D.A.LK. FRABRIC LTD ν. ΠΑΠΑΘΩΜΑΣ, ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της εταιρείας ΥΑΝ.G. ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 1349/18, 8/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2020:A127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1349/18 Μεταξύ: D.A.LK. FRABRIC LTD (he 330440), εκ Λάρνακος Εναγόντων, και XXXXX ΠΑΠΑΘΩΜΑΣ, ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της εταιρείας ΥΑΝ.G. ENTERPRISES LTD he 46785, εκ Λεμεσού, Εναγομένου. Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου, 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές-ενάγοντες: Ο κ. Ηλ. Χρήστου. Για καθ΄ ου η αίτηση-εναγόμενο: Ο κ. Π. Πανάγος. Μονομερής Αίτηση για Interim Order Ενδιάμεση Απόφαση Η Αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή (δια γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος), η Ενάγουσα εταιρεία, στην ουσία, επιζητεί διάφορες αναγνωριστικές και/ή άλλως πώς αποφάσεις και/ή διατάγματα, με τα οποία, αφενός να κρίνεται και/ή κηρύσσεται παράνομος ο τερματισμός (από τον Εναγόμενο) της σύμβασης ενοικίασης ημερομηνίας 6.9.2018 (η οποία να αναγνωρίζεται ως καθόλα νόμιμη), δια της οποίας η Ενάγουσα ενοικιάζει από την εταιρεία YAN. G. ENTERPRISES LTD (στο εξής «η YAN») ακίνητο της τελευταίας, και αφετέρου να απαγορεύεται στον Εναγόμενο και/ή υπηρέτες και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους του από του να επεμβαίνουν παράνομα και/ή να εισέρχονται και/ή, περαιτέρω, να προκαλούν οχληρία ή αναστάτωση σε σχέση με το ενοικιασθέν ακίνητο. Επιζητεί, επίσης, όπως το Δικαστήριο αποφασίσει ότι ο Εναγόμενος, ως Διαχειριστής/Παραλήπτης της YAN, δεν νομιμοποιείται να δημιουργεί επί της περιουσίας της Ενάγουσας οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα, και τούτο στη βάση του ισχυρισμού ότι, μοναδικός δικαιούχος του ενεργητικού και γενικά της περιουσίας της Ενάγουσας είναι αποκλειστικά το Διοικητικό Συμβούλιο και οι αξιωματούχοι τούτης. Τέλος, στη βάση της οπισθογράφησης, η Ενάγουσα επιζητεί απόφαση εναντίον του Εναγομένου για γενικές και/ή ειδικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Η επίδικη αίτηση Στα πλαίσια της αγωγής, μέσω μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 9.11.2018, στις 12.11.2018 η Ενάγουσα εξασφάλισε, μονομερώς, τα πιο κάτω προσωρινά διατάγματα: «Α. Παρεμπίπτον ή/και Απαγορευτικό ή/και Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση XXXXX Παπαθωμά ή/και στους υπαλλήλους του ή/και αντιπροσώπους του ή/και πληρεξούσιους του, να εισέρχεται/ντου χωρίς γραπτή άδεια στο ενοικιαζόμενο υποστατικό «XXXXX» της Αιτήτριας, αριθμούς εγγραφής 3/XXXXX, Φ/ΣΧ 41/49W1, Τμήμα 3, Τεμάχιο XXXXX στην Λάρνακα ή/και να εισέρχεται/νται και να ζητά/ουν παράδοση της κατοχής του ακινήτου XXXXX στην Λάρνακα ή/και να επεμβαίνει/ουν παράνομα σε οποιαδήποτε υποστατικά κατέχει η Αιτήτρια ή/και με οποιονδήποτε τρόπο να επεμβαίνει/ουν σε αυτά ή/και σε οτιδήποτε βρίσκεται σε αυτά, μέχρι πλήρους εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Παρεμπίπτον ή/και Απαγορευτικό ή/και Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει ή/και να διατάσσει τον Καθ' ου η Αίτηση XXXXX Παπαθωμά ή/και στους υπαλλήλους του ή/και αντιπρόσωπους του ή/και πληρεξούσιους, να μην εισέρχεται/νται στο υποστατικό Sirocco αριθμούς εγγραφής 3/XXXXX, Φ/ΣΧ 41/49W1, Τμήμα 3, Τεμάχιο XXXXX στην Λάρνακα το οποίο κατέχει η Αιτήτρια και να προκαλεί/ουν οχληρία, ή/και να επεμβαίνει/ουν παράνομα και χωρίς άδεια ή/και να πλησιάζει/ουν το πιο πάνω υποστατικό σε ακτίνα 50 μέτρων χωρίς γραπτή άδεια από την Αιτήτρια και μέχρι πλήρους εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η ένσταση στη μονομερή αίτηση Δεν χρειάζεται να γίνει λεπτομερής αναφορά του τί επεσυνέβη στο μεταξύ. Φτάνει να σημειωθεί ότι, κατόπιν σχετικών ενδιάμεσων κρίσεων του παρόντος Δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση), στις 26.6.2019, ο Εναγόμενος καταχώρισε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η ένσταση») με σκοπό να ακυρωθούν τα πιο πάνω προσωρινώς εκδοθέντα διατάγματα. Περαιτέρω αναφορά στην ένσταση θα γίνει κατωτέρω. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης της Ενάγουσας, η οποία καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση της ένστασης από πλευράς του Εναγομένου, εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου που επέτρεψε στην πρώτη να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς απάντηση συγκεκριμένων ισχυρισμών που προβλήθηκαν μέσω της ένστασης του τελευταίου. Γεγονότα στα οποία εδράζεται η αγωγή Κρίνω, στο σημείο αυτό, αναγκαίο να παραθέσω, με εντελώς συνοπτικό τρόπο, τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων εδράζεται γενικότερα η αγωγή (ως προκύπτουν από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση), ώστε να είναι ευχερέστερα κατανοητές οι αιτιάσεις της Ενάγουσας. Κατά την Ενάγουσα, την 1.12.2014 μεταξύ της ιδίας και της Εταιρείας YAN υπεγράφη καθ' όλα νόμιμη συμφωνία ενοικιάσεως ακινήτου ιδιοκτησίας της τελευταίας στην επαρχία Λάρνακας (στο εξής «το ακίνητο»), δυνάμει της οποίας, η πρώτη ενοικίασε το ακίνητο για πέντε έτη και δη από 1.1.2015 μέχρι και 1.1.2020 έναντι συγκεκριμένου τιμήματος ενοικίασης, με δικαίωμα (της Ενάγουσας) να ανανεώνει τούτην για άλλα δύο έτη. Στη βάση του ενοικιαστηρίου εγγράφου, η YAN αναγνωρίζει την αναγκαιότητα εκτέλεσης διαφόρων οικοδομικών και άλλων εργασιών στο ακίνητο και επιτρέπεται στην Ενάγουσα όπως προβεί στην εκτέλεσή τους και συμψηφίσει το κόστος τους με τα οφειλόμενα ενοίκια. Περί το 2018, ο Εναγόμενος, δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, διορίστηκε, από Τράπεζα (πιστωτή της YAN - στο εξής «η τράπεζα»), Παραλήπτης/Διαχειριστής της τελευταίας (στο εξής «ο Εναγόμενος»). Ο Εναγόμενος, μέσω των δικηγόρων του, με επιστολή ημερομηνίας 6.9.2018, προέβη στον τερματισμό της συμφωνίας ενοικιάσεως, καταγράφοντας στη ρηθείσα επιστολή τους λόγους που τον οδήγησαν στην ενέργειά του αυτή[1]. Του τερματισμού αυτού, ακολούθησε επίσκεψη αντιπροσώπων του Εναγόμενου στο ακίνητο με αρχική πρόθεση όπως προβούν σε καταγραφή του αποθεματικού της Ενάγουσας (η οποία χρησιμοποιεί το ακίνητο για σκοπούς πώλησης ειδών ένδυσης), και γενικότερη πρόθεση, να ενεργήσουν ώστε να λάβει ο Εναγόμενος κατοχή του ακινήτου στα πλαίσια των καθηκόντων του ως Διαχειριστής/Παραλήπτης της ιδιοκτήτριας εταιρείας, και δη της YAN. Η Ενάγουσα, θεωρώντας τις θέσεις και ενέργειες του Εναγόμενου ως παράνομες, καταχώρισε την παρούσα αγωγή, και προβάλλοντας, με λεπτομέρεια, μέσω της επίδικης αίτησής, τις θέσεις της, εξασφάλισε τα πιο πάνω αναφερόμενα προσωρινά διατάγματα. Κρίνεται σημαντικό, στο σημείο αυτό, να υποδειχθεί ότι, στη βάση του αιτητικού της γενικής οπισθογράφησης του Κλητηρίου Εντάλματος της παρούσας αγωγής, αλλά και των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση, καθώς επίσης και της Έκθεσης Απαίτησης, η Ενάγουσα δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα του διορισμού του Εναγόμενου ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της YAN, παρά μόνο τις θέσεις του ως προς τη νομιμότητα της συμφωνίας ενοικιάσεως και ως προς το όποιο δικαίωμά του να εισέρχεται στο ακίνητο και/ή να επιδιώκει τη λήψη κατοχής του. Παρεμβάλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, επιχείρημα της Ενάγουσας, δια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, να εισαγάγει ισχυρισμούς με τους οποίους θα αμφισβητούσε την νομιμότητα του διορισμού του Εναγομένου ως Παραλήπτης/Διαχειριστής, δεν έγινε δεκτό από το Δικαστήριο, αφενός γιατί καμία σχετική θεραπεία δεν επιδιώκεται μέσω της αγωγής και αφετέρου γιατί, αν επιτρεπόταν κάτι τέτοιο, θα επιτρεπόταν, στην ουσία, στην Ενάγουσα να μεταβάλει το υπόβαθρο επί του οποίου εδράστηκε η δικαστική κρίση για την έκδοση των υπό αμφισβήτηση προσωρινών διαταγμάτων. Επανερχόμενος στα όσα ισχυρίζεται η Ενάγουσα, εκείνο που πρόβαλε εξ' αρχής ως ακρογωνιαίο λίθο για να εκδοθούν τα διατάγματα, και προβάλλει ακόμα για να καταστούν τούτα απόλυτα, είναι τη νομιμότητα που περιβάλλει τη συμφωνία ενοικίαση του ακινήτου μεταξύ της ίδιας και της ΥΑΝ και κατά συνέπεια το αναφαίρετο, κατά την ίδια, δικαίωμα της να κατέχει και να εκμεταλλεύεται το ακίνητο για όσο διάστημα βρίσκεται σε ισχύ τούτη. Η ένσταση Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαίο να καταγραφούν οι λόγοι ένστασης που προβάλλει ο Εναγόμενος, ως τούτοι καταγράφονται επί του κυρίως σώματος της ένστασης. Τούτοι έχουν ως ακολούθως: 1. Δεν συντρέχουν οι επιτακτικές προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960)σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων και ιδίως: (
- i)Οι Ενάγοντες/Αιτητές (οι «Αιτητές») δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση και/ή δεν τίθεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή ουδεμία βάση αγωγής και/ή συζητήσιμη υπόθεση αποκαλύπτεται εναντίον του καθότι, ενδεικτικά και χωρίς περιορισμό των υπόλοιπων ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα: (α) Ο τερματισμός της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 01/12/2014 (η «κατ' ισχυρισμό συμφωνία ενοικίασης»), σε περίπτωση που κριθεί νόμιμη και έγκυρη, μεταξύ των Αιτητών και της εταιρείας YAN.G. ENTERPRISES LTD (υπό Διαχείριση) (η «Εταιρεία») είναι νόμιμος και/ή έγκυρος καθότι εμπίπτει εντός των εξουσιών του Π/Δ και/ή το δικαίωμα αυτό έχει αναγνωριστεί τόσο από την κυπριακή όσο και από την αγγλική επί του θέματος νομολογία και/ή λόγω του ότι δεν επηρεάζει δυσμενώς την φήμη της Εταιρείας και/ή την πιθανή συνέχιση της διεξαγωγής των εργασιών της και/ή τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της. (β) Διά της επιστολής ημερομηνίας 06/09/2018, ο Π/Δ τερματίζοντας την κατ' ισχυρισμό συμφωνία ενοικίασης (εμπορική συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ 2 εταιρειών), κατέστησε τους Αιτητές παράνομους επεμβασίες (trespassers). Επομένως, δεν είναι δυνατόν και/ή δεν δύναται νομικά οι παράνομοι επεμβασίες να εμποδίζουν το νόμιμο ιδιοκτήτη και/ή τον μοναδικό νόμιμο αντιπρόσωπο του νόμιμου ιδιοκτήτη, τον Π/Δ δηλαδή από του να εισέρχεται στην περιουσία της Εταιρείας και/ή να τον εμποδίζουν από του να εκτελεί τα καθήκοντα του και/ή να εξασκεί τις εξουσίες του. (γ) Οι ισχυρισμοί για παράνομη επέμβαση και/ή για πρόκληση οχληρίας και/ή αναστάτωσης δεν στοιχειοθετούνται σε οποιοδήποτε βαθμό και/ή ο Π/Δ ουδέποτε παρενέβη παράνομα και/ή ουδέποτε προκάλεσε οχληρία και/ή αναστάτωση και/ή εισήλθε στο Υποστατικό καθόλα νόμιμα υπό την ιδιότητα του Ιδιοκτήτη και/ή βάσει του δικαιώματος του να επισκέπτεται το Υποστατικό ως προνοείται άλλωστε και στον όρο 9 της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας ενοικίασης. (δ) Οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί δήθεν πρόκληση ζημίας στη φήμη των δεν υφίστανται και/ή είναι γενικοί και/ή αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή καταρρίπτονται από την ίδια την ένορκη δήλωση του XXXXX Κοτσώνια. 2. Δεν υπάρχει και/ή δεν έχει καταδειχθεί με ικανοποιητική και/ή σχετική και/ή αποδεκτή μαρτυρία ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή ότι οι Αιτητές θα υποστούν οιανδήποτε και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά, σε περίπτωση που δεν εκδίδονταν και/ή αν δεν οριστικοποιηθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Συγκεκριμένα, οι Αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν το ενδεχόμενο και/ή τη πιθανότητα να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού η όποια ζημιά ήθελε αποδειχθεί (την οποία ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται) μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά από τον Καθ' ου η αίτηση ο οποίος διατηρεί ασφάλιση για το ποσό των € 1.000.000 ανά απαίτηση και μάλιστα δύναται να υπολογιστεί με σχετική ευκολία. 3. Οι Αιτητές δεν είναι σε θέση να καταβάλουν τυχόν αποζημιώσεις σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής και /ή της Αίτησης και/ή δεν έχει αποδειχθεί και/ή στοιχειοθετηθεί σε οποιοδήποτε βαθμό ότι οι Αιτητές είναι σε θέση να αποζημιώσουν την Εταιρεία σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής και/ή της Αίτησης. 4. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες ή εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν τη συνέχιση της ισχύς των εκδοθέντων διαταγμάτων. 5. Οι Αιτητές έχουν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα και/ή γεγονότα που αν θέτονταν σε γνώση του σεβαστού Δικαστηρίου δεν θα έκδιδε τα διατάγματα ημερομηνίας 12/11/2018 και/ή οι Αιτητές εσκεμμένα παραπλάνησαν το Δικαστήριο και/ή παρουσιάζουν αναληθή γεγονότα και/ή δεν έστρεψαν την προσοχή του Δικαστηρίου σε γεγονότα ουσιώδους σημασίας τα οποία θα επηρέαζαν την κρίση του, ειδικά ως προς τη σχέση μεταξύ των Αιτητών και/ή των συγγενών τους και/ή των προσώπων που πραγματικά τους ελέγχουν και/ή λαμβάνουν τις αποφάσεις και της Εταιρείας, τους όρους της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας ενοικίασης, τις δήθεν ανακαινίσεις αλλά και ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα από το διορισμό του Καθ' ου η αίτηση. 6. Δεν δικαιολογείται ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος. 7. Η Κατ' ισχυρισμό συμφωνία ενοικίασης, τεκμήριο Γ στην Ε/Δ Α.Κ δεν έχει χαρτοσημανθεί κατά παράβαση του περί Χαρτοσήμων Νόμου (19/1963), με αποτέλεσμα να μην αποτελεί δεκτόν αποδεικτικόν στοιχείον και/ή να πρέπει να αγνοηθεί. 8. Η Αίτηση αποσκοπεί στη διατάραξη και/ή καθυστέρηση της εκτέλεσης των καθηκόντων του Καθ' ου η αίτηση και/ή στο ν' αποκομίσουν οι αξιωματούχοι των Αιτητών και/ή συγγενικά τους πρόσωπα και/ή η οικογένεια Κοτσώνια όφελος στ' οποίο δεν δικαιούνται, εις βάρος των λοιπών πιστωτών που έχουν δικαίωμα στην περιουσία της Εταιρείας. 9. Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό των ανωτέρω, η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή η αίτηση έχουν εγερθεί και/ή προωθούνται κακόπιστα και/ή κακόβουλα εναντίον του Καθ' ου η αίτηση και/ή η αγωγή είναι επιπόλαια και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και/ή εμφορείται από αλλότρια κίνητρα και/ή στοχεύει στην παράνομη παρεμπόδιση της άσκησης των εξουσιών και/ή καθηκόντων του Π/Δ. 10. Οι Αιτητές είναι και/ή έχουν καταστεί πριν την καταχώρηση της Αίτησης παράνομοι επεμβασίες και/ή κατέχουν παράνομα περιουσία της Εταιρείας, με αποτέλεσμα να κωλύονται από την προώθηση της και/ή να μην έχουν δικαίωμα να αιτούνται ως η αγωγή και η Αίτηση. 11. Η Αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή πολύ περισσότερο τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί είναι αντιφατικά και δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν από τον Καθ' ου η Αίτηση στην πράξη, ούτε και είναι δυνατόν να παρακολουθηθεί και/ή να επιτηρηθεί η εφαρμογή τους από το Δικαστήριο και/ή μέσω του Δικαστηρίου, το οποίο τα εξέδωσε. 12. Η Αίτηση είναι καταχρηστική καθότι ουσιαστικά αποσκοπεί στην εκ των υστέρων και κακόβουλη ανατροπή και/ή καταστρατήγηση των όρων των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 06/09/2001 και 26/11/2003 (τα «Ομόλογα») τα οποία ήταν σε γνώση των Αιτητών και/ή των αξιωματούχων τους και/ή στην παρεμπόδιση της εφαρμογής των προνοιών του Νόμου. Επομένως, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των Αιτητών οδήγησε στην αναστολή του διορισμού του Καθ' ου η αίτηση για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και στην παρεμπόδιση της εκτέλεσης των καθηκόντων και/ή την άσκηση εξουσιών του και στην καταστρατήγηση των όρων των Ομόλογων, σε ενδιάμεσο στάδιο και/ή με ενδιάμεσο διάβημα. 13. Η έκδοση των διαταγμάτων έχει ως αποτέλεσμα ο Καθ' ου η αίτηση να αποστερείται του εκ του νόμου απορρέοντος δικαιώματος του να προχωρήσει και/ή να προχωρήσει άμεσα και/ή χωρίς καθυστέρηση με την παραλαβή και διαχείριση της περιουσίας της Εταιρείας, με αποτέλεσμα να επωφελούνται οι Αιτητές σε βάρος των πιστωτών που έχουν δικαίωμα στην περιουσία της, χωρίς επαρκή λόγο. 14. Οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων θα μειώσει δραματικά την αξία της μοναδικής περιουσίας της Εταιρείας, καθότι οι Αιτητές, για όσο διάστημα παραμένουν σε αυτή δεν θα τη συντηρούν και/ή θα την αφήσουν να φθαρεί και/ή θα δημιουργήσουν ζημιές που θα διογκώσουν ακόμη περισσότερο τα χρέη της Εταιρείας και θα αυξήσουν τη ζημιά της Τράπεζας και των υπόλοιπων πιστωτών που έχουν δικαίωμα στην περιουσία της. 15. Οι Αιτητές με την έκδοση των διαταγμάτων κατόρθωσαν ουσιαστικά στην ικανοποίηση της μοναδικής θεραπείας που πραγματικά τους ενδιαφέρει, δηλαδή την απενεργοποίηση των όρων των Ομολόγων και/ή την αναστολή των καθηκόντων και/ή εξουσιών του Καθ' ου η αίτηση, με σκοπό να διατηρήσουν οι ίδιοι τον έλεγχο της περιουσία της Εταιρείας και/ή έχουν καταστήσει άνευ ουσίας την εκδίκαση της αγωγής, γεγονός ανεπίτρεπτο και/ή ανεπιθύμητο με βάση τη Νομολογία. 16. Η νομιμότητα του διορισμού του Π/Δ δεν αμφισβητείται, με αποτέλεσμα η οριστικοποίηση των αιτούμενων διαταγμάτων να τον εμποδίζει να ασκήσει τα νόμιμα καθήκοντα του χωρίς καμία δικαιολογία. 17. Τα εκδοθέντα διατάγματα διαφοροποιούν το status quo και/ή αποτελούν καταπάτηση των νόμιμων δικαιωμάτων του Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος έχει κάθε δικαίωμα στη βάση των όρων των Ομολόγων να κατέχει και/ή να διαχειρίζεται απρόσκοπτα την περιουσία της Εταιρείας. 18. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και/ή της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή της αρνητικής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου καθώς, η οποιαδήποτε αντίθετη κατάληξη, επικροτεί στην ουσία την παραβίαση των όρων των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, με αποτέλεσμα κάθε οφειλέτης που έχει υπογράψει ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης προβάλλοντας διάφορους ανυπόστατους ισχυρισμούς και/ή ισχυρισμούς που δεν επηρεάζουν την ενάσκηση των καθηκόντων Παραλήπτη/Διαχειριστή και/ή προβαίνοντας σε δομές εταιρειών με συγγενικά και/ή εξαρτώμενα πρόσωπα και/ή κρυφίως να εμποδίζει την ανάληψη κατοχής της επιβαρυμένης περιουσίας και/ή να εμποδίζει την ανάκτηση της πραγματικής της αξίας, με όλες τις αρνητικές συνέπειες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται στη δικαιοσύνη, στο ήδη αρνητικά επιβαρυμένο τραπεζικό μας σύστημα και κατ' επέκταση στους απλούς πολίτες, αφού αυτοί είναι στο τέλος που καλούνται να καλύψουν τις ζημιές. 19. Η ένορκη δήλωση του XXXXX Κοτσώνια που συνοδεύει την Αίτηση δεν στοιχειοθετεί την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και/ή της παρεμπόδισης της εισόδου και της λήψης κατοχής του Υποστατικού από τον Καθ' ου η αίτηση και/ή η εν λόγω ένορκη δήλωση δεν παρουσιάζει πλήρη και/ή επαρκή και/ή οποιαδήποτε στοιχεία σχετικά με την εγκυρότητα της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας και/ή όλους τους υπόλοιπους συναφείς ισχυρισμούς και/ή δεν στοιχειοθετεί οποιονδήποτε εκ των αιτημάτων που αναγράφονται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. 20. Δεν είναι δίκαιο, ούτε εύλογο να εκδοθούν τα εν λόγω διατάγματα. 21. Η εγγύηση που υπέγραψαν οι Αιτητές για την έκδοση των μονομερών διαταγμάτων είναι ανεπαρκής. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Εναγομένου, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Ακροαματική διαδικασία. Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο διάδικος που ζητά το προσωρινό διάταγμα δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως διαδικασία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Παράλληλα, το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο, πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτούντος διαδίκου στην αγωγή. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα δε της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Αν η υπόθεση, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων, ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων, αυτή καθ' εαυτή, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ο σκοπός ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι βασικά η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων ως αυτή είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. Αναφορικά, τώρα, με τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, περιορίζομαι να επισημάνω πως οι πρόνοιες τους ρυθμίζουν ειδικά τις περιπτώσεις που εκεί αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των παραγόντων που υπέχουν σημασίας για το κατά πόσο θα εκδοθεί ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, βλέπε Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 AAΔ 557, Αcropolo Shipping Co. Ltd v. Rossis
(1976)1 AAΔ σελ. 38, Νational Bank of Greece v. Matovia [1987] 1 AAΔ 303, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή [1989] 1 ΑΑΔ(Ε) 152 και Α.Β.Ρ. Ηοldings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων [1994] 1 ΑΑΔ 694, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων [1995] 1 ΑΑΔ 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd [1996] 1 AAΔ 799, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη [1989] 1 (Ε) ΑΑΔ 152, Α. Κυτάλα ν. ΄Αννα Χρυσάνθου και ΄Αλλοι [1996]1 ΑΑΔ 253, Αντωνία Παναγίδου και άλλων ν. Μάριος Παναγίδου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396, Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνικ. Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 785, Χ. Κουνούνας ν. G. & A. Simons Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361, Larticon Vo. v. Dedergenta Development Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1121. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της κυρίως διαδικασίας, ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του, να αποφασίσει τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η κυρίως, ενώπιον του, διαδικασία. Αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις, είναι μόνο το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες, για την έκδοση του διατάγματος και/ή τη διατήρηση της ισχύος του, προϋποθέσεις και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το μόνο αρμόδιο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων σώμα, είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικασθεί η ουσία της υπόθεσης (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 663 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD
(1999)1(Α) AAΔ 225 και Πολ. Εφ. Ε135/2015 Παύλος Δίγκλης κ.α. ν. Total Fit Ltd, απόφαση ημερομηνίας 12.09.2018). Όσον αφορά στο ζήτημα απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος από διάδικο που, μονομερώς, επιδιώκει τη λήψη προσωρινής θεραπείας, στην πρόσφατή απόφασή του, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λ. Παρπαρίνος στην Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Αίτηση 92/18, απόφαση ημερομηνίας 20 Σεπτεμβρίου 2018, προβαίνει σε μία ανασκόπηση της νομολογίας αναφέροντας τα εξής σχετικά: «Το Δικαστήριο σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο μονομερούς αίτησης πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος Διατάγματος, εδώ Άδειας, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν συνιστά προϋπόθεση για ακύρωση εκδοθέντος Διατάγματος, εδώ Άδειας, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.α. v. Adeona Holdings Limited κ.α. Π.Ε. Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015 γίνεται εκτενής ανάλυση του ζητήματος αυτού. Παρατίθεται το σχετικό μέρος: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petrow Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep.54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. ComdelCommodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003), All ER (D) 199. Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, the Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe,ανωτέρω).» Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση στο σχετικό με αυτή νομικό πλαίσιο Με δεδομένη την προώθηση από πλευράς του Εναγομένου της θέσης ότι η Ενάγουσα απέκρυψε, κατά την μονομερή προώθηση της επίδικης αίτησης, ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και δεν παρουσίασε με ειλικρινή τρόπο τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, και με δεδομένη τη νομολογιακή αρχή που θέλει, σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο να δικαιούται να απορρίψει την αίτηση και να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα χωρίς να του παρέχεται δικαίωμα να εξετάσει την αίτηση επί της ουσίας της, προχωρώ ευθύς αμέσως να εξετάσω το ζήτημα αυτό. Ως υπεδείχθη ανωτέρω στα πλαίσια της παράθεσης της νομικής πτυχής που περιβάλλει την επίδικη αίτηση, το κατά πόσο ένα μη αποκαλυφθέν γεγονός είναι ουσιώδες ή όχι, εξαρτάται από το κατά πόσο τούτο θα ήταν δυνατό να επηρεάσει (όχι απαραίτητα να ανατρέψει) την κρίση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή εξέταση της αίτησης. Σημαντικός δε παράγοντας είναι και η δραστικότητα του εκδοθέντος διατάγματος, υπό την έννοια ότι, όσο πιο δραστικό είναι, τόσο μεγαλύτερη είναι και η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Εκεί δε που προκύπτει ξεκάθαρη απόκρυψη ή ακόμα και παραπλάνηση του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν πρέπει να διστάζει να ακυρώσει μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα. Κατά παράβαση των αρχών αυτών, η Ενάγουσα δεν παρουσίασε τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση με δίκαιο και ειλικρινή τρόπο, ενώ, συνάμα, δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ρόλο στην κρίση του κατά τη μονομερή εξέταση της αίτησης. Και εξηγώ: Ενώ, ως σημειώθηκε ανωτέρω το βασικότερο επιχείρημα της Ενάγουσας για επιτυχία της παρούσας αγωγής εδράζεται στην συνομολόγηση μεταξύ της ίδιας και της ΥΑΝ μιας καθόλα νόμιμης συμφωνίας ενοικίασης του ακινήτου, η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ότι, τόσο η Σύμβαση/Έγγραφο Υποθήκης του ακινήτου προς εξασφάλιση της ΥΑΝ προς την Τράπεζα, όσο και τα ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας, εμπεριείχαν όρους (όρος 7 (γ) και όρος 13 (η), αντίστοιχα) που δεν επέτρεπαν στην ΥΑΝ να ενοικιάσει το ακίνητο για χρόνο πέραν του ενός έτους (Έγγραφο υποθήκης) ή των δύο ετών (Ομόλογα), παρά μόνο κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης της τράπεζας (συγκατάθεση η οποία ουδέποτε ζητήθηκε και ουδέποτε δόθηκε), γεγονός που σίγουρα επείχε ουσιώδους σημασίας κατά τη μονομερή εξέταση και κρίση επί της επίδικης αίτησης, μιας και η συμφωνία ενοικίασης του ακινήτου από την ΥΑΝ προς την Ενάγουσα έχει διάρκεια κατά πολύ μεγαλύτερη των δύο ετών, και προνοεί και για δυνατότητα της Ενάγουσας να επεκτείνει περαιτέρω τη διάρκειά της. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία άλλη από την ΥΑΝ. Ωστόσο, ως αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση (βλ. παρα. 4 και 11, καθώς επίσης και τεκμήριο Β της αρχικής ένορκης δήλωσης της επίδικης αίτησης[2]), αλλά και την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 02.07.2019[3] (βλ. παρα. 3 και 4), η Ενάγουσα κατείχε και εν πάση περιπτώσει είχε εύκολη πρόσβαση στα ουσιώδη για την επίδικη διαφορά των μερών έγγραφα της ΥΑΝ. Με απλή και εύλογη έρευνα, στη βάση των όσων ο ομνύοντας για λογαριασμό της Ενάγουσας αναφέρει στις διάφορες ένορκες δηλώσεις του, η τελευταία ευκόλως και ευχερώς μπορούσε να βρει τα έγγραφα αυτά και να τα επισυνάψει ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση που υποστήριξε τη μονομερώς εξετασθείσα επίδικη αίτησή της, και, στα πλαίσια του καθήκοντος της (ως διάδικος που αποτίνεται στο Δικαστήριο μονομερώς) για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων, να προβεί και σε σχετική, με το περιεχόμενο τους, αναφορά στην ένορκη μαρτυρία που υποστήριξε την επίδικη αίτηση, ώστε το Δικαστήριο να συνυπολογίσει τους όρους τους κατά την εξέταση της αίτησης. Η ενέργεια της Ενάγουσας να αποκαλύψει έγγραφα της ΥΑΝ μόνο προς υποστήριξη των θέσεών της (τεκμήριο Β της αρχικής ένορκης δήλωσης της επίδικης αίτησης) και να αποφύγει να αποκαλύψει άλλα, που, ενδεχομένως, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον της, δείχνει και το εσκεμμένο της απόκρυψης. Αν μη τι άλλο, με δεδομένη την αποκάλυψη από πλευράς της Ενάγουσας της εκχώρησης προς τη τράπεζα της συμφωνίας ενοικίασης του ακινήτου από την ΥΑΝ προς τρίτη εταιρεία (τεκμήριο Β της αρχικής ένορκης δήλωσης της επίδικης αίτησης), λογικό θα ήταν να αποκαλυφθεί προς το Δικαστήριο και το κατά πόσο η μετέπειτα συμφωνία ενοικίασης του ακινήτου, που εδώ ενδιαφέρει, εκχωρήθηκε και αυτή ή όχι στη τράπεζα, και αν όχι, γιατί. Είναι αυτή η συμφωνία ενοικίασης που επείχε σημασίας για τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής και όχι η προγενέστερη (που αποκαλύφθηκε) η οποία αφορούσε σε ενοικίαση του ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο, μη διάδικο της αγωγής. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η ενέργεια της Ενάγουσας να αποκαλύψει την εκχώρηση της προγενέστερης συμφωνίας ενοικίασης του ακινήτου από την ΥΑΝ προς τρίτο και να αφήσει, στο στάδιο της μονομερούς εξέτασης, νεφελώδες το τοπίο ως προς το τι ισχύει για την επίδικη συμφωνία ενοικίασης έγινε εσκεμμένα με σκοπό δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η τράπεζα γνώριζε περί τις, και συγκατατείθετο στις, εκάστοτε ενοικιάσεις του ακινήτου της ΥΑΝ, περιλαμβανομένης και της επίδικής. Κάτι, ωστόσο, που δεν ισχύει. Στο απόγειο της αποδεικτικής αξίας της σχετικής μαρτυρίας της Ενάγουσας, εκείνο που απλά προκύπτει είναι ότι η τράπεζα γνώριζε ότι το ακίνητο ήταν ενοικιασμένο και τίποτα άλλο. Ούτε ως γενικό συμπέρασμα δεν μπορεί προκύψει ότι η τράπεζα γνώριζε το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης. Δεν σκοπεύω να αποφανθώ ως προς το ποια θα ήταν η κρίση του Δικαστηρίου αν η Ενάγουσα αποκάλυπτε όλα τα ουσιώδη γεγονότα και παρουσίαζε τούτα με ειλικρινή και δίκαιο τρόπο, μιας και το ζητούμενο δεν είναι αυτό. Περιορίζομαι απλά να επαναλάβω ότι, σημασίας δεν υπέχει ο ακριβής προσδιορισμός της επίδρασης στην τελική κρίση του Δικαστηρίου αν και εφόσον αποκαλυπτόταν το μη αποκαλυφθέν γεγονός, αλλά αν τούτο (το μη αποκαλυφθέν γεγονός) είναι τέτοιας φύσης, το οποίο, αν ήταν γνωστό στο Δικαστήριο, θα ήταν δυνατόν να επηρεάσει την κρίση του κατά τη μονομερή εξέταση της επίδικης αίτησης. Επί τούτου, ως σημείωσα μόλις πιο πάνω, δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο ή που δεν αποκαλύφθηκαν με δίκαιο και ειλικρινή τρόπο, μπορούν ευκόλως να χαρακτηριστούν ως ουσιώδη. Με δεδομένη δε την κρίση ότι ο τρόπος που ενήργησε η Ενάγουσα ήταν εσκεμμένος, και με δεδομένη τη δραστικότητα των εκδοθέντων διαταγμάτων, μιας και, στην ουσία, με την έκδοσή τους, ο Εναγόμενος αδυνατεί να εκτελέσει τα καθήκοντά του ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της ΥΑΝ, ενώ στα πλαίσια της παρούσας αγωγής (στα οποία και εκδόθηκαν τα υπό αμφισβήτηση διατάγματα) δεν αμφισβητείται η νομιμότητα του διορισμού του, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί παρά να ασκηθεί υπέρ της ακύρωσης των εκδοθέντων διαταγμάτων, χωρίς να παρέχεται πλέον στο Δικαστήριο δικαίωμα να εξετάσει την επίδικη αίτηση επί της ουσίας της. Στην βάση των ανωτέρω κρίνω ότι η επίδικη αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και κατά συνέπεια τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα ακυρώνονται, χωρίς να παρέχεται (ως, στη νομική πτυχή, ανωτέρω υποδείχθηκε) στο Δικαστήριο δικαίωμα εξέτασης της αίτησης επί της ουσίας της. Ως προς τα έξοδα της επίδικης αίτησης, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της δικαστικής διαδικασίας, και κατά συνέπεια αυτά επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι, ωστόσο, πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βασικότερα επιχειρήματα του Εναγόμενου για τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης ήταν ότι, (α) τόσο η YAN, όσο και η Ενάγουσα είναι εταιρείες συμφερόντων της ίδια οικογένειας και ότι (β) οι όροι της συμφωνίας ενοικίασης είναι εντελώς ετεροβαρείς εις τρόπο που επιτρέπουν στην Ενάγουσα (ι) να κατέχει το ακίνητο «στο διηνεκές» έναντι «ευτελούς» ενοικίου, (ιι) να μπορεί ελεύθερα να αποκομίζει ανεξέλεγκτο κέρδος από υπενοικίαση, μετενοικίαση ή παραχώρηση άδειας χρήσης του ακινήτου σε τρίτο, και (ιιι) ανεξαρτήτως δικαιολογημένης ή μη δαπάνης εκτέλεση εργασιών στο ακίνητο, τούτη (η δαπάνη) επωμίζεται στην YAN και λογίζεται ως καταβολή έναντι του ευτελούς ενοικίου για το ακίνητο. [2] Πρόκειται για εκχωρητήριο συμβόλαιο μεταξύ της ΥΑΝ και της τράπεζας. [3] Η οποία συνόδευε την αίτηση της Ενάγουσας για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης, με ομνύοντα, τον ομνύοντα των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση (ως προς το δικαίωμα Δικαστηρίου να αντλεί πληροφόρηση από ένορκες δηλώσεις, άλλες από αυτές που υποστηρίζουν της επίδικη αίτηση, και γενικότερα από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, βλέπε, Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ Αρ. 1
(1999)1 Α.Α.Δ. 956). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο