← Κύπρος

HQ TRUSTEES LTD, υπό την ιδιότητά τους ως εμπιστευματοδόχοι του καταπιστεύματος Cabernet Trust ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγ. 2234/2014, 12/

HQ TRUSTEES LTD, υπό την ιδιότητά τους ως εμπιστευματοδόχοι του καταπιστεύματος Cabernet Trust ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγ. 2234/2014, 12/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 2234/2014 Μεταξύ: HQ TRUSTEES LTD, υπό την ιδιότητά τους ως εμπιστευματοδόχοι του καταπιστεύματος Cabernet Trust, από τη Λεμεσό Ενάγοντες - Αιτητές και

  1. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ
  2. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  3. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενοι - Καθ΄ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 15.11.2019 για ειδική αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων Ημερομηνία: 12.5.2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Aιτήτρια: κα Κ. Χ΄΄ Αναστάση μαζί με κα Μ. Αυξεντίου για Μ. Λοΐζου Για την Εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Θ. Ραφτοπούλου για Α. Ευαγγέλου και Σία Δ.Ε.Π.Ε Δεν υπήρξε φυσική παρουσία των δικηγόρων στην αίθουσα του Δικαστηρίου λόγω της πανδημίας του covid-19 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή αιτούνται διάφορες θεραπείες λόγω της απομείωσης (κουρέματος) των καταθέσεων τους που διατηρούσαν σε λογαριασμούς στην εναγόμενη
  4. Με βάση τις λεπτομέρειες της Εκθεσης Απαίτησης, η απομείωση επήλθε το Μάρτιο του 2013 λόγω των μέτρων εξυγίανσης που έλαβαν οι εναγόμενοι για διάσωση της οικονομίας και ειδικότερα της εναγόμενης
  5. Τα μέτρα που λήφθηκαν είχαν ως αποτέλεσμα το συνολικό ποσό των €540.558, το οποίο ήταν κατατεθειμένο σε πίστη των εναγόντων στους ανωτέρω αναφερόμενους λογαριασμούς που διατηρούσαν οι Αιτητές με τους εναγόμενους 3, να έχει μετατραπεί σε μετοχές αξίας ενός

(1)ευρώ. Αξιώνουν, μεταξύ άλλων, την έκδοση απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η εναγόμενη 3 οφείλει τα ποσά που ήταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς που διατηρούσαν οι Ενάγοντες ως εμπιστευματοδόχοι του Cabernet Trust και ως αυτά παρουσιάζονταν πριν από την έκδοση του σχετικού διατάγματος που είχε ως αποτέλεσμα την απομείωση των καταθέσεων τους και την μετατροπή των ποσών σε μετοχές ονομαστικής αξίας ενός
(1)ευρώ. Η Εκθεση Απαίτησης είναι μακροσκελής, αποτελείται από 20 πυκνογραμμένες σελίδες και εδράζεται σε σωρεία λόγων, κάποιοι δε από αυτούς είναι διατυπωμένοι με αχρείαστα αναλυτικό τρόπο ενώ κάποιοι άλλοι καταγράφονται πέραν της μίας φοράς. Τους συνοψίζω, στο βαθμό που αυτό ήταν εφικτό, αμέσως πιο κάτω: Ως αποτέλεσμα της συμφωνίας που επιτεύχθηκε μεταξύ του Eurogroup και Κυπριακής Κυβέρνησης για εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κύπρου και της περαιτέρω συμφωνίας περί εξυγίανσης της εναγόμενης 3 με ίδια μέσα («bail-in»), εκδόθηκε το Διάταγμα υπ΄ αριθμό 103 το οποίο προνούσε, μεταξύ άλλων, για τη μετατροπή ποσοστού 37,5% των ανασφάλιστων καταθέσεων (καταθέσεις πέραν των €100.000) σε συνήθεις μετοχές τάξης Α' με τιμή μετατροπής ένα
(1)ευρώ ονομαστικής αξίας μετοχών τάξης Α΄ για κάθε ένα
(1)ευρώ του μετατρεπόμενου υπερβάλλοντος ποσού. Τα εκδοθέντα διατάγματα ή/και το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και των εκπροσώπων της Τρόικας επηρέασαν το δικαίωμα ιδιοκτησίας των εναγόντων που είναι κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Κατά την άσκηση των εξουσιών τους, οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν σεβάστηκαν τους νομικούς περιορισμούς που θέτει το Σύνταγμα στην άσκηση της κρατικής εξουσίας με αποτέλεσμα να πληγεί ανεπανόρθωτα η αρχή περί υπεροχής του κράτους δικαίου καθώς και η αρχή της νομιμότητας. Περαιτέρω υπήρξε κατάφωρη παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής προστασίας κατοχυρωμένων δικαιωμάτων η οποία πρέπει να μετριαστεί. Οι εναγόμενοι 1 και 2 παρενέβησαν κυριαρχικά στη συμβατική σχέση των εναγόντων με τους εναγόμενους
  1. Κατά τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης, οι εναγόμενοι 1 και 2, κατά παράβαση ρητών προνοιών του Νόμου, προσήγαγαν τους ενάγοντες σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν σε περίπτωση που η εναγόμενη 3 ετίθετο σε εκκαθάριση. Οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέβησαν τις ρητές από τον Νόμο εξουσίες ή/και υποχρεώσεις τους σε σχέση με την προτεραιότητα των πιστωτών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου καταβάλλονται πρώτα τα χρέη ή οι απαιτήσεις εξασφαλισμένες με επιβάρυνση στην περιουσία του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, μέχρι ποσού που προκύπτει από τη ρευστοποίηση της εξασφάλισης ή η εξασφάλιση παραδίδεται στον δικαιούχο πιστωτή. Περαιτέρω οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέβησαν τις ρητές υποχρεώσεις τους δυνάμει του Νόμου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου σε περίπτωση όπου το διαθέσιμο ποσό για πληρωμή χρεών ή απαιτήσεων δεν επαρκούσε, τα εν λόγω χρέη μειώνονταν κατά αναλογία. Στην προκειμένη περίπτωση τα χρέη και οι καταθέσεις δεν μειώθηκαν κατά αναλογία αλλά αφού πρώτα εξαιρέθηκαν οι καταθέσεις και οι πιστώσεις ορισμένων προσώπων Η εναγόμενη 1 προέβη στη λήψη μέτρων εξυγίανσης αναφορικά με την εναγόμενη 3 αμελώντας να διασφαλίσει ότι το επηρεαζόμενο ίδρυμα δεν ήταν βιώσιμο ή/και πιθανόν να μην μπορούσε να καταστεί βιώσιμο ή/και χωρίς να βεβαιωθεί ότι διαφαινόταν εύλογος κίνδυνος το επηρεαζόμενο ίδρυμα να μην είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ή/και να συνεχίσει να λειτουργεί ως δρώσα οικονομική μονάδα. Περαιτέρω, η εναγόμενη 1 παρέλειψε να διασφαλίσει ότι άλλα μέτρα πέρα από τα ληφθέντα μέτρα εξυγίανσης, δεν επαρκούσαν ώστε το επηρεαζόμενο ίδρυμα να μην μπορεί να τηρεί της απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας ή/και ρευστότητας ή/και αμέλησε να διασφαλίσει ή/και να βεβαιωθεί ότι τα ληφθέντα μέτρα εξυγίανσης ήταν αναγκαία για την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Η εναγόμενη 1 ως Αρχή εξυγίανσης κατά παράβαση ρητών προνοιών του Νόμου προέβη στην εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης της εναγομένης 3 χωρίς να λάβει υπόψη της τη γνώμη του εναγομένου 2, την έκθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής, δηλαδή της ίδιας της εναγόμενης 1, για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση του επηρεαζόμενου ιδρύματος και το σχέδιο εξυγίανσης που ετοιμάζεται από την εναγόμενη 1 ως Αρχή Εξυγίανσης σε συνεργασία με την αρμόδια εποπτική αρχή (εναγόμενη 1). Η εναγόμενη 1 ενήργησε κατά παράβαση των προνοιών του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, Ν. 66(Ι)/
  2. Κατά την εκπόνηση του σχεδίου εξυγίανσης παρέλειψε ή/και αμέλησε να ζητήσει διάφορες πληροφορίες και στοιχεία από το επηρεαζόμενο ίδρυμα. Περαιτέρω, οι πράξεις ή/και οι παραλείψεις των εναγομένων 1 και 2 παραβιάζουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των εναγόντων περί ελευθερίας του συμβάλλεσθαι. Περαιτέρω, έχει παραβιαστεί κατάφωρα το δικαίωμα περί επαγγελματικής ή/και επιχειρηματικής ελευθερίας καθώς επίσης και η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της φορολογικής ισότητας σύμφωνα με την οποία κάθε πρόσωπο έχει υποχρέωση να συνεισφέρει στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων του. Η συνεισφορά των εναγόντων δεν έγινε στη βάση αυτής της αρχής και οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να λάβουν οποιοδήποτε μέτρο για να μετριάσουν τη ζημία την οποία προκάλεσαν. Οι πράξεις ή/και παραλείψεις των εναγομένων 2 και 3 παραβιάζουν τη Συνθήκη για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως η οποία προνοεί την απαγόρευση κάθε μέτρου που θεσπίζει προνομιακή πρόσβαση των θεσμικών και λοιπών οργάνων ή Οργανισμών της Ένωσης, των Κεντρικών Κυβερνήσεων των Δημοσίων Αρχών και άλλων Οργανισμών Δημοσίου Δικαίου και άλλων δημοσίων επιχειρήσεων των κρατών μελών στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εφόσον δεν υπαγορεύεται από λόγους προληπτικής εποπτείας. Οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν ή/και αμέλησαν να κάνουν οποιαδήποτε έρευνα ή/ και μελέτη για τη θέση που οι ενάγοντες θα βρίσκονταν αν η εναγόμενη 3 ετίθετο υπό εκκαθάριση και εφαρμοζόταν η σειρά προτεραιότητας που προβλέπει το άρθρο 300 του περί Εταιρειών Νόμου. Περαιτέρω οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν ή/και αμέλησαν να ερευνήσουν ή/και μελετήσουν κατά πόσο η εναγόμενη 3 ήταν φερέγγυα και κατά πόσο άλλες ενέργειες, που ήταν δυνατόν να ληφθούν σε εύλογο χρόνο είτε από την εναγόμενη 3 είτε από την εναγόμενη 1, δεν επαρκούσαν ώστε η εναγόμενη 3 να μπορεί να τηρεί τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας ή/ και ρευστότητας. H αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 3 στην Ελλάδα δυνάμει των διαταγμάτων 96 διαμέσου της πωλήσεως αυτών στην Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ δεν ήταν συμφέρουσα και επιδείνωσε την οικονομική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι ενάγοντες. Η εν λόγω αποξένωση δεν ήταν νόμιμη ή/και αναγκαία ή/και δικαιολογημένη ή/και εν πάση περιπτώσει εάν η αποξένωση αυτή δεν ελάμβανε χώρα οι ενάγοντες θα βρίσκονταν σε σαφώς ευμενέστερη θέση από αυτήν στην οποία έχουν περιέλθει. Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες, που θα αναφέρονται από τώρα και στο εξής, ως 'οι αιτητές', ζητούν την αποκάλυψη των πιο κάτω εγγράφων και σε περίπτωση που δεν βρίσκονται πλέον στην κατοχή ή στον έλεγχο τους να αποκαλύψουν πότε αυτά αποξενώθηκαν ή/και τι απέγιναν. Ζητούν επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει τους Εναγόμενους όπως επιτρέψουν την επιθεώρηση των πιο πάνω εγγράφων. Οι αιτητές ζητούσαν αρχικά την αποκάλυψη περισσοτέρων εγγράφων, στη συνέχεια όμως και συγκεκριμένα κατά την ακρόαση της αίτησης, περιόρισαν το αίτημα τους στα πιο πάνω. Την αλληλογραφία ή/και την επιστολογραφία που σχετίζεται με το προσχέδιο υπομνήματος / σημειώματος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), το οποίο αποκάλυψε ο πρώην Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κυπριακής Δημοκρατίας (Κεντρική Τράπεζα), κ. Αθανάσιος Ορφανίδης, και το οποίο φέρει ημερομηνία 27/01/
  3. Την επιστολή της ΕΚΤ, ημερομηνίας 15 Δεκεμβρίου 2010, προς τον τέως Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, κ. Δημήτρη Χριστόφια, δια της οποίας εφίσταται η προσοχή στην επείγουσα ανάγκη υιοθέτησης αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής, στην ανεπάρκεια των μέτρων που λήφθηκαν μέχρι στιγμής και στις δυσμενείς συνέπειες που θα επέφερε η τυχόν κατάρρευση του Κυπριακού τραπεζικού τομέα. Τα έγγραφα και/ή τις εκθέσεις και/ή τις προτάσεις και/ή τα υπομνήματα και/ή τα πρακτικά συνεδριάσεων και/ή travaux préparatoires και/ή την αλληλογραφία, η οποία ανταλλάχθηκε, κατά ή την περίοδο Μαΐου 2012 μέχρι τον Μάρτιο 2013 μεταξύ του τότε Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και/ή των αρμοδίων λειτουργών της Κεντρικής Τράπεζας και/ή των μελών της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ (CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) (πρώην Λαϊκή Τράπεζα) και/ή των αρμοδίων λειτουργών αυτής και/ή του Υπουργού Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή των αρμοδίων λειτουργών του Υπουργείου Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας (Υπουργείο Οικονομικών) και/ή του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ και/ή των μελών της εκτελεστικής επιτροπής αυτής και/ή των αρμοδίων λειτουργών και/ή της Κυπριακής Κυβέρνησης αναφορικά με την έγκριση και/ή παροχή €9.000.000.000, στην πρώην Λαϊκή μέσω του μηχανισμού παροχής έκτακτης ρευστότητας (ELA) για χρήση από την πρώην Λαϊκή Τράπεζα. Την επιστολογραφία που είχε ανταλλαχθεί μεταξύ του Μαΐου 2012 και του Μαρτίου 2013, η αξιολόγηση του οίκου KPMG σε σχέση με την πρώην Λαϊκή και η οποία κατατέθηκε στην ΕΚΤ και τα προγράμματα αναδιάρθρωσης που υπέβαλε η τότε Κυπριακή Κυβέρνηση στην ΕΚΤ σε σχέση με την πρώην Λαϊκή. Την έκθεση του διεθνούς επενδυτικού οίκου Blackrock για την Κυπριακή οικονομία και/ή το Κυπριακό τραπεζικό σύστημα και η επικοινωνία που είχε ανταλλαχθεί μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της BlackRock. Την επιστολή ημερομηνίας 1η Φεβρουαρίου 2013, η οποία εστάλη κατά ή περί το Φεβρουάριο του 2013, από τον τότε Διοικητή της Εναγόμενης 1 κ. Δημητριάδη προς τον επικεφαλής του τμήματος της PIMCO, o οποίος συνέταξε την Έκθεση PIMCO, κ. Mogelof. Την απαντητική επιστολή του κ. Mogelof στην ανωτέρω επιστολή του τέως διοικητή της Εναγόμενης 1, κ. Δημητριάδη. Επιστολή που εστάλη κατά η περί το Μάρτιο του 2013 από τον τότε Διοικητή της Εναγόμενης 1, κ. Δημητριάδη, προς τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, αναφορικά με τις προβλέψεις της PIMCO. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, θθ. 1, 2, 5 και 11, Δ.48, θθ.1- 9, Δ.64 και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της XXXXX Κλώνη, δικηγόρου και συνεργάτιδας της δικηγόρου των εναγόντων. Η ομνύουσα, στην ένορκη δήλωση της αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας είναι αναγκαία και θα υποβοηθήσει στην δίκαιη περάτωση των επίδικων ζητημάτων και θα συμβάλει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου αλλά και εξόδων. Σε σχέση με τα έγγραφα που είναι αντικείμενο της αίτησης, δηλώνει ότι περιήλθαν στη γνώση των δικηγόρων των αιτητών δημοσιεύματα που κυκλοφόρησαν στον τύπο, που κάνουν αναφορά σε σωρεία πληροφοριών και στοιχείων αναφορικά με την αμέλεια και αδράνεια των εναγόμενων να λάβουν διορθωτικά μέτρα προ της λήψης των μέτρων εξυγίανσης που είχαν ως συνέπεια την απομείωση των καταθέσεων των αιτητών. Οι πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης επιμαρτυρούν και αποκαλύπτουν την ύπαρξη εγγράφων και στοιχείων τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν από τους εναγόμενους στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που έχουν καταχωρήσει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Τα έγγραφα αυτά σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα και επιμαρτυρούν, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, τα πιο κάτω γεγονότα: Η εναγόμενη 1 όχι μόνο ήξερε ότι ήταν λανθασμένα 'τα νούμερα' της PIMCO, αλλά είχε και ανάλυση από μια άλλη εταιρεία, την BlackRock που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ώστε να μην γίνει η απομείωση των καταθέσεων (το κούρεμα). Η εταιρεία BlackRock είχε διοριστεί από τον τότε Διοικητή της εναγόμενης 1, κ. Δημητριάδη για να συντάξει έκθεση για τις κεφαλαιακές ανάγκες των Κυπριακών τραπεζών προτού εκδοθεί η Έκθεση PIMCO, επί της οποίας βασίστηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Commission) κατά τη διάρκεια των κρίσιμων συνεδριάσεων και διαπραγματεύσεων του Eurogroup για την κυπριακή οικονομία. Το περιεχόμενο της έκθεσης της BlackRock θα μπορούσε να ενισχύσει την άποψη μεγάλης μερίδας των οικονομολόγων και νομικών που υποστήριζαν ότι η έκθεση PIMCO είχε βασιστεί σε επιθετικές χρηματοοικονομικές υποθέσεις («aggressive financial assumptions»), οι οποίες σε κάποιες περιπτώσεις παρέκκλιναν από τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να μεγεθύνουν τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών. Οι προβλέψεις της BlackRock για τις κεφαλαιακές ανάγκες των κυπριακών τραπεζών ήταν χαμηλότερες και η έκθεση που ετοίμασε αποκάλυπτε ότι η απομείωση των καταθέσεων δεν ήταν αναγκαία σ' αντίθεση με τις προβλέψεις της έκθεσης PIMCO. Σχετική επί του συγκεκριμένου θέματος είναι, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, και η αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ του τότε Διοικητή της εναγόμενης 1, κ. Δημητριάδη προς τον επικεφαλής του τμήματος της PIMCO που συνέταξε την Έκθεση PIMCO, κ. Mogelof. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι αυτή σχετίζεται ' ... με τα επίδικα θέματα της αγωγής με την οποία οι Αιτητές αξιώνουν αποζημιώσεις εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1'. Οι αιτητές ζητούν επίσης όπως αποκαλυφθεί το υπόμνημα/σημείωμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, υπό την ένδειξη «εμπιστευτικό», που φέρει ημερομηνία 27 Ιανουαρίου 2013 και δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα Press Project. Σ' αυτό περιέχονται στοιχεία τα οποία δεικνύουν ότι το κούρεμα των καταθέσεων ήταν γνωστό και προαποφασισμένο σε χρόνο προγενέστερο από τον Μάρτιο του έτους 2013 και η απόφαση του κουρέματος συνιστούσε «καθαρή υπόθεση απάτης». Εξίσου σημαντική είναι και η αλληλογραφία και η επικοινωνία που είχε ανταλλαχθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της εναγόμενης 1 και της Κυπριακής Δημοκρατίας σε σχέση με το συγκεκριμένο υπόμνημα. Τα εν λόγω έγγραφα, ως αναφέρει χαρακτηριστικά η ομνύουσα, 'τείνουν να ενισχύσουν την υπόθεση των Αιτητών με την οποία εξαιτούνται την έκδοση αναγνωριστικών διαταγμάτων και δηλωτικών αποφάσεων τόσο όσον αφορά την αντισυνταγματικότητα και την παράνομη επέμβαση επί του δικαιώματος τους για ιδιοκτησία όσο επίσης, και προς θεμελίωση των αξιώσεων τους για αποζημιώσεις'. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά και στην επιστολή ημερομηνίας 15.12.2010 που έλαβε ο κ. Δημήτρης Χριστόφιας, τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία του επέστησε την προσοχή ως προς την επείγουσα ανάγκη για αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, η οποία έπρεπε να είχε τεθεί ως ο κύριος στόχος στον Προϋπολογισμό του
  4. Γινόταν επίσης αναφορά στον 'υπερμεγέθη' τραπεζικό τομέα, ο οποίος λόγω του όγκου του μπορούσε να παρασύρει κατά δυσανάλογο τρόπο την υπόλοιπη αγορά σε περιπέτειες. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης των Καθ' ων η αίτηση, η συγκεκριμένη επιστολή που φέρει ένδειξη «εμπιστευτική» και η οποία εστάλη προς τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν έχει αποκαλυφθεί. Πρόκειται για επιστολή που είναι σχετική με τα επίδικα θέματα της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Η εναγόμενη 1 καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, ενώ οι υπόλοιποι εναγόμενοι καταχώρισαν ένορκες δηλώσεις, στις οποίες καταγράφουν στην ουσία ότι δεν γνωρίζουν για την ύπαρξη και ή δεν κατέχουν τα επίδικα έγγραφα. Η εναγόμενη 1 προβάλλει τους πιο κάτω λόγους : Οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι αυτή είναι κάτοχος των επιδίκων εγγράφων. Εκείνο που επιδιώκεται στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ' το ψάρεμα μαρτυρίας' (fishing expedition). Οι αιτητές δεν απέδειξαν ότι τα έγγραφα, των οποίων ζητείται η αποκάλυψη, είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Δεν αποκάλυψαν για ποια επίδικα ζητήματα απαιτείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για τη δίκαιη (fair) διεκπεραίωση της δίκης της παρούσας αγωγής. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, καθότι πολλά από τα έγγραφα που ζητείται η ειδική αποκάλυψη τους, ήδη αποκαλύπτονται με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που έχει καταχωρίσει η εναγόμενη 1 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Οι δικηγόροι τους τα έχουν επιθεωρήσει και έχουν λάβει αντίγραφα. Τα έγγραφα που αφορούν τη PIMCO και τη BLACKROCK καλύπτονται από συμβατική υποχρέωση ρήτρας εμπιστευτικότητας και η εναγόμενη 1 κωλύεται να τα αποκαλύψει σε τρίτα πρόσωπα περιλαμβανομένων των αιτητών. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Κυριάκου νομικής λειτουργού Τάξης Β' στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Συνοψίζω το περιεχόμενο της. Οι πλείστοι από τους ισχυρισμούς των αιτητών περί ύπαρξης των αιτούμενων εγγράφων και περί κατοχής τους από την εναγόμενη 1 βασίζονται σε δημοσιεύματα που κυκλοφόρησαν στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, τα οποία όμως δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν επαρκή μαρτυρία για την ύπαρξη των αιτούμενων εγγράφων ή για την κατοχή τους από αυτήν. Επιπλέον, πολλά από τα έγγραφα για τα οποία ζητείται η ειδική αποκάλυψη, αποκαλύπτονται ήδη από την εναγόμενη 1 στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισε. Τα έγγραφα που αφορούν την Blackrock και την PIMCO, δηλαδή τις εκθέσεις και την επικοινωνία μεταξύ της εναγόμενης 1 και των εν λόγω οίκων, καλύπτονται από ρήτρες εμπιστευτικότητας. Η εναγόμενη 1 κατέβαλε προσπάθειες για να της δοθεί άδεια από τις εν λόγω εταιρείες για άρση των ρητρών εμπιστευτικότητας, έλαβε όμως αρνητικές απαντήσεις και από τις δύο εταιρείες. Τυχόν συναίνεση της εναγόμενης 1 στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ενδεχομένως να οδηγήσει σε παραβίαση των ρητρών εμπιστευτικότητας και κατ' επέκταση των συμβάσεων που έχει με τις πιο πάνω εταιρείες. Τέλος επαναλαμβάνει σχεδόν αυτούσιοιυς τους λόγους που περιέχονται στην ένσταση της. Είναι η θέση της ότι οι αιτητές δεν απέδειξαν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση οποιουδήποτε από τα διατάγματα που αξιώνονται εναντίον της εναγόμενης 1 με την υπό εξέταση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στη Δ.28 θθ 1, 2, 5 και 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παραθέτω αυτούσιες τις σχετικές πρόνοιες αμέσως πιο κάτω:
  5. Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery on oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at that stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit : provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit.
  6. The affidavit to be made by a party against whom such order as is mentioned in Rule 1 of this Order has been made shall be in Form 22 and shall specify which (if any) of the documents therein mentioned such party objects to produce. ....................................
  7. An application for an order to inspect documents except such as are disclosed in the pleadings, particulars or affidavits of the party against whom the application is made, shall be founded upon an affidavit showing of what documents inspection is sought, that the party applying is entitled to inspect them, and that they are in the possession or power of the other party. The Court or Judge shall not make such order for inspection of such documents when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. ....................................
  8. The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether an affidavit of documents shall or shall not have already been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them. Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ ότι αμφότερα τα μέρη έχουν ήδη προβεί σε αποκάλυψη εγγράφων με βάση τη Δ.28 θ.1 και έχουν καταχωρίσει σχετικές ένορκους δηλώσεις. Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές ζητούν στην ουσία να πληροφορηθούν κατά πόσο οι καθ΄ ων η αίτηση κατέχουν συγκεκριμένα έγγραφα και σε περίπτωση που τα κατέχουν ζητούν όπως τα επιθεωρήσουν. Το λεκτικό των θεσμών 1, 2 και 11 της Διάταξης 28 των Θεσμών Πολιτικής δικονομίας είναι σχεδόν πανομοιότυπο με αυτό των Αγγλικών Θεσμών που ίσχυαν το
  9. Το λεκτικό της Δ.28 θ.1 είναι σχεδόν πανομοιότυπο με το λεκτικό της O.31 r.12, με τη μόνη διαφορά ότι στον Αγγλικό Θεσμό γίνεται ειδική αναφορά σε υποθέσεις λιβέλου, ενώ στους Κυπριακούς Θεσμούς δεν περιέχεται τέτοια πρόνοια. Το λεκτικό της Δ.28 θ.2 είναι του ιδίου περιεχομένου με το λεκτικό της O.31 r.13 και το λεκτικό της Δ.28 θ.11 είναι πανομοιότυπο με την O.31 R.19Α. Ενόψει τούτου το δικαστήριο δύναται να αντλήσει καθοδήγηση και από την Αγγλική Νομολογία. Σε τέτοιας φύσης αιτήσεις, όπου ζητείται η αποκάλυψη ή η επιθεώρηση ή η ειδική αποκάλυψη εγγράφων, αποτελεί αναγκαία προυπόθεση τα έγγραφα που είναι αντικείμενο της αίτησης να είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Ποιο έγγραφο θεωρείται σχετικό αναλύεται στο Annual Practice του 1959, σελίδα 719, με ειδική αναφορά σε νομολογία. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο : «Documents are relevant which contain information which may either directly or indirectly enable the party seeking discovery either to advance his own case or damage . that of his adversary, or which may fairly lead him to a train of inquiry which may have either of these two consequences ( see Esher M.R. , in Comp. Fin. v. Peruvian Guano Co. , 11 Q.B.D. p.63). They are not confined to such as would be admissible in evidence (see Ibid., p.62 ; Jessel M.R. in Busiros v. White, 1 Q.B.D. p.425; and Blackburn, J., in Hutchinson v. Glover., 1 Q.B.D. p. 141, and O' Rourke v. Darbishire,
(1920)A.C. p. 581 . ). Every document which will throw any light on the case is relevant (ibid. p. 606) ." Οι πιο πάνω αρχές έχουν υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση ΧΧ Τηλλυρή ή ΧΧ Δημητρίου, άλλως ΧΧ Δημητριάδης ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ[1]: "Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 A.A.Δ. 1624, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. (βλ. μεταξύ άλλων O΄Rourke v. Darbishire [1920] A.C. 581, H.L., 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co. [1882] 11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd [1951] 2 All E.R. 43, Lagos Ltd v. Πλοίου FT Zolotets κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 600, Τhe National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and Another 1962 C.L.R. 40)". Σε περίπτωση που ζητείται ειδική αποκάλυψη εγγράφων με βάση τη Δ.28 θ.11, είναι αρκετό όπως το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι το έγγραφο είναι εκ πρώτης όψεως σχετικό και ότι βρίσκεται στην κατοχή του καθ' ου η αίτηση. Σε περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι το έγγραφο είναι εκ πρώτης όψεως σχετικό, αυτό δεν είναι δεσμευτικό για το Δικαστήριο που θα εξετάσει τη σχετικότητα του εγγράφου στα πλαίσια της αίτησης για επιθεώρηση αυτού. Σχετική είναι η πιο κάτω αναφορά από το Annual Practice του 1959, σελίδα 725: "May' - a prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order . The decision of a Judge with respect to the relevance of a specific document on an application for an affidavit of particular documents under this Rule does not prejudice the right of the party making the affidavit to conceal part of the document as irrelevant, or restrict the discretion of the judge on a subsequent application for inspection of the document to decide as to the scope of the relevance ( Thornett v. Barclays Bank (France) Ltd., 55 T.L.R. 474, C.A) Καθοδηγητική επί του θέματος αυτού, ήτοι της εκ πρώτης όψεως σχετικότητας του εγγράφου και κατοχής του από τον καθ΄ου η αίτηση είναι και η αναφορά που γίνεται στη γραπτή αγόρευση της εναγόμενης 1. Την παραθέτω αυτούσια. «Στην TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου A.E κ.ά.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 153 παρατέθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Astra - Nat Productions v. Neo - Art Productions [1928] W.N.218. «The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient.» ................. ................................................. In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents». Στο ίδιο απόσπασμα στο Annual Practice του 1959, σελίδα 725, (ανωτέρω) αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στα πλαίσια του αιτήματος για ειδική αποκάλυψη το Δικαστήριο δεν εξετάζει κατά πόσο το έγγραφο, αντικείμενο της αίτησης είναι προνομιούχο ή όχι. Το θέμα αυτό όμως κατά πόσο το έγγραφο είναι προνομιούχο ή όχι εξετάζεται, νοουμένου βέβαια ότι εγείρεται, στα πλαίσια του αιτήματος για επιθεώρηση του εγγράφου. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική αναφορά. « . Nor does the question of privilege arise on this application, but on the subsequent application for inspection'. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές και στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ ότι το θέμα της εμπιστευτικότητας των εκθέσεων της PIMCO και της BLACKROCK, το οποίο εγείρει η εναγόμενη 1 δεν θα πρέπει να με απασχολήσει στα πλαίσια του αιτήματος για ειδική αποκάλυψη. Απαραίτητη προυπόθεση σε τέτοιας φύσης αιτήσεις, αποκάλυψης, ειδικής αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων είναι, ως αναλύω και σε έκταση πιο πάνω, όπως τα έγγραφα είναι σχετικά, ήτοι άμεσα ή έμμεσα να βοηθούν τον αιτητή είτε να προωθήσει την αξίωση ή να στηρίξει την υπεράσπιση του, ανάλογα με την περίπτωση, ή να προκαλέσει βλάβη στην υπόθεση του αντιδίκου. Θα πρέπει το συγκεκριμένο έγγραφο ή έγγραφα να ρίχνει κάποιο φως στα θέματα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει. Στην υπό κρίση αίτηση οι αιτητές ζητούν την αποκάλυψη σωρείαν εγγράφων που σύμφωνα με την ομνύουσα σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Παρέθεσα τα επίδικα θέματα ανωτέρω και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Αφορούν κυρίως παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παραβιάσεις νομοθεσιών και αμελείς πράξεις και ή παραλείψεις κυρίως εκ μέρους της εναγόμενης 3. Σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και 2, η αμέλεια τους στηρίζεται στο γεγονός ότι αυτοί παρέλειψαν να προβούν σε οποιαδήποτε έρευνα σε σχέση με τη θέση που οι ενάγοντες θα βρισκόντουσαν αν η εναγόμενη 3 ετίθετο υπό εκκαθάριση και εφαρμοζόταν η σειρά προτεραιότητας που προβλέπει το άρθρο 300 του περί Εταιρειών Νόμου και να ερευνήσουν κατά πόσο η εναγόμενη 3 ήταν φερέγγυα και 'κατά πόσον άλλες ενέργειες, που ήταν δυνατόν να ληφθούν σε εύλογο χρόνο είτε από την εναγόμενη 3 είτε από την εναγόμενη 1, δεν επαρκούσαν ώστε η εναγόμενη 3 να μπορεί να τηρεί τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας ή/ και ρευστότητας'. Εξέτασα τα στοιχεία που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση και που αφορούν τα έγγραφα αντικείμενο της αίτησης. Αδυνατώ να αντιληφθώ με ποιό τρόπο τα πιο πάνω έγγραφα, αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης σχετίζονται με τα επίδικα θέματα ως αυτά δικογραφούνται. Η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση της περιορίζεται να αναφέρει σε σχέση με όλα τα έγγραφα ότι αυτά είναι 'σχετικά με τα επίδικα θέματα'. Πρόκειται για μια γενική και αόριστη θέση η οποία δεν μπορεί να υποστηρίξει την αίτηση. Στην ένορκη δήλωση της δεν διευκρινίζει με ποιόν από όλους τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται η αξίωση της συνδέεται έκαστο έγγραφο. Ως αναφέρω και πιο πάνω στα πλαίσια του αιτήματος για ειδική αποκάλυψη το Δικαστήριο είναι αρκετό να ικανοποιηθεί, προτού εγκρίνει το σχετικό αίτημα ότι τα έγγραφα είναι εκ πρώτης όψεως σχετικά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ικανοποιούμαι ότι η εναγόμενη 3 εκ πρώτης όψεως κατέχει τα πλείστα έγγραφα, που είναι αντικείμενο της αίτησης, δεν έχω ικανοποιηθεί όμως ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα είναι τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως σχετικά. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν κρίνω σκόπιμο να προχωρήσω και να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους που εγείρονται στην ένσταση. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ΄ου η αίτηση -εναγόμενου 1 και εναντίον των αιτητών, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ......................................................... Τερέζα Παρασκευαίδου Καρακάννα Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.