← Κύπρος

ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2031/19, 27/1/2020

ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2031/19, 27/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Παρασκευαΐδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2031/19 Μεταξύ:-

  1. XXXXX ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ
  2. XXXXX ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ
  3. XXXXX ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ
  4. XXXXX ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ Εναγόντων και
  5. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  6. GORDIAN HOLDINGS LIMITED (HE 378128) Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 19/12/2019 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 27.01.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ.κ. Κ. Πατσαλίδου και Παπαστεφάνου και για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει την Απόφαση η κα Χριστιάνα Ηλία) Για Εναγομένους/Καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνη & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει την Απόφαση ο κ.Ραφαήλ Βερζανλή) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 τα πιο κάτω: Α. Απόφαση και/ή διάταγμα ότι η μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων που αφορούν τις υποθήκες XXXXX/1982, XXXXX/1982, XXXXX/1994 και XXXXX/87, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, από τους Εναγόμενους 1 στους Εναγόμενους 2, είναι παράνομη καθότι παραβιάζει το άρθρο 3 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου (Νόμος 169)Ι/2015, ως έχει τροποποιηθεί. Β. Απόφαση ότι οι Ενάγοντες ουδέν ποσόν οφείλουν στους Εναγόμενους 2 σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβαν από τη Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου Λτδ και/ή σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό δυνάμει της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στην Αγωγή 2370/2003, ημερομηνίας 17/12/2008, αξίωση την οποίαν τελικά απόσυραν στο στάδιο των αγορεύσεων Γ. Απόφαση ότι οι Εναγόμενοι 2 δεν έχουν δικαίωμα να εγείρουν οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία για την είσπραξη των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή εξ αποφάσεως χρέους. Με την υπό κρίση αίτηση οι Ενάγοντες αιτούνται προσωρινό διατάγμα με το οποίο να εμποδίζεται η πώληση διά πλειστηριασμού των ακινήτων που επιβαρύνονται με τις υποθήκες XXXXX/
  7. Αρχικά ζητούσαν και προσωρινό διάταγμα το οποίο αφορούσε και την XXXXX/1982, το οποίο όμως απόσυραν στη συνέχεια στο στάδιο των αγορεύσεων. Αξιώνουν επίσης παρεμπίπτοντα διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 2 να εκδώσουν και να αποστείλουν στους Ενάγοντες οποιανδήποτε ειδοποίηση Τύπου Θ, Ι και ΙΑ, σε σχέση με τις υποθήκες XXXXX/87 και XXXXX/
  8. Η Aίτηση στηρίζεται στο Νόμο 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, στα άρθρα 15, 16, 23 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στα άρθρα 80 και 81 του ΚΕΦ 24, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας
  9. Είναι η θέση της Ενάγουσας 2 ότι η μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων από την Καθ' ης η αίτηση 1 στην Καθ' ης η αίτηση 2 αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 3

(1)(β) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για άλλα συναφή θέματα Νόμου 169(Ι)/
  1. Σχετικές είναι οι Παραγράφοι 9 μέχρι 14 της ένορκης δήλωσης της. Η Ενάγουσα 2 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Καθ' ης η αίτηση 2 δεν είναι φερέγγυα και κατ' επέκταση δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσει τους Αιτητές σε μεταγενέστερο χρόνο, αν πετύχει η αγωγή τους, καθότι το πληρωθέν μετοχικό κεφάλαιό της ανέρχεται σε μόλις €100.000 και επιπρόσθετα αυτή δεν έχει υποβάλει οικονομικές καταστάσεις στον Έφορο Εταιρειών. Στην Παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσής της αναφέρει τα πιο κάτω, τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «
  2. Δεν παραγνωρίζω ότι τα Ακίνητα επιβαρύνονται με τις Υποθήκες XXXXX/82 και XXXXX/
  3. Εντούτοις, οι σχετικές συμβάσεις υποθήκευσης συνάφθηκαν μεταξύ εμού και της Λαϊκής. Οι Αιτητές ουδέποτε συναίνεσαν, ούτε μπορεί να εκληφθεί ότι, όταν υπογράφονταν οι συμβάσεις, θεώρησαν ως πιθανό το ενδεχόμενο πώλησης των Ακινήτων (και ενδεχομένως στο άμεσο μέλλον και των ακινήτων που καλύπτονται από τις Υποθήκες XXXXX/87 και XXXXX/94) από τρίτο πρόσωπο, άγνωστης υπόστασης και οικονομικής κατάστασης, το οποίο δεν αποτελεί τραπεζικό οργανισμό και το οποίο, όπως προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(β) του Ν. 169 (Ι)/2015, δεν νομιμοποιείτο να αποκτήσει τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφαλίζονται με τις Υποθήκες και κατ' επέκταση δυνατότητα να πωλήσει με συνοπτικές διαδικασίες τα Ακίνητα.» Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση. Ισχυρίζονται ότι η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Οι Αιτητές κωλύονται λόγω της συμπεριφοράς τους να ζητούν την ακύρωση του πλειστηριασμού και εν πάσει περιπτώσει καθυστέρησαν «υπέρμετρα» στην καταχώριση της παρούσας αγωγής. Απορρίπτουν τον ισχυρισμό ότι η μεταφορά των πιστωτικών διευκολύνσεων από τους Εναγομένους 1 στους Εναγομένους 2 έγινε κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και εισηγούνται ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εξετάσει τη νομιμότητα της πιο πάνω μεταφοράς. Είναι η θέση τους ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Παύλου Δημητρίου, υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτηση
  1. Ο ομνύοντας, αφού παραθέτει το ιστορικό της υπόθεσης, απορρίπτει τη θέση ότι η μεταφορά των επιδίκων πιστωτικών διευκολύνσεων από την Καθ' ης η αίτηση 1 στην Καθ' ης η αίτηση 2 είναι παράνομη και κατ' επέκταση, εισηγείται ότι οι Αιτητές δεν έχουν καλή βάση αγωγής, ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που η αγωγή επιτύχει τόσο η Καθ' ης η αίτηση 1, όσο και η Καθ' ης η αίτηση 2, έχουν την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσουν τους Αιτητές. Επισημαίνει ότι η Καθ' ης η αίτηση 2 είναι εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων, η οποία έχει δεόντως αδειοδοτηθεί και εποπτεύεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και είναι σε θέση να καταβάλει στους Αιτητές οποιεσδήποτε τυχόν αποζημιώσεις επιδικαστούν υπέρ τους. Με βάση τους μη ελεγμένους ισολογισμούς της, την 31.07.2019 η Καθ' ης η αίτηση 2 διέθετε περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €1.182.182.
  2. Eπισημαίνει ότι ο κίνδυνος απώλειας των ενυπόθηκων ακινήτων υπήρχε πάντοτε από την αρχή της συμβατικής σχέσης των διαδίκων και είναι ο κυριότερος λόγος, ως αναφέρει χαρακτηριστικά, για τον οποίο ενυπόθηκοι δανειστές αποδέχονται εμπράγματες εξασφαλίσεις τις οποίες μπορούν να εκποιήσουν για να εισπράξουν το λαβείν τους σε περίπτωση που ενυπόθηκος οφειλέτης δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τα πιο κάτω αναντίλεκτα γεγονότα: Οι Αιτητές διατηρούσαν στη Marfin Popular Bank Public Co Ltd, αριθμό λογαριασμών και δανείων, μεταξύ των οποίων και τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην εταιρεία Vetalia Clothing Manufacturers Limited, καθώς και άλλους λογαριασμούς όπως ο χρεωστικός λογαριασμός με αρ. XXXXX2314 και ο λογαριασμός με αρ. XXXXX6093 με πρωτοφειλέτη των Αιτητή αρ. 1, οι οποίοι εξασφαλίζονταν με διάφορες υποθήκες και προσωπικές εγγυήσεις των Αιτητών αρ. 2, 3 και
  3. Στη συνέχεια τα περιουσιακά στοιχεία, οι τίτλοι ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd μεταβιβάστηκαν στην Καθ΄ης η αίτηση 1 και ακολούθως από την 30.05.2019, με βάση δικαστικό διάταγμα, προς την Καθ' ης η Αίτηση
  4. Οι Αιτητές αρ. 2 και 4 παραχώρησαν μεταξύ άλλων προς όφελος της Τράπεζας, τις υποθήκες XXXXX/1982 και XXXXX/
  5. Τη 16/04/2002 η Τράπεζα τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και απαίτησε την άμεση εξόφληση ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού. Τη 19/06/2003 η Τράπεζα καταχώρισε εναντίον των Αιτητών την Αγωγή υπ' αρ. 2370/2003 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Την 05/10/2005 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε απόφαση υπέρ της πρώην Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και εναντίον της Αιτήτριας αρ. 3, στην πιο πάνω αγωγή, για το ποσό των ΛΚ442.885,10 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Τρία χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα τη 17/12/2008 το Δικαστήριο εξέδωσε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της πρώην Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και εναντίον των Αιτητών αρ. 1 και 2, αλληλέγγυα ή/και κεχωρισμένα για το ποσό των €854.300 σεντ πλέον τόκους και απόφαση υπέρ της πρώην Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και εναντίον όλων των Εναγομένων στην αγωγή αλληλέγγυα ή/και κεχωρισμένα για τα έξοδα της αγωγής. Εκδόθηκε επίσης εκ συμφώνου διάταγμα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων των Αιτητών αρ. 2, 3 και 4 τα οποία επιβαρύνονταν με τις επίδικες υποθήκες, XXXXX/1982, XXXXX/1982 και Υ. XXXXX/1994 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας που είναι οι ίδιες υποθήκες για τις οποίες προωθείται από την Καθ' ης η Αίτηση 2 η παρούσα διαδικασία εκποίησης. Υπενθυμίζω ότι η θεραπεία που αφορά την XXXXX/1982 έχει αποσυρθεί. Η πιο πάνω δικαστική απόφαση προνοούσε, μεταξύ άλλων και την αναστολή της εκτέλεσης της μέχρι την 1/12/2009, νοουμένου ότι καταβάλλετο το ποσό των €800.000 πλέον τόκους και έξοδα. Λόγω μη συμμόρφωσης των Εναγόμενων με τους πιο πάνω όρους αναστολής, το ποσό της απόφασης κατέστη άμεσα πληρωτέο και απαιτητό. Την 29/03/2013 με βάση διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, μεταβιβάστηκαν περιουσιακά στοιχεία , τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd προς την Καθ΄ης η αίτηση 1, με αποτέλεσμα η τελευταία να αναλάβει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, που πήγαζαν από τις διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν δοθεί στους Αιτητές. Λόγω της μη εξόφλησης του εξ' αποφάσεως χρέους των Αιτητών, η Καθ' ης η Αίτηση 1 απέστειλε μέσω συστημένου ταχυδρομείου την 21/02/2019 τις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και «Θ» (αναφορικά με τις επίδικες υποθήκες που είχαν εγγραφεί ως εξασφάλιση της εταιρείας Vetalia) οι οποίες παραλήφθηκαν από όλους τους Αιτητές. Ακολούθως, και αφού μεσολάβησε η μεταβίβαση όλων των εξασφαλίσεων, υποχρεώσεων αλλά και του εξ' αποφάσεως χρέους των Αιτητών από την Καθ΄ης η Αίτηση 1 προς την Καθ' ης η Αίτηση 2, με βάση διάταγμα του Δικαστηρίου, η Καθ' ης η Αίτηση 2 απέστειλε στους Αιτητές και σε όλα τα Ενδιαφερόμενα Μέρη τις Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και ΙΒ, ημερομηνίας 30/08/
  6. Με την Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ τους ενημέρωσε ότι ο πλειστηριασμός των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων είχε προγραμματισθεί για την 29/01/2020 και με την Ειδοποίηση Τύπου ΙΒ ενημέρωσε την Ενάγουσα - Αιτήτρια 2 ότι θα είχε δικαίωμα να διορίσει εκτιμητή για καθορισμό της επιφυλαχθείσας τιμής πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Οι Αιτητές συμμορφώθηκαν με την απαίτηση για διορισμό εκτιμητή και ενημέρωσαν σχετικά την Καθ' ης η Αίτηση
  7. Στη βάση των εκτιμήσεων τόσο της Καθ' ης η Αίτηση 2 όσο και της πλευράς των Αιτητών, ετοιμάσθηκαν, αποστάλθηκαν και παραλήφθηκαν από τους Αιτητές και όλα τα Ενδιαφερόμενα Μέρη τα Δελτία Α, στα οποία αναγράφεται η επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων που αφορά η υποθήκη υπ. Αριθμό XXXXX/
  8. Αυτά είναι εν συντομία τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[1]. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση τη νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο, ήτοι ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση. (β) Πιθανότητα ότι ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία. Ο αιτητής πρέπει να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία να εξετάσει αν οι Καθ' ων η αίτηση 1 νομιμοποιούνταν να μεταφέρουν τα δικαιώματα που πηγάζουν από το εξ αποφάσεως χρέος εναντίον της Αιτήτριας προς τους Καθ' ων η αίτηση
  9. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2, επί της οποίας βασίζεται η Αίτηση, η μόνη βάση αγωγής αλλά και αξίωση των Αιτητών έγκειται στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της μεταβίβασης του εξ' αποφάσεως χρέους και των επίδικων υποθηκών από την Καθ΄ ης η αίτηση 1 στην Καθ' ης η Αίτηση
  10. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η εκχώρηση και η μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθηκών έχει επικυρωθεί με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 23/05/2019, το οποίο συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ. Είναι η θέση των Καθ΄ων η Αίτηση ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται εξουσίας και δικαιοδοσίας είτε να εξετάσει είτε να αμφισβητήσει την νομιμότητα της εν λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης καθ' ότι εάν το πράξει ουσιαστικά θα ενεργήσει ως Εφετείο ομόβαθμου του Δικαστηρίου. Αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας μας ότι Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου Δικαστηρίου. Τούτο, θα αποτελούσε εξέλιξη ανεπίτρεπτη και αντινομική. Το θέμα εξετάσθηκε πρόσφατα, σε βάθος, στην Αίτηση 32/2019 Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή ν. Περατικού, ημερομηνίας 17.04.2019, από το Σ. Ναθαναήλ Δ. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα στο οποίο γίνεται εκτενής αναφορά σε σχετική νομολογία. « . Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο.» Η αναίρεση δικαστικής απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης. Δεν είναι συνεπώς δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρηθεί αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου έστω και αν διατηρεί εντελώς διαφορετική άποψη επί του θέματος. Σχετικές επί του θέματος είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Ματθαίου ν. Σολομώντος
(2010)1 Α.Α.Δ. 1201, Κυριάκου ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020, κ.ά., Μάριου ν. Κοσμά
(2014)1 Α.Α.Δ. 698, Russel ν.Ritchie
(2008)1 Α.Α.Δ. 639 και Γεωργίου ν. Χατζηαλεξάνδρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1366). Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι το Δικαστήριο δεν κέκτηται καν εξουσίας να εξετάσει την εισήγηση των Αιτητών περί παρανομίας του διατάγματος εκχώρησης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Επί της πιο πάνω εισήγησης εδράζεται η αγωγή των Εναγόντων - Αιτητών. Καταλήγω ότι δεν πληρούνται οι δύο πρώτες προυποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του πιο πάνω Νόμου, ήτοι ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, παρατηρώ, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι σε περίπτωση που οι Αιτητές υποστούν οποιαδήποτε ζημιά, αυτή θα είναι οικονομικής φύσεως. Ως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στη σελίδα 132: «. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Παρατηρώ επίσης ότι καμιά θετική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσουν τους Αιτητές σε περίπτωση που αποφασισθεί ότι αυτοί έχουν υποστεί κάποια ζημιά. Η θέση της Ενάγουσας 2 ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν είναι φερέγγυα ήταν γενική και αόριστη, καταρρίπτεται δε από τα στοιχεία που προσκόμισε η τελευταία και δεν έχουν αμφισβητηθεί. Για όλους τους λόγους που ανέπτυξα πιο πάνω κρίνω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών. (Υπ.) ................... Τ. Παρασκευαΐδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Βλέπετε Odysseos ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.