ADMINISTRATIVE COMMITTEE OF CYBARCO CORAL BAY VILLAGE ν. LEVACHOVA κ.α., Αρ. Αγωγής: 1381/19, 14/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1381/19 Μεταξύ: ADMINISTRATIVE COMMITTEE OF CYBARCO CORAL BAY VILLAGE Εναγόντων και
- ΧΧΧΧ LEVACHOVA
- ΧΧΧΧ ΚΟΥΡΙΔΗΣ, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα ΧΧΧΧ SIE Εναγομένων Αίτηση ημερ. 19.1.12 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 14.2.2020 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Ν. Κληρίδου για Νίκη Κληρίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Κυπριανίδης για P. Kourides & CO LLC. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11.12.2019 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιώνουν το ποσό των €6.545,50, ως κοινόχρηστα και επιβαρύνσεις, που αναλογούν στην οικία με αρ. C13 του συγκροτήματος ΧΧΧΧ -, στον ΧΧΧΧ στην Πάφο, για την περίοδο από 1.5.2015 μέχρι και τη 3.10.2019, πλέον τόκους και έξοδα. Την ίδια ημέρα οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν ως μονομερή την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν εναντίον και των δύο Εναγομένων: «Διάταγμα που να εμποδίζει τους εναγόμενους, μέχρι την εκδίκαση και ολοκλήρωση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, επιβαρύνουν, μεταβιβάσουν και/ή με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσουν την οικία C13 με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧΧΧ, επί του τεμαχίου ΧΧΧΧ, που βρίσκεται στον ΧΧΧΧ στο συγκρότημα ΧΧΧΧ το όλο μερίδιο». Η αίτηση εδράζεται στα άρθρα 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στην Δ.48 Κ.1, 2
(1)
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧΧ Λεαντζή, η οποία εργάζεται στα γραφεία της CYBARCO PROPERTY MANAGEMENT LTD, εταιρείας που ασχολείται με την είσπραξη κοινοχρήστων σε συγκροτήματα σπιτιών και διαμερισμάτων περιλαμβανομένου και του συγκροτήματος στο οποίο ανήκει η ως άνω οικία. Δηλώνει δε εξουσιοδοτημένη από τους Αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που καταθέτει. Στις 16.12.2019 που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά η αίτηση, το Δικαστήριο έκρινε, για τους λόγους που φαίνονται στο πρακτικό, ότι αυτή δεν μπορούσε να προχωρήσει μονομερώς. Κατόπιν δε σχετικού αιτήματος των Αιτητών όρισε αυτή για επίδοση στις 7.1.
- Κατά την ημερομηνία εκείνη εμφανίσθηκε δικηγόρος για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Έτσι για τον σκοπό αυτό η αίτηση ορίσθηκε στις 23.1.
- Στις 23.1.2020 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
- Με την ένσταση τους εγείρονται βασικά οι ακόλουθοι λόγοι:
- Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και/ή παράτυπη και/ή αντινομική.
- Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν καλή βάση αγωγής ή/και ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
- Οι Αιτητές δεν προβάλλουν οποιοδήποτε λόγο ή/και ικανοποιητικό λόγο που να αποδεικνύει το κατεπείγον ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος.
- Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς, ούτε πιθανότητα πραγματικής δυσκολίας ή/και αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι αντικανονική, περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς και εκδοχές, δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσης και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.
- Οι Αιτητές στερούνται καλής πίστης και δεν εμφανίζονται με καθαρά χέρια εφόσον η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση παραθέτει ψευδείς ή/και δόλιους ισχυρισμούς ή/και δεν παραθέτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα ή/και αποκρύπτει γεγονότα ή/και περιέχει αντιφατικούς ισχυρισμούς.
- Η αίτηση εγείρεται με μεγάλη καθυστέρηση και/ή εκπρόθεσμα.
- Ο τίτλος του κλητηρίου εντάλματος και της αίτησης είναι λανθασμένος και/ή παράτυπος. Οι δύο πλευρές δεν αντεξέτασαν κανένα από τους ενόρκως δηλούντες και έτσι η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Πριν δε την κατάθεση των γραπτών αγορεύσεων οι Αιτητές ζήτησαν και έλαβαν άδεια απόσυρσης της αίτησης όσον αφορά τον Εναγόμενο 2 και ζήτησαν όπως το αιτούμενο διάταγμα εκδοθεί μόνο εναντίον της Εναγόμενης 1 (στο εξής η Καθ' ης η αίτηση) και μόνο όσον αφορά το μερίδιο αυτής επί του επίδικου ακινήτου, που συνίσταται στο ½. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Odysseos v. Pieris Estates a.o.
(1982)1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά την δίκη,
- Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, και
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι. Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση δηλ. να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις ("pleadings"). Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία δηλ. πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό ο ενάγοντας να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Δηλ. πρέπει να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των οποιωνδήποτε προσωρινών διαταγμάτων το φέρει ο αιτητής (βλ. Iacovou Brothers v Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1377). Στην παρούσα υπόθεση η αίτηση στηρίζεται, εκτός του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και στο άρθρο 5 του Κεφ.6. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη απαλλοτριώσει, τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας, η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα τίθενται στο εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου και είναι: 1. Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής, και 2. Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα θα εκδοθεί υπέρ του. Στην BP Holdings Ltd. v. Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 τονίσθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Συνακόλουθα τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Επομένως όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, όπως στην παρούσα, θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται τόσο οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 όσο και τα ειδικότερα κριτήρια ή προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 5 στο βαθμό που αυτά διαφοροποιούνται (βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1B C.L.R. 520). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 δηλ. αυτή της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής, έχει νομολογηθεί ότι ο όρος αυτός έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 δηλ. και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η θεμελίωση συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεσης για έκδοση του διατάγματος (βλ. Τσιολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 782 και Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Όσον δε αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 έχει νομολογηθεί ότι αυτή αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 δηλ. «να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα» (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α
(2006)1 Α.Α.Δ. 281 και C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ 785). Ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του. Εκείνο το οποίο μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Limited) ή άλλως πως η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα (βλ. Φετοκάκης ν. Χριστοφή κ.α.
(2006)1Β Α.Α.Δ 800 και Τσιολάκη). Με άλλα λόγια σημασία έχει ο κίνδυνος να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Εξέταση της αίτησης Μετά τα πιο πάνω θα εξετάσω κατά πόσο, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, πληρούνται στην παρούσα οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ.
- Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και της καλής βάσης της αγωγής, όπως προσδιορίζονται στα εν λόγω άρθρα, κρίνω ότι από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την δίκη. Συγκεκριμένα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση, η οποία αφορά την διεκδίκηση από τους Ενάγοντες, ως η Διαχειριστική Επιτροπή του συγκροτήματος όπου βρίσκεται η οικία της οποίας η Καθ' ης η αίτηση είναι ιδιοκτήτρια και/ή κάτοχος και στην οποία διαμένει μόνιμα, ποσού €6.545,50 για οφειλόμενα κοινόχρηστα και επιβαρύνσεις, που αναλογούν στην εν λόγω οικία για την περίοδο από 1.5.2015 μέχρι και τη 3.10.
- Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι ως έχει αναφερθεί στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό θα γίνει όταν το Δικαστήριο θα ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Ό,τι πρέπει να αποκαλύπτεται από την μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας, οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802). Είναι αρκετό ο αιτητής να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Σε σχέση με την προϋπόθεση αυτή θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν προβάλλει οποιαδήποτε γεγονότα που να είναι αντίθετα ή να αμφισβητούν τα γεγονότα επί των οποίων οι Αιτητές στηρίζουν αυτή. Τούτου δεδομένου και με βάση τα όσα επικαλούνται οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, με το περιορισμένο βάρος που έχουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, κρίνω ότι έχουν καταδείξει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή τους. Εδώ να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό και για τους σκοπούς εξέτασης αιτήσεων όπως η παρούσα ασφαλώς και δεν εξετάζει νομικούς ισχυρισμούς που αφορούν την ουσία της υπόθεσης όπως οποιοδήποτε θέμα παραγραφής έστω και μέρους της αξίωσης, όπως προβάλλει η Καθ' ης η αίτηση. Τέτοια θέματα μπορούν να εξετασθούν όταν και εφόσον τεθούν με τον δέοντα τρόπο σε άλλα στάδια της διαδικασίας. Στα πλαίσια ελέγχου συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην Parico Aluminium Designs Ltd λέχθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του στην δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από την δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του ενάγοντα. Οι Αιτητές στην παρούσα, ως έχει προαναφερθεί, αξιώνουν συγκεκριμένο ποσό. Συνεπώς δεν τίθεται καν θέμα δυσκολίας στον υπολογισμό του ποσού της αξιούμενης θεραπείας. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι σε περίπτωση που οι Αιτητές πετύχουν στην αξίωση τους αυτοί θα αποζημιωθούν επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως εκ τούτου οι αποζημιώσεις συνιστούν στην παρούσα επαρκή θεραπεία. Είναι λοιπόν δεδομένο ότι η απαίτηση των Αιτητών αφορά σε διεκδίκηση αποζημιώσεων καθώς και ότι το ακίνητο του οποίου επιδιώκεται η δέσμευση δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Ως έχει προαναφερθεί κατά την παράθεση της νομικής πτυχής, ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του. Στην παρούσα οι Αιτητές στηρίζουν την επί του προκειμένου θέση τους στην ακόλουθη αναφορά της ενόρκως, για λογαριασμό αυτών, δηλούσας: «...η Εναγόμενη 1 πρόσφατα ανέφερε στην ενάγουσα και/ή στους αντιπροσώπους της και/ή σε μένα προσωπικά, και/ή στους δικηγόρους της ενάγουσας μέσω των δικηγόρων της, ότι θα πληρωθούν τα οφειλόμενα κοινόχρηστα, μόνο όταν πωληθεί η πιο πάνω στη παράγραφο 3 αναφερόμενη οικία για την οποία ψάχνουν άμεσα να βρουν αγοραστή». Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι εμφανές ότι η ενόρκως δηλούσα δεν καθορίζει με ακρίβεια, ως όφειλε αλλά προβαίνει σε διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα και δη ως προς το σε ποιον έγινε η δήλωση της Καθ' ης η αίτηση. Ως έχει νομολογηθεί η ένορκη δήλωση δεν είναι δικόγραφο αλλά περιέχει γεγονότα και αυτά μπορεί να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες αλλά δεν χωρούν διαζεύξεις ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (βλ. και El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1255). Πέραν όμως και ανεξαρτήτως του πιο πάνω είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση, την οποία θέτει ενόρκως, ότι ουδέποτε προέβη σε τέτοια δήλωση. Από την στιγμή λοιπόν που είναι οι Αιτητές που επικαλέσθηκαν το πιο πάνω και αυτό αμφισβητήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση εναπόκειτο στους πρώτους να αποδείξουν ένα τέτοιο ισχυρισμό προσκομίζοντας την αναγκαία προς τούτο μαρτυρία ή αντεξετάζοντας σχετικά την Καθ' ης η αίτηση, κάτι που όμως δεν έπραξαν. (Σε σχέση με την απόσειση του βάρους απόδειξης από τον αιτητή σε περίπτωση που υπάρχουν ισχυρισμοί του που αμφισβητούνται βλ. Iacovou Brothers (Construction) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1377). Ως εκ των άνω κρίνω ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη της δηλωθείσας κατά αυτούς πρόθεσης της Καθ' ης η αίτηση για αποξένωση της οικίας. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, από το λεκτικό του άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που ζητείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με το ύψος της απαίτησης και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε σχέση με το ακίνητο, του οποίου ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης στην αγωγή. Με άλλα λόγια για να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με βάση τόσο το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και με βάση το άρθρο 5 του ΚΕΦ.6, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ενώπιον του κατάλληλη θετική μαρτυρία ώστε να μπορεί να διατάξει το ανάλογο μέρος της ακίνητης περιουσίας να δεσμευτεί πριν την αποπεράτωση της αγωγής. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας, η οποία να ρίχνει φως στην φύση και στην αξία της ακίνητης περιουσίας το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει ορθά την διακριτική του εξουσία και να διατάξει την δέσμευση ανάλογου μέρους της. Περαιτέρω σε σχέση με τις δύο πιο πάνω προϋποθέσεις ο ενάγων θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου όσο και το ενδεχόμενο ύπαρξης άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται να λάβει υπέρ του. Στην παρούσα διαπιστώνεται με βάση την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να προσδιορίζεται η αξία του ακινήτου του οποίου ζητείται η δέσμευση. Από την πλευρά της δε η Καθ' ης η αίτηση κάνει γενικά λόγο για το δυσανάλογο του αξιούμενου ποσού σε σχέση με την αξία του ακινήτου, χωρίς να αναφέρεται στην τελευταία. Συνεπώς δεν υπάρχουν τα απαραίτητα για το θέμα στοιχεία ώστε να διαφανούν τα πιο πάνω και να μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει ορθά την διακριτική του ευχέρεια. Όσον δε αφορά την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση, οι Αιτητές αναφέρουν ότι αυτή είναι αλλοδαπή και δεν διαθέτει άλλη περιουσία στην Κύπρο και έτσι σε περίπτωση που πωλήσει την οικία και εγκαταλείψει την Δημοκρατία θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση τους αφού δεν έχουν την διεύθυνση της στο εξωτερικό. Η Καθ' ης η αίτηση στην δική της ένορκη δήλωση αναφέρει ότι είναι φερέγγυα και ότι θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει τους Αιτητές με χρήματα, κάτι που επίσης παρέμεινε αναντίλεκτο από πλευράς των τελευταίων. Αναφορικά δε με το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι αλλοδαπή, οι ίδιοι οι Αιτητές αναφέρουν ότι αυτή διαμένει μόνιμα στην εν λόγω οικία και έτσι το γεγονός αυτό, χωρίς οποιαδήποτε άλλα στοιχεία, δεν κρίνεται ότι στοιχειοθετεί την υπό εξέταση προϋπόθεση. Το ίδιο κρίνεται ότι ισχύει και για το θέμα της ύπαρξης άλλης περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση, εφόσον η σχετική αναφορά των Αιτητών είναι γενική και δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε στοιχεία. Εν πάση δε περιπτώσει ως προς τούτο πρέπει να λεχθεί ότι η Καθ' ης η αίτηση, σύμφωνα με τους Αιτητές, είναι συνιδιοκτήτρια της οικίας με τον αποβιώσαντα σύζυγο της, εναντίον της περιουσίας του οποίου επίσης στρέφεται η παρούσα αγωγή, μέσω του Διαχειριστή αυτής Εναγόμενου 2. Συνεπώς κρίνεται ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη πιθανού κινδύνου να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ τους, αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία της Καθ' ης η αίτηση. Εν κατακλείδι κρίνω ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν με θετική και κατάλληλη μαρτυρία ότι στοιχειοθετείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και η δεύτερη προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Εν όψει όλων των ανωτέρω η υπό εξέταση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Judgments (Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα - Άρθρα 32 του Νόμου 14/60 και 5 του Κεφ. 6). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο