ΜΟΥΖΟΥΡΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1207/2020, 2/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A101 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1207/2020 ΜΕΤΑΞΥ: .... ΜΟΥΖΟΥΡΟΥ Ενάγουσας -και- ..... ΑΝΤΩΝΙΟΥ Εναγόμενου ---------------------------------------------------------------- Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 22/07/20 Ημερομηνία: 02 Δεκεμβρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια : κα Μ. Χατζήκωνσταντή για Γιώργος Φ. Πιττάτζης ΔΕΠΕ. Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση : κ. Β. Θεοδώρου για Θεοδώρου Β. & Θεοδώρου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά Η ενάγουσα - αιτήτρια (στο εξής η ενάγουσα) με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε στις 22/07/20 αξιώνει εναντίον του εναγόμενου - καθ'ου η αίτηση (στο εξής ο εναγόμενος) : (Α) διάταγμα ή και δήλωση ότι η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακος ημερ. 05/08/16 δεν μπορεί να εφαρμοστεί εξ' υπαιτιότητας του εναγόμενου ή και έπαυσε να έχει ισχύ ή και ότι η ενάγουσα δεν δεσμεύεται από αυτήν, (Β) διάταγμα που να διατάσσει τον εναγόμενο να εγκαταλείψει την οικία στην οδό XXXXX αρ.8 στο Ξυλοφάγου και αντίστοιχα (Γ) δήλωση που να αναγνωρίζει στην ίδια δικαίωμα να εξακολουθήσει να διαμένει στην εν λόγω κατοικία, (Δ) δήλωση ότι η συμφωνία επί Δικαστηρίω ημερ.04/08/16 έχει καταστεί ανεφάρμοστη εξ' υπαιτιότητας του εναγόμενου ή και δεν έχει ισχύ ή και έχει τερματιστεί εξ' υπαιτιότητας του εναγόμενου, (Ε) απόφαση για ποσό €350.- μηνιαίως για ενοίκιο από 01/07/17 μέχρι παράδοσης κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας, (Ζ) απόφαση για €100.- μηνιαίως, που έπρεπε να καταβληθεί στην ενάγουσα για λογαριασμούς κοινής ωφελείας, από 01/07/17 μέχρι παράδοσης κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας, (Η) γενικές αποζημιώσεις και (Θ) έξοδα. Στις 22/07/20 καταχωρίστηκε επίσης η επίδικη μονομερής αίτηση και το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) αφού θεώρησε ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς, κατόπιν σχετικού αιτήματος, έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης. Ο εναγόμενος δε κατόπιν επίδοσης σε αυτόν της αγωγής και της αίτησης καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου και ζήτησε χρόνο να καταχωρήσει ένσταση, κάτι που έπραξε στις 07/09/
- Η Επίδικη Αίτηση Με τα αιτητικά Α και Β η ενάγουσα ζητεί: « Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τον Καθ'ου η Αίτηση όπως εγκαταλείψει την κατοικία που ανεγέρθη στο τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ 0/2-278372, αρ. εγγρ. 0/XXXXX οδός XXXXX αρ.8 στο Ξυλοφάγου, εντός 3 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος. Β. Διάταγμα αναστέλλον την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακος στην Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών με αρ.XXXXX/2016 μέχρι την πλήρη αποπεράτωση και έκδοση απόφασης στην ανωτέρω αγωγή. » Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.17 και Δ.48 Θ.1, 2 και 8, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4-9, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 25, 32 και
- Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) της Ενάγουσας, η οποία στην ουσία ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος, στα πλαίσια της διευθέτησης των περιουσιακών τους διαφορών με την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου τεκμ.2 και την συμφωνία επί Δικαστηρίω τεκμ.3, ενώ είχε υποχρέωση να προβεί στην εξόφληση συγκεκριμένων δανείων προκειμένου να διαφυλαχτεί η περιουσία που είχαν αποκτήσει οι εταιρείες που είχαν εγγράψει κατά τη διάρκεια του γάμου τους και να απαλλαχτεί και η ίδια από εγγυήτρια των χρεών, παρέλειψε να το πράξει. Εν πάση περιπτώσει είναι θέση της ενάγουσας ότι ανέμενε από τον εναγόμενο να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου και να τηρήσει και η ίδια τα συμφωνηθέντα αλλά παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της παρέλειψε να το πράξει. Γι' αυτό του ανέφερε ότι δεν δεσμεύεται από την απόφαση και δεν θα εγκαταλείψει την οικία τον Μάιο του 2019 (ως προνοούσε η ρηθείσα δικαστική απόφαση). Επίσης του δήλωσε ότι αφού αυτός δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα δεν είναι δίκαιο να προβεί ούτε η ίδια αυτά που είχε υποσχεθεί. Περιγράφει δε την κατάσταση που επικρατεί στο σπίτι και ισχυρίζεται εκφοβισμούς σε βάρος της, απειλές, κλοπές των επίπλων της και φόβο για τη ζωή της, αναφέροντας ότι ο εναγόμενος είναι επικίνδυνο άτομο. Περαιτέρω αναφέρει ότι ζει καθημερινά σε κατάσταση πανικού και τρόμου και ζητά την προστασία του Δικαστηρίου. Είναι δε περαιτέρω η θέση της ότι η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου πρέπει να ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της αγωγής της προκειμένου να παραμείνει η κατάσταση ως έχει και να μην καταστεί η παρούσα αγωγή άνευ αντικειμένου. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για αναστολή η ζημιά που θα υποστεί σε αντίθεση με τον Εναγόμενο θα είναι ανεπανόρθωτη. Η Ένσταση Οι εναγόμενοι με την ένσταση τους προβάλλουν 6 λόγους ένστασης. Είναι πιο συγκεκριμένα οι ακόλουθοι: 1) Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της παρούσας αίτησης. 2) Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. 3) Η αίτηση δεν πληροί τις αναγκαίες εκ του νόμου προϋποθέσεις και/ή είναι αντίθετη με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και με τις συνταγματικές αρχές. 4) Το αίτημα της αιτήτριας είναι καταχρηστικό και παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ιδιοκτησίας του καθ' ου η αίτηση. 5) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία δια να ευδοκιμήση η αίτηση της ενάγουσας. 6) Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας - αιτήτριας είναι ψευδείς και/ή παραπλανητικοί και η ενάγουσα δεν ήρθε εις το Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Θ.1-10, Δ.48 Θ. 1 - 9, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο άρθρα 43 και 46, στην Ευρωπαική Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εις το Σύνταγμα και στη Νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και γενικές αρχές του του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε, ως αναφέρεται και στο σώμα αυτής, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του Εναγόμενου. Όμως στην πραγματικότητα στηρίζεται από δύο επιπλέον ένορκες δηλώσεις που επισυνάπτονται ως τεκμήρια 10 και 11 στην ΕΔ του εναγόμενου (του XXXXX Αντωνίου και του XXXXX Αντωνίου αντίστοιχα, που είναι υιοί των διαδίκων). Λέγοντας αυτά σημειώνω πως ο εναγόμενος απαντά στους ισχυρισμούς της ενάγουσας και δίνει τη δική του εκδοχή για τα πράγματα. Εξηγεί δε, δίνοντας λεπτομέρειες και επισυνάπτοντας τεκμήρια, ότι έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση του για εξόφληση των δανείων και ότι απλά παρέμεινε να εξοφληθεί ένα δάνειο για το λόγο που εξηγεί. Έχει καταβάλει συγκεκριμένα ποσό €1.200.000.- προς εξόφληση των δανείων και παρέμεινε μόνο να εξοφληθεί ένα ποσό €83.000.-, δηλ. έχει συμμορφωθεί σε ποσοστό πέραν του 95% με την απόφαση του Δικαστηρίου, σε αντίθεση με την ενάγουσα η οποία αρνείται να συμμορφωθεί. Επίσης αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας για τη συμπεριφορά του έναντι της και προβάλλει τη θέση ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της συμβίωσης και ιδιαίτερα μετά την 01/05/19 (οπότε με βάση την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου θα έπρεπε η ενάγουσα να εγκαταλείψει την συζυγική οικία), η ενάγουσα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να δημιουργήσει ένσταση και καυγάδες και εν συνεχεία να τον καταγγείλει ψευδώς στην Αστυνομία ότι την έβρισε και ή της επιτέθηκε. Παραπέμπει δε σχετικά στις ένορκες δηλώσεις των παιδιών τους τεκμ.10 και 11 στην ένορκη του δήλωση. Αναφέρει και άλλα. Δεν χρειάζεται να τα παραθέσω. Αποτελεί τέλος θέση του ότι αφενός η ενάγουσα προφασιζόμενη ότι δεν έχει εξοφληθεί το δάνειο της εταιρείας Ν & Κ XYLOPHAGOU COMPLEX LTD αρνείται να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου, ενώ περαιτέρω καταχρηστικά παραμένει εις την συζυγική κατοικία, καταχρηστικά αρνείται να μεταβιβάσει την κατοικία και τα άλλα ακίνητα που έχουν απαλλαγεί από τα δάνεια και τις υποθήκες, στερεί από τον υιό τους XXXXX Αντωνίου το Συνταγματικό του δικαίωμα της ιδιοκτησίας και από τον ίδιο το δικαίωμα της επικαρπίας επί της κατοικίας και των λοιπών ακινήτων. Οι Εισηγήσεις των Δικηγόρων Οι συνήγοροι των διαδίκων μέσω γραπτών αγορεύσεων παρουσίασαν στο δικαστήριο την επιχειρηματολογία τους. Το Δικαστήριο έχει σημειώνω μελετήσει πολύ προσεκτικά τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων, δεν κρίνεται όμως σκόπιμο να επαναληφθούν εδώ όσα αναφέρουν. Θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εάν τούτο κριθεί αναγκαίο. Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 * του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). * 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos πιο πάνω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos πιο πάνω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 AΑΔ 1799). Παραδεκτά γεγονότα Πριν προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, ν' αναφέρω εδώ ότι οι παράγραφοι 1-8 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας δηλώνονται ως παραδεκτές από μέρους του εναγόμενου (βλ. την παρ. 5 της δικής του ένορκης δήλωσης) και κατ' επέκταση τις παραθέτω αυτούσιες ως παραδεκτά γεγονότα: «
- Διαμένω στο Ξυλοφάγου και είμαι ηλικίας 49 ετών.
- Με τον Εναγόμενο ήμασταν σύζυγοι και από τον γάμο μας αποκτήσαμε τρία παιδιά ενήλικα σήμερα.
- Λόγω προβλημάτων στην έγγαμη μας σχέση οδηγηθήκαμε σε διάσταση. Παρά το ότι χωρίσαμε, διαμένουμε στο ίδιο σπίτι μαζί με τον Καθ' ου η Αίτηση και με τον ένα γιο μας τον XXXXX.
- Κατά ή περί την 7/12/2016 εκδόθηκε απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακος με την οποία λύετο ο γάμος μου με τον Εναγόμενο. Επισυνάπτω αντίγραφο του Διατάγματος ως Τεκμήριο
- Κατά ή περί τις 5/8/2016 με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου επιλύθηκαν οι περιουσιακές μας διαφορές. Επισυνάπτω αντίγραφο της απόφασης ως Τεκμήριο 2 και της συμφωνίας επί Δικαστηρίου σαν Τεκμήριο
- Η διευθέτηση των περιουσιακών μας διαφορών προέκυψε μετά από πολύμηνες διαβουλεύσεις καθότι κατά την διάρκεια του γάμου μας δημιουργήσαμε μεγάλη περιουσία αλλά και χρέη.
- Κατά την διάρκεια του γάμου μας είχαμε εγγράψει και 7 εταιρείες, τα ονόματα των οποίων είναι: (α) Ν&Κ Xylophagou Ltd (Αρ. Εγγραφής ΗΕ 144386) (β) The House on the Beach Ltd (Αρ. Εγγραφής ΗΕ 103459) (γ) Briyianta Ltd (Αρ. Εγγραφής ΗΕ 228664) (δ) Kahena Ltd (Αρ. Εγγραφής ΗΕ 231875) (ε) Suhella Ltd (Αρ. Εγγραφής ΗΕ 228605) (ζ) Hountina Ltd (Αρ. Εγγραφής ΗΕ 228758) (η) Equastoria Ltd (Αρ. Εγγραφής ΗΕ 205488)
- Επ' ονόματι των ανωτέρω εταιρειών αποκτήθηκε και ενεγράφη και ακίνητη περιουσία. » Αξιολόγηση Όσον αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 διαπιστώνω τα ακόλουθα: i. Η ενάγουσα κατ' αρχήν ισχυρίζεται ότι το διάταγμα αναστολής της απόφασης που ζητά εδράζεται στο αγώγιμο δικαίωμα για ακύρωση της δικαστικής απόφασης και της συμφωνίας διευθέτησης εξ' υπαιτιότητας του εναγόμενου (βλ. σελ.4-5 της γραπτής αγόρευσης της ενάγουσας). Οφείλω βέβαια να παρατηρήσω εδώ ότι η ενάγουσα με την αγωγή της δεν προβάλλει αξίωση ή και ευθέως αξίωση για ακύρωση της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου για οποιοδήποτε λόγο. Αυτό που ζητά είναι να αναγνωριστεί ότι η απόφαση δεν μπορεί να εφαρμοστεί εξ' υπαιτιότητας του εναγόμενου ή και έπαυσε να έχει ισχύ ή και ότι η ενάγουσα δεν δεσμεύεται. Εν πάση περιπτώσει τονίζεται εδώ ότι οι θεραπείες που ζητά εναντίον του εναγόμενου δεν συνιστούν βεβαίως από μόνες τους αγώγιμο δικαίωμα. Όμως η ενάγουσα ούτως ή άλλως δεν προβάλλει κάποιον λόγο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης, όπως για παράδειγμα ότι η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας (Windhill Local Board of Health v. Vint [1890] 45 Ch. D. 351), ότι λήφθηκε κατόπιν απάτης (Priestman v. Thomas [1884] 9 P.D.70, 210), ότι ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους (Wilding v. Sanderson [1897] 2 Ch. 534) ή ότι δεν υπήρχε η απαραίτητη εξουσιοδότηση (Sheperd v. Robinson [1919] 1 K.B. 474). Βλ. Πολ. Έφ. 10498 Ανδρέου v. P & D CRYSTAL LINE CO. LTD
(2001)1 ΑΑΔ 1521. Παρενθετικά αναφέρω ότι κατά την άποψη μου το απόσπασμα στο οποίο παραπέμπει από το Halsburys Laws of England δεν υποστηρίζει την εισήγηση της. Αφού υπενθυμίσω δε ότι πρόκειται για απόφαση που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 05/08/16 και έχει καταστεί τελεσίδικη, αναφέρω πως αν η ενάγουσα θεωρεί ότι ο εναγόμενος έχει παραβεί τις υποχρεώσεις του με βάση την εν λόγω απόφαση ή και δεν συμμορφώθηκε τότε θα πρέπει να αποταθεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο και να λάβει μέτρα εκτέλεσης ή να προχωρήσει με παρακοή διατάγματος. Αλίμονο αν μετά από κάθε απόφαση ο ένας εκ των δύο διαδίκων επικαλείτο υπαναχώρηση του άλλου και ζητούσε ακύρωση της απόφασης. Οι αποφάσεις των Δικαστηρίων θα έμεναν στον «αέρα», με καταστροφικές θεωρώ συνέπειες για το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, το οποίο θα κρινόταν αναξιόπιστο. Με αυτά υπόψη και εφόσον δεν προβάλλεται κάποιος συγκεκριμένος, αναγνωρισμένος από τη νομολογία, λόγος ακύρωσης της δικαστικής απόφασης, θεωρώ πως το παρόν Δικαστήριο ούτως ή άλλως στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί επί θεμάτων που άπτονται της απόφασης άλλου Πρωτόδικου Δικαστηρίου, ειδικής μάλιστα δικαιοδοσίας. Άρα ως προς το συγκεκριμένο κομμάτι καταλήγω ότι δεν υπάρχει καλή αιτία αγωγής. ii. Ως προς τη συμφωνία, αν και η υπαναχώρηση ή και το γεγονός ότι κατέστη ανεφάρμοστη και ή τερματίστηκε εξ' υπαιτιότητας του ενός εκ των μερών αναγνωρίζεται σαν λόγος απαλλαγής του άλλου μέρους από τη συμφωνία, χωρίς σε καμία περίπτωση να αποφασίζω επί αντικρουόμενων ισχυρισμών ή να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας (πλην μόνον στον βαθμό που απαιτείται για να αποφασιστεί η παρούσα) ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε τελικού συμπεράσματος, δεν θεωρώ σε αυτό το στάδιο, με βάση όσα αναφέρει ο εναγόμενος, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα, ότι προκύπτει υπαναχώρηση του εναγόμενου ή και στοιχεία που να δείχνουν ότι η συμφωνία έχει τερματιστεί εξ' υπαιτιότητας του εναγόμενου. Θα πρόσθετα δε εδώ ότι, είτε μιλούμε για τη συμφωνία είτε για την απόφαση, φαίνεται, αντίθετα από όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα, ο εναγόμενος να προχώρησε σε υλοποίηση των δικών του υποχρεώσεων και παρέμεινε μια εκκρεμότητα για ένα δάνειο για τους λόγους που έχει εξηγήσει, αναφέροντας παράλληλα και την πρόθεση του να το διευθετήσει, ενώ η ενάγουσα εις ουδεμία ενέργεια έχει προβεί για συμμόρφωση με τις δικές τις υποχρεώσεις, ούτε σημειώνεται εν σχέση με αυτές που αφορούσαν τα δάνεια που έχουν εξοφληθεί. Άρα δεν θεωρώ πως επί τούτου του μέρους έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της ενάγουσας στον απαιτούμενο βαθμό. iii. Η εισήγηση περί ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος δυνάμει του άρθρου 43 του Κεφ.148 (βλ. σελ.4-5 της γραπτής αγόρευσης της ενάγουσας), επί του οποίου και στηρίζεται η αίτηση ως προς το διάταγμα για να εγκαταλείψει ο καθ' ου η αίτηση την κατοικία, εκ πρώτης δεν με βρίσκει σύμφωνο. Σύμφωνα με την ενάγουσα ο εναγόμενος παραβίασε τα συμφωνηθέντα, με αποτέλεσμα να απαλλάσσεται από την υποχρέωση της να του μεταβιβάσει το σπίτι και η παρουσία του στο σπίτι είναι παράνομη. Ας σημειωθεί εδώ ότι με βάση τη δικαστική απόφαση η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κατοικία στον υιό των διαδίκων Γεώργιο και όχι στον εναγόμενο. Εν πάση περιπτώσει με βάση την δικαστική απόφαση, η οποία τονίζεται ευρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα, δικαίωμα χρήσης της κατοικίας έχουν από κοινού με τον εναγόμενο, ενώ μέχρι την 01/05/19 η ενάγουσα θα έπρεπε να την έχει εγκαταλείψει. Η πρόνοια δε για αποχώρηση της από την κατοικία, εκ πρώτης, δεν φαίνεται να έχει συνδυαστεί με οτιδήποτε άλλο ή την εξόφληση όλων των δανείων από μέρους του εναγόμενου. Η διεργασία λοιπόν στο μυαλό της ενάγουσας και το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος επεμβαίνει παράνομα στην κατοικία, σε αυτό το στάδιο κρίνονται αυθαίρετα. Μάλλον το αντίθετο συνάγεται. Σε κάθε περίπτωση θεωρώ πως στη βάση των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, αλλά και έχοντας κατά νουν την αναντίλεκτη μαρτυρία του εναγόμενου και των δύο παιδιών των διαδίκων (βλ. τις ένορκες δηλώσεις τεκμ. 10 και 11 στην ΕΔ του εναγόμενου: προκύπτει ότι είναι η ενάγουσα που προκαλεί τους καυγάδες και καταγγέλλει με το παραμικρό τον εναγόμενο, προβαίνοντας και σε ψεύτικες καταγγελίες), η όλη εκδοχή της ενάγουσας έχει καταρρεύσει. Συνεπώς, δεν θεωρώ πως η Ενάγουσα έχει καταδείξει με την έκθεση απαίτησης της και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, ως προς την παράνομη επέμβαση, αλλά ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στον απαιτούμενο βαθμό. Αν και το αποτέλεσμα της αίτησης έχει κριθεί, αναφέρω μόνον, πολύ επιγραμματικά, αν και περιττεύει η εξέταση άλλων θεμάτων (Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980), πως ούτε πως θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά βρίσκω πως έχει καταδείξει αφού για την ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση και την παράβαση της απόφασης και της συμφωνίας η ενάγουσα μπορεί να αξιώσει αποζημιώσεις. Ίσως εκ του περισσού δε αναφέρω πως όσα αναφέρει περί φόβου της και ότι χρήζει προστασίας, την ίδια στιγμή που συνεχίζει να παραμένει στην κατοικία την οποία θα έπρεπε ήδη να έχει εγκαταλείψει, δεν είναι αντιληπτό πως βοηθούν την υπόθεση της. Κατάληξη Η επίδικη αίτηση ημερ.22/07/20 απορρίπτεται. Τα έξοδα θα είναι προς όφελος του Εναγόμενου-καθ'ου η αίτηση και σε βάρος της Ενάγουσας-αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο