← Κύπρος

ΙΟΝΙΚΑ (ΑΛΛΩΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ) ν. ΖΟΥΡΙΔΗΣ, Aρ. Αγωγής: 1150/2010, 7/2/2020

ΙΟΝΙΚΑ (ΑΛΛΩΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ) ν. ΖΟΥΡΙΔΗΣ, Aρ. Αγωγής: 1150/2010, 7/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1150/2010 Μεταξύ: xxxxx ΙΟΝΙΚΑ (ΑΛΛΩΣ xxxxx xxxxx xxxxx ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ) Ενάγουσα και xxxxx ΖΟΥΡΙΔΗΣ Εναγόμενος ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5/10/11 xxxxx ΙΟΝΙΚΑ (ΑΛΛΩΣ xxxxx xxxxx xxxxx ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ) Ενάγουσα και

  1. xxxxx ΖΟΥΡΙΔΗΣ
  2. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενοι ------------------ Αίτηση τροποποίησης, ημερομηνίας 26.11.2019 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7.2.2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Λάμπρου, για ΕΛΕΝΗ ΒΡΑΧΙΜΗ & ΣΙΑ Για εναγόμενο 1 - καθ' ου η αίτηση 1: κα Χαραλάμπους, για ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους 2 - καθ' ων η αίτηση 2: κ. Θεοδοσίου, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής της ενάγουσας και θεμελιώνουν τα αγώγιμο δικαίωμά της εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 σύμφωνα με το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής της πρώτης είναι τα εξής: Η ενάγουσα, στον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια συγκεκριμένου ακινήτου στην Πάφο, το οποίο, κατά ή περί τις 11/1/2008 μεταβιβάστηκε και γράφτηκε επ' ονόματι του εναγόμενου
  3. Η μεταβίβασή του επιτεύχθηκε με τη χρήση πλαστού πληρεξουσίου και έγινε εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 1 αποδέχθηκε τη μεταβίβαση, γνωρίζοντας ότι έγινε με τη χρήση πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου και στη συνέχεια υποθήκευσε το ακίνητο, για το ποσό των €188.100,
  4. Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει τ' ακόλουθα: Πρώτο, δήλωση ότι η παραπάνω μεταβίβαση είναι παράνομη και άκυρη, δεύτερο, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η επανεγγραφή του ακινήτου στο όνομά της, τρίτο, απόφαση με την οποία να ακυρώνεται η υποθήκη «που έχει τεθεί από τους εναγόμενους επί του ακινήτου.», τέταρτο, περαιτέρω ή διαζευκτικά, αποζημιώσεις και πέμπτο, νόμιμους τόκους και έξοδα. Και οι δυο εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους - για ό,τι μας ενδιαφέρει -αρνούνται τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου έγινε με τη χρήση πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου. Ενώ η ακρόαση της υπόθεση βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά: « (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η Έκθεση Απαίτησης της ανωτέρω αγωγής με την προσθήκη της πιο κάτω παραγράφου και αρίθμηση της ως παραγράφου 7: "
  5. Περαιτέρω το πληρεξούσιο είναι άκυρο αφού ο πιστοποιών υπάλληλος που πιστοποίησε την πλαστογραφημένη υπογραφή της ενάγουσας στο πλαστό πληρεξούσιο δεν ήταν προσωπικά γνωστός της ενάγουσας και το πληρεξούσιο έγγραφο δεν φέρει την υπογραφή δυο μαρτύρων κατά παράβαση του άρθρου 7 του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφάλαιο 39."» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Σύμφωνα με αυτή: Κατά την ακρόαση της αγωγής, ο εναγόμενος 1 στα πλαίσια της μαρτυρίας του παρουσίασε δήλωση του πιστοποιούντος υπαλλήλου που πιστοποίησε το πληρεξούσιο ότι δε τη γνώριζε προσωπικά. Περαιτέρω, όπως φαίνεται από το πληρεξούσιο δεν υπάρχουν υπογραφές των δυο μαρτύρων στο έγγραφο, οι οποίες επιβεβαιώνουν την ταυτότητά της. Επομένως, δεν έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες του άρθρου 7 του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφάλαιο
  6. Ως εκ τούτου, η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου είναι άκυρη και γι' αυτό το λόγο. Το γεγονός αυτό δεν το γνώριζε προηγουμένως και το έμαθε για πρώτη φορά κατά την ακρόαση της αγωγής, όταν η πλευρά του εναγόμενου 1 παρουσίασε σχετική μαρτυρία από μέρους του πιστοποιούντος υπαλλήλου. Κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας έγινε δήλωση από την πλευρά του δικηγόρου της, ότι ενόψει της παρουσίασης της δήλωσης αυτής, η πλευρά της θα μελετήσει το ενδεχόμενο τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Ως εκ των ανωτέρω είναι η εισήγησή της, όπως προς το σκοπό πλήρους απονομής της δικαιοσύνης, γίνει η αιτούμενη τροποποίηση. Σε αντίθεση με τους εναγόμενους 2, που δέχτηκαν την αιτούμενη τροποποίηση, ο εναγόμενος 1 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «
  7. Η αιτούμενη τροποποίηση και/ή προσθήκη φορά γεγονότα που ήταν γνωστά στην Ενάγουσα/Αιτήτρια και/ή τα οποία δεν έμαθε πρώτη φορά κατά την ακρόαση της αγωγής και/ή η ένορκη δήλωση της Ενάγουσας/Αιτήτριας βασίζεται σε αναληθή και/ή παραπλανητικά γεγονότα και/ή ισχυρισμούς.
  8. Με την αιτούμενη τροποποίηση, η Ενάγουσα/Αιτήτρια προσπαθεί να προσθέσει νέο νομικό θέμα που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου - που είναι η ισχυριζόμενη πλαστογραφία του πληρεξουσίου εγγράφου - τον ισχυρισμόν ότι το πληρεξούσιο έγγραφο είναι άκυρο κατά παράβαση του άρθρου 7 του Κεφ.
  9. Η υπό εξέταση αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα και/ή μετά παρέλευση περί των 10 ετών από την καταχώρηση της αγωγής και/ή κατά προχωρημένο στάδιο της ακρόασης της υπόθεσης.
  10. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η αίτηση 1 θα στερηθεί του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη.» Ο εναγόμενος, προς υποστήριξη της ένστασής του προέβη σε ένορκη δήλωση, στην οποία, μεταξύ άλλων (εκτός του ότι επαναλαμβάνει τους παραπάνω λόγους ένστασης) αναφέρει τα εξής: Εξ όσων γνωρίζει η ενάγουσα είχε στην κατοχή της αντίγραφο του πληρεξουσίου εγγράφου από τις 4/6/2007, δηλαδή, τότε που υπογράφτηκε. Δεν το είδε για πρώτη φορά κατά την ακρόαση της αγωγής και ούτε έμαθε για το περιεχόμενό του για πρώτη φορά κατά το στάδιο της ακρόασης, όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της. Ήταν κάτι που γνώριζε προηγουμένως και θα μπορούσε είτε να το περιλάβει αρχικά στην αγωγή της ή να αιτηθεί την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και όχι τώρα, μερικές βδομάδες πριν την καταχώρηση των τελικών αγορεύσεων. Με την αιτούμενη τροποποίηση αιτείται να προστεθεί ως νομικό θέμα, η ακυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου, λόγω μη τήρησης, δήθεν, των προνοιών του άρθρου 7 του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφ.
  11. Τούτο, μάλιστα, τη στιγμή που τα γεγονότα ήταν σε γνώση της και θα μπορούσε - αν επιθυμούσε - να το πράξει με την καταχώρηση της αγωγής ή έστω, εντός των 9 χρόνων που παρέλευσαν από την καταχώρηση μέχρι και την εκδίκασή της ή ακόμη κατά την προηγούμενη τροποποίηση στην προέβη κατά τις 5/10/
  12. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης, θα στερηθεί του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη. Η υπεράσπισή του συγκεντρώθηκε στον ισχυρισμό ότι το επίδικο πληρεξούσιο είναι πλαστογραφημένο και τίποτε άλλο. Εξ όσων γνωρίζει και εξ όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, η παροχή άδειας για τροποποίηση δικογράφου σε προχωρημένο στάδιο της δίκης, όπως εν προκειμένω, ασκείται με φειδώ από το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η προβολή νέου λόγου για ακυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου στο προχωρημένο στάδιο που έχει φθάσει η υπόθεση, ανατρέπει την πορεία της διαδικασίας και επηρεάζει τη δικαιώματά του, ως εναγόμενος. Δε θα ήταν ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου

(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.»» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.825: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20 Μαρτίου, 2014 σύμφωνα με την οποία: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Και σε άλλο σημείο (πιο κάτω): «Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United SeaTransport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Η ενάγουσα καθώς ήδη έχει αναφερθεί προκειμένου να αιτιολογήσει το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, στην υποστηρικτική της, ένορκη δήλωσή της ισχυρίζεται ότι κατά την ακρόαση της αγωγής, ο εναγόμενος 1 στα πλαίσια της μαρτυρίας του παρουσίασε δήλωση του πιστοποιούντος υπαλλήλου που πιστοποίησε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο, ότι δεν τη γνώριζε προσωπικά. Όπως φαίνεται στο πληρεξούσιο, προστίθεται, δεν υπάρχουν σ' αυτό υπογραφές των δυο μαρτύρων που να επιβεβαιώνουν την ταυτότητά της. Το γεγονός αυτό, δεν το γνώριζε προηγουμένως και το έμαθε για πρώτη φορά κατά την ακρόαση της αγωγής, όταν η πλευρά του εναγόμενου 1 παρουσίασε σχετική γραπτή μαρτυρία από μέρους του πιστοποιούντος υπαλλήλου. Επειδή, κατά τη μελέτη της υπόθεσης, για σκοπούς ετοιμασίας της παρούσας απόφασης διαπίστωσα ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι ο εναγόμενος 1, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του παρουσίασε δήλωση του πιστοποιούντος υπαλλήλου που πιστοποίησε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο ότι δεν τη γνώριζε προσωπικά, εκ πρώτης όψεως, δε φαινόταν να επιβεβαιώνεται, επανάνοιξα την αίτηση και στην παρουσία του ευπαίδευτου δικηγόρου του εναγόμενου 1 ζήτησα από την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας, διευκρινήσεις. Σ' αυτό το πλαίσιο, απ' όσα αναφέρθηκαν τόσο από την κα Λάμπρου που είχε εμφανιστεί για την ενάγουσα όσο και από τον κ. Φιλίππου, ο οποίος εμφανίστηκε για τον εναγόμενο 1, κατέστη σαφές, ότι η σχετική αναφορά (την οποία υπογραμμίζω στην προηγούμενη παράγραφο) παραπέμπει στη γραπτή κατάθεση του πιστοποιούντος υπαλλήλου, xxxxx Αρσαλίδη, στην Αστυνομία (τεκμήριο 24), η οποία παρουσιάστηκε από την Ιωάννα Παυλίδου (Μ.Υ.4), καθ' ον χρόνο παρουσίαζε τη μαρτυρία του ο εναγόμενος
  1. Και με δεδομένο ότι ο πιστοποιών υπάλληλος - που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι πιστοποίησε τη φερόμενη, ως υπογραφή της ενάγουσας στο επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο -, στην εν λόγω κατάθεσή του στην Αστυνομία, ημερομηνίας 24/3/2009, είναι γεγονός, ότι αναφέρει πως όταν πιστοποίησε το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο που του υποδείχθηκε από την Αστυνομία, το οποίο αφορά στην ενάγουσα, στο μέρος ήταν παρούσα και μια κοπέλα, που δε θυμόταν την περιγραφή της, μα ούτε και ζήτησε την ταυτότητά της και ο λόγος ήταν επειδή υπέθεσε ότι είναι η υποφαινόμενη που αναγράφεται στο πληρεξούσιο, την οποία αν έβλεπε εκείνη την τώρα, δε θα αναγνώριζε και με δεδομένο επίσης, ότι τη συγκεκριμένη κατάθεση (τεκμήριο 24), στο Δικαστήριο παρουσίασε μάρτυρας του εναγόμενου 1, μόλις στις 15/11/2019 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 26/11/2019, δηλαδή, 11 μόλις, μέρες, αργότερα, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια, ενώ θεωρώ καθ' όλα δικαιολογημένο το χρόνο που επέλεξε η ενάγουσα για να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, την ίδια ώρα θεωρώ αβάσιμους και τους τρεις πρώτους λόγους ένστασης του εναγόμενου 1 στην αίτηση και φυσικά, το ίδιο ισχύει και για την υποστηρικτική τους μαρτυρία: Καταρχήν, ο ισχυρισμός του εναγόμενου 1, ότι η ενάγουσα, εξ όσων γνωρίζει είχε στην κατοχή της αντίγραφο του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου, από τις 4/6/2007, δηλαδή, τότε που υπογράφτηκε, είναι τουλάχιστον ατυχής. Αυτό, επειδή αποβλέπει στο να με παρασύρει να δεχτώ την εκδοχή του αναφορικά με το πλέον κρίσιμο επίδικο θέμα της αγωγής (που αφορά στον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο, δυνάμει του οποίου έγινε η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου της επ' ονόματι του ιδίου, έγινε με τη χρήση πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου, εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεσή της), παραγνωρίζοντας ότι η παρούσα διαδικασία είναι ενδιάμεση και στο πλαίσιό της δεν επιτρέπεται η εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα αμφισβητούμενα θέματα/γεγονότα της αγωγής. Απ' εκεί και πέρα, δεν είναι ορθό ότι η ενάγουσα στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, αναφέρει πως είχε δει για πρώτη φορά το επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο κατά την ακρόαση της αγωγής. Αυτό που αναφέρει η ενάγουσα στην ένορκη δήλωσή της και συγκεκριμένα, στην παράγραφο 2 - το οποίο αποτελεί γεγονός - είναι ότι κατά την ακρόαση της αγωγής, ο εναγόμενος παρουσίασε τη δήλωση του πιστοποιούντος υπαλλήλου που πιστοποίησε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο (δηλαδή, τη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία - τεκμήριο 24, ανωτέρω -), ότι δεν τη γνώριζε προσωπικά. Τα όσα αναφέρει στη συνέχεια για το επίδικο πληρεξούσιο, στην ίδια παράγραφο, είναι σε συνάρτηση με τα προηγούμενα και, στο σύνολό τους αποβλέπουν, από τη μια, να τεκμηριώσουν το λόγο για τον οποίο ζητά να της επιτραπεί να προσθέσει στην έκθεση απαίτησης την προτεινόμενη παράγραφο 7, που είναι ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο είναι άκυρο και από την άλλη (σε συνδυασμό και με τον ισχυρισμό της, της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσής της, ότι το γεγονός ότι ο πιστοποιών υπάλληλος, στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία, αναφέρει πως δεν τη γνώριζε, το έμαθε για πρώτη φορά κατά την ακρόαση της αγωγής, όταν η πλευρά του εναγόμενου παρουσίασε την εν λόγω κατάθεση του πιστοποιούντος υπαλλήλου), να δικαιολογήσει το χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Πουθενά στην εν λόγω ένορκη δήλωσή της, ισχυρίζεται πως είχε δει το συγκεκριμένο έγγραφο κατά την ακρόαση της αγωγής. Και με δεδομένο ότι αυτό κατατέθηκε εκ μέρους της, ως τεκμήριο κατά τη δίκη και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, θα ήταν και αφελές να ισχυριζόταν κάτι τέτοιο. Ειδικά για το 2ο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση, η ενάγουσα προσπαθεί να προσθέσει νέο νομικό θέμα και συγκεκριμένα, τον ισχυρισμό ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο είναι άκυρο κατά παράβαση του άρθρου 7 του Κεφ. 39, προστίθενται τα εξής: Το πρώτο που θέλω να πω είναι να επαναλάβω την προμνησθείσα νομολογιακή αρχή - από την Παπαχρυσοστόμου (ανωτέρω) - σύμφωνα με την οποία, η εισαγωγή ενός νέου θέματος δε συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. Τα ίδια περίπου λέχθηκαν και στην Ikos Cif Ltd (ανωτέρω επίσης) σύμφωνα με την οποία (για να επαναλάβω): «Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Απ' εκεί και πέρα, με την αυτονόητη διευκρίνιση ότι σ' αυτό το στάδιο, ασφαλώς δεν αποφαίνομαι κατά πόσο η θέση που η ενάγουσα επιδιώκει να εισάξει στην έκθεση απαίτησης με την αιτούμενη τροποποίηση, νομικά είναι ορθή, εντούτοις, με μόνο λόγο, ότι είναι ο εναγόμενος 1, μέσω της δικής του μαρτυρίας που έχει θέσει το πραγματικό υπόβαθρο που αποτέλεσε το έναυσμα για την ενάγουσα να θέλει να εισάξει τη συγκεκριμένη θέση, έχω τη γνώμη, ότι ο εναγόμενος 1 κωλύεται εγείρει το συγκεκριμένο λόγο ένστασης, ως λόγο απόρριψης της αίτησης. Ούτε και μου διαφεύγει ότι συναφώς με αυτόν, στην ένορκη δήλωσή του, δεν ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, αυτό θα έχει καταλυτικές συνέπειες για την υπόθεσή του. Υπεισέρχομαι τώρα και στον 4ο - και τελευταίο - λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης, ο εναγόμενος 1 θα στερηθεί του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη. Και τούτο, επειδή, όπως αναφέρει ενόρκως ο ίδιος, η υπεράσπισή του συγκεντρώθηκε στον ισχυρισμό (εννοεί της ενάγουσας), ότι το επίδικο πληρεξούσιο είναι πλαστογραφημένο και τίποτε άλλο. Ακολουθεί η θέση μου: Είναι γεγονός, ότι έναντι του δικογραφημένου ισχυρισμού της ενάγουσας, ότι η μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου ακινήτου της επ' ονόματι του εναγόμενου 1 έγινε με τη χρήση πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου, εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεσή της, η βασική υπερασπιστική θέση του εναγόμενου 1 είναι ότι η εν λόγω μεταβίβαση έγινε δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου, το οποίο υπόγραψε η ενάγουσα, στις 4/6/2007, ενώπιον του πιστοποιούντος υπαλλήλου, xxxxx Αρσαλίδη. Απ' εκεί και πέρα αποτελεί επίσης γεγονός, ότι η ενάγουσα, ναι μεν καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση - καθ' όλα δικαιολογημένα -εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας, πλην όμως, η οποία κρίνεται σε χρόνο, μετά την ουσιαστική συμπλήρωση της ακρόασης. Αυτό, έχοντας υπόψη ότι, το μόνο που απομένει είναι η υποβολή των τελικών αγορεύσεων, στις 11/2/
  2. Με αυτό δεδομένο, το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Σε περίπτωση που δεχθώ την αίτηση και επιτρέψω την αιτούμενη τροποποίηση, ευσταθεί η θέση του εναγόμενου 1 ότι θα στερηθεί του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, για να επαναλάβω καθώς ήδη έχει αναφερθεί (βλ. την Preece, ανωτέρω), αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Απ' εκεί και πέρα, δεδομένου ότι ο χρόνος που η ενάγουσα επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση είναι δικαιολογημένος και έναυσμα καταχώρησής της αποτελεί μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο εναγόμενος 1, μερικές, μόλις, μέρες, προηγουμένως, το γεγονός ότι αυτός - όπως ισχυρίζεται -συγκέντρωσε την υπεράσπισή του στον ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο είναι πλαστογραφημένο, σε καμιά περίπτωση καθιστά βάσιμη τη θέση του ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, θα στερηθεί του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη. Από τη στιγμή που ο ίδιος, για τους δικούς του λόγους επέλεξε να παρουσιάσει την κατάθεση του πιστοποιούντος υπαλλήλου, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, εκτός κι αν εθελοτυφλούσε, όφειλε να αναμένει ή τουλάχιστον, να μην αποκλείει το ενδεχόμενο η ενάγουσα, να προσπαθήσει κι αυτή για τους δικούς της λόγους, να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που ίδιος της είχε δώσει. Εν πάση περιπτώσει, παρότι η φύση του θέματος που η ενάγουσα θέλει να εισάξει στα δικόγραφά της είναι τέτοια, οπότε ομολογώ πως δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς θα διαφοροποιείτο η θέση του εναγόμενου 1 συναφώς με το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη, ακόμη κι αν το συγκεκριμένο θέμα περιλαμβανόταν εξ υπαρχής στην έκθεση απαίτησης της ενάγουσας, εντούτοις, σε περίπτωση που επιτρέψω την αιτούμενη τροποποίηση, εάν συνεπεία αυτής, ο εναγόμενος θεωρεί ότι τίθεται θέμα προσαγωγής περαιτέρω μαρτυρίας εκ μέρους του, είτε ακόμη, επανακλήτευσης οποιουδήποτε μάρτυρα της ενάγουσας, για σκοπούς περαιτέρω αντεξέτασης, δικαιούται να υποβάλει σχετικό αίτημα, το οποίο ασφαλώς, καθηκόντως, οφείλω να εξετάσω. Ακολουθεί ότι και αυτός ο λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Συγκεφαλαιώνοντας - για να καταλήξω -, ενώ από τη μια θεωρώ καθ' όλα δικαιολογημένη και αναγκαία την αιτούμενη τροποποίηση, για σκοπούς ορθής, δίκαιης και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, από την άλλη, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, έκταση καθώς και το περιεχόμενο της αιτούμενης τροποποίησης, σε περίπτωση που την επιτρέψω, δε θεωρώ ότι ο εναγόμενος 1 θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Και με δεδομένο ότι κανένας λόγος ένστασης στην αίτηση, είναι βάσιμος, η αίτηση γίνεται αποδεκτή. Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος (Α) της αίτησης. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Η υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 5 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος της ενάγουσας. Στο σύνολό τους, θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ- Subject: Civil/Interim (Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης έκθεσης απαίτησης.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.