ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΘΕΟΦΑΝΗΣ Χ'' ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΛΤΔ (υπό Διαχείριση), μέσω του διαχειριστή παραλήπτη Βασιλείου κ.α., Aρ. Αγωγής: 467/19, 27/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 467/19 Μεταξύ: xxxxx xxxxx ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγουσα και ΘΕΟΦΑΝΗΣ Χ'' ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΛΤΔ (υπό Διαχείριση), μέσω του διαχειριστή παραλήπτη xxxxx Βασιλείου Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενων ------------------- Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 26.8.2019 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27.1.2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Στεφάνου, για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους 1 - καθ' ων η αίτηση: κ. Δημητρίου, για ΠΑΝΑΓΟΣ & ΠΑΝΑΓΟΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, με την αγωγή της - η οποία καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα - αξιώνει εναντίον των εναγόμενων 1 και 2: πρώτο, διάταγμα ότι είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια του σπιτιού (στο εξής «επίδικη οικία») που βρίσκεται επί συγκεκριμένου ακινήτου στον Άγιο Θεόδωρο στην Πάφο (στο εξής «επίδικο ακίνητο»), δεύτερο, διάταγμα που να διατάσσει τη μεταβίβαση και εγγραφή της επίδικης οικίας επ' ονόματί της, ελεύθερης από οποιαδήποτε εμπράγματη επιβάρυνση και τρίτο, διάταγμα ότι το ιδιοκτησιακό δικαίωμά της προηγείται οποιουδήποτε δικαιώματος των εναγόμενων
- Επιπλέον ζητά οποιαδήποτε άλλη δήλωση, θεραπεία και απόφαση, δίκαια και εύλογη υπό τις περιστάσεις και/ή σύμφωνη με τους κανόνες επιείκειας. Η ενάγουσα, με την υπό κρίση αίτηση ζητά προσωρινό διάταγμα που ν' απαγορεύει στους εναγόμενους 1 και/ή στον παραλήπτη/διαχειριστή τους, xxxxx Βασιλείου και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους του, χωρίς την άδειά της, να εισέρχονται ή και να αλλάξουν τις κλειδαριές ή και να ενοχλήσουν/παρεμβαίνουν στο δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης και χρήσης ή και να λάβουν με οποιοδήποτε τρόπο κατοχή της επίδικης οικίας μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 90, 93, 97, 337, 338 και 340 - 344 του περί Εταιρειών Νόμου, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 7 και 8, στα Άρθρα 23, 28, 30, 35, 82 και 144 του Συντάγματος, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο κοινοδίκαιο και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Η ουσία της μαρτυρίας της έγκειται στα εξής: Ο πρώην σύζυγός της, xxxxx Χ'' Παναγιώτου είναι διευθυντής και μέτοχος των εναγόμενων
- Οι τελευταίοι φαίνονται ιδιοκτήτες ολόκληρου του επίδικου ακινήτου, επί του οποίου είναι κτισμένη - με δικά της χρήματα - και η επίδικη οικία, στην οποία διαμένει με τα παιδιά της. Η συνεισφορά της δεν περιορίζεται σ' αυτό. Επιπλέον εργαζόταν στους εναγόμενους 1 από το 1993, χωρίς μισθό, ούτως ώστε να μπορέσουν να ορθοποδήσουν. Ο πρώην σύζυγός της και οι εναγόμενοι 1, αναγνωρίζοντας τα πιο πάνω και την όλη συνεισφορά της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με τη γραπτή συμφωνία, ημερομηνίας 21/3/2009 (τεκμήριο 7, στην ένορκη δήλωσή της), αναλάμβαναν την υποχρέωση έκδοσης ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για την επίδικη οικία, την οποία οφείλουν να μεταβιβάσουν επ' ονόματί της, χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση. Η εν λόγω συμφωνία προϋπήρχε της υποθήκης που παραχωρήθηκε εκ των υστέρων επί του επίδικου ακινήτου στο οποίο βρίσκεται η επίδικη οικία καθώς και των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ημερομηνίας 22/10/2010 και 25/2/
- Η τράπεζα (εναγόμενοι 2), στην οποία είναι υποθηκευμένο το επίδικο ακίνητο - ιδιοκτησίας των εναγόμενων 1 - γνώριζε ότι σ' αυτό είναι κτισμένο το σπίτι στο οποίο διαμένει με τα παιδιά της και ότι έχει ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί του επίδικου ακινήτου. Οι εναγόμενοι 1 είναι υπό τη διαχείριση του παραλήπτη/διαχειριστή, xxxxx Βασιλείου, ο οποίος διορίστηκε στις 4/8/
- Αυτός, με επιστολή του, ημερομηνίας 28/3/2019, την καλούσε να του παραδώσει την κατοχή της επίδικης οικίας μέχρι τις 30/6/
- Όταν πήρε την επιστολή επικοινώνησε με τον πρώην σύζυγό της στις 29/3/2019 για να μάθει τι συμβαίνει, ο οποίος την καθησύχασε ότι είχε ήδη αναθέσει το θέμα σε δικηγόρο και ότι είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα την ίδια μέρα εναντίον του Βασιλείου. Στις 18/4/2019 έλαβε και δεύτερη επιστολή (τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωσή της). Επικοινώνησε αμέσως με τους δικηγόρους της για να δει τι έπρεπε να γίνει. Όπως της εξηγεί η δικηγόρος της, πράγματι, στις 29/3/2019 εκδόθηκε διάταγμα που απαγορεύει στο Βασιλείου να προχωρήσει στην πώληση του επίδικου ακινήτου, όμως, αυτό, δεν τον εμποδίζει από το να εισέλθει στην επίδικη οικία ή να επιχειρήσει να λάβει την κατοχή του επίδικου ακινήτου με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Η εκ των δικηγόρων της, Βασιλική Γιατρού, με την επιστολή της προς το Βασιλείου, ημερομηνίας 21/5/2019 (τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωσή της), του κοινοποίησε όλα τα έγγραφα που φαίνεται ότι είναι η πραγματική ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας και του ζήτησε απάντηση αυθημερόν. Διευκρινιστικά να πω ότι η κα Γιατρού, με την τελευταία παράγραφο της εν λόγω επιστολής καλεί το Βασιλείου να σταματήσει να ενοχλεί την πελάτισσά της. Ακολούθως, του ζητά να της απαντήσει μέχρι το απόγευμα της ίδιας μέρα, υποδεικνύοντάς του, ότι σε αντίθετη περίπτωση, θα προχωρούσαν στη λήψη των αναγκαίων μέτρων προστασίας των δικαιωμάτων της ενάγουσας, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ειδοποίηση. Η εν λόγω επιστολή δεν έτυχε απάντησης. Όπως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, ο Βασιλείου δεν μπορεί να λάβει την κατοχή της επίδικης οικίας, μιας και της ανήκει εξ ολοκλήρου, αφού έχει αναγερθεί με δικά της χρήματα και επιπλέον εργαζόταν στους εναγόμενους 1, χωρίς μισθό. Και όχι μόνο αυτό. Υπάρχει και η ρητή συμφωνία, ημερομηνίας 21/3/2009 ότι έχει ιδιοκτησιακό δικαίωμα πάνω στην επίδικη οικία και δικαίωμα κατοχής και χρήσης. Το δικαίωμά της πάνω στην επίδικη οικία προηγείται οποιουδήποτε δικαιώματος των εναγόμενων 1, αλλά και των εναγόμενων 2, οι οποίοι, ενώ γνώριζαν για το δικαίωμά της ή όφειλαν να είχαν διερευνήσει το ζήτημα, δεν το έπραξαν και ουδέποτε ζήτησαν τη συγκατάθεσή της για την υποθήκευση του επίδικου ακινήτου. Είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, γιατί έχει παρέλθει η προθεσμία που της έχει θέσει ο Βασιλείου για παράδοση της επίδικης οικίας, στις 30/6/
- Φοβάται ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να επιχειρήσει να εισέλθει στο σπίτι, να αλλάξει τις κλειδαριές ή ακόμη να επιχειρήσει να μπει με μπράβους μέσα και να βγάλει την ίδια και τα παιδία της έξω. Κατοικεί στην επίδικη οικία από το 2001 που έχει κτιστεί, δηλαδή εδώ και 18 χρόνια. Είναι το σπίτι που έχει μεγαλώσει τα παιδιά της και δεν μπορεί να το εγκαταλείψει έτσι. Ούτε και μπορεί να ζει συνέχεια μέσα στο φόβο ότι κάποιος μπορεί να μπει μέσα στο σπίτι της και να επιχειρήσει να τη βγάλει έξω με τη βία. Το σπίτι αυτό, της ανήκει δικαιωματικά, ως εκ της συνεισφοράς της, αλλά και στη βάση της συμφωνίας που έχουν κάνει με τον πρώην σύζυγό της και τους εναγόμενους
- Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, άμεσα, η ζημιά που θα υποστεί θα είναι ανεπανόρθωτη. Με την υπό κρίση αίτηση, θέλει να εξασφαλίσει το αντικείμενο της αγωγής, αφού το μόνο που ζητά με την αγωγή είναι να προστατεύσει τα δικαιώματά της, επί της επίδικης οικίας. Σε περίπτωση που τα διατάγματα δεν εκδοθούν άμεσα, τότε η παρούσα αγωγή, θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Θα παραβλαφτούν τα δικαιώματά της στην ιδιοκτησία και στην ιδιωτική ζωή, αφού από τις προθέσεις του παραλήπτη/διαχειριστή και τη θέση του ότι η επίδικη οικία ανήκει στους εναγόμενους 1 και πρέπει να περιέλθει στη διαχείρησή του, μπορεί να επιχειρήσει να εισέλθει σ' αυτή, όπως έχει ενημερωθεί ότι έχει πράξει σε άλλες περιπτώσεις όπου αρνήθηκαν να του παραδώσουν την περιουσία της εταιρείας. Ζει μέσα σε συνεχές άγχος και φόβο ότι κάποιος ξένος θα επιχειρήσει με μπράβους να μπει μέσα στο σπίτι της για να την ξεσπιτώσει και θα βρεθεί στο δρόμο, όταν οι εναγόμενοι 1 έχουν ήδη συμφωνήσει ότι έχει δικαίωμα κατοχής, χρήσης και ιδιοκτησίας επί της επίδικης οικίας, που προηγείται του δικαιώματος των εναγόμενων 1, αλλά και των εναγόμενων 2, γεγονός που δεν μπορεί να ανατρέψει ο παραλήπτης διαχειριστής. Καμιά χρηματική αποζημίωση δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή αποζημίωση για το άγχος με το οποίο ζει καθημερινά ή το σοκ, του να επιχειρεί κάποιος ξένος να μπει με τη βία στο σπίτι σου για να αποκτήσει κατοχή και να σε αναγκάζει να το εγκαταλείψεις. Με την παρούσα αίτηση ζητά όπως το Δικαστήριο επέμβει δυναμικά και αποτελεσματικά, ούτως ώστε να διατηρηθεί η παρούσα κατάσταση πραγμάτων, ούτως ώστε η παρούσα αγωγή, να μην καταστεί άνευ αντικειμένου. Οι εναγόμενοι 1 - εναντίον των οποίων στρέφεται η αίτηση - καταχώρησαν μέσω του παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας τους, ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 13 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας τους, xxxxx Βασιλείου. Οι κύριες θέσεις του μάρτυρα - σύμφωνα με αυτή - είναι οι εξής: Κατόπιν αποστολής ειδοποίησης απαίτησης από τους εναγόμενους 2 προς τους εναγόμενους 1, για καταβολή του ποσού των €2.143.821,00, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης, οι πρώτοι το διόρισαν παραλήπτη/διαχειριστή, ολόκληρης της περιουσίας/ενεργητικού των δεύτερων, βάσει των όρων των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ημερομηνίας 8/2/2006, 31/8/2007, 25/2/2010 και 22/10/
- Ο διορισμός του ισχύει από τις 4/8/
- Παραδέχεται ότι οι εναγόμενοι 1 είναι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, επί του οποίου έχουν ανεγερθεί μια φρουταρία, εμπορικό κέντρο και η επίδικη οικία, η οποία κατέχεται από κάποια κυρία xxxxx. Λαμβάνει νομική συμβουλή, ότι η έγκριση του αιτούμενου διατάγματος, πραγματικά τον εμποδίζει να συνεχίσει και να ολοκληρώσει τη διαχείριση, καθότι δε θα μπορεί να πουλήσει και/ή να αξιοποιήσει το επίδικο ακίνητο ή να διαχειριστεί την περιουσία των εναγόμενων 1, από τη στιγμή που θα του απαγορεύεται η καθ' οιονδήποτε τρόπο επέμβαση επί μέρους αυτού, σκοπό τον οποίο θεωρεί ότι επιδιώκει η ενάγουσα, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα, προφανώς σε συνεννόηση με το xxxxx Χατζηπαναγιώτου. Το πρόσωπο που υπόγραψε εκ μέρους των εναγόμενων 1, το κατ' ισχυρισμό της ενάγουσας, συμφωνητικό έγγραφο είναι ο xxxxx Χατζηπαναγιώτου, μέτοχος μειοψηφίας στην εταιρεία, καθότι, μέτοχος πλειοψηφίας είναι ο αδελφός του, xxxxx Χατζηπαναγιώτου. Επιπρόσθετα, με την επιστολή του, ημερομηνίας 18/10/2019, παρότι θεωρεί ότι οι εναγόμενοι 1 δε δεσμεύονται από τη συμφωνία, στο βαθμό που αφορά τους εναγόμενους 1, την τερμάτισε. Ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου είναι οι εναγόμενοι 1 και η ενάγουσα, σε καμιά περίπτωση δύναται να έχει περισσότερα δικαιώματα από αυτούς. Απορρίπτει τον ισχυρισμό της, ότι η επίδικη οικία κτίστηκε με δικά της χρήματα. Ο xxxxx Χατζηπαναγιώτου, καμιά εξουσιοδότηση είχε για να μπορεί να υπογράψει το κατ' ισχυρισμό της ενάγουσας, συμφωνητικό έγγραφο, ημερομηνίας 21/3/2009, το οποίο, δεν έχει χαρτοσημανθεί ως προνοείται στη σχετική νομοθεσία και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Η ενάγουσα φαίνεται να προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο, αφού στις παραγράφους 16 και 18 της ένορκης δήλωσής της προβαίνει σε διάφορες αναφορές και σχόλια προς το άτομό του, οι οποίες, πέραν του ότι είναι ψευδείς και ανυπόστατες, μοναδικό σκοπό έχουν τη δημιουργία εντυπώσεων ώστε να επιτευχθεί η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η λήψη κατοχής και γενικότερα η διαχείριση της περιουσίας των εναγόμενων 1 εμπίπτει εντός των νόμιμων δικαιωμάτων και εξουσιών του, ως παραλήπτη/διαχειριστή, βάσει των όρων των ομολόγων που ο άντρας/πρώην άντρας της ενάγουσας, υπόγραψε. Εξ όσων τον πληροφορεί ο κ. Πανάγος (πρόκειται για το δικηγόρο του), κανένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αποκαλύπτεται και η ενάγουσα δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή της. Από τα όσα ισχυρίζεται, είναι του άντρα/πρώην άντρα της που πρέπει να κινήσει αγωγή. Η ενάγουσα δεν παραθέτει οποιοδήποτε στοιχείο που να φανερώνει ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εκτός κι αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ακόμη όμως και σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο πετύχει στις αξιώσεις της - γεγονός που συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας -, από τη στιγμή που τα ομόλογα του παρέχουν την εξουσία να παραλάβει και να διαχειρίζεται ολόκληρη την περιουσία, επιχείρηση και ενεργητικό των εναγόμενων 1, τυχόν ζημιά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και μάλιστα δύναται να υπολογιστεί με σχετική ευκολία. Επιπλέον, αν υπάρξει ζημιά, τόσο οι εναγόμενοι 2, που αποτελούν το μεγαλύτερο πιστωτικό ίδρυμα της Κύπρου όσο και ο ίδιος, ο οποίος διατηρεί ασφαλιστική κάλυψη για το ποσό του €1.000,000,00 δύνανται να την καλύψουν. Απεναντίας, οι εναγόμενοι 1 και 2 και οι πιστωτές των πρώτων είναι αυτοί που θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της ενάγουσας, καθότι δε θα αφεθεί να εκτελέσει τα καθήκοντά του, τα χρέη και υποχρεώσεις των εναγόμενων 1 θα συνεχίσουν να αυξάνονται και η ενάγουσα θα συνεχίσει να επωφελείται της περιουσίας της, επικαλούμενη όρους συμφωνίας η οποία δεν ισχύει ή δε δύναται να έχει τα έννομα αποτελέσματα που επικαλείται. Ανεπανόρθωτη ζημιά θα υποστεί επίσης και ο ίδιος, καθότι δε θα μπορεί να εκτελέσει τις υποχρεώσεις του απέναντι στον πιστωτή που το διόρισε. Σε συνέχεια των πιο πάνω λαμβάνει νομική συμβουλή, ότι το ισοζύγιο της δικαιοσύνης γέρνει υπέρ της αρνητικής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, καθότι, πέραν όσων ήδη έχει αναφέρει, πρώτο, από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, η ενάγουσα δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να καλύψει τις αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν εναντίον της, αν αποτύχει στην αγωγή και δεύτερο, τυχόν έγκριση του αιτήματός της, οδηγεί στην αναγνώριση δικαιώματός της στην περιουσία των εναγόμενων
- Άρα, εισηγείται ότι το status quo ante bellum πρέπει να διατηρηθεί, δηλαδή πρέπει να αφεθεί να αναλάβει πλήρως τα καθήκοντά του με βάση τα ομόλογα διορισμού του, γεγονός που εισηγείται και έχει νομική συμβουλή είναι η πορεία που εμπεριέχει τους λιγότερους κινδύνους πρόκλησης αδικίας και εξυπηρετεί τη δικαιοσύνη. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Στο πλαίσιό της, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των μερών υπόβαλαν σχετική - γραπτή - αγόρευση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων - έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά, δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση M & Ch Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791: «Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στη απόφασή του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.» Όλες οι παραπάνω αρχές επαναβεβαιώνονται στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερομηνίας 11/9/2019, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.» Τέλος, αναφορικά με το εύλογο και δίκαιο της έκδοσης προσωρινού διατάγματος - το οποίο εξετάζεται σε περίπτωση που κριθεί ότι πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις - θεωρώ καθ' όλα σχετικά όσα ακολουθούν από την υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. ΄Εκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.» Υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, η οποία θα ιδωθεί σε συνάρτηση με όσους από τους λόγους ένστασης σ' αυτή ήθελε κριθεί αναγκαίο να ληφθούν υπόψη. Με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η ενάγουσα, κανένα δικαίωμα και/ή έννομο συμφέρον έχει να προωθεί την υπό κρίση αγωγή και αίτηση. Ειδικότερα, χωρίς περιορισμό, προστίθεται, το κατ' ισχυρισμό συμφωνητικό έγγραφο, ημερομηνίας 21/3/2009 υπογράφεται από κάποια xxxxx xxxxx και όχι από την ενάγουσα. Με το 2ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι δε συντρέχουν οι επιτακτικές προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη συνέχεια. Τέλος, με τον 7ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι το κατ' ισχυρισμό συμφωνητικό έγγραφο, πρώτο, δεν έχει χαρτοσημανθεί κατά παράβαση του περί Χαρτοσήμων Νόμου 19/63, με αποτέλεσμα να μην αποτελεί δεκτό αποδεικτικό στοιχείο και/ή να πρέπει να αγνοηθεί και δεύτερο, υπογράφεται από το xxxxx Χατζηπαναγιώτου, μέτοχο μειοψηφίας των εναγόμενων 1, χωρίς να συνοδεύεται από τις απαραίτητες εταιρικές εγκρίσεις και/ή χωρίς εξουσιοδότηση από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, με αποτέλεσμα, ακόμη κι αν είναι αυθεντικό, να μη δύναται να επιφέρει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα. Οι παραπάνω συναφείς λόγοι ένστασης, είναι σαφές, ότι αφορούν στις δυο πρώτες ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος (σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής). Επειδή κι αυτές είναι συναφείς μεταξύ τους, θα συνεξεταστούν. Στο ερώτημα λοιπόν, εάν η ενάγουσα απέδειξε την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση καθώς και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής της, απαντώ καταφατικά. Η περί αντιθέτου θέση των εναγόμενων 1, για όλους τους λόγους που αναφέρονται από τον παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας τους στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την ένστασή τους στην αίτηση καθώς και στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων δικηγόρων τους, δε με βρίσκει σύμφωνο. Ό,τι αποτελεί αντικείμενο κρίσης και απόφανσης, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση της ενάγουσας για έκδοση προσωρινού διατάγματος και όχι η αγωγή της, επί της ουσίας. Με αυτό δεδομένο, ενώ οι εναγόμενοι 1 έχουν κάθε δικαίωμα να αμφισβητούν τα γεγονότα που επικαλείται η ενάγουσα για σκοπούς στοιχειοθέτησης της αίτησης, δεν μπορούν να το κάνουν υπό μορφή γενικής άρνησης με την ένορκη δήλωση του παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας τους, δίκην δικογράφου, χωρίς να προσκομίζουν οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να καταρρίπτει τις θέσεις και ισχυρισμούς της ενάγουσας, συναφώς με τα γεγονότα που επικαλείται και πολύ περισσότερο, να αναμένουν από το Δικαστήριο να αποδεχτεί τις θέσεις τους και να προβεί σε οριστικά συμπεράσματα, αναφορικά με το νομικό και πραγματικό καθεστώς της υπόθεσης (βλ. τη Γρηγορίου (ανωτέρω)). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί της ενάγουσας - οι οποίοι σε σημαντικό βαθμό υποστηρίζονται και από διάφορα τεκμήρια - θεωρούμενοι ως αληθείς, σε συνδυασμό και με μέρος όσων αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της συναφώς με τη νομική βάση της αγωγής της, κατά τη γνώμη μου αποδεικνύουν στον αναγκαίο βαθμό την ύπαρξη, τόσο σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση όσο και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής: Η ενάγουσα, στον ουσιώδη χρόνο ήταν σύζυγος του xxxxx Χ'' Παναγιώτου, μετόχου και διευθυντή των εναγόμενων
- Το επίδικο ακίνητο είναι ιδιοκτησίας των εναγόμενων 1, ωστόσο, η επίδικη οικία που βρίσκεται σ' αυτό, στην οποία η ενάγουσα διαμένει με τα παιδιά της κτίστηκε εξ ολοκλήρου με δικά της χρήματα (βλ. τα τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, στην ένορκη δήλωσή της τα σχετικά αποδεικτικά). Η ενάγουσα, από το 1993 εργαζόταν στους εναγόμενους 1, χωρίς μισθό προκειμένου αυτοί να ορθοποδήσουν. Ο πρώην σύζυγός της και οι εναγόμενοι 1, αναγνωρίζοντας τα πιο πάνω και ιδίως, ότι η επίδικη οικία κτίστηκε με δικά της χρήματα, ως επίσης, ότι εξαιτίας της συνολικής συνεισφοράς της κατά τη διάρκεια του γάμου της, η επίδικη οικία της ανήκει εξ ολοκλήρου, μετά που είχε χωρίσει με το σύζυγό της, μεταξύ των τριών, στις 21/3/2009 συνάφθηκε η γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 7, στην ένορκη δήλωσή της), η οποία, θα πρέπει να πω ότι διαλαμβάνει - μεταξύ άλλων - τα ακόλουθα: Η επίδικη οικία αποτελούσε τη συζυγική κατοικία της ενάγουσας και του Χ'' Παναγιώτου. Ο τελευταίος δηλώνει ότι ουδεμία αξίωση έχει επί της συζυγικής κατοικίας η οποία αποκτήθηκε διαρκούντος του γάμου καθώς και του εξοπλισμού της. Επειδή η επίδικη οικία βρίσκεται εντός δυο τεμαχίων, ιδιοκτησίας του συζύγου της ενάγουσας το ένα και των εναγόμενων 1, το άλλο, ο σύζυγος της ενάγουσας και οι εναγόμενοι 1 αναλαμβάνουν να μεταβιβάσουν επ' ονόματι της ενάγουσας την επίδικη οικία, μόλις εκδοθούν οι τίτλοι. Ο σύζυγος της ενάγουσας, θα συνεχίσει να πληρώνει τις δόσεις στους εναγόμενους 2, για πλήρη εξόφληση του δανείου που αφορά στην επίδικη οικία, ώστε να τη μεταβιβάσει επ' ονόματι της ενάγουσας, ελεύθερη από κάθε εμπράγματο βάρος, μόλις εκδοθούν οι τίτλοι. Επειδή με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η εν λόγω συμφωνία υπογράφεται από κάποια xxxxx xxxxx και όχι από την ενάγουσα, η θέση μου είναι η εξής: Αφ' ης στιγμής αποτελεί θέση της ενάγουσας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο υπογράφτηκε από την ίδια, η περί αντιθέτου γενική, αόριστη και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης θέση των εναγόμενων 1, στο παρόν στάδιο, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και τούτο, επειδή - για να επαναλάβω -, το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. την Γρηγορίου (ανωτέρω)). Πολύ περισσότερο, που το υπό αναφορά έγγραφο φέρεται να έχει υπογραφεί από τη xxxxx xxxxx και η ενάγουσα ονομάζεται xxxxx xxxxx Γεωργίου. Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι 1 που αμφισβητούν ότι το συγκεκριμένο έγγραφο υπογράφτηκε από την ενάγουσα και ισχυρίζονται ότι υπογράφτηκε από κάποια xxxxx xxxxx, καλό θα ήταν να μας έλεγαν και ποια είναι η αυτή, η οποία στο έγγραφο αναφέρεται και ως σύζυγος του xxxxx Χ'' Παναγιώτου, που δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους 1 ότι είναι ο πρώην σύζυγος της ενάγουσας. Αναφορικά τώρα με τον 7ο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται για το ίδιο έγγραφο ότι, πρώτο, κατά παράβαση του περί Χαρτοσήμων Νόμου 19/63, δεν έχει χαρτοσημανθεί, με αποτέλεσμα να μην αποτελεί δεκτό αποδεικτικό στοιχείο και/ή να πρέπει να αγνοηθεί και δεύτερο, υπογράφεται από το Σπύρο Χατζηπαναγιώτου, μέτοχο μειοψηφίας των εναγόμενων 1, χωρίς να συνοδεύεται από τις απαραίτητες εταιρικές εγκρίσεις και/ή χωρίς εξουσιοδότηση από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, με αποτέλεσμα ακόμη κι αν είναι αυθεντικό, να μη δύναται να επιφέρει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα, απαντώ ως εξής: Καταρχήν, για να μην επαναλάβω το ίδιο απόσπασμα από τη Γρηγορίου (ανωτέρω), περιορίζομαι να πω απλώς ότι ισχύει και πάλι. Απ' εκεί και πέρα, αναφορικά με το πρώτο, δε συμφωνώ με τους εναγόμενους, ότι επειδή το επίμαχο έγγραφο - συμφωνία δεν έχει χαρτοσημανθεί, δεν μπορεί να αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο είτε ακόμη, ότι πρέπει να αγνοηθεί. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 35 και 36 του περί Χαρτοσήμων Νόμου 19/63 είναι σαφές, ότι έγγραφο το οποίο υπόκειται σε χαρτοσήμανση και προσκομίζεται ως αποδεικτικό στοιχείο σε δικαστική διαδικασία, χωρίς να έχει χαρτοσημανθεί, μπορεί να γίνει αποδεκτό, νοουμένου ότι θα χαρτοσημανθεί δεόντως εντός της σχετικής, προς τούτο, προθεσμίας, που θα τάξει το Δικαστήριο. Όμως, επειδή οι εναγόμενοι 1, οι οποίοι εγείρουν το συγκεκριμένο λόγο ένστασης, ουσιαστικά, ως λόγο απόρριψης της αίτησης, δεν ισχυρίζονται ότι τα 4 ομόλογα επί των οποίων εδράζεται και ο διορισμός του παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας των εναγόμενων 1, χαρτοσημάνθηκαν οποτεδήποτε μα ούτε και προκύπτει κάτι τέτοιο από το περιεχόμενο των ίδιων των ομολόγων, δεν επιθυμώ να δώσω συνέχεια στο θέμα. Αν χρειαστεί, θα ασχοληθώ ξανά με αυτό κατά την ακρόαση της αγωγής. Όλα τα παραπάνω γεγονότα, σε συνδυασμό και με τη θέση της ενάγουσας μέσω της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων της, ότι έχει δημιουργηθεί προς όφελός της, εξυπακουόμενο καταπίστευμα (resulting trust), το οποίο πηγάζει από την ερμηνεία των κανόνων της επιείκειας αποδεικνύουν στον αναγκαίο βαθμό την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής της ενάγουσας. Σύμφωνα πάντοτε με τους δικηγόρους της ενάγουσας, αν και το ακίνητο είναι επ' ονόματι των εναγόμενων 1, πραγματικός δικαιούχος είναι η ενάγουσα. Το καταπίστευμα, προστίθεται, έχει δημιουργηθεί, όταν η ενάγουσα είχε καταβάλει τα χρήματα το 2002 και η ύπαρξή του έχει αναγνωριστεί εκ των υστέρων από τους εναγόμενους 1, με την υπογραφή της ρητής συμφωνίας, ημερομηνίας 21/3/
- Ότι η ύπαρξη δεδηλωμένου ή εξυπακουόμενου καταπιστεύματος αποτελεί αναγνωρισμένη βάση αγωγής και περαιτέρω, στην περίπτωση της ενάγουσας, ότι στη βάση των γεγονότων που κατά την ίδια έχει δημιουργηθεί εξυπακουόμενο καταπίστευμα προς όφελός της - νοουμένου ότι αυτά αποδειχτούν κατά την ακρόαση της αγωγής - διαγράφεται η ορατότητα επιτυχίας της αγωγής της, συνάγεται και από τη σχετική νομολογία. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Kληρίδης ν. Σταυρίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 521: «Μια προσεκτική εξέταση της απόφασης Gissing υποδεικνύει ότι τα τρία βασικά θέματα που θα πρέπει να εξετάζονται σε υποθέσεις παρόμοιας φύσης είναι ο χαρακτήρας του δικαιώματος, η ύπαρξη κοινής πρόθεσης και ο καθορισμός της έκτασης του δικαιώματος. Αναφορικά με το χαρακτήρα του δικαιώματος, αν το νομικό δικαίωμα (legal estate) του σπιτιού το έχει ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης (legal owner) τότε η αιτήτρια θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη εξ επαγωγής καταπιστεύματος παρουσιάζοντας μαρτυρία που δείχνει ότι θα ήταν άδικο για τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη να παραμείνει ως ο μόνος νόμιμος ιδιοκτήτης. Η ύπαρξη του εξ επαγωγής καταπιστεύματος προϋποθέτει (
- i)την κοινή πρόθεση για ένα ωφέλιμο συμφέρο, (
- ii)το ότι η αιτήτρια με βάση το ωφέλιμο συμφέρον έχει ενεργήσει σε βάρος των δικών της συμφερόντων. Η απόδειξη της κοινής πρόθεσης μπορεί να βασιστεί πάνω σε άμεση μαρτυρία όπως π.χ. σε κοινή συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ή πάνω σε εξυπακουόμενη κοινή πρόθεση. Μια τέτοια πρόθεση, εφόσον ελλείπει η άμεση μαρτυρία, μπορεί να βασιστεί πάνω στις πράξεις και των δύο μερών ότι θα έχουν ένα κοινό ενδιαφέρον πάνω στο σπίτι ή την περιουσία. Οι συνεισφορές μπορεί να είναι άμεσες όπως π.χ. η καταβολή προκαταβολής για την αγορά του σπιτιού και η πληρωμή των δόσεων της υποθήκης ή έμμεσες όπως π.χ. οποιεσδήποτε ενέργειες που είναι εναντίον των συμφερόντων της συζύγου χωρίς απαραίτητα να αναφέρονται στο σπίτι. Εφόσον αποδειχθεί ότι τα μέρη είχαν κοινή πρόθεση να έχουν ένα ωφέλιμο ενδιαφέρον και το ένα μέρος έχει ενεργήσει εναντίον των συμφερόντων του το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τον καθορισμό της έκτασης του δικαιώματος. (Ίδε απόφαση Sir Nicolas Browne-Wilkinson V.C. στην υπόθεση Grant v. Edwards (πιο πάνω).)» Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Crestar (Overseas) Ltd κ.ά ν. Bισσότσκαγια
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 942: «Όπως σημειώνεται στην απόφαση Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 521, τα εμπιστεύματα (ή καταπιστεύματα) είναι ή Δεδηλωμένα (Express) (όταν δημιουργούνται από τα ίδια τα μέρη) ή Εξυπακουόμενα (Implied) (όταν είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής του Νόμου (trusts arising by operation of the Law). Τα Εξυπακουόμενα εμπιστεύματα είναι τα εξ Επαγωγής (Constructive) ή Καταληκτικά (Resulting). Τόσο τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα (implied) όσο και τα καταληκτικά (resulting trusts) βασίζονται πάνω στη μη εκφρασθείσα αλλά εξυπακουόμενη πρόθεση του προσώπου που προβαίνει στη μεταβίβαση. Τα εμπιστεύματα αυτά καλούνται καταληκτικά (resulting trusts) γιατί το δικαίωμα εκμετάλλευσης του (beneficial interest) επανέρχεται (results) στο πρόσωπο που είχε προβεί στη μεταβίβαση. Όταν εξετάζεται η ύπαρξη του εξ επαγωγής εμπιστεύματος, οι πράξεις και οι δηλώσεις των ενδιαφερομένων πριν, κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του και ευθύς μετά τη δημιουργία του εμπιστεύματος συνιστούν μέρος της συναλλαγής και μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Όμως συνακόλουθες πράξεις και δηλώσεις είναι αποδεκτές μόνο όταν στρέφονται εναντίον των συμφερόντων του δηλούντος και όχι όταν γίνονται προς όφελός του. (Βλ. Snell's "Principles of Equity", 25η έκδοση, 162). Στο σύγγραμμα του Philip H. Pettit, Equity and the Law of Trusts (Έκδοση 1974, σελ. 103), σημειώνεται ότι όταν αγοράζεται μια περιουσία και μεταβιβάζεται στο όνομα ενός τρίτου προσώπου, το τρίτο πρόσωπο καθίσταται εμπιστευματοδόχος εκείνου που αγοράζει την περιουσία. Όμως μπορεί να παρουσιαστεί μαρτυρία, ακόμα και προφορική, ότι η πρόθεση του προσώπου που αγόρασε την περιουσία ήταν η μεταβίβαση κάποιου δικαιώματος στο πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση.» Ούτε και μου διαφεύγει ότι αυτό που στην ουσία ζητά η ενάγουσα με την αγωγή της, είναι να καταστεί ιδιοκτήτρια δυνάμει τίτλου, της επίδικης οικίας. Για να συνεχίσω, στο ερώτημα, κατά πόσο έχει αποδειχθεί η ύπαρξη πιθανότητας η ενάγουσα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, απαντώ και πάλι καταφατικά. Σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, δεδομένων όσων ακολουθούν, θεωρώ ότι η ζημιά που θα υποστεί η ενάγουσα θα είναι τέτοια, που σε καμιά περίπτωση θα μπορεί είτε να αποτιμηθεί είτε να αποκατασταθεί με χρήμα: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η επίδικη οικία αποτελεί την κατοικία της ενάγουσας, στην οποία διαμένει μαζί με τα παιδιά της. Με την υπό κρίση αίτηση, ζητά διάταγμα που ν' απαγορεύει στον παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας των εναγόμενων 1 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους του, χωρίς την άδειά της, να εισέρχονται στην επίδικη οικία και/ή αλλάξουν τις κλειδαριές της και/ή να ενοχλήσουν/παρεμβαίνουν στο δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης και χρήσης της επίδικης οικίας και/ή να λάβουν με οποιοδήποτε τρόπο την κατοχή της, μέχρι και την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, με την οποία - για να επαναλάβω - ζητά : πρώτο, διάταγμα ότι είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας, δεύτερο, διάταγμα που να διατάσσει τη μεταβίβαση και εγγραφή της επ' ονόματί της, ελεύθερης από οποιαδήποτε εμπράγματη επιβάρυνση και τρίτο, διάταγμα ότι το ιδιοκτησιακό δικαίωμά της επί της επίδικης οικίας προηγείται οποιουδήποτε δικαιώματος των εναγόμενων
- Με όλα αυτά δεδομένα, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, είναι φανερό, ότι ο παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας των εναγόμενων 1, στους οποίους ανήκει δυνάμει τίτλου η επίδικη οικία, ο οποίος εναντιώνεται τόσο σφόδρα στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δε διστάσει να επιχειρήσει ανά πάσα στιγμή να εκδιώξει την ενάγουσα από την επίδικη οικία, ακόμη και διά της βίας, δηλαδή παράνομα, χωρίς την έκδοση σχετικού δικαστικού διατάγματος, με όλα τα αρνητικά συνεπακόλουθα. Προς τούτο συνηγορούν - μεταξύ άλλων - τα εξής: Καταρχήν, ο 2ος λόγος ένστασης, υπό (γ), με τον οποίο υποβάλλεται ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να εμποδίζει και/ή να απαιτεί από τον παραλήπτη/διαχειριστή να εκτελεί τα καθήκοντά του και/ή εξασκεί τις εξουσίες του και/ή να διαχειρίζεται περιουσία που ανήκει στην εταιρεία. Ακολούθως, ο 8ος λόγος ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ο παραλήπτης/διαχειριστής αποστερείται του εκ του νόμου απορρέοντος δικαιώματός του να προχωρήσει άμεσα και/ή χωρίς καθυστέρηση, με την παραλαβή και διαχείριση της περιουσίας της εταιρείας. Τέλος, ο 10ος λόγος ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι το αιτούμενο διάταγμα διαφοροποιεί το status quo και/ή αποτελεί καταπάτηση των νόμιμων δικαιωμάτων του παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της εταιρείας, ο οποίος διορίστηκε καθόλα νόμιμα και έχει συγκεκριμένες ευθύνες και/ή κάθε δικαίωμα στη βάση των ομολόγων, να κατέχει και/ή να διαχειρίζεται απρόσκοπτα την περιουσία της εταιρείας. Προστίθενται και οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας των εναγόμενων 1, από την ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την ένσταση των εναγόμενων 1 στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος: Λαμβάνει νομική συμβουλή, ότι η έγκριση του αιτούμενου διατάγματος, πραγματικά τον εμποδίζει να συνεχίσει και ολοκληρώσει τη διαχείριση, καθότι δε θα μπορεί να πουλήσει και/ή να αξιοποιήσει το ακίνητο ή να διαχειριστεί την περιουσία της εταιρείας, από τη στιγμή που θα του απαγορεύεται η καθ' οιονδήποτε τρόπο επέμβαση, επί μέρους αυτού, σκοπό τον επιδιώκει η ενάγουσα, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα. Η εσφαλμένη λοιπόν νομική συμβουλή που έλαβε ο παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας των εναγόμενων 1, ότι, ουσιαστικά έχει το δικαίωμα να επέμβει επί της επίδικης οικίας για να μπορεί να την πουλήσει και/ή αξιοποιήσει, ακόμη και χωρίς την έκδοση δικαστικού διατάγματος που να επιτρέπει οτιδήποτε από αυτά, διαγράφει και τη ζημιά που θα υποστεί η ενάγουσα - η οποία ισχυρίζεται ότι η επίδικη οικία καθώς και η κατοχή της, της ανήκουν -, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, η οποία (ζημιά) συμφωνώ μαζί της, ότι θα είναι ανεπανόρθωτη και δεν μπορεί να αποκατασταθεί με χρήμα. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που ο παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας των εναγόμενων 1 επιχειρήσει να ανακτήσει και κυρίως, ανακτήσει την επίδικη οικία, χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας ή την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος που να επιτρέπει κάτι τέτοιο, η ενάγουσα καθώς και τα παιδία της, από τη μια στιγμή στην άλλη, θα βρεθούν ξαφνικά και ενδεχομένως, βίαια στο δρόμο, με πολύ προβλεπτές, αυτονόητες, αλυσιδωτές και ιδιαίτερα επαχθείς επιπτώσεις - ιδιαίτερα στις μέρες μας -, οι οποίες, κάθε άλλο παρά μπορούν είτε να αποτιμηθούν είτε να αποκατασταθούν με την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης. Αρκεί να πω, ότι σε τέτοια περίπτωση, θα παραβιαστούν κατάφορα τα ακόλουθα θεμελιώδη ανθρώπινα και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της ενάγουσας καθώς και των παιδιών της: του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο διασφαλίζει το Άρθρο 15 του Συντάγματος, του απαραβίαστου της κατοικίας, το οποίο διασφαλίζει το Άρθρο 16 του Συντάγματος και τέλος, της κατοχής και απόλαυσης ακίνητης ιδιοκτησίας και του δικαιώματος απαίτησης σεβασμού του εν λόγω δικαιώματος, το οποίο διασφαλίζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος, που θα πρέπει να πω ότι περιλαμβάνεται και στη νομική βάση της αίτησης. Ειδικά για το τελευταίο δικαίωμα, προστίθενται και τα εξής: δεδομένου ότι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, διασφαλίζει τόσο την κυριότητα, όσο και την κατοχή καθώς και απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας και η ενάγουσα, με την αγωγή της, μεταξύ άλλων ζητά διάταγμα ότι είναι νόμιμη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας καθώς και διάταγμα που να διατάζει τη μεταβίβαση και εγγραφή της στο όνομά της, είναι σαφές, ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, συν τοις άλλοις, η αγωγή, σε σημαντικό βαθμό, θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Αυτό θα συμβεί, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι ο λόγος για τον οποίο ο παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας των εναγόμενων 1, εναντιώνεται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, όπως αναφέρει ενόρκως είναι επειδή - για να επαναλάβω -, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, πραγματικά τον εμποδίζει να συνεχίσει και ολοκληρώσει τη διαχείριση, καθότι δε θα μπορεί να πουλήσει και/ή να αξιοποιήσει το ακίνητο ή να διαχειριστεί την περιουσία της εταιρείας, από τη στιγμή που θα του απαγορεύεται η καθ' οιονδήποτε τρόπο επέμβαση επί μέρους αυτού. Των παραπάνω λεχθέντων θεωρώ ότι η αίτηση μπορεί να πετύχει με δικαιοδοτικό βάθρο, όχι μόνο το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, αλλά, αυτοτελώς και το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Όπως αναφέρεται συναφώς με το συγκεκριμένο άρθρο στην υπόθεση S.A. Constantinou Ltd κ.ά. ν. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 754): «Το Αρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει ή να αρνηθεί να εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα για ακίνητη περιουσία, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. (Βλ. Palestine Plantations Company Ltd. v. Olivier and Co. Ltd., 16 C.L.R. 122). Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση βασίστηκε τόσο στο Αρθρο 4 του Κεφ. 6, όσο και στο Αρθρο 32 του Νόμου 14/
- Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι δεν εξαιρούνται από τις πρόνοιες του Αρθρου 32 του Νόμου 14/60 τα διατάγματα που επιζητούνται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Αρθρου 4 και 5 του Κεφ.
- Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση Παπαστράτης v. Πετρίδη
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, ". Με την εξαίρεση των περιπτώσεων όπου η περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα δυνάμει του Αρθρου 4 του Κεφ. 6, δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Αρθρου 32 του Ν. 14/
- Το Αρθρο 32 του Νόμου 14/60 έχει ευρύτερη εφαρμογή από ότι το Αρθρο 4 του Κεφ. 6 και επομένως όταν εξετάζεται αίτηση δυνάμει του άρθρου αυτού, οι πρόνοιες του Αρθρου 4 αυτόματα λαμβάνονται υπ' όψιν."» Για να καταλήξω, στην προκειμένη περίπτωση, ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης και η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο δεν είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της ενάγουσας, επομένως, ο συγκεκριμένος παράγοντας δεν είναι ο μόνος που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, αλλά και όλα τ' άλλα - μεταβλητά κριτήρια, (βλ. Odysseos, Παπαστράτης και Κυρίσαββα (ανωτέρω)) είναι ολοφάνερο. Δεδομένου ότι πληρούνται και οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ό,τι απομένει να κριθεί είναι κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το διάταγμα. Δε χρειάζεται να αναφερθώ στις επιπτώσεις στην ενάγουσα σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Το έχω ήδη κάνει. Απ' εκεί και πέρα, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας των εναγόμενων 1, δε με βρίσκουν σύμφωνο: Λαμβάνει νομική συμβουλή, ότι και το ισοζύγιο της δικαιοσύνης γέρνει υπέρ της αρνητικής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, καθότι, πέραν των όσων ήδη έχει αναφέρει, πρώτο, από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, η ενάγουσα δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να καλύψει τις αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν εναντίον της, αν αποτύχει στην αγωγή και δεύτερο, τυχόν έγκριση του αιτήματός της, οδηγεί στην αναγνώριση δικαιώματος της ενάγουσας στην περιουσία των εναγόμενων
- Άρα, εισηγείται ότι το status quo ante bellum πρέπει να διατηρηθεί, δηλαδή, πρέπει να αναλάβει πλήρως τα καθήκοντά του με βάση τα ομόλογα διορισμού του, γεγονός που εισηγείται και έχει νομική συμβουλή είναι η πορεία που εμπεριέχει τους λιγότερους κινδύνους πρόκλησης αδικίας και εξυπηρετεί τη δικαιοσύνη. Ακολουθούν τα σχόλιά μου: Καταρχήν, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι τι εννοεί ο μάρτυρας, ισχυριζόμενος ότι η ενάγουσα δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να καλύψει τις αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν εναντίον της, αν αποτύχει στην αγωγή, δεδομένου ότι αυτή ενάγει τους εναγόμενους 1, οι οποίοι, δεν έχω υπόψη μου να έχουν οποιαδήποτε αξίωση εναντίον της, υπό μορφή καταβολής αποζημιώσεων. Ακολούθως, με μόνο λόγο ότι η ενάγουσα κατέχει και χρησιμοποιεί την επίδικη οικία, ουδεμία ανάγκη έχει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος που να της αναγνωρίζει δικαιώματα σ' αυτή, η οποία, για την ώρα αποτελεί ιδιοκτησία των εναγόμενων
- Με αυτό δεδομένο, τέλος, η εισήγηση του μάρτυρα, ότι το status quo ante bellum πρέπει να διατηρηθεί, ενώ είναι ορθή και, αυτό ακριβώς θα γίνει, εντούτοις, αυτό, δεν οδηγεί προς την κατεύθυνση που εισηγείται ο ίδιος, η οποία συνιστά ανατροπή - και όχι διατήρηση - του status quo ante bellum, αλλά, στη διατήρηση της κατοχής καθώς και της χρήσης της επίδικης οικίας από την ενάγουσα και τα παιδιά της, έως ότου κριθεί η αγωγή της, με την οποία επιδιώκει να αποκτήσει και την κυριότητά της. Να πω απλώς, ότι η ενάγουσα, κατά τους ισχυρισμός της, κατέχει και χρησιμοποιεί την επίδικη οικία από το
- Δηλαδή, πολλά χρόνια προτού ο μάρτυρας διοριστεί παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας των εναγόμενων 1 δυνάμει των 4 ομολόγων που οι τελευταίοι εξέδωσαν προς όφελος των εναγόμενων 2, ο οποίος, μόλις στις 9/4/2019 αξίωσε από την ενάγουσα την παραχώρηση της κατοχής της επίδικης οικίας, γεγονός το οποίο ουσιαστικά σήμανε και την «έναρξη του πολέμου» μεταξύ των διαδίκων, καθώς η ενάγουσα, σε λιγότερο από δυο μήνες αργότερα καταχώρησε την παρούσα αγωγή, και ακολούθως, στο πλαίσιό της, την υπό κρίση αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ενώ από τη μια θα διασφαλιστούν όλα τα συνταγματικά δικαιώματα της ενάγουσας που αναφέρονται σε άλλο σημείο πιο πάνω, μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής της, με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος που να την καθιστά, εκτός από κάτοχο και ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας, της οποίας το ιδιοκτησιακό καθεστώς, μέχρι τότε θα παραμείνει αμετάβλητο, από την άλλη, ο παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας των εναγόμενων 1, θα εξακολουθεί να ασκεί πλήρως τις εξουσίες, τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του επί της υπόλοιπης περιουσίας των εναγόμενων 1, με εξαίρεση, προσωρινά, οτιδήποτε θα τον περιορίζει συναφώς με την επίδικη οικία, ως αποτέλεσμα της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι για σκοπούς ορθής και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης προέχει η διατήρηση του υφιστάμενου status quo της επίδικης οικίας, το οποίο, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα ανατραπεί δραματικά σε βάρος της ενάγουσας, σε βαθμό που θα είναι πραγματικά αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Προτού τελειώσω, θα ήθελα να τοποθετηθώ και επί του 5ου λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, καθότι, ουσιαστικά αποσκοπεί στην εκ των υστέρων τροποποίηση του διατάγματος, ημερομηνίας 29/3/2019 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 287/2019, χωρίς να ακολουθεί το ανάλογο και/ή ορθό διάβημα. Ο συγκεκριμένος λόγος είναι γενικός, αόριστος και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης και προφανώς, τα όσα αναφέρονται από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των εναγόμενων 1, στις παραγράφους 62, 63 και 64 της γραπτής αγόρευσής τους, δε λαμβάνονται υπόψη και τούτο, επειδή είναι καλά γνωστό, ότι η αγόρευση του δικηγόρου του διαδίκου, δεν υπέχει θέση μαρτυρίας ούτε ισοδυναμεί με μαρτυρία και προφανώς, ούτε και την υποκαθιστά. Απ' εκεί και πέρα, επί του ισχυρισμού του παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας των εναγόμενων 1, ότι η αγωγή καθώς και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκαν 10 και πλέον χρόνια από την κατ' ισχυρισμό σύναψη του κατ' ισχυρισμό συμφωνητικού εγγράφου, ως επίσης και ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί 2η αίτηση και 3ο παράλληλο μέτρο, που στην ουσία επιδιώκει την επίτευξη του ίδιου στόχου, ήτοι, την αναστολή του διορισμού του και την απενεργοποίηση των όρων των ομολόγων, παρατηρώ τα εξής: το τι ζητά η ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω. Επομένως, δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Αυτό που σίγουρα δε ζητά, είτε τύποις είτε ουσία, είναι την αναστολή του διορισμού του μάρτυρα και πολύ περισσότερο, την απενεργοποίηση των όρων των ομολόγων, δυνάμει των οποίων αυτός διορίστηκε από τους εναγόμενους 2, παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας των εναγόμενων
- Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τα έξοδά της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος των εναγόμενων. Θα είναι δε εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση προσωρινού - απαγορευτικού διατάγματος.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο