Αναφορικά με τον XXXXX GHEBALI, Αρ. Αίτησης:20/19, 21/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ Αρ. Αίτησης:20/19 Αναφορικά με Ένταλμα Σύλληψης Εκζητουμένου Προσώπου Δυνάμει του Άρθρου 16
(1),
(2)του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Ν. 133
(1)/2004 Και Αναφορικά με τον XXXXX GHEBALI από το Ισραήλ σχετικά με αίτημα των Γαλλικών Αρχών παρών Ημερομηνία: 21/02/2020 Εμφανίσεις: Για Κεντρική Αρχή: κα Παπαλοΐζου Για εκζητούμενο: κος Βαφέας Εκζητούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση Αίτηση, επιδιώκεται η σύλληψη και παράδοση του εκζητούμενου στις Γαλλικές Αρχές στα πλαίσια εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από αρμόδια δικαστική αρχή της Γαλλίας εναντίον του. Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ο εκζητούμενος, μέσω του συνηγόρου του, δεν συγκατατέθηκε στην παράδοση του στις Γαλλικές Αρχές, προβάλλοντας, στην ουσία, έναν και μόνο λόγο προς υποστήριξη της άρνησής του αυτής. Τούτος (ο λόγος), θέλει τις Γαλλικές Αρχές να επιδιώκουν τη σύλληψη και παράδοση του στη Γαλλία, για λόγους άλλους από αυτούς που επιτρέπουν μια τέτοια παράδοση μέσω εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Είναι, συναφώς, η θέση του εκζητούμενου ότι, η παράδοση του στις Γαλλικές Αρχές δια της εκτέλεσης του επίδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν επιδιώκεται, ούτε για να εκτίσει ποινή που έχει επιβληθεί σε αυτόν στη Γαλλία, ούτε για να διωχθεί ποινικά, αλλά για να υποβληθούν σε αυτόν ερωτήσεις και/ή για να ανακριθεί σε σχέση με υπό διερεύνηση αδίκημα, χωρίς να είναι, από το στάδιο αυτό, δυνατό να προβλεφθεί το κατά πόσο τούτος, εν τέλει, θα διωχθεί για το υπό διερεύνηση αδίκημα. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, αλλά και του γεγονότος ότι στο περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αναφέρονταν και δύο εναλλακτικοί λόγοι για τους οποίους είναι δυνατή η έκδοσή και εκτέλεσή του, το Δικαστήριο, με τη σύμφωνη γνώμη του εκζητουμένου αλλά και της εκπροσώπου της Κεντρικής Αρχής, απέστειλε ερώτημα προς την Κεντρική Γαλλική Αρχή ζητώντας από την τελευταία να απαντήσει ως προς το «κατά πόσο η εκτέλεση του υπό εξέταση ΕΕΣ, ζητείται από τις Γαλλικές Αρχές ώστε να τεθεί ενώπιον της ο εκζητούμενος για να ανακριθεί για τα γεγονότα που αναφέρονται στο ένταλμα ή για να διωχθεί ποινικά γι' αυτά». Παρά το ότι οι σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου δόθηκαν από τις 23/12/2019, η αρχική σχετική τοποθέτηση των Γαλλικών Αρχών, παραδόθηκε στο Δικαστήριο στις 20/01/2020. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται, απλά, ότι, στο μεταξύ, στάλθησαν δύο σχετικές υπενθυμίσεις προς τις Γαλλικές Αρχές. Η απάντηση της Κεντρικής Αρχής της Γαλλίας στο ερώτημα του Δικαστηρίου είναι η εξής, την οποίαν κρίνω σημαντικό να παραθέσω αυτούσια: «The aforementioned European Arrest Warrant (delivered on 5th November 2019 against XXXXX GHEBALI) has been issued for the purposes of both questioning and conducting a criminal prosecution. Indeed, the defendant will be questioning at a first stage. Then, the investigating judge will perhaps put him under investigation and, according to the results of the investigation, the investigating judge will maybe refer the case to a court of judgement and, in that case, the defendant will be conducting under a criminal prosecution». Ακολούθως, και πιο συγκεκριμένα στις 30/01/2020, στα πλαίσια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, η εκπρόσωπος της Κεντρικής Αρχής, με τη σύμφωνη γνώμη του συνηγόρου του εκζητούμενου, κατέθεσε δέσμη εγγράφων η οποία αποτελεί στην ουσία εκτύπωση ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ της Κεντρικής Αρχής Κύπρου και της Κεντρικής Αρχής Γαλλίας σε σχέση με το μοναδικό επίδικο ζήτημα της παρούσας διαδικασίας. Μέρος της αλληλογραφίας αυτής, αποτελεί και το αρχικό ερώτημα του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς επίσης και η πιο πάνω αυτουσίως παρατεθείσα, απάντηση της Κεντρικής Αρχής της Γαλλίας. Επιπροσθέτως, και πάλι με σκοπό να διευκρινιστεί περαιτέρω το ζήτημα, χωρίς ωστόσο επί τούτου το Δικαστήριο να αποστείλει οποιοδήποτε νέο ερώτημα, η Κεντρική Αρχή της Γαλλίας σημείωσε και τα εξής: «It is very difficult to answer your Questions as our judicial system is different from yours. The Questioning stage run by the investigating judge is a pre‑investigation stage before putting XXXXX GHEBALI under investigation (mise an examen). Nevertheless, preliminary investigation, run by the police and the prosecutor is finished. As a fugitive, XXXXX GHEBALI is sought by the investigating judge who will interrogate him and then put him under investigation after collected his observations/his comments and those of his lawyer. The investigation stage is an independant stage. Indeed, the investigating judge will investigate and gather all elements incriminating and exonerating». [1] Η Κεντρική Αρχή, προς υποστήριξη του αιτήματος της, κάλεσε έναν μάρτυρα, ο οποίος, στην ουσία, κατέθεσε ως τεκμήριο απόσπασμα από την Ανάλυση της Εφαρμογής και Λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από τη Οπτική Γωνία των Δικηγόρων Υπεράσπισης, και τούτο με σκοπό να υποδείξει ότι η γνώμη των δικηγόρων υπεράσπισης είναι ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε σχέση με τη Γαλλία, μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, από την αρχικά στάδια της διερεύνησης μέχρι και το τέλος της δίκης[2]. Κατέθεσε επίσης και την όλη αλληλογραφία των κεντρικών αρχών των δύο χωρών, στην οποία έγινε αναφορά ανωτέρω. Κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του, ερωτηθείς να τοποθετηθεί ως προς τους λόγους που οι Γαλλικές Αρχές επιδιώκουν τη σύλληψη και παράδοση του εκζητούμενου, ανέφερε ότι τούτοι αφορούν στη δίωξη του για το αδίκημα της κατάχρησης θέσης εμπιστοσύνης, καθώς επίσης και του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος κατόπιν κατάχρησης θέσης εμπιστοσύνης που κατείχε. Ερωτηθείς ειδικά να υποδείξει επί του περιεχομένου του επιδίκου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης το μέρος εκείνο στο οποίο αναφέρεται ότι αυτός είναι ο σκοπός που επιζητείται η παράδοση του εκζητούμενου, ισχυρίστηκε ότι, προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο του επίδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ότι δεν επιδιώκεται η παράδοση του για να εκτίσει οποιανδήποτε ποινή, και στη βάση της μεθόδου της εις άτοπον απαγωγή, και δη διά συμπεράσματος, επέμεινε στην ορθότητα της αρχικής τοποθέτησης του, που θέλει τον εκζητούμενο να πρέπει να παραδοθεί στις Γαλλικές Αρχές για να διωχθεί ποινικά για τα συγκεκριμένα αδικήματα. Από πλευράς του εκζητουμένου, ενόρκως κατέθεσε Γάλλος δικηγόρος, ο οποίος, στην ουσία, αποδέχθηκε ότι αμφότερες οι απαντήσεις της Κεντρικής Αρχής της Γαλλίας, ως τούτες αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 ημερομηνίας 30/01/2020, αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα του σταδίου που βρίσκεται η διερεύνηση της καταγγελίας που εκκρεμεί εναντίον του εκζητούμενου, και στη βάση των θέσεων αυτών προέβαλε τον ισχυρισμό ότι, στην ουσία, ο εκζητούμενος δεν ζητείται από τις Γαλλικές Αρχές για να διωχθεί ποινικά, αλλά για να ανακριθεί. Τόνισε δε, ότι, όποια ενδεχόμενη ποινική δίωξή του, θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα της ανάκρισης και δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, με αποτέλεσμα το επίδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να έχει εκδοθεί και να επιδιώκεται και η εκτέλεσή του για λόγο άλλο εκ των δύο λόγων που το επιτρέπουν και κατά συνέπεια θα πρέπει το Δικαστήριο να απορρίψει την Αίτηση της Κεντρικής Αρχής της Γαλλίας. Κρίνω, στο σημείο αυτό, απαραίτητο να επαναλάβω ότι μοναδικό επίδικο ζήτημα είναι το κατά πόσο η παράδοση του εκζητούμενου στις Γαλλικές Αρχές επιδιώκεται για λόγους άλλους από αυτούς που επιτρέπουν την έκδοση και εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Αποτελεί, στην ουσία, κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών ότι, κατά τα λοιπά, όλες οι λοιπές προϋποθέσεις που επιβάλλει η απόφαση Πλαίσιο και ειδικότερα ο Νόμος 133
(1)/2004, πληρούνται. Από αυτό το πρώιμο στάδιο, σε συμφωνία με τους συνηγόρους των δύο πλευρών, κρίνω ότι όντως όλες ανεξαιρέτως οι προϋποθέσεις πλην της μοναδικής υπό αμφισβήτηση (για την οποία θα αποφανθώ κατωτέρω), πληρούνται και τούτο στη βάση του περιεχομένου του ίδιου του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Και τούτο γιατί, οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο είναι πράξεις που, εν πάση περιπτώσει, συνιστούν έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή σύμφωνα με το Δίκαιο της χώρας μας, αλλά και γιατί κανένας εκ των λόγων που προβλέπονται, είτε στο άρθρο 13, είτε στο άρθρο 14 του οικείου νόμου, δεν μπορεί, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου, να δικαιολογήσει απόφαση για μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και τέλος γιατί, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Νόμου. Για σκοπούς κρίσης επί του μοναδικού ζητουμένου, κρίνεται αναγκαία η παράθεση της σχετικής με το ζήτημα νομολογίας. Παρά την έρευνα στην οποίαν προέβηκα, δεν κατάφερα να ανεύρω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας που να έχει καταπιαστεί με το ζήτημα αυτό. Έκρινα ωστόσο ορθότερο να αναζητήσω σχετική νομολογία από τα αγγλικά Δικαστήρια και γενικότερα από Δικαστήρια χωρών που εφαρμόζουν το αγγλοσαξονικό νομικό σύστημα, σε αντιδιαστολή με τις χώρες ηπειρωτικού δικαίου και τούτο, λόγω της εντελώς διαφορετικής διαδικασίας που ακολουθείται μέχρι και την ποινική δίωξη ενός προσώπου. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία (αναφέρεται κατωτέρω), είναι ότι τα Δικαστήρια που εφαρμόζουν αρχές Κοινοδικαίου, ως συμβαίνει και στη Κύπρο, θα πρέπει να αποφεύγουν να εξετάζουν ζήτημα, ως το επίδικο, στη βάση της διαδικασίας που ισχύει στις χώρες αυτές αναφορικά με τη ποινική δίωξη ενός προσώπου και θα πρέπει να αντικρίζουν τη διαφορετικότητα της σχετικής διαδικασίας στις χώρες Ηπειρωτικού Δικαίου με κοσμοπολίτικη προσέγγιση (cosmopolitan approach). Είναι δε στη βάση αυτής της θεώρησης, που δεν κρίνεται, εκ προοιμίου, ως εκφεύγουσα των λόγων που επιτρέπουν την έκδοση και εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μία επιδίωξη παράδοσης σε χώρα Ηπειρωτικού Δικαίου ενός εκζητούμενου, προτού τούτος ανακριθεί,. Δεν θα πρέπει, ακριβώς, το Δικαστήριο να καταπιάνεται με το κατά πόσο ο ενώπιον του εκζητούμενος μπορεί να θεωρηθεί "κατηγορούμενος" ("accused"), στη βάση της έννοιας που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Κοινοδίκαιο, αλλά να εξετάζεται ως θέμα ουσίας και δη ως προς το κατά πόσο, στη βάση του σταδίου που βρίσκεται η εξέταση της εναντίον του εκζητούμενου καταγγελίας μπορεί να θεωρηθεί ότι αν και εφόσον παραδοθεί στην Αιτούσα χώρα, τούτος αναμένεται να διωχθεί. Ως δε υποδείχθηκε, συναφώς, στη σχετική με το ζήτημα νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων, οι εκφράσεις «...is accused...of the commission of offence», καθώς επίσης και «for the purpose of being prosecuted» δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο στη βάση της γραμματικής τους έννοια, υποδεικνύοντας, σχετικά, ότι, πρόκειται για ερωτήματα ουσίας και δη κατά πόσο η παράδοση του εκζητουμένου αφορά σε παράδοση που επιζητείται για ένα κατηγορούμενο πρόσωπο ή με σκοπό τούτος να διωχθεί ποινικά. Είναι γι' αυτόν τον λόγο που δεν πρέπει να αναζητείται κατά πόσο έχει καταχωρηθεί εναντίον κάποιου κατηγορητήριο, είτε για συνοπτική ποινική δίκη, είτε για δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου, είτε έχει κατηγορηθεί γραπτώς για κάποια κατηγορία, κάτι που, ενδεχομένως, αποτελεί προϋπόθεση στη Κύπρο, για να θεωρηθεί τούτος κατηγορούμενος. Θα πρέπει, η έννοια της λέξης «κατηγορούμενος» ή της φράσης «με σκοπό να διωχθεί ποινικά» να εξεταστεί με έναν τρόπο που να συνυπολογίζει την εμφανή διαφορά που παρατηρείται στις σχετικές διαδικασίες στα δύο διαφορετικά νομικά συστήματα. Για την απάντηση των πιο πάνω ερωτημάτων, καταλυτικής σημασίας υπέχουν τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Στην υπόθεση Balzas Aztaslos v The Szeksard City Court, Hungary το Divisional Court του High Court of Justice, Queens' Bench Divisional [2010] ΕWHC 237 παρέθεσε, στα πλαίσια του λόγου του, τη μέχρι τότε σχετική με το ζήτημα νομολογία των Δικαστηρίων που εφαρμόζουν το Κοινοδίκαιο. Η τελική κατάληξή του, ήταν η ακόλουθη: «We will attempt to summarise what we believe is the effect of all these authorities.
(1)The court will look at the warrant as a whole to see whether it is an ''accusation case'' warrant or a '' conviction case'' warrant. It will not confine itself to the wording on the first page of the warrant, which may well be equivocal.
(2)In the case of an ''accusation case'' warrant, issued under Part 1 of the Act, the court has to be satisfied, looking at the warrant as a whole, that the requested person is an ''accused'' within section 2
(3)(a) of the Act.
(3)Similarly, the court will look at the wording of the warrant as a whole to decide whether the warrant indicates, unequivocally, that the purpose of the warrant is for the purpose of the requested person being prosecuted for the offences identified.
(4)The court must construe the words in section 2
(3)(
- a)and (
- b)in a '«cosmopolitan» sense and not just in terms of the stages of English criminal procedure.
(5)If the warrant uses the phrases that are used in the English language version of the EAW annexed to the Framework Decision, there should be no (or very little scope) for argument on the purpose of the warrant.
(6)Only if the wording of the warrant is equivocal should the court consider examining extrinsic evidence to decide on the purpose of the warrant. But it should not look an extrinsic material to introduce a possible doubt as to the purpose where it is clear on the face of the warrant itself.
(7)Consideration of extrinsic factual or expert evidence to ascertain the purpose of the warrant should be a last resort and it is to be discouraged. The introduction of such evidence is clean contrary to the aspiration of the Framework Decision, which is to introduce of extrinsic factual and expert evidence must be discouraged, expect in exceptional cases. In the present case, there was no expert evidence before the District Judge. Mr Lewis invited us to admit expert evidence on the appeal. We did not do so. In our view extrinsic factual or expert evidence on this should not be permitted on appeal unless there are exceptional reasons to do so and where there is good reason why it was not produced before the District Judge. We must now apply these principles to the EAW issued in this case. The frontispiece bears this declaration "This warrant has been issued by a competent judicial authority. I request that the person mentioned below be arrested and surrendered for the purposes of conducting a criminal prosecution or executing a custodial sentence or detention order". In the light of our comments above, the regard the failure to delete the inapplicable option as without significance[3]. The warrant identifies the requested person by name and date of birth; At box (e) it describes the offences for which his return is requested in these terms. «XXXXX Asztalos in December 2005 with his daughters [A] born on 20 April and [B] born on 2 June 2003 moved to his mother [whose name and address were then given]. The accused because of his debauchery entrusted systematically the guidance [of] the children, neglected them, make them drink alcoholic beverages, physically and sexually assaulted them several times. Prior [to the] summer of 2007, in a date indefinable more punctually, he forced his daughter [B] to fornication [in] such a way that he licked her sexual organ, reached into that, placed his own sex organ into the mouth of the child and ejaculated into it. Her sister [A] was forced to see these acts. Both children witnessed [their] fathers live sexual life with his then existing girlfriend». The warrant then identifies the relevant sections of the Hungarian criminal code which it is alleged he has offended against. In then identifies the «sexual exploitation of children» as being of the relevant framework offence. In our judgment it is quite clear upon the face of the warrant that the appellant is an accused. It says so in Box (e). Moreover, we are quite satisfied that from the wording of the EAW that his extradition is requested not for the investigation of an offence but for the purpose of the appellant being prosecuted. There is no need to go any further. However, Miss Lindfield, counsel for the requesting state, has asked us to consider such further information as has been supplied by the Prosecutor General' s Office in Hungary by documents, dated 16 June and 30 July 2009, which are available to us in translation. These documents are quite lengthy and it would not be appropriate to reproduce them in full in this judgment. It is clear from reading those documents that the police have already taken statements from the children, from their adoptive parents and relatives, from the head of the children's home where they now reside and from other people and that they also have expert opinion from child psychologists. Furthermore, criminal proceedings have already been commenced against other members of his family for these and for similar with offences upon the same evidence. It is also clear from those documents that pursuant to Hungarian law after the police investigation has taken place, the accused person must be given an opportunity to answer the allegations and only after he has done so, will a decision will be taken whether or not to continue with the prosecution. This is quite a common procedure in civil law jurisdictions. Of course, as is pointed out in the prosecutor' s document of 16 June, during the investigation there was no way no interrogate this accused, as he was in the UK. Mr Lewis argues that the Hungarian request to question the appellant demonstrates that he is only wanted for questioning and not wanted for the purpose of criminal proceedings. In our judgment, this argument is flawed for several reasons. First, Mr Lewis has looked outside the face of the warrant in an attempt to introduce an ambiguity into its purpose. We regard that as wrong in principle. It is contrary to the letter and spirit of the Framework Decision and Part 1 of the 2003 Act. Secondly, this argument is predicated upon the English practice of questioning a suspect during the process of police investigation and usually before charging and therefore before the commencement of the criminal proceedings. But we must not approach this issue as if all criminal procedures are modelled on our own. Quite clearly the Hungarian criminal procedure is different. We should recall the famous statement of Cardozo j in Loucks v Standard Oil Co of New York
(1918)224 NY 99: '' We are not so provincial as to say that every solution of a problem is wrong because we deal with it otherwise at home''. Each country has its own procedures for prosecuting offences and the mere fact that the appellant will be ‑ or in this case has been ‑ interviewed upon his return is no indication whatever that this done in the course of a criminal investigation rather than a criminal prosecution». Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν από το Divisional Court του High Court of Justice, στη βάση των όσων προηγουμένως αποφασίστηκαν στις εξής αποφάσεις: In Vey v The Office of the Public Prosecutor of the Country Court of Montlucon [2006] EWHC 760, Dabas v High Court of Justice, Madrid [2007] UKHL 6, [2007] 2 AC 31, Harvey v Judicial Authority of Portugal‑Tribunal Judicial de Albufeira [2007] EWHC 3282, Arturo Paschayan v Goverment of Switzerland [2008] EWHC 388, Richard McCormack v Tribunal de Grande Instance, Quimper, France [2008] EWHC 1453, Robert Thompson v Public Prosecutor of Boulogne sur mer [2008] EWHC 2787, Trenk v District Court in Plzen‑mesto, Czech Republic [2009] EWCH 1132 (Admin), Paul Johnson v State Prosecutor at the Tribunal de Grande Instance de Lille and Martin Christopher Joseph Stevens v Judicial Authority of the Goverment of France [2009] EWHC 2830. Ως αβίαστα προκύπτει από τα όσα αποφασίστηκαν στη Balzas (ανωτέρω), το κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο θα βασιστεί για την έκδοση της παρούσας απόφασης, είτε στη μαρτυρία του Γάλλου δικηγόρου, είτε στις γραπτές τοποθετήσεις της Κεντρικής Αρχής της Γαλλίας, εξαρτάται από το κατά πόσο το περιεχόμενο του επίδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης παρουσιάζει κάποιαν ασάφεια ή εμπεριέχει τέτοιες αναφορές που δημιουργούν αμφιβολία ως προς τον σκοπό για τον οποίο εκδόθηκε και για τον οποίο επιδιώκεται η εκτέλεσή του. Η απάντηση στο ερώτημα είναι απλή και εύκολη. Και τούτη είναι ότι, το περιεχόμενο του επίδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επαρκεί για να κριθεί ότι η παράδοση του εκζητούμενου ζητείται ώστε τούτος να διωχθεί ποινικά. Ως προκύπτει από την πρώτη παράγραφο του επίδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η παράδοση του εκζητούμενου επιζητείται «for the purpose of conducting a criminal prosecution or executing a custodial sentence or detention order». Με δεδομένη την κρίση στην υπόθεση Balzas (ανωτέρω), με την οποίαν συμφωνώ, που θέλει τη μη απάλειψη της διαζευκτικής περίπτωσης που δεν αφορά στα γεγονότα της κάθε υπόθεσης να μην υπέχει ουσιαστικής σημασίας, και με δεδομένη τη μη επιβολή οποιασδήποτε ποινής εναντίον του εκζητουμένου από οποιοδήποτε Δικαστήριο των Γαλλικών Αρχών, η σαφέστατη επί τούτου αναφορά «for the purpose of conducting a criminal prosecution», μονοδρομικά οδηγεί στη κρίση ότι το περιεχόμενο του επίδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι ξεκάθαρο ως προς τις προθέσεις των Γαλλικών Αρχών σε σχέση με την επιζητούμενη σύλληψη και παράδοση του εκζητουμένου. Κατά συνέπεια, το περιεχόμενο της εξωγενούς μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε μέσω των τοποθετήσεων των Γαλλικών Αρχών σε ερώτημα του Δικαστηρίου ή της Κεντρικής Αρχής της Κύπρου, είτε μέσω της μαρτυρίας του Γάλλου δικηγόρου, δεν θα πρέπει να επηρεάσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την κρίση του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, και εντελώς παρεμφερώς, ως προκύπτει από την περιγραφή των γεγονότων και ειδικότερα των συνθηκών υπό τις οποίες φέρεται ο εκζητούμενος να διέπραξε τα εναντίον του υπό διερεύνηση αδικήματα, οι Γαλλικές Αρχές φαίνεται να έχουν ήδη λάβει καταθέσεις από τους παραπονούμενους, οι οποίοι κατονομάζουν ειδικά τον εκζητούμενο ως το πρόσωπο που τους ξεγέλασε. Προκύπτει επίσης ότι, αυτό που, στην ουσία, απομένει, είναι απλά να ανακριθεί ο εκζητούμενος ώστε, στη βάση των κανόνων που διέπουν τη σχετική διαδικασία της Γαλλίας, να είναι επιτρεπτή, ακολούθως, η ποινική δίωξη του. Ας μην λησμονείται ότι, και τούτο, επίσης, παρεμφερώς, μιας και ήδη αναφέρθηκα στην αδυναμία χρήσης της εξωγενούς, ενώπιον μου, μαρτυρίας, ο Γάλλος δικηγόρος που παρουσιάστηκε ως μάρτυρας του εκζητουμένου, αποδέχθηκε ότι το στάδιο στο οποίο βρίσκεται σήμερα η διερεύνηση της καταγγελίας εναντίον του εκζητουμένου, δεν είναι το αρχικό στάδιο που απλά θα πρέπει να υποβληθούν ερωτήσεις στον εκζητούμενο για να διαφανεί αν τούτος θα καταταχθεί ως μάρτυρας ή ύποπτος, αλλά το δεύτερο στάδιο, όπου, καθηκόντως, πρέπει να ανακριθεί και ακολούθως να διαταχθεί η ποινική του δίωξη, αν τούτο κριθεί αναγκαίο στη βάση των αποτελεσμάτων της ανάκρισης, ότι ακριβώς ίσχυε και στη υπόθεση Balzas (ανωτέρω). Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω ότι ο σκοπός για τον οποίον επιζητείται η παράδοση του εκζητούμενου είναι ώστε τούτος να διωχθεί ποινικά και όχι για λόγο άλλο από αυτούς που δικαιολογούν την έκδοση και εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Έχοντας απαντήσει ως ανωτέρω, ο λόγος ένστασης που προβλήθηκε από πλευράς του εκζητουμένου για να μην διαταχθεί η παράδοση του στις Γαλλικές Αρχές, απορρίπτεται. Συνεπώς, με δεδομένες τις πιο πάνω εκφρασθείσες κρίσεις μου, κρίνω ότι πληρούνται όλες ανεξαιρέτως οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση του, εν προκειμένω, ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και, συνακόλουθα και την παράδοση του εκζητούμενου στις Γαλλικές Αρχές. Ο εκζητούμενος να τεθεί υπό κράτηση και να παραδοθεί στις Γαλλικές Αρχές σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 29 του νόμου. Δίδονται οδηγίες στον πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, όπως μεριμνήσει, αμέσως, ώστε η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί στην αρμόδια αρχή έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. (Υπ)......... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστον Αντιγραφον Πρωτοκολλητής [1] Η υπογράμμιση εμπεριέχεται στην απάντηση των Γαλλικών Αρχών [2] Η ακριβής αναφορά στη εν προκειμένω ανάλυση είναι: «France - at any stage of the criminal proceedings, from the early beginning of the investigation until the end of the trial» [3] Κάτι που συμβαίνει και στη υπό εξέταση περίπτωση, το οποίο σχολιάζω κατωτέρω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο