Θεοχάρους κ.α. ν. Astrobank Ltd, Αρ. Αγωγής 514/2018, 7/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A84 Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας Ενώπιον: Τ. Παρασκευαίδου Καρακάννα Αρ. Αγωγής 514/2018 Μεταξύ:
- XXXXX Θεοχάρους
- Aquarian Development Ltd Εναγόντων Και Astrobank Ltd Εναγόμενης Ημερομηνία: 07.04.2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: Δρ. Α. Ποιητής για Δρ. Α. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενη: κ. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε Καμιά εμφάνιση κατά τη απαγγελία της απόφασης. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή αξίωναν εναντίον της Εναγόμενης διάταγμα του δικαστηρίου διατάσσον τη διαγραφή των υποθηκών XXXXX/1987, XXXXX/1987 και XXXXX/1987 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, γενικές αποζημιώσεις και νόμιμο τόκο. Η απαίτηση στηρίζεται στο γεγονός ότι η απόφαση που εκδόθηκε τη 18.01.1991, στην αγωγή XXXXX/1989, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και διάταγμα εκποίησης των πιο πάνω υποθηκών έχει εκπνεύσει και η αίτηση για ανανέωση έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο. Είναι η θέση των Εναγόντων 1 και 2 ότι λόγω της απόρριψης του αιτήματος για ανανέωση της απόφασης και στη συνέχεια της απόρριψης της αίτησης για αναγκαστική πώληση από το Κτηματολόγιο, οι επίδικες υποθήκες θα πρέπει να διαγραφούν καθότι δεν εκκρεμεί πλέον οποιοδήποτε διάταγμα για εκτέλεση. Η Εναγόμενη απορρίπτει την πιο πάνω θέση. Υποστηρίζει ότι η μη ανανέωση της απόφασης και η απόρριψη της αίτησης για αναγκαστική πώληση από το Κτηματολόγιο δεν επηρεάζει το δικαίωμα της να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κλήθηκε να καταθέσει οποιοσδήποτε μάρτυρας και όλα τα γεγονότα δηλώθηκαν ως παραδεκτά. Κατατέθηκε επίσης εκ συμφώνου αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί προκύπτουν τα πιο κάτω γεγονότα: Το 1987 οι Ενάγοντες ενέγραψαν προς όφελος της Εναγόμενης τις υποθήκες με αριθμό XXXXX/87, Υ8/87 και Υ1076/87, προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων. Αντίγραφα των πιο πάνω Εγγράφων Υποθήκης που συνοδεύονται και από τις Συμβάσεις Υποθήκης, κατατέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, πρόκειται για τα Τεκμήρια 1, 2 και
- Το περιεχόμενο των Συμβάσεων Υποθηκών, που φέρουν το τίτλο 'Mortgage Contract', είναι σχεδόν πανομοιότυπο. Ο όρος 7 των πιο πάνω συμβάσεων προνοούσε για τα δικαιώματα της Τράπεζας σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερούσε στην καταβολή των δόσεων του. Τη 18.01.1991 η Arab Bank Plc, στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/1989, εξασφάλισε απόφαση εναντίον του XXXXX Θεοχάρους και της εταιρείας Aquarian Developments Ltd, Εναγόντων 1 και 2 στην παρούσα αγωγή και της εταιρείας Aquarian Container Ltd. Η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου και ανάμεσα στα διατάγματα που εκδόθηκαν ήταν τρία διατάγματα για εκποίηση υποθηκών. Τα δύο διατάγματα αφορούσαν τις υποθήκες XXXXX/1987, XXXXX/1987 και εκδόθηκαν εναντίον του XXXXX Θεοχάρους και της Aquarian Development Ltd, Εναγόντων 1 και 2 αντίστοιχα στην παρούσα αγωγή και το τρίτο αφορούσε την υποθήκη Υ1076/87 και εκδόθηκε εναντίον του XXXXX Θεοχάρους. Τη 10.12.1993 η πιο πάνω Τράπεζα καταχώρισε αίτηση για εκποίηση των υποθηκών XXXXX/87 και XXXXX/
- Στα παραδεκτά γεγονότα γίνεται λεπτομερής αναφορά των επιστολών που απέστειλε η Εναγόμενη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας και τις απαντήσεις που έλαβε σε σχέση με τη διαδικασία εκποίησης των υποθηκών. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του δικαστηρίου προκύπτει ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκποίηση των πιο πάνω υποθηκών την έφερε το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Την 01.03.2011 η Τράπεζα καταχώρισε αίτηση για παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης, λόγω παρέλευσης έξι ετών από την ημερομηνία που εκδόθηκε η απόφαση. Η αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο τη 4.11.
- Ως αποτέλεσμα της μη ανανέωσης της απόφασης, τη 06.09.2016 το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας απόρριψε την αίτηση για αναγκαστική πώληση. Ο XXXXX Θεοχάρους έχει προβεί εν τω μεταξύ στη πληρωμή του ποσού των ΛΚ 249.980 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους στην αγωγή XXXXX/1989 και η Τράπεζα τον απάλλαξε από την υπόλοιπη οφειλή του, διαγράφοντας το ποσό των ΛΚ 191.653 και ακυρώνοντας τις υποθήκες XXXXX/1987 και XXXXX/
- Μοναδική υποθήκη που παραμένει εγγεγραμμένη στο Κτηματολόγιο είναι η Υποθήκη ημερομηνίας 3/1/1987 με αρ. XXXXX/87 (Τεκμήριο 1), για το ποσό των Λ.Κ. 100.000 με τόκο προς 9% ετησίως, η οποία εξασφαλίζει τις πιστωτικές διευκολύνσεις της AQUARIAN CONTAINER LINE LTD. Ενόψει των πιο πάνω η απαίτηση των Εναγόντων 1 και 2 εξ αντικειμένου περιορίζεται στην υποθήκη XXXXX/
- Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να αναφερθεί ότι μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή XXXXX/1989, η Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ εξαγόρασε τις εργασίες της Arab Bank Plc. Στη συνέχεια η Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ μετονομάστηκε σε Astrobank Ltd και αργότερα σε Astrobank Public Company Ltd, που είναι η Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή και θα αναφέρεται μετά απλώς ως η Εναγόμενη. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι εφόσον η XXXXX/87 υπήρξε αντικείμενο στην αγωγή XXXXX/1989 και η εκδοθείσα απόφαση έχει καταστεί 'ανενεργή' τότε, ' . οποιοδήποτε περιεχόμενο της δε μπορεί να επανέλθει με οποιαδήποτε διαδικασία διότι αποτελεί δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, η απόφαση που εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είναι ήδη νεκρή'. Aπορρίπτει επίσης τη θέση ότι είναι δυνατό να γίνει εκποίηση επί τη βάσει των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου 9/
- Η Εναγόμενη απορρίπτει την πιο πάνω θέση. Εισηγείται ότι με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 9/1965 η υποθήκη συνεχίζει να υφίσταται και να βαραίνει το ακίνητο ανεξαρτήτως αν η ανανέωση της απόφασης έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο. Η υποθήκη εξαλείφεται μόνο εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 34, 35 και 36 του πιο πάνω Νόμου. Ο περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Νόμος 9/65, ως έχει τροποποιηθεί και συγκεκριμένα το Άρθρο 23, εδάφιο 2, προβλέπει σε ποιες περιπτώσεις το ακίνητο απαλλάσσεται από την υποθήκη. Τις παραθέτω αυτούσιες αμέσως πιο κάτω : «(α) τούτο απαλλαγή της υποθήκης συμφώνως τω άρθρω 34 ή (β) εξαλειφθή η υποθήκη συμφώνως τω άρθρω 35 ή (γ) ακυρωθή η υποθήκη συμφώνως τω άρθρω 36 ή (δ) το τοιούτο ακίνητον πωληθή διά πλειστηριασμού συμφώνως ταις διατάξεσι του περί Ανακουφίσεως Αγροτών Οφειλετών Νόμου του 1962, ή του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, είτε, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(6)του άρθρου 41, συμφώνως ταις διατάξεσι του Μέρους VI ή (ε) το τοιούτο ακίνητον υποστή αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν παρ' οιουδήποτε προσώπου, οργανισμού ή αρχής δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου ή (στ) εξοφληθή το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν εκ του προϊόντος πωλήσεως, διεξαχθείσης δυνάμει οιουδήποτε των εν παραγράφω (δ) αναφερομένων Νόμων, οιουδήποτε ετέρου ακινήτου περιλαμβανομένου εν τη αυτή υποθήκη». Το Άρθρο 34 προβλέπει ότι η απαλλαγή του ακινήτου από την υποθήκη επέρχεται όταν ο ενυπόθηκος οφειλέτης μετά του ενυπόθηκου δανειστού εμφανισθούν ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και προσάγουν ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού, έγγραφο σύμφωνα με τον Τύπο Δ του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου με το οποίο ζητείται η απαλλαγή του ακινήτου από την Υποθήκη, το πιστοποιητικό της Υποθήκης, το πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου και την έγγραφο συναίνεση παντός εγγυητή. Όταν προσαχθούν τα πιο πάνω έγγραφα και αν ο Διευθυντής πειστεί ότι τα πρόσωπα τα οποία υπέγραψαν το πιο πάνω έγγραφα και πιστοποιητικά είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης και ο ενυπόθηκος δανειστής, τότε αυτός προβαίνει στην απαλλαγή και διαγραφή της Υποθήκης. Καμιά μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου ότι έλαβαν χώρα τα πιο πάνω γεγονότα ή ότι η Υποθήκη XXXXX/87 έχει εξαλειφθεί από τον ενυπόθηκο δανειστή ήτοι την Εναγόμενη δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 35. Το Άρθρο 36 προβλέπει τα ακόλουθα: «
(1)Εις οιανδήποτε των ακολούθων περιστάσεων, ήτοι- (α) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται ή αμελή να προβή εις την εξάλειψιν υποθήκης ως εν άρθρω 35, καίτοι η διά ταύτης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη ή (β) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται να αποδεχθή πληρωμήν του ποσού δι' ο συνέστη η υποθήκη, αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, και να προβή εις εξάλειψιν της υποθήκης ή (γ) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αγνώστου διαμονής, ή είναι εταιρεία ή συνεταιρισμός ουχί πλέον εν ζωή, ή απέθανε και ο προσωπικός αντιπρόσωπος ή οι κληρονόμοι αυτού είναι άγνωστοι, και εις οιανδήποτε των ως είρηται περιπτώσεων είτε ο ενυπόθηκος οφειλέτης αδυνατεί, ως εξ οιουδήποτε των προμνησθέντων λόγων, να πληρώση εις τον δικαιούχον το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, είτε ή διά της υποθήκης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη, ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να ζητήση παρά του Επαρχιακού Δικαστηρίου την έκδοσιν ακυρωτικού της υποθήκης διατάγματος, το δε Επαρχιακόν Δικαστήριον άμα τη υποβολή της τοιαύτης αιτήσεως δύναται να εκδώση το κατά το δοκούν δίκαιον υπό τας περιστάσεις διάταγμα, αναφορικώς προς την γνωστοποίησιν της γενομένης αιτήσεως προς οιονδήποτε πρόσωπον, την ακύρωσιν της υποθήκης, την κατάθεσιν χρηματικού τινος ποσού παρά τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω, την διάθεσιν του ούτω κατατεθησομένου ποσού και οιονδήποτε έτερον συναφές ζήτημα.» Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου καταλήγω ότι δεν πληρείται στην υπό εξέταση υπόθεση καμιά από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 36 του Νόμου. Επιπρόσθετα καμιά μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου ότι το ακίνητο έχει πωληθεί διά πλειστηριασμού ή ότι έχει απαλλοτριωθεί αναγκαστικά ή ότι το εξασφαλιζόμενο ποσό έχει εξοφληθεί, ως προβλέπεται στο άρθρο 23, εδάφια (δ), (ε) και (στ) του Νόμου, αντίστοιχα. Η απαίτηση των Εναγόντων στηρίζεται σε ένα μόνο λόγο, στην απόρριψη του αιτήματος για ανανέωση της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/
- Ο πιο πάνω λόγος δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτούς που καταγράφονται στο άρθρο 23 του Νόμου. Πέραν τούτου, παρατηρώ ότι η Σύμβαση Υποθήκης, που φέρει το τίτλο 'Mortgage Contract', και διέπει τις σχέσεις των δύο μερών, δεν θέτει τέτοιο περιορισμό. Συγκεκριμένα πουθενά δεν προβλέπεται ότι τα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή που πηγάζουν από την υποθήκη προϋποθέτουν την ύπαρξη αγωγής και έκδοσης δικαστικού διατάγματος. Αντιθέτως, ο όρος 7 του πιο πάνω εγγράφου ρητά προνοεί ότι ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να προχωρήσει με την κατάσχεση της υποθήκης είτε προωθώντας αστική αγωγή είτε εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθήκευσης Νόμο 9/
- Τον παραθέτω αυτούσιο αμέσως πιο κάτω, η υπογράμμιση είναι δική μου: " It is agreed that the payment of the interest when due and of the capital and interest when demanded in accordance with clauses 1 and 2 and the observance of the provisions made under clause 3 thereof are of the essence of this bond and that if I/we make default in the payment of the interest or of the capital and interest when demanded or fail to carry out any of the conditions contained in clause 3 in this bond, the Bank may by notice in writing to me/us claim payment of all unpaid capital and interest under the bond and upon such notice all the unpaid capital and interest shall be due and payable forthwith and the Bank may in its discretion, proceed to the foreclosure of the mortgage by civil action or in manner provided for by the Immovable Property ( Transfer and Motgage) Law 1965 charging me/us with the costs and expenses thereof and where after the sale of the mortgaged property there remains any balance due to the Bank, the Bank may proceed against me/us for the recovery of such balance in manner provided by the Law". Το άρθρο 37 του Νόμου προβλέπει ότι σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος καταστεί υπερήμερο και ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με την ειδοποίηση για εξόφληση του χρέους εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να υποβάλει αίτηση στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για πώληση του ενυπόθηκου κτήματος. Εάν ο Διευθυντής πεισθεί ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις του συγκεκριμένου άρθρου τότε αυτός θα μεριμνήσει για την πώληση του. Εάν ο Διευθυντής, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του κρίνει ότι η γενομένη ειδοποίηση προς πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους δεν περιήλθε στη γνώση του ενυπόθηκου οφειλέτη , ή ότι αυτός δεν είχε επαρκή χρόνο για να συμμορφωθεί προς την ειδοποίηση ή ότι επιβάλλεται η παροχή περαιτέρω στοιχείων κέκτηται διακριτική εξουσία όπως αρνηθεί ή αναβάλει την πώληση του ακινήτου. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 39 του Νόμου. Με βάση τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η καταχώριση αστικής αγωγής και ή η έκδοση δικαστικής απόφασης δεν αποτελεί προϋπόθεση για άσκηση εκ μέρους του Διευθυντή των εξουσιών του για πώληση του ενυπόθηκου κτήματος. Στο άρθρο 44.-
(1)του Νόμου γίνεται ρητή πρόβλεψη ότι εναπόκειται στον ενυπόθηκο δανειστή να αποφασίσει κατά πόσο θα καταχωρίσει αστική αγωγή ή όχι. Η καταχώριση αστικής αγωγής δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για προώθηση της διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο εν λόγω άρθρο: «. Ουδέν των εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβανομένων επενεργεί ώστε ν' αποκλείση οιονδήποτε ενυπόθηκον δανειστήν από του να επιδιώξη διά πολιτικής αγωγής την πώλησιν του ενυποθήκου ακινήτου προς εξόφλησιν του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού( τοιαύτη δε αγωγή δύναται να εγερθή οποτεδήποτε, προ ή κατόπιν αιτήσεως προς τον Διευθυντήν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι οσάκις το Δικαστήριον θεωρεί ότι η τοιαύτη διαδικασία, αντί της υπό του παρόντος Μέρους προνοουμένης, δεν ήτο λογικώς αναγκαία διά την επίτευξιν του δ' αυτής επιδιωκομένου σκοπού, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη όπως άπαντα τα έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων και των εξόδων του εναγομένου, πληρωθώσιν υπό του ενάγοντος.» Στο Μέρος VIA του Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί από τους Νόμους 142(Ι)/2014 και 87 (Ι)/2018 γίνεται πρόνοια για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους έχουν αναδρομική ισχύ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 44 Α
(1)του Νόμου. Στο ίδιο άρθρο, εδάφιο 4 γίνεται πρόνοια ότι καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Στο εδάφιο 4A διευκρινίζεται ότι η εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή για πώληση του ακινήτου με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου. Παραθέτω τη σχετική αναφορά αυτούσια, αμέσως πιο κάτω: «(4Α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι, στην πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση, δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και εντός των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται σε αυτό.» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καταλήγω ότι το δικαίωμα της Εναγόμενης να προωθήσει την διαδικασία που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου για την εκποίηση της Υποθήκης της, είναι εντελώς ανεξάρτητο από το δικαίωμα καταχώρισης αστικής αγωγής και της ύπαρξης δικαστικής απόφασης. Το δικαίωμα αυτό υφίσταται νοουμένου ότι το χρέος, που εξασφαλίζει η συγκεκριμένη Υποθήκη, εξακολουθεί να υφίσταται και δεν έχει εξοφληθεί. Σχετική επί του θέματος που καλείται να αποφασίσει το δικαστήριο είναι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, στην οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Σαλλούμη κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A861, Πολιτική Έφεση Αρ. 336/09, 10/11/2014, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη, η Τράπεζα είχε αξιώσει με αγωγή εναντίον των οφειλετών διάταγμα εκποίησης των υποθηκών. Η αγωγή απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι η Τράπεζα απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης. Η Τράπεζα εφεσίβαλε την πιο πάνω απόφαση, η έφεση όμως απορρίφθηκε. Στη συνέχεια οι ενυπόθηκοι οφειλέτες κάλεσαν την Τράπεζα να εξαλείψει τις υποθήκες, η τελευταία αρνήθηκε να το πράξει και τότε οι ενυπόθηκοι οφειλέτες καταχώρισαν Γενική Αίτηση με την οποία αξίωσαν διάταγμα για ακύρωση των υποθηκών. Η πιο πάνω Αίτηση, η οποία βασιζόταν στα άρθρα 35 και 36 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965, στο εξής ο Νόμος) προσέκρουσε σε ένσταση της Τράπεζας. Η Γενική Αίτηση εκδικάσθηκε και το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ακύρωσης των υποθηκών, ως η αίτηση. Αντικείμενο της πιο πάνω απόφασης είναι η έφεση που καταχώρισε η Τράπεζα με την οποία αμφισβήτησε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Η Τράπεζα αμφισβήτησε, μεταξύ άλλων, την κρίση του δικαστηρίου ότι η απόρριψη της αγωγής παρήγαγε δεδικασμένο που εμπόδιζε την εκποίηση των ενυπόθηκων κτημάτων μέσω του Κτηματολογίου, εισήγηση που έγινε δεκτή από το Εφετείο. Το Εφετείο έκρινε ότι ήταν εσφαλμένη η πρωτόδικη κρίση ότι η απόρριψη της αγωγής συμπαράσυρε και την αξίωση για εκποίηση των υποθηκών. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο, αμέσως πιο κάτω: "Όπως ορθώς έκανε αναφορά και στην Αγγελίδης (ανωτέρω) όπου επισημάνθηκε ότι το άρθρο 36 του Νόμου προβλέπει περιοριστικά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ενυπόθηκος οφειλέτης μπορεί με αίτηση να αξιώσει ακύρωση υποθήκης που συστάθηκε νόμιμα αλλά δικαιολογείται η εξάλειψη της. Είτε διότι η εξασφαλιζόμενη από την υποθήκη υποχρέωση εξοφλήθηκε είτε διότι έπαυσε να υφίσταται. Καθίσταται επομένως σαφές ότι το άρθρο 36 δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενυπόθηκος οφειλέτης αμφισβητεί αυτή καθ΄ εαυτή τη σύμβαση της υποθήκης, η οποία ως εκ της φύσεως της δημιουργεί πρωτογενείς υποχρεώσεις με αυτοτέλεια. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι θεμέλιο της είναι η σύμβαση δανείου, που μόνο όταν εξοφλείται ή παύει να ισχύει νομιμοποιεί τον ενυπόθηκο οφειλέτη να ζητήσει με αίτηση τη θεραπεία του άρθρου 36 (Αγγελίδης, ανωτέρω). Τέτοια είναι κατά την άποψή μας και η παρούσα περίπτωση, αφού η απόρριψη της Αγωγής ήταν αποτέλεσμα της άρνησης των εφεσιβλήτων ότι είχαν συμβληθεί με την Τράπεζα και της αποτυχίας της Τράπεζας να στοιχειοθετήσει με επαρκή μαρτυρία την εμπλοκή τους στις συμβάσεις. Το ότι, τώρα, οι εφεσίβλητοι παραδέχονται ρητώς ότι συμβλήθηκαν και οι υποθήκες συστάθηκαν νόμιμα είναι άνευ σημασίας. Αυτό που ενέχει σημασίας είναι ο λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε η Αγωγή, η οποία δεν απορρίφθηκε λόγω του ότι η σύμβαση δανείου έπαυσε να υφίσταται. Απορρίφθηκε καθότι η Τράπεζα απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης της ορθής εκτέλεσης των συμβάσεων, δηλαδή απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη των συμβάσεων. Κατά συνέπεια θεωρούμε εσφαλμένη την πρωτόδικη κρίση ότι η απόρριψη της Αγωγής συμπαράσυρε και την αξίωση για εκποίηση των υποθηκών, εφόσον τέτοια κρίση προϋπόθετε δικαστική αναγνώριση της ορθής εκτέλεσης των συμβάσεων." Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η απόρριψη του αιτήματος για ανανέωση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/1989, δεν συμπαρασύρει οποιαδήποτε δικαιώματα έχει η Εναγόμενη με βάση τη σύμβαση υποθήκης. Η επίδικη σύμβαση υποθήκης συνεχίζει να υφίσταται. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον των Εναγόντων. (Υπ) ............ Τ.Παρασκευαίδου Καρακάννα Π.Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο