Νικολάου ν. Cykings Contruction Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 59/2011, 4/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 59/2011 Μεταξύ: .... Νικολάου και
- Cykings Contruction Ltd
- ..... Αδάμου Αίτηση ημερ. 28/09/18 των εναγόμενων 1 και Αίτηση ημερ. 07/11/18 του εναγόμενου 2 Ημερομηνία: 04.12.2020 Εμφανίσεις: (δεν υπήρξε φυσική παρουσία των ευπαίδευτων συνηγόρων) Για τους Εναγόμενους 1/Αιτητές : Μαυρομάτης & Χριστοδουλίδου ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο 2/Αιτητή: Χρίστος Πουτζιουρή & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση : κ. Γεώργιος Κουκούνης. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά - Οι αιτήσεις - Οι ενστάσεις Στις 12/07/18 εκδόθηκε, στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, μετά από ακροαματική διαδικασία, απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για ποσό €51.206.- πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν εφέσεις εναντίον της εν λόγω απόφασης και ακολούθως καταχώρησαν τις επίδικες αιτήσεις με αίτημα για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου πιο πάνω μέχρι την εκδίκαση των εφέσεων. Ένεκα του ότι μιλούμε για την ίδια δικαστική απόφαση και το αίτημα των εναγομένων, παρά τις ξεχωριστές αιτήσεις, είναι ίδιο, και βασίζεται σε όμοια γεγονότα, ενώ οι ενστάσεις στις δύο αιτήσεις έχουν όμοιους λόγους ένστασης και γεγονότα, αποφάσισα να συνεξετάσω τις δύο αιτήσεις στα πλαίσια της παρούσας απόφασης μου. Αμφότερες οι αιτήσεις στηρίζονται ουσιαστικά στη Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση δε των εναγόμενων 1 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του XXXXX Παναγή, εκ των διευθυντών τους, ενώ η αίτηση του εναγόμενου 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του ίδιου. Ο Παναγή και ο εναγόμενος 2 αναφέρουν ότι οι λόγοι των εφέσεων που καταχωρήθηκαν είναι ισχυροί και έχουν καλή υπόθεση στις εφέσεις τους. Από εκεί και πέρα οι θέσεις τους, οι οποίες είναι κοινές, είναι ουσιαστικά οι εξής:
- Ο ενάγοντας, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, διαμένει μόνιμα στην Κύπρο από το 2008 αφού προηγουμένως διέμενε μόνιμα στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Αγγλία και πηγαινοερχόταν με σκοπό να αποφύγει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Επομένως είναι φανερό ότι ο ενάγοντας είναι πρόσωπο το οποίο έχει ισχυρούς δεσμούς και ρίζες στην Αγγλία και μπορεί ανά πάσα στιγμή να φύγει από την Κύπρο και να μεταβεί μόνιμα στην Αγγλία η οποία είναι η χώρα καταγωγής του και στην οποία διέμενε για τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Ομιλεί την αγγλική γλώσσα και δεν έχει άρρηκτους δεσμούς με την Κύπρο.
- Υπάρχει θέμα αφερεγγυότητας του ενάγοντα και αυτός δεν δύναται να αποδώσει και να επιστρέφει στους εναγόμενους οποιοδήποτε ποσό του καταβληθεί, στην περίπτωση που η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι θετική σε σχέση με τις Εφέσεις. Πιο συγκεκριμένα: i. Ο ενάγοντας δήλωσε στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία ότι από το έτος 2000 μέχρι και το έτος 2010 όπου συνέβη και το επίδικο ατύχημα σχεδόν δεν εργάστηκε ποτέ του και δεν είχε εισοδήματα παρά μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα στο οποίο εργάστηκε στην εταιρεία Cablenet και σε μια άλλη εταιρεία με αντίκες (βλ. και το τεκμήριο 2 στην ΕΔ του εναγόμενου 2). ii. Ο Ενάγοντας εγγράφηκε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως αυτοεργοδοτούμενος μετά το επίδικο ατύχημα και αιτήθηκε διαγραφή του αμέσως μετά που σταμάτησε να λαμβάνει το σχετικό επίδομα ασθένειας λόγω του επίδικου ατυχήματος. iii. Ο ίδιος ο ενάγοντας ανέφερε στο Δικαστήριο ότι από το επίδικο ατύχημα δεν έχει εργαστεί δηλαδή από το 2010 και μέχρι σήμερα δεν έχει εξεύρει εργασία και δεν έχει εισοδήματα ενώ δεν έχει αποταθεί καν στο Γραφείο Εργασίας. iv. Επίσης ουδέποτε αιτήθηκε σύνταξης ανικανότητας και δεν λαμβάνει οποιοδήποτε επίδομα αναπηρίας ή άλλη παροχή από το κράτος. v. Mετά από έρευνα που έλαβε χώρα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας διαφάνηκε ότι ο ενάγοντας δεν διατηρεί ακίνητη περιουσία στο όνομα του ούτε και προέβηκε ουδέποτε σε αποξένωση ακινήτου περιουσίας (βλ. το τεκμήριο Β στην ΕΔ του Παναγή και το τεκμήριο 3 στην ΕΔ του εναγόμενου 2).
- Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο ενάγοντας είναι πρόσωπο αφερέγγυο και ανίκανο να ανταπεξέλθει σε οποιαδήποτε υποχρέωση, πόσο μάλλον να επιστρέψει ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό που ξεπερνά τις €60,000.- και μάλιστα με την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος το οποίο θα μεσολαβήσει μέχρι την εκδίκαση των Εφέσεων.
- Είναι εύλογη η πεποίθηση τους ότι ο ενάγοντας δεν έχει και δεν θα έχει οποιαδήποτε δυνατότητα να επιστρέψει το ποσό των δικηγορικών εξόδων όσο και το ποσό που αντιστοιχεί στο εξ' αποφάσεως χρέος σε περίπτωση που επιτύχουν οι εφέσεις.
- Εάν δεν χορηγηθούν οι αιτούμενες θεραπείες υπάρχει ορατή πιθανότητα και ο κίνδυνος οι πολιτικές εφέσεις που έχουν καταχωρηθεί να απωλέσουν την σημασία τους, αφήνοντας τους εναγόμενους σε περίπτωση που επιτύχουν οι εφέσεις με άδεια χέρια και μεγάλη ζημιά. Στις δύο αιτήσεις των εναγόμενων καταχωρήθηκαν από πλευράς του ενάγοντα ισάριθμες ενστάσεις, οι οποίες περιέχουν σειρά λόγων ένστασης και υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις του ίδιου. Ο ενάγοντας, στις ένορκες δηλώσεις του αναφέρει κατ' αρχήν ότι οι αιτήσεις είναι νόμω και ουσία αβάσιμες, αντικανονικές, αδικαιολόγητες, παράτυπες και ατεκμηρίωτες. Περαιτέρω δε αναφέρει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ούτε παρουσιάζεται μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύονται οι προϋποθέσεις που θέτουν η Νομολογία και οι Θεσμοί. Από εκεί και πέρα αναφέρει ότι:
- Η καταχώρηση και μόνο έφεσης δεν απολήγει σε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Απορρίπτει δε τους ισχυρισμούς των αιτητών ότι οι εφέσεις τους έχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία της έφεσης ο παράγοντας αυτός αποκτά ουσιαστική σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Από μόνοι τους οι λόγοι έφεσης, ως έχουν παρουσιαστεί από τους αιτητές, δεν καταδεικνύουν κάτι τέτοιο και οι αιτητές δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου άλλα στοιχεία ή γεγονότα που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόγνωση για την επιτυχία των εφέσεων. Είναι η θέση του μάλιστα ότι οι προοπτικές επιτυχίας των εφέσεων είναι ελάχιστες μέχρι ανύπαρκτες.
- Οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι χωρίς αναστολή η ενδεχόμενη επιτυχία των εφέσεων θα χάσει τη σημασία της. Δεν ελλοχεύει κανένας κίνδυνος μη επανάκτησης του καταβληθέντος ποσού της απόφασης σε περίπτωση ενδεχόμενης επιτυχίας των εφέσεων και διαταγής του Δικαστηρίου να επιστρέψει τα χρήματα.
- Έχει ισχυρούς οικογενειακούς και φιλικούς δεσμούς με την Κύπρο και απορρίπτει τα όσα αναφέρουν οι αιτητές περί δήθεν δεσμούς του με το Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου, Κύπριος υπήκοος, είναι παντρεμένος με Κύπρια και έχει 1 κόρη η οποία σπουδάζει στην Κύπρο και διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. Δεν ανέφερε ποτέ ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία και ούτε προκύπτει με οποιονδήποτε τρόπο από τα όσα ισχυρίζονται οι αιτητές οποιαδήποτε πρόθεση του δήθεν να αποχωρήσει από την Κύπρο και να διαμείνει στο εξωτερικό. Τα όσα αναφέρουν οι αιτητές είναι εικασίες και αβάσιμα και ανυπόστατα συμπεράσματα και ισχυρισμοί που δεν εδράζονται σε γεγονότα και καμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Το γεγονός ότι εκφράζεται καλύτερα στην αγγλική γλώσσα και προτίμησε να δώσει την μαρτυρία του στην αγγλική γλώσσα δεν εξυπακούει ούτε στο ελάχιστο ότι δήθεν μπορεί να αποχωρήσει από την Κύπρο. Μιλά και αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα καθότι διαμένει μόνιμα στην Κύπρο και είναι Κύπριος υπήκοος, όμως εκφράζεται καλύτερα στην αγγλική γλώσσα.
- Απορρίπτει τους ισχυρισμούς των αιτητών περί δήθεν αφερεγγυότητας του. Τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του, είναι φερέγγυοι και αξιόχρεοι και δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να μην επιστρέψουν το καταβληθέν εξ αποφάσεως ποσό προς τους αιτητές σε περίπτωση ενδεχόμενης επιτυχίας των εφέσεων τους. Δεν έχει οποιεσδήποτε οφειλές ή χρέη και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης του εν λόγω καταβληθέντος ποσού, ως αβάσιμα και ανυπόστατα ισχυρίζονται. Τα όσα αναφέρονται από τους αιτητές περί δήθεν μη εργασίας του ποτέ από το 2000 είναι ανακριβή και ανυπόστατα και δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα ούτε και στην μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η οικογένεια του έχει αρκετά περιουσιακά στοιχεία για να ικανοποιήσουν στο μέγιστο το εξ αποφάσεως ποσό και συνεπώς οι αιτητές θα μπορέσουν να επανακτήσουν το καταβληθέν ποσό σε περίπτωση επιτυχίας των εφέσεων.
- Επιπρόσθετα, εφόσον το αντικείμενο της έφεσης είναι η καταβολή χρηματικού ποσού, τα δικαιώματα των αιτητών δεν επηρεάζονται καθόλου με την μη αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης καθότι τυχόν επιτυχία των εφέσεων δεν θα φέρει μη αναστρέψιμα αποτελέσματα για τους αιτητές ούτε και υπάρχει κίνδυνος κατασπατάλησης του εξ αποφάσεως ποσού. Σε μια τέτοια περίπτωση, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του ως αξιόχρεα και φερέγγυα άτομα θα διασφαλίσουν την επιστροφή των καταβληθέντων χρημάτων στους αιτητές. Είναι οικογενειάρχης, η σύζυγος του εργάζεται κανονικά και μπορεί να δοθεί σχετική βεβαίωση ανάληψης υποχρέωσης και εγγύησης από τη σύζυγο του για επιστροφή των καταβληθέντων χρημάτων, εάν καταστεί αναγκαίο.
- Αντίθετα, σε περίπτωση έγκρισης του αιτούμενου διατάγματος, υπάρχει σοβαρός και ορατός κίνδυνος να μην εισπράξει ποτέ το εξ αποφάσεως ποσό, καθότι οι μεν εναγόμενοι 1 ως εταιρεία μπορούν να αποξενώσουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία (ήδη αποξένωσαν το επίδικο διαμέρισμα αρ.4 στην πολυκατοικία Andria Court), ενώ ο εναγόμενος 2 είναι αφερέγγυος και στερείται περιουσιακών στοιχείων ούτως ώστε να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος του (βλ. το σχετικό Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Περιουσίας Τεκμήριο 2, όπου εμφαίνεται ότι ο τελευταίος δεν διαθέτει καμία ακίνητη περιουσία επ' ονόματι του). Ο εναγόμενος 2 επίσης έχει αποξενώσει, ως εμφαίνεται στο εν λόγω τεκμ.2, το διαμέρισμα στην επίδικη πολυκατοικία.
- Περαιτέρω, με τη μη έκδοση των διαταγμάτων, οι αιτητές δεν επηρεάζονται στο ελάχιστο ούτε προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματα τους καθότι δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο μη ανάκτησης των καταβληθέντων ποσών. Αντίθετα, ο ίδιος, ως καθ' ου η αίτηση και ως ο επιτυχών διάδικος, θα αποστερηθεί άδικα, αναίτια και αδικαιολόγητα τους καρπούς της επιτυχίας του, έχοντας ταυτόχρονα τον ορατό κίνδυνο της μη εκτέλεσης της απόφασης και της μη αποκόμισης των καρπών της επιτυχίας του.
- Η έφεση δεν έχει ακόμα οριστεί για προδικασία, βρίσκεται δηλαδή σε πολύ αρχικό στάδιο. Συνεπώς, η τελική εκδίκαση της έφεσης θα καθυστερήσει και η τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα αποστερήσει τους καρπούς της επιτυχίας του για μεγάλο χρονικό διάστημα με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγει.
- Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έτσι ώστε να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί προς όφελος των αιτητών αφού δεν συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις.
- Τέλος, άνευ βλάβης των ανωτέρω θέσεων του, συναινεί στην καταβολή ολόκληρου του εξ αποφάσεως ποσού πλέον τους επιδικασθέντες τόκους με τραπεζική επιταγή στο Λογιστήριο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ήτοι να γίνει πληρωμή στο Δικαστήριο μέχρι την έκδοση απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια των εφέσεων που καταχωρήθηκαν εναντίον της πρωτόδικης απόφασης νοουμένου ότι θα καταβληθούν τα επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα προς το δικηγόρο μου. Αναφορικά δε με τα δικηγορικά έξοδα, ο δικηγόρος του δεσμεύεται και αναλαμβάνει να επιστρέψει στους αιτητές το επιδικασθέν ποσό δικηγορικών εξόδων που επιδικάστηκε εναντίον τους και υπέρ του, δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/7/2018, σε περίπτωση που οι αιτητές επιτύχουν στις εφέσεις που καταχώρησαν και ανατραπεί η πρωτόδικη απόφαση και η σχετική διαταγή των εξόδων (βλ. σχετικές βεβαιώσεις από το δικηγόρο του ως τεκμήριο 3). Ακροαματική διαδικασία-Γραπτές αγορεύσεις Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, δια των οποίων υποστήριξαν τις θέσεις τους, παραπέμποντας και στη σχετική νομολογία. Νομική πτυχή Η νομική βάση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης είναι η Δ.35 Κ.18, η οποία προνοεί τα εξής: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from the direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given». Οι αρχές που διέπουν την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης εκκρεμούσης έφεσης δηλ. στη βάση της Δ.35 Κ.18 συνοψίσθηκαν στην Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1978 ως ακολούθως: « (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης». Περαιτέρω στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 λέχθηκε σχετικά ότι: «Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». H διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται λοιπόν με βάση δύο αρχές: πρώτον ότι «ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε» και δεύτερο ότι «το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του δηλ. η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρυσμα» (βλ. επίσης Mavrochanna and another v. Michael
(1984)1 C.L.R. 760, E.U.R.I.K and Others v. Kotsonis
(1986)1 C.L.R. 617, BP Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 και Παπακοκκίνου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1Α Α.Α.Δ 513). Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης (βλ. Χ''Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για χορήγηση αναστολής (βλ. Βογαζιανός ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1(Β)Α.Α.Δ. 591). Στην Δημητρούδης ν. Λουγκρίδη
(2011)1Α Α.Α.Δ 687 γίνεται παραπομπή στη σελ. 805 του Annual Practice του 1970, όπου σε σχέση με την αντίστοιχη παρόμοια πρόνοια των Αγγλικών Θεσμών στο Order 59, rule 13, όπως επαναριθμήθηκε, που αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.35 Κ.18, αναφέρεται ότι στην πράξη η αναστολή της διαδικασίας δίνεται όπου με την απόφαση θα πρέπει να καταβληθεί ορισμένο χρηματικό ποσό, οπότε αν η έφεση επιτύχει τότε θα παραμείνει άνευ αντικειμένου αν στο μεταξύ έχει καταβληθεί το ποσό και ο ενάγων είναι είτε κάτοικος εξωτερικού, είτε είναι αφερέγγυος ή υπάρχει ένδειξη με την καταχώρηση σχετικής ένορκης δήλωσης, ότι δεν θα μπορέσει να επιστρέψει το ποσό στον εναγόμενο. Όσον δε αφορά το είδος των αποφάσεων που υπόκεινται σε αναστολή, έχει νομολογηθεί ότι το αντικείμενο της σχετικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι η αναστολή θετικής και άμεσης υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Αντικείμενο λοιπόν της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης (βλ.Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α.
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1384). Τέλος εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται δε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή τέτοιων όρων που να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους ανωτέρω). Εξέταση της αίτησης Ερχόμενος στην παρούσα αίτηση, αναφέρονται τα εξής: Ως προκύπτει από την σχετική νομολογία, αυτό που επιβάλλεται είναι, προς εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων, να σταθμισθεί κάθε γεγονός της παρούσας υπόθεσης που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και με τη ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Πρέπει λοιπόν να υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να γέρνουν την πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι η έφεση δεν θα πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας της δηλ. να μην χάνει την σημασία της μένοντας χωρίς αντίκρισμα σε ενδεχόμενη επιτυχία της. Προς στοιχειοθέτηση του αιτήματος τους για αναστολή εκτέλεσης οι Αιτητές αναφέρονται κατ' αρχήν στην πιθανότητα επιτυχίας των Εφέσεων τους. Αναφορικά με αυτό θα πρέπει βεβαίως να λεχθεί ότι δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή την αποτυχία των Εφέσεων. Το πλαίσιο για τη διάγνωση της επιτυχίας των Εφέσεων δεν μπορεί να είναι άλλο από την ακρόαση αυτών. Εν πάση δε περιπτώσει να υπομνησθεί ότι, ως έχει νομολογηθεί, οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι οριακής σημασίας και δεν είναι ο αποφασιστικός παράγοντας για την επιτυχία του υπό εξέταση αιτήματος αναστολής. Από εκεί και πέρα όμως σημειώνω ότι η θέση των εναγόμενων περί αφερεγγυότητας του ενάγοντα παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Ο ενάγοντας δε διαπιστώνω ότι προβάλλει γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς αναφορικά με τη δυνατότητα του να επιστρέψει το ποσό που τυχόν του καταβληθεί δυνάμει της δικαστικής απόφασης. Όπως γενικά και αόριστα είναι βεβαίως και όσα αναφέρει περί αρκετών περιουσιακών στοιχείων της οικογένειας του, αν και τούτο, ούτως ή άλλως, ακόμη και αν ευσταθούσε, δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη αφού οι εναγόμενοι έχουν να κάνουν με τον ίδιο και όχι με άλλα μέλη της οικογένειας του ή και η όποια απαίτηση τους για επιστροφή του ποσού θα στρέφεται εναντίον του ενάγοντα και όχι εναντίον άσχετων με την παρούσα υπόθεση τρίτων. Αποτελεί συνεπώς διαπίστωση μου ότι πράγματι ο ενάγοντας είναι αφερέγγυος και ότι σε περίπτωση που του πληρωθεί το ποσό της απόφασης, το οποίο είναι ομολογουμένως μεγάλο, και ακολούθως οι εφέσεις των εναγόμενων επιτύχουν, μετά την πάροδο σημαντικού χρονικού διαστήματος όπως είναι κοινά αποδεκτό, το πιθανότερο είναι ότι, σε περίπτωση που στο μεσοδιάστημα χρησιμοποιήσει / ξοδέψει το καταβληθέν ποσό, δεν θα είναι σε θέση να επιστρέψει το ποσό στους εναγόμενους. Ως προς το θέμα ύπαρξης δεσμών και με άλλη χώρα, αν και δεν θεωρώ πως ο ενάγοντας το αποκλείει ρητά και κατηγορηματικά, εντούτοις υπό τις περιστάσεις δεν έχει τόση σημασία. Θεωρώ λοιπόν ότι στην προκειμένη περίπτωση η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της αρχής ότι η Έφεση δεν θα πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας της και οι αιτητές έχουν καταδείξει την ύπαρξη περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αναστολής εκτέλεσης. Από την άλλη θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση το δικαίωμα του ενάγοντα στην εκτέλεση της απόφασης, σε περίπτωση αποτυχίας των εφέσεων, μπορεί να διασφαλιστεί με χρηματική εγγύηση που θα ανέρχεται στην αξία του εξ' αποφάσεως χρέους, συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Παρεμβάλλω ότι ως προκύπτει από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων 1, ο οποίος επισυνάπτει και σχετικά έγγραφα που δεν έχουν αμφισβητηθεί, οι εναγόμενοι 1 έχουν καταβάλει ολόκληρο το ποσό των εξόδων στο δικηγόρο του ενάγοντα με ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης από πλευράς του ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης τους θα το επιστρέψει. Ευθέως δε αναφέρω ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων 1 στην αγόρευση του για να μην τεθεί άλλος όρος δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τόσο η Δ.35 Θ.18 όσο και η προαναφερθείσα νομολογία καταδεικνύουν ότι η επιβολή όρων είναι απολύτως αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί το δικαίωμα του πρωτόδικα επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του, σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Συναφώς κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπερ των αιτημάτων αλλά υπό όρους, ως προβλέπεται στη Δ.35 Θ.18 και στη νομολογία που αναφέρθηκε πιο πάνω. Πριν αφήσω την απόφαση μου ν' αναφέρω ότι η μη ειδική αναφορά σε κάθε λόγο ένστασης δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση παράλειψη εξέτασης του. Το Δικαστήριο αναφέρω πως εξέτασε όλους τους λόγους ένστασης, πλην όμως δεν έχει εντοπιστεί βάσιμο λόγος για απόρριψη της αίτησης. Σημειώνεται δε εδώ ότι οι αναφερόμενοι βεβαίως ως λόγοι ένστασης αρ.20 και 21 στις δύο ενστάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοιοι. Ο λόγος ένστασης αρ.20 αναφέρει ότι άνευ βλάβης ο ενάγοντας συναινεί στην καταβολή ολόκληρου του ποσού του εξ' αποφάσεως χρέους πλέον τόκους με τραπεζική εγγύηση στο λογιστήριο του Δικαστηρίου Λάρνακας, ενώ ο λόγος ένστασης αρ.21 αναφέρεται στην ανάληψη υποχρέωσης του δικηγόρου του ενάγοντα να επιστρέψει το ποσό των δικηγορικών εξόδων που επιδικάστηκε σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Εν πάση περιπτώσει τόσο για το θέμα των όρων όσο και για το θέμα της καταβολής των δικηγορικών εξόδων έχει γίνει αναφορά ανωτέρω. Κατάληξη Συνεπώς οι δύο αιτήσεις εγκρίνονται και εκδίδονται διατάγματα ως η θεραπεία Α της αίτησης ημερ. 28/09/18 των εναγόμενων 1 και ως θεραπεία 1 της αίτησης ημερ.07/11/18 του εναγόμενου 2, υπό τον όρο ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 θα καταθέσουν αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, εντός 60 ημερών από σήμερα, το σύνολο του οφειλόμενου εξ' αποφάσεως χρέους, εξαιρουμένων των δικηγορικών εξόδων, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (κατά τον τρόπο που ο Πρωτοκολλητής θα υποδείξει) ή σε τραπεζικό λογαριασμό της Δημοκρατίας που θα υποδείξει ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου για το σκοπό αυτό. Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τον πιο πάνω όρο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τα διατάγματα αυτόματα θα ακυρωθούν. Τα έξοδα της αίτησης ημερ. 28/09/18 επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα της αίτησης ημερ. 07/11/18 επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου 2 και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο