FISTE ELECTRICAL CONTRACTOR LIMITED ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, Aρ. Αγωγής: 3012/2011, 17/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 3012/2011 Μεταξύ: FISTE ELECTRICAL CONTRACTOR LIMITED Εναγόντων και ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενων ------------------ Αίτηση τροποποίησης, ημερομηνίας 30.10.2019 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.1.2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους - αιτητές: κα Έμιλυ Λεμονιάτη Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Ανδρέας Γ. Ζύμπηλος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, που όπως είναι η δικογραφημένη θέση τους ασχολούνται με την ανάληψη και εκτέλεση ηλεκτρολογικών εργασιών και/ή ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων επί οικιών, βιομηχανικών εγκαταστάσεων, καταστημάτων, ξενοδοχειακών μονάδων κ.ο.κ., με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων, το συνολικό ποσό των €304.932,19, πλέον Φ.Π.Α., υπό μορφή αμοιβής για παρασχεθείσες εργασίες και/ή υπηρεσίες και/ή ηλεκτρολογικές υπηρεσίες που τους προσέφεραν κ.ο.κ., σε διάφορες χρονικές περιόδους, κατά τα έτη, 2005 μέχρι 2011. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση στην αγωγή, με την οποία ζητούν την απόρριψη της αγωγής καθώς και ανταπαίτηση, με την οποία αξιώνουν εναντίον των εναγόντων το ποσό των €303.709,00, υπό μορφή παράνομων υπερχρεώσεων τιμολογίων και/ή αθέμιτου πλουτισμού και/ή παραπλάνησης και/ή αποζημίωσης. Περαιτέρω αξιώνουν ειδικές αποζημιώσεις για εξασφάλιση και πληρωμή εγκεκριμένου ηλεκτρολόγου προς έλεγχο και εξέταση των εγκαταστάσεων στα οικοδομικά έργα που αναφέρουν στην παράγραφο 4 της υπεράσπισης και τέλος, παραδειγματικές αποζημιώσεις. Οι εναγόμενοι, στις 30/10/2019 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν διάταγμα τροποποίησης, τόσο της υπεράσπισης όσο και της ανταπαίτησής τους. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του διευθυντή τους, xxxxx Γεωργίου. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται σε 27 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή τους, xxxxx Αντωνίου. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στις ένορκες δηλώσεις όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.»» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.825: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20 Μαρτίου, 2014 σύμφωνα με την οποία: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Και σε άλλο σημείο (πιο κάτω): «Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United SeaTransport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Με τον 9ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι δεν υποδεικνύεται η αναγκαιότητα της τροποποίησης και/ή η αιτούμενη τροποποίηση είναι αδικαιολόγητη και/ή αχρείαστη. Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι βάσιμος. Χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ καθόλου στο περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων, για σκοπούς αιτιολόγησης του επί του προκειμένου συμπεράσματός μου παραπέμπω απλώς, στους ακόλουθους ισχυρισμούς του διευθυντή των εναγόμενων, από την ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση: Όπως τον πληροφορεί η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγόμενων είναι αναγκαίο όπως τροποποιηθεί, υπό το φως όσων «ανεφάνησαν» κατά τη μελέτη της υπόθεσης. Όπως του εξηγεί η κυρία Λεμονιάτη, η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε, λόγω του ότι, εκ παραδρομής και λόγω καλόπιστου λάθους, κατά τη σύνταξη του δικογράφου δεν περιγράφησαν πλήρως και/ή κατά τρόπο ακριβή «τα εκ των πραγματικώς διαλαμβανομένων γεγονότα.» (παράγραφος 2). Ακολουθεί η θέση μου: Τα όσα κατά το μάρτυρα «ανεφάνησαν» κατά τη μελέτη της υπόθεσης, μου είναι τελείως άγνωστα, καθώς ο μάρτυρας δεν τα αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του και το ίδιο ισχύει και για τα κατ' ισχυρισμό του «εκ των πραγματικώς διαλαμβανομένων γεγονότα.», τα οποία, όπως είναι η θέση του δεν περιγράφησαν πλήρως και/ή κατά ακριβή τρόπο κατά τη σύνταξη του δικογράφου. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας, στην παράγραφο 3 αναφέρει τα εξής: Όπως τον πληροφορεί η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, λόγω κάποιων νέων στοιχείων που προέκυψαν κατά τον τελευταίο μήνα και μετά από ενδελεχή μελέτη της υπόθεσης από τη δικηγόρο τους, ενόψει και της δικασίμου στις 31/10/2019 και μετά από συναντήσεις που έγιναν με τη δικηγόρο τους αυτό το μήνα, προκύπτει η ανάγκη για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, ώστε να φανούν ξεκάθαρα οι ισχυρισμοί των εναγόμενων και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς αυτούς. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις, προστίθεται, είναι αναγκαίες προς διευκρίνιση γεγονότων της υπόθεσης τα οποία διαφάνηκαν σε αυτό το στάδιο της δικαστικής διαδικασίας και μετά που μελετήθηκε ο φάκελος της υπόθεσης και ζητήθηκαν κάποια νένα στοιχεία από τους εναγόμενους. Ακολουθεί και πάλι η θέση μου: Τα κατ' ισχυρισμό του μάρτυρα, νέα στοιχεία που προέκυψαν κατά τον τελευταίο μήνα, και πάλι δεν αναφέρονται, ενώ η θέση του ότι προκύπτει η ανάγκη τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ώστε να φανούν ξεκάθαρα οι ισχυρισμοί των εναγόμενων και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς αυτούς, είναι αντιφατική, υπό την εξής έννοια: τίθεται τα ερώτημα, για ποιο λόγο εν τέλει, είναι αναγκαίες οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Για να φανούν ξεκάθαρα οι ισχυρισμοί των εναγόμενων ή για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα που θεμελιώνουν τους εν λόγω ισχυρισμούς; Εν πάση περιπτώσει, το κατάλληλο δικονομικό διάβημα για διευκρίνιση γεγονότων είναι η προσαγωγή, σχετικής με αυτά, μαρτυρίας, κατά τη δίκη και όχι η τροποποίηση της δικογραφίας. Το τελευταίο ισχύει και για τον ισχυρισμό του μάρτυρα, της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσής του, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις κρίνονται απαραίτητες για την ορθή παρουσίαση και διεκπεραίωση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης και ουδόλως αλλάζουν τα επίδικα θέματα και/ή γεγονότα της αγωγής, αλλά, αντίθετα, διευκρινίζουν στο Δικαστήριο τα γεγονότα της υπόθεσης και το υποβοηθούν στην πιο αποτελεσματική εκδίκαση, όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων. Δεδομένου ότι - όπως είναι η θέση του μάρτυρα και κατ' επέκταση των εναγόμενων -, οι αιτούμενες τροποποιήσεις, ουδόλως αλλάζουν τα επίδικα θέματα και/ή γεγονότα της αγωγής, αλλά, αντίθετα, διευκρινίζουν στο Δικαστήριο τα γεγονότα της υπόθεσης και το υποβοηθούν στην πιο αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων, ομολογώ πως δεν μπορώ να κατανοήσω για ποιο λόγο θα πρέπει να επιτρέψω τις αιτούμενες τροποποιήσεις, τη στιγμή που - για να επαναλάβω -, κατά την ακρόαση της υπόθεσης - η οποία βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη -, οι εναγόμενοι, θα μπορούν να διευκρινίσουν, τα όποια γεγονότα της υπόθεσης, έχουν υπόψη τους. Τα πιο πάνω και όσα ακολουθούν ισχύουν και για τους ακόλουθους ισχυρισμούς του μάρτυρα, της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσής του: Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αλλάζουν άρδην τη γραμμή της υπεράσπισης ή τις θέσεις των εναγόμενων, αλλά προσδιορίζουν καλύτερα αυτές, με σκοπό να παρουσιαστούν με πληρότητα τα ακριβή γεγονότα που θα επικαλεστούν στη δίκη. Περαιτέρω περιορίζεται η ανταπαίτηση στη βάση των νέων στοιχείων που τώρα εντοπίστηκαν. Επαναλαμβάνω: Εάν, όπως ουσιαστικά είναι η θέση των εναγόμενων, με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, αυτό που επιδιώκουν είναι να προσδιορίσουν καλύτερα, τις ήδη δικογραφημένες θέσεις τους, αυτό είναι κάτι που μπορούν να το κάνουν κατά την ακρόαση της υπόθεσης, στη βάση των υφιστάμενων δικογραφημένων θέσεων και ισχυρισμών τους. Απ' εκεί και πέρα, ο περιορισμός της ανταπαίτησης μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, ακόμη και με προφορική δήλωση της δικηγόρου τους, χωρίς να μου διαφεύγει ότι και πάλι, ο μάρτυρας, κανένα από τα κατ' ισχυρισμό του, νέα στοιχεία που τώρα έχουν εντοπίσει οι εναγόμενοι, στη βάση των οποίων περιορίζουν την ανταπαίτησή τους, αναφέρει. Η παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης του μάρτυρα, ακολουθεί αυτούσια: «Ειλικρινά πιστεύω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες ώστε να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση της αγωγής βάση των λεπτομερών και πλήρως διευκρινισμένων γεγονότων της υπόθεσης. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν τυχόν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, τόσο η Υπεράσπιση όσο και η Ανταπαίτηση θα παραμείνουν μετέωρες και χωρίς την απαραίτητη παράθεση των γεγονότων που να επιτρέπουν τη νομική προώθηση αυτών.» Παρατηρώ τα εξής: Πέραν όσων ήδη έχουν αναφερθεί συναφώς με τους προηγούμενους ισχυρισμούς του μάρτυρα, ο ισχυρισμός του, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση της αγωγής, βάσει των λεπτομερών και πλήρως διευκρινισμένων γεγονότων της υπόθεσης, δηλαδή, γεγονότων που οι εναγόμενοι δικογραφούν ήδη παραβλέπει και κυρίως, είναι σε πλήρη αντίθεση με τη Δ.19 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διαλαμβάνει ότι κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει μόνο σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος που υποβάλλει το δικόγραφο στηρίζει την απαίτησή του ή την υπεράσπισή του, αναλόγως και όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα. Παραβλέπει ακόμη, ότι από τη συνδυασμένη ερμηνεία των Θ.Θ.6, 7, 8 και 9 της Δ.19, περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή της υπεράσπισης ή περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οποιουδήποτε ζητήματος αναφέρεται σε οποιοδήποτε δικόγραφο μπορεί να διαταχθεί μετά από αίτηση την οποία καταχωρεί ο αντίδικος αυτού που υποβάλλει το δικόγραφο και όχι ο τελευταίος. Για να συνεχίσω, με τον 4ο λόγο ένστασης υποβάλλεται - μεταξύ άλλων - ότι οι εναγόμενοι δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ακόμη, τους καταλογίζεται ότι έχουν καταθέσει αναληθή γεγονότα με αποκλειστικό σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για να πετύχουν την έκδοση του διατάγματος τροποποίησης. Με τον 7ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση έγινε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Με το 15ο λόγο προσάπτεται στους εναγόμενους ότι δε νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες, εφόσον η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα και με αυτή επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί που τους ήταν ήδη γνωστοί ή θα πρεπε να τους ήταν γνωστοί. Με τον 22ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν γίνεται καλόπιστα και δε διευκολύνει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Τέλος, με τον 27ο - και τελευταίο - λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, την καθιστά καταχρηστική. Λόγω της συνάφειάς τους, οι παραπάνω λόγοι ένστασης, θα συνεξεταστούν. Ο διευθυντής των εναγόμενων προκειμένου να αιτιολογήσει το χρόνο που οι εναγόμενοι επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, στην υποστηρικτική της ένορκη δήλωσή του, ισχυρίζεται τα εξής: Όπως τον πληροφορεί η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγόμενων είναι αναγκαίο να τροποποιηθεί, υπό των φως όσων «ανεφάνησαν» κατά τη μελέτη της υπόθεσης. Όπως του εξηγεί η κυρία Λεμονιάτη, η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε, λόγω του ότι, εκ παραδρομής και λόγω καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη του δικογράφου δεν περιγράφησαν πλήρως και/ή κατά τρόπο ακριβή τα «εκ των πραγματικώς διαλαμβανομένων γεγονότα.» Όπως περαιτέρω του εξηγεί η κυρία Λεμονιάτη, αυτό συνέβη λόγω του ότι η μελέτη και ο χειρισμός της υπόθεσης ανατέθηκε σε άλλο δικηγόρο του γραφείου και συγκεκριμένα, στη xxxxx Φούρναρη, η οποία ήταν και αυτή που υπόγραψε την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση των εναγόμενων (παράγραφος 2). Παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε, λόγω του ότι εκ παραδρομής και λόγω καλόπιστου λάθους, κατά τη σύνταξη του δικογράφου δεν περιγράφησαν πλήρως και/ή κατά τρόπο ακριβή «τα εκ των πραγματικώς διαλαμβανομένων γεγονότα.» είναι σε αντίθεση με τους ακόλουθους ισχυρισμούς του, της παραγράφου 3: Όπως τον πληροφορεί η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, λόγω κάποιων νέων στοιχείων που προέκυψαν κατά τον τελευταίο μήνα και μετά από ενδελεχή μελέτη της υπόθεσης από τη δικηγόρο τους, ενόψει και της δικασίμου στις 31/10/2019 και μετά από συναντήσεις που έγιναν με τη δικηγόρο τους αυτό το μήνα, προκύπτει η ανάγκη για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, ώστε να φανούν ξεκάθαρα οι ισχυρισμοί των εναγόμενων και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς αυτούς. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες προς διευκρίνιση γεγονότων της υπόθεσης τα οποία διαφάνηκαν σε αυτό το στάδιο της δικαστικής διαδικασίας και μετά που μελετήθηκε ο φάκελος της υπόθεσης και ζητήθηκαν κάποια νέα στοιχεία από τους εναγόμενους. Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: εν τέλει, για ποιο λόγο είναι αναγκαίες οι αιτούμενες τροποποιήσεις; Επειδή κατά τη σύνταξη του δικογράφου δεν περιγράφησαν πλήρως και/ή κατά τρόπο ακριβή τα «εκ των πραγματικώς διαλαμβανομένων γεγονότα ή μήπως, λόγω κάποιων νέων στοιχείων που προέκυψαν κατά τον τελευταίο μήνα και μετά από ενδελεχή μελέτη της υπόθεσης από τη δικηγόρο τους, ενόψει και της δικασίμου στις 31/10/2019, είτε ακόμη, τα οποία διαφάνηκαν σε αυτό το στάδιο της δικαστικής διαδικασίας και μετά που μελετήθηκε ο φάκελος της υπόθεσης και ζητήθηκαν κάποια νέα στοιχεία από τους εναγόμενους; Απ' εκεί και πέρα, διερωτώμαι πώς μπορεί να ισχυρίζεται ο διευθυντής των εναγόμενων ότι η μελέτη και ο χειρισμός αυτής της υπόθεσης, αρχικά είχε ανατεθεί σε άλλο δικηγόρο του γραφείου της κυρίας Λεμονιάτη και συγκεκριμένα, στη xxxxx Φούρναρη, η οποία και υπόγραψε - και προφανώς συνέταξε - την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση των εναγόμενων, τη στιγμή που, ενώ η υπό κρίση αίτηση καθώς και η σχετική με αυτή, γραπτή αγόρευση των εναγόμενων υπογράφονται από κάποιο άλλο δικηγόρο του γραφείου της κυρίας Λεμονιάτη, αντί από την ίδια, εξ ου και η αναγραφή της σχετικής ένδειξης «α/α», ακριβώς δίπλα από την υπογραφή και στα δυο έγγραφα, αντίθετα, τόσο το σημείωμα εμφάνισης που καταχωρήθηκε στις 18/1/2012, δηλαδή, ακριβώς 2 μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής όσο και η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγόμενων που καταχωρήθηκαν στις 24/10/2012 είναι φανερό, ότι υπογράφτηκαν προσωπικά από την κυρία Λεμονιάτη, που είναι η δικηγόρος των εναγόμενων. Και με δεδομένο ότι δε δέχομαι τον ισχυρισμό του διευθυντή των εναγόμενων ότι η υπόθεση αρχικά είχε ανατεθεί σε άλλο δικηγόρο του γραφείου της δικηγόρου τους, η οποία συνέταξε και υπόγραψε την υπεράσπισή και ανταπαίτησή τους, ως εντελώς αβάσιμους και στερούμενους πειστικότητας, θεωρώ και τους ακόλουθους ισχυρισμούς του, της παραγράφου 3 της ένορκης δήλωσής του: Όπως τον πληροφορεί η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, λόγω κάποιων νέων στοιχείων που προέκυψαν κατά τον τελευταίο μήνα και μετά από ενδελεχή μελέτη της υπόθεσης από τη δικηγόρο τους, ενόψει και της δικασίμου στις 31/10/2019 και μετά από συναντήσεις που έγιναν με τη δικηγόρο τους αυτό το μήνα, προκύπτει η ανάγκη για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, ώστε να φανούν ξεκάθαρα οι ισχυρισμοί των εναγόμενων και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς αυτούς. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες προς διευκρίνιση γεγονότων της υπόθεσης τα οποία διαφάνηκαν σε αυτό το στάδιο της δικαστικής διαδικασίας και μετά που μελετήθηκε ο φάκελος της υπόθεσης και ζητήθηκαν κάποια νέα στοιχεία από τους εναγόμενους. Διερωτώμαι και πάλι, πώς μπορεί να ισχυρίζεται ο διευθυντής των εναγόμενων, όλα τα παραπάνω και κυρίως, ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά από ενδελεχή μελέτη της υπόθεσης από τη δικηγόρο τους, ενόψει και της δικασίμου στις 31/10/2019 είτε ακόμη, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες προς διευκρίνιση γεγονότων της υπόθεσης, τα οποία διαφάνηκαν σε αυτό το στάδιο της δικαστικής διαδικασίας και μετά που μελετήθηκε ο φάκελος της υπόθεσης και ζητήθηκαν κάποια νέα στοιχεία από τους εναγόμενους, δεδομένων όσων ακολουθούν, τα οποία αποτελούν μέρος, μόνο, του ιστορικού της υπόθεσης: Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 30/10/2019, δηλαδή, μία, μόλις, μέρα πριν τις 31/10/2019 που η αγωγή ήταν ορισμένη για πολλοστή φορά για ακρόαση. Προηγουμένως είχε ορισθεί άλλες 12 φορές για ακρόαση, αναλυτικά, ως ακολούθως: στις 28/3/2014, στις 11/11/2014, στις 26/3/2015, στις 9/10/2015, στις 8/3/2016, στις 30/9/2016, στις 22/2/2017, στις 23/10/2017, στις 13/3/2018, στις 15/10/2018, στις 19/3/2019 και τέλος, στις 12/6/2019. Από τη μελέτη των σχετικών - δικαστικών - πρακτικών προκύπτει ότι η υπόθεση αναβλήθηκε 10 φορές, λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Από αυτές, σε 6 περιπτώσεις και συγκεκριμένα, κατά τις ημερομηνίες που καταγράφω πιο πάνω με έμφαση, και οι δυο δικηγόροι των διαδίκων δήλωναν έτοιμοι για ακρόαση. Και, με δεδομένο ότι δε διανοούμαι ότι οι δικηγόροι των διαδίκων προέβαιναν σε αναληθείς δηλώσεις προς το Δικαστήριο και δήλωση προς το Δικαστήριο από δικηγόρο ότι είναι έτοιμος για ακρόαση εξυπακούει - σε κάθε περίπτωση -, ενδελεχή μελέτη της υπόθεσης και του φάκελου της και καλή και κατάλληλη προετοιμασία σε συνεργασία με τον πελάτη, δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του διευθυντή των εναγόμενων, ότι όλα αυτά έγιναν, ενόψει της δικασίμου στις 31/10/2019, που ήταν η επομένη της ημερομηνίας καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η ακρόαση της αγωγής και όχι όλες τις άλλες - προηγούμενες - φορές, που η υπόθεση ήταν και πάλι ορισμένη για ακρόαση. Των παραπάνω λεχθέντων, συγκεφαλαιώνοντας, είναι σαφές, ότι η υπό κρίση αίτηση, πράγματι καταχωρήθηκε, όχι απλώς αδικαιολόγητα, αλλά και τελείως αναιτιολόγητα, καθυστερημένα, 8 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και 7 χρόνια μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, μία, μόλις, μέρα προτού αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης. Και με δεδομένο ότι με αυτή επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών, οι οποίοι, καθ' ομολογία του διευθυντή των εναγόμενων (κατά μια εκδοχή), τους ήταν εξ υπαρχής γνωστοί, ενώ η προσπάθειά τους να αποδώσουν την ευθύνη για τη σημειωθείσα καθυστέρηση, όχι σε κάποιο άλλο δικηγόρο που τους εκπροσωπούσε προηγουμένως, αλλά σε δικηγόρο του γραφείου της κυρίας Λεμονιάτη - η οποία τους εκπροσωπεί από την πρώτη στιγμή μέχρι σήμερα -, έχει πέσει στο κενό. Και με δεδομένο επίσης, ότι, καθώς ήδη έχει κριθεί, δε θεωρώ αναγκαίες τις αιτούμενες τροποποιήσεις, για σκοπούς ορθής, δίκαιης και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, η αίτηση, εν τέλει απολήγει να είναι καταχρηστική. Και βέβαια, ως τέτοια, ως είναι φυσικό, υπόκειται σε απόρριψη. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ- Subject: Civil/Interim (Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης και ανταπαίτησης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο