← Κύπρος

AEROCANDIA AVIATION SERVICES CY LTD ν. Κοντογιώργη, Αρ. Αγωγής: 480/19, 10/11/2020

AEROCANDIA AVIATION SERVICES CY LTD ν. Κοντογιώργη, Αρ. Αγωγής: 480/19, 10/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A113 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 480/19 ΜΕΤΑΞΥ: AEROCANDIA AVIATION SERVICES CY LTD Εναγόντων Και ..... Κοντογιώργη Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 03/01/2020 Ημερομηνία: 10/11/2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κα. Ζαντήρα για Χ. Μάρκου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Νικολάου για Μάρκος Π. Σπανός & Σια ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή, την οποία καταχώρησαν στις 17/04/2019, αξιώνουν από τον Εναγόμενο το ποσό των €9,000.- ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει εγγράφων συμφωνιών και ή αναγνωρισμένου λογαριασμού και ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Πιο συγκεκριμένα, με βάση τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, όπως αυτή αρχικά καταχωρήθηκε, ο Εναγόμενος είναι μηχανικός αεροσκαφών. Εργάστηκε στους Ενάγοντες από 27/04/15 μέχρι 16/08/18, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ημερομηνίας 27/04/15, 16/12/15 και 30/11/

  1. Κατά τη διάρκεια της εργασίας του Εναγομένου στους Ενάγοντες, οι τελευταίοι μπορούσαν να προβαίνουν σε εκπαιδεύσεις επί διαφόρων τύπων αεροσκαφών για βελτίωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων και προσόντων του Εναγομένου. Για τους όρους και συμφωνίες κάθε εκπαίδευσης θα καταρτίζεται ιδιαίτερη σύμβαση μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου. Έτσι, πέραν των ως άνω συμβάσεων εργασίας, οι διάδικοι είχαν συνάψει συμφωνία ημερομηνίας 03/10/17 για εκπαίδευση του Εναγομένου επί συγκεκριμένου τύπου αεροσκαφών (στο εξής «η συμφωνία εκπαίδευσης»). Συμφωνήθηκε ότι το συνολικό κόστος για τη συμφωνία εκπαίδευσης ανέρχεται σε €6.
  2. Οι Ενάγοντες ανέλαβαν να καλύψουν το εν λόγω κόστος με αντάλλαγμα την υποχρέωση του Εναγομένου να παρέχει υπηρεσίες ως μηχανικός αεροσκαφών αποκλειστικά στους Ενάγοντες ή προς εταιρεία του ομίλου στον οποίο ανήκουν ή είναι συνδεδεμένοι για χρονικό διάστημα 3 ετών από το πέρας κάθε εκπαιδεύσεως, σύμφωνα με τις επιμέρους μελλοντικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που θα συναφθούν μεταξύ των συμβαλλομένων. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση αποχώρησης του Εναγόμενου πριν το πέρας του 1ου έτους μετά από την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, οφείλει να αποδώσει στους Ενάγοντες το σύνολο της δαπάνης εκπαίδευσης, πλέον 50% επί της εν λόγω δαπάνης ως ποινική ρήτρα. Σε περίπτωση αποχώρησης μετά τη συμπλήρωση του 1ου έτους αλλά πριν το πέρας του 2ου έτους από την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, οφείλει να αποδώσει στους Ενάγοντες ποσοστό 75% του συνόλου της δαπάνης εκπαίδευσης και το 75% της ποινικής ρήτρας. Σε περίπτωση αποχώρησης μετά τη συμπλήρωση του 2ου έτους, αλλά πριν πέρας του 3ου έτους από την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, θα οφείλει να αποδώσει προς του Ενάγοντες 50% του συνόλου της δαπάνης και το 50% της ποινικής ρήτρας. Ο Εναγόμενος ολοκλήρωσε την πιο πάνω αναφερόμενη εκπαίδευση περί τον Νοέμβριο
  3. Κατά παράβαση όμως της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας εκπαίδευσης, ο εναγόμενος, έχοντας λάβει γνώση του προγράμματος εργασίας εντός ευλόγου χρόνου, αρνήθηκε να εκτελέσει την υπηρεσία του και ή απουσίαζε αυθαίρετα από τα καθήκοντα του χωρίς να του έχει δοθεί σχετική άδεια από τους ενάγοντες κατά την 14η, 15η και 16η Αυγούστου
  4. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 16/08/18 τερμάτισαν νόμιμα ή και σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης εργασίας την εργοδότηση του. Ένεκα δε του τερματισμού της εργοδότησης του ο εναγόμενος όφειλε κατά την αποχώρηση του €9.000.- με βάση όσα αναφέρθηκαν και απορρέουν από τη σύμβαση εκπαίδευσης και δι' επιστολής τους ημερ.04/09/18 τον κάλεσαν όπως τους ενημερώσει τον τρόπο με τον οποίο θα προβεί σε εξόφληση. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις και ή οχλήσεις των εναγόντων, ο εναγόμενος αρνείται και ή αμελεί να καταβάλει προς του ενάγοντες το εν λόγω ποσό. Σημειώνεται εδώ ότι οι ενάγοντες πριν καταχωρίσουν την αγωγή είχαν εξασφαλίσει στις 12/03/19 διάταγμα για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Η αγωγή όπως προαναφέρθηκε καταχωρίστηκε στις 17/04/19 και με μονομερή αίτηση ίδιας ημερομηνίας, οι Ενάγοντες εξασφάλισαν στις 08/05/19 διάταγμα για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Το εν λόγω διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας παραμερίστηκε εκ συμφώνου στις 21/10/
  5. Εν τω μεταξύ να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες πριν το παραμερισμό πιο πάνω είχαν καταχωρήσει την αίτηση ημερ. 10/09/19 και εξηγώντας τους λόγους που το προηγούμενο διάταγμα ήταν παράτυπο και ή αντικανονικό, ζήτησαν νέο διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Η αίτηση τους στις 02/10/19 εγκρίθηκε. Στις 25/10/19 δε καταχώρησαν αίτηση και εξασφάλισαν στις 07/11/19 διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο. Έτσι, στις 09/12/2019 επιδόθηκε στο εν λόγω γραφείο η ειδοποίηση κλητήριου εντάλματος, το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το διάταγμα ημερομηνίας 07/11/19 και η μονομερής αίτηση με την οποία εξασφαλίστηκε το τελευταίο διάταγμα. Στις 03/01/20, ο Εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, καθώς επίσης την επίδικη αίτηση. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι ενάγοντες στις 28/01/20, μετά δηλαδή την καταχώρηση της επίδικης αίτησης, τροποποίησαν την έκθεση απαίτησης τους, εστιάζοντας θα μπορούσε να λεχθεί στην συμφωνία εκπαίδευσης. Τούτο αναφέρω ήδη από το σημείο αυτό δεν θεωρώ ότι διαφοροποιεί την ουσία του πράγματος. Η επίδικη αίτηση Ο εναγόμενος με την αίτηση του ζητά διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται και ή αναστέλλεται το διάταγμα ημερ.02/10/19 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της ειδοποίησης κλητήριου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου και ή λόγω έλλειψης εξουσίας και ή αρμοδιότητας. Ζητά επίσης, για τον ίδιο λόγο πιο πάνω, διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται και ή αναστέλλεται η αγωγή ή το κλητήριο ένταλμα και/ή η ειδοποίηση κλητήριου εντάλματος ημερ.09/07/19 και/ή η επίδοση τους εκτός δικαιοδοσίας και/ή του διατάγματος που επέτρεψε την επίδοση και ή σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2 Θ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.9 Θ.10, Δ.16 Θ.9, Δ.48 ΘΘ.1-7, 8

(4), 9, Δ.39, Δ.64, στα άρθρα 21, 22, 29, 30, 31, 32, και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα άρθρα 20-23 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012, στον Κανονισμό 1393/07 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες, την πρακτική και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) της Γ. Ζαντήρα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα ο εναγόμενος διαμένει στην Ελλάδα. Αναφέρει δε ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) αρ. 1215/2012 προνοεί ότι ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει αγωγή μόνο ενώπιον των δικαστηρίων του μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του και κάθε συμβατικός όρος που προνοεί το αντίθετο είναι άκυρος και μη δεσμευτικός. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η επίδικη διαφορά αφορά θέμα που σχετίζεται με ατομική σύμβαση εργασίας και αυτό προκύπτει από τις λεπτομέρειες στο κλητήριο ένταλμα το οποίο βασίζεται και κάνει αναφορά στις συμβάσεις εργασίας ημερομηνίας 27/04/15, 16/12/15 και 30/11/17 (τεκ.1). Οι συμβάσεις αυτές δε είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη σύμβαση εκπαίδευσης και όλες οι συμβάσεις αποτελούν κατ' ουσία ένα ενιαίο τρόπο με τον οποίο οι Ενάγοντες ως δυνατότεροι συμβαλλόμενοι επέλεξαν να ρυθμίσουν την σχέση εργασίας μεταξύ των ιδίων και του Εναγόμενου. Στην προκειμένη περίπτωση όλα τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι το επίδικο θέμα σχετίζεται με ατομική σύμβαση εργασίας, με αποτέλεσμα η διεθνής δικαιοδοσία στην εν λόγω διαφορά να ανήκει στα δικαστήρια της κατοικίας του εναγόμενου. Η ένσταση Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση αντέδρασαν στην πιο πάνω αίτηση καταχωρώντας Ένσταση, εις την οποία καταγράφονται 9 λόγοι ένστασης που είναι οι εξής: (α) Η αίτηση του Εναγόμενου είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και ή ανυπόστατη και ή αδικαιολόγητη. (β) Τα διατάγματα σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος και/ή επίδοσής του εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατης επίδοσης εκδόθηκαν καθόλα νόμιμα και ή νομότυπα. (γ) Τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι καθόλα αρμόδια και/ή έχουν την εξουσία και ή δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή. (δ) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και/ή να επιληφθεί των αιτήσεων δυνάμει των οποίων εκδόθηκαν τα σχετικά διατάγματα. (ε) Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης κάθε διένεξης ή διαφοράς η οποία ήθελε προκύψει από την μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία Εκπαίδευσης, δυνάμει σχετικής ρήτρας η οποία περιλαμβάνεται στην εν λόγω συμφωνία. (στ) Τα γεγονότα που επικαλείται o Αιτητής δια της ένορκης δήλωσης της κας XXXXX Ζαντήρα δεν αποτελούν την αιτία αγωγής (cause of action) που προωθούν οι Ενάγοντες εναντίον του Εναγόμενου και ή η αιτία αγωγής (cause of action) επί της οποίας βασίζεται η παρούσα αγωγή είναι η παράβαση της Συμφωνίας Εκπαίδευσης (και όχι εργασίας) και ή το χρέος. (ζ) Τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση και/ή τη βάση αγωγής των Εναγόντων αφορούν αποκλειστικά την Συμφωνία Εκπαίδευσης και ή Συμφωνία Εκπαίδευσης είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε άλλη συμφωνία υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων. Για σκοπούς της αγωγής, o Εναγόμενος ήταν και είναι οφειλέτης των Εναγόντων και όχι υπάλληλος δυνάμει ατομικής σύμβασης εργασίας. (η) Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση καθ' ότι αυτή δεν αποτελεί εργατική διαφορά και/ή αφορά χρέος και/ή οφειλή. (θ) Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, δυνάμει του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.9 Θ. 10, Δ.16 Θ. 9, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, στα άρθρα 21, 22, 29, 30, 31, 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007, στα άρθρα 7
(1), 7
(5)και 25 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 και στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου και της Νομολογίας. Η ένσταση υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Α. Αχιλλέως, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει κατ' αρχήν πως είναι παραδεκτό ότι ο εναγόμενος είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας. Οι Ενάγοντες, αναφέρει περαιτέρω, επιβαρύνθηκαν με τη δαπάνη εκπαίδευσης του Εναγόμενου και ο τελευταίος δεν συμπλήρωσε το καθορισμένο από τη συμφωνία εκπαίδευσης χρονικό διάστημα ώστε να επέλθει απόσβεση, οπότε κατέστη οφειλέτης των εναγόντων και ενάγεται υπό αυτή του την ιδιότητα. Η επίδικη διαφορά δεν σχετίζεται με ατομική σύμβαση εργασίας. Επισημαίνει δε ότι η έκθεση απαίτησης έχει τροποποιηθεί κατά τρόπο ώστε να αφαιρείται το όποιο επιχείρημα περί του ότι η επίδικη διαφορά σχετίζεται με ατομική σύμβαση εργασίας, ενώ η συμφωνία εκπαίδευσης περιλαμβάνει ρητή πρόνοια με βάση την οποία αυτή διέπεται από το Κυπριακό δίκαιο και κάθε διένεξη, ερμηνεία ή διαφορά, η οποία ήθελε προκύψει από αυτή, θα επιλύεται από τα Δικαστήρια της Λάρνακας. Τέλος, αναφέρει ότι οι πρόνοιες της Συμφωνίας Εκπαίδευσης δεν την καθιστούν άρρηκτα συνδεδεμένη με τις συμβάσεις εργασίας καθ'ότι αυτό που διασφαλίζουν είναι το χρονικό διάστημα που απαιτείται ώστε η δαπάνη εκπαίδευσης να αποσβεστεί πλήρως. Η ακρόαση της αίτησης και η επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Στα πλαίσια της ακρόασης της αίτησης οι δύο πλευρές παρουσίασαν, εμπεριστατωμένες ομολογουμένως, γραπτές αγορεύσεις. Δεν κρίνεται σκόπιμο όμως να αναφερθεί εδώ ότι οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις του και αρκεί ν' αναφερθεί θεωρώ ότι οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης. Θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Νομική πτυχή Η σφράγιση ενός κλητηρίου εντάλματος αποτελεί σημαντική ενέργεια του αρμόδιου Πρωτοκολλητή, γιατί με αυτήν ενεργοποιείται η γένεση της αγωγής και πιστοποιείται η καταχώρηση της στο Μητρώο Πολιτικών Αγωγών (βλ. Δ.2 Θ.12). Όταν δε ο Εναγόμενος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, το πρώτο και επιτακτικό δικονομικό μέτρο για τη νομότυπη σφράγιση, και άρα έκδοση, κλητηρίου εντάλματος, είναι η λήψη άδειας από το Δικαστήριο για την σφράγιση (βλ. Δ.2 Θ.2). Η παράλειψη εξασφάλισης τέτοιας άδειας, όταν αυτή απαιτείται, καθιστά όλες τις μεταγενέστερες διαδικασίες άκυρες (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (Αρ.1) για άδεια καταχώρησης αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari
(1997)(1B) ΑΑΔ802, Γενικός Εισαγγελέας v. Unitica Enterprises Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 730) Συνυφασμένη με την άδεια σφράγισης κλητηρίου εντάλματος είναι και η εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Για να δοθεί η άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας, πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Μεταξύ άλλων, ο Ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα, κάτι που κρίνεται με βάση το αντικειμενικό συμπέρασμα επί των γεγονότων, όπως αυτά φαίνονται στις ένορκες δηλώσεις και όχι στην αξιολόγηση της ουσιαστικής τους αξίας (βλ. Nozaki & Co Ltd κ.ά. v. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1689). Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη να εκδικαστεί στην Κύπρο. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό «υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος» (βλ. S.P.P. Projects Limited v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ. 762). Σχετικό είναι το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6, το οποίο προνοεί ότι: «3. Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως επιδοθεί κλητήριο ένταλμα εκτός της Δημοκρατίας όταν κρίνει, ότι η βάση της αγωγής προέκυψε από παράβαση ή κατ' ισχυρισμό παράβαση στη Δημοκρατία σύμβασης που συνάφθηκε οπουδήποτε ή σε σχέση με περιουσία που υπόκειται στους Νόμους της Δημοκρατίας ή ότι η βάση της αγωγής προέκυψε στη Δημοκρατία, και ότι σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η αγωγή είναι αγωγή η οποία δεν δύναται να εκδικαστεί αλλού παρά μόνο στη Δημοκρατία ή δύναται να εκδικαστεί ευχερέστερα στη Δημοκρατία παρά αλλού.» Επίσης, η Δ.6. Θ.1 προνοεί ότι: «Subject to section 15 of the Courts of Justice Law, Cap 11, service out of the jurisdiction of a writ of summons or notice of a writ of summons may be allowed by the Court or a Judge whenever-
  1. e)the action is one brought to enforce, rescind, dissolve, annul or otherwise affect a contract or to recover damages or other relief for or in respect of the breach of a contract-
  2. i)made in Cyprus, ..... or is one brought in respect of a breach committed in Cyprus of a contract wherever made, even though such breach was preceded or accompanied by a breach out of Cyprus which rendered impossible the performance of the part of the contract which ought to have been performed in Cyprus; or » Αν και το θέμα της δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο, εντούτοις είναι ορθό να επιλύεται το συντομότερο δυνατόν. Στην Μούρτζινος v. Global Cruises SA.
(1992)1 (Β) A.A.Δ. 1160 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το τι λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση θέματος δικαιοδοσίας: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιον του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank ν. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD, v.United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059.» (βλ. επίσης Sevegep Ltd v.United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729) Σύμφωνα με την Δ.16 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: « A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service.» Αξιολόγηση-Συμπεράσματα Με αυτά υπόψη έρχομαι στην παρούσα περίπτωση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 10/09/19, με την οποία οι Ενάγοντες ζήτησαν και έλαβαν στις 02/10/19 διάταγμα για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, γίνεται αναφορά στην συμφωνία εκπαίδευσης, η οποία αναφέρεται έχει συναφθεί στην Κύπρο και οποιοδήποτε ποσό οφείλεται στους Ενάγοντες, δυνάμει αυτής, είναι πληρωτέο στην Κύπρο. Επίσης αναφέρεται ότι με βάση την εν λόγω συμφωνία, τα μέρη έχουν συμφωνήσει ότι δικαιοδοσία για εκδίκαση της αγωγής έχουν τα Δικαστήρια της Λάρνακας. Στην ένορκη δήλωση δε επισυνάπτεται επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 16/08/18, δια της οποίας τερμάτισαν την εργοδότηση του εναγόμενου, καθώς επίσης και επιστολή τους ημερομηνίας 04/09/18 με την οποία καλούσαν τον εναγόμενο όπως τους ενημερώσει για τον τρόπο με τον οποίο θα εξοφλήσει το ποσό των €9.000.-. Ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ακουστεί σε σχέση με το εν λόγω διάταγμα που λήφθηκε μονομερώς και παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία να ακυρώσει το διάταγμα. Στα πλαίσια του εν λόγω αιτήματος μπορούν να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση (βλ. υπόθεση S.P.P. Projects Limited (ανωτέρω)). Κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων, το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (βλ. Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 A.Α.Δ. 1030. Ο Εναγόμενος εδώ δεν έχει αμφισβητήσει ότι η σύμβαση εκπαίδευσης έχει συναφθεί στην Κύπρο, ούτε έχει αμφισβητήσει το γεγονός ότι στην εν λόγω σύμβαση περιλαμβάνεται ρητή πρόνοια ότι αυτή διέπεται «από το Κυπριακό Δίκαιο, κάθε δε διένεξη, ερμηνεία, ή διαφορά, η οποία ήθελε προκύψει από αυτήν, θα επιλύεται από τα Δικαστήρια της πόλης της Λάρνακας». Εκείνο που προβάλλεται από τον Εναγόμενο είναι ότι το αγώγιμο δικαίωμα σχετίζεται με ατομική σύμβαση εργασίας και ως τέτοιο εμπίπτει στις πρόνοιες των άρθρων 20
(1)και 22
(1)του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ημερομηνίας 12/12/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής ο «Κανονισμός 1215/2012»). Γι' αυτό σύμφωνα με τον εναγόμενο οι ενάγοντες/εργοδότες θα μπορούσαν να ασκήσουν την αγωγή μόνον ενώπιον των Δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εναγόμενος/εργαζόμενος έχει την κατοικία του και κάθε συμβατικός όρος που προνοεί το αντίθετο είναι άκυρος και μη δεσμευτικός εκτός αν συμφωνήθηκε μεταγενέστερα της διαφοράς, κάτι που εδώ δεν ισχύει. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 εφαρμόζεται στην Κύπρο και υπερισχύει κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης, περιλαμβανομένων και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd,
(2010)1(A) A.A.Δ. 452). Τα άρθρα 20
(1)και 22
(1)του Κανονισμού 1215/2012 έχουν ως εξής: «20.
  1. Ως προς διαφορές από ατομικές συμβάσεις εργασίας, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη του άρθρου 6, του άρθρου 7 σημείο 5 και, όταν η διαδικασία κινείται κατά εργοδότη, του άρθρου 8 σημείο
  2. ........ 22.
  3. Ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει αγωγή μόνο ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του.» Ο κανονισμός (ΕΕ)1215/2012 δεν ορίζει ούτε τον όρο «ατομική σύμβαση εργασίας» ούτε τον όρο «εργαζόμενος». Στην απόφαση C-47/14-Holterman Ferho Exploitatie κ.λ.π. ημερομηνίας 10/09/2015, το ΔΕΕ κλήθηκε να απαντήσει ερώτημα σε σχέση με τα άρθρα 18 έως 21 του Κανονισμού 44/2001, τα οποία είναι πανομοιότυπα με τα άρθρα 20 έως 23 του Κανονισμού 1215/2012, ο οποίος αντικατέστησε τον πρώτο, και υπενθύμισε ότι με βάση την νομολογία του ιδίου, κύριο χαρακτηριστικό της εργασιακής σχέσης είναι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση του, υπηρεσίες έναντι των οποίων εισπράττει αμοιβή. Η ύπαρξη σχέσης εξάρτησης πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση σε συνάρτηση με όλα τα στοιχεία και όλες τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις των μερών (βλ. Balkaya C‑229/14). Επισήμανε επίσης ότι ο κανονισμός 44/2001 έχει ως σκοπό να διασφαλίσει στο αδύναμο συμβαλλόμενο μέρος μιας σύμβασης εργασίας ενισχυμένη προστασία από τους γενικούς κανόνες δικαιοδοσίας. Στην προκειμένη περίπτωση είναι αποδεκτό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής ο Εναγόμενος εργαζόταν στους Ενάγοντες δυνάμει σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία ανανεωνόταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Ήταν δε ρητός όρος των 2 τελευταίων συμβάσεων εργασίας ημερομηνίας 16/12/15 και 30/11/17 (βλ. όρο 12) ότι οι Ενάγοντες μπορούν να προβαίνουν σε εκπαιδεύσεις επί διαφόρων τύπων αεροσκαφών για τη βελτίωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων και προσόντων του Εναγομένου. Προνοείται επίσης ρητά ότι για τους όρους κάθε εκπαίδευσης θα καταρτίζεται ιδιαίτερη σύμβαση μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου. Σαφώς δε η εκπαίδευση του Εναγομένου θα γινόταν αφενός ώστε ο τελευταίος να είναι περισσότερο χρήσιμος στους Ενάγοντες, όμως είναι αυτονόητο και το ότι η εν λόγω εκπαίδευση θα αποτελεί προσόν για τον Εναγόμενο ακόμα και μετά την αποχώρηση του από τους Ενάγοντες. Ας σημειωθεί εδώ ότι με βάση τη συμφωνία εκπαίδευσης ο εναγόμενος ρητά αναγνωρίζει ότι, πρωτίστως, η εν λόγω εκπαίδευση γίνεται προς όφελος του (βλ. όρο 5). Όμως έχοντας αυτά υπόψη και όσα γενικότερα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ευθέως αναφέρω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν θεωρώ ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας διαφοράς εργασιακής φύσης. Η θέση των εναγόντων δε ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση η Toni & Guy Limassol Ltd και Άλλοι ν. Kυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 ΑΑΔ 496, τα γεγονότα της οποίας ομολογουμένως ομοιάζουν με την παρούσα, με βρίσκει σύμφωνο. Πιο συγκεκριμένα, στην υπόθεση Toni & Guy ο Εναγόμενος εργαζόταν ως μαθητευόμενος τεχνικός κομμωτηρίου σε κομμωτήριο των Εναγόντων. Παράλληλα, θα παρακολουθούσε ειδική εκπαίδευση τα δίδακτρα της οποίας ανέρχονταν σε Λ.Κ.2.000. Αυτά θα τα επωμίζονταν οι Ενάγοντες, νοουμένου ότι ο Εναγόμενος θα παρέμενε στην υπηρεσία τους για περίοδο ενός έτους. Ειδάλλως, θα έπρεπε να πληρώσει τα δίδακτρα ο ίδιος. Ο Εναγόμενος παραιτήθηκε πριν το πέρας του ενός έτους. Έτσι, οι Ενάγοντες καταχώρισαν αγωγή αξιώνοντας αποζημίωση Λ.Κ.2.000, ίση δηλαδή με το ύψος των διδάκτρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει κατά πόσον η εν λόγω διαφορά ενέπιπτε στις διατάξεις του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67, που προνοεί ότι στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών υπάγεται η διάγνωση και απόφαση επί αυτοτελών αξιώσεων που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο είπε τα εξής: «Εξετάσαμε με πολλή προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η απάντηση στα θέματα που εγείρονται με την υπό εξέταση έφεση βρίσκεται στο λεκτικό του προαναφερόμενου Άρθρου 12
(1)(ε). Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα .» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ΄ αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση. Στην προκείμενη περίπτωση το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα των εφεσειόντων πηγάζει από την κατ' ισχυρισμό συμφωνία των μερών στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας από τον εφεσίβλητο και δεν βασίζεται ούτε και εγείρεται από την ίδια τη σύμβαση εργασίας. Ακόμα, το επίδικο θέμα δεν αφορά στην εργασιακή σχέση των διαδίκων αλλά είναι καθαρά θέμα αθέτησης συμφωνίας, και επομένως εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κατά τόπον αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου.» Ούτε εδώ το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων βασίζεται ή εγείρεται από την ίδια τη σύμβαση εργασίας. Ξεκάθαρα πρόκειται για παράβαση της ξεχωριστής συμφωνίας εκπαίδευσης. Το γεγονός δε ότι προνοείται στις συμβάσεις εργασίας ότι οι ενάγοντες θα μπορούσαν να προβαίνουν σε εκπαιδεύσεις, για τους όρους των οποίων θα καταρτιζόταν ξεχωριστή σύμβαση, δεν αλλάζει θεωρώ την ουσία του πράγματος. Με ξεχωριστή συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου, οι ενάγοντες ανέλαβαν να καλύψουν το κόστος εκπαίδευσης του εναγόμενου με αντάλλαγμα την υποχρέωση του τελευταίου να παρέχει υπηρεσίες ως μηχανικός αεροσκαφών αποκλειστικά στους Ενάγοντες ή προς εταιρεία του ομίλου στον οποίο ανήκουν ή είναι συνδεδεμένοι για χρονικό διάστημα 3 ετών από το πέρας κάθε εκπαιδεύσεως, σύμφωνα με τις επιμέρους μελλοντικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που θα συναφθούν μεταξύ των συμβαλλομένων. Ρητά δε συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι σε περίπτωση μη εκπλήρωσης εκ μέρους του εναγόμενου της συμφωνηθείσας αντιπαροχής ήτοι της κατ' αποκλειστικότητα παροχής της εργασίας του προς τους ενάγοντες για διάστημα 3 ετών, θα γεννάται συγκεκριμένη υποχρέωση για τον εναγόμενο έναντι των εναγόντων ανάλογα με τη χρονική στιγμή της αποχώρησης. Και οι ενάγοντες ακριβώς, με βάση τους όρους της συμφωνίας εκπαίδευσης ή και προβάλλοντας ότι ο εναγόμενος παρέβη τους όρους της εν λόγω συμφωνίας και ή αποχώρησε πριν το πέρας του 1ου έτους μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, αξιώνουν από τον εναγόμενο συγκεκριμένο ποσό που καθορίζεται στη συμφωνία. Έχει σημασία δε να τονιστεί ότι η υποχρέωση του εναγόμενου, όπως και στην Toni & Guy ανωτέρω, δεν προέκυψε κατά την διάρκεια της εργοδότησης του αλλά κατά τον τερματισμό της και ή μετά τον τερματισμό. Είναι γι' αυτό που θεωρώ ορθή τη θέση των εναγόντων ότι οι δύο αγγλικές αποφάσεις που επικαλείται η πλευρά του εναγόμενου ήτοι η Samengo -Turner v J & H Marsh and McLennan (Services) Ltd [2007] EWCA Civ 723 και η Petter v. EMC Europe Limited and EMC Corporation [2015] EWCA Civ 828, οι οποίες αφορούν δικαιώματα που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, δεν εφαρμόζονται εδώ. Δεν θεωρώ συνεπώς ότι η επίδικη διαφορά εμπίπτει στην κατηγορία «διαφορές από ατομικές συμβάσεις εργασίας» εν τη έννοια του άρθρου 20 του Κανονισμού 1215/2012. Έχοντας λοιπόν υπόψη το γεγονός ότι η αγωγή αφορά οφειλόμενο ποσό που προέκυψε λόγω παράβασης συμφωνίας που υπεγράφη στην Κύπρο και πρέπει να πληρωθεί στην Κύπρο όπου έχουν την έδρα τους οι ενάγοντες, εφαρμόζοντας τον γενικό κανόνα με δεδομένο ότι στη σύμβαση δεν καθορίζεται τόπος πληρωμής (βλ. Πολ.Εφ.11641 Πιττής v. Progress Electronics Co Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 50 και τη νομολογία που σε αυτήν αναφέρεται, και το άρθρο 7
(1)(α) του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/12), καθώς και την πρόνοια στη συμφωνία ότι διέπεται «από το Κυπριακό Δίκαιο, κάθε δε διένεξη, ερμηνεία, ή διαφορά, η οποία ήθελε προκύψει από αυτή, θα επιλύεται από τα Δικαστήρια της πόλης της Λάρνακας» (βλ. και το άρθρο 25
(1)
(5)του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/12), κρίνω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Κατάληξη Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.