← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. DICKINSONEL ESTATED LIMITED, Αριθμός Αγωγής: 1753/2020, 30/11/2020

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. DICKINSONEL ESTATED LIMITED, Αριθμός Αγωγής: 1753/2020, 30/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A72 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 1753/2020 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων και DICKINSONEL ESTATED LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 30/11/20 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες/ Αιτητές: κα. Θεοδούλου για Γρ. Χάρη Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/ Καθ'ων η Αίτηση: κ. Αρτεμίου για Γρ. Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ.9/11/2020 ΓΙΑ ΑΝΤΕΞΕΤΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 8.10.2020 με αξίωση εναντίον των εναγομένων την έκδοση διαφόρων Διαταγμάτων για μη επέμβαση και/ή κατοχή και/ή είσοδο και/ή εκμετάλλευση και παράδοσης κενής και ελευθέρας κατοχής του διαμερίσματος υπ' αριθμό 2 στον 3ος όροφο του οικιστικού συγκροτήματος με την ονομασία «XXXXX COURT» που έχει ανεγερθεί επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/XXXXX, Φ/Σχ. 40/56Ε1, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα 03 στην ενορία Χρυσοπολίτισσα στην επαρχία Λάρνακας. Με την αγωγή διεκδικούνται επίσης αποζημιώσεις και/ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή ενοίκια καθώς και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Την καταχώρηση της αγωγής ακολούθησε την ίδια ημέρα η καταχώρηση μονομερούς αίτησης με αίτημα την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ίδιου τύπου, και ειδικότερα όπως εκδοθούν ενδιάμεσα και/ή προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στους Καθ΄ών η αίτηση και/ή στους αξιωματούχους και/ή εντολείς, αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες των, όπως επεμβαίνουν και/ή παρεμβαίνουν και/ή χρησιμοποιούν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή εισέρχονται και/ή κατέχουν και/ή καρπούνται και/ή χρησιμοποιούν το εν λόγω διαμέρισμα με οποιοδήποτε τρόπο που να τους επιφέρει οικονομικό όφελος, και/ή να παύσουν οποιουδήποτε είδους ενέργεια και/ή εργασία μέχρι το πέρας της αγωγής και όπως παραδώσουν κενή και ελευθέρα κατοχή του προαναφερόμενου διαμερίσματος εντός 7 ημερών από την επίδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το εκδικάζον Δικαστήριο δεν εξέδωσε μονομερώς τα διατάγματα και όρισε την αίτηση για επίδοση στους Εναγόμενους - Καθ' ών η αίτηση την 15.10.

  1. Ακολούθησε η καταχώρηση ένστασης από πλευράς των Εναγομένων - Καθ'ών η αίτηση στις 30.10.20 η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Ποντίκη, γραμματέα των εναγομένων ενώ η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 6.11.
  2. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία, ορίστηκε για πρώτη φορά αίτηση των εναγομένων, καταχωρηθείσα την 30.10.20, για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση για έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος ημερ. 8.10.20, κύριου XXXXX Βασιλείου, αίτηση η οποία έγινε αποδεκτή από τους συνηγόρους των Αιτητών και εκδόθηκε επί τούτου σχετικό διάταγμα αντεξέτασης επί συγκεκριμένων παραγράφων της ένορκης του δήλωσης. Η αντεξέταση θα λάβει χώρα την 2.12.
  3. Ακολούθησε την 9.11.20 η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης εκ μέρους των εναγόντων/ αιτητών με την οποία αξιούν: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει την παρουσία του XXXXX Ποντίκη ενόρκως δηλούντα στην ένσταση που καταχωρήθηκε υπό της Dickinsonel Estates Ltd ημερομηνίας 30.10.20 για αντεξέταση σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του ημερομηνίας 30.10.20 κατά την δικάσιμο της πιο πάνω αίτησης και/ή σε οποιαδήποτε μέρα και ώρα το Δικαστήριο ήθελε διατάξει». Β. Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαια . Δ. Έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον Φ.Π. και έξοδα επίδοσης. Η Αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Αρ. 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.30,. Δ.32, Δ.33 Θ.7(ii)(b), Δ.38, Δ.39 Θ.Θ. 1 &2, Δ.48 Θ. 1-13, στην Δ.57 στην Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, καθώς και επί της γενικής πρακτικής και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Βασιλείου, υπαλλήλου των εναγόντων, τοποθετημένο στο τμήμα «REMU», τμήμα αρμόδιο για την διαχείριση των ακινήτων ιδιοκτησίας των εναγόντων. Αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο από προσωπική γνώση λόγω της θέσης του, αλλά και από το σύνολο των εγγράφων που έχει στην κατοχή του. Παράλληλα, είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Παρά την γενικότητα του αιτητικού (Α) ως προς την αιτούμενη αντεξέταση, ο ομνύων προχωρεί στην ένορκη του δήλωση και προσδιορίζει συγκεκριμένα σημεία και παραγράφους επί των οποίων επιδιώκεται η αντεξέταση και επεξηγεί για έκαστο σημείο τον λόγο που κρίνει αναγκαίο όπως παρουσιαστεί μαρτυρία επί αυτών. Συγκεκριμένα, ζητείται η αντεξέταση επί των ακόλουθων σημείων: (α) To περιεχόμενο των δηλώσεων του ομνύοντα (παρ. 17.1) για την κατ' ισχυρισμό κατοχή του διαμερίσματος την 18.5.20 από τον Σωτήρη Παναγιώτου. (β) Το περιεχόμενο των δηλώσεων του περί καταβολής ενοικίου στην εναγόμενη και την μεταξύ τους σχέση (παρ. 17.2). (γ) Να παρέχει λεπτομέρειες αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί ενοικίασης του διαμερίσματος από την εναγόμενη καθώς και την ισχυριζόμενη επίσκεψη της ενάγουσας στο ακίνητο (παρ.20.1). (δ) Το περιεχόμενο των δηλώσεων του αναφορικά με τους ισχυρισμούς του περί της πραγματικής και νομικής σχέσης της εναγόμενης με το ακίνητο (παρ.20.3.2). (ε) Την ισχυριζόμενη ενοικίαση του ακινήτου σε τρίτα πρόσωπα από το έτος 2018 και την έγκριση από τους δικηγόρους των αιτητών του ενοικιαστηρίου εγγράφου (παρ. 28 και 29). Οι Εναγόμενοι - Καθ'ών η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση την 12.11.2020 η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ευτύχιου Ποντική, γραμματέα της εναγόμενης εταιρείας, προβάλλοντας ότι:
  4. Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη ή/και ανεπίτρεπτη ή/και αντίθετη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς ή/και την πρακτική του Δικαστηρίου.
  5. Οι Ενάγοντες, εάν οι αιτούμενες θεραπείες απορριφθούν, ουδεμία ζημιά ή/και βλάβη δεν θα υποστούν.
  6. Εάν εκδοθούν τα σχετικά διατάγματα θα πληγεί η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης.
  7. Δεν είναι ορθό ή/και δίκαιο ή/και είναι αντίθετο με τις αρχές επιείκειας ή/και κοινοδικαίου να εκδοθούν τα σχετικά διατάγματα.
  8. Η υπό κρίση αίτηση εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς και όχι την εξέλιξη της ενδιάμεσης διαδικασίας.
  9. Καμία προϋπόθεση του Νόμου ή/και της νομολογίας δεν συντρέχει για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  10. Δεν απαιτείται η αντεξέταση καθώς όλες οι αναφορές του Ενόρκως Δηλούντα είναι ξεκάθαρες. Δηλώνει δε την πηγή πληροφόρησής του.
  11. Η Αιτήτρια δεν εξειδικεύει τον χρόνο που απαιτείται για αντεξέταση.
  12. Η Αιτήτρια δεν εξειδικεύει τον σκοπό για τον οποίο θέλει να αντεξετάσει την κάθε παράγραφο.
  13. Η Αιτήτρια επιδιώκει, ανεπίτρεπτά, μέσω της αντεξέτασης να μειώσει τη γενικότερη αξιοπιστία του ενόρκως δηλούντα ενώ αυτή η διαδικασία θα πρέπει να γίνει κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης.
  14. Η Αιτήτρια δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια.
  15. Η αντεξέταση δεν είναι αναγκαία ή/και απαραίτητη για επίλυση των ζητημάτων που αφορούν την ενδιάμεση αίτηση.
  16. Η αντεξέταση δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης
  17. Η λόγοι που παρατίθενται δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις της νομολογίας επί του θέματος, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης.
  18. Η Αιτήτρια δεν κατάφερε να καταδείξει ότι συντρέχουν τέτοιοι λόγοι που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της υπό εξέταση αίτησης.
  19. Η υπό εξέταση αίτησης έγινε ως «απάντηση» της αίτησης για αντεξέταση που καταχώρησε η Εναγόμενη εναντίον της Ενάγουσας την 30.10.
  20. Η Ένσταση βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και ιδίως Δ.2, Δ.`8, Δ.30 ΘΘ.1-11, Δ.32, Δ.33, Δ.36, Δ.37, Δ.38, Δ.39, Θ. 1, Δ.48 Θ. 1-9, Δ.57, Δ.59, Δ.64 στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6), και ιδίως άρθρα 4, 5, 9, Μέρος 7, άρθρα 73-81, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις αρχές της επιείκειας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι τίποτα εξ' όσων καταγράφεται στην ένορκη του δήλωση δεν χρήζει διευκρίνησης, ενώ τυχόν αντεξέταση του δεν θα έχει τίποτα να προσφέρει αφού για έκαστη παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει μεταξύ άλλων και την πηγή πληροφόρησης του. Ο ίδιος ,ως λαμβάνει πληροφόρηση, θεωρεί ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε ως «απάντηση» στην αίτηση για αντεξέταση που καταχώρησε η εναγόμενη εταιρεία εναντίον των εναγόντων στις 30.10.
  21. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αμφότερες την αίτηση και ένσταση, ενώ οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες παραθέτουν τις θέσεις και την επιχειρηματολογία τους και οι οποίες έχουν καταχωρηθεί στον φάκελο του Δικαστηρίου. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τόσο τις αγορεύσεις των συνηγόρων, αλλά και την νομολογία εις την οποίαν με παρέπεμψαν και αναφορά θα γίνει κατωτέρω στα ουσιώδη σημεία των αγορεύσεων και της Νομολογίας, όπου αυτό κριθεί αναγκαίο και απαραίτητο κατά το στάδιο παράθεσης του σκεπτικού του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Ο Θεσμός 1 της Διαταγής 39 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο κατόπιν παρακλήσεως να επιτρέψει την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα επί οποιασδήποτε ένορκης δήλωσης του και διαβάζει ως ακολούθως: «Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση) αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση». Η χρήση της λέξης «μπορεί», στον αντίστοιχο Αγγλικό Θεσμό η λέξη είναι «may», υποδηλώνει ότι το ζήτημα αντεξέτασης εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Όμως η Διαταγή 39 δεν καταγράφει τα κριτήρια ή τις προϋποθέσεις στη βάση των οποίων το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει την τύχη τέτοιων αιτήσεων. Η πλούσια δε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς τα Αγγλικά Συγγράμματα καθοδηγούν και καθορίζουν επί το προκειμένω τις αρχές και παραμέτρους για την άσκησης της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου. Παραπέμπω στο σύγγραμμα Ηalsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21 παρ.878 όπου αναφέρονται τα εξής: «Τhe Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion." Αντιστοίχως, και ειδικότερα σε αναφορά σε αιτούμενη αντεξέταση στο στάδιο και/ή εκκρεμούσης αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος το Ηalsbury's Laws of England 4η έκδ. Τόμος 17 παρ.311 αναφέρει: «The Court has a discretion in deciding whether or not to order the attendance of a deponent for cross- examination, and in practice cross- examination does not often take place on interlocutory applications». Συνεπώς, δυνάμει και της Νομολογίας (βλ. Berkley Hotel Co Ltd v Berkley International (Mayfair) Ltd

(1971)RPC 237 και R v Kent Justices ex parte Smith
(1928)W.N. 137 και R v Stokesley Justices
(1956)1 W.L.R. 254 η αντεξέταση επί ενόρκων δηλώσεων που χρησιμοποιούνται σε ενδιάμεσα διατάγματα δίδεται σπάνια. Αντιστοίχως, στο Annual Practice 1956, η αντίστοιχη πρόνοια του O.38 επιβεβαιώνει ότι καμία υποχρέωση δεν τίθεται στα χέρια του Δικαστηρίου όπως εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα. Αντιθέτως, και λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των λόγων για τους οποίου ζητείται η αντεξέταση το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει την Διακριτική του ευχέρεια. Διαφωτιστική είναι και η απόφαση στην Αίτηση Αρ. 18/2008, Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκκου Χατζηλοϊζου, ημερ. 14/3/2008 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ού στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στην Δ.39,Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1660, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εν' όψει της πιο πάνω θέσης της νομολογίας θεωρώ ότι η αίτηση για αντεξέταση ομνυόσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία αυτών των εξαιρετικών περιπτώσεων». Οι αιτητές έχουν, στην παρούσα περίπτωση συγκεκριμενοποιήσει εγγράφως επί ποιών σημείων επιθυμούν να αντεξετάσουν τον ομνύοντα κ. Ποντίκη, αναφέροντας ότι εγείρονται θέσεις και προωθούνται ισχυρισμοί οι οποίοι είναι αβάσιμοι, ατεκμηρίωτοι και παραπλανητικοί, ώστε η αντεξέταση του να θεωρείται επιβεβλημένη ανάγκη, η οποία θα βοηθήσει στο να αποσαφηνιστούν και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά και βάσιμα γεγονότα επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν θα εξετάζει την αίτηση για έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος Έχει πολλάκις νομολογηθεί (βλ.Demades Overseas Ltd v Studio Ma.St Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 799 και Φέσσας
(1990)1 Α.Α.Δ. 704) ότι το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις Προσωρινών Διαταγμάτων είναι περιορισμένο, ενώ καθήκον του είναι η διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14/60 χωρίς να επεμβαίνει με οιοδήποτε τρόπο σε άλλη εκκρεμούσα διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπου η ενδιάμεση δικαστική διαδικασία αφορά την έκδοση προσωρινού διατάγματος, η διατύπωση αμφισβητούμενων θέσεων από τους διαδίκους μέσα από τις ένορκες τους δηλώσεις δεν οδηγεί εκ προοιμίου σε έγκριση αιτήματος αντεξέτασης, ειδικότερα κάτω από τον μανδύα του ισχυρισμού περί ανάγκης αντίκρουσης και τεκμηρίωσης αναφορών είτε του ενός μέρους είτε του άλλου. Αυτό δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο (βλ. Parico Aluminum Designs Ltd v Muskita Aluminum Co Ltd κ.α
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Το Δικαστήριο δεν θα αξιολογήσει τις εκδοχές των μερών, ούτε θα ασχοληθεί με την αξιοπιστία των ενόρκων δηλούντων και ούτε θα κρίνει ποια εκδοχή αληθεύει ( βλ. Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 263). Η εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων και θέσεων σε μια διαδικασία όπως η παρούσα δεν αποτελεί μέσα από την νομολογία καλό λόγο για να εκδοθεί διάταγμα αντεξέτασης (βλ.Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν Τσαδιώτης Λτδ Π.Ε. 312/10 και 351/10 ημερ. 17.7.14). Αναφέρω εδώ ότι δεν υπάρχει κανόνας που να δεσμεύει το Δικαστήριο στο να αποδεχθεί μαρτυρία για τον λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση επί των εν λόγω σημείων και προς τούτο παραπέμπω στην Α.Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α ν Γενικού Εισαγγελέα κ.α
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ.
  1. Με βάση τώρα τα πιο πάνω θα έρθω να εξετάσω κατά πόσο υπό τις παρούσα συνθήκες το αίτημα των αιτητών για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα κρίνεται δικαιολογημένο. Για να μπορέσω να το πράξω αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω εν συντομία το ιστορικό της υπόθεσης, ως φαίνεται από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος και την ένσταση αντίστοιχα. Στην αίτηση ημερ. 8.10.20 ο κ. Βασιλείου αναφέρει ότι οι Αιτητές ήταν και είναι μέχρι σήμερα οι νόμιμοι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του προ αναφερόμενου διαμερίσματος. Υπήρξαν ενυπόθηκοι δανειστές της προηγούμενης ιδιοκτήτριας του ακινήτου, ήτοι της εταιρεία Αγησιλάου και Κωνσταντίνου Οικοτεχνική Λτδ η οποία προς εξασφάλιση των προς όφελος της παραχωρηθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων ενέγραψε προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη με αρ. 4/Υ/XXXXX/10 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας. Η Τράπεζα τερμάτισε τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις, καταχώρησε αγωγές και ενεργοποίησε την διαδικασία για πώληση του μέσω πλειστηριασμού. Το ακίνητο δεν πωλήθηκε με αποτέλεσμα η Τράπεζα να αγοράσει αυτό την 7.10.19 και να καταστεί ιδιοκτήτης της. Την 18.5.20 οι αιτητές επιθεώρησαν το ακίνητο, παραλαμβάνοντας κενή και ελεύθερη κατοχή του, προχωρώντας και σε αλλαγή κλειδαριών, παρουσία του ενόρκως δηλούντα. Την 28.8.20 το ακίνητο τέθηκε προς πώληση στην ηλεκτρονική ιστοσελίδα των. Την 23.9.20 παρέλαβαν επιστολή από τους Καθ' ων η αίτηση, ιδίας ημερομηνίας, με την οποία οι τελευταίοι τους ενημέρωναν ότι παρέλαβαν κατοχή του ακινήτου και ζητούσαν μεταβίβαση των λογαριασμών κοινής ωφέλειας επ' ονόματι τους. Ακολούθησε επίσκεψη στο ακίνητο στις 28.9.20 από τον ομνύοντα ο οποίος διαπίστωσε ότι δεν είχε πρόσβαση σε αυτό αφού είχαν αντικατασταθεί οι κλειδαριές. Υπό το φώς των πιο πάνω, οι αιτητές προέβησαν σε σχετικές καταγγελίες στις αρμόδιες υπηρεσίες και φορείς. Στον αντίποδα και δη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ημερ. 30.10.20 ο κ. Ποντίκης, αναφέρει ότι όντως προηγούμενοι ιδιοκτήτες του ακινήτου ήταν η εταιρεία Αγησιλάου και Κωνσταντίνου Οικοτεχνική Λτδ. Την 18.5.20 ο κ. XXXXX Παναγιώτου, κάτοχος του διαμερίσματος ενημέρωσε την εναγόμενη ότι δεν μπορεί να ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματος του, ότι θα έφερνε κλειδαρά για την αποκατάσταση της ενώ για τα έξοδα που θα επωμίζετο όφειλαν να του αποκοπούν από το ενοίκιο που κατέβαλε στην εναγόμενη. Ουδέποτε το ακίνητο ήταν ελεύθερο και/ή κενό, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι ενάγοντες από τον Φεβρουάριο του 2020 όταν επισκέφθηκαν το ακίνητο. Κατά την επίσκεψη τους, αντιπρόσωποι των αιτητών έδωσαν τα στοιχεία τους στον κ. Παναγιώτου με σκοπό την εκ νέου επικοινωνία μεταξύ των μερών. Αναφορά γίνεται περεταίρω σε επικοινωνία μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων αναφορικά με το καθεστώς του ακινήτου καθώς και σε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ αυτών. Προχωρά ο ομνύοντας και δηλώνει ότι η εταιρεία Αγησιλάου και Κωνσταντίνου Οικοτεχνική Λτδ όφειλε έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος στην εναγόμενη ποσό ύψους €80.
  2. Λόγω άρνηση της πρώτης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, η εναγόμενη καταχώρησε αγωγές εναντίον της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Το 2018 οι υποθέσεις συμβιβάστηκαν εξωδίκως. Μέρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας ήταν η παράδοση προς εκμετάλλευση του ακινήτου προς όφελος της εναγομένης. Το συμφωνηθέν αντάλλαγμα συμψηφιζόταν και συμψηφίζεται έναντι του συνολικού οφειλόμενου ποσού από την εταιρεία Αγησιλάου στην εναγομένη. 'Εκτοτε, η εναγόμενη εκμεταλλεύεται το υποστατικό ενοικιάζοντας το σε τρίτα πρόσωπα. Για την περίοδο Ιανουαρίου 2020 μέχρι και Δεκεμβρίου του 2020 η εναγόμενη ενοικιάζει το συγκεκριμένο διαμέρισμα σε φυσικό πρόσωπο. Για όλους αυτούς τους λόγους η εναγόμενη εταιρεία προβάλλει ένσταση στην κυρίως αίτηση, και δη στην έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Αυτών λεχθέντων, και στρεφόμενη τώρα επί του προκειμένου, υπενθυμίζω ότι το βάρος βρίσκεται στους ώμους των αιτητών όπως παραθέσουν τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιούν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Η αντεξέταση δε πρέπει να εξυπηρετεί τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και να μην επεκτείνονται επί οποιουδήποτε ζητήματος υφίσταται διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή με σκοπό την εξασθένηση της αξιοπιστίας ενός διαδίκου. Έχοντας μελετήσει με περισσή προσοχή την ένορκη δήλωση του κ. Βασιλείου που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση γίνεται αντιληπτό ότι το αιτούμενο διάταγμα ζητείται για να δοθεί φώς και να παρασχεθούν όλες οι απαραίτητες λεπτομέρειες αναφορικά με τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στις επίμαχες παραγράφους της ένορκης δήλωσης ούτως ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά και αληθή γεγονότα. Αποτελεί κρίση του Δικαστηρίου ότι η αντεξέταση του ομνύοντα αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 17.1, 17.2, 20.1, και 20.3.2 της ένορκης του δήλωσης δεν δικαιολογείται αφού τα εν λόγω σημεία δεν χρήζουν οποιαδήποτε διευκρίνησης, συμφωνώντας επί του προκειμένου με την θέση των Εναγομένων ως αυτή προβάλλεται και προωθείται στους λόγους ένστασης και αγόρευσης τους. Η αντεξέταση επί των λόγω παραγράφων και δη η ένταξη μαρτυρίας ως προς τις αντικρουόμενες εκδοχές του κατά πόσον υπήρχε ή μη ελευθέρα κατοχή του ακινήτου, κατά πόσο αυτό ενοικιάζετο από τρίτα πρόσωπα, από πότε, υπό ποιες συνθήκες, νομικές ή πραγματικές αλλά και αναφορικά με τις ανταλλαχθείσες θέσεις των δικηγόρων των διαδίκων στο στάδιο των τηλεφωνικών τους επικοινωνιών, δεν θα εξυπηρετούσε το Δικαστήριο στην προσπάθεια του να εξετάσει κατά πόσο ισχύουν οι προϋποθέσεις έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος. Τα όσα δε αναφέρονται στην μαρτυρία που συνοδεύει την ένσταση ενδεχομένως να αποτελούν επιχειρήματα που άπτονται της ουσίας της αρχικής αίτησης αλλά και στοιχεία μιας ενδεχόμενης υπεράσπισης επί της ουσίας της αγωγής. Αυτή δε η ουσία που φαίνεται να υπάρχει δεν θα εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Τονίζεται ότι ο ομνύοντας έχει παραθέσει με την ένορκη του δήλωση όλα όσα επιθυμεί να αναφέρει προς υποστήριξη των θέσεων του ενώπιον του Δικαστηρίου ως γεγονότα που συνηγορούν δια την μη έκδοσης του προσωρινού Διατάγματος. Το κατά πόσον αυτά είναι ελλιπή ή μη, ή δεν υπάρχει αληθοφάνεια ως προς αυτά, είναι ένα ρίσκο που οφείλει να αναλάβει. Αντίθετη δε είναι η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 28 και 29 της ένορκης δήλωσης του κ. Ποντίκη. Σπεύδω να επισημάνω ότι αν και η Νομολογία είναι ευθυγραμμισμένη επί των ζητημάτων αντεξέτασης ομνυόντων, ειδικότερα σε διαδικασίες όπου αφορά την έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων, ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν μπορεί να αποκλεισθεί νοουμένου ότι δεν επιδιώκεται μέσω της αντεξέτασης η προσθήκη νέων γεγονότων αλλά η διευκρίνηση επί σημείων, που θα βοηθήσουν με την σειρά τους στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στο πλαίσιο της αίτησης για έκδοση διαταγμάτων. Έχοντας υπόψιν όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και διαπιστώνοντας ότι οι Καθ' ών η αίτηση στις παραγράφους 28 και 29 της ένορκης δήλωσης Ποντίκη προωθούν τον ισχυρισμό ότι το υποστατικό το εκμεταλλεύεται η εναγόμενη εταιρεία ενοικιάζοντας το σε τρίτα πρόσωπα, γεγονός το οποίο όχι μόνο γνωρίζουν οι αιτητές αλλά τα τρίτα πρόσωπα μάλιστα και είναι πελάτες των δικηγόρων των αιτητών, με τους τελευταίους να έχουν οι ίδιοι εγκρίνει το σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο, θα επιτρέψω την αντεξέταση επί αυτών των δύο παραγράφων για να δοθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα το εν λόγω ζητήματος, με δεδομένη την θέση των εναγόντων ότι καμία ιδέα δεν είχαν για την όποια ενοικίαση του ακινήτου σε τρίτα πρόσωπα. Η έκδοση του Διατάγματος αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα ως έχει σε περιορισμένη έκταση εγκριθεί ανωτέρω, δεν θα προκαλέσει αχρείαστη καθυστέρηση στην διαδικασία. Κρίνω περαιτέρω ότι η παρούσα αίτηση δεν καταχωρήθηκε με οποιαδήποτε καθυστέρηση. Ούτε έρεισμα βρίσκω στην θέση των δικηγόρων των εναγομένων ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε εις απάντηση της δικής τους αίτησης για αντεξέταση του κ. Βασιλείου, αφού εντός των καθορισμένων από το Δικαστήριο χρονοδιαγραμμάτων, οι αιτητές επέλεξαν να καταχωρήσουν αντιστοίχως την δική τους αίτηση, αποδεχόμενοι ταυτόχρονα διάταγμα αντεξέτασης του δικού τους ομνύοντα θέτοντας αυτόν στην διάθεση των συνηγόρων των εναγομένων. Κατ'ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, δίδεται άδεια για αντεξέταση του κ. Ποντίκη αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 28 και 29 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 30.10.
  3. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς οι αιτητές δικαιούνται στα έξοδα τους, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας της αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα. (Υπ.) .................................... Μ .Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.