Αναφορικά με την Εταιρεία Agromarket (Larnaca) Ltd, Αρ. Αίτησης: 129/2015, 12/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A131 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 129/2015 Αναφορικά με την Εταιρεία Agromarket (Larnaca) Ltd Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο Ημερομηνία: 12 Ιουνίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Νικολάου Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Παρπούνα ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό των ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση, η εταιρεία Agromarket Ltd (στο εξής «η αιτήτρια») επιδιώκει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εκκαθαρίζεται η εταιρεία Agromarket (Larnaca) Ltd (στο εξής «η καθ' ης η αίτηση»). Στην βάση του περιεχομένου της αίτησης και τις ένστασης[1], καθώς επίσης και των διαφόρων ένορκων δηλώσεων που την υποστηρίζουν[2], προκύπτουν τα πιο κάτω αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Η καθ' ης η αίτηση, αποτελεί, μαζί με άλλες εταιρείες, θυγατρική εταιρεία της αιτήτριας. Ο Όμιλος εταιριών του οποίου ηγείται η αιτήτρια ασχολείται με την εισαγωγή και πώληση φρούτων, λαχανικών, τροφίμων, γλυκών, αλλαντικών και άλλων προϊόντων. Στα πλαίσια της συνεργασίας της μητρικής με τις θυγατρικές εταιρείες, οι τελευταίες αγόραζαν από την πρώτη, επί πιστώσει, τα διάφορα προϊόντα, ως ανωτέρω αναφέρθηκαν και τα έθεταν προς πώληση στο κοινό. Για τις μεταξύ τους συναλλαγές διατηρείτο σχετική κατάσταση λογαριασμού στη βάση των διαφόρων τιμολογίων που εκδίδονταν, αλλά και των κατά καιρούς πληρωμών που γίνονταν από τις θυγατρικές προς την μητρική έναντι της οφειλής των πρώτων. Το Διοικητικό Συμβούλιο της αιτήτριας απαρτίζεται από έξι συμβούλους, χωρισμένους σε δύο ομάδες. Τους συμβούλους Α και τους συμβούλους Β. Στην ουσία, οι σύμβουλοι αυτοί είναι και οι μέτοχοι της αιτήτριας, υπό την έννοια ότι, οι σύμβουλοι Α, μέσω έτερης εταιρείας δικών τους συμφερόντων κατέχουν το 50% των μετοχών της αιτήτριας και οι δυο εκ των τριών συμβούλων Β, προσωπικά, κατέχουν το υπόλοιπο 50% των μετοχών της αιτήτριας. Περί το 2014 - 2015 επήλθε ρήξη στις σχέσεις των δύο ομάδων των συμβούλων/μετόχων, η οποία οδήγησε στην έναρξη διαφόρων δικαστικών διαδικασιών. Ανεξαρτήτως των κατά καιρούς δικαστικών τελικών ή ενδιάμεσων κρίσεων στις διαδικασίες αυτές, μέχρι σήμερα δεν έχει επέλθει συμφιλίωση μεταξύ τους. Ούτε και δόθηκε, στα πλαίσια των διαδικασιών αυτών, οποιαδήποτε θεραπεία που να υπερσκελίζει την σκόπελο που δημιουργεί η ασυμφωνία των συμβούλων της αιτήτριας. Κατά καιρούς έγιναν προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης των διαφορών αυτών, πλην όμως, τούτες δεν στέφθηκαν με επιτυχία. Οι σύμβουλοι Β, θεωρώντας ότι οι σύμβουλοι Α ενεργούν κατά τρόπον εχθρικό έναντι της αιτήτριας και με σκοπό όπως τούτη καταστραφεί οικονομικά, και θεωρώντας, επίσης, ότι, η καθ' ης η αίτηση οφείλει συγκεκριμένο ποσό προς την αιτήτρια στη βάση των μεταξύ τους συναλλαγών, ως ανωτέρω προσδιορίστηκαν, απέστειλαν, εκ μέρους της αιτήτριας, προς την καθ' ης η αίτηση απαίτηση πληρωμής στην βάση των προνοιών του άρθρου 211(ε) και (στ) και 212 (α) και (γ) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και αφού παρήλθαν οι είκοσι μια μέρες προθεσμία, και δεν πληρώθηκε από την καθ' ης η αίτηση οποιοδήποτε ποσό έναντι της απαίτησης, έδωσαν οδηγίες στην Φοίβος, Χρήστος, Κληρίδης και συνεργάτες ΔΕΠΕ, όπως καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Αποτελεί, επίσης, κοινό τόπο ότι, για σκοπούς λήψης της απόφασης αποστολής της ανωτέρω αναφερόμενης γραπτής απαίτησης προς την καθ' ης η αίτηση, αλλά και για τον, μετέπειτα, διορισμό της πιο πάνω δικηγορικής εταιρείας για σκοπούς καταχώρησης της επίδικης αίτησης εκ μέρους της αιτήτριας, δεν λήφθηκε η γνώμη των συμβούλων Α της αιτήτριας, ούτε και συγκλήθηκε σχετική συνέλευσης των μετοχών της. Κατά τους συμβούλους Β, δεν θα έπρεπε να αναζητηθεί η γνώμη και άποψη των συμβούλων Α, ως προς τις πιο πάνω ενέργειες, καθότι, τούτοι έχουν υπό τον έλεγχο τους την καθ' ης η αίτηση, θυγατρική εταιρεία και κατά συνέπεια έχουν προσωπικό συμφέρον στο να μην προωθηθούν οι διαδικασίες αυτές. Είναι δε στη βάση αυτής της θεώρησης, που οι σύμβουλοι Β δεν συγκάλεσαν είτε τη συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου, είτε την συνέλευση των μετόχων της αιτήτριας. Τα κοινώς αποδεκτά, αδιαμφισβήτητα, γεγονότα που προκύπτουν από τα δικόγραφα των δύο πλευρών[3] είναι πολύ περισσότερα από τα ανωτέρω, πλην όμως, με δεδομένη την θέση της καθ' ης η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν εκπροσωπείτο νόμιμα όταν ενεργοποιούσε τις πρόνοιες του άρθρου 212 του Κεφ. 113, ούτε και διόρισε νομότυπα την πιο πάνω δικηγορική εταιρεία για να την εκπροσωπήσει στην υπό εξέταση αίτηση, θέση η οποία, αν γίνει δεκτή, στην ουσία, θα έχει ως αποτέλεσμα το παρόν δικαστήριο να στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την επίδικη αίτηση επί της ουσίας της, κρίνεται ορθό, στο σημείο αυτό, να εξεταστεί το ζήτημα αυτό, και μόνο στην περίπτωση που απορριφθεί η σχετική θέση της καθ' ης η αίτηση, να προχωρήσω και να παραθέσω και τα λοιπά παραδεκτά γεγονότα, αλλά και το μαρτυρικό υλικό που προσκόμισε η κάθε πλευρά. Πρέπει, εξαρχής, να σημειώσω, έστω και αν δεν προβάλλεται σχετική εισήγηση από την αιτήτρια, ότι δεν μου διαφεύγει η νομολογία εκείνη που υποδεικνύει ότι δεν είναι δυνατόν να εξετάζεται ζήτημα νομότυπου ή μη διορισμού δικηγόρου σ' αυτό το τελικό στάδιο της κυρίως διαδικασίας στα πλαίσια της υπερασπιστικής γραμμής ενός εναγομένου, μιας και πρόκειται για ζήτημα, που, νομολογιακά, θα πρέπει να εξετάζεται στα πλαίσια ειδικής προς τούτο ενδιάμεσης αίτησης, η οποία και θα πρέπει να καταχωρείται και να αποφασίζεται πριν η κυρίως διαδικασία οριστεί για ακρόαση. (βλέπε Πολιτική Έφεση 168/2010 Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΧΟΡΗΓΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥΣ, απόφαση ημερομηνίας 24 Φεβρουαρίου, 2016, Lioufis and Co Ltd v. Ανδρονίκου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 773, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ.990 και Annual Practice 1958, σελ. 574, 575). Θεωρώ, ωστόσο, ότι, τα όσα αποφασίστηκαν στην νομολογία αυτή δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση, μιας και η καθ' ης η αίτηση ενήργησε ως η πιο πάνω νομολογία ορίζει, και δη καταχώρησε σχετική ενδιάμεση αίτηση, εμπρόθεσμα, και έδωσε την ευκαιρία στο δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα εντός των επιτρεπτών χρονικών όριων. Η εκ νέου ενασχόληση του Δικαστηρίου, στο στάδιο αυτό, με το εν προκειμένω ζήτημα, γίνεται καθότι το δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση, τότε) έκρινε ότι το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό δεν του επέτρεπε, σε εκείνο το στάδιο, να εκφράσει ασφαλή τελική κρίση επί του θέματος, και υπέδειξε, ρητά, στη σχετική ενδιάμεση απόφαση του, ότι το ζήτημα θα το εξετάσει, εκ νέου, στα πλαίσια της ακρόασης της κυρίως αίτησης. Είναι στη βάση των δεδομένων αυτών που θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από όλες τις υποθέσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, μιας και αυτές αφορούσαν περιπτώσεις που ο διάδικος που επικαλείτο το ανύπαρκτο του ενάγοντα ή την παράνομη δικηγορική εκπροσώπηση του, είτε δεν καταχώρησε ειδική αίτηση για να προωθήσει την θέση του αυτή και περιορίστηκε στην προβολή σχετικής θέσης στην υπεράσπισή του είτε καταχώρησε τέτοια αίτηση, εκπρόθεσμα, με αποτέλεσμα τούτη να απορριφθεί, με συνέπεια να μην του επιτραπεί να προβάλει την εν λόγω θέση του στο στάδιο της ακρόασης της κυρίως διαδικασίας. Στην βάση των ανωτέρω θεωρώ ότι ορθώς η καθ' ης η αίτηση απαιτεί να εξεταστεί, στο στάδιο αυτό, η εν προκειμένω θέση της. Νομική πτυχή Με δεδομένη τη θέση της καθ' ης η αίτηση ότι αιτήτρια δεν εκπροσωπείται νομότυπα γιατί για τον διορισμό της Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. δεν λήφθηκε νομότυπη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αιτήτριας, ορθό είναι, κατά τη γνώμη μου, αναφορά να γίνει στα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Lindos Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1993)1 Α.Α.Δ. 17, τα οποία έχουν ως ακολούθως: «(α) Ένα νομικό πρόσωπο, σαν πλάσμα δικαίου δεν έχει ύπαρξη στον φυσικό κόσμο και έτσι είναι δυνατόν να ενεργεί μόνο δι' αντιπροσώπου. Η άποψη πως, όπως τα φυσικά πρόσωπα, έτσι και τα νομικά πρόσωπα έχουν δικαίωμα να επιλέγουν αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Δικαστήριο, είναι λανθασμένη ως αντινομική προς τη φύση των πραγμάτων, διότι το νομικό πρόσωπο στερείται εγγενώς της δυνατότητας αυτοπρόσωπης παρουσίας και ενέργειας, ο δε ιδιαίτερος δεσμός του διευθυντή με την εταιρεία δεν εξομοιώνει τα δύο». Ειδικότερα τώρα με τον τρόπο που μία εταιρεία μπορεί νομίμως να διορίσει αντιπρόσωπο για να ενεργεί εκ μέρους της, στην υπόθεση Σολωμού v. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 300, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Mία εταιρεία όντας νομικό πρόσωπο μπορεί μόνο να ενεργεί μέσω αντιπροσώπου και οι αντιπρόσωποί της είναι το Διοικητικό Συμβούλιο σαν σύνολο[4]. Ωστόσο η σύναψη συμφωνίας εκ μέρους της εταιρείας από όλους τους είναι σπάνια. Η συνήθης πρακτική είναι η ανάθεση αυτής της λειτουργίας από το Διοικητικό Συμβούλιο σε ένα ή περισσότερα από τα μέλη του ή στον γραμματέα ή άλλο αντιπρόσωπο. Επομένως εγείρονται δύο καταστάσεις αντιπροσώπευσης: πρώτο, το Διοικητικό Συμβούλιο ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Δεύτερο, δίνεται εξουσιοδότηση σε κάποιον αντιπρόσωπο από το Διοικητικό Συμβούλιο να ενεργεί εκ μέρους του και κατ' επέκταση για την εταιρεία (βλ. Palmer's Company Law, 24η έκδοση, παράγραφος 21‑04, σελ. 245‑246)». Όσον δε αφορά στη δυνατότητα των μετόχων να συνομολογήσουν συμφωνία έξω από το καταστατικό της εταιρείας, η οποία θα διέπει τη λειτουργία τους ως μέτοχοι, σε βαθμό ακόμα που να καθιστά μίαν τέτοια συμφωνία εξίσου σημαντική ως και το καταστατικό μίας εταιρείας, στο σύγγραμμα Gower and Davis Principle of Modern Company Law, 7η έκδοση, σελίδα 66, αναφέρεται ότι: «An alternative method is an agreement concluded among all the shareholders, but existing outside and separate for the articles and to which the company itself may or may not be a party. Such an agreement is not normally treated as part of the constitution of the company, though it may have an affect which is rather similar to a provision in the articles». Μία τέτοια συμφωνία, επιτρέπει στους μετόχους να ελέγχουν το Διοικητικό Συμβούλιο πέραν των όποιων σχετικών προνοιών υπάρχουν στο καταστατικό της εταιρείας. Για μίαν ενδιαφέρουσα συζήτηση ως προς τη δυνατότητα, στη βάση ειδικής πρόνοιας του καταστατικού μίας εταιρείας ή ειδικής πρόνοιας μίας ανεξάρτητης συμφωνίας των μετόχων, να επιτρέπεται να αρχίσει η δικαστική διαδικασία από μίαν εταιρεία στο όνομά της χωρίς τη λήψη σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της στο σύνολό του, ενδιαφέροντα είναι τα όσα αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Automatic Self‑Cleansing Filter Syndicate Co v. Cuninghame [1906] 2 Ch 34, Marshall's Balve Gear Co Ltd v. Manning, Wardle & Co Ltd [1909] 1 Ch 267, Salmon v. Quin and Axtens Ltd [1909] 1 Ch 311 (Ca), John Shaw & Sons (Salford) Ltd v. Shaw [1935] 2 Kb 113 και Breckland Holdings Ltd v. London and Suffolk Properties Ltd [1989] BCLC 100. Στην προκειμένη περίπτωση, ούτε η αιτήτρια, ούτε η καθ' ης η αίτηση επικαλούνται οποιονδήποτε όρο του καταστατικού ή της συμφωνίας μετόχων[5] που να επιτρέπει σε συγκεκριμένη ομάδα συμβούλων ή έστω κάποιον εξ αυτών ή ακόμα σε οποιονδήποτε άλλον τρίτο αντιπρόσωπο της αιτήτριας να διορίζει δικηγόρους για εκπροσώπησή της σε δικαστικές διαδικασίες. Επίσης, παρά το ότι μέσω των δικογράφων των διαδίκων γίνεται αναφορά τόσο στο καταστατικό της εταιρείας όσο και στη συμφωνία των μετόχων, τα έγγραφα αυτά δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά μόνο, εντελώς, αποσπασματικά, ως τεκμήρια επί των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Σ' αυτά δε τα αποσπάσματα, δεν απαντάται οποιαδήποτε σχετική με την εν προκειμένω συζήτηση πρόνοια, που να επιτρέπει σε οποιονδήποτε να λαμβάνει εκ μέρους της αιτήτριας απόφαση για διορισμό δικηγόρου για έναρξη από πλευράς της δικαστικής διαδικασίας. Με δεδομένη την ανυπαρξία τέτοιας πρόνοιας είτε στο καταστατικό της εταιρείας είτε στη συμφωνία των μετόχων, προφανώς, εφαρμογής τυγχάνουν οι σχετικές γενικές αρχές του εταιρικού δικαίου, ως τούτες υποδείχθηκαν από τον Δικαστή Ναθαναήλ στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Montrago Trustees Ltd κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1289, και έχουν ως ακολούθως: «Χωρίς να παρίσταται ανάγκη για εκτεταμένη ανάλυση του εταιρικού δικαίου στο ζήτημα της εκπροσώπησης εταιρείας, είναι δεδομένο ότι μια εταιρεία είναι διάφορο πρόσωπο κατά νόμο, τόσο από τους μετόχους της, όσο και από τους διευθυντές της. Το διοικητικό συμβούλιο εταιρείας έχει την ευθύνη της διοίκησης της, ενώ οι μέτοχοι είναι βέβαια οι ιδιοκτήτες της, που δυνατόν να ταυτίζονται, αλλά όχι κατ' ανάγκη, εν όλω ή εν μέρει, με τους διευθυντές. Η γενική συνέλευση των μετόχων και το διοικητικό συμβούλιο μπορούν μεταξύ τους να ασκούν όλες τις εξουσίες της εταιρείας, (δέστε Pennington's Company Law, 4η έκδ., σελ. 523-525). Το καταστατικό της εταιρείας διαμοιράζει αυτές τις εξουσίες, η τροποποίηση των οποίων δυνατόν να διαφοροποιεί την κατάσταση, υπό το φως πάντοτε και των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, που δίνει ορισμένες εξουσίες αποκλειστικά στη γενική συνέλευση. Κατά το εταιρικό δίκαιο, στην ενάσκηση των εξουσιών του το διοικητικό συμβούλιο δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος της πλειοψηφίας ή ακόμη και όλων των μετόχων της εταιρείας, οι οποίοι δεν μπορούν με ψήφισμα ομόφωνο ή πλειοψηφικό να υπερνικήσουν την εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ή να του δίνουν οδηγίες πώς να ασκεί τις εξουσίες του, (δέστε την υπόθεση John Shaw & Sons (Salford) Ltd v. Shaw [1935] 2 K.B. 133).. Όπως είναι γνωστό, για να εγερθεί αγωγή ή να δοθούν οδηγίες για υπεράσπιση από εταιρεία, πρέπει να λάβει ορθή και νομότυπη απόφαση, το διοικητικό της συμβούλιο[6]. Αγωγή ή και υπεράσπιση, υπόκειται σε διαγραφή in limine με τη χρήση της Δ.27, όπου διαπιστώνεται ότι ο ενάγων ή ο εναγόμενος είναι ανίκανος να υπογράψει ή να δώσει έγκυρο διοριστήριο, (Daimler Co v. Continental Tyre Co [1916] 2 AC 337). Όπου υπάρχουν δύο μόνο διευθυντές σε μια εταιρεία κατέχοντας εξίσου το μετοχικό κεφάλαιο της, είναι δυνατή η διαγραφή της εταιρείας ως ενάγουσας όπου ο ένας των διευθυντών εγείρει την αγωγή στο όνομα της εταιρείας, καταλογίζοντας στον έτερο των διευθυντών διάφορες λανθασμένες ενέργειες, ζητώντας ταυτόχρονα την απομάκρυνση του καθώς και συναφές απαγορευτικό διάταγμα. Σε τέτοια δεδομένα δεν ήταν δυνατή η λήψη απόφασης του διοικητικού συμβουλίου για έγερση της αγωγής, ούτε και μπορούσε να υπάρξει με την κατάσταση που επικρατούσε, (West End Hotels Syndicate Ltd v. Bayer [1912] 29 TLR 92 και Fergus Navigation & Embankment Co. v. Kingdon [1861] 4 LT 262). Σχετική είναι και η απόφαση στην Thanos Hotels Ltd v. Thanos Club Hotels Ltd κ.ά. αρ. αγωγής 6084/05, ημερ. 24.1.2007, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εκδόθηκε από το Δικαστήριο αυτό). Είναι πρόδηλο, επομένως, ότι η Custodian ουδεμία νόμιμη ενέργεια δύναται να λάβει προς υπεράσπιση της. Το ότι η ίδια η Custodian στην υπό κρίση αίτηση δεν προστέθηκε ως αιτήτρια δεν έχει καμιά σημασία, εφόσον ούτως ή άλλως δεν μπορούσε να λάβει σχετική απόφαση.» Στη βάση των ανωτέρω εκείνο που προκύπτει είναι ότι, για να εγερθεί νόμιμα μία δικαστική διαδικασία εκ μέρους μίας εταιρείας, της οποίας το διοικητικό συμβούλιο δεν παραχώρησε σε συγκεκριμένο πρόσωπο εξουσία διορισμού δικηγόρου για έγερσή της και οι μέτοχοί της δεν έχουν συμφωνήσει όπως περιοριστούν οι σχετικές εξουσίες του διοικητικού συμβούλιου της, θα πρέπει να προηγηθεί απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου στο σύνολό του για διορισμό συγκεκριμένου δικηγόρου που, εκ μέρους της, θα καταχωρήσει και θα προωθήσει τη δικαστική διαδικασία. Τούτη δε η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, θα πρέπει να λαμβάνεται στη βάση των σχετικών προνοιών του καταστατικού της εταιρείας, σε συνάρτηση με τις σχετικές πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, οι οποίες δίδουν ορισμένες εξουσίες αποκλειστικά στη Γενική Συνέλευση των μετόχων μίας εταιρείας. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο Όπως αβίαστα προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα επί του προκειμένου γεγονότα, τόσο για σκοπούς αποστολής της γραπτής απαίτησης προς την καθ' ης η αίτηση, όσο και για σκοπούς καταχώρησης της επίδικης αίτησης, η αιτήτρια δεν εκπροσωπήθηκε νομότυπα. Ως υποδείχθηκε στην σχετική με το ζήτημα νομολογία, ανωτέρω, εν απουσία ειδικής σχετικής πρόνοιας στο καταστατικό της εταιρείας ή, έστω, σχετικού ορού στη συμφωνία των μετοχών, κάτι που καμιά πλευρά δεν επικαλέστηκε, εφαρμογής τυγχάνουν οι γενικές αρχές του εταιρικού δικαίου που θέλουν το διορισμό δικηγόρου για σκοπούς εκπροσώπησης μίας εταιρείας σε μια δικαστική διαδικασία να προκύπτει κατόπιν σχετικής απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της, στο σύνολό του, κάτι που ελλείπει στην προκειμένη περίπτωση. Είμαι δε της γνώμης ότι, η, δυνάμει του άρθρου 212 (α) του περί Εταιριών Νόμου, απαίτηση που στάλθηκε στην καθ' ης η αίτηση, στην ουσία, αποτελεί το απαραίτητο εναρκτήριο λάκτισμα της υπό εξέταση αίτησης, μιας και τούτη (η επίδικη αίτηση) βασίζεται στο συγκεκριμένο άρθρο του νόμου. Κατά συνέπεια, και για την αποστολή της απαίτησης αυτής θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να ληφθεί σχετική απόφαση από το διοικητικό συμβούλιο της αιτήτριας. Δεν πρέπει, ακριβώς, να λησμονείται ότι, η αποστολή μιας τέτοιας απαίτησης, σε συνδυασμό με τη μη καταβολή του απαιτούμενου ποσού από την εταιρεία προς την οποία αποστέλλεται ή τον μη γενικότερο συμβιβασμό του χρέους εντός των 21 ημερών από την λήψη της, δημιουργεί τεκμήριο αδυναμίας της τελευταίας να εξοφλήσει τα χρέη της, σφραγίζοντας έτσι, σε κάποιες περιπτώσεις, και τη τύχη της αίτησης εκκαθάρισης που, ακολούθως, καταχωρείται. Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο η απόφαση για αποστολή της απαίτησης προς την καθ' ης η αίτηση όσο και η απόφαση για να διοριστεί η πιο πάνω δικηγορική εταιρεία ως εκπρόσωπος της αιτήτριας, λήφθηκε από τους συμβούλους Β χωρίς να ληφθεί υπόψη η θέση των συμβούλων Α, οι οποίοι αποτελούν το 50% του διοικητικού συμβουλίου της αιτήτριας. Ως προς στο επιχείρημα της αιτήτριας ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν ήταν αναγκαία η αναζήτηση της σχετικής γνώμης των συμβούλων Α', στη βάση του ότι τούτοι έχουν εμπλεκόμενα συμφέροντα καθότι έχουν υπό τον πλήρη έλεγχό τους την καθ' ης η αίτηση, με κάθε σεβασμό προς τους συνηγόρους της αιτήτριας, η εισήγησή τους αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το κατά πόσο ήταν ή όχι προβλεπτή η στάση που θα τηρούσαν οι σύμβουλοι Α' σε μίαν ενδεχόμενη συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της αιτήτριας με θέμα τον διορισμό ή μη δικηγόρου για καταχώρηση της επίδικης αίτησης, δεν αποτελεί λόγο που επιτρέπει λήψη σχετικής απόφασης έξω από τις πρόνοιες του καταστατικού της αιτήτριας ή σε σύγκρουση με τις σχετικές αρχές του εταιρικού δικαίου, οι οποίες παρατέθηκαν ανωτέρω. Ανεξάρτητα του προβλεπτού ή μη της στάσης που θα τηρείτο από τους συμβούλους Α', με δεδομένες τις σχετικές αρχές του εταιρικού δικαίου που διέπουν το εν προκειμένω ζήτημα, θα έπρεπε να προγραμματιστεί συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της αιτήτριας και αν σχηματιζόταν απαρτία να ληφθούν οι σχετικές αποφάσεις. Αν στη συνεδρία αυτή προέκυπτε αδιέξοδο, ο περί Εταιρειών Νόμος και γενικά η Νομολογία παρέχουν επαρκές οπλοστάσιο για να μπορούσαν οι δυσαρεστημένοι σύμβουλοι να αποταθούν στα Δικαστήρια και να αναζητήσουν σχετική θεραπεία, ώστε, στο τέλος της ημέρας, νομότυπα να ληφθεί απόφαση εκπροσώπησης της εταιρείας για σκοπούς καταχώρησης της επίδικης αίτησης. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα η σχετική θέση της καθ' ης η αίτηση αναφορικά με το μη νομότυπο του διορισμού της Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. να κρίνεται βάσιμη. Η δε κρίση μου αυτή, στην ουσία οδηγεί και σε περαιτέρω κρίση ότι, η αιτήτρια δεν εκπροσωπείται νομότυπα ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να προωθήσει την παρούσα αίτηση, φέρνοντας, έτσι, στο προσκήνιο ζήτημα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό εξέταση αίτηση επί της ουσίας της. Εν πάση περιπτώσει, και τούτο εντελώς παρεμφερώς, και χωρίς να επηρεάζεται η ήδη εκφρασθείσα κρίση μου ως προς τις επιπτώσεις λόγω του μη νομότυπου διορισμού δικηγόρων εκ μέρους της αιτήτριας, τα οποιαδήποτε, ενδεχομένως, προσωπικά συμφέροντα των συμβούλων Α, αφορούν στους ίδιους, ως φυσικά πρόσωπα, και δεν μπορούν να εξισώνονται με τα όποια συμφέροντα μίας εταιρείας όπως είναι η αιτήτρια και η καθ' ης η αίτηση, οι οποίες αποτελούν τους μόνους διάδικους της παρούσας διαδικασίας. Στην βάση των ανωτέρω, προκύπτει αβίαστα ότι η σχετική θέση της καθ' ης η αίτηση κρίνεται βάσιμη, με αποτέλεσμα, λόγω της δικαιοδοτικής φύσης της, να είναι αδύνατη η εξέταση της επίδικης αιτήσης επί της ουσίας της. Ταλαντεύτηκα, πραγματικά, αν θα έπρεπε να εκφράσω τη γνώμη μου ως προς την ουσία της αίτησης. Κατέληξα, ωστόσο, ότι δε, θα πρέπει να το πράξω, μιας και υπάρχει η δυνατότητα, η αιτήτρια, νομότυπα, να καταχωρήσει εκ νέου αίτηση, ως η υπό εξέταση, εδραζόμενη στην ίδια βάση, και για το λόγο αυτό δεν θα ήταν ορθό να έχει εκφραστεί, έστω και παρεμφερώς, επί της ουσίας της, δικαστική κρίση. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, η επίδικη αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και κατά συνέπεια τούτη απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας, και κατά συνέπεια αυτά επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ..................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η ένσταση, σε κάποιο χρονικό σημείο, τροποποιήθηκε δια της προσθήκης νέων λόγων ένστασης. [2] Πέραν των ενόρκων δηλώσεων που, εξαρχής, συνόδευαν την αίτηση και την ένσταση, κατόπιν σχετικών ενδιάμεσων κρίσεων του δικαστηρίου, δόθηκε άδεια και στους δύο διαδίκους και καταχώρησαν συμπληρωματικές και/ή απαντητικές ένορκες δηλώσεις. [3] Περιλαμβανομένου και του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει έκαστο. [4] Υπογράμμιση δική μου. [5] Αποτελεί κοινό τόπο ότι έχει συνομολογηθεί τέτοια συμφωνία. [6] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο