ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. PETROSYAN κ.α., Αρ. Αγωγής: 3281/13, 20/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A12 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3281/13 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες και
- ΧΧΧΧ PETROSYAN
- ΧΧΧΧ NERSISYAN
- ARMONIA ESTATES LIMITED Εναγόμενοι ------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 2/12/2019 ------------------------------- Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια: κα. Μ. Ζυμπουλάκη δια Χρίστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ης η Αίτηση - Ενάγουσα: κα. Κ. Ανδρέου δια Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 14/11/13, η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης 3 εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, δυνάμει και σύμφωνα με τους όρους της υποθήκης ΥΧΧΧΧ/07 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Περιγραφή Υποθήκης ΥXXXX/07: Ακίνητο (οικόπεδο) με αριθμό εγγραφής 0/ΧΧΧΧ, Φ.Σχ. 45/35 Τμήμα Ο, Τεμάχιο XXXX, στην ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) της Επαρχίας Πάφου, εγγεγραμμένο μερίδιο/συμφέρον το όλο, μερίδιο που υποθηκεύθηκε το όλο. Η Εναγόμενη 3 καταχώρησε εμφάνιση την 13/10/2014 και Υπεράσπιση και ανταπαίτηση την 22/12/
- Η Εναγόμενη 3 ανταπαιτεί εναντίον της Ενάγουσας δήλωση ότι η υποθήκη ήταν εξ΄υπαρχής ή και διαδοχικά κατέστη άκυρη ή και έπαυσε να ισχύει και δέον όπως διαγραφεί, διάταγμα που να διατάσσει τη διαγραφή της υποθήκης, νόμιμους τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α.. Η Ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην ανταπαίτηση της Εναγόμενης 3 την 31/12/
- Η εκδίκαση της αγωγής όσον αφορά την Εναγόμενη 3 εκκρεμεί ενώ την 25/1/2016 έχει εκδοθεί απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ομού και κεχωρισμένα δια ποσόν 565.805,52 Ελβετικών Φράγγων, πλέον τόκων και εξόδων. Την 2/12/19 η Εναγόμενη 3 καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία εξαιτείται: «Παρεμπίπτον διάταγμα που να απαγορεύει και εμποδίζει τους ενάγοντες / καθ΄ ων η αίτηση και τους αντιπροσώπους και υπαλλήλους και υπηρέτες τους και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα που ενεργούν για αυτούς και/ή για λογαριασμό τους, από του να προβούν σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία, εκποίηση, πλειστηριασμό, πώληση, μεταβίβαση, αποξένωση, επιβάρυνση, δημοσίευση για πώληση του ακινήτου ιδιοκτησίας με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ, Φ/Σχ.45/35/0, τεμ. XXXX, ΧΧΧΧ, Επαρχία Πάφου («το ακίνητο»), περιλαμβανομένης της διαδικασίας εκποίησης και/ή πλειστηριασμού που είναι ορισμένη στις 21/01/20, μέχρι τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της αγωγής με τον παραπάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, τα άρθρα 44, 44Β, 44Γ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 ως έχει τροποποιηθεί, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στο Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧ Μικρού, νομικού και εργοδοτούμενου της Εναγόμενης
- Ο ΧΧΧΧ Μικρός αναφέρει στην Ένορκη Δήλωση του ότι με τις ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και ΙΒ ημερ. 26/8/2019 (Τεκμ. Α και Β αντίστοιχα) η Ενάγουσα Καθ΄ ης η Αίτηση πληροφόρησε την Αιτήτρια για την πρόθεση της να προχωρήσει σε πλειστηριασμό του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/ΧΧΧΧ, Φ./Σχ. 45/35, Τμήμα Ο, Τεμ. XXXX στην ΧΧΧΧ της Επαρχίας Πάφου («το ακίνητο»), το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Αιτήτριας (Τεκμήριο Γ), και ο πλειστηριασμός θα πραγματοποιηθεί την 21/1/
- Ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει στη συνέχεια την πιο πάνω ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και ΙΒ δεν επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 1 και 2 ενώ εξ΄ όσων γνωρίζει, δεν επιδόθηκαν σε οποιονδήποτε Εναγόμενο οι ειδοποιήσεις Τύπου Θ και Ι, δυνάμει των άρθρων 44Β
(2)και 44Γ
(1)του Ν. 9/65 όπως έχει τροποποιηθεί. Αποτελεί θέση του Ενόρκως Δηλούντα ότι οι πρόνοιες του Νόμου 87
(1)/2018 ο οποίος τροποποίησε, τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65, είναι αντισυνταγματικές επειδή προσκρούουν και έρχονται σε αντίθεση με τις πρόνοιες των άρθρων 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Αποτελεί επίσης θέση του Ενόρκως Δηλούντα ότι είναι κατ΄ επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθότι πώληση του ακινήτου θα προκαλέσει καταστροφική ζημιά και απώλεια στην Εναγόμενη 3 η οποία δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού η αδυναμία αποτίμησης της ζημιάς και της απώλειας θα αποτελεί εμπόδιο στην ικανοποίηση της Εναγόμενης 3 και θα καθυστερήσει την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Η ίδια η φύση της διαδικασίας εκποίησης, στοιχειοθετεί την προϋπόθεση αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Εάν και εφ΄ όσον η εκποίηση προχωρήσει, τότε αυτομάτως θα καταστεί άνευ αντικειμένου η παρούσα αγωγή. Αντίθετα σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η Ενάγουσα δεν θα υποστεί ζημιά και δεν θα απωλέσει οποιοδήποτε δικαίωμα. Αποτελεί ακόμη θέση του Ενόρκως Δηλώντα ότι οι ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και ΙΒ της σκοπούμενης πώλησης του ακινήτου συνιστούν κατάχρηση διαδικασίας εφόσον εκκρεμεί αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου και το ακίνητο είναι το αντικείμενο της αγωγής. Η Εναγόμενη 3, καταλήγει ο Ενόρκως Δηλών, έχει πολύ καλή και γνήσια υπόθεση, η πιθανότητα επιτυχίας της είναι πολύ μεγάλη και είναι δίκαιο και ορθό όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην οποία προβάλλει έξι συνολικά λόγους για τους τους οποίους η αίτηση δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή. Αυτοί συνοψίζονται στο ότι το δικονομικό διάβημα που επέλεξε η Εναγόμενη 3 για έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εσφαλμένο αφού οι αιτούμενες θεραπείες θα έπρεπε να επιδιωχθούν με Αίτηση/Έφεση δυνάμει του άρθρου 44Γ του Ν.9/65 ως έχει τροποποιηθεί, ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να ανακοπεί δια απαγορευτικού διατάγματος ωσάν να επρόκειτο για παρανομία που πρέπει να αρθεί ή να παρεμποδιστεί και η Αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει επαρκή μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η αίτηση ασκείται για να δημιουργήσει ένα μη γνήσιο λόγο έφεσης με σκοπό τη μεταγενέστερη καταχώρησης Αίτησης/Έφεσης μετά την ειδοποίηση Τύπου ΙΑ και επομένως ασκείται καταχρηστικά, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και ιδιαίτερα ορατή πιθανότητα επιτυχίας και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος ή σε περίπτωση πλειστηριασμού του ακινήτου. Οι αξιώσεις της Αιτήτριας είναι αποτιμητές σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Καθ΄ ης η Αίτηση να καταβάλει τυχόν αποζημιώσεις στην Αιτήτρια σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης της ούτε υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με τη φερεγγυότητα της. Η ισχυριζόμενη αντισυνταγματικότητα του Ν.9/65 ως έχει τροποποιηθεί δεν προωθείται με συγκεκριμένους λόγους, η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και αποκρύβει γεγονότα ή και παρουσιάζει παραπλανητική εικόνα τους, και τέλος το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται με ένορκη δήλωση της ΧΧΧΧ Γεωργίου, υπαλλήλου της Ενάγουσας 3 Καθ΄ ης η Αίτηση στην οποία αναφέρει ότι διαφωνεί με την αίτηση και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Η ενόρκως δηλούσα αναπτύσσει και υποστηρίζει στην ένορκη δήλωση της, τους λόγους ένστασης. Αναφορά στο περιεχόμενο της θα γίνει όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών, προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και την ένσταση. Η μελέτη των δικογράφων ως επίσης της αίτησης και της ένστασης στην παρούσα υπόθεση καταδεικνύει ότι η ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία αναφέρεται η παρούσα αίτηση αποτελεί ουσιαστικά αντικείμενο της αγωγής και της ανταπαίτησης: Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου η περιουσία της οποίας ζητείται η δέσμευση με διάταγμα συνιστά αντικείμενο της αγωγής (ή της ανταπαίτησης): «4.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.» Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει προσωρινό διάταγμα που αφορά σε περιουσία η οποία είναι αντικείμενο της αγωγής δυνάμει του άρθρου 4 του Κεφ. 6 ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60) (Papastratis ν. Petrides
(1979)1 A.A.Δ. 231). To Δικαστήριο βέβαια ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια θα καθοδηγηθεί από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60 το οποίο ενδεικτικά ενσωματώνει τις αρχές του δικαίου της επιείκειας (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Φιλίππου κ.α.
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1217). Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με την εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 επανεξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Odysseos ν. A. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 CLR 557 και σε πληθώρα άλλων αποφάσεων. Αρκεί να λεχθεί ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού προτού εξεταστούν περαιτέρω εκείνοι οι παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο (Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263). Η πρώτη προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και είναι αρκετό να επιδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο αφού λάβει υπόψη όλους τους πιο πάνω παράγοντες αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με σκοπό την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων είτε επί του πραγματικού είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (Jonitexo ν. Adidas
(1984)1 ΑΑΔ 263 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Βεβαίως κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών προϋποθέσεων είναι αναγκαία χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates ανωτέρω). Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση, διαπιστώνω ότι η Εναγόμενη 3, στηρίζει τις αξιώσεις της εναντίον της Ενάγουσας ότι εγείροντας ζήτημα παρανομίας του επίδικου δανείου και της υποθήκης, ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της σύμβασης δανείου, δεν είναι έγκυρος, ότι οι όροι της συναλλαγής προσκρούουν σε πρόνοιες του περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2001, του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2008, ισχυρίζεται υπερχρεώσεις λογαριασμών κλπ. Κρίνω επομένως ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Δεν μπορώ όμως να πω το ίδιο για τη δεύτερη προϋπόθεση. Κατ΄ αρχάς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν αναφέρεται οτιδήποτε για το ζήτημα αυτό, πέραν της απλής δήλωσης ότι η Εναγόμενη 3 δικαιούται στις αξιώσεις και θεραπείες που ζητεί με την ανταπαίτηση της και ότι η πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης της, είναι πολύ μεγάλη. Δεν μπορεί να ικανοποιείται το δεύτερο κριτήριο με μία απλή και λιτή δήλωση. Η πλευρά της Εναγόμενης 3 - Αιτήτριας δεν παραπέμπει ούτε καν σε μέρη της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της αλλά ούτε αναπτύσσει με οποιονδήποτε τρόπο το ζήτημα αυτό. Ούτε στην αγόρευση της η πλευρά της αιτήτριας αναπτύσσει το ζήτημα αυτό ικανοποιητικά. Η επίκληση αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του Ν.9/65 όπως έχει τροποποιηθεί, γίνεται με τρόπο γενικό, είναι επομένως μη αποδεκτό. Υπενθυμίζεται ότι αποτελεί πάγια αρχή όπως τέτοια ζητήματα θα πρέπει να εγείρονται εξιδεικευμένα και να διατυπώνονται με πλήρη λεπτομέρεια οι λόγοι για τους οποίους κάποια πρόνοια είναι αντισυνταγματική (Βλ. Αχιλλέως κ.α. v. Πιτταρά κ.α.
(2012)- Α.Α.Δ. 1590). Περαιτέρω η επίκληση ενός τέτοιου ισχυρισμού θα πρέπει να εγερθεί στα πλαίσια Αίτησης/Έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ και όχι στα πλαίσια μίας αίτησης όπως η παρούσα, όπου το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις. Τα ίδια ισχύουν και για τον ισχυρισμό ότι η σκοπούμενη πώληση του ακινήτου αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Καταλήγω επομένως ότι η δεύτερη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Παρά των πιο πάνω, κατάληξη μου η οποία είναι μοιραία για την τύχη της παρούσας αίτησης, θα προχωρήσω προς συμπλήρωση της όλης εικόνας και στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, η μελέτη της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγόμενης 3, καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη 3, δεν αξιώνει αποζημιώσεις παρά μόνο κήρυξη της εν λόγω υποθήκης ως άκυρης και τη διαγραφή της. Επομένως είναι δύσκολο να αποτιμηθεί σε χρήμα τυχόν ζημιά που θα υποστεί σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος. Είναι επίσης ορθή η θέση της Εναγόμενης 3 - Αιτήτριας ότι το εν λόγω ακίνητο, αποτελεί αντικείμενο της αγωγής (και της ανταπαίτησης) και ότι σε περίπτωση πώλησης του η ανταπαίτηση της θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Όπως έχει λεχθεί στην πολύ πρόσφατη απόφαση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Ε203/13, ημερ. 11/9/
- «Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317 «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.» Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και τη θέση του Ενόρκως Δηλούντα στην αίτηση ότι τυχόν πώληση του ακινήτου θα καταστήσει την ανταπαίτηση άνευ αντικειμένου και η απώλεια που θα υποστεί η Εναγόμενη 3 δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, καταλήγω ότι το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, σε περίπτωση που το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείτο, αυτό θα έκλινε υπέρ της Εναγόμενης 3 Αιτήτριας, αφού τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα προκαλούσε ζημιά ή δυσανάλογη ζημιά στην πλευρά της Ενάγουσας Καθ΄ ης η Αίτηση. Εξάλλου η έννοια του προσωρινού διατάγματος είναι η διατήρηση του status quo ante και με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αυτό δεν θα διαταρασσόταν. Όπως όμως έχει αναφερθεί πιο πάνω η δεύτερη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνεται πάντως ότι η Εναγόμενη Αιτήτρια 3, διατηρεί το δικαίωμα καταχώρησης Αίτησης/Έφεσης (αν δεν το έχει ήδη πράξει) εναντίον της επιχειρούμενης εκποίησης δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, απλώς δεν θα μπορεί να επικαλεστεί ως λόγο έφεσης ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ της σύμφωνα με το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Συνεπεία των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 3 - Αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............. Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Ε.Π. Subject: Civil Jurisdiction/other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Αίτηση για προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο