Π. ΓΙΩΡΓΑΛΛΗ (ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. GENERAL CONTRUCTIONS COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 836/2015, 13/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A96 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 836/2015 ΜΕΤΑΞΥ: Π. ΓΙΩΡΓΑΛΛΗ (ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων -και- GENERAL CONTRUCTIONS COMPANY LIMITED Εναγόμενων ---------------------------------------------------------------- Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 24/04/19 για Ενδιάμεσο Διάταγμα (Προσωρινό διάταγμα ημερ. 09/05/19) Ημερομηνία: 13 Οκτωβρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: (δεν υπήρξε φυσική παρουσία των ευπαίδευτων συνηγόρων κατά την ακρόαση της αίτησης - οι γραπτές αγορεύσεις αποστάληκαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) Για τους Ενάγοντες - Αιτητές : Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση : Τάσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά Οι ενάγοντες - αιτητές («οι ενάγοντες») με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησαν στις 07/05/15 αξιώνουν εναντίον των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση («οι εναγόμενοι») €90.947.- ως ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και ή αποζημιώσεις και ή ως συμφωνηθείσα και ή λογική τιμή και ή το κόστος για εκτελεσθείσες και ή παραδοθείσες εργασίες μπογιατίσματος και ή χρωματισμού και ή άλλες συναφείς εργασίες και ή ως συμφωνηθείσα και ή λογική τιμή και ή το κόστος για επιπρόσθετες εργασίες και ή ως υπόλοιπο λογαριασμού και ή βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επίσης αξιώνουν γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, νόμιμο τόκο και έξοδα. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 25/05/15 και αυτοί καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου στις 10/06/
- Με την υπεράσπιση τους δε, η οποία καταχωρήθηκε στις 07/03/16, οι εναγόμενοι προβάλλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς και αξιώνουν απόρριψη της αγωγής. Η Επίδικη Αίτηση Στις 24/04/19 καταχωρίστηκε η επίδικη αίτηση. Η υπόθεση σημειώνεται ήταν τότε ορισμένη για ακρόαση και συγκεκριμένα στις 23/10/
- Με την αίτηση τους δε οι ενάγοντες ζητούσαν το ακόλουθο ενδιάμεσο διάταγμα: « Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη εταιρεία και ή στους διευθυντές και ή αντιπροσώπους και ή υπηρέτες και ή αξιωματούχους και ή υπαλλήλους αυτής να πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή διαθέσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, τα ακίνητα: - υπ' αρ. εγγραφής 24/XXXXX, Φ/Σχ.21/460604, τεμάχιο XXXXX, οικόπεδο, τοποθεσία Άγιος Αντώνιος στο Δήμο Λευκωσίας, Λευκωσία, 7/100 μερίδιο. - υπ' αρ. εγγραφής 9/XXXXX, Φ/Σχ.21/62W1, τεμάχιο XXXXX, Διώροφο διαμέρισμα αρ.1 στον 7ο όροφο - ακάλυπτη βεράντα αρ.2 στον 8ο όροφο - ακάλυπτη βεράντα αρ.3 στον 7ο όροφο, οικόπεδο, τοποθεσία Άγιος Δημήτριος XXXXX 21Α, Άγιος Δημήτριος, στο Δήμο Στροβόλου, Λευκωσία, το 1/1 μερίδιο. » Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4-9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-13, Δ.57 και Δ.64, στον Περί Απόδειξης Νόμο Κεφ.9, στον Περί Ερμηνείας Νόμο, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές της επιείκειας, τις αρχές της Νομολογίας και τις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Γιωργαλλή, διευθυντή των εναγόντων. Ο τελευταίος αναφέρεται σε συμφωνία υπεργολάβου που έγινε περί την 18/05/11 για εκτέλεση προς όφελος των εναγομένων εργασιών μπογιατίσματος σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο στον Πρωταρά (βλ. τεκμ.3). Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν στους ενάγοντες το ποσό €191.113.-. Περαιτέρω, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, ανατέθηκε στους ενάγοντες να εκτελέσουν επιπρόσθετες εργασίες, τις οποίες εκτέλεσαν και έτσι το συνολικό συμφωνηθέν και λογικό κόστος ανήλθε σε €257.195.-. Οι εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι το ποσό των €166.247.- και παραμένει υπόλοιπο €90.947.-. (βλ. το τεκμ.5 που ετοιμάστηκε από τον επιμετρητή ποσοτήτων Ν.Ταλιαδώρο), το οποίο αμελούν και αρνούνται να πληρώσουν. Οι ενάγοντες, πάντα σύμφωνα με τον Γιωργαλλή, στις 06/02/15 και 09/03/15 με επιστολές των δικηγόρων τους κάλεσαν τους εναγόμενους όπως σύμφωνα με τον όρο 21 της συμφωνίας διοριστεί διαιτητής προς επίλυση της διαφοράς αλλά αυτοί δεν συμμορφώθηκαν (βλ. επιστολές τεκμ.6 και 7). Περαιτέρω οι ενάγοντες στις 23/04/14 με επιστολή τους κάλεσαν τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο όμως αμελούν και αρνούνται να το πράξουν (βλ. επιστολή τεκμ.8) και γι' αυτό ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Είναι η θέση των εναγόντων ότι με βάση όσα αναφέρουν προκύπτει καλή βάση αγωγής, αναφέρει δε ότι εκκρεμούν άλλες 3 αγωγές εναντίον των εναγομένων για άλλα έργα (βλ. τεκμ.9). Είναι επιτακτική η ανάγκη έκδοσης των διαταγμάτων γιατί οι εναγόμενοι οφείλουν ένα μεγάλο ποσό χωρίς εξασφάλιση. Έχουν δε πρόσφατα εντοπιστεί, μεταξύ άλλων, τα ακίνητα που αφορά η αίτηση, η εκτίμηση της αξίας των οποίων φανερώνει ότι θα ήταν δυνατό να δεσμευτούν προς εξασφάλιση του οφειλόμενου υπολοίπου. Στην αίτηση έρευνας από το Κτηματολόγιο τεκμ.10 αναφορικά με την ακίνητη ιδιοκτησία των εναγομένων περιλαμβάνονται και οι αποξενώσεις που προέβησαν οι ενάγοντες από 01/01/15 - 20/03/19, ενώ πέραν τούτου αναφέρει ότι οι ενάγοντες έχουν πληροφορηθεί ότι οι εναγόμενοι αποξενώνουν κινητή και ακίνητη περιουσία που έχουν λόγω της δυσχερέστατης οικονομικής κατάστασης στην οποία έχουν περιέλθει. Ως εκ τούτου αν αποξενώσουν τα επίδικα ακίνητα θα προκληθεί τεράστια, απεριόριστη και ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες η οποία δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί. Τέλος, αναφέρει πως το γεγονός ότι τα ακίνητα είναι ήδη επιβαρυμένα δεν αποτελεί εμπόδιο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όταν μάλιστα τα ακίνητα του αιτητικού και ακόμα ένα είναι τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία των εναγόμενων (βλ. τεκμ.10) και είναι η θέση των εναγόντων ότι πληρούνται όλες οι προυποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων. Η Ένσταση Στην ένσταση των εναγόμενων παρατίθενται 14 λόγοι ένστασης. Είναι πιο συγκεκριμένα οι ακόλουθοι:
- Δεν πληρούνται οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ήτοι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν: (α) ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των καθ' ων η αίτηση, (β) ότι υπάρχουν καλές πιθανότητες για την έκδοση απόφασης υπέρ αυτών, και (γ) ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία και/ή θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Η Αίτηση δεν έχει καλή βάση, ούτε υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής αφού οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει με ικανή και στέρεα μαρτυρία ότι έχουν καλή υπόθεση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.
- Υπήρξε υπέρμετρη ή/και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης για την έκδοση του προσωρινού Διατάγματος σε βαθμό που να μην συντρέχει ή/και να μην ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος.
- Η Αίτηση καταχωρήθηκε 4 χρόνια μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, χωρίς να έχει δοθεί οποιαδήποτε επαρκής ή/και πειστική δικαιολογία για την καθυστέρηση και ως εκ τούτου η υπέρμετρη καθυστέρηση τους αποτελεί ουσιαστικό και/ή βασικό λόγο απόρριψης της αίτησης τους.
- Δεν αποκαλύπτεται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Γιωργαλλή κανένα γεγονός που να καθιστά τα επίδικα θέματα επείγοντα ή/και πιεστικά που το Δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή από την οριστικοποίηση των αιτούμενων διαταγμάτων ή έστω ότι υπάρχουν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις που να καθιστούν επιβεβλημένη ή/και να δικαιολογούν τη συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος.
- Η Αίτηση είναι γενική και αόριστη και εγείρεται κακόπιστα και εκδικητικά εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.
- Οι Αιτητές παρέβηκαν τα καθήκοντά τους, για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και εγγράφων. Ειδικότερα, έχουν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
- Τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση είναι ελλιπή, παραπλανητικά και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
- Η αίτηση δεν στηρίζεται από ικανοποιητική μαρτυρία και/ή συνοδεύεται από ανεπαρκή και/ή ελαττωματική και/ή παράτυπη και/ή ελλιπή ένορκη δήλωση και τα γεγονότα και/ή οι ισχυρισμοί στους οποίους στηρίζεται είναι αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή άσχετοι.
- Οι Αιτητές δεν έχουν δώσει καμία και/ή επαρκή εξήγηση και/ή δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε και/ή επαρκή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή/και ότι αυτοί θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η αιτούμενη απαγόρευση επεκτείνεται κατά παράβαση της νομολογίας στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση χωρίς να περιορίζεται ως έπρεπε τουλάχιστον στο ποσό της αξίωσης.
- Κανένα στοιχείο δεν αποκαλύφθηκε από τους Αιτητές που να καταδεικνύει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι αφερέγγυοι και ότι σε περίπτωση που οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορούσαν να εισπράξουν το λαβείν τους από τους Καθ' ων η Αίτηση.
- Τυχόν οριστικοποίηση των επίδικων διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά σε τρίτα αθώα πρόσωπα, αφού το αντικείμενο του απαγορευτικού διατάγματος ήτοι τα δύο ακίνητα, είναι επιβαρυμένα στους πιστωτές των Καθ' ων η Αίτηση δηλαδή την Τράπεζα Κύπρου, η οποία είναι δικαιοδόχος των υπό κρίση ακινήτων δυνάμει ξεχωριστής σύμβασης με τους Εναγόμενους και στην οποία δεν έχει επιδοθεί η παρούσα Αίτηση.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας προστάζει την μη οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 θ.θ.20-21, Δ.48 θ.θ.1-9 και Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 2, 20, 21, 29, 30, 31 και 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9, στον Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο του 1992 (31(Ι)/1992), στο Σύνταγμα, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Κοινοδίκαιο, στις Αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Αβρααμίδη, διευθύνοντος συμβούλου των εναγόμενων. Αυτός καταρχήν αρνείται τους ισχυρισμούς του Γιωργαλλή που υποστηρίζουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων, ισχυρισμοί που ως αναφέρει αμφισβητήθηκαν με την υπεράσπιση τους, αναφέρει δε ότι είναι σε θέση να γνωρίζει ότι υπάρχει τέτοια μαρτυρία που αποδεικνύει ότι το αξιούμενο ποσό δεν τεκμηριώνεται και είναι αυθαίρετο, και συνεπώς οι πιθανότητες να δικαιούνται απόφασης είναι, αν όχι ανύπαρκτες, μηδαμινές. Το οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει λογαριασμού από τον επιμετρητή Ταλιαδώρο, τον οποίο διόρισαν οι ενάγοντες, εύλογα αμφισβητείται από τους εναγόμενους. Ο λογαριασμός αυτός άνευ πρωτογενούς μαρτυρίας δεν μπορεί να αποδείξει όσα καταγράφονται και συνεπώς δεν τεκμηριώνεται η απαίτηση. Περαιτέρω αναφέρει ότι με βάση τον όρο 9 του συμβολαίου υπεργολαβίας οι ενάγοντες υποχρεούνταν όπως συμμορφώνονταν και εκτελούσαν τις πρόνοιες του κυρίως συμβολαίου εκτός αν υπήρχε ειδική πρόνοια που τροποποιούσε αυτούς. Σε ότι αφορά ποσότητες στα δελτία συμβολαίου αυτές ήταν κατά προσέγγιση και όχι πραγματικές και ορθές ποσότητες εργασιών. Ήταν όρος του συμβολαίου ότι οι πραγματικές ποσότητες θα μετρηθούν και θα συμφωνηθούν κατά ή και μετά τη συμπλήρωση των εργασιών (τεκμ.1). Με την αποπεράτωση των εργασιών και κατά την επίβλεψη των εργασιών από τον επιμετρητή ποσοτήτων των εναγόμενων προέκυψαν διαφορές στις ποσότητες που υπολόγισαν οι ενάγοντες. Ειδικότερα οι ποσότητες που υπολόγισαν οι τελευταίοι ουδέποτε έτυχαν συμφωνίας και αντίθετα υπάρχει διαφωνία με τις ποσότητες που δήλωσαν. Όπως φαίνεται εξάλλου από το τεκμ.5 (της ΕΔ Γιωργαλλή) τα ποσά που ζητούν οι ενάγοντες δεν αποδεικνύονται από αναλυτικές μετρήσεις. Οι ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν κατάσταση με τις αναλυτικές τους μετρήσεις (βλ. και την επιστολή ημερ.19/06/13 τεκμ.2). Επίσης κατά την επίβλεψη των εργασιών από τον αρχιτέκτονα του έργου υπήρχαν κακοτεχνίες ένεκα των οποίων οι ιδιοκτήτες του έργου απέκοψαν από τους εναγόμενους €29.382.-. Δυστυχώς παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες κλήθηκαν επανειλημμένως να επιδιορθώσουν τις ελαττωματικές εργασίες που διαπιστώθηκαν ουδέποτε ανταποκρίθηκαν (βλ. επιστολή ημερ. 11/1/13 τεκμ.3 και επιστολή ημερ. 23/06/16 τεκμ.6). Ο Αβρααμίδης υποστηρίζει επίσης ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης, η οποία καταχωρίστηκε 4 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε πειστική δικαιολογία γι' αυτήν την ολιγωρία. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι περιήλθαν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση είναι γενικός και αόριστος, χωρίς μαρτυρία που να τον τεκμηριώνει. Ούτε ο ισχυρισμός ότι οι περισσότερες αποξενώσεις έλαβαν χώρα το 2018 ισχύει, ούτε ότι τα 2 ακίνητα είναι τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία των εναγόμενων αληθεύει. Αυτό διαψεύδεται από το τεκμ.
- Οι ενάγοντες θα μπορούσαν να αποταθούν ανά πάση στιγμή στο κτηματολόγιο για έρευνα και το γεγονός ότι άφησαν 4 χρόνια να περάσουν από την έγερση της αγωγής για να το πράξουν και συνακόλουθα να το θέσουν ως πρόσχημα δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το κατεπείγον της έκδοσης των διαταγμάτων. Επί του συγκεκριμένου σημείου επίσης αναφέρει ότι τα γεγονότα που ακολούθησαν της έγερσης της αγωγής δεν έχουν αλλάξει μέχρι την έγερση της αίτησης (ούτε μεταγενέστερα) έτσι που να καθίστατο επείγουσα και επιτακτική η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ο Γιωργαλλής δεν αναφέρει τίποτε σε σχέση με τη χρονική στιγμή που επέλεξαν οι ενάγοντες να καταχωρήσουν την αίτηση, πέραν του γενικού και αόριστου ισχυρισμού περί «δυσχερούς οικονομικής κατάστασης» και τέλος, ο αδικαιολόγητα μεγάλος χρόνος που μεσολάβησε μέχρι την προώθηση της αίτησης δεικνύει ότι ο σκοπός της δεν είναι ειλικρινής και καλόπιστος αλλά εγείρεται για σκοπούς πίεσης και μόνο. Η εν λόγω καθυστέρηση θα πρέπει να κριθεί μοιραία για την αίτηση. Ακόμη οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι τα 2 ακίνητα είναι ήδη επιβαρυμένα και υποθηκευμένα προς όφελος πιστωτή των εναγόμενων ήτοι της Τράπεζας Κύπρου (βλ. τεκμ.10 στην ΕΔ Γιωργαλλή). Αναφορικά δε με το ακίνητο 24/XXXXX αναφέρουν ότι αποτελεί πολυώροφη οικοδομή και έχει δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ.25/07/12 πωληθεί και μεταβιβαστεί στην εταιρεία ROCKCORE LTD ένα οροφοδιαμέρισμα, ενώ έχει εκδοθεί και σχετικός τίτλος επ'ονόματι του τελευταίου (βλ. τεκμ.5 και 6). Για το πιο πάνω ακίνητο έχει επίσης συναφθεί πωλητήριο έγγραφο ημερ.28/05/12 με την εταιρεία Con. Co Art Construction Ltd για την αγορά του ημιυπόγειου καταστήματος (βλ. τεκμ.7). Οι εναγόμενοι έχουν επίσης συνάψει στις 23/11/17 συμφωνία με την Τράπεζα Κύπρου βάσει της οποίας τα λοιπά διαμερίσματα και κατάστημα του επίδικου ακινήτου έχουν μεταβιβαστεί εξ ολοκλήρου στην Τράπεζα στα πλαίσια διακανονισμού, αναδιάρθρωσης και νέας χρηματοδότησης των εναγόμενων (βλ. τεκμ.8). Για το ακίνητο με αρ. εγγραφής 9/XXXXX αναφέρει ότι και αυτό, ως εμφαίνεται στο τεκμ.10 (της ΕΔ Γιωργαλλή), είναι υποθηκευμένο στην Τράπεζα Κύπρου. Τα 2 ακίνητα είναι επιβαρυμένα για ποσά πολύ μεγαλύτερα της εκτιμώμενης αξίας τους και συνεπώς η έκδοση των διαταγμάτων ενδεχομένως να αποβεί ανώφελη για σκοπούς ικανοποίησης τυχόν απόφασης, ενώ περαιτέρω λόγω της επιβάρυνσης τους η αποξένωση τους καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Ανεξάρτητα τούτου τα ακίνητα είναι ήδη δεσμευμένα έναντι τρίτων προσώπων και σε περίπτωση οριστικοποίησης των διαταγμάτων τα εν λόγω πρόσωπα ενδέχεται να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα επηρεαστούν τα δικαιώματα τους. Ομοίως πιθανόν να επηρεάσει δυσμενώς και τις υποχρεώσεις που έχουν οι εναγόμενοι έναντι του πιστωτή τους δηλ. της Τράπεζας Κύπρου. Σημειώνει δε ο ΕΔ ότι η αίτηση δεν έχει επιδοθεί στα πρόσωπα εκείνα που φαίνεται να επηρεάζονται ώστε να είναι σε θέση να ακουστούν. Τέλος, ο Αβρααμίδης καταπιάνεται με το θέμα της φερεγγυότητας των εναγόμενων και αναφέρει ότι ο κύκλος εργασιών τους το 2019 ανήλθε στα €26.694,073.-, παρουσιάζοντας σημαντική άνοδο από τα προηγούμενα 3 έτη (βλ. την σχετική κατάσταση τεκμ.9, ελεγμένη ως αναφέρεται από τους λογιστές των εναγόμενων). Δίδει δε περαιτέρω λεπτομέρειες για τα έργα που αναλαμβάνουν οι εναγόμενοι και σημειώνει πως είναι μέτοχοι κατά 50% σε συγκεκριμένη εταιρεία που δραστηριοποιείται στη Σαουδική Αραβία και αναλαμβάνει μεγάλα έργα. Οι εναγόμενοι αποτελούν μια δρώσα οικονομική μονάδα, με ικανούς πόρους για να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί και κανένα πραγματικός ή ορατός κίνδυνος υφίσταται για αποξένωση των επίδικων ακινήτων. Το ισοζύγιο της ευχέρειας δε κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Οι Εισηγήσεις των Δικηγόρων Οι συνήγοροι των διαδίκων μέσω γραπτών αγορεύσεων παρουσίασαν στο δικαστήριο την επιχειρηματολογία τους και αναφέρθηκαν εκτενώς και στην νομολογία επί του θέματος. Το Δικαστήριο έχει σημειώνω μελετήσει πολύ προσεκτικά τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων, δεν κρίνεται όμως σκόπιμο να επαναληφθούν εδώ όσα αναφέρουν. Θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εάν τούτο κριθεί αναγκαίο. Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 * του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). * 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos πιο πάνω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos πιο πάνω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 AΑΔ 1799). Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 5, Κεφ. 6 Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5* του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. * 5.-
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.
(3)Κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό. Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ΄όνομα του, όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο Άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το άρθρο αυτό κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων (Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692 σελ. 701). Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του ΚΕΦ.6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται (Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231). Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στην παράγρ. 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:- (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής. (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ.6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ν. Σκυροποιία (Λεωνίκ) Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 785 και Ρένα Αριστοτέλους Λτδ, κ.α. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1Α ΑΑΔ 280). Ο ενάγων δεν έχει την υποχρέωση προσαγωγής μαρτυρίας για πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί, ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd πιο πάνω). Εκείνο το οποίο απαιτείται «είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος» (βλ. Τσιολάκη πιο πάνω και Φετοκάκη ν. Χριστοφή
(2006)1 ΑΑΔ 800). Στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Μιχάλη Γεωργίου
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1759 υποδείχθηκε ότι δέσμευση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και ασκείται με φειδώ. Σημειώθηκε ότι «πρόκειται . για εξουσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους». Αξιολόγηση Όσον αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ. 6 διαπιστώνω τα ακόλουθα: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση Οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει από την έκθεση απαίτησης και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καλή αιτία αγωγής. Διεκδικούν από τους εναγόμενους οφειλόμενο υπόλοιπο για εκτελεσθείσες εργασίες μπογιατίσματος, δυνάμει συμφωνίας υπεργολαβίας. Στο στάδιο αυτό αρκεί μόνο να καταδειχθεί ότι υφίσταται καλή αιτία αγωγής. Κρίνω επομένως ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και χωρίς σε καμία περίπτωση να αποφασίζω επί αντικρουόμενων ισχυρισμών ή να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας (πλην μόνον στον βαθμό που απαιτείται για να αποφασιστεί η παρούσα) ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, κρίνω ότι με το υπόβαθρο μαρτυρίας που έχουν παραθέσει οι ενάγοντες έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Σημειώνεται εδώ ότι σε αυτό το στάδιο η επιμέτρηση του Ταλιαδώρου (τεκμ.5 στην ΕΔ Γιωργαλλή), η οποία φέρει τη σφραγίδα και την υπογραφή του, είναι αρκετή θεωρώ για να υποστηρίξει τη θέση των εναγόντων ως προς το οφειλόμενο ποσό. Επισημαίνω δε ότι οι εναγόμενοι δέχονται ότι έγινε η συμφωνία και περαιτέρω ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε εργασίες μπογιατίσματος, οι οποίες έχουν αποπερατωθεί. Από εκεί και πέρα προβάλλουν κάποιους ισχυρισμούς, οι οποίοι όμως σε αυτό το στάδιο δεν είναι ικανοί κατά την κρίση μου να διαφοροποιήσουν την διαπίστωση του Δικαστηρίου ανωτέρω. Αντίθετα, θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι ισχυρισμοί του Αβρααμίδη σε συνάρτηση με τις θέσεις των εναγόμενων στην υπεράσπιση τους γεννούν ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία των θέσεων που προβάλλονται. Εξηγώ. Ο Αβρααμίδης στη ΕΔ του αρνείται τους ισχυρισμούς Γιωργαλλή και λέει πως αυτοί αμφισβητήθηκαν με την υπεράσπιση τους, συνεχίζει δε και λέει όσα αναφέρθηκαν σε άλλο σημείο πιο πάνω. Η θέση όμως των εναγόμενων στην υπεράσπιση τους είναι βασικά πως δεν υπάρχει καμία συμβατική ή νομική σχέση με τους ενάγοντες, οι ενάγοντες είχαν συμβληθεί απευθείας με τους ιδιοκτήτες του έργου και υπεύθυνοι για την καταβολή του κατ' ισχυρισμού οφειλόμενου ποσού ήταν ακριβώς οι τελευταίοι. Σε κάποια στιγμή δε στο τέλος της υπεράσπισης τους διαζευκτικά αναφέρουν ότι οι ενάγοντες ουσιαστικά έχουν εξοφληθεί, αλλά εάν φανεί ότι οφείλεται κάποιο ποσό αυτό δεν ξεπερνά το ποσό των €16.278.-. Άνευ βλάβης δε ισχυρίζονται ότι σε κάθε περίπτωση οι απαιτήσεις των εναγόντων είναι υπερβολικές και ή εξογκωμένες και ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Όπως γίνεται αντιληπτό, πλην του τελευταίου αυτού ισχυρισμού, οι ισχυρισμοί Αβρααμίδη δεν συνάδουν με τους αναφερόμενους στην υπεράσπιση βασικούς ισχυρισμούς των εναγομένων. Επίσης ο Αβρααμίδης δεν παρουσιάζει κανένα στοιχείο και καμία εκτίμηση του επιμετρητή ποσοτήτων των εναγόμενων, τον οποίο σε κάποια στιγμή επικαλείται, προκειμένου να υποστηρίξει τη θέση του περί διαφορών και αυθαίρετου ποσού που αξιώνουν οι ενάγοντες. Θέση η οποία υπό τις περιστάσεις κρίνεται γενική και αόριστη. Ας σημειωθεί επίσης ότι στην υπεράσπιση των εναγόμενων δεν προβλήθηκε ποτέ ισχυρισμός περί κακοτεχνιών και ότι ο ιδιοκτήτης του έργου αφαίρεσε το ισχυριζόμενο ποσό από τους εναγόμενους. Τελικά, με βάση όσα αναφέρθηκαν, καθαρή θέση στην παρούσα από τους εναγόμενους δεν υπάρχει. Υπενθυμίζεται ότι στο παρόν στάδιο οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να παραθέσουν στο Δικαστήριο υπόβαθρο μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος και ότι η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Εδώ αποδεικνύεται, ως αναφέρθηκε ήδη, πως υπάρχει τέτοια προοπτική. (γ) Ανεπανόρθωτη ζημιά. Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα, πρέπει να εξεταστεί σε συσχετισμό με το άρθρο 5 του Κεφ. 6. Όπως ανέφερα πιο πάνω δεν πρέπει να δεσμεύεται περισσότερη ιδιοκτησία απ' όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκής να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής και κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό. Στην παρούσα περίπτωση με βάση την έρευνα στο κτηματολόγιο (τεκμ.10 στην ΕΔ Γιωργαλλή) προκύπτει ότι η αγοραία αξία των 7/100 μεριδίων του ακινήτου 24/XXXXX κατά την 01/01/13 ήταν €3.269.000.-, ενώ το 1/1 του έτερου ακινήτου 9/XXXXX, κατά τον ίδιο χρόνο, ήταν €235.000.-. Ούτε οι ενάγοντες, αλλά ούτε οι εναγόμενοι έχουν επισημάνει οτιδήποτε αναφορικά με την σημερινή αξία των ακινήτων. Είναι σαφές δε με βάση το ίδιο τεκμήριο ότι αμφότερα τα ακίνητα είναι επιβαρυμένα για μεγαλύτερα εν σχέση με την αξία τους ποσά (είναι αποδεκτό ούτως ή άλλως και από τους εναγόμενους-βλ. παρ.28 της ΕΔ Αβρααμίδη). Σε αυτό το στάδιο λοιπόν θεωρώ πως τα στοιχεία αυτά είναι αρκετά για να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι με τη δέσμευση των ακινήτων δεν θα δεσμευτεί περιουσία δυσανάλογα μεγαλύτερη της απαίτησης. Λαμβάνω υπόψη μου βεβαίως ότι σε μια ενδεχόμενη αναγκαστική πώληση αναμφίβολα θα μιλούμε για τιμή χαμηλότερη της αγοραίας αξίας (Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. v. 1.BENFLEET ENTERPRISES LTD, κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280) οπότε με δεδομένες ακριβώς τις επιβαρύνσεις πιο πάνω είναι θεωρώ αμφίβολο αν τελικά θα παραμείνει κάποιο ποσό για κάλυψη της απαίτησης στην παρούσα αγωγή αλλά το σίγουρο είναι πως δυσανάλογα μεγαλύτερη περιουσία δεν δεσμεύεται. Στα πλαίσια εξέτασης της συγκεκριμένης προϋπόθεσης, πριν προχωρήσω περαιτέρω, οφείλω να παρεμβάλλω εδώ τη διαπίστωση μου ότι ο Αβρααμίδης προφανώς προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Διότι για παράδειγμα τι σχέση έχει η μεταβίβαση 2/25 μεριδίων στην ROCKCORE LTD την 10/12/13 (βλ. τεκμ.5 στην ΕΔ του) με τα 7/100 μερίδια των εναγομένων σήμερα; Σαφώς καμία. Όμως επέλεξε να επικαλείται την εν λόγω εταιρεία και ότι δήθεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα της για να πείσει ότι δεν πρέπει να οριστικοποιηθεί το διάταγμα. Επίσης δεν λέει τι σχέση έχουν τα 4/100 που θα μεταβιβάζονταν με βάση τη συμφωνία τεκμ.7 στην Con. Co Art Construction Ltd (βλ. όρο 24) με τα 7/100 που αποτελούν ιδιοκτησία τους σήμερα. Υπενθυμίζω ότι στις 28/05/12 που υπεγράφη η συμφωνία με βάση το πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας που επισυνάπτεται στην εν λόγω συμφωνία οι εναγόμενοι ήταν ιδιοκτήτες 33/40 μεριδίων (βλ. πιστοποιητικό και στο τεκμ.5). Γιατί δεν λέει αν μεταβιβάστηκε ή όχι; Και αν μεταβιβάστηκε πότε ήταν αυτό; Γενικότερα τι έγινε με τη συγκεκριμένη συμφωνία δεν λέει. Όμως και για την αναφερόμενη συμφωνία με την Τράπεζα Κύπρου (τεκμ.8) έχει επιλέξει θεωρώ σκόπιμα να πει όσα έκρινε πως εξυπηρετούν τη θέση των εναγόμενων. Το τεκμ.8 αποτελεί μια επιστολή της Τράπεζας Κύπρου με την οποία πράγματι φαίνεται να εγκρίνεται η αίτηση κάποιας εταιρείας Wellspeed Holdings Ltd για αναδιάρθρωση του δανείου της, η οποία προκύπτει να έχει εγγυήσεις τόσο από τον Αβρααμίδη όσο και από τους εναγόμενους. Παρεμβάλλω εδώ ότι ποια είναι η εν λόγω εταιρεία Wellspeed και τι σχέση έχει με τους εναγόμενους και τον ίδιο δεν εξηγεί. Από εκεί και πέρα καμία συμφωνία των εναγόμενων με την Τράπεζα Κύπρου δεν παρουσιάζει. Εν πάση περιπτώσει αναφέρει στην ΕΔ του ότι τα υπόλοιπα διαμερίσματα και κατάστημα μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου και προφανώς αναφέρεται στις μεταβιβάσεις που φαίνονται να έγιναν στην εν λόγω τράπεζα με βάση το τεκμ.10 το 2018, δηλ. κάποιους μήνες μετά το τεκμ.8, μαζί και με κάποια άλλα ακίνητα. Ας σημειωθεί ότι δεν ανέφερε ποτέ ότι η εν λόγω μεταβίβαση των ακινήτων δεν έχει καμία σχέση με τη συμφωνία που επικαλείται. Όμως εφόσον είναι έτσι τα πράγματα και οι μεταβιβάσεις έγιναν, τι σχέση έχει η Τράπεζα Κύπρου με το μερίδιο που κατέχουν σήμερα οι εναγόμενοι; Και πάλιν η απάντηση είναι ίδια δηλ. καμία σχέση δεν έχουν. Με αυτά υπόψη θα πρέπει να λεχθεί ότι σαφώς δεν έχει καταδειχθεί ότι η οριστικοποίηση του διατάγματος θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα τρίτων. Σημειώνω επίσης ότι οι επιβαρύνσεις υπέρ τρίτων επί των ακινήτων από τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος δεν χάνουν τη σειρά τους ή διαφοροποιούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ως προς το θέμα της φερεγγυότητας των εναγόμενων παρατηρώ και πάλιν διάθεση απόκρυψης όλης της εικόνας από μέρους του Αβρααμίδη. Η αναφορά σε έργα που αναλαμβάνουν οι εναγόμενοι και η συμμετοχή τους στην άλλη εταιρεία που αναφέρεται, συν η αναφορά γενικά στον κύκλο εργασιών του 2019 δεν παρέχει καθαρή εικόνα. Γιατί δεν επισυνάπτει εξελεγμένους λογαριασμούς με έκθεση ελεγκτών ή έστω μια κατάσταση υπογεγραμμένη από τους ελεγκτές (εάν δεν έχουν ετοιμαστεί τέτοιοι λογαριασμοί) που να περιλαμβάνει το συνολικό δανεισμό και γενικά τις υποχρεώσεις της εταιρείας, αλλά και κατά πόσο το έτος 2019 ήταν κερδοφόρο ή ζημιογόνο; Διότι δεν συνεπάγεται ότι ότι μια εταιρεία με αυξημένο κύκλο εργασιών έχει κατ' ανάγκη αυξημένη κερδοφορία και αυξημένη φερεγγυότητα. Και εν πάση περιπτώσει αφού όλα βαίνουν καλώς με τους εναγόμενους γιατί χρειάστηκε να προβούν σε συμφωνία παραχώρησης ακινήτων για να εξασφαλίσουν αναδιάρθρωση / νέα χρηματοδότηση όπως αναφέρουν; Πως προέκυψε αυτή η ανάγκη, αν όχι για το λόγο που επικαλούνται οι ενάγοντες; Ο Αβρααμίδης επέλεξε και εδώ να αφήσει το Δικαστήριο στο σκοτάδι, παραθέτοντας γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Λέγοντας αυτά προχωρώ και λέω ότι με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι δεν με έχουν πείσει για το ότι θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί υπέρ των εναγόντων, η θέση των εναγόντων περί οικονομικών προβλημάτων των εναγομένων και αδυναμίας τους να ικανοποιήσουν τέτοια απόφαση παρέμεινε αναντίλεκτη. Κάτι που υποστηρίζεται θεωρώ και από την κατάσταση των ακινήτων των οποίων είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες. Θεωρώ συνεπώς έχοντας όλα τα δεδομένα ενώπιον μου ότι ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ των εναγόντων εάν μεταβιβαστούν ή επιβαρυνθούν περαιτέρω τα ακίνητα είναι ορατός. Καταλήγω λοιπόν ότι θα πρέπει να δεσμευτεί ακίνητη περιουσία αρκετή ώστε οι ενάγοντες να διασφαλίζονται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ τους θα ικανοποιηθεί, εάν μπορεί αυτό να λεχθεί υπό τις περιστάσεις και ενόψει των όσων αναφέρθηκαν. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν να στοιχειοθετήσουν την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Με βάση τα πιο πάνω συνεπώς κρίνω ότι πληρούνται οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 καθώς και οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω το Δικαστήριο αφού ικανοποιηθεί για την συνύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, εξετάζει ακολούθως κατά πόσο θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα ή να διατηρηθεί σε ισχύ το ήδη εκδοθέν μονομερώς προσωρινό διάταγμα, με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) ουσιαστικά αφορά στο ισοζύγιο του κινδύνου να δημιουργηθεί αδικία. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και έχοντας προβληματιστεί καταλήγω ότι το ισοζύγιο κλίνει υπέρ των εναγόντων για λόγους που σχετίζονται περισσότερο με την τρίτη προϋπόθεση ανωτέρω. Πριν ολοκληρώσω αναφέρω εδώ έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά όλους τους λόγους ένστασης των εναγομένων ότι στην ουσία το μεγαλύτερο μέρος αυτών έχει απαντηθεί μέσα από όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Αναφορικά με τους λόγους που δεν απαντήθηκαν αναφέρω τα εξής. Η αναφορά των εναγόμενων ότι η αίτηση καταχωρίστηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα και συγκεκριμένα 4 χρόνια μετά την έγερση της αγωγής χωρίς να δοθεί δικαιολογία για τούτο καθώς και ότι δεν ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος απορρίπτονται. Η αφετηρία των εναγομένων είναι θεωρώ λανθασμένη. Με βάση την έρευνα που ζήτησαν οι ενάγοντες στις 20/03/19 (η έρευνα φέρει ημερ.21/03/19), σε συνάρτηση με την πληροφόρηση τους ότι οι εναγόμενοι αποξενώνουν περιουσία και τις πολλές μεταβιβάσεις ακινήτων που επιβεβαιώνεται από την εν λόγω έρευνα ότι έγιναν το 2018, εύλογα θεωρώ δημιουργήθηκε ανησυχία στους ενάγοντες οι οποίοι αποτάθηκαν άμεσα στο Δικαστήριο για την έκδοση του υπό συζήτηση διατάγματος. Το κατεπείγον του πράγματος συνεπώς θεωρώ πως υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται. Εν πάση περιπτώσει θα πρόσθετα εδώ εξετάζοντας το θέμα της καθυστέρησης υπό το φως του ισοζυγίου της ευχέρειας (βλ. Bacardi ανωτέρω), ότι σίγουρα δεν παρατηρείται στην προκειμένη περίπτωση καθυστέρηση που να ανατρέπει το ισοζύγιο προς όφελος των εναγομένων. Τέλος, αναφέρεται πως δεν έχει αποδειχθεί μέσα από στοιχεία που να ικανοποιούν ότι οι ενάγοντες στην προκειμένη περίπτωση ενεργούν κακόπιστα και εκδικητικά, ούτε όμως και προκύπτει ότι απέκρυψαν κάποιο ουσιώδες γεγονός από την ένορκη τους δήλωση ή ότι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Κατάληξη Το επίδικο διάταγμα καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα θα είναι προς όφελος των Εναγόντων-αιτητών και σε βάρος των Εναγομένων-καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο