Σεργίου ν. Κονναρή, Αρ. Αγωγής: 1101/2020, 4/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A98 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1101/2020 ΜΕΤΑΞΥ: .... Σεργίου Ενάγουσας -και- ...... Κονναρή Εναγόμενου ---------------------------------------------------------------- Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 08/07/20 - Προσωρινό διάταγμα ημερ. 09/07/20 Ημερομηνία: 04 Νοεμβρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια : κα Ε. Κωνσταντίνου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ. Για τους Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση : κ. Η. Χρίστου για κ.Κλεόπα Στυλιανού. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά Η ενάγουσα - αιτήτρια (στο εξής η ενάγουσα) με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε στις 08/07/20 αξιώνει εναντίον του εναγόμενου - καθ'ου η αίτηση (στο εξής ο εναγόμενος) αποζημιώσεις για ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία επίθεσης του εναγόμενου σε βάρος της, τιμωρητικές και ή επαυξημένες αποζημιώσεις συνεπεία βάναυσης και ή απάνθρωπης επίθεσης και γενικές αποζημιώσεις για καταπιεστική συμπεριφορά εναντίον της και ή συνεχείς επιθέσεις και ή προπηλακισμούς και ή συνεχή και συστηματική παρενόχληση της κατά ή περί τον Ιούνιο του 2020 μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής. Επίσης ζητείται διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο να την παρενοχλεί, τόκοι και έξοδα. Στις 08/07/20 καταχωρίστηκε επίσης η επίδικη μονομερής αίτηση και το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) στις 09/07/20 εξέδωσε το αιτούμενο υπό Α προσωρινό διάταγμα, κάνοντας μια προσθήκη. Παρεμβάλλω ότι δεν έγινε αναφορά στο πρακτικό ως προς την τύχη του αιτητικού Β, όμως εξ' όσων γίνεται αντιληπτό επειδή αφενός αυτό ζητείτο διαζευκτικά και περαιτέρω η προσθήκη του Δικαστηρίου πιο πάνω κάλυπτε θα μπορούσε να λεχθεί και το θέμα του αιτητικού Β, το συγκεκριμένο αιτητικό προκύπτει ότι εγκαταλείφθηκε. Τούτο υποστηρίζεται θεωρώ και από όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας, ο οποίος ζητά στο τέλος όπως το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιηθεί αλλά όχι έκδοση του διατάγματος υπό Β. Ο εναγόμενος δε κατόπιν επίδοσης σε αυτόν της αγωγής, της μονομερούς αίτησης και του διατάγματος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου και ζήτησε χρόνο να καταχωρήσει ένσταση, κάτι που έπραξε στις 07/09/20. Η Επίδικη Αίτηση Με το αιτητικό Α η ενάγουσα ζητούσε: « Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο να παρενοχλεί την ενάγουσα είτε με πράξεις είτε με λόγια και ή να απειλεί την ενάγουσα και ή να εισέρχεται εντός της οικίας της ενάγουσας και ή να παρεμποδίζεται ο καθ'ου η αίτηση από το να πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 20 μέτρων την ενάγουσα, μέχρι πλήρους αποπερατώσεως της παρούσας αγωγής και ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. » Η προσθήκη δε που έκανε το Δικαστήριο εκδίδοντας το εν λόγω διάταγμα, μετά τη λέξη «Δικαστηρίου» στην τελευταία γραμμή, ήταν «..νοουμένου ότι η ενάγουσα -Αιτήτρια θα προβαίνει στις απαραίτητες διευθετήσεις ώστε ο εναγόμενος - καθ'ου η αίτηση να μπορεί, παρά την ανωτέρω απαγόρευση, να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του, XXXXX, όπως αυτό έχει ρυθμιστεί ή εκάστοτε ρυθμίζεται από το Οικογενειακό Δικαστήριο.». Η αίτηση βασίζεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 7, 8, 9, 11 παρ.1, 15, 16 και 35, στην Ευρωπαική Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-3, 8
(3)και 9, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρο 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρο 32, στις Αρχές της Επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) της Ενάγουσας, η οποία κατ' αρχήν αναφέρει ότι ο εναγόμενος είναι ο πρώην σύζυγος της (ο γάμος λύθηκε στις 27/06/2018 κατόπιν σχετικής απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αίτηση διαζυγίου 232/2016) και από τον γάμο τους απόκτησαν ένα τέκνο, την XXXXX Κονναρή, γεννηθείσα στις 04/08/
- Στη συνέχεια αναφέρει ότι ο εναγόμενος πολλές φορές στο παρελθόν έχει εκδηλώσει πρόθεση βίαιης συμπεριφοράς λόγω του χαρακτήρα του και δημιούργησε εντάσεις και προβλήματα παρουσία της ανήλικης, με αποτέλεσμα η μικρή να τρομοκρατείται. Αναφέρεται δε συγκεκριμένο περιστατικό στις 24/06/20, παρουσία γειτόνισσας. Ακολούθως, για τις 28/06/20, οπότε σύμφωνα με την ενάγουσα συνέβη το περιστατικό που ενδιαφέρει κυρίως για σκοπούς της παρούσας (βλ. και την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας), αναφέρει στις παραγράφους 8 και 9 τα εξής: "
- Στις 28/06/2020 ο καθ' ου η αίτηση ήρθε στην οικία μου επικαλούμενος την πρόθεσή του να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με την ανήλικη θυγατέρα μας. Εγώ τους άφησα μόνους στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου διαμένω, όπως γίνεται κάθε φορά το τελευταίο διάστημα, όπως έχω εξηγήσει πιο πάνω. Σε μία στιγμή άκουσα τον καθ' ου η αίτηση να φωνάζει «πότε θα πάρω το μωρό στην μάμα μου» και εγώ του απάντησα ότι δεν μπορεί ακόμη και άρχισε να με απειλεί ότι θα πάρει με το ζόρι την XXXXX, θα την πάρει στην μητέρα του και ότι δεν θα την ξαναδώ. Όλα αυτά έγιναν μπροστά στην XXXXX, η οποία φώναζε ότι δεν ήθελε να πάει μαζί του και ήταν πολύ στεναχωρημένη. Να σημειωθεί ότι ο καθ' ου η αίτηση είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας και το άφησε με ανοιχτή τη μηχανή. Αφού του είπα να φύγει άρχισε να φωνάζει πιο δυνατά και να με χαρακτηρίζει με χυδαίο τρόπο βρίζοντας με «ηλίθια» «καθυστερημένη» μπροστά στο παιδί. Αυτός άρχισε να τραβά την XXXXX μια από το χέρι και μια από το πόδι για να την πάρει μαζί του. Έχω στην διάθεσή μου και δύναμαι να καταθέσω ως Τεκμήριο, φωτογραφίες της ανήλικης όπου φαίνονται οι μώλωπες και οι τραυματισμοί της. Η XXXXX του έλεγε να την αφήσει και έκλαιγε αλλά αυτός συνέχιζε να την τραβά. Φοβήθηκα πάρα πολύ και εγώ προσπαθούσα να την ηρεμήσω και του ζήτησα να φύγει. Προσπάθησα να προστατεύσω την XXXX και τότε ο καθ' ου η αίτηση μου επιτέθηκε και με χτύπησε στην κοιλιακή χώρα με τις γροθιές του. Άρχισα να φωνάζω βοήθεια και μας άκουσε ο γείτονας μου κος. XXXXX Mohsen, ο οποίος ήρθε εκεί και άρχισε να φωνάζει στον καθ' ου η αίτηση στα αγγλικά «τι κάνεις της XXXXX, κτύπα με εμένα», « I see you with my eyes what you do». Αμέσως ήρθαν και η σύζυγός του και ο υιός του μας έβαλαν στο σπίτι τους και κάλεσαν την Αστυνομία και το ασθενοφόρο. Ο γείτονας μου βγήκε έξω για να βρει τον καθ' ου η αίτηση αλλά αυτός είχε ήδη εξαφανιστεί. Μετά από λίγο ήρθε η Αστυνομία και το ασθενοφόρο το οποίο με μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου και νοσηλεύθηκα μέχρι τις 30/6/
- Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 8 το εξιτήριο που έλαβα.
- Τα κτυπήματα που δέχτηκα, τελικώς αποδείχθηκαν πολύ πιο σοβαρά απ' ότι αρχικώς είχε διαγνωσθεί. Παρέμεινα κλινήρης στο Νοσοκομείο για δύο νύχτες με έντονους πόνους στη κοιλιά. Οι προκαταρκτικές εξετάσεις είχαν δείξει ότι το κυοφορούμενο έμβρυο εξακολουθούσε να ζει, πλην όμως, μετά την έξοδό μου και επειδή οι πόνοι συνέχιζαν αφόρητοι και με συνοδευόμενη αιμορραγία, επισκέφθηκα τον γυναικολόγο Δρ. XXXXX Ζαρκάδα ο οποίος στις 3.7.2020 διέγνωσε ότι το έμβρυο δεν έδινε σημεία ζωής. Όπως μου εξήγησε, γι' αυτό συνέχισαν οι πόνοι λόγω αυτής της θλιβερής εξέλιξης. Ως αποτέλεσμα αυτής, στις 4.7.2020 προχώρησα στην απόξεση προκειμένου να μην υποστώ σηψαιμία και να σταματήσει η αιμορραγία. " Η Ένσταση Οι εναγόμενοι με την ένσταση τους προβάλλουν 17 λόγους ένστασης. Είναι πιο συγκεκριμένα οι ακόλουθοι:
- Το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Η αίτηση είναι ουσία και/ή νόμω αβάσιμη και/ή καταχρηστική ή/και η νομική βάση αυτής είναι ελλιπής.
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ημερ. 08/07/2020 περιέχει σωρεία αντιφατικών και ανυπόστατων δηλώσεων/ισχυρισμών.
- Καμία εξαιρετική περίσταση δεν έχει καταδειχθεί από την Αιτήτρια.
- Η Αιτήτρια οδήγησε το Δικαστήριο στην έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος παρουσιάζοντας ψευδή ή/και αναληθή περιστατικά και/ή παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα στην Ένορκο Δήλωση που συνόδευσε την αίτηση της.
- Με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν έχει τεθεί απολύτως καμία μαρτυρία και/ή απαραίτητη μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση και συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος.
- Τα αιτούμενα διατάγματα είναι καταπιεστικά και/ή άκρως περιοριστικά και/ή δραστικά.
- Η Ενάγουσα/Αιτήτρια κωλύεται λόγω της συμπεριφοράς της και/ή αμέλειας της και/ή καθυστέρησης της να ζητεί και/ή να δικαιούται τις θεραπείες που ζητεί.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60και/ή νομολογία για έκδοση των αιτούμενων προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων και/ή προστακτικών διαταγμάτων.
- Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, ώστε να επιτρέπεται η έκδοση και/ή διατήρηση σε ισχύ των προσωρινών διαταγμάτων σ' αυτή την περίπτωση.
- Δεν αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις θεραπείες που εξαιτείται η Ενάγουσα/Αιτήτρια.
- Δεν έχει τεθεί μαρτυρία και/ή ικανοποιητική μαρτυρία που να δεικνύει ότι θα είναι δύσκολο και ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη του κατεπείγοντος.
- Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο με ψευδή και/ή λανθασμένα στοιχεία και/ή με την απόκρυψη ουσιώδων γεγονότων.
- Στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας το σεβαστό Δικαστήριο πρέπει να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα.
- Η Αιτήτρια καθυστέρησε να διεκδικήσει/αιτηθεί τις κατ' αίτηση θεραπείες/διατάγματα με τρόπο και/ή σε βαθμό που να κωλύεται και/ή εμποδίζεται και/ή αποκλείεται από του να δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η Αιτήτρια προβαίνει μέσω της ένορκης δήλωσης της χωρίς «καθαρά χέρια» αλλά προσπαθόντας να παραπλανήσει το Δικαστήριο επικαλούμενη ψευδείς ισχυρισμούς, ελλιπείς και αποκρύπτοντας τα πραγματικά γεγονότα. Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1 - 5, 7, 8, 9, 11 και 12, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 29, 30, 31 και 32, στο Σύνταγμα, στις αρχές επί των απαγορευτικών διαταγμάτων, στην Νομολογία, στις αρχές του κοινού δικαίου, του διεθνές δικαίου, στην αρχή της επιείκειας και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του Εναγόμενου. Νιώθω την ανάγκη να πω εδώ, πριν προχωρήσω περαιτέρω, ότι η νομική ανάλυση των προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού διατάγματος, με παραπομπή σε νομολογία, που περιλαμβάνεται στην ΕΔ, είναι, με κάθε σεβασμό λέω, ανεπίτρεπτη. Σε μια ένορκη δήλωση το Δικαστήριο αναμένει να δει γεγονότα που ενδιαφέρουν για να αποφασιστεί το επίδικο θέμα και τούτη η μορφή ένορκης δήλωσης, δίκην αγόρευσης, κατά την κρίση μου τίποτε ουσιαστικό δεν προσφέρει. Λέγοντας αυτά σημειώνω πως ο εναγόμενος δέχεται ότι με την ενάγουσα είναι πρώην σύζυγοι και πως μαζί απέκτησαν την ρηθείσα θυγατέρα. Από εκεί και πέρα παραθέτει σε έκταση το ιστορικό ή και γεγονότα πριν το ισχυριζόμενο περιστατικό της 28ης/06/20, ενώ για το συγκεκριμένο περιστατικό (προφανώς εκ λάθους αναφέρεται σε «γεγονότα ημερ.26/06/20») αναφέρει στις παραγράφους 53-57 τα εξής: "
- Αναφορικά με τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια στις παραγράφους 8 εώς 12 της ένορκης της δήλωσης στις οποίες αναφέρεται σε ξυλοδαρμό από εμένα προς την ίδια αλλά και προς την ανήλικη θυγατέρα μου, είναι η θέση μου ότι πρόκειται για ψευδής ισχυρισμούς και αρρωστημένα κόλπα της Αιτήτριας για να μου προκαλέσει κακό, ως συνηθίζει αλλά και λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια, στα οποία έχω αναφερθεί αναλυτικά και πιο πάνω.
- Συγκεκριμένα, κατά την ημέρα εκείνη, ήτοι την 26/06/2020 και παρά το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν μου επιτρέπει να έχω επικοινωνία με την ανήλικη και δεν συμμορφώνεται με το εκδοθέν διάταγμα, μετέβηκα στην οικία όπου διαμένει η Αιτήτρια με την ανήλικη θυγατέρα μου με σκοπό να δω την ανήλικη έστω και για λίγο και εάν μου επέτρεπε η Καθ'ης η Αίτηση να ασκήσω το δικαίωμα να επικοινωνίας ως το διάταγμα. Ως συνήθως, εγώ βρισκόμουν έξω από την οικία της Αιτήτριας από την απέναντι πλευρά και η Αιτήτρια με την ανήλικη βρισκόντουσαν έξω στην πόρτα. Ανάφερα στην Αιτήτρια ότι ήρθα στην οικία της να δω την ανήλικη και για να ασκήσω το δικαίωμα επικοινωνίας μου με την θυγατέρα μου ως ορίζει το διάταγμα και ως εκ τούτου επιθυμώ όπως παραλάβω την ανήλικη και μεταβούμε μαζί στην οικία μου για να δει και τους παππούδες της, οι οποίοι την υπεραγαπούν και το ίδιο και η ανήλικη αυτούς.
- Στην συνέχεια, η Αιτήτρια μου ανέφερε ότι δεν πρόκειται να παραλάβω την ανήλικη και να την πάρω μαζί μου καθώς δεν το επιτρέπει η ίδια. Εγώ της ανέφερα ότι έχω κάθε δικαίωμα και ότι δεν μπορεί να με εμποδίσει με κανένα τρόπο. Όταν αντιλήφθηκα ότι η Αιτήτρια αρνείτο κατηγορηματικά να μου παραδώσει την ανήλικη θυγατέρα μου, προχώρησα εγώ ο ίδιος προς την οικία της για να πάρω την ανήλικη. Τότε η Αιτήτρια άρχισε να φωνάζει και να με εμποδίζει από το να παραλάβω την ανήλικη. Εγώ μόλις αντιλήφθηκα ότι η ανήλικη θυγατέρα μου δεν ένιωθε καλά με την όλη κατάσταση και την αρνητική στάση της Αιτήτριας προς το πρόσωπο μου, αποφάσισα να φύγω από οικία της Αιτήτριας έτσι ώστε να μην προκαλέσω περισσότερο κακό στην θυγατέρα μου. Εν τω μεταξύ, όπως κάθε φορά, η ανήλικη θυγατέρα μου δεν μου μίλησε καθόλου καθώς φοβάται την Αιτήτρια και πράττει όπως της ορίζει η ίδια.
- Μετέπειτα των πιο πάνω, αμέσως επικοινώνησα με την Αστυνομία και κατήγγειλα το γεγονός και συγκεκριμένα την άρνηση της Αιτήτριας για την συμμόρφωση της με το διάταγμα επικοινωνίας μου με την ανήλικη.
- Σε καμία περίπτωση δεν επιτέθηκα στην Αιτήτρια, ουδέποτε την έβρισα αλλά ούτε και την χτύπησα ως ισχυρίζεται. Περαιτέρω, σε καμία περίπτωση δεν τράβηξα την ανήλικη θυγατέρα μου από το χέρι και από το πόδι για να την πάρω με το ζόρι μαζί μου. Τα όσα αναφέρει η Αιτήτρια είναι παντελώς ανυπόστατα καθώς πρόκειται για αναληθείς ισχυρισμούς εις βάρος μου, με σκοπό να επιφέρει για ακόμη μια φορά την προσοχή προς το μέρος της, προβάλλοντας ψευδείς κατηγορίες για το πρόσωπο μου, οι οποίες είναι μάλιστα και πολύ σοβαρές. Παρά το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν μου επιτρέπει την επικοινωνία με την θυγατέρα μου, ουδέποτε σκέφτηκα αλλά ούτε και έπραξα με άσχημο και βίαο τρόπο προς την ίδια και κυρίως προς την ανήλικη θυγατέρα μου, την οποία υπεραγαπώ και επιθυμώ απλά να ασκώ το δικαίωμα που μου επιτρέπει ο Νόμος για επικοινωνία μαζί της. '' Οι Εισηγήσεις των Δικηγόρων Οι συνήγοροι των διαδίκων μέσω γραπτών αγορεύσεων παρουσίασαν στο δικαστήριο την επιχειρηματολογία τους και αναφέρθηκαν εκτενώς και στην νομολογία επί του θέματος. Το Δικαστήριο έχει σημειώνω μελετήσει πολύ προσεκτικά τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων, δεν κρίνεται όμως σκόπιμο να επαναληφθούν εδώ όσα αναφέρουν. Θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εάν τούτο κριθεί αναγκαίο. Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 * του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). * 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos πιο πάνω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos πιο πάνω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 AΑΔ 1799). Αξιολόγηση Όσον αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 διαπιστώνω τα ακόλουθα: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση Η Ενάγουσα έχει καταδείξει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καλή αιτία αγωγής. Διεκδικεί αποζημιώσεις καθώς επίσης την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος στη βάση του αστικού αδικήματος της επίθεσης. Στο στάδιο αυτό αρκεί μόνο να καταδειχθεί ότι υφίσταται καλή αιτία αγωγής. Κρίνω επομένως ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και χωρίς σε καμία περίπτωση να αποφασίζω επί αντικρουόμενων ισχυρισμών ή να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας (πλην μόνον στον βαθμό που απαιτείται για να αποφασιστεί η παρούσα) ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε τελικού συμπεράσματος, κρίνω ότι η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Εξηγώ.
- Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έχει φωτογραφίες της ανήλικης όπου φαίνονται μώλωπες και τραυματισμοί. Γιατί όμως δεν τις έχει παρουσιάσει για να πείσει για τους ισχυρισμούς της; Καμία δικαιολογία δεν έχει δώσει για τούτο και η αναφορά απλά ότι δύναται να τις καταθέσει δεν σημαίνει απολύτως τίποτε, ενώ αντίθετα, έχοντας υπόψη και την άρνηση του εναγόμενου ότι τράβηξε καθ' οιονδήποτε τρόπο το παιδί, θεωρώ πως αφήνει τους ισχυρισμούς της μετέωρους και έκθετους σε απόρριψη. Τονίζεται όμως εδώ πως δεν έχει δώσει ούτε κάποια δικαιολογία, εφόσον έτσι είχαν τα πράγματα, γιατί η ανήλικη δεν εξετάστηκε από γιατρό.
- Αναφέρει την παρουσία τρίτων προσώπων. Γιατί δεν παρουσίασε δηλώσεις τους ή καλύτερα ένορκες δηλώσεις τους για όσα είδαν και άκουσαν καθώς επίσης για τις συνθήκες μεταφοράς της στο νοσοκομείο, όπως έκανε για παράδειγμα με το τεκμ.7; Ας σημειωθεί ότι δεν αναφέρει πουθενά ότι τους ζήτησε να το κάνουν και αρνήθηκαν.
- Αναφέρει ότι στις 07/07/20 η ανήλικη έδωσε κατάθεση. Τι έγινε; Η ανήλικη επιβεβαίωσε ή μήπως όχι τους ισχυρισμούς της;
- Γιατί επιλεκτικά παρουσίασε ένα εξιτήριο του Νοσοκομείου (που ας σημειωθεί κατατέθηκε υπό μορφή αντιγράφου κακής ποιότητας), από το οποίο ότι συνάγεται ουσιαστικά είναι πως η ίδια ανέφερε ξυλοδαρμό και γρονθοκόπηση κοιλιάς, και δεν παρουσίασε πιστοποιητικό του θεράποντος ιατρού για τις διαπιστώσεις του και πιστοποιητικό του Δρ. Ζαρκάδα για την πολύ σοβαρή εξέλιξη που ισχυρίζεται και το λόγο που την προκάλεσε, αν έτσι έχουν τα πράγματα;
- H αναφορά της ενάγουσας ότι πολλές φορές στο παρελθόν ο εναγόμενος εκδήλωσε πρόθεση βίαιης συμπεριφοράς και δημιούργησε εντάσεις και προβλήματα κρίνεται γενική και αόριστη και σίγουρα μέσω του τεκμ.7 δεν αποδεικνύει οτιδήποτε.
- Η ισχυριζόμενη συμπεριφορά του εναγόμενου έναντι της ανήλικης δεν συνάδει με το περιεχόμενο της ομολογουμένως εμπεριστατωμένης έκθεσης του γραφείου ευημερίας ημερ.13/09/18, τεκ.Ι στην ΕΔ του εναγόμενου, η οποία σημειώνεται καταλήγει ότι το συμφέρον του παιδιού υπαγορεύει όπως η φύλαξη και φροντίδα του παιδιού ανατεθεί στον εναγόμενο. Στην ίδια έκθεση ας σημειωθεί αναφέρονται και τα εξής: " Συμπερασματικά, διαπιστώνεται ότι η ανήλικη έχει βιώσει δύσκολες στιγμές μετά το χωρισμό των γονέων της εφόσον δεν κατάφεραν να διατηρήσουν τυπική σχέση για τα ζητήματα που αφορούν το παιδί τους. Η χρόνια συγκρουσιακή τους σχέση και οι συνεχιζόμενες καταγγελίες από μέρους της μητέρας εναντίον του πατέρα σε υπηρεσίες όπως αστυνομία και ΥΚΕ έχουν δημιουργήσει σοβαρές δυσκολίες στη σχέση τους ως γονείς και η πρόγνωση για να εξομαλυνθούν οι μεταξύ τους σχέση ως γονείς είναι φτωχή. Το ίδιο το παιδί έχει περάσει σοβαρή ταλαιπωρία με εξετάσεις ιατροδικαστή για την καταγγελία της σεξουαλικής κακοποίησης, δύο φορές αξιολόγησης από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων, 21 μήνες επιβλεπόμενης επικοινωνίας με τον πατέρα της στα γραφεία των ΥΚΕ και περιορισμό στο χρόνο με τον πατέρα της σε μόνο 1 ώρα και 30 λεπτά την εβδομάδα. Βίωσε έντονη την αντιπαράθεση των γονέων της στο χώρο του σχολείου της όπου η μητέρα της δημιουργούσε επεισόδια στο σχολείο όταν ο πατέρας προσπαθούσε είτε να ενημερωθεί για την πρόοδο της κόρης του είτε όταν επιθυμούσε να συμμετέχει σε εκδηλώσεις του σχολείου του παιδιού του. Η σοβαρή αντιπαλότητα κι εκδικητικότητα που υπάρχει στη σχέση μεταξύ των γονέων διαπιστώνεται ότι πηγάζει από την έντονη ανάγκη της μητέρας να κυριεύσει την ανήλικη ως μητέρα και να ακυρώσει το ρόλο του πατέρα. Από πλευράς του πατέρα, υπάρχει η δέουσα συνεργασία με τις ΥΚΕ και αποδέχεται τη συμβουλευτική καθοδήγηση σε θέματα θετικής άσκησης του γονικού του ρόλου. Από πλευράς της μητέρας, μέχρι σήμερα διαπιστώνονται σοβαρές δυσκολίες να ανταποκριθεί θετικά στη συνεργασία με τις ΥΚΕ όπως και σοβαρές δυσκολίες άσκησης του γονικού ρόλου. Η μητέρα εκθέτει κατ' επανάληψη με τις ενέργειες της το παιδί σε δυσάρεστες και τραυματικές καταστάσεις με σκοπό την επίτευξη του στόχου της για την αποξένωση της ανήλικης από τον πατέρα και την ευρύτερη πατρική οικογένεια χωρίς να μπορεί να αντιληφθεί το μέγεθος της βλάβης που προκαλεί στο παιδί της. " Έχοντας αυτά υπόψη και όσα αναφέρθηκαν στα προηγούμενα σημεία ανωτέρω, μαζί και η επιλεκτική παρουσίαση στοιχείων από την ενάγουσα, που σαφώς δημιουργούν κενά στην όλη εκδοχή της ενάγουσας, όσα αναφέρονται από τον εναγόμενο για τις σοβαρές καταγγελίες του παρελθόντος εναντίον του που έπεσαν στο κενό κατόπιν διερεύνησης τους, τη συμπεριφορά της ενάγουσας και τα προσκόμματα που θέτει συνεχώς η ενάγουσα στην ομαλή επικοινωνία του με το παιδί, τα οποία όχι μόνον δεν αμφισβητήθηκαν αλλά και επιβεβαιώνονται από την έκθεση του γραφείου ευημερίας πιο πάνω, και την γενικότερη εικόνα που έχω αποκομίσει από όσα τέθηκαν ενώπιον μου και παρέμειναν αναντίλεκτα, αναφέρεται πως το Δικαστήριο, χωρίς επαναλαμβάνεται να υπεισέρχεται σε εις βάθος αξιολόγηση της μαρτυρίας και των εκατέρων ισχυρισμών ή να καταλήγει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα, έχει αμφιβολίες ως προς τη βασιμότητα των όσων αναφέρει η ενάγουσα, ενώ το ενδεχόμενο η παρούσα να εντάσσεται στα πλαίσια της ίδιας προσπάθειας της ενάγουσας να δημιουργήσει πρόβλημα στον εναγόμενο, υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Γι' αυτό και αποτελεί κατάληξη μου πως δεν έχουν τεθεί γεγονότα τέτοια ενώπιον του Δικαστηρίου ή και επαρκής και πλήρης μαρτυρία που να οδηγούν σε ορατή πιθανότητα επιτυχίας στον απαιτούμενο βαθμό (για τη συγκεκριμένη προϋπόθεση βλ. και το σύγγραμμα «Τα Διατάγματα» των κ.κ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, σελ. 125-131). Όπως γίνεται αντιληπτό η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει και την τύχη της παρούσας αίτησης. Πολύ επιγραμματικά μόνον θα πω, εν σχέση με την τρίτη προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς, πως σε κάθε περίπτωση ούτε η συγκεκριμένη προυπόθεση θεωρώ πως πληρούται. Δεν έχει καταδειχθεί ούτως ή άλλως επανειλημμένη συμπεριφορά από τον εναγόμενο, ούτε έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που υποστηρίζουν τη θέση της ενάγουσας περί συμπεριφοράς που επιδεινώνεται ή υπαρκτού κινδύνου για την ίδια και το παιδί τους. Άρα, δεν θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί βάσιμα ότι υπάρχει πιθανότητα η ενάγουσα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ως η ίδια ισχυρίζεται, αφού για το μεμονωμένο περιστατικό που ισχυρίζεται θα μπορούσε να εξασφαλίσει χρηματική αποζημίωση. Υπό τις περιστάσεις περιττεύει η εξέταση του κριτηρίου για το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας (Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980), ή άλλων θεμάτων. Κατάληξη Η επίδικη αίτηση ημερ.08/07/20 απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερ.09/07/20 ακυρώνεται. Τα έξοδα θα είναι προς όφελος του Εναγόμενου-καθ'ου η αίτηση και σε βάρος της Ενάγουσας-αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο