνο παράγραφο στο επίδικο δικόγραφο, πλην όμως η καταγραφή της προσφέρει τουλάχιστον ενδείξεις ως προς την ύπαρξη κάποιας συμφωνίας μεταξύ των μερών. Εγείρονται συνεπώς ζητήματα τα οποία θα αποφασιστούν κατά την ακρόαση της αγωγής. Οι ενάγοντες κατά τα άλλα είναι αυτοί που πρέπει να αποδείξουν την υπόθεση τους. Η αγωγή δεν αφορά χρέος, ή εκκαθαρισμένη απαίτηση, διότι ολόκληρη η συμφωνία και τα μετέπειτα αυτής γεγονότα θα πρέπει να αποδειχθούν. (V) Στην υπόθεση Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά, Π.Ε. 191/2015, ημερ. 23.3.2016, αλλά και στην Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κ.α., Πολ. Έφεση Αρ.69/2011, ημερ. 19.7.13 τονίστηκε ότι ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εδώ βέβαια δεν περιέχονται αχρείαστοι ισχυρισμοί, αλλά έλλειψη ισχυρισμών. Καμία ζημία όμως δεν θα προκληθεί στους ενάγοντες από την μη διαγραφή της Έκθεσης Υπεράσπισης. Οι ενάγοντες θα κληθούν να αποδείξουν την υπόθεση τους κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, οι δε εναγόμενοι θα προωθήσουν τις ομολογουμένως περιορισμένες θέσεις τους βάσει του δικογράφου τους. Εάν οι ενάγοντες επιθυμούσαν την υπέρ τους έκδοση απόφασης το συντομότερο δυνατό, και αν έβλεπαν ότι η υπόθεση τους είναι απλή και ξεκάθαρη (εδώ ενδεχομένως θα τίθετο θέμα για χρέος ή εκκαθαρισμένη απαίτηση), θα μπορούσαν να κινήσουν και τον μηχανισμό της Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Περαιτέρω, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το εν λόγω αίτημα θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του (In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246). Κατάληξη: Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση των εναγόντων/ αιτητών δεν έχει έρεισμα στην νομολογία και απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Καθ'ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............................................... Μ. Ναθαναήλ , Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο