CAC CORAL LIMITED (ως υποκατέστησε και αντικατέστησε την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ) ν. Μουµτζή κ.α., Αρ. Αγωγής: 4472/98, 28/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A35 ΣΤΟ EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4472/98 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED (ως υποκατέστησε και αντικατέστησε την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ) Εναγόντων και
- ΧΧΧΧ Μουµτζή
- ΧΧΧΧ Μουµτζή
- ΧΧΧΧ Αθανασίου Εναγομένων Αίτηση έρευνας ημερ. 30.11.2017 Ημερομηνία: 28.2.2020 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Ζυμπουλάκη για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενο 3 - Καθ' ου η αίτηση: κ. Ζαννούπας. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, στον βαθμό που τελικά προωθήθηκε, οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) ζητούν όπως ο Εναγόμενος 3 (στο εξής ο Καθ' ου η αίτηση) εξεταστεί αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση και την ικανότητα του να εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις το οφειλόμενο εξ αποφάσεως χρέος, δυνάμει της απόφασης ημερ. 10.2.1999, ώστε να εκδοθεί εναντίον του σχετικό διάταγμα καθώς και διάταγμα αποκοπής απολαβών. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 12 και 82-91 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 και στην Διαταγή 48 Κ.2, 3, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧΧ Βασιλείου. Ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του. Στα πλαίσια ακρόαση της αίτησης κατέθεσαν ενόρκως η κα Βασιλείου και ο Καθ' ου η αίτηση. Τα όσα ανέφεραν οι πιο πάνω κατά την μαρτυρία τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά λαμβάνονται υπόψην και δεν χρήζουν αναφοράς στο σημείο αυτό. Τα όσα αναφέρουν στις γραπτές αγορεύσεις τους οι συνήγοροι των διαδίκων έχουν μελετηθεί με προσοχή και επίσης λαμβάνονται υπόψην. Σχετική αναφορά θα γίνει στη συνέχεια, εάν και στο μέτρο που αυτό απαιτηθεί. Ιστορικό Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν αλλά και ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά μια παλιά υπόθεση, κρίνεται στο σημείο αυτό σκόπιμο όπως παρατεθεί το ιστορικό της υπόθεσης. Από τον φάκελο της προκύπτουν λοιπόν τα ακόλουθα: · Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.11.1998 από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, ως Εναγόμενου 3 και άλλων δύο προσώπων. · Στις 10.2.1999, κατόπιν αίτησης για απόφαση λόγω μη εμφάνισης των Εναγομένων 1-3, ημερ. 20.1.1999, εκδόθηκε απόφαση εναντίον των τελευταίων. · Στις 4.5.1999 εκδόθηκε ένταλμα εκτέλεσης για πώληση κινητής περιουσίας των Εναγομένων 1, 2 και 3, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 15.10.1999 (για το λόγο ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 στερούνταν κινητής περιουσίας και ο Εναγόμενος 3 εγκατέλειψε την δοθείσα διεύθυνση). · Στις 26.1.2000 κατατέθηκε μέμο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου επί ακίνητης περιουσίας της Εναγόμενης 2 (στο εξής το μέμο). · Στις 30.3.2004 καταχωρήθηκε εναντίον όλων των Εναγομένων αίτηση για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις. Στη βάση της εν λόγω αίτησης εκδόθηκαν στις 7.5.2004, εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, διατάγματα πληρωμής μηνιαίων δόσεων και συγκεκριμένα για τον Εναγόμενο 1 για το ποσό των Λ.Κ.230 και για την Εναγόμενη 2 για το ποσό των Λ.Κ.20, από 1.6.2004 και μετά την 1η ημέρα εκάστου επόμενου μηνός μέχρι εξοφλήσεως. Την ίδια ημέρα η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης εναντίον του Εναγόμενου 3 και απορρίφθηκε. · Στις 2.12.2005 δόθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης. · Στις 9.12.2005 παρατάθηκε για δύο χρόνια η ισχύς του μέμο. · Στις 11.12.2007 παρατάθηκε για άλλα δύο χρόνια η ισχύς του μέμο. · Στις 10.11.2009 παρατάθηκε για άλλα δύο χρόνια η ισχύς του μέμο. · Στις 14.11.2011 δόθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης. · Στις 25.11.2011 παρατάθηκε για άλλα δύο χρόνια η ισχύς του μέμο. · Στις 18.11.2013 δόθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Την ίδια μέρα παρατάθηκε για άλλα δύο χρόνια η ισχύς του μέμο. · Στις 11.1.2013 δόθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης. · Την 1.1.2016 παρατάθηκε για δέκα χρόνια η ισχύς του μέμο. · Στις 30.11.2017 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση εναντίον των Εναγομένων 2 και
- · Στις 20.12.2017 ο Εναγόμενος 3 καταχώρησε αίτηση για ακύρωση της απόφασης ημερ. 11.1.2016 για άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Την ίδια ημέρα καταχώρησε και μονομερή αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της πιο πάνω αίτησης. Η μονομερής αίτηση διατάχθηκε όπως επιδοθεί. · Ο Εναγόμενος 3 καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση στις 28.3.
- · Στην υπό κρίση αίτηση εμφανίσθηκε και η Εναγόμενη 2 και καταχώρησε ένσταση στις 7.6.
- · Οι Ενάγοντες καταχώρησαν ενστάσεις στις αιτήσεις που καταχώρησε ο Εναγόμενος
- · Στις 28.9.2018 επιφυλάχθηκε απόφαση στην αίτηση ακύρωσης της απόφασης για άδεια εκτέλεσης και οι άλλες δύο αιτήσεις ορίσθηκαν εκ νέου για οδηγίες. · Στις 26.10.2018 εκδόθηκε απόφαση επί της πιο πάνω αίτησης, με την οποία αυτή απορρίφθηκε. · Την ίδια ημέρα η υπό κρίση και η άλλη αίτηση ορίσθηκαν για οδηγίες στις 21.11.
- · Στις 21.11.2018 η υπό κρίση αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 20.3.2019 και παρέμεινε για ακρόαση η άλλη αίτηση στις 10.12.
- Στην συνέχεια η τελευταία αίτηση ορίσθηκε στις 18.1.2019, στις 6.3.2019 και στις 20.3.
- · Στις 20.3.2019 αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα η υπό κρίση αίτηση όσον αφορά την Εναγόμενη
- Για την εν λόγω αίτηση καθώς και για την άλλη ο Εναγόμενος 3 έκανε πρόταση διευθέτησης. Έτσι οι αιτήσεις ορίσθηκαν για ακρόαση στις 19.4.2019 και μετά λόγω απουσίας του Δικαστηρίου στις 24.4.
- Στην συνέχεια η άλλη αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 9.5.2019 και η υπό κρίση στις 12.6.
- · Στις 9.5.2019 επιφυλάχθηκε η απόφαση στην άλλη αίτηση. · Στις 30.5.2019 εκδόθηκε η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση εκείνη. · Στις 12.6.2019 η υπό κρίση αίτηση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου και ορίσθηκε για ακρόαση στις 17.10.
- · Στις 17.10.2019 ο συνήγορος του Εναγόμενου 3 ήγειρε διάφορα θέματα σε σχέση με το ποιοι είναι πλέον οι Αιτητές, εάν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα και εάν τους εκπροσωπούν οι δικηγόροι που εμφανίζονται αλλά και το κατά πόσο υπάρχει οφειλόμενο ποσό καθότι έγινε μια πληρωμή €12.
- Έτσι δόθηκε χρόνος για να προσέλθει μάρτυρας των Αιτητών για το θέμα του χρέους και η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 7.11.
- · Στις 7.11.2019 της αίτησης επιλήφθηκε Δικαστήριο με άλλη σύνθεση και επειδή τέθηκε από τον συνήγορο του Εναγόμενου 3 θέμα ότι δόθηκαν από το προηγούμενο Δικαστήριο οδηγίες για την διαδικασία που θα ακολουθηθεί, το Δικαστήριο, ενόψει του ότι το πρακτικό ημερ. 17.10.2019 ήταν στενογραφημένο και δεν ήταν δυνατό να λάβει γνώση του περιεχομένου του την ίδια ημέρα αφού ήταν και πολυσέλιδο, όρισε την αίτηση για οδηγίες στις 27.11.2019 και έδωσε οδηγίες αποστενογράφησης του πρακτικού. · Στις 27.11.2019 αφού το Δικαστήριο μελέτησε το πρακτικό ημερ. 17.10.2019 και άκουσε τους συνηγόρους των διαδίκων, καθόρισε ως προς την διαδικασία ότι, πέραν της αντεξέτασης του Εναγόμενου 3, θα έπρεπε οι Αιτητές να καλέσουν μάρτυρα αναφορικά με το ύψος του οφειλόμενου χρέους. Μετά από αυτό η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 15.1.
- · Στις 15.1.2020 ακούσθηκε η μαρτυρία της κας ΧΧΧΧ Βασιλείου αναφορικά με το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους, άρχισε η αντεξέταση του Εναγόμενου 3 αναφορικά με τις οικονομικές του περιστάσεις, ως έχουν κατά τον παρόντα χρόνο και δόθηκε νέα ημερομηνία με σκοπό ο τελευταίος να προσκομίσει κάποια σχετικά έγγραφα. Η αντεξέταση του συνεχίσθηκε στις 23.1.2020 αλλά και πάλι δεν ολοκληρώθηκε καθότι δεν έφερε όλα έγγραφα που αφορούσαν την οικονομική του κατάσταση. Η αντεξέταση του περατώθηκε τελικά στις 30.1.2020 και μετά οι συνήγοροι ζήτησαν χρόνο για γραπτές αγορεύσεις. Έτσι αυτή ορίσθηκε στις 14.2.2020 οπότε και επιφυλάχθηκε η παρούσα. Νομική πτυχή Η διαδικασία που αφορά την εξέταση αίτησης όπως η παρούσα προβλέπεται στα Μέρη VIII και IX του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Ο σκοπός του Νόμου, ως λέχθηκε και στην Χριστοφόρου ν. Σ.Π.Ε. Ακακίου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 708, είναι η διασφάλιση της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, ύψιστο ζήτημα που αφορά καίρια την απονομή της δικαιοσύνης γιατί αν οι αποφάσεις των Δικαστηρίων δεν εκτελούνται τότε η Δικαιοσύνη θα απονέμεται επί ματαίω. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κεφ. 6, κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων μπορεί να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα μέσα που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και η εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους VIII και η έκδοση σχετικών διαταγμάτων δυνάμει του Μέρους ΙΧ του Νόμου. Το άρθρο 82
(1)(α) του Κεφ. 6 προνοεί ότι όταν χρέος οφειλόμενο δυνάμει απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου παραμένει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει απλήρωτο, ο εξ αποφάσεως πιστωτής μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη αναφορικά με την οικονοµική του κατάσταση µε σκοπό την έκδοση οποιουδήποτε από τα διατάγµατα που αναφέρονται στο Μέρος ΙΧ. Σύμφωνα με το άρθρο 82
(2)στην εν λόγω αίτηση, η οποία ονομάζεται «αίτηση έρευνας», ο εξ αποφάσεως πιστωτής μπορεί να ζητήσει την διεξαγωγή έρευνας και για το πιο πάνω. Σύμφωνα δε με το άρθρο 87 του ίδιου Νόμου το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει, ανάλογα με την περίπτωση, διατάγματα μεταξύ των οποίων και διάταγμα πληρωµής του χρέους µε µηνιαίες δόσεις (άρθρο 87
(1)(Α). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο εκδικάζει τέτοιες αιτήσεις, πέραν από τα όσα προκύπτουν από τις πρόνοιες του Μέρους VIII του Κεφ. 6, έχουν τεθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου. Από αυτές προκύπτουν τα ακόλουθα: · Η διαδικασία της εξέτασης του οφειλέτη χρέους με βάση το Μέρος VIII του Κεφ. 6 έχει ουσιαστικά ανακριτικό - εξεταστικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην παροχή ευχέρειας στο Δικαστήριο, μετά την διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας σχετικά με τα οικονομικά μέσα που διαθέτει ο χρεώστης, να κρίνει κατά πόσον ο τελευταίος έχει την ικανότητα να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με δόσεις. Εστιάζεται δηλ. στην διαπίστωση των πόρων και μέσων του χρεώστη (βλ. Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 686 και Φιλίππου ν. Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1755). · Ο χρεώστης εµφανίζεται ή εξαναγκάζεται να εµφανισθεί (δυνάμει του άρθρου 83) ενώπιον Δικαστηρίου και εξετάζεται ενόρκως από ή εκ µέρους του εξ αποφάσεως πιστωτή και από το Δικαστήριο (βλ. άρθρο 84
(1). Η έρευνα δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση του χρεώστη. Το Δικαστήριο μπορεί να ακούσει μάρτυρες, η μαρτυρία των οποίων κρίνεται ως αναγκαία για τους σκοπούς της έρευνας και με βάση την ολότητα της μαρτυρίας να εκδόσει ή μη διάταγμα μηναίων δόσεων (βλ. άρθρο 85, Μιχαήλ κ.α. ν. Αδελφοί Πούλλου Λτδ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1759 και Νέα Σ.Π.Ε. Αραδίππου ν. Γεωργίου
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1221). Η εξέταση αναφορικά με τα μέσα του χρεώστη δεν περιορίζεται στον ίδιο τον εξ αποφάσεως χρεώστη ούτε καθιστά την παρουσία του προϋπόθεση για την διερεύνηση των μέσων του για αποπληρωμή του χρέους. Παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να διερευνήσει τα μέσα του χρεώστη μέσω της μαρτυρίας οποιουδήποτε προσώπου εφόσον τείνει να διαφωτίσει ως προς τα μέσα του χρεώστη (βλ. Gesico v. J.K. Video
(1991)1 Α.Α.Δ. 134). · Σε αιτήσεις αυτής της φύσης το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στους ώμους του ίδιου του χρεώστη για προφανείς λόγους αφού ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την οικονομική κατάσταση και τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, τα οποία δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος καταβολής του χρέους με μηνιαίες δόσεις (βλ. The Old Salt Yachhting Co Ltd v. Βικής, ECLI:CY:AD:2018:D358, Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 42/2014, ημερ. 11.7.2018 και Βασιλειάδης ν. Τσουρή
(2007)1 Α.Α.Δ. 43). Οπότε ο οφειλέτης υποχρεούται να αποκαλύψει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία που καταδεικνύουν ότι δεν έχει τη δυνατότητα εξόφλησης του χρέους ή να καθορίσει ο ίδιος το ποσό που θεωρεί ότι είναι εντός των δυνατοτήτων του. Με βάση τη νομοθεσία και τον επιτακτικό προσδιορισμό της υποχρέωσης ενός εξ αποφάσεως οφειλέτη να παρουσιάσει στοιχεία, το Δικαστήριο πρέπει να επιμένει στην παρουσίαση εκεί όπου δεν τίθενται, στοιχείων ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός της νομοθεσίας (βλ. και S.X. v. X.X., Έφεση Αρ. 31/2015, ημερ. 19.10.2018). · Όλα τα αναγκαία στοιχεία πρέπει να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου για να μπορέσει να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ή όχι και αν δικαιολογείται για ποιο ποσό (βλ. Soteriades v. Koutsiou
(1970)1 C.L.R. 24). · Η οικονομική ευχέρεια για την αποπληρωμή χρέους με δόσεις, μετά τον προσδιορισμό των μέσων του χρεώστη, συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες αυτού και της οικογένειας του για αξιοπρεπή διαβίωση. Αυτές περιλαμβάνουν τη στέγαση, την διατροφή, την ιατρική περίθαλψη, τη μόρφωση των παιδιών εάν υπάρχουν, κάποια ευχέρεια για την κοινωνική διακίνηση του χρεώστη και κάποιο λογικό περιθώριο για την αντιμετώπιση εκτάκτων δαπανών που μπορεί να παραστεί ανάγκη να αντιμετωπίσει (βλ. Φλαγκοφάς και Παναγιώτου ν. Μιχαήλ
(1998)1 Α.Α.Δ. 422). Δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις εάν η διαταγή αυτή επηρεάζει τις βασικές και ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένεια του (βλ. Μιχαήλ ν. Κυπριακή Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 812). Σε περίπτωση φυσικών προσώπων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον μισθό και τα εισοδήματα του χρεώστη, τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες και διατάσσει πληρωμή ποσού, το οποίο είναι περίσσευμα από το μισθό του, μετά την αφαίρεση εύλογου αναγκαίου ποσού για τη συντήρηση του και των εξαρτωμένων του (βλ. Gesico). · Κατά την εξέταση το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψην του συγκεκριμέναν ποσά που λαμβάνει ο χρεώστης και καθορίζονται στην επιφύλαξη άρθρου 82
(1). · Είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων έστω και εάν τη δεδομένη στιγμή ο χρεώστης δεν εργάζεται, δεδομένου ότι έχει τέτοια δυνατότητα, αλλά το μόνο που λείπει είναι η αναγκαία βούληση (βλ. Παναγιώτου και Προκοπίου κ.α. ν. Ανδρέας Λάμπρου Λτδ
(2004)1Α Α.Α.Δ. 310). · Δεν είναι ανεκτή η δημιουργία υποχρεώσεων - εκτός από κάλυψη ουσιαστικών αναγκών του χρεώστη και της οικογένειας του - και η μεταγενέστερη επίκληση τους ως δικαιολογίας για την ανικανότητα χρεώστη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος (βλ. Anestos A. Kokoni v. Ioannides
(1963)C.L.R. 468, Σ.Π.Ε. Αραδίππου v. Ιακώβου
(1999)1 Α.Α.Δ. 2032). · Δαπάνες για τσιγάρα, ποτά, διασκέδαση, καφενεία αλλά και κινητό τηλέφωνο κλπ. θεωρούνται ως μη αναγκαία έξοδα (βλ. Koutsiou, Chrysostomou v. Athanasiou
(1981)1 C.L.R. 669 και Μιχαήλ κ.α. ν. Σκορδή
(2005)1Α Α.Α.Δ. 64). · Χρέη για τα οποία δεν υπάρχει διαταγή μηνιαίων πληρωμών ή τα οποία προκύπτουν από μεταγενέστερες του δικαστικού χρέους υποχρεώσεις δεν έχουν προτεραιότητα απέναντι στο εξ αποφάσεως χρέος. Ιδιαίτερα χωρίς να υπάρχει καν δικαστική απόφαση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.). Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί αναγκαίο έξοδο η αποπληρωμή χρέους τρίτου προσώπου περιλαμβανομένου γονέα ή ενήλικου παιδιού (βλ. Σ.Π.Ε. Αραδίππου ν. Ιακώβου
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 2032 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.). · Το ζήτημα πιθανού μελλοντικού εισοδήματος του χρεώστη εξετάζεται με περίσκεψη (βλ. Gesico). · Αφού διαπιστωθεί μετά από συνεκτίμηση των πόρων και των αναγκών του χρεώστη ότι αυτός είναι σε θέση να αποπληρώσει το χρέος του με δόσεις ο επακριβής καθορισμός του ποσού επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Φλαγκοφάς). Εξέταση της αίτησης Αποτελεί εν πρώτοις θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η εταιρεία CAC CORAL LIMITED δεν νομιμοποιείται να προωθεί την υπό κρίση αίτηση καθότι δεν τέθηκε μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η εν λόγω εταιρεία είχε δικαίωμα να εξαγοράσει πιστωτικές διευκολύνσεις, σύμφωνα με το άρθρο 4 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέµατα Νόµου 169(Ι)/2015. Αντίθετη είναι φυσικά η θέση των Αιτητών, οι οποίοι παραπέμπουν στο άρθρο 18
(4)του Νόμου 169(Ι)/2015, σε δύο Ειδοποιήσεις που έχουν καταχωρήσει στον φάκελο της υπόθεσης αλλά και σε σχετικό διάταγμα ημερ. 20.12.2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που επισυνάπτεται μαζί με άλλα έγγραφα. Ερμηνεία των όρων «πιστωτική διευκόλυνση», «δανειολήπτης», «αγοραστής», «αδειοδοτηµένο πιστωτικό ίδρυµα» και «εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων» δίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου 169(Ι)/2015. Το άρθρο 4 του Νόμου προβλέπει ποια νοµικά πρόσωπα επιτρέπεται να εξαγοράζουν πιστωτικές διευκολύνσεις. Αναφορικά με την πώληση τέτοιων διευκολύνσεων προνοεί το άρθρο 18 του Νόμου. Σύμφωνα με το εδάφιο 2(α) του άρθρου 18, οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση µεταβιβάζεται από πιστωτικό ίδρυµα, χρηµατοδοτικό ίδρυµα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (εφεξής «ο εκχωρητής») προς οποιοδήποτε από τους προβλεπόµενους στο άρθρο 4 αγοραστές, θεωρείται ότι µεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο της µεταβίβασης και όλα τα δικαιώµατα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από την σύµβαση πιστωτικής διευκόλυνσης του λογαριασµού που τοιουτοτρόπως µεταβιβάζεται, µεταβιβάζονται αυτόµατα στην µεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα µεταξύ των δύο αυτών µερών. Σύμφωνα δε με το εδάφιο 3(α) του ίδιου άρθρου, από τον χρόνο µεταφοράς ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων υποκαθιστά τον εκχωρητή ως προς όλα τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις του σε σχέση µε και κατά τρόπο ώστε οποιαδήποτε εξασφάλιση λαµβάνεται από τον εκχωρητή, για σκοπούς διασφάλισης της αποπληρωµής της πιστωτικής διευκόλυνσης, να µεταβιβάζεται στον αγοραστή, να κρατείται και να είναι στη διάθεση του αγοραστή ως εξασφάλιση για την αποπληρωµή της πιστωτικής διευκόλυνσης που µεταβιβάστηκε. Το εδάφιο 4 του άρθρου 18 προβλέπει δε ότι οποιαδήποτε νοµική διαδικασία, συµπεριλαµβανοµένων, χωρίς περιορισµό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας και οποιοδήποτε αγώγιµο δικαίωµα ή διάταγµα ή απόφαση που κατά το χρόνο µεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεµεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση µε τις πιστωτικές διευκολύνσεις που µεταβιβάζονται, δεν τερµατίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται µε οποιοδήποτε τρόπο δυσµενώς λόγω της µεταβίβασης, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόµατα τον εκχωρητή στη νοµική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της µεταβίβασης. Στην επιφύλαξη του ίδιου εδαφίου αναφέρεται ότι ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόµου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεµεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεµούσης διαδικασίας, πραγµατοποιείται µε την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο Πρωτοκολλητείο. Στην προκείμενη στις 28.2.2019 καταχωρήθηκε στον φάκελο της υπόθεσης «Ειδοποίηση Βάσει του άρθρου 18
(4)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015», η οποία ειδοποιεί ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορά σε πιστωτική διευκόλυνση που έχει μεταβιβασθεί από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ στην CAC CORAL LIMITED, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του εν λόγω Νόμου και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού που επικυρώθηκε στις 20.12.2018 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με βάση τα άρθρα 198-200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και τέθηκε σε ισχύ στις 21.12.
- Συνεπώς, ως περαιτέρω αναφέρεται στην Ειδοποίηση, η CAC CORAL LIMITED έχει αυτόματα αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και ως εκ τούτου όλα τα μελλοντικά δικόγραφα αιτήσεις κ.λπ. καθώς και τα διατάγματα ή οι αποφάσεις που θα εκδοθούν, τόσο στον τίτλο όσο και όπου αλλού απαιτείται θα εμφανίζουν και θα αναγράφουν το όνομα της CAC CORAL LIMITED ως Ενάγουσας αντί της ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ. Στην Ειδοποίηση επισυνάπτεται και το πιο πάνω διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης 947/
- Με το διάταγμα αυτό επικυρώνεται και καθίσταται αναπόσπαστο μέρος του, το Σχέδιο Διακανονισμού των εταιρειών ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, CAC CORAL LIMITED και ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. και διατάσσεται, μεταξύ άλλων:
(1)η μεταβίβαση των Μεταβιβαζόμενων Δικαστικών Διευκολύνσεων (που περιέχονται στο Συνημμένο 2 του Σχεδίου Διακανονισμού) από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ στην CAC CORAL LIMITED,
(2)η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του ονόματος της πρώτης με το όνομα της δεύτερης από το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την κάθε Μεταβιβαζόμενη Δικαστική Διευκόλυνση, σε περίπτωση που αυτό ζητηθεί από την CAC CORAL LIMITED, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω συγκατάθεση ή έγκριση οποιουδήποτε άλλου προσώπου και
(3)η καταχώρηση και/ή συνέχιση και/ή αναγνώριση και/ή εκτέλεση οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε αγωγής, διαδικασίας εξέτασης ή εκτέλεσης και συνέχιση οποιασδήποτε απόφασης που υφίστανται ή εκκρεμούν εναντίον ή εις όφελος της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ από/ή εναντίον της CAC CORAL LIMITED, η οποία θα υποκαταστήσει την πρώτη στη νομική αυτή διαδικασία, αγώγιμο δικαίωμα ή απόφαση. Στις 5.11.2019 καταχωρήθηκε στον φάκελο της υπόθεσης δεύτερη Ειδοποίηση βάσει του άρθρου 18
(4)του Νόμου 169(Ι)/2015, με ίδιο περιεχόμενο με αυτήν ημερ. 28.2.2019 και στην οποία επισυνάπτονται πέραν του πιο πάνω διατάγματος, το εκεί αναφερόμενο Σχέδιο Διακανονισμού αλλά και το Συνημμένο 2 αυτού, όπου ανάμεσα στις Μεταβιβαζόμενες Δικαστικές Διευκολύνσεις περιλαμβάνεται και η υπό τον ως άνω αριθμό αγωγή και η απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια αυτής, ημερ. 10.2.1999 (βλ. προτελευταία σελίδα). Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας και ασφαλώς δεν μπορεί να κριθεί στα πλαίσια αυτής το κατά πόσο η CAC CORAL LIMITED είχε δικαίωμα να εξαγοράσει πιστωτικές διευκολύνσεις, δυνάμει του άρθρου 4 του Νόμου, όπως ουσιαστικά εισηγείται ο Καθ' ου η αίτηση. Το διάταγμα ημερ. 28.2.2019 ομιλεί από μόνο του και σίγουρα η ορθότητα ή η νομιμότητα του δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κρίσης στην παρούσα. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα και προβλεπόμενα από το Νόμο στοιχεία, τα οποία καταδεικνύουν ότι η CAC CORAL LIMITED απέκτησε την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση και υποκαθιστώντας την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, νομιμοποιείται στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης ως Αιτήτρια. Πριν προχωρήσω στις λοιπές θέσεις του Καθ' ου η αίτηση, κρίνεται ότι εξέτασης χρήζει η θέση αυτού ως προς το εξ αποφάσεως χρέος, καθότι αυτό αφορά την ουσία της αίτησης και απόφαση επί τούτου ενδεχομένως να καταστήσει άνευ αντικειμένου την κρίση επί των λοιπών θεμάτων. Σε σχέση με το θέμα αυτό ο Καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί ότι εξακολουθεί να υφίσταται εξ αποφάσεως χρέος. Στηρίζει την θέση του αυτή σε δύο πυλώνες. Κατά πρώτο λόγο στο ότι, σύμφωνα με την εισήγηση του, η µάρτυρας Βασιλείου, η οποία κατέθεσε σχετικά, πέραν από γενικόλογες αναφορές δεν ήταν σε θέση να πει πώς προέκυψε το ποσό των €8.104,48, ως οφειλόμενο υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους. Κατά δεύτερο λόγο η θέση στηρίζεται στο ότι με βάση το άρθρο 6 του περί Τόκου Νόμου 2/1977, το μέγιστο ποσό που οι Αιτητές δικαιούνταν να λάβουν ήταν το διπλάσιο του αρχικού χρέους και με δεδομένο ότι έχει πληρωθεί ποσό συνολικά μεγαλύτερο από αυτό, το εξ αποφάσεως χρέος δεν υφίσταται αφού έχει εξοφληθεί. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ύπαρξη αλλά και το ύψος του οφειλόμενου εξ αποφάσεως χρέους είναι στοιχεία που εξετάζονται στα πλαίσια της παρούσας, σε περίπτωση αμφισβήτησης τους, καθότι το άρθρο 82 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, προβλέπει το αυτονόητο ήτοι ότι αιτήσεις όπως η υπό κρίση καταχωρούνται όταν το χρέος είναι «εξ ολοκλήρου ή εν μέρη απλήρωτο». Ως δε αναφέρεται στην Κτωρίδη ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 290/2010, ημερ. 19.6.2014, το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους είναι θέμα ορθού υπολογισμού που μπορεί να εγερθεί κατά την εκτέλεση. Εξ ου και στην προκειμένη, λόγω της αμφισβήτησης από τον Καθ' ου η αίτηση, κρίθηκε ότι οι Αιτητές έπρεπε να καλέσουν μάρτυρα για να καταθέσει επί τούτου. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο στον οποίο στηρίζει την θέση του ο Καθ' ου η αίτηση, να λεχθεί κατ' αρχάς ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται ότι έναντι του χρέους, πληρώθηκε ποσό €15.233,90 και ότι το υπόλοιπο στις 28.11.2017 ήταν €27.574,
- Η ένορκη δήλωση όμως αυτή φέρει ημερομηνία 30.11.
- Για σκοπούς απόδειξης της ύπαρξης και του ύψους του οφειλόμενου υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους κατά τον παρόντα χρόνο, η κα Βασιλείου, λειτουργός της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού ημερ. 6.11.2019, την οποία τύπωσε η ίδια και πιστοποιητικό βάσει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, το οποίο βεβαιώνει ότι η πιο πάνω κατάσταση είναι μέρος του αρχείου της επιχείρησης της τράπεζας και ότι η μάρτυρας είναι αρμόδια λειτουργός της επιχείρησης και κατέχει υπεύθυνη θέση σε σχέση με τα αρχεία και τις σχετικές με αυτά δραστηριότητες (τεκμήριο 1). Εξήγησε δε ότι οι χρεωπιστώσεις που φαίνονται στην κατάσταση έγιναν από τους ταμίες και η ίδια ως αρμόδια υπάλληλος, όταν θα τύπωνε την εν λόγω κατάσταση, προέβηκε σε έλεγχο των αρχικών καταχωρήσεων και των εκτυπώσεων και βεβαίωσε ότι είναι ορθές, εξ ου και το πιο πάνω αναφερόμενο πιστοποιητικό. Στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού υπάρχουν οι ακόλουθες στήλες: «Ημερομηνία», «Πιστώσεις Αποπληρωμές», «Χρεώσεις - Έξοδα», «Έναντι Εξόδων», «Έναντι Τόκων», «Έναντι Κεφαλαίου», «Τοκοφόρο Υπόλοιπο» και «ACCOUNT BALANCE». Το οφειλόμενο υπόλοιπο στις 6.11.2019 αναφέρεται ότι ήταν €8.104,
- Κατά την αντεξέταση της η μάρτυρας εξήγησε βασικά ότι οι πληρωμές που έγιναν κάλυψαν αρχικά τα έξοδα, μετά τους τόκους και στην συνέχεια το κεφάλαιο. Ως προς τους τόκους ανέφερε ότι αυτοί υπολογίσθηκαν με βάση την απόφαση και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ανατοκισμός. Τα μόνα δε έξοδα που χρεώθηκαν είναι €628,59 στις 11.2.2000 που είναι αυτά της απόφασης και αυτά καλύφθηκαν στις 6.6.2000 με την πρώτη πληρωμή. Στις 2.4.2009 το υπόλοιπο του χρέους ήταν €11.280, χωρίς όμως να είναι ενσωματωμένοι σε αυτό οι τόκοι και με την κατάθεση του ποσού των €12.000 στις 25.2.2019 από την Εναγόμενη 2, καλύφθηκε το ποσό των €10.395,18 που ήταν το σύνολο των μέχρι τότε οφειλόμενων τόκων και το υπόλοιπο δηλ. €1.604,82 πιστώθηκε έναντι του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο κατά την πιο πάνω ημερομηνία να είναι €7.620,
- Η εν λόγω μάρτυρας θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Επεξήγησε με σαφήνεια όλα όσα ρωτήθηκε αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα δεδομένα με βάση τα οποία προέκυψε το περιεχόμενο αυτής. Δεν αμφισβητήθηκε δε ότι η κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε είναι μέρος του αρχείου της τράπεζας, ούτε και ότι έλεγξε τις καταχωρήσεις σε αυτήν με τις αρχικές και βεβαιώθηκε ότι είναι ορθές, Το γεγονός ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει αμέσως ποιο ήταν το ποσό των οφειλόμενων τόκων «χρόνος προς χρόνο», όπως της τέθηκε, δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω εφόσον ως η ίδια είπε χρειαζόταν χρόνο για να κάνει τέτοιο υπολογισμό, κάτι που είναι λογικό εφόσον αυτό που βασικά της ζητήθηκε δεν φαίνεται στην κατάσταση. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της αναφορικά με τα όσα περιλαμβάνει η κατάσταση λογαριασμού γίνεται δεκτή. Συνεπώς γίνονται δεκτές ως ορθές οι χρεοπιστώσεις που αναγράφονται εκεί καθώς και το τελικό υπόλοιπο που επίσης αναγράφεται. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Θα πρέπει να εξετασθεί στην συνέχεια εάν παρά τα πιο πάνω εξακολουθεί να υφίσταται οφειλόμενο υπόλοιπο στο εξ αποφάσεως χρέος. Προς τούτο εξέτασης χρήζει η δεύτερη για το θέμα θέση του Καθ' ου η αίτηση, εάν δηλ. ισχύει στην προκειμένη ο περί Τόκου Νόμος 2/1977 και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης εάν με βάση αυτόν έχει εξοφληθεί το χρέος. Προς διαπίστωση του κατά πόσο στην προκειμένη έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα πρέπει να γίνει αναφορά στις σχετικές παραμέτρους ως αυτές προκύπτουν από τον ίδιο τον φάκελο της υπόθεσης. Συγκεκριμένα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.11.1998 εναντίον του Καθ' ου η αίτηση ως Εναγόμενου 3 και άλλων δύο προσώπων. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, στις 23.1.1997 συνήφθη μεταξύ της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ και του Εναγόμενου 1, γραπτή σύμβαση χορήγησης στον τελευταίο, πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι του ποσού των ΛΚ.5.000 με τόκο προς 8,5.% τον χρόνο. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ανέλαβαν ως εγγυητές, αλληλέγγυα και προσωπικά, την υποχρέωση να πληρώσουν στους Ενάγοντες κάθε ποσό που οφείλετο από τον Εναγόμενο 1, μέχρι ποσού Λ.Κ.7.500 πλέον τόκους προμήθειες και έξοδα. Ο λογαριασμός άρχισε να λειτουργεί και έλαβε σε διάφορες ημερομηνίες διάφορα ποσά με αποτέλεσμα στις 16.10.1998 να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.8.734,46 πλέον τόκο προς 9% επί ποσού ΛΚ.7.704,18 από 13.10.
- Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 12.10.1998 ανακάλεσαν την πίστωση προς τον Εναγόμενο 1, έκλεισαν τον τρεχούμενο λογαριασμό και κάλεσαν τους Εναγόμενους όπως εξοφλήσουν αμέσως το υπόλοιπο, πλην όμως αυτοί παρέλειψαν να το πράξουν. Έτσι με την αγωγή αξίωναν εναντίον του Εναγόμενου 1 το ποσό των Λ.Κ.8.734,46 με τόκο 9% επί του ποσού των Λ.Κ.7.704,18 από 13.10.1998 μέχρι εξοφλήσεως και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 το ποσό των Λ.Κ.7.500 με τόκο προς 8,5% από 6.8.1997 μέχρι 12.10.1998 και 9% από 13.10.1998 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω οι Ενάγοντες αξίωναν εναντίον των Εναγομένων και τα έξοδα της αγωγής. Στις 10.2.1999, κατόπιν αίτησης για απόφαση λόγω μη εμφάνισης των Εναγομένων, ημερ. 20.1.1999, εκδόθηκε απόφαση ως ακολούθως:
(1)Εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των Λ.Κ.8.734,46 πλέον τόκο προς 9% επί ποσού Λ.Κ.7.704,18 από 13.10.1998 μέχρι εξοφλήσεως,
(2)Εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 ομού και κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο 1, για το ποσό των Λ.Κ.7.500 πλέον τόκο προς 8,5% από 6.8.1997 μέχρι 12.10.1998 και προς 9% τον χρόνο από 13.10.1998 μέχρι εξοφλήσεως και
(3)Εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 ομού και κεχωρισμένα για το ποσό των Λ.Κ.335 ως έξοδα της αγωγής και έκδοσης της απόφασης πλέον τόκο προς 8% τον χρόνο από 17.11.1998 μέχρι εξοφλήσεως. Ως προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα στην βάση των οποίων το Δικαστήριο εξέδωσε την πιο πάνω απόφαση, στις 23.1.1997 συνήφθη μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, σύμβαση πιστώσεως σε τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι του ποσού των Λ.Κ.5.000 (ισάξιο των €8.543) με τόκο προς 8,5% τον χρόνο, με εγγυητές τους Εναγόμενους 2 και
- Η εγγύηση ήταν μόνο μέχρι του ποσού των Λ.Κ.5.000 πλέον τόκους, επιβαρύνσεις και έξοδα. Με επιστολή τους προς τον Εναγόμενο 1, ημερ. 12.10.1998, οι Ενάγοντες ανακάλεσαν την πίστωση αυτή και έκλεισαν τον λογαριασμό, ο οποίος είχε τότε υπόλοιπο Λ.Κ.8.736,
- Ο Εναγόμενος 1 κλήθηκε επίσης να καταβάλει το πιο πάνω ποσό εντόκως προς 9% και προειδοποιήθηκε ότι εάν δεν το έπραττε τότε οι Ενάγοντες θα προχωρούσαν στην λήψη νομικών μέτρων. Η επιστολή κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους 1 και
- Κατά τον χρόνο κατάρτισης της πιο πάνω σύμβασης ίσχυε αναμφίβολα ο περί Τόκου Νόμος 2/1977, ο οποίος κατάργησε και αντικατέστησε τον περί Τόκου Νόμου, Κεφ.
- Ο Νόμος 2/1977 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων Νόµο 160(Ι)/
- Ο τελευταίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 31.12.1999 αλλά σύμφωνα με το άρθρο 8 αυτού τέθηκε σε ισχύ από την 1.1.
- Το θέμα της αναδρομικότητας του Νόμου 160(Ι)/1999 εξετάσθηκε στην Παπαχριστοφόρου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A743, Πολ. Έφεση Αρ. 331/2010, ημερ. 11.11.2015, όπου κρίθηκε ότι ως νόμος ουσίας και όχι διαδικαστικός δεν έχει αναδρομική ισχύ. Στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε το Ανώτατο Δικαστήριο, με μεγαλύτερη ανάλυση του θέματος, στη μεταγενέστερη Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολ. Έφεση Αρ. 386/2010, ημερ. 15.11.
- Είναι λοιπόν προφανές από τα πιο πάνω ότι στην προκειμένη τόσο κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης πιστώσεως όσο και κατά τον χρόνο τερματισμού αυτής αλλά και κατά τον χρόνο έκδοσης της επίδικης απόφασης, ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος 2/
- Ισχύουν λοιπόν οι πρόνοιες αυτού μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 6
(1), η οποία με τον πλαγιότιτλο «Καθυστερούµενος τόκος δεν θα υπερβαίνη το αρχικόν χρέος», προβλέπει τα ακόλουθα: «6.
(1)Το ποσόν το οποίον δύναται να ανακτηθή δι' αγωγής ως καθυστερούµενος τόκος εφ' οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνη το ποσόν του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος». Στην προκειμένη το ποσό του αρχικού χρέους ήταν Λ.Κ.5.000 (ισάξιο των €8.543). Συνεπώς το συνολικό ποσό που μπορούσε να ανακτηθεί με αγωγή, περιλαμβανομένων των τόκων, ήταν αυτό των Λ.Κ.10.000 (ισάξιο των €17.086). Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού ημερ. 6.11.2019 (τεκμήριο1) που κατέθεσε και εξήγησε η κα Βασιλείου, μέχρι τις 2.4.2009 είχαν γίνει πληρωμές συνολικού ύψους €14.
- Στις 25.2.2019 έγινε όμως ακόμη μια πληρωμή ποσού €12.000 από την Εναγόμενη
- Έτσι μέχρι τις 25.2.2019 ανακτήθηκε συνολικά το ποσό των €26.
- Τούτου δεδομένου έχει ανακτηθεί ποσό πέραν του οφειλόμενου εξ αποφάσεως χρέους. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί ότι ισχύει ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι το αρχικό χρέος ήταν το ποσό των Λ.Κ.7.500 (ισάξιο των €12.854,51) που επιδικάσθηκε εναντίον του Καθ' ου η αίτηση με την απόφαση ημερ. 10.2.1999, εφόσον το συνολικό ποσό που μπορούσε σε τέτοια περίπτωση να ανακτηθεί εναντίον του ήταν €25.709,
- Η πιο πάνω κρίση, ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται πλέον εξ αποφάσεως οφειλόμενο από τον Καθ' ου η αίτηση χρέος, κρίνει μοιραία την τύχη της αίτησης. Παρέλκει λοιπόν εξέτασης το κατά πόσο αυτός έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό δια μηνιαίων δόσεων όπως και η εξέταση των λοιπών λόγων που εγείρει. Ενόψει των ανωτέρω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια, κρίνω υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ότι δικαιολογείται απόκλιση από τον κανόνα πρακτικής ότι τα έξοδα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης (βλ. Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890, Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389 και Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12). Συγκεκριμένα προκύπτει, από τα όσα τέθηκαν ανωτέρω και από το ιστορικό της υπόθεσης, ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης δηλ. στις 30.11.2017 εξακολουθούσε να υφίσταται εξ αποφάσεως οφειλόμενο χρέος. Το χρέος αυτό εξακολουθούσε να υπάρχει μέχρι και τις 25.2.2019. Συνεπώς η καταχώρηση και προώθηση της αίτησης ήταν μέχρι τότε δικαιολογημένη. Για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία, που είναι λίγο περισσότερο από το μισό του χρόνου που παρήλθε από την καταχώρηση της αίτησης μέχρι σήμερα, μεγάλη ευθύνη φέρει ο Καθ' ου η αίτηση ενόψει της καταχώρησης και προώθησης των δύο άλλων αιτήσεων. Από την άλλη, μετά τις 25.2.2019 και ενώ δεν υπήρχε πλέον εξ αποφάσεως χρέος οφειλόμενο από τον Καθ' ου η αίτηση, η αίτηση δεν αποσύρθηκε αλλά συνέχισε να προωθείται από τους Αιτητές μέχρι τέλους, συμβάλλοντας έτσι στην αύξηση των εξόδων. Ως εκ των άνω κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η ορθή και δίκαιη διαταγή ως προς τα έξοδα είναι όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της. Εκδίδεται λοιπόν διαταγή όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της και οποιεσδήποτε αντίθετες διαταγές για έξοδα ακυρώνονται. (Υπ.)....................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action Αναφορά: Πολιτική Δικονομία Κεφ. 6 - Αίτηση έρευνας οικονομικής κατάστασης εξ αποφάσεως οφειλέτη. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο