← Κύπρος

M.PETROU (CONSTRUCTIONS) LTD ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ κ.α., Αρ.Αγωγής 1469/2019, 1/1/2020

M.PETROU (CONSTRUCTIONS) LTD ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ κ.α., Αρ.Αγωγής 1469/2019, 1/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ.Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 1469/2019 Μεταξύ M.PETROU (CONSTRUCTIONS) LTD Ενάγουσα και

  1. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ
  2. ADAMGEO LTD
  3. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
  4. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενοι Αίτηση ημερ. 25/10/2019 Ημερομηνία: 10.1.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ.Α.Μαθηκολώνης για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ.Χρ.Ιωάννου για Καλλής και Καλλής ΔΕΠΕ και Χριστόφορος Ιωάννου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: Ν.Νικηφόρου για Νέστορας Αδάμου Νικηφόρου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 3 και 4 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Τ.Μενοίκου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η Ενάγουσα Εταιρεία αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου της υποθήκης XXXXX/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, που έλαβε χώρα την 30/9/2019 από τον δημοπράτη XXXXX Κυριάκου και ως αποτέλεσμα του οποίου το ενυπόθηκο ακίνητο πωλήθηκε στην Εναγόμενη 2 Εταιρεία, είναι παράνομος και / ή άκυρος. Ζητά επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση του πιο πάνω πλειστηριασμού και διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 3 να μεταβιβάσουν το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο στο όνομα της Εναγόμενης
  5. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, το Δικαστήριο όμως διέταξε την επίδοση της στους Εναγόμενους 1 -
  6. Με την υπό κρίση Αίτηση η Ενάγουσα ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να μεταβιβάσουν το πιο πάνω ακίνητο, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «το ενυπόθηκο ακίνητο», στο όνομα της Εναγόμενης 2 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή και της παρούσας Αίτησης. Η Αίτηση εδράζεται σε δύο λόγους. Πρώτον, ο επίδικος πλειστηριασμός διενεργήθηκε όχι από τον νόμιμα και έγκυρα διορισθέντα δημοπράτη, XXXXX Κάσσινο, το όνομα του οποίου αναγραφόταν στο Δελτίο «Α» που επιδόθηκε στην Ενάγουσα, αλλά από τον XXXXX Κυριάκου. Ο τελευταίος ουδέποτε ορίστηκε νόμιμα και έγκυρα ως δημοπράτης. Δεύτερον, η Ενάγουσα Εταιρεία ήταν έτοιμη και πρόθυμη και πρόσφερε στην Εναγόμενη 1 την πλήρη εξόφληση της επίδικης υποθήκης πριν από τον πλειστηριασμό, η Εναγόμενη 1 όμως δεν αποδέχθηκε την εξόφληση και προχώρησε στη διενέργεια του πλειστηριασμού. Αυτό, σύμφωνα με την Ενάγουσα Εταιρεία, αποτελεί «.ξεκάθαρη παραβίαση και κατάργηση από την Εναγόμενη 1 Εταιρεία του αναφαίρετου εξ επιείκειας δικαιώματος της Ενάγουσας Εταιρείας (equitable right of redemption) να εξοφλήσει την υποθήκη και να ζητήσει την εξάλειψη της ανά πάσα στιγμή πριν την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου». Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν Ενστάσεις στην πιο πάνω Αίτηση. Είναι η θέση αμφοτέρων ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και ότι η Αίτηση είναι νομικά ανυπόστατη. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι η Ενάγουσα Εταιρεία απόκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα ενώ άλλα τα παρέθεσε με τρόπο παραπλανητικό. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, προκύπτουν τα πιο κάτω αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Την 18/6/2009 η Ενάγουσα Εταιρεία έλαβε από την Εναγόμενη 1 δάνειο ύψους €340.
  7. Ως εξασφάλιση για το πιο πάνω δάνειο ενεγράφη προς όφελος της Εναγόμενης 1 η υποθήκη XXXXX/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 6/XXXXX που βρίσκεται στο Δήμο Λάρνακας. Το έγγραφο υποθήκης κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω εγγράφου και συγκεκριμένα σύμφωνα με την παράγραφο 5, η Εναγόμενη 1 είχε δικαίωμα, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος καθίστατο πληρωτέο, να πωλήσει το ενυπόθηκο κτήμα είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε με αγωγή ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση προς τον ίδιο. Παραθέτω τη σχετική πρόνοια αυτούσια: «Σε πρώτη ζήτηση και/ή από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή, καταστεί πληρωτέο, υποχρεώνομαι προσωπικά να πληρώσω όλο το ποσό αυτό. Σε περίπτωση που παραλείψω να πληρώσω το ποσό αυτό, η Συνεργατική θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει ή όπως προβλέπεται πιο κάτω, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση σε μένα. Η Συνεργατική μπορεί να χρησιμοποιεί το προϊόν της πώλησης αυτής για να εξοφληθούν μερικά ή συνολικά οι υποχρεώσεις τις οποίες εξασφαλίζει η υποθήκη αυτή ή όλες ή οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις αυτές.» Η Ενάγουσα καθυστερούσε τις πληρωμές του δανείου και ενόψει τούτου ο λογαριασμός τερματίστηκε και καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη 1, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας η Αγωγή 2699/
  8. Η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 προχώρησε στη συνέχεια με διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, ως έχει τροποποιηθεί. Η Εναγόμενη 1 επέδωσε στην Ενάγουσα την Ειδοποίηση Τύπου Ι με συνοδευτική επιστολή και κατάσταση λογαριασμού και στη συνέχεια και συγκεκριμένα την 28/1/2019 τις Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και ΙΒ. Η Ενάγουσα δεν άσκησε το δικαίωμα της, μετά την επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου ΙΒ, για διορισμό εκτιμητή δυνάμει του Άρθρου 44 Δ

(1)και
(2)του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί. Η Ενάγουσα καταχώρησε την Αίτηση - Έφεση 21/2019 εναντίον της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ με σκοπό την ακύρωση του πλειστηριασμού. Η Εναγόμενη 1 καταχώρησε Ένσταση και μετά από ακροαματική διαδικασία η Αίτηση - Έφεση απορρίφθηκε. Η Ενάγουσα καταχώρησε στη συνέχεια έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης και παράλληλα Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Την 24/6/2019 εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο αναστάληκε ο πλειστηριασμός του επίδικου ακινήτου. Το Δικαστήριο στη συνέχεια, μετά από ακροαματική διαδικασία, ακύρωσε το πιο πάνω προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς και όρισε εκ νέου τον πλειστηριασμό την 30/7/
  1. Μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 έγιναν διαπραγματεύσεις, «για εξεύρεση λύσης αναδιάρθρωσης ή διευθέτησης», οι οποίες οδήγησαν στον καταρτισμό «επιστολής προσφοράς» η οποία δόθηκε από την Εναγόμενη 1 σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη συμπεριλαμβανομένης και της Ενάγουσας. Η επιστολή προσφοράς έφερε ημερομηνία 29/7/2019 και έγινε αποδεκτή αυθημερόν. Λόγω της αποδοχής της επιστολής προσφοράς, η Εναγόμενη 1 συναίνεσε στην έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος αναβολής του πλειστηριασμού. Ο πλειστηριασμός ορίστηκε εκ νέου, δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου, την 30/9/2019 και ώρα 2:00 μ.μ. Η προσφορά, ως αυτή καταγραφόταν στην πιο πάνω επιστολή, δεν υλοποιήθηκε εντός της ταχθείσας χρονικής προθεσμίας και ενόψει τούτου η Εναγόμενη 1 έδωσε παράταση του χρόνου συμμόρφωσης μέχρι την 23/9/
  2. Την 30/9/2019 και ώρα 12:31 μ.μ., εκπρόσωπος της Ενάγουσας απέστειλε ηλεκτρονική επιστολή στην Εναγόμενη 1, με την οποία την ενημέρωσε ότι ο διευθυντής της Ενάγουσας Μάριος Πέτρου θα παρουσιαζόταν στα γραφεία της για να εξοφλήσει τον επίδικο λογαριασμό. Παρόμοιου περιεχομένου επιστολή αποστάληκε και από το δικηγόρο της Ενάγουσας, την ίδια ημέρα. Οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 απάντησαν στις πιο πάνω επιστολές αυθημερόν και πληροφόρησαν τους ενδιαφερομένους ότι το υπόλοιπο του χρέους ανερχόταν σε €693.800 και ότι αυτό θα έπρεπε να καταβαλλόταν στον δημοπράτη πριν την έναρξη του πλειστηριασμού. Αντίγραφο της επιστολής επισυνάπτεται στην Ένσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 ως Τεκμήριο
  3. Την ιδία ημέρα και ώρα 13:37 η Ενάγουσα κατέθεσε εις πίστη του ενυπόθηκου δανείου το ποσό των €630.
  4. Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε και το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από την Εναγόμενη 2 έναντι του ποσού των €995.
  5. Την ίδια ημέρα κατά τη λήξη της δημοπρασίας καταβλήθηκε από την Εναγόμενη το ποσό των €200.015 και λίγες μέρες αργότερα, την 18/10/2019, το ποσό των €795.500, ήτοι το συνολικό τίμημα του πλειστηριασμού. Την 25/10/2019 η Εναγόμενη 2 κατέβαλε το ποσό του Φ.Π.Α. που ανερχόταν σε €189.
  6. Την 31/10/2019 η Εναγόμενη 1 κατέθεσε αίτηση στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο για μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της Εναγόμενης
  7. Σχετική επί του σημείου αυτού είναι η παράγραφος 24 Α της Ενορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Ενσταση της Εναγόμενης 1, το περιεχόμενο της οποίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα την 30/9/2019, λίγο πριν και κατά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού, η Ενάγουσα πρόβαλε διαφορετικές θέσεις από τις θέσεις που πρόβαλαν οι Εναγόμενοι 1 και
  8. Είναι η θέση της Ενάγουσας, ως αυτή προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση του διοικητικού της συμβούλου Μάριου Πέτρου που υποστηρίζει την Αίτηση, ότι όταν κατέθεσε στον πιο πάνω λογαριασμό το ποσό των €630.000 αυτός ζήτησε να πληροφορηθεί για το υπόλοιπο του χρέους για να το καταβάλει σε μετρητά. Οι υπάλληλοι του καταστήματος τον πληροφόρησαν ότι δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή πληρωμή ποσού σε μετρητά καθότι απαιτείτο από την Κεντρική Τράπεζα να ελέγχεται η προέλευση των χρημάτων. Τον πληροφόρησαν επίσης ότι οι ίδιοι δεν γνώριζαν το υπόλοιπο του χρέους. Ο ομνύοντας έσπευσε τότε με το δικηγόρο του κ.Α.Μαθηκολώνη στο χώρο του πλειστηριασμού. Εφθασαν εκεί περί την 13:
  9. Προσπάθησαν να εισέλθουν στην αίθουσα του πλειστηριασμού, εμποδίστηκαν όμως από 4 - 5 νεαρά άτομα που «παρίσταναν» τους φρουρούς. Μετά από έντονες διαμαρτυρίες ο ομνύοντας και ο δικηγόρος του εισήλθαν στην αίθουσα του πλειστηριασμού και εκεί συνάντησαν τον Νεόφυτο Κυριάκου, που ενεργούσε ως δημοπράτης. Ο κ.Μαθηκολώνης πληροφόρησε τον δημοπράτη ότι είχε ήδη κατατεθεί το ποσό των €630.000 έναντι του ενυπόθηκου χρέους και ότι η Ενάγουσα ήταν έτοιμη να καταβάλει το υπόλοιπο για την εξόφληση του. Ο Νεόφυτος Κυριάκου τους πληροφόρησε ότι ο πλειστηριασμός είχε αρχίσει και ο ίδιος «δεν μπορούσε να κάμει οτιδήποτε». Οι Εναγόμενοι 1 και 2, ως ανέφερα αμέσως πιο πάνω, προβάλλουν διαφορετικές θέσεις σε σχέση με τα πιο πάνω γεγονότα. Η Ενσταση της Εναγόμενης 1 υποστηρίζεται από την Ενορκη Δήλωση του XXXXX Νικολάου, Λειτουργού στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών της Εναγόμενης 1, ενώ η Ενσταση της Εναγόμενης 2 υποστηρίζεται από ................................. Ο XXXXX Πέτρου πήγε στο κατάστημα της Εναγόμενης 1 η ώρα 13:00 και ζήτησε από τον ταμία XXXXX Πίριλλο την εξαργύρωση δύο τραπεζικών επιταγών συνολικού ύψους €630.000, με σκοπό να τα καταθέσει μαζί με το ποσό των €20.000 μετρητών που είχε στην κατοχή του, σύνολο €650.000 έναντι του επίδικου λογαριασμού. Ο ταμίας εξήγησε στον XXXXX Πέτρου ότι δεν μπορούσε να καταθέσει ποσό πέραν των €10.000 μετρητά χωρίς να παρουσιάσει οποιοδήποτε δικαιολογητικό / στοιχείο για την προέλευση των μετρητών. Ο XXXXX Πέτρου κατέθεσε στη συνέχεια τις δύο επιταγές και το ποσό των €10.000 σε μετρητά και στη συνέχεια και συγκεκριμένα η ώρα 13:40 αποχώρησε από το κατάστημα. Ο ομνύοντας, XXXXX Νικολάου, απορρίπτει τη θέση που πρόβαλε ο XXXXX Πέτρου ότι είχε ζητήσει από τον υπάλληλο του καταστήματος να πληροφορηθεί το ακριβές υπόλοιπο της οφειλής. Σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον πλειστηριασμό, ήταν η θέση του XXXXX Νικολάου, με βάση την ενημέρωση που έλαβε από τη συνάδελφο του XXXXX Παναγιώτου, υπεύθυνη για τις εκποιήσεις ενυπόθηκων ακινήτων που ήταν παρούσα στο χώρο, ότι ο πλειστηριασμό άρχισε η ώρα 14:
  10. Ο XXXXX Πέτρου και ο δικηγόρος Α.Μαθηκολώνης εισήλθαν στην αίθουσα η ώρα 14:07, 7 λεπτά μετά την έναρξη της δημοπρασίας. Ο XXXXX Πέτρου δήλωσε στο δημοπράτη ότι είχε εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος και ο πλειστηριασμός θα έπρεπε να σταματήσει. Ο δημοπράτης του ανέφερε ότι η ώρα ήταν 14:07 και αν ήθελε να σταματήσει τον πλειστηριασμό θα έπρεπε να είχε προσέλθει πριν την 14:
  11. Η συζήτηση μεταξύ του δημοπράτη και του δικηγόρου Α.Μαθηκολώνη συνεχίστηκε για λίγο και στη συνέχεια τα δύο αυτά πρόσωπα έφυγαν. Η Ένσταση της Εναγόμενης 2 υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του XXXXX Ατάου, που είναι ένας εκ των δικηγόρων της Εναγομένης 2, και ήταν παρών κατά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού, που άρχισε η ώρα 14:
  12. Ο ομνύοντας αναφέρει, μεταξύ άλλων, στην Ενορκη Δήλωση του, ότι λίγα λεπτά μετά την έναρξη του πλειστηριασμού άκουσε θόρυβο στην είσοδο της αίθουσας και διαπίστωσε ότι ο θόρυβος αυτός προκαλείτο από τους κ.κ. XXXXX Πέτρου και Α.Μαθηκολώνη. Ο XXXXX Πέτρου κρατούσε κάποιο έγγραφο και έλεγε «έντονα και δυνατά» ότι είχε εξοφλήσει. Ο δημοπράτης τον ρώτησε τότε αν είχε οποιοδήποτε διάταγμα στην κατοχή του, «ικανό να διακόψει τον πλειστηριασμό», αυτός του απάντησε αρνητικά. Στη συνέχεια ο υπάλληλος της Εναγόμενης 1 ενημέρωσε τον δημοπράτη ότι ο XXXXX Πέτρου δεν είχε εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος και ως εκ τούτου ο δημοπράτης δήλωσε ότι θα συνέχιζε τον πλειστηριασμό και ο XXXXX Πέτρου δικαιούτο εάν ήθελε να πλειοδοτήσει. Αντ΄ αυτού ο XXXXX Πέτρου και ο δικηγόρος του επέλεξαν να αποχωρήσουν από την αίθουσα. Τα γεγονότα, ως καταγράφονται στις Ενστάσεις των Εναγομένων 1 και 2, δεν έχουν αντικρουσθεί από την Ενάγουσα με την προσκόμιση άλλης μαρτυρίας, ενώ οι ομνύοντες XXXXX Νικολάου και XXXXX Ατάου δεν έχουν αντεξετασθεί. Ενόψει τούτου τα γεγονότα αυτά θα αποτελέσουν τη βάση για εξέταση των θεμάτων που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει. Η Ενάγουσα στην Αίτηση της εισηγείται, μεταξύ άλλων, ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο και ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Προβάλλει τη θέση ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πωλήθηκε σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική. Ο ομνύοντας XXXXX Πέτρου στην παρ.16 της Ενόρκου Δηλώσεως του ισχυρίσθηκε ότι η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου, με βάση την εκτίμηση του εκτιμητή Ζουρίδη, Τεκμήριο 16, ανέρχεται στο ποσό των €1.895.
  13. Στο σημείο αυτό είναι άξιο να σημειωθεί ότι η εκτίμηση ετοιμάστηκε μετά την ολοκλήρωση του πλειστηριασμού. Η Εκθεση φέρει ημερομηνία 22/10/
  14. Ο ομνύοντας αναφέρει επίσης, σχετική είναι η παρ. 17 της Ενόρκου Δηλώσεως του, ότι η Εναγόμενη 1 δεν είναι φερέγγυος. Ισχυρίζεται ότι πρόκειται για νεοσύστατη εταιρεία που εγγράφηκε την 11/10/2017 με εκδοθέν κεφάλαιο ύψους €100.000, η οποία δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει την Ενάγουσα σε περίπτωση που αυτή ήθελε υποστεί σημαντική ζημιά. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 απορρίπτουν τις πιο πάνω θέσεις. Ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα κωλύεται να εγείρει το θέμα της αξίας του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου από τη στιγμή που η ίδια παρέλειψε να το αμφισβητήσει όταν κλήθηκε να το πράξει στα πλαίσια της Ειδοποίησης Τύπου ΙΒ. Η Ενάγουσα επέλεξε να μην ασκήσει το δικαίωμα της για διορισμό εκτιμητή δυνάμει του άρθρου 44 Δ
(1)
(2)του Νόμου, μετά την επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου ΙΒ. Λόγω της παράλειψης τη κατέστησε την καθορισμένη από τις εκτιμήσεις που διενήργησε η Εναγόμενη 1, αξία πώλησης του ακινήτου, τελεσίδικη. Οι εκτιμήσεις αυτές επισυνάπτονται στην Ενσταση. Με βάση την εκτίμηση του XXXXX Στεφάνου, Τεκμήριο 9, η αγοραία αξία του ενυπόθηκου κτήματος είναι €1.020.000 ενώ η αξία καταναγκαστικής πώλησης €715.
  1. Με βάση την εκτίμηση του Χάρη Τιμοθέου, Τεκμήριο 10, η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου είναι €971.000 ενώ η αξία σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης €680.
  2. Η Εναγόμενη 1 απορρίπτει και τον ισχυρισμό ότι αυτή δεν είναι φερέγγυα. Το 99% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 κατέχεται από την Κυπριακή Δημοκρατία και είναι ιδιοκτήτρια περιουσιακών στοιχείων αξίας €7.000.000.000 (επτά δισεκατομμυρίων ευρώ). Εποπτεύεται από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και έχει τα απαραίτητα κεφάλαια, σε περίπτωση που η αγωγή πετύχει, να αποζημιώσει την Ενάγουσα. Φερέγγυα είναι, με βάση τη θέση του XXXXX Ατάου, και η Εναγόμενη
  3. Η Εναγόμενη 2 είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας αξίας €2.311.
  4. Προς επίρρωση της θέσης αυτής επισυνάπτεται στην Ενορκη Δήλωση πιστοποιητικό του Κτηματολογίου Λάρνακας, από το οποίο προκύπτει ότι ακίνητο το οποίο ήταν εγγεγραμμένο στην Εναγόμενη 2, την 1/11/2013, ήταν αξίας €2.311.
  5. Ο ομνύοντας XXXXX Ατάου ισχυρίζεται περαιτέρω ότι είναι η ίδια η Ενάγουσα που βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση. Με βάση τα στοιχεία που έχει παρουσιάσει, προκύπτει ότι το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο επιβαρύνετο με υποθήκη της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €340.000, εννέα ΜΕΜΟ του Φόρου Εισοδήματος για συνολικό ποσό που υπερβαίνει τις €100.000, τρία ΜΕΜΟ της Τράπεζας Κύπρου για συνολικό ποσό που υπερβαίνει τις €445.000 και δύο ΜΕΜΟ της Εταιρείας Gordian Holdings Ltd για ποσό πέραν των €680.
  6. Τα πιο πάνω στοιχεία δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Ενάγουσα είτε διά της προσκόμισης συμπληρωματικής μαρτυρίας είτε διά της αντεξετάσεως των ενόρκως δηλούντων. Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και στις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα άρθρα 5, 21, 27, 44, 44 Α - 44 ΙΒ, 44 ΙΓ και 44 Ζ
(1)
(2)
(3)και στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015. To άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφέρω απλά ενδεικτικά τις Odysseos v Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557, Karydas Taxi Co Ltd v Komodikis
(1975)1 C.L.R. 311, Κ.Ο.Τ. v Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 225. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας εξετάζει τρεις βασικές προϋποθέσεις: α. Την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, δηλαδή να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τις έγγραφες προτάσεις. β. Την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας. γ. Την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά, κατά πόσο, δηλαδή, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οταν ο ενάγοντας καταφέρει να αποδείξει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα, η κακόβουλη πρόθεση του εναγομένου στην πρόκληση της ζημιάς αλλά γενικά και η όλη συμπεριφορά του έναντι του ενάγοντα, είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο[1]. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει παράλληλα υπόψη την ταλαιπωρία που πιθανόν να υποστεί ο εναγόμενος από την έκδοση του επιδιωκουμένου διατάγματος αλλά και γενικά όλες τις επιπτώσεις που θα υποστεί αυτός. Σταθμίζει τις επιπτώσεις που το διάταγμα θα επιφέρει στον εναγόμενο με τις επιπτώσεις που θα υποστεί ο ενάγοντας σε περίπτωση μη έκδοσης του. Το βάρος είναι στους ώμους του αιτητή να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Πέραν τούτου, πρέπει να αποφεύγει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που είναι απόλυτα αναγκαίο (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, 267, 268 και Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788). Η αξίωση της Ενάγουσας στηρίζεται στην ουσία στο γεγονός ότι η δημοπρασία έχει διενεργηθεί από δημοπράτη, άλλο από αυτόν το όνομα του οποίου καταγράφεται στο Δελτίο Α που αποστάληκε σε αυτή. Με βάση το Δελτίο Α, ο δημοπράτης που θα διενεργούσε τον πλειστηριασμό ήταν ο XXXXX Κάσινος, ενώ στην πράξη εκείνος που διενήργησε τον πλειστηριασμό ήταν ο XXXXX Κυριάκου. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Ενάγουσα, ο δημοπράτης XXXXX Κάσινος κωλύετο να διενεργήσει τον επίδικο πλειστηριασμό και ενημέρωσε σχετικά την Εναγομένη 1, με επιστολή που επισυνάπτεται στην ένσταση της, τεκμήριο 24. Ζητήθηκε τότε από το διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να ακυρωθεί ο διορισμός του δημοπράτη XXXXX Κάσινου και να διορισθεί, μέσω της νενομισμένης διαδικασίας, άλλος δημοπράτης, πράγμα που έγινε. Ακυρώθηκε ο διορισμός του XXXXX Κάσινου και στη θέση του διορίσθηκε ο XXXXX Ιακωβίδης. Ο τελευταίος κωλύετο και αυτός, λόγω απουσίας στο εξωτερικό να διενεργήσει τη συγκεκριμένη δημοπρασία και ως εκ τούτου επαναλήφθηκε η διαδικασία που καταγράφω πιο πάνω και μέσω της νενομισμένης διαδικασίας επιλέγηκε ο XXXXX Κυριάκου, που ήταν τελικά αυτός που διενήργησε και τον επίδικο πλειστηριασμό. Και στις τρεις περιπτώσεις ο δημοπράτης επιλέχθηκε τυχαία και έγινε κατόπι αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος που τηρείται στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, από κατάλογο προσοντούχων δημοπρατών, οι οποίοι διορίζονται από το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, όπως προβλέπεται από το άρθρο 44Ζ
(1)(α) του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί και τον κανονισμό 3
(1)της ΚΔΠ 185/
  1. Ο τρόπος διορισμού του δημοπράτη Νεόφυτου Κυριάκου, τα προσόντα αυτού και η ορθότητα του τρόπου που διενεργήθηκε ο επίδικος πλειστηριασμός δεν αμφισβητούνται από την Ενάγουσα. Το παράπονο της ενάγουσας εστιάζεται στη λανθασμένη πληροφόρηση που είχε ως προς το όνομα του δημοπράτη. Το όνομα του δημοπράτη αναγράφεται ως ανέφερα και πιο πάνω στο Δελτίο Α. Το πιο πάνω Δελτίο ετοιμάζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του κανονισμού 4 της ΚΔΠ 185/
  2. Στο δεύτερο παράρτημα της πιο πάνω κανονιστικής διοικητικής πράξης καταγράφεται το κείμενο που πρέπει να περιλαμβάνει το Δελτίο αυτό. Παραθέτω αμέσως πιο κάτω, αυτούσιο το απόσπασμα του κειμένου που περιλαμβάνει το όνομα του δημοπράτη. «ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΕΤΑΙ ότι σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, θα πωληθεί στη δημοπρασία μετά από αίτηση του .. η ακίνητη ιδιοκτησία που περιγράφεται στον πιο κάτω Πίνακα από το δημοπράτη .. αρ. τηλ .. Η πώληση θα διεξαχθεί στο .. στις .. και ώρα .. Εγγραφες προσφορές μπορούν να παραδίδονται προσωπικά στο δημοπράτη που αναφέρεται πιο πάνω μέχρι την ώρα της πώλησης." Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προκύπτει ότι η καταγραφή του ονόματος του δημοπράτη επιβάλλεται έτσι ώστε όταν κάποιος ενδιαφερόμενος πλειοδότης επιθυμεί να υποβάλει έγγραφη προσφορά για αγορά του ακινήτου, να την παραδίδει στο δημοπράτη. Προφανώς αυτός είναι και ο λόγος που είναι αναγκαίο όπως καταγράφεται στο Δελτίο Α και το τηλέφωνο του δημοπράτη, όχι απλώς το όνομα του. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κανονισμός 4 της ΚΔΠ 185/2015 προνοεί για δημοσίευση του πιο πάνω Δελτίου και όχι απλώς για κοινοποίηση του στον ενυπόθηκο οφειλέτη και στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενυπόθηκος δανειστής δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του πιο πάνω κανονισμού, στην έκταση που αυτές αφορούσαν τη δημοσίευση του ονόματος του δημοπράτη. Το γεγονός αυτό όμως από μόνο του δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου εκ μέρους της Ενάγουσας ότι η πιο πάνω παράλειψη την έχει επηρεάσει με οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο και ή ότι λόγω της πιο πάνω παράλειψης αυτή έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Το επόμενο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η Τρίτη προυπόθεση του άρθρου 32 κατά πόσο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η Ενάγουσα, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση της επισύναψε εκτίμηση της αξίας της πιο πάνω ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με την οποία η αξία της είναι πολύ μεγαλύτερη από τη τιμή στην οποία πωλήθηκε κατά τον επίδικο πλειστηριασμό. Η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να διορίσει δικό της εκτιμητή για να υπολογίσει την αγοραία αξία του επιδίκου ακινήτου, πράγμα που αυτή παρέλειψε να πράξει. Παρενθετικά αναφέρω ότι στην Ενάγουσα επιδόθηκε η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ», τεκμήριο 8 στην ένσταση του Εναγομένου 1, με την οποία κλήθηκε να διορίσει εκτιμητή για να καθορίσει την αγοραία αξία του ενυπόθηκου κτήματος. Η Ενάγουσα αντί να διορίσει εκτιμητή εντός της προθεσμίας που αναγραφόταν στην πιο πάνω Ειδοποίηση και ως προβλέπεται και από τις πρόνοιες του άρθρου 44 Δ του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, διόρισε τον εκτιμητή μετά την ολοκλήρωση του πλειστηριασμού και την πώληση του επιδίκου κτήματος. ΄Εχοντας υπόψη τα πιο πάνω καταλήγω ότι καμιά βαρύτητα μπορεί να δοθεί στην εκτίμηση που παρουσίασε η Ενάγουσα εκ των υστέρων. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 1 είναι νεοσύστατη εταιρεία με μετοχικό κεφάλαιο ύψους 100.000 και σε περίπτωση που η αγωγή της πετύχει αυτή δεν θα είναι σε θέση να την αποζημιώσει, ισχυρισμός ο οποίος καταρρίπτεται τόσο από την Εναγομένη 1 όσο και από την Εναγομένη
  3. Υπενθυμίζω σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της Εναγομένης 1, το 99% του μετοχικού της κεφαλαίου κατέχεται από την Κυπριακή Δημοκρατία και αυτή είναι ιδιοκτήτρια περιουσιακών στοιχείων αξίας €7.000.000.000 (επτά δισεκατομμυρίων ευρώ). Εποπτεύεται από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και έχει τα απαραίτητα κεφάλαια, σε περίπτωση που η αγωγή πετύχει, να αποζημιώσει την Ενάγουσα. Φερέγγυα είναι, με βάση τη θέση του Παναγιώτη Ατάου, και η Εναγόμενη 2, η οποία είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας αξίας €2.311.
  4. Οι πιο πάνω θέσεις δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Ενάγουσα. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο Δικαστηρίου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν των πιο πάνω και έχοντας υπόψη ότι ολόκληρο το τίμημα για την αγορά του επιδίκου ακινήτου έχει ήδη καταβληθεί από τον αγοραστή, οι φόροι, συμπεριλαμβανομένου και του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), έχουν εξοφληθεί και τη δεινή κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν ο αγοραστής σε περίπτωση που εκδιδόταν το αιτούμενο διάταγμα, καταλήγω ότι το ισοζύγιο της ευχέρεια κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και ενατίον της Ενάγουσας. Τα έξοδα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)..................... Τ.Παρασκευαϊδου-Καρακάννα Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλέπετε Hollywood Silver Fox Farm Ltd v. Emmett
(1936)1 All ER 825. Σχετικό είναι και το σύγγραμμα ' Διατάγματα,' Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, σελ.62 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.