← Κύπρος

EBESEBA ν. ARISTO DEVELOPERS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1030/13, 31/1/2020

EBESEBA ν. ARISTO DEVELOPERS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1030/13, 31/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A20 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1030/13 Μεταξύ: ΧΧΧΧ EBESEBA Ενάγοντας -και- ARISTO DEVELOPERS LIMITED Εναγόμενης ----------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 24/5/2019 ----------------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη Αιτήτρια: κα. Ρ. Χαραλάμπους για κ. Ε. Κορακίδη Για Ενάγοντα Καθ΄ ου η Αίτηση: κα. Α. Χαριτωνίδου για κ. Χ. Μάρκου ----------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενδιάμεση αυτή Απόφαση αποτελεί συνέχεια της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 29/11/

  1. Όπως αναφέρεται και στην προγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου, με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει μεταξύ άλλων εναντίον της εναγομένης αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, ειδικές ή και άλλες ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του ο οποίος επεσυνέβη στις 6/11/
  2. Σύμφωνα με την πλευρά του ενάγοντα ο ως άνω τραυματισμός του οφείλεται στην αμέλεια ή και παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων της εναγομένης και παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης σχετικές λεπτομέρειες. Σημειώνεται ότι πριν από την παράθεση των ως άνω λεπτομερειών στην Έκθεση Απαίτησης η πλευρά του ενάγοντα αναφέρει στις παραγράφους 7 και 8 και μέρος της 9 αυτής: «
  3. Εναντίον του υπεργολάβου ηγέρθη η υπ' αριθμό ΧΧΧΧ/2005 αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στην οποία εκδόθηκε απόφαση εναντίον του ημερομηνίας 29/3/2010 για το ποσό των 365,000 ευρώ πλέον νόμιμο τόκο, πλέον 35,059 ευρώ δικηγορικά έξοδα, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον ΦΠΑ. Η εν λόγω απόφαση κατέστη δύσκολο και/ή αντικειμενικά αδύνατο να εκτελεστεί καθότι, κατά μετά την έκδοση της, ο υπεργολάβος ήτο στο στάδιο διάλυσης και/η εκκαθάρισης.
  4. Η εναγόμενη ενάγεται χωριστά ως συναδικοπραγήσαντας δυνάμει του Άρθρου 11 του Κεφ.148 και υπό την ιδιότητα της ως ο κύριος εργολάβος ολόκληρου του έργου και/ή ως κάτοχος και/η ιδιοκτήτης της υπό ανέγερση οικοδομής η οποία όφειλε να επιδείξει εύλογη επιμέλεια και φροντίδα προς όλα τα πρόσωπα που ευρίσκοντο στο εργοτάξιο συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντα και/ή ως εργοδότης του ενάγοντα στην βάση της αρχής του 'δανεισμού υπηρέτη', δηλαδή ως το πρόσωπο που είχε τον έλεγχο και επιτήρηση της διεκπεραίωσης των εργασιακών καθηκόντων του Ενάγοντα με αποτέλεσμα να καταστεί η ίδια ως εργοδότης ή τουλάχιστον συνεργοδότης αυτού.
  5. Τα ως άνω συνιστούν αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων της εναγομένης.» Αναφέρονται επίσης στην Έκθεση Απαίτησης λεπτομέρειες σωματικών βλαβών, πόνου, ταλαιπωρίας και απολαύσεων της ζωής του ενάγοντα ως επίσης λεπτομέρειες ειδικών ζημιών του ενάγοντα, ενώ γίνεται αναφορά και σε μελλοντικές αποζημιώσεις. Αναφέρεται τέλος ότι ο ενάγοντας μέσω των δικηγόρων του αποτάθηκε στην ασφαλιστική εταιρεία του υπεργολάβου η οποία κατέβαλε το ποσό των €50.000 μόνον. Η εναγόμενη στην υπεράσπιση της πλην της άρνησης των ισχυρισμών του ενάγοντα αναφέρει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «
  6. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων κωλύεται να προωθεί την αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό διότι για το ισχυριζόμενο ατύχημα έχει ήδη κινήσει την αγωγή με αριθμό ΧΧΧΧ/05 Ε.Δ. Πάφου εναντίον της ΗΛΙΑ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ εναντίον της οποίας έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση κατά την 29/3/10 αποδίδοντας με τα δικόγραφα του τον τραυματισμό του στην αμέλεια ή/και παράλειψη καθήκοντος μόνο της ΗΛΙΑ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ.
  7. Η απόφαση ημερομηνίας 29/3/10 στην αγωγή με αριθμό ΧΧΧΧ/05 Ε.Δ. Πάφου εναντίον της ΗΛΙΑ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ αποτελεί δεδικασμένο για όλα τα ζητήματα που αφορούν τον ισχυριζόμενο τραυματισμό του ενάγοντα και τον εμποδίζει να εγείρει και να προωθεί νέα αγωγή για το ίδιο ισχυριζόμενο ατύχημα.
  8. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα του ενάγοντα να αξιώνει λόγω του ισχυριζόμενου ατυχήματος έχει παραγραφεί.» Η εναγόμενη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το ισχυριζόμενο ατύχημα, ότι ο ενάγων δεν υπήρξε εργοδοτούμενος της και ότι αυτή δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στον τρόπο εκτέλεσης των εργασιών που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ενάγοντα οδήγησαν στον τραυματισμό του. Τέλος ισχυρίζεται ότι δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη για το ισχυριζόμενο ατύχημα και ότι αν αυτό έχει συμβεί, οφείλεται στις ενέργειες ή και παραλείψεις του ενάγοντα ή του εργοδότη του. Η πλευρά του ενάγοντα δεν καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση της εναγομένης. Η αγωγή εκκρεμεί ακόμη προς εκδίκαση. Την 24/5/2019 η πλευρά της εναγομένης καταχώρισε την παρούσα αίτηση δια της οποίας εξαιτείται την απόρριψη ή την αναστολή της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. Η αίτηση βασίζεται στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, άρθρο 68, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 27, κανονισμοί 1- 3, και Διαταγή 48, κανονισμοί 1-13, στην νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΧΧΧΧ Παπακώστα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα ο ενάγων κίνησε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει εναντίον της εναγομένης αποζημιώσεις για τραυματισμούς που υπέστη από εργατικό ατύχημα που έλαβε χώρα την 6.11.2004 ενώ εκτελούσε τα καθήκοντα του ως οικοδόμος στην εταιρεία ΗΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι: «
  9. Όπως αναφέρει ο ενάγων στην έκθεση απαίτησης του, για το πιο πάνω ατύχημα ήγειρε την αγωγή Ε.Δ. Πάφου αρ. ΧΧΧΧ/2005 εναντίον της εταιρείας ΗΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ στην οποία απέδιδε την αποκλειστική υπαιτιότητα για τον τραυματισμό του και εξασφάλισε δικαστική απόφαση κατά την 29/3/
  10. Επισυνάπτω ως τεκμήριο Α αντίγραφο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου της αγωγής αρ. ΧΧΧΧ/2005, ως τεκμήριο Β αντίγραφο της έκθεσης απαίτησης της και ως τεκμήριο Γ αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 29/3/
  11. Από τα όσα καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και από τα όσα πληροφορούμαι από τους δικηγόρους της εναγομένης, ο ενάγων εμποδίζεται να επιδιώκει την επανεκδίκαση του ίδιου θέματος που ήγειρε με την αγωγή Ε.Δ. Πάφου με αριθμό ΧΧΧΧ/2005 με την οποία απέδιδε την αποκλειστική υπαιτιότητα στην ΗΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ και στην οποία εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση και η προώθηση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
  12. Περαιτέρω, από τα όσα καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και από τα όσα πληροφορούμαι από τους δικηγόρους της εναγομένης, η αξίωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό είναι παραγεγραμμένη διότι έχουν παρέλθει πέραν των τριών ετών από την ημερομηνία του ατυχήματος του ενάγοντα κατά την οποία ήταν ενήλικας.
  13. Από τα όσα καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και από τα όσα με πληροφορούν οι δικηγόροι της εναγομένης, τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση στην οποία η παρούσα ένορκη δήλωση επισυνάπτεται είναι αδιαμφισβήτητα και αποτελούν ισχυρισμούς και θέσεις του ίδιου του ενάγοντα». Τέλος η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι, η εκδίκαση των ζητημάτων που εγείρονται με την αίτηση και τα οποία επίσης εγείρονται στην υπεράσπιση της εναγόμενης μπορούν να καθορίσουν το αποτέλεσμα στην παρούσα αγωγή και να αποφευχθεί ή σπατάλη δικαστικού χρόνου και εξόδων από την εκδίκαση της αγωγής. Η πλευρά του ενάγοντα στην ένσταση της ισχυρίζεται ότι τα θέματα τα οποία προβάλλει η πλευρά της εναγομένης δεν είναι αμιγώς νομικής φύσεως, ότι οι αιτούμενες θεραπείες δεν είναι ορθές ή και δικαιολογημένες υπό τις περιστάσεις, ότι η ευθύνη της εναγομένης δεν έχει παραγραφεί, ότι η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της εταιρείας ΗΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ δεν επηρεάζει την ευθύνη της εναγομένης ή και την έγερση αγωγής εναντίον της, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και οι κανονισμοί για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι η αγωγή δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ούτε ενοχλητικό, καταπιεστικό ή εκδικητικό διάβημα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧ Μιχαήλ, δικηγόρου - συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι: «
  14. (.) λέγω ότι η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της εταιρείας ΗΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ στις 29.3.2010 και η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ στην υπό κρίση αίτηση της Εναγόμενης δεν επηρεάζει την ευθύνη της Εναγομένης ως συναδικοπραγήσασας ή την έγερση αγωγής εναντίον της Εναγόμενης αφού η τελευταία ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως κύριος εργολάβος και ιδιοκτήτης του έργου, ο οποίος όφειλε να επιδείξει επιμέλεια και φροντίδα προς όλα τα πρόσωπα που ευρίσκονταν στο εργοτάξιο, αλλά και να εκπληρώνει τα εκ του νόμου απορρέοντα καθήκοντα του. Περαιτέρω δεν προκύπτει από πουθενά στην απόφαση ότι αποδόθηκε αποκλειστική ευθύνη στην εταιρεία ΗΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ, και εξ όσων ενημερώνομαι από τον Ενάγοντα ο ίδιος ουδέποτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία, συνεπώς εικάζεται πως δεν έγινε ακρόαση της υπόθεσης.
  15. Επίσης, εξ όσων ενημερώνομαι από τη νομολογία, η έκδοση απόφασης εναντίον οποιουδήποτε από τους αδικοπραγήσαντες, και εν προκειμένω του υπεργολάβου ΗΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ, για την ίδια ζημιά που προκάλεσαν εξαιτίας αστικού αδικήματος, δεν δημιουργεί κώλυμα έγερσης αγωγής κατά οποιωνδήποτε άλλων αδικοπραγούντων που ευθύνονται για την ίδια ζημιά.
  16. Συνεπώς η έκδοση απόφασης εναντίον της ΗΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ για το αστικό αδίκημα της αμέλειας και των θέσμιων καθηκόντων δεν εμποδίζει τον Ενάγοντα να αξιώσει αποζημιώσεις από την Εναγομένη ως συναδικοπραγήσασα. Περαιτέρω η απόφαση ημερομηνίας 29.3.2010 επί της αγωγής με αριθμό ΧΧΧΧ/2005 αφορούσε την εταιρεία ΗΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ και όχι την Εναγομένη, συνεπώς δεν ήταν το αποτέλεσμα αγωγής μεταξύ των ιδίων διαδίκων με την παρούσα αγωγή». Όλα τα πιο πάνω, σύμφωνα με την πλευρά του ενάγοντα καταδεικνύουν ότι δεν επιδιώκεται η επανεκδίκαση του ίδιου θέματος, ούτε η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας αφού οι εναγόμενοι ενάγονται χωριστά ως συναδικοπραγίσαντες στη βάση της νομοθεσίας. Αποτελεί ακόμη θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι η αξίωση του ενάγοντα δεν έχει παραγραφεί. Όπως προκύπτει από το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η παρούσα αγωγή έχει ως βάση το αστικό αδίκημα της αμέλειας και την παράβαση θέσμιων ή και εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι: «
  17. Η περίοδος παραγραφής για τα αστικά αδικήματα καθορίζεται από το εδάφιο (α) του άρθρου 68 του Κεφ. 148, ήτοι 3 χρόνια μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, και εν προκειμένω αρχίζει από τις 6.11.
  18. Στην παρούσα υπόθεση εξ όσων ενημερώνομαι από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο (β) του άρθρου 68 το οποίο αφορά στην περίπτωση που το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, οπότε η περίοδος παραγραφής αρχίζει εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής της ζημιάς.
  19. Όπως προκύπτει από το τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας στην οποία υπεβλήθη ο Ενάγοντας τον Ιούνιο του 2014, το οποίο επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1, εμφανίστηκαν νέες ζημιές μεταξύ άλλων αλλοίωση των σπονδύλων και εστιακή συριγγομυελία, προέκυψαν νέα ευρήματα και κατά συνέπεια νέες ζημιές συνεπεία του ατυχήματος. Σε συνάρτηση με το πιστοποιητικό ημερομηνίας 11 Μαρτίου 2010, το οποίο επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 και περιγράφει τα ιατρικά ευρήματα σε σχέση με τους τραυματισμούς του Ενάγοντος μετά το ατύχημα το 2004, προκύπτει ότι το χρόνο καταχώρησης της αγωγής δεν είχαν καταπαύσει η νέες ζημιές του Ενάγοντος και ότι παρουσιάζονταν συνεχώς νέες ζημιές κάθε φορά που υποβάλλετο σε ιατρικές εξετάσεις. Αυτό επιβεβαιώνεται και από μεταγενέστερη μαγνητική τομογραφία στην οποία υπεβλήθηκε ο Ενάγοντας τον Οκτώβριο του 2015, σχετικό πιστοποιητικό επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3, στο οποίο γίνεται αναφορά σε χρόνιες μετατραυματικές μεταβολές στη σπονδυλική του στήλη αλλά και δεύτερη εξέταση που έκανε με μαγνητική τομογραφία στον αυχένα όπου και προέκυψε μεταξύ άλλων ενδομυελική αλλοίωση και γλοίωση του νωτιαίου μυελού η οποία συνδέεται με τον τραυματισμό που υπέστη ο Ενάγοντας και η οποία δεν υπήρχε προηγουμένως. Σχετικό πιστοποιητικό επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  20. Ενόψει των ως άνω, εξ όσων κάλλιον πιστεύω το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος δεν είχε παραγραφεί κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής.
  21. Εν πάση περιπτώσει, ειλικρινά πιστεύω ότι οι τραυματισμοί του Ενάγοντος ήταν τόσο περίπλοκοι και σοβαροί ώστε να είναι αδύνατον για το δικαστήριο σε αυτό το στάδιο να μπορέσει να προβεί σε ασφαλή συμπεράσματα στη βάση των ως άνω πιστοποιητικών, και ότι αυτό αποτελεί ζήτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί κατά την ακρόαση της αγωγής και δεδομένου ότι δοθεί μαρτυρία από όλους τους ιατρούς και εμπειρογνώμονες που έχουν εμπλακεί στην περίθαλψη, θεραπεία και παρακολούθηση του Ενάγοντος.
  22. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως των ως άνω, η βάση της αγωγής ως προς το αδίκημα της παράβασης των θέσμιων και/ή εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης, σε καμία περίπτωση έχει παραγραφεί καθότι, εξ όσων με πληροφορεί η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση και προκύπτει από τη νομολογία, δεν περιλαμβάνεται στα «αστικά αδικήματα» στα οποία το άρθρο 68 του Κεφ. 148 εφαρμόζεται. Συνεπώς στην περίπτωση του αδικήματος της παράβασης των θέσμιων και/ή εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων ο χρόνος παραγραφής κατά το χρόνο καταχώρησης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής βασίζετο στο άρθρο 26 του Νόμου περί παραγραφής Ν. 66(Ι)/2012 (το οποίο σήμερα έχει καταργηθεί) στη βάση του οποίου ο χρόνος παραγραφής παρατείνετο μέχρι την εκπνοή ενός έτους από την ημερομηνία ισχύος του εν λόγω Νόμου, ήτοι μέχρι την 1η Ιουλίου
  23. Επίσης, εξ όσων ενημερώνομαι από τη νομολογία και τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση η αιτούμενη θεραπεία δεν είναι η ενδεδειγμένη αφού η Διαταγή 27, η οποία αποτελεί βάση της αίτησης, εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ένα δικόγραφο κρινόμενο και ιδωμένο μέσα από τους ισχυρισμούς και μόνο που εκτίθενται σε αυτό είτε δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, είτε αποκαλύπτει μια απαίτηση, καταπιεστική και ενοχλητική. Εξ όσων κάλλιον πιστεύω, ένα δικόγραφο δεν μπορεί να διαγράφει στα πλαίσια της Δ. 27 στην βάση του ότι δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα λόγω παραγραφής, ενόψει του ότι ο νόμος περί παραγραφής παρέχει απλώς στον εναγόμενο υπεράσπιση, και δεν εξαλείφει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Αφ' ης στιγμής η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει κάποιο αγώγιμο δικαίωμα ή εγείρει κάποιο ζήτημα κατάλληλο για να αποφασισθεί από τον Δικαστή δεν δικαιολογεί διαγραφή της το γεγονός ότι η υπόθεση του ενάγοντα είναι αδύνατη ή ότι πιθανόν να μην πετύχει. Συνεπεία των πιο πάνω είναι η θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Όπως αναφέρεται πιο πάνω η παρούσα αίτηση βασίζεται στη Δ. 27 Κ.1 έως 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίοι έχουν ως ακολούθως (σε μετάφραση): «
  24. Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφα του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οιονδήποτε στάδιο που θα ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό.
  25. Αν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση σ΄αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οιονδήποτε καλό αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ΄αυτή, το Δικαστήριο μπορεί τότε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σ΄αυτή που θα είναι δίκαιο.
  26. Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαια». Από τη μελέτη της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει καταδεικνύεται ότι επιδιώκεται η απόρριψη ή και αναστολή της αγωγής λόγω του ότι: (α) Υπάρχει δεδικασμένο για όλα τα ζητήματα που αφορούν τον ισχυριζόμενο τραυματισμό του ενάγοντα. (β) Αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αγωγής. (β) Η αξίωση της αγωγής είναι παραγεγραμμένη. Επιδιώκεται δηλαδή με την αίτηση η εκδίκαση προδικαστικών σημείων δυνάμει της Δ.27 Κ. 1 και 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η προδικαστική επίλυση των οποίων θα έχει καθοριστικές επιπτώσεις στην έκβαση της αγωγής αλλά και η απόρριψη ή αναστολή της ίδιας της αγωγής στην εμβέλεια της Δ.27 Κ.
  27. Τα πιο πάνω ζητήματα εγείρονται και στην υπεράσπιση της εναγομένης. Ο ισχυρισμός περί παραγραφής αναφέρεται στη παράγραφο 4 της υπεράσπισης, ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου στη παράγραφο 3, ενώ τα γεγονότα, το υπόβαθρο που αφορούν τον ισχυρισμό περί κατάχρησης διαδικασίας αναφέρονται στη παράγραφο 2 της Υπεράσπισης. Το Δικαστήριο καθοδηγούμενο από τη σχετική Νομολογία (Χρίστος Χ΄΄Παύλου & Υιοί Λτδ v. Δήμου Λεμεσού

(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 204, Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Παναγιώτου κ.α.
(2014)1(Α) ΑΑΔ 568) εξέτασε αρχικά κατά πόσο θα επιτρέψει την εκδίκαση των πιο πάνω προδικαστικών σημείων και ακολούθως αν η απάντηση ήταν θετική, να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης. Το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερομηνίας 29/11/2019, έκρινε ότι είναι ορθό και πρέπον όπως τα πιο πάνω σημεία, δηλαδή κατά πόσο υπάρχει δεδικασμένο, αν η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ή αν το δικαίωμα του ενάγοντα να αξιώνει αποζημιώσεις δυνάμει του πιο πάνω ατυχήματος έχει παραγραφεί, εξεταστούν προδικαστικά. Παρόλο που άκουσε τις δύο πλευρές και επί της ουσίας της αίτησης, το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να ορίσει την υπόθεση σε νέα ημερομηνία ούτως ώστε οι δύο πλευρές να πληροφορήσουν το Δικαστήριο κατά πόσο επιθυμούσαν να προσθέσουν οτιδήποτε περαιτέρω στα όσα είχαν ήδη αναφέρει επί της ουσίας της αίτησης ή κατά πόσο θα εμμένουν στις γραπτές τους αγορεύσεις τους, τις οποίες είχαν ήδη παραδώσει στο Δικαστήριο. Υπενθυμίζεται ότι κατά την ακρόαση της αίτησης, οι δικηγόροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και την ένσταση. Η αίτηση ορίστηκε για τον σκοπό αυτό την 19/12/2019. Κατά την ως άνω ημερομηνία, η πλευρά της εναγόμενης αιτήτριας, δήλωσε ότι δεν είχε να προσθέσει οτιδήποτε περαιτέρω στα όσα ανάφερε στην γραπτή αγόρευση της, που ήδη είχε παραδώσει στο Δικαστήριο το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Η πλευρά του ενάγοντα καθ΄ ου η αίτηση παρουσίασε συμπληρωματική γραπτή αγόρευση, το περιεχόμενο της οποίας επίσης υιοθέτησε και μέσω της οποίας υιοθετείται και το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης που είχε ήδη παραδώσει στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις των δύο πλευρών όπως αυτές διαφαίνονται μέσα από την αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, αλλά και από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων τους. Το πρώτο ζήτημα που θα εξεταστεί είναι κατά πόσο υπάρχει δεδικασμένο για όλα τα ζητήματα που αφορούν τον ισχυριζόμενο τραυματισμό του Ενάγοντα. Σε μία πολιτική υπόθεση όπως είναι η παρούσα, η εφαρμογή του δεδικασμένου, μπορεί να πάρει τη μορφή κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής (Cause of action estoppel) και κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα (Cause of issue estoppel) (Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Παναγιώτου κ.α. (ανωτέρω), Θεοδώρου v. Μάντη
(2010)1(B) Α.Α.Δ. 1036, Υπουργός Εσωτερικών v. Μυλωνά
(2002)2 Α.Α.Δ. 120, Τάκης Ηλιάδης και Νικόλας Σάντης «Το Δίκαιο της Απόδειξης» Έκδοση 2014 σελ. 921). Όπως έχει νομολογηθεί η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει την ύπαρξη τεσσάρων βασικών όρων, πρέπει δηλαδή: (
  1. i)Η απόφαση να είναι τελεσίδικη. (
  2. ii)Να υπάρχει ταύτιση διαδίκων. (iii) Να υπάρχει ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων. (
  3. iv)Να υπάρχει ταύτιση των επίδικων θεμάτων. (Βλ. Κανάρης v. Λοΐζου και άλλων
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 599, Σοφοκλέους v. Ταβελούδη και άλλων
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 92, Τάκης Ηλιάδης και Νικόλας Γ. Σάντης «Το Δίκαιο της Απόδειξης» (ανωτέρω) σελ. 928 - 936). Η αγωγή ΧΧΧΧ/05 Ε. Δ. Πάφου, κινήθηκε εκ μέρους του ενάγοντα εναντίον της εταιρείας ΗΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ την 21/8/
  1. Στο Γενικώς Οπισθογραφημένο κλητήριο, (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), αναφέρεται ότι ο ενάγοντας αξιώνει: «Α. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και/ή ψυχική οδύνη και/ή άλλη ζημιά που υπέστη ο Ενάγων, συνεπεία εργατικού ατυχήματος που συνέβη κατά ή περί τις 06/11/2004, στο Νέο Χωριό Πάφου σε ανεγειρόμενες οικοδομές, στην προσπάθεια του να ξεκαλουπώσει την εξωτερική πλευρά δοκού διώροφης κατοικίας λόγω αμελείας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων και/ή παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων ενώ ο Ενάγων βρισκόταν στην εργασία τους ως εργοδοτούμενος των Εναγομένων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Β. Τόκον προς 8% από 06/11/2004 και/ή νόμιμο τόκο. Γ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α..» Στην Έκθεση Απαίτησης, (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) η οποία καταχωρήθηκε στις 7/7/2006, αναφέρεται ότι ο ενάγοντας προσλήφθηκε ως εργάτης από τους εναγόμενους κατά ή περί τον Ιούνιο του έτους 2004 (παράγραφος 3). Αναφέρεται στη συνέχεια, ότι στις παραγράφους 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης: «
  2. Ήτο ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της σύμβασης εργοδότησης ότι οι Εναγόμενοι δεν θα εξέθεταν τον Ενάγοντα σε κίνδυνο να υποστεί ζημιά ή βλάβη και/ή ότι θα ελάμβαναν όλα τα αναγκαία μέτρα για την υιοθέτηση ορθής μεθόδου τρόπου και μέσων εργασίας.
  3. Ο Ενάγοντας κατά ή περί τις 06/11/2004 ενόσω ευρίσκετο στην εργοδότηση των Εναγομένων και/ή ενόσω εκτελούσε τα καθήκοντα του στο πλαίσιο επιτελέσεως των εργασιακών του καθηκόντων με τους Εναγόμενους στο εργοτάξιο της Aristo Developers Ltd, στο ΧΧΧΧ Πάφου όπου οι Εναγόμενοι εκτελούσαν εργασίες (κατασκευές σκελετών μερικών κατοικιών στο συγκρότημα επαύλεων «ΧΧΧΧ Village»), ενεπλάκη σε ατύχημα με συνέπεια τον σοβαρό τραυματισμό του.» Περιγράφεται επίσης ο τρόπος που αυτός ο ενάγοντας τραυματίστηκε. Σύμφωνα με τον ενάγοντα το ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη ο ενάγοντας οφείλετο στην υπό της εναγομένης (ΗΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ) παράβαση των όρων σύμβασης εργοδότησης του ή και στην αμέλεια ή και παράβαση των θέσμιων καθηκόντων της εναγόμενης ή και των υπαλλήλων ή και των αντιπροσώπων της και παρατίθενται λεπτομέρειες. Αφού παρατίθενται στη συνέχεια λεπτομέρειες σωματικών βλαβών και λεπτομέρειες ειδικών ζημιών, ο ενάγοντας αξιώνει Λ.Κ.21.200 ως ειδικές αποζημιώσεις, απώλεια απολαβών και εξόδων, ιατρικής φροντίδας, φυσιοθεραπείας και βοήθειας τρίτου προσώπου για τις προσωπικές του ανάγκες μέχρι την ακρόαση της αγωγής, γενικές αποζημιώσεις διά πόνο, οδύνη, ταλαιπωρία, σωματικές βλάβες, ανικανότητα, απώλεια καριέρας, επαγγελματική ή και άλλως πως και απώλεια εισοδημάτων, ως επίσης νόμιμο τόκο, έξοδα και φόρους. Η αγωγή ΧΧΧΧ/05 ολοκληρώθηκε την 29/3/2010 με την έκδοση απόφασης υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης (ΗΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ) δια ποσό €365.000 πλέον τόκο 5,5% το χρόνο από 29/3/10 μέχρι εξόφλησης, πλέον €35.059 έξοδα, πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 29/3/10 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α. (Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Στην παρούσα αγωγή αναφέρεται όπως παρατίθεται πιο πάνω, σελ. 1 έως 3, ότι η εναγόμενη ενάγεται χωριστά ως συναδικοπραγήσασα δυνάμει του άρθρου 11 του Κεφ. 148 και παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας ή και παράβασης των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της, ως επίσης λεπτομέρειες σωματικών βλαβών, πόνου, ταλαιπωρίας και απολαύσεων της ζωής του ενάγοντα αλλά και λεπτομέρειες ειδικών ζημιών, ενώ γίνεται αναφορά και σε μελλοντικές αποζημιώσεις. Στις αξιώσεις του ενάγοντα περιλαμβάνονται γενικές, ειδικές, μελλοντικές αποζημιώσεις ή και ζημιές, παραδειγματικές ή και τιμωρητικές αποζημιώσεις, ζημιές, αποζημιώσεις για βοήθεια στο σπίτι, νόμιμο τόκο και έξοδα πλέον Φ.Π.Α.. Η μελέτη των δικογράφων στις δύο αγωγές, καταδεικνύει ότι ο τρόπος περιγραφής του τραυματισμού του ενάγοντα, κατά το χρόνο εκτέλεσης της εργασίας του ήταν ο ίδιος. Τα τραύματα τα οποία αναφέρονται ότι υπέστη ο ενάγοντας είναι τα ίδια, ως επίσης η χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε. Περαιτέρω, οι αξιώσεις του ενάγοντα στις δύο αγωγές πηγάζουν από τον τραυματισμό του, κατά την 6/11/
  4. Παρατηρείται επομένως, με βάση τα πιο πάνω, τελεσίδικη απόφαση, ταύτιση επιδίκων θεμάτων ως επίσης ότι οι δύο εναγόμενοι ενάγονται ως εργοδότες ή και ως συνεργοδότες του ενάγοντα. Δεν υπάρχει όμως ταυτότητα διαδίκων. Επομένως η αρχή του δεδικασμένου δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Το δεύτερο ζήτημα που θα εξεταστεί, είναι το ζήτημα του κατά πόσο υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας. Θα πρέπει κατά αρχάς να σημειωθεί ότι το θέμα κατάχρησης της διαδικασίας, προβάλλεται από την πλευρά των εναγομένων όχι μόνο σε συνάρτηση με το ζήτημα του δεδικασμένου αλλά και σε συνάρτηση με την ύπαρξη και το περιεχόμενο της αγωγής 2584/05 Ε. Δ. Πάφου, ως επίσης με το γεγονός ότι εξεδόθη απόφαση σε αυτήν την 29/3/
  5. Περαιτέρω, όπως είναι νομολογημένο, ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας μπορεί να εγερθεί και από το ίδιο το Δικαστήριο στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας του (Βλ. Impregilo S.P.A v. Damiatta Ship. Co Ltd κ.α.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 1, Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911, K.S.R. Comercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Nav. Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, Μιχάλη Παπόρη v. Maskinfabriken «510» A/S
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 1037, Χριστοφής Α. Χριστοφή (Παπέττας) v. Σ. & Μ. Φλοκκάς Λτδ, κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1703). Στην Impregilo S.P.A. v. Damiatta Ship. Co Ltd κ.α. (ανωτέρω), την οποία επικαλείται η πλευρά της εναγόμενης αιτήτριας, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Κραμβής, παρατήρησε ότι η αξίωση για αποζημίωση εγέρθη και αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης σε προηγούμενη εκδικασθείσα αγωγή, όπου εναγόμενο ήταν μόνο το πλοίο και δεν είχαν καταστεί εναγόμενοι οι φερόμενοι στη νέα αγωγή ως πλοιοκτήτες του πλοίου, εναγόμενοι
  1. Αυτό μπορούσε να επιτευχθεί είτε εξ΄ αρχής, είτε μεταγενέστερα δια τροποποίησης. Περαιτέρω, η ιδιοκτησία του πλοίου όπως και η όποια ευθύνη των πλοιοκτητών για πράξεις ή παραλείψεις αναφορικά με το επίδικο φορτίο μπορούσαν να επιλυθούν μία για πάντα στη διαδικασία της προγενέστερης αγωγής κατά του πλοίου. Οι ενάγοντες γνώριζαν εξ΄ υπαρχής κάθε τι που ήταν σχετικό με το θέμα της ιδιοκτησίας του πλοίου κατά τον κρίσιμο χρόνο και ότιδήποτε που είχε σχέση με το θέμα της ευθύνης των πλοιοκτητών και το θέμα της ευθύνης των πλοιοκτητών έναντι των εναγόντων, μπορούσε κάλλιστα να επιλυθεί στα πλαίσια της προηγηθείσας διαδικασίας στην προγενέστερη αγωγή. Ο Δικαστής κατέληξε ότι, οι ενάγοντες στην προγενέστερη αγωγή: «επέλεξαν να περιορίσουν την απαίτηση τους όσον αφορά την ευθύνη για τη μη παράδοσης του επίδικου φορτίου στο Εναγόμενο πλοίο, ενώ είχαν τη δυνατότητα, πλην όμως δεν το έπραξαν, να επεκτείνουν εξ΄ αρχής το θέμα και εναντίον των πλοιοκτητών. Αυτή ακριβώς η διαφορά ως εκ της φύσεως της και με βάση την κανονική πορεία των πραγμάτων, υπαγόταν στην προηγούμενη αντιδικία. Η επαναφορά του θέματος με την υπό κρίση αγωγή, θεωρώ ότι συνιστά υπό τις περιστάσεις κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και ενασκώντας τη σύμφυτη εξουσία που έχω επί του θέματος, απορρίπτω την αγωγή ως καταχρηστική.» Ομοίως στην παρούσα περίπτωση, ο ενάγοντας μπορούσε να είχε καταστήσει ως εναγόμενη στην αγωγή ΧΧΧΧ/05 Ε. Δ. Πάφου και την εναγόμενη στην παρούσα αγωγή, όμως δεν το έπραξε. Γνώριζε τα γεγονότα και την ιδιότητα των εναγομένων στην παρούσα αγωγή κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγή ΧΧΧΧ/05 Ε. Δ. Πάφου, αφού ρητά αναφέρει στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται πιο πάνω, ότι ενεπλάκη σε ατύχημα ενόσω εβρίσκετο στην εργοδότηση της εταιρείας ΗΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΤΔ ή και ενόσω εκτελούσε τα καθήκοντα του στο πλαίσιο επιτελέσεως των εργασιακών του καθηκόντων για τους εναγόμενους στο εργοτάξιο των Aristo Developers Ltd, στο Νέο Χωριό Πάφου. Θα μπορούσε ο χειρισμός του θέματος από μέρους της πλευράς του Ενάγοντα, όσον αφορά την ευθύνη για το εν λόγω ατύχημα, να συνιστά κατάχρηση διαδικασίας; Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Η Impregilo S.P.A. v. Damiatta Ship Co. Ltd (ανωτέρω)δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση αφού δεν αφορά Αστικό Αδίκημα. Το άρθρο 11 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, έχει ως ακολούθως: «Συvαδικoπραγήσαvτες κλπ.
  2. Αv δύo ή περισσότερoι ευθύvovται παράλληλα βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ για oπoιαδήπoτε πράξη και η πράξη αυτή συvιστά αστικό αδίκημα, τα πρόσωπα αυτά ευθύvovται από κoιvoύ για τηv πράξη αυτή ως συvαδικoπραγήσαvτες, και δύvαvται vα εvαχθoύv για τo σκoπό αυτό από κoιvoύ ή χωριστά: Νoείται ότι αv πρόσωπo υπoστεί ζημιά εξαιτίας αστικoύ αδικήματoς (είτε αυτό απoτελεί έγκλημα είτε όχι)- (α) δικαστική απόφαση πoυ εκδόθηκε εvαvτίov oπoιoυδήπoτε από τoυς αδικoπραγήσαvτες o oπoίoς ευθύvεται για τη ζημιά αυτή δεv επηρεάζει καθόλoυ τηv έγερση αγωγής κατά oπoιoυδήπoτε άλλoυ, o oπoίoς αv, εvαγόταv, θα ευθυvόταv ως συvαδικoπραγήσας σε σχέση με τηv ίδια ζημιά͘ (β) αv εγερθoύv περισσότερες από μια αγωγές σε σχέση με τη ζημιά αυτή από ή εκ μέρoυς τoυ πρoσώπoυ πoυ ζημιώθηκε, ή για όφελoς της κληρovoμιάς ή της συζύγoυ, τoυ συζύγoυ, γovέα ή τέκvoυ αυτoύ πoυ ζημιώθηκε, εvαvτίov αδικoπραγησάvτωv πoυ ευθύvovται για τη ζημιά (είτε ως συvαδικoπραγήσαvτες είτε άλλως πως), τα πoσά τα oπoία δύvαvται vα αvαζητηθoύv υπό μoρφή απoζημίωσης δυvάμει τωv δικαστικώv απoφάσεωv πoυ εκδίδovται στις αγωγές αυτές δεv δύvαvται vα υπερβoύv στo σύvoλo τo πoσό της απoζημίωσης πoυ επιδικάστηκε από τη δικαστική απόφαση πoυ εκδόθηκε πρώτα. και σε oπoιαδήπoτε από τις αγωγές αυτές, εκτός αυτής κατά τηv oπoία πρώτα εκδόθηκε δικαστική απόφαση, o εvάγωv δεv δικαιoύται έξoδα εκτός αv τo Δικαστήριo κρίvει ότι συvέτρεχε εύλoγη αιτία για τηv έγερση της αγωγής.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω: «Η παράγραφος (α) του άρθρου 11 προνοεί ότι δικαστική απόφαση εναντίον ενός αδικοπραγούντα για συγκεκριμένη ζημιά δεν αποτελεί εμπόδιο για οποιαδήποτε άλλη αγωγή εναντίον οποιουδήποτε άλλου που, αν εναγόταν, θα ευθυνόταν για την ίδια ζημιά ως συναδικοπραγήσας. Στην παράγραφο (β) προνοείται ότι, όπου εγείρονται περισσότερες της μίας αγωγές για την ίδια ζημιά, τα ποσά που μπορούν να ανακτηθούν ως αποζημίωση δεν μπορούν να υπερβούν στο σύνολο τους το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται στην πρώτη απόφαση. Επίσης, εκτός αν για εύλογη αιτία το δικαστήριο κρίνει διαφορετικά, ο ενάγοντας δικαιούται έξοδα μόνο στην αγωγή στην οποία πρώτα εκδίδεται απόφαση.» (Βλ. Αρτέμης & Ερωτοκρίτου «Αστικά Αδικήματα» Έκδοση 2003, σελ. 38 έως
  3. Ο ενάγοντας στην παρούσα αγωγή δηλώνει ρητά ότι η εναγόμενη ενάγεται ως συναδικοπραγήσασα δυνάμει του άρθρου 11 του Κεφ.
  4. Από τη στιγμή που ο ίδιος ο Νόμος δίδει το δικαίωμα στον ενάγοντα να κινήσει αγωγή παρά την ύπαρξη απόφασης εναντίον άλλου αδικοπραγούντα, δεν μπορεί να του αποδοθεί ότι καταχράται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Απομένει να εξεταστεί το θέμα κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, έχει παραγραφεί. Όπως προκύπτει από την μελέτη της έκθεσης απαίτησης στην παρούσα αγωγή, η επίκληση της παράβασης θέσμιου καθήκοντος γίνεται για να καταδειχθεί η ισχυριζόμενη αμέλεια της εναγόμενης και όχι ως άλλη αιτία αγωγής, ανεξάρτητη από το αγώγιμο δικαίωμα της αμέλειας. Επομένως, η σχετική εισήγηση της πλευράς της εναγόμενης αιτήτριας είναι ορθή. Όπως ορθά εισηγείται η πλευρά της εναγομένης αιτήτριας, η αμέλεια μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της παράβασης θέσμιου καθήκοντος και είναι με αυτόν τον τρόπο που γίνεται η επίκληση της παράβασης θέσμιου καθήκοντος στην έκθεση απαίτησης (Βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. v. Δημητρίου κ.α.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 336, Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811). Επομένως τόσο η αμέλεια όσο και η παράβαση θέσμιου καθήκοντος μπορούν να χαρακτηριστούν ως αστικά αδικήματα. Δεν γίνεται επομένως δεκτή η εισήγηση της πλευράς του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση, η οποία δέχεται μεν στην αγόρευση της, ότι το αστικό αδίκημα της αμέλειας έχει παραγραφεί, αλλά ισχυρίζεται ότι τη βάση της παρούσας αγωγής αποτελούν το αστικό αδίκημα της αμέλειας και η παράβαση θεσμίων ή και εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων, ότι δηλαδή υπάρχουν δύο ξεχωριστές βάσεις αγωγής. Το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, έχει ως ακολούθως: «Παραγραφή αγωγώv σε αστικό αδίκημα
  1. Καμιά αγωγή δεv εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αv αυτή εγερθεί- (α) εvτός τριών ετώv αμέσως μετά τηv πράξη ή παράλειψη για τηv oπoία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αv τo αστικό αδίκημα πρoκαλεί vέα ζημιά κατά εξακoλoύθηση από μέρα σε μέρα, εvτός τριών ετώv από τηv κατάπαυση αυτής, ή (γ) αv η βάση της αγωγής δεv πρoκύπτει από τηv τέλεση oπoιασδήπoτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά πoυ απoρρέει από τηv πράξη αυτή ή παράλειψη εvτός τωv τριών αμέσως επόμεvωv ετώv μετά πoυ o εvάγovτας υπέστη τη ζημιά, ή (δ) αv τo αστικό αδίκημα δόλια απoκρύφτηκε από τov εvαγόμεvo, εvτός τριών ετώv από τηv αvακάλυψη τoυ από τov εvάγovτα, ή από τo χρόvo πoυ θα αvακαλύπτετo από αυτό αv κατέβαλλε εύλoγη φρovτίδα και επιμέλεια: Νoείται ότι αv κατά τo χρόvo πoυ πρoκύπτει πρώτα η βάση της αγωγής, αv o εvάγovτας δεv συμπλήρωσε τo δέκατo όγδoo έτoς της ηλικίας τoυ ή δεv έχει σώες τις φρέvες τoυ ή o εvαγόμεvoς δεv βρίσκεται στη Δημoκρατία, oι τριετείς αυτές πρoθεσμίες δεv αρχίζoυv vα τρέχoυv μέχρις ότoυ o εvάγovτας συμπληρώσει τo δέκατo όγδoo έτoς της ηλικίας τoυ ή παύσει vα μηv έχει σώες τις φρέvες τoυ ή o εvαγόμεvoς επαvέλθει στη Δημoκρατία: Νoείται περαιτέρω ότι καμιά διάταξη πoυ περιλαμβάvεται στo άρθρo αυτό δεv θεωρείται ότι επηρεάζει τις διατάξεις τoυ άρθρoυ 34 τoυ περί Διαχείρισης Κληρovoμιώv Νόμoυ και τoυ άρθρoυ 58 τoυ Νόμoυ αυτoύ.» Όπως γίνεται αντιληπτό η πράξη η η παράλειψη για την οποία εγέρθη η αγωγή επεσυνέβη την 6/11/2004 και δεν αφορά αστικό αδίκημα που δόλια αποκρύφθηκε. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 17/4/2013, δηλαδή σε χρόνο πέραν των τριών ετών από την πιο πάνω πράξη ή παράλειψη. Περαιτέρω δεν αφορά περίπτωση που το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατ΄ εξακολούθηση από μέρα σε μέρα και ούτε η βάση της αγωγής προκύπτει από τη ζημιά που απορρέει από την πράξη ή παράλειψη αυτή. Θα πρέπει κατ΄ αρχάς να σημειωθεί ότι τα όσα αναφέρει η πλευρά του ενάγοντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι προέκυψαν νέες ζημιές και νέα ευρήματα σε σχέση με την υγεία του ενάγοντα, που προέκυψαν μετά από μαγνητικές τομογραφίες τον Ιούνιο του 2014 και Οκτώβριο του 2015 (Τεκμήρια 1, 3 και 4 στην ένορκη δήλωση στην ένσταση) δεν δικογραφούνται. Είναι μεταγενέστερα της αγωγής. Υπενθυμίζεται ότι το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 17/4/
  2. Επομένως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψην. Επιπρόσθετα, το ζήτημα αυτό απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην ΧΧΧΧ Χαραλαμπίδης v. Louis Hotels Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 8/13, ημερ. 4/10/
  3. Από την εν λόγω απόφαση παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο είναι αρκούντως διαφωτιστικό: «Σε αντίθεση με το Νόμο 66(Ι)/2012 στον οποίο, ως άνω, καθορίζεται ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής, το άρθρο 68 θέτει ως αφετηρία τον χρόνο της πράξης ή παράλειψης για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Εξ ου και οι πρόνοιες των εδαφίων (β) και (γ) στο άρθρο 68 ώστε να καλύπτονται οι περιπτώσεις που θα ήταν εύλογο και δίκαιο ο χρόνος έναρξης της παραγραφής να επεκταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Πρόκειται κατ΄αρχάς για περιπτώσεις συνεχιζομένων αστικών αδικημάτων, στις οποίες αναφέρεται το εδάφιο (β), όπου η αιτία αγωγής προκύπτει από την επανάληψη πράξεων ή παραλείψεων, παρομοίας φύσεως όπως η πράξη για την οποία κινήθηκε η αγωγή. (Hole v. Chard Union [1894] 1 Ch. 293). Παράδειγμα τέτοιων περιπτώσεων αποτελεί μια συνεχιζόμενη οχληρία, η οποία δίδει δικαίωμα έγερσης νέας αγωγής για κάθε περαιτέρω ζημία που προκαλείται (Whitehouse v. Fellowes
(1861)10 CBNS 765, Battishill v. Reed
(1856)18 CB 696), όπως και η συνεχιζόμενη παράνομη επέμβαση (trespass) (Konskier v. B Goodman Ltd [1928] 1 KB 421). Το εδάφιο (γ) αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου, όπως η αμέλεια, το αγώγιμο δικαίωμα προκύπτει κατά τον χρόνο που επέρχεται η ζημία και όχι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη. Παράδειγμα δίδει η παλαιά υπόθεση Backhouse v. Bonomi
(1861)9 HL Cas 503, στην οποία η παρέμβαση στο δικαίωμα απόλαυσης γειτονικού ακινήτου με την αφαίρεση υπεδάφους, χωρίς επέμβαση στην επιφάνεια, κρίθηκε ότι δεν δημιούργησε αγώγιμο δικαίωμα παρά μόνο αργότερα, όταν προκλήθηκε πραγματική ζημία με την κατάρρευση του εδάφους. (βλ., επίσης, Whitehouse (ανωτέρω)). Αναφέρονται σχετικά στην υπόθεση Darley Main Colliery Co v. Mitchell
(1886)11 App CAS 127 , τα ακόλουθα: «I now come to the case of where the wrong is not actionable in itself, is only an injuria, but causes a damnum. In such a case it would seem that as the action was only maintainable in respect of the damage, or not maintainable till the damage, an action should lie every time a damage accrued from the wrongful act.» Αντίθετα οι αξιώσεις για σωματικές βλάβες (personal injury) διέπονται από τον κανόνα του κοινού δικαίου ότι οι αποζημιώσεις καθορίζονται και καταβάλλονται άπαξ και δια παντός (awarded once and for all). Όπως επιγραμματικά τέθηκε στην Darley Main Colliery: «It is a rule that when a thing directly wrongful in itself is done to a man, in itself a cause of action, he must, if he sues in respect of it, do so once and for all. As, if he is beaten or wounded, if he sues he must sue for all his damage, past, present, and future, certain and contingent. » Αυτή είναι η περίπτωση, εν προκειμένω, του εφεσείοντα. Έθεσε όμως ένα περαιτέρω ζήτημα ο εφεσείοντας. Ότι δηλαδή κακώς το Δικαστήριο θεώρησε πως η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε κατά την ημερομηνία του ατυχήματος, 31.1.2006, εφόσον αυτός έλαβε γνώση όλων των σχετικών στοιχείων στις 29.5.2006 όταν ανακάλυψε ότι υπέστη πρόπτωση του σπονδύλου μετά από εξέταση MRI. Εκείνος είναι ο χρόνος, καταλήγει ο εφεσείων, που συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής. Κατ΄αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι πρωτοδίκως δεν τέθηκε ζήτημα μεταγενέστερης γνώσης. Εν πάση περιπτώσει και χωρίς να είναι αναγκαίο, ενόψει της τελευταίας διαπίστωσης μας, προσθέτουμε ότι στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός αυτός καλύπτεται από την προαναφερθείσα αρχή αναφορικά με τις αξιώσεις για προσωπικές βλάβες, χωρίς στην πραγματικότητα να τίθεται ζήτημα μεταγενέστερης γνώσης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει τέτοιο ζήτημα εάν εγείρετο ρητώς και εξειδικευμένα, όπως η νομολογία απαιτεί, ως επίδικο θέμα η αντισυνταγματικότητα (όπως ορθά προβλήθηκε στην Φοινικαρίδης ν. Οδυσσέως
(2001)1 Α.Α.Δ. 1744) του άρθρου 68 το οποίο ρητώς προσδιορίζει ως χρόνο έναρξης της παραγραφής το χρόνο που έλαβε χώρα η πράξη ή η παράλειψη, χωρίς να αναφέρεται στο ενδεχόμενο μεταγενέστερης γνώσης. Υπό το φως του Limitation Act 1939 (s.2
(1)) στον οποίο δεν υπήρχε πρόνοια περί μεταγενέστερης γνώσης, όπως και στο δικό μας άρθρο 68, αποφασίστηκε, στην υπόθεση Cartledge v E Jopling & Sons Ltd [1963] AC 758,ως ζήτημα ερμηνείας του νόμου, ότι το αγώγιμο δικαίωμα για αμέλεια δημιουργείται αφ΄ης στιγμής προκαλείται κάποια μη ασήμαντη (insignificant) ζημία, χωρίς να είναι σχετικό το κατά πόσο ο ενάγοντας δεν γνώριζε την ύπαρξη τέτοιας ζημίας ή κατά πόσο η ιατρική επιστήμη δεν θα ήταν σε θέση να τη διαπιστώσει κατ΄ εκείνο το στάδιο. Eίχαν λεχθεί χαρακτηριστικά τα ακόλουθα από τον Lord Reid: «It is now too late for the courts to question or modify the rules that a cause of action accrues as soon as a wrongful act has caused personal injury beyond what can be regarded as negligible, even when that injury is unknown to and cannot be discovered by the sufferer, and that further injury arising from the same act at a later date does not give rise to a further cause of action» Μετά την Cartledge ακολούθησε επείγουσα τροποποίηση της νομοθεσίας δια του Limitation Act 1963 με τον οποίο αναγνωρίστηκε η δυνατότητα επέκτασης του χρόνου παραγραφής σε περιπτώσεις μεταγενέστερης γνώσης ουσιωδών γεγονότων (βλ. και s.11
(4)(b) του Limitation Act 1980). Στην Κύπρο επίσης διαφορετική είναι πλέον η ρύθμιση του νόμου, εφόσον στο άρθρο 6
(2)ορίζεται, ως κρίσιμος χρόνος, η ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη τη σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση. Αλλά ακόμα και τότε, όπως υποδείχθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Phinikaridou v. Cyprus, Application No. 23890/02, ημερ. 20.3.2008, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν κατά πόσον ο διάδικος δεν είχε την ευκαιρία να αποκτήσει την απαιτούμενη γνώση των γεγονότων σε προγενέστερο χρόνο.» Περαιτέρω δεν γίνεται δεκτή η θέση της πλευράς του ενάγοντα καθ΄ ου η αίτηση ότι στην παρούσα περίπτωση έχει εφαρμογή ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος, 66
(1)/
  1. Το ζήτημα αυτό επίσης απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην XXXX Χαραλαμπίδης v. Louis Hotels Company Ltd (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η ιστορική πορεία των σχετικών νομοθεσιών αποκαλύπτει ότι οι πρόνοιες του άρθρου 68, όπως και οι πρόνοιες του Κεφ. 15, τέθηκαν σε αναστολή με τον περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμο του 1964, Ν. 57/1964, ο οποίος μαζί με του τροποποιητικούς αυτού Νόμους (Νόμοι 1964-1982) καταργήθηκαν με τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002 (Ν. 110(Ι)/2002), ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή την 1.6.
  2. Συνεπώς το άρθρο 68 επανήλθε σε ισχύ από 1.6.
  3. Ακολούθως, με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν. 66(Ι)/2012) καταργήθηκε τόσο το Κεφ. 15, όσο και ο Ν. 110(Ι)/2002, αλλά και το άρθρο 68 του Κεφ. 148, ως προς αυτό το τελευταίο όμως, αναφορικά με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 66(Ι)/2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.7.
  4. Η παραγραφή αγωγίμων δικαιωμάτων σε σχέση με αστικά αδικήματα για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα προηγουμένως συνεχίζει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου
  5. Για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα μετά, η παραγραφή ρυθμίζεται πλέον από το άρθρο 6 του Ν. 66(Ι)/
  6. Συνεπώς, κατά τον επίδικο χρόνο, (στις 13.3.2009) που ήταν ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής, (Χριστοδουλίδης v. Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 AAΔ 636, Δημητρίου v. Δημητρίου
(2012)1 ΑΑΔ 834, 842), το καθεστώς παραγραφής διέπετο από τις πρόνοιες του άρθρου 68.» (Βλ. επίσης Φεσσάς κ.α. v. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337 και Κασάπη v. Φεσσά κ.α.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 341). Καταλήγω επομένως, ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, δηλαδή το δικαίωμα έγερσης αγωγής, έχει παραγραφεί. Στη Φεσσάς κ.α. v. Κασάπη (ανωτέρω) λέχθηκε ότι αγωγή που διαπιστώνεται ότι έχει καταχωρηθεί μετά την εκπνοή της περιόδου παραγραφής, δεν πρέπει να απορρίπτεται αλλά να εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας, λόγω του ότι η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, δεν παραγράφει το αγώγιμο δικαίωμα αυτό καθ΄ εαυτό, αλλά μόνο το δικαίωμα έγερσης της αγωγής για διεκδίκηση του. Όμως στην XXXX Χαραλαμπίδης v. Louis Hotels Company Ltd (ανωτέρω), η οποία είναι πολύ πρόσφατη και όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το αγώγιμο δικαίωμα είχε παραγραφεί και συνεπώς απέρριψε την αγωγή, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Ακολουθώντας επομένως την πρόσφατη Νομολογία, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Συνεπεία των πιο πάνω, η αίτηση επιτυγχάνει και η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης αιτήτριας και σε βάρος του ενάγοντα καθ΄ ου η αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Αντώνης Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Ε.Π. Subject: Civil Jurisdiction/Other Actions/Interim Αναφορά: Προδικαστικό Σημείο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.