← Κύπρος

ARIP κ.α. ν. COOPERTON MANAGEMENT LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 969/2018, 1/9/2020

ARIP κ.α. ν. COOPERTON MANAGEMENT LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 969/2018, 1/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ.Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 969/2018 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. XXXXX ARIP
  2. XXXXX ARIP, δια του πλησιέστερου φίλου και κηδεμόνα και μητρός της XXXXX ARIP
  3. XXXXX ARIP, δια του πλησιέστερου φίλου και κηδεμόνα και μητρός της XXXXX ARIP Εναγόντων και COOPERTON MANAGEMENT LIMITED, από την Λάρνακα FABLINK LIMITED, από τη Λάρνακα, Κύπρος WAYCHEM LIMITED, από τη Λάρνακα, Κύπρος STANDCORP LIMITED, από τη Λάρνακα, Κύπρος PERMAFAST LIMITED, από τη Λάρνακα, Κύπρος KAZAKHSTAN KAGAZY PLC, από το Isle of Man KAZAKHSTAN KAGAZY JSC, από το Καζακστάν PRIME ESTATE ACTIVITIES KAZAKHSTAN LLP, από το Καζακστάν PEAK AKZHAL LLP, από το Καζακστάν 10.ASTANA - CONTRACT JSC, από το Καζακστάν 11.PARAGON DEVELOPMENT LLP, από το Καζακστάν 12.HARBOUR FUND III LP, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόμενων Ημερομηνία: 01.09.2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές / Εναγόμενους 6 - 9 και 12: κ.Π.Παναγίδης για Χρύσης Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ Για Ενάγοντες / Καθ΄ ων η Αίτηση: κ.κ. Ν.Τσαρδελλής και Γ.Τσαρδελλής για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 - 5: κ.Β.Λοϊζου για Α.Α.Γεωργίου ΔΕΠΕ Ενδιάμεση Αίτηση ημερομηνίας 29.01.2019 για παραμερισμό της αγωγής και παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση υπόθεση αφορά το εμπίστευμα, «Jailau Trust», του οποίου ονομαστικοί δικαιούχοι είναι οι ενάγοντες. Προτού προχωρήσω σε εξέταση των θεμάτων που προκύπτουν από την Αίτηση, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω συνοπτικά το ιστορικό της υπόθεσης, για να γίνουν πιο εύκολα κατανοητά τα θέματα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει. Οι εναγόμενοι 6-9 ήταν τέσσερις από τους έξι ενάγοντες που καταχώρισαν την αγωγή αρ. CL-2013-000683, στο Commercial Court του Queen's Bench Division του High Court of Justice του Ηνωμένου Βασιλείου, εναντίον του XXXXX Arip, πατέρα των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση και της συζύγου του XXXXX Arip, η οποία είναι η μητέρα των πιο πάνω εναγόντων. Η απαίτηση τους εναντίον του XXXXX Arip εδραζόταν σε ισχυρισμούς δόλου, απάτης και κλοπής μεγάλων χρηματικών ποσών από τον τελευταίο. Την 22.12.2017 εκδόθηκε απόφαση από το High Court of Justice με αριθμό [2017] EWHC 3374 (Comm), στα πλαίσια της αγωγής CL-2013-000683 υπέρ των εναγόντων, αιτητών στην παρούσα διαδικασία) και εναντίον του XXXXX Arip. Την 28.2.2018 το Αγγλικό Δικαστήριο επιδίκασε αποζημιώσεις προς όφελος των εναγόντων στην Αγωγή CL-2013-000683 (οι οποίοι είναι οι εναγόμενοι 6-9 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή), συνολικού ύψους 300.000.000 Δολαρίων Αμερικής, περίπου. Το διάταγμα και η σχετική απόφαση επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  4. Οι ενάγοντες, με το Κλητήριο Ένταλμα που καταχώρισαν στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ζητούν τα πιο κάτω:

(1). Aναγνωριστική απόφαση ότι το εν λόγω εμπίστευμα είναι έγκυρο, ότι πρόκειται για διεθνές εμπίστευμα και ότι τα περιουσιακά του στοιχεία ανήκουν αποκλειστικά σε αυτό, κατέχονται νόμιμα από την εναγόμενη 1, που είναι η επίτροπος του εμπιστεύματος και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς εκτέλεσης οποιασδήποτε απόφασης που δεν στρέφεται και ή σχετίζεται με αυτό.
(2)Διάταγμα εναντίον της εναγόμενης 1 όπως μη αποξενώσει τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο εμπίστευμα. Στα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων και τέσσερα διαμερίσματα που βρίσκονται στο Λονδίνο.
(3). Απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι δυνάμει των όρων της Συμφωνίας Εμπιστεύματος, στη βάση της οποίας δημιουργήθηκε το εμπίστευμα και ή με βάση τις πρόνοιες του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου του 1992, Ν. 69
(1)/1992 και ή με βάση τη Συνθήκη της Χάγης, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν οποιοδήποτε ζήτημα σχετίζεται, άμεσα ή έμμεσα με το εμπίστευμα.
(4). Διατάγματα εναντίον των εναγόμενων 6 -12 με τα οποία να εμποδίζονται να προβάλουν σε δικαστικό έγγραφο οποιοδήποτε ισχυρισμό που αφορά το εμπίστευμα, τα περιουσιακά του στοιχεία, την εγκυρότητα του και την εγκυρότητα των συναλλαγών που σχετίζονται με αυτό και να προωθήσουν οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες εναντίον των εναγομένων 1 - 5 και ή εναντίον του εμπιστεύματος, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο τα πιο κάτω : (
  1. i)τα Ακίνητα ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν ή/και βρίσκονται εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 υπό την ιδιότητά της ως επιτρόπου (trustee) του εμπιστεύματος, ή/και των εναγόμενων 2-5 ή/και άλλως πως προς όφελος του εμπιστεύματος ή/και ανήκουν στο εμπίστευμα ή/και κατέχονται από το εμπίστευμα· (
  2. ii)την εκτέλεση των αποφάσεων του Commercial Court του Queens Bench Division του High Court, ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 2017, [2017] EWHC 3374 (Comm) και ημερομηνίας 27 Φεβρουαρίου 2018 [2018] EWHC 369 (Comm)· (iii) ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στο πλαίσιο του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου του 1992, Νόμος 69(Ι)1992, ως έχει τροποποιηθεί, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, των Άρθρων 3, 3Α, 12Α και 12Β ή/και θέματα σχετικά με την ερμηνεία, εξουσίες και δικαιώματα που απορρέουν από το εμπίστευμα. Ζητούν επίσης την πιο κάτω θεραπεία, την οποία παραθέτω αυτούσια: «Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ή/και δηλώνεται ή/και διακηρύττεται ότι οποιοδήποτε διάταγμα ή/και απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου, η οποία διαφοροποιεί ή/και μεταβάλλει ή/και επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τις πρόνοιες του Εμπιστεύματος ή/και την περιουσία του εν λόγω Εμπιστεύματος ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που στηρίζονται ή/και συνδέονται ή/και αφορούν, άμεσα ή έμμεσα, το εν λόγω Εμπίστευμα ή/και η οποία επιβάλλει οποιοδήποτε περιορισμό ή/και οποιαδήποτε επιβάρυνση επί των Ακινήτων, δεν δύναται να αναγνωριστεί και εκτελεστεί στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.» Ταυτόχρονα με την καταχώριση του Κλητηρίου Εντάλματος, καταχωρήθηκε αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία υποστηριζόταν από την ένορκη δήλωση της XXXXX Arin. Tο δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση εξέδωσε μονομερώς διατάγματα με τα οποία απαγορευόταν η αποξένωση της περιουσίας του επιδίκου εμπιστεύματος και η προώθηση εκ μέρους των εναγόμενων 6 - 12, νομικών διαδικασιών που θα είχαν ως αντικείμενο την περιουσία του εμπιστεύματος. Την 21.11.2018, μετά από ακρόαση, το Δικαστήριο ακύρωσε τα πιο πάνω διατάγματα, έκρινε ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων. Τη 13.09.2018 καταχωρήθηκε αίτηση για παροχή άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, στους εναγόμενους 6 - 11. Η αίτηση υποστηριζόταν από την ένορκη δήλωση της XXXXX Γεωργίου. Η XXXXX Γεωργίου υιοθέτησε την ένορκη δήλωση της XXXXX Arip, που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Την επόμενη ημέρα, 14.09.2018, εκδόθηκε το αιτούμενο διάταγμα. Οι εναγόμενοι 6 - 9 και 12 καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία αξιώνουν τις πιο κάτω θεραπείες : «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να απορρίπτεται και/ή να αναστέλλεται η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 14/9/2018». Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, θθ. 1, 2,3, 8, Δ.6, θθ. 1 - 9, Δ.9, θ.θ. 1, 3 - 12, Δ.16, θ. 1 - 9, Δ.17 Θ.10, Δ.19 θ.26, Δ.25, Δ.48 Θ.1-4, Θ.7, Θ.8, Θ.8
(4), Θ.9, Θ.11, Δ.55, Δ.57, Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 6 -9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 2, 22, 29, 31 και 32, στον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο Ν. 69(Ι)/1992, άρθρα 2 - 4, 9, 10, 11Α - 15, στον περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο, άρθρα 2 και 3, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 1Α, 30 ΚΑΙ 179, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στα 1-4, 22
(1), 22
(5), 23, 24, 25 και 32 - 52 στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς 44/2001 και 1215/2012 και στη Σύμβαση του Lugano για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις του
  1. Η Αίτηση στηρίζεται και στη Διάταξη 27, θεσμούς 1 - 3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που δίδει ευρείες εξουσίες στο Δικαστήριο να αναστείλει και ή να απορρίψει την αγωγή, νοουμένου ότι πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Παραθέτω τις πρόνοιες των Θεσμών αυτούσιες, αμέσως πιο κάτω: «
  2. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  3. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
  4. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Περαιτέρω αναφορά στις νομοθετικές πρόνοιες επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η παρούσα Αίτηση καταγράφονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της XXXXX Armeftis, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC, που εκπροσωπεί τους εναγόμενους 6 - 9 και
  5. Η αγωγή, σύμφωνα με την ομνύουσα πρέπει να απορριφθεί ή παραμεριστεί και ή να ανασταλεί, για τους πιο κάτω λόγους: (α) Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία για το αντικείμενο της Αγωγής το οποίο εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία άλλων κρατών μελών. Η θέση ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά κυπριακό εμπίστευμα είναι λανθασμένη και συγκρούεται με τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς 44/2001 και 1215/
  6. (β) Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν την εξουσία να εκδίδουν αντι-αγωγικά διατάγματα (anti-suit injunctions) σε σχέση με διαδικασίες που μπορεί να εγερθούν ή που έχουν ήδη εγερθεί σε δικαστήρια άλλων κρατών μελών και δεν μπορούν να εκδίδουν διατάγματα τα οποία αναιρούν την ισχύ διαταγμάτων που έχουν ήδη εκδοθεί και/ή διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει σε άλλα κράτη μέλη. Τέτοια διατάγματα αντίκεινται στους σκοπούς των Ευρωπαϊκών Κανονισμών 44/2001 και 1215/2012, στη Σύμβαση του Lugano, για την Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις και στις «εδραιωμένες αρχές που έχει θέσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ άλλων στην υπόθεση Case C-159/02, Turner v Grovit». (γ) Η αγωγή είναι καταπιεστική και/ή ενοχλητική (frivolous and/or vexatious), προωθείται για αλλότριους σκοπούς και έχει σκοπό να επηρεάσει τα μέτρα εκτέλεσης που ήδη προωθούνται και/ή θα προωθηθούν στο μέλλον εναντίον του πατέρα των εναγόντων και/ή εναντίον περιουσιακών στοιχείων που τού ανήκουν (δ) Το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ημερομηνίας 14/9/2018 κακώς εκδόθηκε, καθότι η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες της Δ.6, Θ.1 και 4, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Κύπρος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την υπόθεση, εκτός από τον τόπο διαμονής των επιτρόπων του Εμπιστεύματος. Η ισχυριζόμενη βάση αγωγής δεν έχει προκύψει στην Κύπρο. (ε) Κατά την έκδοση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, οι ενάγοντες έχουν παραπλανήσει το Δικαστήριο και αποκρύψει ολόκληρη την νομική πτυχή του ζητήματος της «αποκλειστικής δικαιοδοσίας» των Κυπριακών Δικαστηρίων ενόψει της εφαρμογής των Ευρωπαϊκών Κανονισμών 44/2001 και 1215/
  7. Περαιτέρω, οι ενάγοντες απέκρυψαν ότι τα επιβαρυντικά διατάγματα (charging orders) που εκδόθηκαν πρόσφατα στην Αγγλία ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο υποβολής της Αίτησης για την έκδοση των υπό αμφισβήτηση διαταγμάτων. Οι ενάγοντες, καθ΄ων η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, καταχώρισαν Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Είναι η θέση τους ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να αναλάβουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της παρούσας Αγωγής, υπό το φως των αξιώσεων του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και των γεγονότων και λεπτομερειών που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Arip, ημερομηνίας 27.08.2018 και στην ένορκη δήλωση της XXXXX Γεωργίου, ημερομηνίας 13.09.
  8. Συνοψίζω αμέσως πιο κάτω τους λόγους που προβάλλονται στην Ένσταση. (α) Τα άρθρα 2 και 12Β του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου (Ν.69
(1)/1992) προσδίδουν αποκλειστική δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, ως το Δικαστήριο της επαρχίας όπου η επίτροπος αυτού, ήτοι η εναγόμενη 1, έχει την κατοικία της. (β) Το εφαρμοστέο δίκαιο του επιδίκου εμπιστεύματος είναι αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας, δυνάμει ρητής πρόνοιας της συμφωνίας ημερομηνίας 03.04.2014, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες των Άρθρων 25
(1), 25
(3)και 25
(4)του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/
  1. (γ) Άνευ επηρεασμού των υπό (α) και (β) ανωτέρω, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 έως και 5 έχουν το εγγεγραμμένο τους γραφείο στην Κυπριακή Δημοκρατία, δίδει τη δυνατότητα να εναχθούν ως αναγκαίοι διάδικοι και οι λοιποί - αλλοδαποί - εναγόμενοι. (δ) Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση και δυνάμει των προνοιών του άρθρου 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, ως έχει τροποποιηθεί, καθ' ότι το Εμπιστευματικό Ταμείο του επιδίκου εμπιστεύματος, υπάγεται στους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, βάσει της σχετικής ρήτρας εφαρμοστέου Δικαίου που περιέχεται στις Συμφωνίες και / ή δυνάμει των προνοιών των άρθρων 3(ΙΑ) και / ή 12Α του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου (Ν.69(Ι)/ 1992). (ε) Η εκκρεμοδικία ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης, στα πλαίσια της οποίας έχουν δεσμευτεί και τα Ακίνητα δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση να αξιώνουν ως το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο, διότι η απόφαση εκδόθηκε εναντίον τρίτου προσώπου και δεν δεσμεύει το επίδικο εμπίστευμα, τους Καθ' ων η Αίτηση, την Εναγόμενη 1 ή τη XXXXX Arip. Η XXXXX Arip, στην ένορκη δήλωση της αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες είναι οι μοναδικοί δικαιούχοι του επιδίκου εμπιστεύματος και ότι εμπιστευματοπάροχος του ήταν η μητέρα της. Η προσπάθεια εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε από το Αγγλικό Δικαστήριο εναντίον του συζύγου της, XXXXX Arip, είναι παράνομη καθότι αφενός αυτός δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το εμπίστευμα και αφετέρου η εγκυρότητα και η νομιμότητα του εμπιστεύματος εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Βασικός σκοπός των δικαστικών διαδικασιών στην παρούσα αγωγή ήταν η εξασφάλιση προστατευτικών διαταγμάτων σε σχέση με τα το εμπίστευμα, για να εμποδιστούν οι εναγόμενοι 6 - 12 να καταλάβουν και ή να επεμβαίνουν με την περιουσία του εμπιστεύματος, η οποία δεν ανήκει και δεν ελέγχεται από τον XXXXX Arip. Αναφέρει επίσης, στην παράγραφο 21.2 της ένορκης δήλωσης της ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία ' . to adjudicate on any matter concerning and/or relating to the Trust and or the validity and/or the administration of the said Trust and or the assets that belong or held by or on behalf of the Trust'. Παρόμοια αναφορά γίνεται και στην παράγραφο 42: 'it is beyond any doubt that any assertion regarding the validity of the assets of the Trust can only be brought before the Cyprus Courts, which have exclusive jurisdiction to decide this matter'. Τη 10.05.2018 εκδόθηκαν από Αγγλικό Δικαστήριο ενδιάμεσα επιβαρυντικά διατάγματα που αφορούσαν περιουσία του εμπιστεύματος. Τα διατάγματα εκδόθηκαν στη βάση ισχυρισμού ότι ο XXXXX Arip είχε συμφέρον στις εν λόγω περιουσίες. Σκοπός των επιβαρυντικών διαταγμάτων ήταν η εκτέλεση της απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον του XXXXX Arip. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 27.08.2018, λίγες ημέρες μετά που οι εναγόμενοι 6-9 είχαν ξεκινήσει διαδικασίες εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του Maks XXXXX at Arip, ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων, σε σχέση με την ακίνητη περιουσία στο Ηνωμένο Βασίλειο που περιλαμβάνεται στο επίδικο εμπίστευμα και ενώ η εν λόγω περιουσία ήταν ήδη δεσμευμένη προς όφελος των εναγόμενων 6-9 από τα Αγγλικά Δικαστήρια στα πλαίσια της εκτέλεσης της Αγγλικής Απόφασης του High Court. (Υπενθυμίζω ότι οι εναγόμενοι 6 - 9 ήταν οι ενάγοντες στη διαδικασία ενώπιο του High Court). Η βασική θέση που πρόβαλαν οι ενάγοντες τόσο κατά την λήψη της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας όσο και στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης ήταν ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά το επίδικο εμπίστευμα. Προς υποστήριξη της θέσης τους γίνεται επίκληση στις πρόνοιες του Deed of Settlement, ημερομηνίας 03.04.
  2. Είχα την ευκαιρία να διεξέλθω του συγκεκριμένου εγγράφου και θα συμφωνήσω με τη θέση που προβλήθηκε από τους Αιτητές ότι ο ισχυρισμός ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά το επίδικο εμπίστευμα, δεν υποστηρίζεται από το κείμενο του εν λόγω εγγράφου. Εκείνο που αναγράφεται στο συγκεκριμένο έγγραφο είναι ότι το εμπίστευμα θα διέπεται από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να εκδικάσουν διαφορές που αφορούν τη διαχείριση του εμπιστεύματος. Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά άρθρα: 'Proper law forum and place of administration.
  3. The proper law governing this Trust shall be that of the Republic of Cyprus and all rights under this Deed and its construction and effect shall be subject to the jurisdiction and construed according to the laws of the Republic of Cyprus.
  4. The Courts of the Republic of Cyprus shall be the forum for the administration of these trusts'. Οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση επικαλούνται παράλληλα το άρθρο 12(Β) του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου Ν.69(Ι)/
  5. Ο πιο πάνω Νόμος διέπει τα θέματα που αφορούν διεθνή εμπιστεύματα. Το άρθρο 11 (A) του Νόμου προνοεί για τις εξουσίες του Δικαστηρίου, ενώ το άρθρο 12 για τη δικαιοδοσία του. Παραθέτω το περιεχόμενο τους αυτούσιο. «Εξουσίες Δικαστηρίου 11Α.
(1)Επίτροπος δύναται να καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο για οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο που θα πρέπει να ενεργήσει σχετικά με οποιοδήποτε θέμα, το οποίο αφορά διεθνές εμπίστευμα και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα, όπως σχετικά προβλέπεται στο εδάφιο
(2): Νοείται ότι, η αίτηση για οδηγίες απευθύνεται σε πρόεδρο επαρχιακού δικαστηρίου.
(2)Το Δικαστήριο δύναται- (α) να εκδώσει διάταγμα που αφορά:- (
  1. i)την εκτέλεση ή τη διαχείριση οποιουδήποτε εμπιστεύματος, (
  2. ii)τον επίτροπο ή τον προστάτη οποιουδήποτε διεθνούς εμπιστεύματος, περιλαμβανομένου διατάγματος σχετικά με την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας, διακριτικής ευχέρειας ή καθήκοντος του επιτρόπου ή του προστάτη, το διορισμό ή την παύση επιτρόπου ή προστάτη, την αμοιβή του επιτρόπου ή του προστάτη, την υποβολή των λογαριασμών, τη διαγωγή του επιτρόπου ή του προστάτη, πληρωμές στο Δικαστήριο είτε άλλως πως, (ϊii) το δικαιούχο ή οποιοδήποτε πρόσωπο έχει οποιαδήποτε σχέση με το εμπίστευμα, ή (iν) το διορισμό ή την παύση του επιθεωρητή εφαρμογής εμπιστεύματος σχετικά με οποιουσδήποτε μη κερδοσκοπικής φύσεως σκοπούς εμπιστεύματος· (β) να εκδώσει απόφαση ή να προβεί σε δήλωση αναφορικά με την εγκυρότητα ή την εκτελεστότητα εμπιστεύματος· (γ) να ακυρώσει ή να τροποποιήσει οποιοδήποτε διάταγμα ή δήλωση βάσει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή να εκδώσει οποιοδήποτε νέο ή επακόλουθο ή περαιτέρω διάταγμα ή απόφαση. ........ Δικαιοδοσία- 12B. Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία στην περίπτωση που: (α) το εφαρμοστέο δίκαιο εμπιστεύματος ή συγκεκριμένης πτυχής του εμπιστεύματος είναι το δίκαιο της Δημοκρατίας- (β) ο επίτροπος οποιουδήποτε εμπιστεύματος είναι κάτοικος της Δημοκρατίας· (γ) εταιρεία ενεργεί ως επίτροπος εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών, εφόσον αυτή έχει συσταθεί στη Δημοκρατία· (δ) οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του εμπιστεύματος βρίσκεται στην Δημοκρατία- (ε) η διοίκηση οποιουδήποτε εμπιστεύματος διεξάγεται στην Δημοκρατία· (στ) τα μέρη αποδέχονται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου· (ζ) το έγγραφο που δημιουργεί ή που τεκμηριώνει το εμπίστευμα περιέχει πρόβλεψη για παραπομπή των διαφορών στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας: Νοείται ότι τέτοια δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός εάν στο έγγραφο που δημιουργεί ή που τεκμηριώνει το εμπίστευμα προβλέπεται διαφορετικά.» Το άρθρο 12(Β) θα πρέπει να διαβάζεται και σε συνάρτηση με το άρθρο 11(Α) του ιδίου Νόμου που ρυθμίζει με σαφή και ρητό τρόπο τις εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 11(Α) παρατίθενται πιο πάνω και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω, περιορίζομαι να παρατηρήσω ότι στις εξουσίες του Δικαστηρίου δεν περιλαμβάνονται οι θεραπείες που ζητούν οι ενάγοντες με βάση το κλητήριο ένταλμα. Δεν διαλάθει της προσοχής μου ότι ανάμεσα στις θεραπείες που ζητούν οι ενάγοντες είναι και αναγνωριστική απόφαση ή διάταγμα σε σχέση με την εγκυρότητα του εμπιστεύματος θέμα που καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 11(A), παρατηρώ όμως ότι η πιο πάνω θεραπεία συμπεριλήφθηκε στο δικόγραφο χωρίς καλό λόγο, καταχρηστικά. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο μου, δεν προκύπτει θέμα αμφισβήτησης της εγκυρότητας του εμπιστεύματος και εν πάση περιπτώσει το άρθρο 11 αφορά αίτηση για οδηγίες και όχι αγωγή, όπως είναι η παρούσα διαδικασία. Επισημάνω επίσης ότι αναφορά σε αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων γίνεται μόνο στην περίπτωση που το έγγραφο που δημιουργεί ή που τεκμηριώνει το εμπίστευμα περιέχει πρόβλεψη για παραπομπή των διαφορών στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας, παράγραφος (ζ). Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, παράγραφοι (α) μέχρι (στ) τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία όχι όμως αποκλειστική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως ανέφερα και πιο πάνω, στο Deed of Settlement, δεν γίνεται πρόνοια για παραπομπή των διαφορών στα Κυπριακά Δικαστήρια. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώνω ότι από το λεκτικό του άρθρου 12(B) προκύπτει ότι η ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων σε σχέση με Διεθνή Εμπιστεύματα, στις περιπτώσεις όπου υφίστανται τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους (α) - (ζ), ανωτέρω, θα είναι χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001, τον οποίον αντικατέστησε ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1215/2012. Συνακόλουθα το Άρθρο 12Β του Νόμου 69
(1)/1992 θα πρέπει να διαβάζεται υπό το φως των προνοιών του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012, ο οποίος υπερισχύει του εθνικού νόμου. Το άρθρο 24 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 προβλέπει τα εξής: «Τα ακόλουθα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων: 1) σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. ...... 5) σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο την αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης της απόφασης». Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, στην υπό κρίση υπόθεση, προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε για να αποτραπεί η προώθηση στο Ηνωμένο Βασίλειο μέτρων εκτέλεσης από μέρους των Εναγόμενων 6-9, για ικανοποίηση της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου εναντίον του XXXXX Arip. Ειδικότερα, επιδιώκουν να αποτρέψουν μέτρα εκτέλεσης κατά των περιουσιακών στοιχείων (διαμερισμάτων) που βρίσκονται στην Αγγλία και περιλαμβάνονται στο επίδικο εμπίστευμα. Όπως η XXXXX Arip αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση της σκοπός της αγωγής είναι να αποτρέψει μέτρα εκτέλεσης που κατά την άποψη της πιθανόν να λαμβάνονταν κατά των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος στην Αγγλία. Στο Τεκμήριο 2 που υποστηρίζει την ένορκη δήλωση της περιγράφονται τα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν σε σχέση με την εν λόγω περιουσία. Παραθέτω τη σχετική αναφορά αυτούσια: "Charging orders and non-standard restrictions over the 4 apartments." / "Mr Arip's interest stands charged with payment of Judgment Sum" "The charges created by the Interim Charging Orders were subsequently entered onto the register of title of each of the Burlington properties at the Land Registry by way of restriction." [βλ. σελ 2 παρ. 2 της Επιστολής που είναι το τεκμήριο 3 στην Ε/Δ ημερ.2/10/18] Οι αιτούμενες θεραπείες έχουν ως απώτερο σκοπό να περιορίσουν την αποκλειστική δικαιοδοσία του Αγγλικού Δικαστηρίου, που την αντλεί με βάση τις πρόνοιες των παραγράφων
(1)και
(5)του άρθρου 24 του Κανονισμού 1215/2012. Σχετική επί του θέματος που εγείρεται είναι η πιο κάτω αναφορά που γίνεται στο Σύγγραμμα The Brussels I Regulation Recast (ed. Andrew Dickinson and Eva Lein), 2015, Oxford University Press, στην οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών: «8.47 In proceedings concerning the enforcement of judgments, Art 24
(5)attributes exclusive jurisdiction to the courts of the Members State where the enforcement takes place. The provision applies to judgments rendered by the State's own courts or by those of other countries alike. The CJEU considers that «the essential purpose of the exclusive jurisdiction of the courts of the place in which the judgment has been or is to be enforced is that it is only for the courts of the Member State on whose territory enforcement is sought to apply the rules concerning the action on that territory of the authorities responsible for enforcement. The rationale of Art 24
(5)is thus closely to the State's monopoly to use force within its own territory. As a result this monopoly, the State's courts have exclusive jurisdiction over matters that relate to enforcement of judgment in their territory.» Καθοδηγητική επί του θέματος είναι και η απόφαση του ΔΕΕ Komu v Komu (Case C-605/14) , αντικείμενο της οποίας ήταν κάποια ακίνητα στην Ισπανία, που ανήκαν σε υπηκόους της Φιλανδίας. Κάποιοι εκ των ιδιοκτητών καταχώρισαν δικαστική διαδικασία στην Φινλανδία, με την οποία ζητούσαν την πώληση τους. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κλήθηκε να αποφασίσει το θέμα της δικαιοδοσίας και αυτό αποφάσισε ότι τα Ισπανικά δικαστήρια είχαν αποκλειστική δικαιοδοσία επί του θέματος που εγείρετο. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: [25] "the essential reason for conferring exclusive jurisdiction on the courts of the contracting state in which the property is situated is that the courts of the locus rei sitae are the best placed, for reasons of proximity, to ascertain the facts satisfactorily and to apply the rules and practices which are generally those of the state in which the property is situated: see, by analogy, Weber's case, para 41 and the case law cited." [26] "the exclusive jurisdiction of the courts of the contracting state in which the property is situated does not encompass all actions concerning rights in rem in immovable property, but only those which both come within the scope of the Brussels Convention or of Regulation No 44/2001 and are actions which seek to determine the extent, content, ownership or possession of immovable property or the existence of other rights in rem therein and to provide the holders of those rights with protection for the powers which attach to their interest: see Weber's case, para 42 and the case law cited." [27] "Also, according to settled case law of the court, the difference between a right in rem and a right in personam is that the former, existing in corporeal property, has effect erga omnes, whereas the latter can be claimed only against the debtor: Weber's case, para 43 and the case law cited." [.] [29] "an action, designed to bring about the transfer of a right of ownership in immovable property, concerns rights in rem which have effect erga omnes and is intended to ensure that the holders of those rights can protect the powers attached to their interest." (υπογράμμιση και έμφαση δική μας) Εξίσου καθοδηγητική είναι και η Αγγλική απόφαση, Magiera ν. Magiera
(2016)EWCA Civ. 1292, που αφορούσε εμπίστευμα και στην οποία αποφασίσθηκε από το Αγγλικό Εφετείο ότι τα Αγγλικά Δικαστήρια είχαν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση καθότι το κύριο αντικείμενο της αγωγής ήταν η πώληση ακινήτου που βρισκόταν στην Αγγλία και ότι η αγωγή αφορούσε 'τις εξωτερικές σχέσεις' του εμπιστεύματος και όχι 'τις εσωτερικές σχέσεις' αυτού. Οι ενάγοντες, καθ΄ων η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, επικαλέστηκαν προς υποστήριξη των θέσεων τους και το γεγονός ότι το εγγεγραμμένο γραφείο των εναγόμενων 1 - 5 βρίσκεται στην Κύπρο. Το πιο πάνω στοιχείο ουδόλως επηρεάζει το θέμα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Υπενθυμίζω ότι με βάση τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 24 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων. Το Άρθρο 24 εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της κατοικίας των διαδίκων. Αμφότερα τα μέλη επικαλέστηκαν και τo Άρθρο 25, του Κανονισμού 1215/2012, το καθένα προς υποστήριξη των δικών του θέσεων. Το συγκεκριμένο άρθρο αφορά την παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων. Στην παράγραφο
(3)γίνεται ειδική αναφορά στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία σε σχέση με ένα εμπίστευμα. Το παραθέτω αυτούσιο: «25
(3). Το δικαστήριο ή τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους στα οποία απονέμει διεθνή δικαιοδοσία η συστατική πράξη ενός trust έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ως προς αγωγές κατά του ιδρυτή, του trustee ή του δικαιούχου ενός trust, αν πρόκειται για σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή για δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους από το trust». Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία στην περίπτωση ενός εμπιστεύματος μόνο σε σχέση με αγωγές κατά του ιδρυτή, του trustee ή του δικαιούχου ενός εμπιστεύματος ή αν πρόκειται για σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή για δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από το trust. Στην παράγραφο 4 του Άρθρου 25 προβλέπεται ρητά ότι οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας και οι ανάλογες ρήτρες της συστατικής πράξεως του trust δεν παράγουν αποτελέσματα αν τα δικαστήρια τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 24. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αναφορές που γίνονται στο σύγγραμμα The Brussels I Regulation - Recast (ανωτέρω) τις οποίες παραθέτω αμέσως πιο κάτω: «8.01 Art 24 contains five heads of exclusive jurisdiction. The list is mandatory and exhaustive, though the Recast Regulation also provides for other grounds of exclusive jurisdiction else-where [Arts 14
(1), 18
(2), 22
(1). Cf Art 25
(1)]. «Exclusivity» means in this context that the designated court is the only one to have competence. In particular, the claim cannot be brought in the country of the domicile of the defendant or under any head of special jurisdiction. Moreover, a choice-of-forum agreement or a trust instrument cannot override Art 24 because the provision trumps party autonomy. 8.02 This already shows the considerable importance of the exclusive heads of jurisdiction. The legislature takes so seriously that it requires courts of the Members States to heed to them on their own motion (ex officio). As the CJEU has clarified, this duty extends to appeal and supreme courts and applies even where their national rules of procedure limit their review to the grounds raised by the parties. Thus, every Member State court must verify - within the scope of the Recast Regulation - where another court has exclusive jurisdiction before deciding on the merits of the claim. There is no room for national exceptions, such as the application of the forum non conveniens doctrine. ..... 9.89 - Article 25
(3)deals with choice of court provisions in trust instruments. This provision was introduced by the 1978 Brussels Convention. It extends the regime of choice of court agreement to unilateral instruments creating a trust. The settlor of the trust may include a choice of court clause among the terms and conditions governing that trust. Article 25
(3)establishes the validity and effectiveness of that clause, resulting in the exclusive jurisdictions of the designated court or courts to rule on any controversy deriving from the internal relationships in the trust. Art 25 is limited to proceedings brought against the settlor, trustee or beneficiary, when relations between these persons or their rights and obligations under the trust are involved.» Στην υπό κρίση υπόθεση οι διαφορές που προέκυψαν μεταξύ των μερών δεν αφορούν τον ιδρυτή, τον trustee ή το δικαιούχο του εμπιστεύματος ή τις σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή τα δικαιώματα και/ή τις υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από το trust. Δεν διαλάθει της προσοχής μου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ενάγεται και η επίτροπος του εμπιστεύματος, εναγόμενη 1, διαπιστώνω όμως ότι αυτό έγινε καταχρηστικά, άνευ λόγου και αιτίας καθότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της επιτρόπου και του εμπιστεύματος, δεν προέκυψε οποιαδήποτε διαφορά σε σχέση με τις εσωτερικές σχέσεις του εμπιστεύματος. Εν κατακλείδι δεν υπάρχει βάση αγωγής εναντίον της εναγόμενης 1 και αυτή δεν είναι αναγκαίος διάδικος. Κατά την κρίση μου άνευ λόγου και αιτίας έχουν συμπεριληφθεί στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή οι εναγόμενες 2 -
  1. Οι εναγόμενες 2 - 5 είναι εταιρείες στις οποίες η εναγόμενη 1 είναι μέτοχος. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι οι πέντε αυτές εταιρείες ενίστανται στα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν στην Αγγλία από τους Αιτητές. Ένα ζήτημα που με προβλημάτισε έντονα είναι κατά πόσο αυτό είναι το κατάλληλο στάδιο να εξετασθεί το θέμα της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή. Το θέμα αυτό πιστεύω ότι απαντάται από τις πρόνοιες του άρθρου 27 και του άρθρου 29 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/
  2. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27, τα Εθνικά Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να εξετάσουν αυτεπάγγελτα το ζήτημα της εφαρμογής του Άρθρου 24 και να δηλώσουν ότι στερούνται δικαιοδοσίας. Θέτω τις πρόνοιες του σχετικού άρθρου αυτούσιες : «
  3. Where a court of a Member State is seised by a claim which is principally concerned with a matter over which the courts of another Member State have exclusive jurisdiction by virtue of Article 24, it shall declare of its own motion that it has no jurisdiction.» Το άρθρο 29 του Κανονισμού δίδει την εξουσία στο δικαστήριο να αναστείλει τη διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιο του, σε περίπτωση που διαδικασία που αφορά το ίδιο αντικείμενο μεταξύ των ιδίων διαδίκων έχει καταχωρηθεί ενώπιο δικαστηρίου άλλου Κράτους Μέλους. Θέτω τις πρόνοιες του άρθρου 29, αυτούσιες, αμέσως πιο κάτω : «
  4. Without prejudice to Article 31
(2), where proceedings involving the same cause of action and between the same parties are brought in the courts of different Member States, any court other than the court first seised shall by its own motion stay its proceedings until such time as the jurisdiction of the court first seised is established. 2 ..... 3. Where the jurisdiction of the court first seised is established, any court other than the court first seised shall decline jurisdiction in favour of that court.» Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Case 288/82, Duijnstee v Lodewijk Goderbauer, όπου αποφασίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να εξετάσουν από μόνα τους το θέμα της δικαιοδοσίας ακόμη και στις υποθέσεις που αφορούν εφέσεις και ανεξάρτητα από τα όρια επέμβασης που θέτει η εθνική διαδικασία στο εκδικάζον δικαστήριο σε τέτοιες διαδικασίες. Καταλήγω, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου, ότι οι πρόνοιες του άρθρου 12(Β) του Νόμου 69
(1)/1992 και των άρθρων 24 και 25 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 δεν παρέχουν στα Κυπριακά Δικαστήρια αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν ζητήματα που αφορούν την εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης και συγκεκριμένα την επιβάρυνση της περιουσίας του εμπιστεύματος στα πλαίσια της πιο πάνω εκτέλεσης. Τονίζω ότι και σε περίπτωση που έκρινα ότι ο Νόμος 69
(1)/1992 έδιδε αποκλειστική δικαιοδοσία στο παρόν δικαστήριο να εκδικάσει την υπό κρίση υπόθεση, δεν θα το έπραττα καθότι οι πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 υπερισχύουν του εθνικού νόμου. Πέραν του θέματος της αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων με βάση το άρθρο 24 του ΕΕ Κανονισμού 1215/2012, οι Αιτητές προβάλλουν το επιχείρημα ότι ανεξαρτήτως των προνοιών του Νόμου και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσία να εμποδίσει την προώθηση δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν ενώπιο Δικαστηρίου άλλου κράτους. Το θέμα που εγείρεται, ήτοι η απαγόρευση προώθησης και ή λήψης δικαστικών μέτρων εξετάσθηκε στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Case C-159/02, Turner v Grovit, ημερομηνίας 27.4.2004, η οποία είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο εξέτασε τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968, για τη Διεθνή Δικαιοδοσία και Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις Σύμβαση, η οποία αποτέλεσε τη βάση για τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς 44/2001 και 1215/2012. Η υπόθεση αφορούσε απαγορευτικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε από Αγγλικό Δικαστήριο και απαγόρευε τη συνέχιση νομικών διαδικασιών που εκκρεμούσαν ενώπιον Ισπανικού Δικαστηρίου. Το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε το διάταγμα. Η απόφαση εφεσιβλήθηκε και τέθηκε ενώπιο της Βουλής των Λόρδων, η οποία έκρινε ότι εγείρετο θέμα Ευρωπαϊκού Δικαίου και παρέπεμψε το θέμα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάσισε ότι τέτοιας φύσης απαγορευτικά διατάγματα δεν συνάδαν με τις πρόνοιες της Συνθήκης των Βρυξελλών καθότι αποστερούσαν από τον διάδικο το δικαίωμα να λάβει δικαστικά μέτρα και έμμεσα επενέβαιναν με την απόλυτη δικαιοδοσία των Ισπανικών Δικαστηρίων. Η Συνθήκη δεν επιτρέπει σε Δικαστήριο ενός κράτους μέλους να εξετάσει κατά πόσο δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει μια υπόθεση, έστω και αν η διαδικασία είναι ενοχλητική και ή καταπιεστική. Κάθε Δικαστήριο μπορεί να αποφασίζει για τη δική του δικαιοδοσία όχι όμως για τη δικαιοδοσία δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. "The Convention of 27 September 1968 on Jurisdiction and the Enforcement of Judgments in Civil and Commercial Matters [.] is to be interpreted as precluding the grant of an injunction whereby a court of a Contracting State prohibits a party to proceedings pending before it from commencing or continuing legal proceedings before a court of another Contracting State, even where that party is acting in bad faith with a view to frustrating the existing proceedings". Οι ιδίες αρχές υιοθετήθηκαν σε σωρεία αποφάσεων, αναφέρω ενδεικτικά τις OT Africa Line Ltd v. Magic Sportswear Corporation and others
(2006)1 All ER (Comm) 32, Nussberger and Another v. Phillips and Another (No.4)
(2006)1 WLR 2598 και Allianz Spa v. West Ham United Football Club Plc
(2008)EWHC 2855. Στην τελευταία απόφαση αποφασίσθηκε ότι η απαγόρευση ισχύει ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το αντικείμενο της διαφοράς δεν εμπίπτει στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αποστερήσει από τους Αιτητές το δικαίωμα να προσφύγουν σε Αγγλικό Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους ή να συνεχίσουν την προώθηση της διαδικασίας που έχουν ήδη καταχωρίσει. Αυτό θα ισοδυναμούσε κατά την άποψη μου με σφετερισμό της εξουσίας του Αγγλικού Δικαστηρίου να αποφασίσει το ίδιο κατά πόσο έχει ή όχι δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση που ήδη εκκρεμεί ενώπιο του. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 και τη σχετική νομολογία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιο του Αγγλικού Δικαστηρίου και αφορά το επίδικο εμπίστευμα δεν έχει ολοκληρωθεί, κρίνω σκόπιμο όπως η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή ανασταλεί μέχρι τότε, ήτοι μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία στο High Court και αποφασισθεί από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιο του. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω οποιαδήποτε άλλα θέματα που ηγέρθηκαν από τα δύο μέρη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Τα έξοδα της Αίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ων η αίτηση / Εναγόντων. (Υπ.)....................... Τ.Παρασκευαϊδου-Καρακάννα Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.