ANDREAS GEORGIOU & SON RENTALS LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ για του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Αρ. Αγωγής: 878/13, 20/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 878/13 Μεταξύ: ANDREAS GEORGIOU & SON RENTALS LTD Ενάγουσα -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ για του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Εναγόμενη ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος. Ν. Τσιαπαλής Για Εναγόμενη: κος. Στ. Ερωτοκρίτου ---------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα με την Αγωγή της αξιώνει την καταβολή αποζημιώσεων από την Κυπριακή Δημοκρατία λόγω κατακράτησης του οχήματος της, ως τεκμήριο σε ποινική υπόθεση από την 23.12.11 μέχρι την 17.12.
- Η εναγόμενη με την υπεράσπιση της προβάλλει ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, ότι το όχημα παραλήφθηκε νόμιμα από την Αστυνομία ως τεκμήριο και η ενάγουσα δεν δικαιούται στην καταβολή αποζημιώσεων. Κατά την Ακρόαση της υπόθεσης δηλώθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα από τους διαδίκους: «
- Η ενάγουσα μεταξύ άλλων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασχολείτο και με την ενοικίαση αυτοκινήτων.
- Η ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου αρ. εγγραφής XXXX
- Το επίδικο όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο εχρησιμοποιείτο από την ενάγουσα σαν αυτοκίνητο ενοικίασης έναντι αμοιβής.
- Στις 23.12.11 το αναφερόμενο όχημα, παρελήφθη από την Αστυνομία σαν τεκμήριο στα πλαίσια διερεύνησης διάπραξης αδικημάτων από τρίτο πρόσωπο και την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε από την αστυνομία η αίτηση κατακράτησης τεκμηρίων αρ. XXX/
- Μεταξύ των τεκμηρίων περιλαμβανόταν και το επίδικο όχημα.
- Στις 27.12.2011 στα πλαίσια της αίτησης κατακράτησης τεκμηρίων XXX/2011 Ε. Δ. XXXX, εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε η κατακράτηση του αναφερόμενου αυτοκινήτου ως τεκμηρίου μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας που ήταν δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό. Το εν λόγω διάταγμα με οδηγίες του Δικαστηρίου επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 27.12.
- Στις 03.01.2012 καταχωρήθηκε στο Ε. Δ. Πάφου η υπόθεση XX/12 με κατηγορούμενο τον XXXX Θεοφάνους ο οποίος παραπέμφθηκε σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου XXXX.
- Το αναφερόμενο αυτοκίνητο της ενάγουσας κατακρατήθηκε από την εναγόμενη από τις 23.12.2011 μέχρι τις 17.12.2012 οπότε και επιστράφηκε στην ενάγουσα. Συνολικά το επίδικο όχημα κατακρατήθηκε από την Αστυνομία για 360 ημέρες.
- Η ενοικιαστική αξία του επίδικου αυτοκινήτου για ολόκληρη την περίοδο που κατακρατείτο από την εναγόμενη, ανέρχεται σε €12.600 ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε €35 κατά μέσον όρο για κάθε ημέρα». Μετά την κατάθεση και δήλωση των ως άνω παραδεκτών γεγονότων, δεν παρουσιάστηκε άλλη μαρτυρία και κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις από αμφότερες πλευρές υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους. Σημειώνω κατ' αρχάς ότι τα ως άνω παραδεκτά γεγονότα καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση της ενάγουσας. Η ενάγουσα χωρίς να αμφισβητεί τη νομιμότητα της κατακράτησης του επίδικου οχήματος, εδράζει την απαίτηση της εις το άρθρο 23
(2)και
(3)του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει τα εξής: «ΑΡΘΡΟ 23 .....
- Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
- Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου». Το ως άνω άρθρο έτυχε ερμηνείας σε αριθμό υποθέσεων. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις αρ. 740/2011 κ.α. Μαρία Κουτσελίνη - Ιωαννίδου κ.α. ν Κυπριακή Δημοκρατία, Μέσω Γενικού Λογιστηρίου κ.α., αναφέρονται τα εξής: «Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας που διασφαλίζεται από το Άρθρο 23 δεν είναι απόλυτο αλλά καθορίζεται και ρυθμίζεται από σχετικούς νόμους αναφορικά με αστικά δικαιώματα σε περιουσία. Στερήσεις ή περιορισμοί του δικαιώματος αυτού, όμως, δεν μπορούν να επιβληθούν εκτός όπως προβλέπεται από το Άρθρο 23 (Άρθρο 23.2). Η τρίτη παράγραφος του Άρθρου 23 προβλέπει ότι η άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να υποβληθεί, με Νόμο, εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς, απολύτως απαραίτητους προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημόσιας ωφέλειας ή προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Για κάθε τέτοιο όρο, δέσμευση ή περιορισμό, ο οποίος μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία της επηρεαζόμενης ιδιοκτησίας, θα πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, καθοριζόμενη, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό δικαστήριο. ............................... Περιορισμός, όμως, θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 ΑΑΔ 238). Τέτοιος περιορισμός τίθεται με νόμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίος, και στο βαθμό που η ανάγκη τον επιβάλλει (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1992)3 ΑΑΔ 165). Η ανάγκη που επιβάλλει τέτοιο περιορισμό πρέπει να είναι όχι μόνον υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης. Μόνο η διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας ανάγκης και ο προσδιορισμός της φύσης της, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου (Δέστε: Police ν. Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR 63)». Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Αristo Developers Ltd,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377, λεχθήκαν επίσης τα ακόλουθα εν σχέση με το άρθρο 23 του Συντάγματος: «Το Άρθρο προστατεύει και κατοχυρώνει το δικαίωμα στην απόκτηση, κυριότητα, κατοχή, απόλαυση και διάθεση της κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας. Στέρηση ή περιορισμός του δικαιώματος απαγορεύεται εκτός ως προβλέπεται από το ίδιο το Άρθρο και νομοθεσία που θεσπίζεται προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας, της υγείας, των ηθών, της πολεοδομίας και της ανάπτυξης της ιδιοκτησίας με σκοπό την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας. Αυτά κατά την παράγραφο 3, ενώ η παράγραφος 4 επεκτείνεται επεξηγηματικά στη δυνατότητα στέρησης ή περιορισμού της ιδιοκτησίας λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Η παράγραφος 5 προνοεί για τη χρήση της απαλλοτριωθείσας περιουσίας, το χρονικό διάστημα εντός του οποίου ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δέον όπως καταστεί εφικτός και τη ρύθμιση της διαδικασίας επιστροφής του απαλλοτριωθέντος επί τη καταβολή στο επηρεασθέν πρόσωπο του τιμήματος κτήσης. Η παράγραφος 8, αφορά την επίταξη περιουσίας και η παράγραφος 10, τη δυνατότητα αποστέρησης ή περιορισμού βακουφικής ιδιοκτησίας. Η ερμηνεία που έδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ορθή και απόλυτα συμβατή τόσο με τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 9, εξεταζόμενες αυτούσια, όσο και με τις υπόλοιπες διατάξεις του Άρθρου 23, αλλά και των υπολοίπων συνταγματικών διατάξεων που σχετίζονται με το υπό κρίση θέμα. Η γραμματική ερμηνεία όλων των παραγράφων του Άρθρου 23, καθιστά σαφές ότι στόχος του συνταγματικού νομοθέτη ήταν και είναι η καταχώρηση της ιδιοκτησίας ως αναπαλλοτρίωτου ανθρώπινου δικαιώματος. Το δικαίωμα αυτό αποτελεί ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα που βρίσκει την έκφραση του στο ΄Αρθρο 1 του 11ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών του Ανθρώπου. Η δυνατότητα στέρησης ή περιορισμού, υπό το φως της διατράνωσης αυτής της θεμελιώδους ελευθερίας, ενυπάρχει για συγκεκριμένους και πολύ στενά ερμηνευόμενους σκοπούς, που αφορούν στην ουσία και κυρίως, την πολεοδομία και την αναγκαστική απαλλοτρίωση, τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια υγεία και τα δημόσια ήθη». Προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω ότι το δικαίωμα ενός πολίτη επί της κινητής ή ακίνητης περιουσίας του, δύναται να περιοριστεί ή να αποστερηθεί από αυτόν μόνο για τους λόγους τους οποίους προβλέπονται στο άρθρο 23
(3)του Συντάγματος και για κάθε τέτοιο περιορισμό ή αποστέρηση θα πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο αποζημίωση για την ουσιαστική μείωση της οικονομικής αξίας της ιδιοκτησίας αυτής. Είναι παραδεκτό στην προκειμένη περίπτωση ότι η ενάγουσα αποστερήθηκε του οχήματος της για περίοδο 360 ημερών λόγω του ότι αυτό κατακρατείτο μετά από Διαταγή του Δικαστηρίου μέχρι την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας στην ποινική υπόθεση XX/12 η οποία εκδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο XXXX. Συνεπώς, το ότι η ενάγουσα για το διάστημα αυτό είχε στερηθεί κάθε δικαίωμα της επί του οχήματος, είναι δεδομένο, χωρίς όμως να είχε σε οποιοδήποτε στάδιο απωλέσει την κυριότητα της επί του οχήματος αυτού. Το εναπομείναν επίδικο ζήτημα αποτελεί το κατά πόσο υπό τις ως άνω συνθήκες υπό τις οποίες η ενάγουσα στερήθηκε την κατοχή και εκμετάλλευση του οχήματος της, δικαιούται εις την καταβολή αποζημίωσης για ουσιαστική μείωση της οικονομικής αξίας του οχήματος της. Ως προς το ζήτημα αυτό, η πλευρά της υπεράσπισης υποστηρίζει ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται στην καταβολή αποζημιώσεων και ειδικότερα υποστηρίζει ότι η απώλεια χρήσης του οχήματος αλλά και η απώλεια ενοικίων εν σχέση με αυτό, δεν συνιστά ουσιαστική μείωση της οικονομικής αξίας του οχήματος. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, το όχημα της ενάγουσας παραλήφθηκε από την Αστυνομία στις 23.12.11 και στις 27.12.11 στα πλαίσια της αίτησης κατακράτησης τεκμηρίων με αρ. XXX/11 του Ε.Δ. XXXX, εκδόθηκε Διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε η κατακράτηση του οχήματος ως τεκμήριο μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας που ήταν δυνατό να διεξαχθεί. Το Διάταγμα αυτό επιδόθηκε επίσης στην ενάγουσα και ουδέποτε αμφισβητήθηκε ή ζητήθηκε η επιστροφή του οχήματος. Είναι δεδομένο ότι η κατακράτηση του οχήματος, έγινε δυνάμει Νόμου, εφόσον η όλη διαδικασία έκδοσης του Διατάγματος κατακράτησης του οχήματος διέπεται από το άρθρο 32 του Κεφ. 155, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «32.-
(1)Όταν, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, κατασχεθεί οτιδήποτε και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27, το πράγμα αυτό, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου αυτού, δύναται να κατακρατηθεί από τέτοιο πρόσωπο ως ο Δικαστής ήθελε ορίσει, λαμβανόμενης πάντοτε εύλογης φροντίδας για τη διατήρηση του μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό.
(2)Όταν οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας και προσκομίστηκε ενώπιον Δικαστή υπόκειται σε φθορά ή είναι επιβλαβές, το πράγμα αυτό δύναται αμέσως να διατεθεί με τέτοιο τρόπο όπως ο Δικαστής ήθελε ορίσει.
(3)Αν ο Δικαστής είναι της γνώμης ότι οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας δεν απαιτείται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, τότε εκτός αν εξουσιοδοτείται ή υποχρεώνεται από αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο Νόμο να διαθέσει αυτό διαφορετικά, διατάσσει- (α) όπως το πράγμα ή οποιοδήποτε μέρος του επιστραφεί στο πρόσωπο το οποίο φαίνεται στο Δικαστή ότι έχει δικαίωμα σε αυτό και, αν το εν λόγω πρόσωπο είναι ο κατηγορούμενος, όπως επιστραφεί στον ίδιο ή σε τέτοιο άλλο πρόσωπο ως ο κατηγορούμενος ήθελε ορίσει ή (β) όπως το πράγμα αυτό, αν ανήκει στον κατηγορούμενο, ή μέρος αυτού, χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή οποιωνδήποτε εξόδων ή αποζημιώσεων τα οποία ο κατηγορούμενος διατάχτηκε να πληρώσει.» Η Διαταγή του Δικαστηρίου ημερ. 27.12.11 προέβλεπε την κατακράτηση του οχήματος μέχρι την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας. Η Διαταγή μάλιστα αυτή επιδόθηκε στην ενάγουσα η οποία όφειλε να υπακούσει εκτός εάν πετύχαινε σε μια ενδεχόμενη άσκηση Έφεσης κατά της Διαταγής αυτής σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται εις το άρθρο 32Α του Κεφ. 155. Εις το Κεφ. 155 δεν προβλέπεται η καταβολή αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη περιουσίας η οποία κατακρατήθηκε δυνάμει του άρθρου 32, αλλά προβλέπεται η επίδειξη εύλογης φροντίδας για την προστασία του μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση σημειώνω ότι δεν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το όχημα υπέστηκε οποιαδήποτε ζημιά ή φθορά, αλλά η αιτούμενη αποζημίωση αφορά αποκλειστικά την απώλεια ενοικίων του οχήματος για την περίοδο όπου αυτό κατακρατείτο από την εναγομένη. Το άρθρο 23
(3)προβλέπει την καταβολή αποζημίωσης στην συγκεκριμένη περίπτωση όπου υφίσταται ουσιαστική μείωση της οικονομικής αξίας της περιουσίας. Το δικαίωμα αυτό σε αποζημίωση δεν είναι απόλυτο, αλλά εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και κατά πόσο ο περιορισμός στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, είναι τέτοια που παρέχουν το δικαίωμα σε αποζημίωση. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται από τη νομολογία και παραπέμπω στην υπόθεση Nikos Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46, όπου λεχθήκαν τα ακόλουθα: «This issue of whether or not compensation is payable under paragraph 3 of Article 23, depends on the question of fact whether or not the "restrictions or limitations" in this case have been such as to give rise to the right to compensation under paragraph 3 of Article 23». Το ερώτημα που τίθεται στην υπόθεση είναι κατά πόσο, η απώλεια ενοικίων κατά την περίοδο των 360 ημερών όπου το όχημα της ενάγουσας κρατείτο, συνιστά ουσιαστική μείωση της οικονομικής αξίας του οχήματος. Είναι δεδομένο, εφόσον δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, ότι το όχημα της ενάγουσας δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά ενώ αυτό κρατείτο από την Αστυνομία ούτε όμως μειώθηκε η αξία του οχήματος, ήτοι την 23.12.2011 άξιζε ένα Χ ποσό ενώ στις 17.12.2012 η αξία του ανήλθε σε Ψ ποσό. Το είδος της αποζημίωσης καθορίζεται ρητά στο άρθρο 23
(3)του Συντάγματος και αφορά την ουσιαστική μάλιστα μείωση της οικονομικής αξίας ενός περιουσιακού στοιχείου, χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους μιας ενδεχόμενης πρόκλησης ζημιάς, όπως για παράδειγμα απώλεια κέρδους. Τέτοια πρόνοια δεν είναι τυχαία, εφόσον η προβλεπόμενη αποστέρηση του δικαιώματος στην περιουσία γίνεται για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, όπως και στην προκειμένη περίπτωση όπου το άρθρο 32 του Κεφ. 155 προβλέπει για την κατακράτηση περιουσίας ως τεκμηρίου για σκοπούς διεκπεραίωσης ποινικής υπόθεσης. Συνεπώς δεν θα μπορούσε να τεθεί υπέρμετρο βάρος στη Δημοκρατία για να αποζημιώνει κάθε είδους απώλεια και ζημιά, κυρίως κέρδους, εφόσον το δικαίωμα ενός πολίτη στην περιουσία του περιορίζεται για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Εξού και στο άρθρο 32 του Κεφ. 155, προβλέπεται μόνο η επίδειξη εύλογης φροντίδας κατά την κράτηση του περιουσιακού αυτού στοιχείου. Καθοδήγηση για τα πιο πάνω δύναται να αντληθεί και από την υπόθεση Γεωργαλλίδου Kαθλήν και Άλλη ν. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 365, η οποία αν και αφορούσε αποστέρηση ακίνητης περιουσίας, λεχθήκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την έννοια της μείωσης της οικονομικής αξίας περιουσίας: «Επισημαίνουμε δε ότι το Άρθρο 23.3 αναφέρεται ειδικά σε ουσιώδη μείωση της οικονομικής αξίας του κτήματος και όχι ουσιώδη επηρεασμό του από οποιαδήποτε άλλη άποψη (ανάπτυξη, χρήση, ή άλλη) όπως το εξέλαβε η ευπαίδευτη δικαστής. Σίγουρα, η ουσιώδης μείωση της οικονομικής αξίας του κτήματος δεν κρίνεται με αναφορά προς οποιοδήποτε προκαθορισμένο 'λογικό' ποσοστό, όπως το εισηγούμενο 15%, αλλά ούτε και αποκλείεται απλώς και μόνο διότι το υπόλοιπο κτήμα εξακολουθεί να είναι πρόσφορο σε ανάπτυξη. Η ουσιώδης μείωση της οικονομικής αξίας του κτήματος συναρτάται ιδιαίτερα προς την ίδια την αξία της αφαιρούμενης έκτασης και το μέγεθός της σε σχέση με τον ανάλογο επηρεασμό των προοπτικών οικονομικής ανάπτυξης του υπολοίπου κτήματος. Αυτό που μετρά είναι η ίδια η μείωση της οικονομικής αξίας του κτήματος ως εκ της αποτιμούμενης σε χρήμα απώλειας της επηρεαζόμενης έκτασης και του ακόλουθα ανάλογου επηρεασμού των δυνατοτήτων πλήρους ανάπτυξης του κτήματος». (η υπογράμμιση και έμφαση είναι δική μου) Θα πρέπει τέλος να αναφέρω ότι έχω μελετήσει την υπόθεση στην οποία παρέπεμψε η πλευρά της ενάγουσας, Μ.Σ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΛΤΔ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 378/2009 και 386/2009, 10/7/2015. Εκείνη όμως η περίπτωση δεν αφορούσε αξίωση για αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 23
(3)του Συντάγματος, αλλά κατά πόσο η άξια προστασίας περιουσία των εφεσειουσών μειώθηκε σε αξία, εξ αιτίας της αμέλειας και ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Δημοκρατίας. Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν καταλογίζεται στη Δημοκρατία αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος. Στην ως άνω υπόθεση, λέχθηκε επίσης ότι: «Στη βάση της νομολογίας που καθιέρωσε το ΕΔΑΔ, η προστασία παρέχεται στα ήδη υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία και δεν διασφαλίζει δικαίωμα στην απόκτηση περιουσίας, (Marckx v. Belgium Appl. No. 6833/74, ημερ. 13.6.1979)». Όπως και στην προκειμένη περίπτωση, η ενοικιαστική αξία του οχήματος αφορούσε το δικαίωμα της ενάγουσας στην απόκτηση τέτοιας περιουσίας και δεν αφορούσε υπάρχον κατά τον ουσιώδη χρόνο περιουσιακό της στοιχείο. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι το όχημα της υπέστη ουσιώδη μείωση στην οικονομική του αξία λόγω της κατακράτησης του από την Αστυνομία όπως απέτυχε να πείσει το Δικαστήριο ότι η απώλεια ενοικίων για την περίοδο όπου αυτό εκρατείτο, συνιστά ουσιώδη μείωση της οικονομικής του αξίας. Συνεπώς, η Αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον της ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο