← Κύπρος

BANK-CYPRUS LIMITED ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 220/2018, 28/2/2020

BANK-CYPRUS LIMITED ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 220/2018, 28/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 220/2018 Αναφορικά με τους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμους του 1965 έως 2018, άρθρα 44ΙΗ-44ΚΒ. Μεταξύ: ΧΧΧ BANK-CYPRUS LIMITED, από τη Λευκωσία Αιτήτριας/Εφεσείουσας και

  1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, από τη Λευκωσία
  2. ΧΧΧ Ευθυβούλου, από την Πάφο
  3. ΧΧΧ Αδαμίδου, από την Πάφο Καθ' ων η αίτηση/Εφεσιβλήτων Ημερομηνία: 28.02.20 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Εφεσείουσα: κος Ε. Κορακίδης για κ.κ. ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η αίτηση 1/Εφεσίβλητο 1: κος Α. Μελάς Για Καθ' ων η αίτηση 2 & 3/Εφεσίβλητους 2 & 3: κα Κ. Χαραλάμπους για κ. Κ. Χ. Σιαηλή ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αίτηση-έφεση καταχωρήθηκε στις 30.08.18 δυνάμει των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/12965) μετά των συναφών τροποποιήσεων και μ' αυτήν η Αιτήτρια/Εφεσείουσα αιτείται τα εξής: Α. Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται ή/και ακυρώνεται η απόφαση/ειδοποίηση ημερ. 02.08.18 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου για τη μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/χχχ48, τεμάχιο χχχ2, Φ/Σχ. χχ/χχχχ06 του Δήμου Πάφου στην ΧΧΧ Αδαμίδου (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση 3/Εφεσίβλητη 3') και τη διαγραφή του εμπράγματου βάρους ΕΒ XXXXX/
  4. Β. Δήλωση ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΓ του Ν.9/1965 συγκρούονται με το άρθρο 23 του Συντάγματος στην έκταση που επιτρέπουν τη διαγραφή του εμπράγματου βάρους χωρίς προσφορά εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης. Γ. Οποιαδήποτε θεραπεία κρίνει το Δικαστήριο ως δίκαιη και λογική να χορηγήσει. Δ. Έξοδα. Η παρούσα αίτηση-έφεση εδράζεται στα άρθρα 12, 44ΙΣΤ-44ΚΖ, 51 και στο Μέρος Ι του Πρώτου Παραρτήματος του Ν.9/1965, στα άρθρα 80 και 81 του Κεφ.224, στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 έως 2007, στα άρθρα 53-62 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) και στα άρθρα 23 και 35 του Συντάγματος. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα επιδιώκει την παροχή των προαναφερομένων θεραπειών επί των πιο κάτω λόγων, το περιεχόμενο των οποίων θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιο: "(α) Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι αδικαιολόγητη, άκυρη, παράνομη και λανθασμένη διότι απαλλοτριώνει περιουσία της αιτήτριας/εφεσείουσας χωρίς την προσφορά εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης και θέτει σε κίνδυνο ή/και εκμηδενίζει την προοπτική ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 4/3/14, παραβιάζοντας το συνταγματικό δικαίωμα περιουσίας της αιτήτριας/εφεσείουσας. (β) Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι αδικαιολόγητη, άκυρη, παράνομη και λανθασμένη διότι στηρίζεται στις πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΓ των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως 2018 οι οποίες συγκρούονται με το άρθρο 23 του Συντάγματος και παραβιάζουν το συνταγματικό δικαίωμα περιουσίας της αιτήτριας/εφεσείουσας." Η υπό κρίση αίτηση-έφεση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧ Μιτσή, η οποία εργάζεται στην υπηρεσία της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. Στην ένορκη δήλωση αυτή επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια καθώς επίσης περιέχονται γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση-έφεση και που σύμφωνα με την αιτήτρια/εφεσείουσα δικαιολογούν την επιτυχία της. Σύνοψη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης περιλαμβάνει αναφορά ότι στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. XXXXX/12 στο Ε.Δ. Πάφου η Αιτήτρια/Εφεσείουσα εξασφάλισε προς όφελος της δικαστική απόφαση ημερ. 04.03.14 εναντίον, μεταξύ άλλων, της ΧΧΧ Ευθυβούλου (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση 2/Εφεσίβλητη 2'). Αντίγραφο της εν λόγω δικαστικής απόφασης επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας ως Τεκμήριο 'Α'. Ένεκα αυτής της εξέλιξης, περί τις 23.04.14 η Αιτήτρια/Εφεσείουσα ενέγραψε την πιο πάνω δικαστική απόφαση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου ως επιβάρυνση επί της ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 με αριθμό Ε.Β. XXXXX/2014 (στο εξής 'ΜEMO' ή 'εμπράγματο βάρος'). Πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας ως Τεκμήριο 'Β'. Μέρος της ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 που επιβαρύνθηκε με την εγγραφή της εν λόγω δικαστικής απόφασης ήταν το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, τεμάχιο XXXXX, φ/σχ. 51/100306, διαμέρισμα στο Δήμο Πάφου (στο εξής το 'διαμέρισμα' ή 'ακίνητο'). Βάση έρευνας και ακολούθως εκτίμησης που διεξήχθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας η αξία του διαμερίσματος ανέρχεται στα €88.
  5. Έντυπο ηλεκτρονικής έρευνας στη διαδικτυακή πύλη του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αναφορικά με την εκτίμηση του διαμερίσματος επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας ως Τεκμήριο 'Ε'. Περαιτέρω σημειώνεται ότι περί τις αρχές Ιουλίου 2018 ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου ειδοποίησε την Αιτήτρια/Εφεσείουσα ότι είχε πρόθεση να εγγράψει το επίμαχο διαμέρισμα, ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2, στο όνομα της ΧΧΧ Αδαμίδου (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση 3/Εφεσίβλητη 3') δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 22.07.02, το οποίο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο το έτος 2016 (ΠΩΕ XXXXX/2016), καθώς επίσης να διαγράψει το ΜΕΜΟ Ε.Β. XXXXX/
  6. Αντίγραφο γραπτής ειδοποίησης του κτηματολογίου επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας ως Τεκμήριο 'ΣΤ'. Στις 25.07.18 η Αιτήτρια/Εφεσείουσα αντέδρασε υποβάλλοντας ένσταση δια δικηγόρου, η οποία όμως απορρίφθηκε με την υπό κρίση απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής ο 'Διευθυντής') που γνωστοποιήθηκε περί τις 17.08.18 με σχετική επιστολή του ημερ. 02.08.
  7. Αντίγραφο ένστασης και επιστολής του Διευθυντή ημερ. 02.08.18 επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας ως Τεκμήρια 'Ζ' και 'Η' αντίστοιχα. Στην πορεία και συγκεκριμένα στις 03.09.18 εκδόθηκε ενδιάμεσο διάταγμα που προσωρινά ανάστελλε την ισχύ της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή (Καθ' ου η αίτηση 1/Εφεσίβλητο 1) μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης αυτής, το οποίο στις 11.09.18 κατέστη απόλυτο. Στις 11.10.18 η Καθ' ης η αίτηση 2/Εφεσίβλητη 2, καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση κυρίως αίτηση επί 35 λόγων που καταγράφονται στο σώμα της ένστασης, οι οποίοι, αφού ομαδοποιηθούν ανάλογα με το στοιχείο που πραγματεύονται, είναι οι εξής:

(1)Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή πάσχει νομικά ενώ η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι αντικανονική και/ή βασίζεται σε λανθασμένα και/ή αναληθή και/ή παραπλανητικά γεγονότα και/ή ισχυρισμούς.
(2)Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας και περιφρόνηση των δικαιωμάτων τόσο της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 υπό την ιδιότητα του πωλητή όσο και της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης 3 υπό την ιδιότητα του αγοραστή.
(3)Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκαλύπτει ουσιαστικά γεγονότα τα οποία αφορούν την υπόθεση.
(4)Η επίδικη απόφαση/ειδοποίηση του Διευθυντή είναι ορθή, νομότυπη, έγκυρη, δικαιολογημένη και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την κυπριακή νομοθεσία και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, χωρίς να έχει ληφθεί υπό πλάνη των πραγμάτων και/ή καθ' υπέρβαση των εξουσιών του.
(5)Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξασφάλιση των αιτουμένων διαταγμάτων και ούτε η Αιτήτρια/Εφεσείουσα παρουσίασε σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση τους.
(6)Δεν είναι εύλογο και/ή ορθό και/ή δίκαιο και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
(7)Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 44ΚΒ
(3)του Ν.9/1965 και/ή του Κανονισμού 6(α)-(δ) των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμών του 2015 ενώ παράλληλα ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 44Κ
(1)του Ν.9/1965 και/ή ο Κανονισμός 4(α)-(ε) των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμών του 2015.
(8)Δεν έχει αποδειχτεί ότι η Αιτήτρια/Εφεσείουσα θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά και κανένα δικαίωμα της επηρεάζεται από την ειρημένη μεταβίβαση επειδή το εν λόγω ΜΕΜΟ επιβαρύνει και άλλο ακίνητο της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 από το οποίο εξασφαλίζεται η απαίτηση της.
(9)H Αιτήτρια/Εφεσείουσα προβάλλει αόριστους και/ή γενικούς ισχυρισμούς περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του Ν.9/1965, όπως τροποποιήθηκε, με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πως ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις πρόνοιες του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέραν από κάθε αμφιβολία αντισυνταγματικές προωθώντας αντικανονικά και/ή εσφαλμένα μεθοδολογία περί αντισυνταγματικότητας νομοθετημάτων. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 στηρίζεται, ανάμεσα σ' άλλα, στα άρθρα 1-7, 80 και 81 του Κεφ.224, στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 και 1967 και τροποποιητικό (αρ.2) διαδικαστικό κανονισμό του 2006, στα άρθρα 23, 25, 26, 28-30, 35, 144, 152, 155, 158, 179 και όχι μόνο του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στα άρθρα 12, 16-19, 21-36, 44ΙΣΤ-44ΚΖ και 51 του Ν.9/1965, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στις συμφυείς εξουσίες, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η εν λόγω ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2, στην οποία περιέχονται γεγονότα και επισυνάπτονται έγγραφα ως τεκμήρια που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της αίτησης. Στην ένορκη δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι επί τους οποίους η ένσταση εδράζεται. Πέραν αυτού όμως υπάρχει αναφορά ότι περί τις 22.07.02 συνομολογήθηκε και υπογράφηκε συμφωνητικό έγγραφο πώλησης του επίμαχου ακινήτου από την Καθ' ης η αίτηση 2/Εφεσίβλητη 2, η οποία ήταν η αποκλειστική εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του, στην Καθ' ης η αίτηση 3/Εφεσίβλητη 3 έναντι του ποσού των Λ.Κ.£25.000 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας). Αντίγραφο του εν λόγω συμφωνητικού εγγράφου και τίτλου ακίνητης ιδιοκτησίας του επίμαχου ακινήτου επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, από την ημερομηνία αγοράς του η Καθ' ης η αίτηση 3/Εφεσίβλητη 3 κατέχει το επίμαχο διαμέρισμα, στο οποίο και κατοικεί. Το δε τίμημα πώλησης του εν λόγω ακινήτου έχει εξοφληθεί. Γραπτή δήλωση της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 ημερ. 26.04.16 που επιβεβαιώνει εξόφληση του τιμήματος πώλησης και παράλληλα δηλώνει ότι συγκατατίθεται στην κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο κτηματολόγιο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 ως Τεκμήριο
  1. Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο, το οποίο σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα ουδέποτε τερματίστηκε ή ακυρώθηκε, κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου ως ΠΩΕ XXXXX/
  2. Όπως ακόμη η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, η συνομολόγηση και υπογραφή του πιο πάνω πωλητηρίου εγγράφου προηγήθηκε τόσο του δανείου που της χορηγήθηκε από την Αιτήτρια/Εφεσείουσα όσο και της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε γι' αυτό στην αγωγή υπ' αρ. XXXXX/12 του Ε.Δ. Πάφου. Συμπληρωματικά η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι το ΜΕΜΟ Ε.Β.713/2014 που δημιουργήθηκε με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης επί της ακίνητης περιουσίας της επιβαρύνει, εκτός από το επίμαχο διαμέρισμα και άλλο ακίνητο του οποίου η αγοραία αξία του δυνάμει εκτίμησης του έτους 2013 ανέρχεται στα €342.400,00, η οποία υπερκαλύπτει το εξ' αποφάσεως χρέος. Κατά τη γνώμη της ενόρκως δηλούσας τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι το λαβείν της Αιτήτριας/Εφεσείουσας είναι εξασφαλισμένο ενώ παράλληλα αποδεικνύουν ότι ουδεμία ζημιά αυτή έχει υποστεί ή θα επωμιστεί ένεκα της σκοπούμενης εγγραφής του επίμαχου διαμερίσματος στο όνομα της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης
  3. Καταλήγοντας η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η προώθηση της υπό κρίση αίτησης είναι καταχρηστική δεδομένης της μη προσκόμισης μαρτυρίας από την Αιτήτρια/Εφεσείουσα που να αποδεικνύει τη λήψη οποιουδήποτε άλλου μέτρου εκτέλεσης της πιο πάνω δικαστικής απόφασης ή ενέργειας προς εξασφάλιση του λαβείν της. Την ίδια ημέρα που η Καθ' ης η αίτηση 2/Εφεσίβλητη 2 καταχώρησε ένσταση, ήτοι στις 11.10.18, καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση κυρίως αίτηση από την Καθ' ης η αίτηση 3/Εφεσίβλητη
  4. Στο σώμα της ένστασης καταγράφονται επίσης 35 λόγοι επί των οποίων αυτή εδράζεται που διαπιστώνονται να είναι ίδιοι μ' αυτούς επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης
  5. Η νομική βάση της ένστασης της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης 3 είναι η ίδια μ' αυτήν της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης
  6. Το δε περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης στην οποίαν προβαίνει η Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης 3 προς υποστήριξη της ένστασης της είναι πανομοιότυπο μ' αυτό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης
  7. Τα δε έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης 3 είναι σχεδόν τα ίδια μ' αυτά που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης
  8. Κρίνω περιττό να προβώ σε εκ νέου αναφορά σ' αυτά. Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση κυρίως αίτηση καταχώρησε και η Καθ' ης η αίτηση 1/Εφεσίβλητη 1, κάτι που έγινε στις 13.03.
  9. Στο σώμα της ένστασης σημειώνονται 16 λόγοι, οι οποίοι, αφού ομαδοποιηθούν ανάλογα με το στοιχείο που πραγματεύονται, είναι οι εξής:
(1)Η υπό κρίση απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή, νόμιμη, αιτιολογημένη, σύμφωνη με το Σύνταγμα, με την με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με τους κανόνες επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης.
(2)Δεν επηρεάζονται δικαιώματα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας από την απόφαση του Διευθυντή αλλά αν ήθελε φανεί ότι υπάρχει επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, αυτή γίνεται κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό προς προστασία δικαιώματος τρίτου προσώπου, ήτοι της αγοράστριας του επίδικου ακινήτου.
(3)Η αγοράστρια έχει εξοφλήσει πλήρως το τίμημα πώλησης και συνεπώς δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου.
(4)Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δεν επηρεάζεται από την προτιθέμενη μεταβίβαση επειδή το ΜΕΜΟ Ε.Β. XXXXX/2014 επιβαρύνει και άλλα ακίνητα της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2, από τα οποία εξασφαλίζεται η απαίτηση της.
(5)Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δεν επηρεάζεται και/ή δεν επηρεάζεται άμεσα από την απόφαση του Διευθυντή καθότι το ΜΕΜΟ Ε.Β. XXXXX/2014 ουδέποτε την εξασφάλιζε κατά προτεραιότητα έναντι των υπόλοιπων εμπράγματων δανειστών.
(6)Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα έχει απεμπολήσει και/ή κωλύεται να επικαλεστεί παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος της από την απόφαση του Διευθυντή λόγω της αρχής της εγκατάλειψης και/ή λόγω ολιγωρίας.
(7)Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δεν εγείρει με σαφήνεια τα θέματα αντισυνταγματικότητας που επικαλείται ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να τα εξετάσει αλλά προβάλλει γενικές και αόριστες αναφορές αντιβαίνοντας τις αρχές που θέτει η νομολογία για τον έλεγχο της αντισυνταγματικότητας των νόμων, χωρίς να ανατρέπουν το μαχητό τεκμήριο κανονικότητας και/ή να τεκμηριώνουν ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Ν.9/1965 και/ή ο Ν.139(Ι)/2015είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικός. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Καθ' ης η αίτησης 1/Εφεσίβλητης 1 βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ και 51 και όχι μόνο του Ν.9/1965, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στους Κανονισμούς 5
(1)και 7 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στα άρθρα 80 και 81 του Κεφ.224, στον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 (Ν.81(Ι)/2011), στα άρθρα 23, 26, 28, 29, 30 και όχι μόνο του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τα Πρωτόκολλα της, στη σχετική επί του θέματος νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η εν λόγω ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου ΧΧΧ Ζίγκα, Κτηματολογικού Λειτουργού και Υπεύθυνου του Κλάδου Εγγραφής στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτησης 1/Εφεσίβλητης 1, στην οποία περιέχονται γεγονότα και επισυνάπτονται έγγραφα ως τεκμήρια που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της αίτησης. Στην ένορκη δήλωση καταγράφονται γεγονότα που διαδραματίστηκαν. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της μπορεί να λεχθεί ότι στις 19.07.16 η Καθ' ης η αίτηση 3/Εφεσίβλητη 3 υπέβαλε αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με την οποία ζητούσε να εγγραφεί το επίμαχο ακίνητο στο όνομα της δυνάμει σύμβασης πώλησης με αριθμό ΠΩΕ XXXXX/2016, η οποία είχε κατατεθεί στην πιο πάνω υπηρεσία στις 13.07.16 κατόπιν διατάγματος του Ε.Δ. Πάφου ημερ. 28.06.
  1. Αντίγραφο αίτησης, σύμβασης πώλησης και δικαστικού διατάγματος επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 'Α', 'Β' και 'Γ' αντίστοιχα. Με την αίτηση επισυνάπτονται βεβαιώσεις εξόφλησης του τιμήματος πώλησης και καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, δημοτικού τέλους και χρέωσης από το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Πάφου. Οι εν λόγω βεβαιώσεις επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 'Δ' και 'Ε'. Η πρόθεση του Διευθυντή να προχωρήσει με εγγραφή του τίτλου του επίμαχου ακινήτου εις το όνομα της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης 3 γνωστοποιήθηκε στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα με διπλοσυστημένη επιστολή ταχυδρομείου του ημερ. 11.06.16 (Τύπος 'ΙΕ'). Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 'Ζ'. Στις 25.07.18 η Αιτήτρια/Εφεσείουσα υπέβαλε ένσταση στην σκοπούμενη μεταβίβαση (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 'Η'). Με επιστολή του ημερ. 02.08.18 που αποστάληκε στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα ο Διευθυντής απέρριψε την ένσταση της, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 'Θ'. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών το ΜΕΜΟ Ε.Β. XXXXX/2014 ουδέποτε παρείχε στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα άμεση εξασφάλιση επειδή έπεται άλλων εμπραγμάτων βαρών που επιβαρύνουν την ακίνητη περιουσία της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης
  2. Σύμφωνα ακόμη με τον ενόρκως δηλών, η επιβάρυνση και άλλου ακινήτου του οποίου η ιδιοκτησία ανήκει στην Καθ' ης η αίτηση 2/Εφεσίβλητης εκτιμημένης αξίας €342.400 μέσω του ιδίου ΜΕΜΟ, παρέχει εξασφάλιση στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα ως προς το εξ' αποφάσεως ποσό που επιδικάστηκε προς όφελος της με αποτέλεσμα να μην επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα της. Πιστοποιητικό έρευνας που περιέχει λεπτομέρειες για την ακίνητη περιουσία της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 'Ι'. Η διαδικασία μεταβίβασης ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.9/1965). Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το σκοπούμενο προς μεταβίβαση ακίνητο είτε επιβαρύνεται με ΜΕΜΟ είτε είναι υποθηκευμένο δυνάμει σχετικής σύμβασης υποθήκης καταχωρημένη στο κτηματολόγιο. Εξέτασα με προσοχή τις διατάξεις του Ν.9/1965 και συναφείς κανονισμούς στους οποίους η εν λόγω νομοθεσία παραπέμπει, όπως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Αντικείμενο κρίσης στην παρούσα υπόθεση αποτελούν τα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ του Ν.9/1965, τα οποία εισήχθηκαν στην εν λόγω νομοθεσία με τον τροποποιητικό Ν. 139(Ι)/
  3. Σκοπός της εισαγωγής των εν λόγω άρθρων είναι η προστασία των εγκλωβισμένων αγοραστών που πληρούν τα κριτήρια και έχουν προβεί στη διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις των πιο πάνω άρθρων της κείμενης νομοθεσίας. Θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε πρόνοιες ορισμένων τέτοιων άρθρων. Με βάση το άρθρο 44ΙΘ του Ν.9/1965 η μεταβίβαση ενός ακινήτου εις το όνομα αγοραστή διενεργείται είτε αυτεπάγγελτα από το ∆ιευθυντή είτε έπειτα από την υποβολή σε αυτόν αίτησης, μεταξύ άλλων, από τον αγοραστή ή τον πωλητή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο. Στην περίπτωση που υποβληθεί αίτηση, ο Διευθυντής προβαίνει σε εξέταση της μέσα από την οποίαν διερευνά εάν πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις (άρθρο 44Κ
(1)): (α) κατά πόσο έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, και (β) εάν υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου. Στην περίπτωση που δεν έχει εξοφληθεί το τίμημα πώλησης η αίτηση παραμένει σε εκκρεμότητα και εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου 44Κ του Ν.9/1965. Ωστόσο όταν πληρούνται οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις του εδαφίου 1 του άρθρου 44Κ, ο ∆ιευθυντής, δυνάμει του άρθρου 44ΚΒ
(1), γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, µε την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης. Όπως σημειώνεται στο άρθρο 44ΚΒ
(2)του Ν.9/1965, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα µε τις διατάξεις του εδαφίου
(3)του εν λόγω άρθρου, ο ∆ιευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, όπως για παράδειγμα είναι ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένσταση. Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται νομοθετικά από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44ΚΒ. Ειδικότερα το επηρεαζόμενο πρόσωπο δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα µε το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο ∆ιευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση µμεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος ∆ικαστηρίου. Ο Διευθυντής εξετάζει την ένσταση και εφόσον διαπιστώσει ότι τεκμηριώνεται δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή. Εάν όμως διαπιστώσει ότι η ένσταση δεν τεκμηριώνεται προχωρεί στη μεταβίβαση του ακινήτου ως περιγράφηκε πιο πάνω με αναφορά στο άρθρο 44ΚΒ
(2). Η απόφαση του Διευθυντή στο ζήτημα αυτό δύναται να προσβληθεί από άτομο του οποίου τα συμφέροντα παραβλάπτονται από αυτήν. Το δικαίωμα του επηρεαζόμενου ατόμου να αμφισβητήσει απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου για μεταβίβαση και εγγραφή ενυπόθηκου ακινήτου εις το όνομα αγοραστή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)πηγάζει μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 51 του Ν.9/1965 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι πρόνοιες των άρθρων 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ.224) και οι περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του
  1. Συνδυασμένη μελέτη των άρθρων 80 του Κεφ.224 και 51 του Ν.9/1965 καθιστά αντιληπτό ότι το δικονομικό μέσο άσκησης του πιο πάνω δικαιώματος είναι η καταχώρηση αίτησης-έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Πρόκειται για πρωτόδικη διαδικασία που έχει τα χαρακτηριστικά εναρκτήριας δια κλήσεως αίτησης, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ή ένορκες δηλώσεις που περιέχουν γεγονότα σχετικά με την υπόθεση. Η δε διαδικασία εκδίκασης που ακολουθείται διεξάγεται με βάση τους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του
  2. Ειδικότερα ο Κανονισμός 5
(1)προνοεί κατά λέξει τα εξής: "Except as hereinbefore in these Rules or by Law otherwise expressed, all appeals and apllicatios to the Court under the Law shall be made by summons in Form 2, with such variations as circumstances may require, and shall be supported by affidavit or affidavits of the facts relied upon, and filed with the Registrar together with a copy of the Director's order, notice or decision appealed against." [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Προέκταση των πιο πάνω αποτελεί ο Κανονισμός 10
(3), όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2006, οι πρόνοιες του οποίου παρέχονται αυτούσιες: "Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών." [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η ακρόαση υπόθεσης, όπως η παρούσα αίτηση-έφεση, διεξάγεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης. Η ορθότητα της ερμηνείας στις πρόνοιες των πιο πάνω κανονισμών επιβεβαιώνεται από νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Αλέξη v. Aristo Developers Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 834 και Προκοπίου v. Ryan και άλλος
(2012)1 Α.Α.Δ. 1982. Το πλαίσιο εκδίκασης καθορίζεται από το σώμα της υπό κρίση αίτησης και των ενστάσεων που έχουν καταχωρηθεί, τα οποία καταγράφουν τις θέσεις και ισχυρισμούς των διαδίκων. Τα έγγραφα αυτά προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα που χρήζουν εξέτασης. Το δε περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν στην προκειμένη περίπτωση το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο και βάση αυτού θα εξεταστούν τα υπό κρίση ζητήματα. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης όλοι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε κυπριακή και ευρωπαϊκή νομοθεσία, σε νομικά συγγράμματα αλλά και σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε γραπτές αγορεύσεις που έχουν παραδώσει στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Προτού ασχοληθώ με τους λόγους επί τους οποίους εδράζεται η υπό κρίση αίτηση σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης, θα αναφερθώ στη διαδικασία που ο Διευθυντής ακολούθησε στη συγκεκριμένη περίπτωση μέχρι την γνωστοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης του στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι όλα τα γεγονότα που συνθέτουν τη διαδικασία αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων αφού οι διάδικοι παραπέμπουν στα ίδια περιστατικά μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την παρούσα αίτηση και ενστάσεις αντίστοιχα καθώς επίσης επισυνάπτουν κοινά έγγραφα. Συνακόλουθα τα γεγονότα αυτά αποτελούν χωρίς δεύτερη σκέψη ευρήματα του Δικαστηρίου. Το πλαίσιο εντός του οποίου ο Διευθυντής ασκεί την κρίση του σε περιπτώσεις κτηματολογικής φύσεως έχει καθοριστεί μέσα από τη νομολογία. Στην υπόθεση Κουμής v. Κούντουρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1312 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Όσο και αν η απόφαση του Διευθυντή στις περιπτώσεις αυτές είναι οιονεί δικαστική, εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της διοικητικής διαδικασίας την οποία ο Διευθυντής, ως διοικητικό όργανο, στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου σ' αυτή την περίπτωση, διεξάγει για την εκπλήρωση των ειδικών καθηκόντων που του αναθέτει ο Νόμος και την άσκηση των αντίστοιχων εξουσιών του. (Βλ. Constantinos Nicolaou Georghiou ν. Evangelia HjiGeorghiou HjiPhesa
(1970)1 CLR 58, Kafieros and Another v. Theocharous and Others
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemidis
(1982)1 CLR 442, Θεονίτσα Σωφρονίου Σολομώντος ν. Παναγιώτα Παπανεοκλή,
(1992)1 Α.Α.Δ. 906." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στις μεταγενέστερες υποθέσεις Αριστοτέλους v. X" Κυριάκου και άλλος
(2001)1Α Α.Α.Δ. 100 και Σωφρονίου Χρίστου Χατζησωφρονίου ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου του Αντώνη Χρίστου Χατζησωφρονίου v. Παναγιώτας Ονησιφόρου Δημοσθένους σύζ. Βάσου Βασιλείου
(2011)1 Α.Α.Δ.
  1. Όπως ήδη λέχθηκε προηγουμένως, ο μηχανισμός ελέγχου απόφασης του Διευθυντή από το Δικαστήριο προσφέρεται από το άρθρο 51 του Ν.9/1965 που παραπέμπει στο άρθρο 80 του Κεφ.
  2. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων του Διευθυντή είναι καλώς θεμελιωμένες μέσα από τη νομολογία. Το Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Ωστόσο το Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση (Kafieros and Another v. Theocharous and Others
(1978)1 C.L.R. 619 και Αριστοτέλους v. X" Κυριάκου και άλλος
(2001)1Α Α.Α.Δ. 100). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να αναθεωρεί απόφαση του Διευθυντή δεν περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας αλλά επεκτείνεται στον θέμα της ορθότητας της απόφασης και στην επάρκεια της αιτιολογίας που πρέπει αυτή να φέρει (Χειμώνα v. Γεωργίου και άλλων
(1999)1Α Α.Α.Δ. 108, Παπαχρυσοστόμου v. Παπασταύρου
(2004)1Α Α.Α.Δ. 546, Πατσαλίδης v. Δαμασκηνού και άλλος
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1248 και Κτωρίδη v. Επάρχου Λεμεσού κ.α.
(2005)1Α Α.Α.Δ. 541). Το βάρος απόδειξης ότι η απόφαση του Διευθυντή πάσχει το φέρει ο αιτητής/εφεσείοντας (Παπαχρυσοστόμου (πιο πάνω), Κτωρίδη (πιο πάνω) και Χαρίτου κ.α. v. Σάββα κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 2535). Στην παρούσα υπόθεση ο Διευθυντής είχε ενώπιον του να εξετάσει την αίτηση της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης 3 ημερ. 19.07.16 που αφορούσε εγγραφή εις το όνομα της του τίτλου ιδιοκτησίας του επίμαχου ακινήτου που είχε αγοράσει από την Καθ' ης η αίτηση 2/Εφεσίβλητης 2 καθώς επίσης την ένσταση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας στη βάση των λόγων που προέβαλε. Αυτό που ο Διευθυντής είχε υποχρέωση να διαπιστώσει από την αίτηση και όντως αυτό έπραξε ήταν κατά πόσο πληρούνταν οι δύο προϋποθέσεις που ειδικά και συνάμα αποκλειστικά θέτουν οι διατάξεις του άρθρου 44Κ
(1)του Ν.9/1965. Από τα ενώπιον του στοιχεία καταδεικνύεται ότι για το επίμαχο ακίνητο υπήρχε σύμβαση πώλησης κατατιθεμένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου δυνάμει σχετικού διατάγματος δικαστηρίου (Τεκμήριο 'Γ' στην ένσταση της Καθ' ης η αίτησης 1/Εφεσίβλητης 1). Το γεγονός αυτό ενεργοποίησε τις διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Ν.9/1965 (άρθρο 44ΙΗ του Ν.9/1965) και ταυτόχρονα επέτρεψε στην Καθ' ης η αίτηση 3/Εφεσίβλητη 3 ως αγοράστριας, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 44ΙΘ του Ν.9/1965, να υποβάλει την εν λόγω αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Η αγοράστρια ήταν το μόνο πρόσωπο που είχε υποβάλει τέτοια αίτηση στο κτηματολόγιο. Κατά την εξέταση της αίτησης ο Διευθυντής διαπίστωσε ότι αμφότερα κριτήρια πληρούνταν αφού στην αίτηση επισυναπτόταν έγγραφη δήλωση της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 ως πωλήτριας του επίμαχου ακινήτου, στην οποίαν βεβαιωνόταν η εξόφληση του τιμήματος πώλησης και συνάμα δήλωσης της ότι δεν είχε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της αγοράστριας (Καθ' ης η αίτηση 3/Εφεσίβλητη 3), καθώς επίσης υπήρχε εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του εν λόγω ακινήτου (Τεκμήριο 'Δ' στην ένσταση της Καθ' ης η αίτησης 1/Εφεσίβλητης 1). Έχοντας κατά νου τις διατάξεις του Κανονισμού 4 των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, ο Διευθυντής, για σκοπούς εξέτασης της αίτησης, ζήτησε την προσκόμιση βεβαιώσεων καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, δημοτικού τέλους από το Δήμο Πάφου και από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου, πράγμα που η Καθ' ης η αίτηση 3/Εφεσίβλητη 3 έπραξε (Τεκμήριο 'Ε' στην ένσταση της Καθ' ης η αίτησης 1/Εφεσίβλητης 1). Με βάση τα πιο πάνω στοιχεία και εφόσον πληρούνταν οι απαιτούμενες από τη νομοθεσία προϋποθέσεις, ο Διευθυντής με επιστολή του Τύπος 'ΙΕ', ως προνοούν οι διατάξεις του άρθρου 44ΚΒ
(1)του Ν.9/1965, γνωστοποίησε στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα την πρόθεση του να μεταβιβάσει το επίμαχο ακίνητο στο όνομα της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης 3, καλώντας την παράλληλα να υποβάλει ένσταση, εάν επιθυμούσε, εντός της χρονικής προθεσμίας που επιτάσσει ο Ν.9/1965(Τεκμήριο 'Ζ' στην ένσταση της Καθ' ης η αίτησης 1/Εφεσίβλητης 1). Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα υπέβαλε ένσταση, η οποία εξετάστηκε από τον Διευθυντή. Η νομοθεσία επιτρέπει ένσταση επί δύο μόνο συγκεκριμένων λόγων, οι οποίοι καθορίζονται εξαντλητικά στο άρθρο 44ΚΒ
(3). Ο Διευθυντής κατέληξε ότι η ένσταση δεν ευσταθούσε. Μελέτη του εγγράφου ένστασης καθιστά αντιληπτό ότι αυτό εδράζεται σε τέσσερις λόγους (Τεκμήριο 'Η' στην ένσταση της Καθ' ης η αίτησης 1/Εφεσίβλητης 1). Έκδηλα όλοι οι λόγοι δεν εμπίπτουν στους συγκεκριμένους λόγους που ειδικά και εξαντλητικά εκτίθενται στο άρθρο 44ΚΒ
(3). Εξόφθαλμα τρεις από αυτούς ουδεμία σχέση έχουν με τους δύο νομοθετικά καθορισμένους λόγους. Σε ότι αφορά τον τέταρτο η επίκληση ότι η σύμβαση πώλησης είναι άκυρη, στην ένσταση δεν σημειώνεται ότι αυτή ακυρώθηκε δυνάμει διατάγματος ∆ικαστηρίου και ούτε επισυνάπτεται σ' αυτή πιστό αντίγραφο τέτοιου δικαστικού διατάγματος, ως απαιτείται από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου αλλά και από τον Κανονισμό 6(γ) των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις ο Διευθυντής απέρριψε την ένσταση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας γνωστοποιώντας το αποτέλεσμα της απόφασης του στον εν λόγω διάδικο με επιστολή του (Τεκμήριο 'Θ' στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 1/Εφεσίβλητου 1). Στην επίμαχη απόφαση του ο Διευθυντής καταγράφοντας το σκεπτικό του εξηγεί τους λόγους απόρριψης της ένστασης αναφέροντας ότι αυτή δεν πληροί τις πρόνοιες του άρθρου 44ΚΒ
(3)και ότι ούτε είναι τεκμηριωμένη με την επισύναψη σχετικών αποδεικτικών στοιχείων. Στη βάση των πιο πάνω ο Διευθυντής εξέτασε την αίτηση υπό το φως της ένστασης εφαρμόζοντας τη διαδικασία που προβλέπει ο Ν.9/1965μαζί με τους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του
  1. Εξέτασε την αίτηση και ένσταση στη βάση των ενώπιον του στοιχείων σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που απαιτούνται από το πιο πάνω νομοθετικό πλαίσιο καταλήγοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου. Στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω ότι οι λόγοι ένστασης των Καθ' ων η αίτηση/Εφεσιβλήτων που είναι κοινοί θα εξεταστούν μαζί. Ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη, ανεπαρκής, ελλιπής και ότι πάσχει νομικά. Η δε ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι αντικανονική και βασίζεται σε λανθασμένα, αναληθή και παραπλανητικά γεγονότα. Εξετάζοντας με προσοχή την παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι στη νομική βάση της περιλαμβάνονται τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 51 του Ν.9/1965 καθώς και το άρθρο 80 του Κεφ.224 που συνθέτουν το απαιτούμενο δικαιοδοτικό υπόβαθρο. Παράλληλα σημειώνεται αναφορά στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 που αποτελούν το αναγκαίο δικονομικό πλαίσιο. Το ένδικο μέσο που ορθά χρησιμοποιήθηκε για την προώθηση της παρούσας υπόθεσης είναι η αίτηση-έφεση, ως προκύπτει από συνδυασμένη μελέτη των προνοιών του άρθρου 51 του Ν.9/1965 και άρθρου 80 του Κεφ.
  2. Πρόκειται για εναρκτήρια δια κλήσεως αίτηση που εφεσιβάλλει τη νομιμότητα και εγκυρότητα απόφασης του Διευθυντή. Έχει επιδοθεί τόσο στο Διευθυντή όσο και στους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3/Εφεσίβλητους 2 και 3 που είναι ο πωλητής και αγοραστής του επιδίκου ακινήτου, η μεταβίβαση του οποίου αποτελεί την επίμαχη απόφαση που προσβάλλεται. Η αίτηση έχει καταχωρηθεί στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας που αφορά το αντικείμενο λήψης απόφασης από το Διευθυντή. Στο σώμα της αίτησης-έφεσης καταγράφονται οι αιτούμενες θεραπείες αλλά και οι λόγοι για τους οποίους αυτές επιδιώκονται, ως ενδείκνυται. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση λειτουργού της Αιτήτριας/Εφεσείουσας, η οποία γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αναφέρει και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί σε ένορκη δήλωση. Η ένορκη δήλωση υποστηρίζεται από έγγραφα, ένα από τα οποία είναι η επίμαχη απόφαση του Διευθυντή, ως ενδείκνυται από τον Κανονισμό 5
(1)των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956. Τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση, εκτός από το ότι επιβεβαιώνεται από επισυνημμένα έγγραφα, επαναλαμβάνονται στις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις των Καθ' ων η αίτηση 1-3/Εφεσιβλήτων 1-3, καθιστώντας τα έτσι κοινό έδαφος των διαδίκων. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα και υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί πιο πάνω δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε που να καθιστά την υπό κρίση αίτηση παράτυπη ή να αποδεικνύει ότι πάσχει νομικά. Η δε απουσία καταστάσεων λογαριασμού όπως και η παράλειψη περιγραφής τυχόν προσπαθειών ικανοποίησης της απόφασης με άλλα ένδικα μέσα που καταλογίζονται ότι ελλείπουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας δεν καθιστούν το εν λόγω έγγραφο ανεπαρκή και ελλιπή επειδή δεν σχετίζονται με το αντικείμενο εκδίκασης της υπόθεσης. Παράλληλα οι πιο πάνω αναφορές ως προς τον τύπο και τη μορφή που έχει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση καθώς και των γεγονότων που περιέχονται σ' αυτήν και επαληθεύονται από επισυνημμένα έγγραφα αλλά και δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους, απορρίπτουν ως αβάσιμο τον ισχυρισμό ότι πρόκειται για αντικανονικό έγγραφο που καταγράφει λανθασμένα, αναληθή και παραπλανητικά γεγονότα. Στη βάση των προαναφερόμενων ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος στην ολότητα του. Ένας άλλος λόγος ένστασης είναι η θέση για κατάχρηση διαδικασίας που στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δεν επικαλέστηκε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι προέβηκε σε οποιοδήποτε άλλο μέτρο εκτέλεσης ή ενέργεια για την εξασφάλιση του λαβείν της. Με κάθε σεβασμό δεν αντιλαμβάνομαι πως το αντικείμενο εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας, όπως αυτό προσδιορίστηκε πιο πάνω, αποκτά μορφή κατάχρησης μπροστά στον επικαλούμενο ισχυρισμό, με τον οποίον ουδεμία σχέση έχει. Σαφώς η προκειμένη περίπτωση δεν είναι από αυτές που προωθούνται παράλληλες διαδικασίες επιδιώκοντας τον ίδιο στόχο. Ούτε η διαδικασία αυτή είναι άσχετη, εκδικητική, καταπιεστική ή χρησιμοποιείται για να καταστρατηγήσει την καλή πίστη, αλλά έχει συγκεκριμένο σκοπό (Scattergood v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 142 και Διευθυντής των Φυλακών v. Τζένναρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Εξ' ου και στην παρούσα αίτηση ζητούνται συγκεκριμένες θεραπείες που δεν ζητούνται μέσα από άλλη διαδικασία. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Άλλος λόγος ένστασης είναι ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκαλύπτει ουσιαστικά γεγονότα τα οποία αφορούν την υπόθεση. Δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή. Όπως ήδη λέχθηκε, τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, εκτός από το ότι επιβεβαιώνονται με έγγραφα που επισυνάπτονται, αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων αφού τα ίδια γεγονότα επικαλούνται και οι Καθ' ων η αίτηση 1-3/Εφεσίβλητοι 1-3 στις δικές τους ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις τους παραπέμποντας σε κοινά έγγραφα, αρκετά από τα οποία είναι τα ίδια με αυτά που υποστηρίζουν την παρούσα αίτηση-έφεση. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Επίσης αποτελεί λόγο ένστασης η θέση ότι δεν έχει αποδειχτεί πως η Αιτήτρια/Εφεσείουσα θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά και ότι κανένα δικαίωμα της επηρεάζεται από την ειρημένη μεταβίβαση επειδή το εν λόγω ΜΕΜΟ επιβαρύνει και άλλο ακίνητο της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 από το οποίο εξασφαλίζεται η απαίτηση της. Η προσβολή της νομιμότητας, ορθότητας και εγκυρότητας απόφασης του Διευθυντή, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, αποτελεί δικαίωμα κάθε προσώπου που τα νόμιμα συμφέροντα του επηρεάζονται από την έκδοση της, το οποίο νομοθετικά προστατεύεται από το άρθρο 51 του Ν.9/1965 και άρθρο 80 του Κεφ.224. Στην παρούσα υπόθεση από τη στιγμή που το εμπράγματο βάρος Ε.Β.713/2014 που ενεργούσε προς όφελος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας θα παύσει να αφορά το επίμαχο ακίνητο σε περίπτωση που αφεθεί η απόφαση του Διευθυντή να εφαρμοστεί, επηρεάζεται το συμφέρον του εν λόγω διαδίκου που δημιουργήθηκε με την επιβάρυνση του συγκεκριμένου ακινήτου μέσω της εγγραφής της δικαστικής απόφασης στην αγωγή υπ' αρ. 2934/12 του Ε.Δ. Πάφου. Στη βάση των πιο πάνω, ο λόγος αυτός ένστασης δεν έχει έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ένας άλλος λόγος ένστασης που προβάλλεται είναι ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια/Εφεσείουσα έχει απεμπολήσει και/ή κωλύεται να επικαλεστεί παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος της από την απόφαση του Διευθυντή λόγω της αρχής της εγκατάλειψης και/ή λόγω ολιγωρίας. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδεμία αναφορά γίνεται σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό μέσα από την ένορκη δήλωση του λειτουργού του Καθ' ου η αίτηση 1/Εφεσίβλητου 1 που ήταν ο διάδικος που έχει εγείρει το συγκεκριμένο θέμα. Επιπλέον η γραπτή νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση 1/Εφεσίβλητου 1 δεν σχολιάζει και ούτε εξηγεί νομικά πως δικαιολογείται η προβαλλόμενη θέση. Θεωρώ ότι η θέση αυτή έχει εγκαταλειφθεί με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός ένστασης να είναι έκθετος σε απόρριψη. Θα επιληφθώ τώρα τους δύο λόγους που προσβάλλουν το κύρος της απόφασης του Διευθυντή και επί τους οποίους στηρίζεται η προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Επειδή αμφότεροι λόγοι είναι μεταξύ τους αλληλένδετα συνδεδεμένοι, θα εξεταστούν μαζί. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα, νομιμότητα, εγκυρότητα και επάρκεια αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης του Διευθυντή:
(1)καθότι θεωρεί ότι παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα της περιουσίας (άρθρο 23 του Συντάγματος) αφού, σύμφωνα με την ίδια, απαλλοτριώνει περιουσία της χωρίς να της προσφέρεται εύλογη και δίκαιη αποζημίωση θέτοντας σε κίνδυνο την προοπτική ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης ημερ. 04.03.14 που εκδόθηκε προς όφελος της και εναντίον της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 και
(2)επειδή στηρίζεται στις πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΓ του Ν.9/1965, οι οποίες συγκρούονται με το άρθρο 23 του Συντάγματος, το οποίο παραβιάζουν. Δυνάμει του άρθρου 144 του Συντάγματος, σε οποιονδήποτε στάδιο της δικαστικής διαδικασίας μπορεί να εγερθεί ζήτημα αντισυνταγματικότητας ενός νόμου ή μιας απόφασης ή οποιασδήποτε διάταξης τους εφόσον η επίλυση του είναι ουσιώδες για τη διάγνωση και τον καθορισμό της υπόθεσης, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Δημοκρατία ν. Kirmouyan
(1966)2 A.A.Δ.126, The Improvement Board of Eylenja v. Constantinou
(1967)1 C.L.R.167, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R.71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ.45. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νομοθεσιών τέθηκαν στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και συνοψίστηκαν στην Lapertas Fisheries Ltd v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335 αλλά και σε άλλες υποθέσεις. Είναι οι ακόλουθες: (α) Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. (β) Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. (γ) Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος (δ) Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315 λέχθηκαν τα εξής στη σελίδα 339: "Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα." (βλέπε επίσης The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62)." Σχετική με τα πιο πάνω είναι και η υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, από την οποίαν αντλείται το πιο κάτω απόσπασμα: "Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R., 167. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν." Πάγια πρακτική των δικαστηρίων είναι να επιλαμβάνονται θέμα αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα. Στην Κακούρη ν. Έπαρχου Αμμοχώστου
(2004)1Α Α.Α.Δ 8 αναφέρεται ότι απαιτείται ο επακριβής προσδιορισμός του τιθέμενου ζητήματος της αντισυνταγματικότητας νόμου με αναφορά στα άρθρα του Συντάγματος στα οποία προσκρούει. Συνεπώς το δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την αντισυνταγματικότητα του νόμου αντιπαραβάλλοντας τη σχετική νομοθετική πρόνοια με το αντίστοιχο άρθρο του Συντάγματος, για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι παραβιάζεται (The Attorney General of the Republic v. Ibrahim
(1964)C.L.R. 195, Raftis & Co v. Municipality of Paphos
(1982)2 C.L.R. 1, Α.Μ. Παπακυριακού Λτδ. ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 397 και Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315). Το βάρος δε απόδειξης ότι πρόνοια του νόμου είναι αντισυνταγματική το φέρει εκείνος που εγείρει τον ισχυρισμό, ο οποίος πρέπει να αποδείξει αυτό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Ανδρέας Νικολάου ν. Βάσου Βασιλείου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1566, Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7). Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση/Εφεσιβλήτων, όπως αυτή αποτυπώνεται μέσα από τους λόγους των ενστάσεων τους, ότι η Αιτήτρια/Εφεσείουσα προβάλλει αόριστους και/ή γενικούς ισχυρισμούς περί αντισυνταγματικότητας χωρίς να αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του Ν.9/1965 με τα σχετικά άρθρα του Συντάγματος και να εξειδικεύει επαρκώς πως η εν λόγω νομοθεσία αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος. Με κάθε σεβασμό στους Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητους η πιο πάνω θέση τους δεν θεμελιώνεται. Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό από το σώμα της υπό κρίση αίτησης/ έφεσης και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, η Αιτήτρια/Εφεσείουσα εγείρει με σαφήνεια ζήτημα αντισυνταγματικότητας. Παραπομπή στους προαναφερόμενους λόγους επί τους οποίους η παρούσα υπόθεση προωθείται, αρκεί για να καταρρίψει με επιτυχία την εν λόγω θέση των Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητων. Η ενασχόληση του Δικαστηρίου με το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση επειδή η εξέταση του καθίσταται απαραίτητη για την επίλυση του αντικειμένου εκδίκασης που άπτεται του κύρους της προσβαλλόμενης απόφασης του Διευθυντή και κατ' επέκταση της νομικής ισχύς του αποτελέσματος της. Στην υπόθεση Imbrahim Mehmed Chakkarto v. The Attorney-General
(1961)1 C.L.R. 231 αναγνωρίστηκε η αναγκαιότητα προσαρμογής των διατάξεων του νόμου προς τα άρθρα του Συντάγματος, κάτι που επαναδιατυπώθηκε στην μεταγενέστερη υπόθεση Melpomeni Panayiotou Chrysanthou & Others v. Neoclis Antoniades
(1969)1 C.L.R. 622. Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να λεχθεί ότι η εγγραφή της δικαστικής απόφασης ημερ. 04.03.14 στο μητρώο εγγραφής του κτηματολογίου επενεργεί ως επιβάρυνση επί της ακίνητης ιδιοκτησίας των διαδίκων υπό τη μορφή εμπράγματου βάρους, εναντίον των οποίων η εν λόγω δικαστική απόφαση εκδόθηκε και που είναι η Καθ' ης η αίτηση 2/Εφεσίβλητη 2 και κάποιος ΧΧΧ Ευθυβούλου (άρθρο 12
(6), Μέρος Ι και Πρώτο Παράρτημα του Ν.9/1965). Προς το σκοπό αυτό δύο εμπράγματα βάρη Ε.Β. XXXXX/2014 και Ε.Β. XXXXX/2014 επιβαρύνουν την ακίνητη ιδιοκτησία της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 και του ΧΧΧ Ευθυβούλου αντίστοιχα. Η ακίνητη περιουσία της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2 που επιβαρύνεται από το Ε.Β. XXXXX/2014 περιλαμβάνει το επίμαχο ακίνητο που είναι διαμέρισμα επί ολόκληρου συμφέροντος και ένα κτήμα επί 1/2 μεριδίου, ενώ η ακίνητη περιουσία του ΧΧΧ Ευθυβούλου που επιβαρύνεται από το Ε.Β. XXXXX/2014 αφορά το άλλο 1/2 μερίδιο του πιο πάνω κτήματος. Τέτοια επιβάρυνση στην ακίνητη περιουσία, μέρος της οποίας είναι το επίμαχο ακίνητο, αποτελεί μία από τις αναγνωρισμένες μεθόδους εκτέλεσης της προαναφερόμενης δικαστικής απόφασης που παρέχεται από το άρθρο 14(β) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6). Η δε ικανοποίηση της πιο πάνω δικαστικής απόφασης εκτελείται μόνο ως ορίζουν οι πρόνοιες του Κεφ. 6 (άρθρο 15). Το εμπράγματο βάρος έχει τη σημασία της απαίτησης επί του ακινήτου που επιβαρύνει, δικαιώματος επιβάρυνσης (lien) ή υποχρέωσης που υφίσταται (άρθρο 12
(5)του Ν.9/1965). Το εμπράγματο βάρος συνίσταται με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης στην ακίνητη ιδιοκτησία του εξ' αποφάσεως οφειλέτη και κατάθεση του σχετικού εντύπου στο κτηματολόγιο (άρθρο 12
(7)(α) του Ν.9/1965). Έχοντας υπόψη μου το αποτέλεσμα της δικαστικής απόφασης ημερ. 04.03.14, η Αιτήτρια/Εφεσείουσα πρόκειται για εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ενώ η Καθ' ης η αίτηση 2/Εφεσίβλητη 2 πρόκειται για εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους εντός της έννοιας του νόμου (άρθρο 2 του Κεφ. 6). Η εγγραφή της δικαστικής απόφασης επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2, μέρος της οποίας είναι το επίμαχο ακίνητο, λειτουργεί προς όφελος του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, δηλαδή της Αιτήτριας/Εφεσείουσας, ως εγγύηση για την πληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους (άρθρο 53 του Κεφ. 6, Αναφορικά με την αίτηση του Στέλιου Στυλιανίδη Πολιτική Έφεση Αρ. 20/2014 ημερ. 17.03.15). Το εμπράγματο βάρος επενεργεί ως δικαίωμα επί του ακινήτου (in rem) που συνυπάρχει μ' αυτό ( Μελανθίου v. Μελανθίου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2342). Κατά τη διάρκεια της ισχύος της εγγραφής, το συμφέρον του οφειλέτη χρέους επί της ιδιοκτησίας, ήτοι εδώ της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2, επιβαρύνεται με την πληρωμή του οφειλόμενου χρέους δυνάμει της πιο πάνω δικαστικής απόφασης κατά προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών ή υποχρεώσεων του οφειλέτη χρέους με τα οποία δεν επιβαρύνθηκε ειδικά η ιδιοκτησία πριν από την κατάθεση του σημειώματος· και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε μεταβίβαση ή υποθήκευση που έγινε μετά την εγγραφή της δικαστικής απόφασης, πάντοτε προς ικανοποίηση της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, δηλαδή την πληρωμή του επιδικασμένου ποσού, η οποία καταβολή δύναται να επιτευχθεί με την έκδοση δικαστικής διαταγής για πώληση της ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2, μέρος της οποίας είναι το επίμαχο ακίνητο (άρθρο 57 του Κεφ. 6). Περαιτέρω είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση/Εφεσιβλήτων, όπως αυτή αποτυπώνεται μέσα από τους λόγους των ενστάσεων τους, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει και ούτε καταστρατηγεί τα δικαιώματα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας που πηγάζουν από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Με βάση ακόμη το συλλογισμό τους, ισχυρίζονται πως δεν έχει τεκμηριωθεί ότι οι επικαλούμενες από την Αιτήτρια/Εφεσείουσα πρόνοιες του Ν.9/1965 είναι αντισυνταγματικές πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ήτοι ότι συγκρούονται με τι διατάξεις του άρθρου 23 του Συντάγματος. Πυρήνας των πιο πάνω αποτελεί το άρθρο 23 του Συντάγματος, τις πρόνοιες του οποίου θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω αυτούσιες: "ΑΡΘΡΟΝ 23
  1. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  2. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  3. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  4. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  5. Οιαδήποτε ακίνητος ιδιοκτησία, ή δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας απαλλοτριωθείσα αναγκαστικώς θα χρησιμοποιηθή αποκλειστικώς προς τον δι' ον απηλλοτριώθη σκοπόν. Εάν εντός τριών ετών από της απαλλοτριώσεως δεν καταστή εφικτός ο τοιούτος σκοπός, η απαλλοτριώσασα αρχή, ευθύς μετά την εκπνοήν της ρηθείσης προθεσμίας των τριών ετών υποχρεούται να προσφέρη την ιδιοκτησίαν επί καταβολή της τιμής κτήσεως εις το πρόσωπον παρ' ου απηλλοτρίωσεν αυτήν. Το πρόσωπον τούτο δικαιούται εντός τριών μηνών από της λήψεως της προσφοράς να γνωστοποιήση την αποδοχήν ή μη ταύτης. Εφ' όσον δε γνωστοποιήση ότι αποδέχεται την προσφοράν, η ιδιοκτησία επιστρέφεται ευθύς άμα αποδοθή παρά του προσώπου το τίμημα εντός περαιτέρω προθεσμίας τριών μηνών από της τοιαύτης αποδοχής.
  6. Εν περιπτώσει αγροτικής μεταρρυθμίσεως αι γαίαι διανέμονται μόνον εις άτομα ανήκοντα εις την κοινότητα, εις ην ανήκει και ο ιδιοκτήτης των αναγκαστικώς απαλλοτριωθεισών γαιών.
  7. Η τρίτη και τετάρτη παράγραφος του παρόντος άρθρου δεν έχουσιν εφαρμογήν προκειμένου περί διατάξεων οιουδήποτε νόμου, περί αναγκαστικής εκτελέσεως εν σχέσει προς οιονδήποτε φόρον ή ποινήν, περί αναγκαστικής εκτελέσεως οιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως, ή περί αναγκαστικής εκτελέσεως συμβατικών υποχρεώσεων ή περί παρεμποδίσεως κινδύνου επαπειλούντος την ζωήν ή την ιδιοκτησίαν.
  8. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία δύναται να επιταχθή υπό της Δημοκρατίας, ή υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και εφ' όσον ο ιδιοκτήτης και το δικαιούμενον κατοχής της ιδιοκτησίας άτομον ανήκουσιν εις την αντίστοιχον κοινότητα και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού νόμου περί επιτάξεων, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της επιβαλλούσης την επίταξιν αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου και περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης επιτάξεως. (γ) διά περίοδον μη υπερβαίνουσαν την τριετίαν και (δ) επί καταβολή τοις μετρητοίς το ταχύτερον δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  9. Ουδεμία εν τούτοις επιβάλλεται αποστέρησις ή όρος, περιορισμός ή δέσμευσις του εις την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου προβλεπομένου δικαιώματος επί οιασδήποτε κινητής ή ακινήτου ιδιοκτησίας ανηκούσης εις οιανδήποτε επισκοπήν, μοναστήριον, ή οιονδήποτε άλλον εκκλησιαστικόν οργανισμόν, ή οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επί αυτής, ειμή τη εγγράφω συναινέσει της αρμοδίας εκκλησιαστικής αρχής της εχούσης τον έλεγχον της ιδιοκτησίας ταύτης, η δε παρούσα διάταξις ισχύει και επί των περιπτώσεων, περί ων αι διατάξεις της τρίτης παραγράφου, πλην των όρων, περιορισμών ή δεσμεύσεων προς το συμφέρον πολεοδομίας, και της τετάρτης, έβδομης και ογδόης παραγράφου του παρόντος άρθρου.
  10. Ουδεμία εν τούτοις επιβάλλεται αποστέρησις ή όρος, περιορισμός ή δέσμευσις οιουδήποτε δικαιώματος προβλεπομένου εις την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου επί οιασδήποτε κινητής ή ακινήτου βακουφικής ιδιοκτησίας, περιλαμβανούσης τα αντικείμενα και τα υποκείμενα των βακουφίων και των ιδιοκτησιών των ανηκουσών εις τα τεμένη ή εις οιαδήποτε άλλα μουσουλμανικά θρησκευτικά ιδρύματα ή οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επ' αυτών, ειμή τη εγκρίσει της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και συμφώνως προς τους νόμους και τας αρχάς των βακουφίων, η δε παρούσα διάταξις ισχύει και επί των περιπτώσεων περί ων αι διατάξεις της τρίτης παραγράφου, πλην των όρων, περιορισμών ή δεσμεύσεων προς το συμφέρον πολεοδομίας, και της τετάρτης, εβδόμης και ογδόης παραγράφου του παρόντος άρθρου.
  11. Πας ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα προσφυγής εις το δικαστήριον εν σχέσει προς οιανδήποτε των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή κατ' εφαρμογήν αυτών, η δε τοιαύτη προσφυγή αναστέλλει την διαδικασίαν της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. Εν περιπτώσει οιουδήποτε όρου, περιορισμού ή δεσμεύσεως κατ' εφαρμογήν της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, το δικαστήριον δύναται να διατάσση αναστολήν οιασδήποτε σχετικής διαδικασίας. Πάσα απόφασις δικαστηρίου εκδιδομένη κατ' εφαρμογήν της παρούσης παραγράφου υπόκειται εις έφεσιν." Το άρθρο 23 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα ενός πολίτη να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχει, να διαθέτει ή να απολαμβάνει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία. Το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, δεσμεύσεις και περιορισμούς για τους λόγους που ρητά προβλέπονται στα εδάφια
(3),
(4)και
(8)του άρθρου 23, οι οποίοι πρέπει να είναι νόμιμοι. Σε ότι αφορά την έννοια και σημασία του δικαιώματος της 'ιδιοκτησίας' που κατοχυρώνεται συνταγματικά από το πιο πάνω άρθρο παραπέμπω στην απόφαση Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων Αναφορά Αρ. 3/2016 ημερ. 16.03.17, από την οποίαν καταγράφεται το πιο κάτω απόσπασμα: "Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα (Δέστε: Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.2014). Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην απόφαση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012, στην οποίαν (Σκέψη 30), τονίστηκε ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Δηλαδή, όταν υπάρχει επαρκής νομική βάση, για την απαίτηση, και ιδίως εκεί όπου η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία." [η έμφαση μαζί με τις υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου]. Το πιο πάνω απόσπασμα είχε προηγουμένως υιοθετηθεί στην επίσης απόφαση Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Συνεκδ. Υποθέσεις 1480/11 κ.α. Χαραλάμπους κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 11.06.
  1. Περαιτέρω στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο' του Δρ. Κώστα Παρασκευά, έκδοση 2015 σελ. 363 σημειώνεται ότι σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ στην έννοια των περιουσιακών στοιχείων που προστατεύονται από το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανήκουν η πολεοδομική άδεια, οικονομικά συμφέροντα, μετοχές, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και συμβατικά δικαιώματα συμπεριλαμβανομένων ενοικιάσεων και δικαιωμάτων που απορρέουν από δικαστικές αποφάσεις. Άξιο αναφοράς είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από την ίδια σελίδα του εν λόγω συγγράμματος που παρέχεται αυτολεξεί: "Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά." [η έμφαση μαζί με τις υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου]. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η σημασία του όρου 'ιδιοκτησία', το δικαίωμα επί της οποίας προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος, είναι ευρύς. Σ' αυτόν περιλαμβάνεται οικονομική απαίτηση αναγνωρισμένη από δικαστική απόφαση. Στην παρούσα περίπτωση, σε αντίθεση με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση 1-3/Εφεσίβλητων 1-3, το εμπράγματο βάρος που δημιουργήθηκε στην ακίνητη περιουσία της Καθ' ης η αίτησης 2/Εφεσίβλητης 2, μέρος της οποίας είναι το επίμαχο ακίνητο, με την εγγραφή της προαναφερόμενης δικαστικής απόφασης στο μητρώο του κτηματολογίου δημιουργεί δικαίωμα προς όφελος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας, το οποίο καλύπτεται από την εμβέλεια της έννοιας 'ιδιοκτησία' και προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Η απόφαση του Διευθυντή να μεταβιβάσει το επίμαχο ακίνητο εις το όνομα της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης 3, υπό την ιδιότητα της αγοράστριας, ελεύθερου από εμπράγματα βάρη οδηγεί στη διαγραφή του εμπράγματου βάρους Ε.Β. XXXXX/14 από αυτό και ουσιαστικά την απαλλαγή του από το εν λόγω εμπράγματο βάρος. Αυτό με τη σειρά του, σε αντίθεση με το τι ισχυρίστηκαν οι Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητοι, επηρεάζει δυσμενώς το καθεστώς εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης προς όφελος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας και κατ' επέκταση επεμβαίνει στη δυνατότητα ικανοποίησης της υπέρ του συγκεκριμένου διαδίκου, με την εγγραφή της οποίας δικαστικής απόφασης το επίμαχο ακίνητο αποτελούσε μέρος της εγγύησης για την πληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους. Παρά τις περί του αντιθέτου απόψεις των Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητων, το εν λόγω δικαίωμα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας πλήττεται και περιορίζεται. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι από την εγγραφή της δικαστικής απόφασης επιβαρύνεται και άλλο ακίνητο (εκτός από το επίμαχο). Αυτό αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. Ωστόσο η απαλλαγή του επίμαχου ακινήτου από το εμπράγματο βάρος συνιστά περιορισμό άσκησης του δικαιώματος ιδιοκτησίας της Αιτήτριας/Εφεσείουσας που δεν εμπίπτει στους λόγους που ειδικά και ρητά προνοούν οι διατάξεις του άρθρου 23 του Συντάγματος. Η δε θέση των Καθ' ων η αίτηση/Εφεσιβλήτων ότι το εξ' αποφάσεως χρέος καλύπτεται από την εκτιμημένη αξία του άλλου ακινήτου που παρέμεινε να επιβαρύνεται είναι, με κάθε σεβασμό, θεωρητική, έχοντας υπόψη μου τη σειρά προτεραιότητας άλλων πιστωτών που υπάρχει. Η απουσία συγκεκριμένων σημαντικών λεπτομερειών, όπως το ύψος των οφειλομένων των προγενέστερων εμπράγματων βαρών και υποθηκών σε συνάρτηση πάντοτε με το γεγονός ότι η αξία των ακινήτων σε καταναγκαστική πώληση μειώνεται αισθητά, καθιστά το εν λόγω επιχείρημα τους χωρίς αξία. Είναι ακόμη η θέση των Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητων ότι σκοπός του τροποιητικού Ν.139(Ι)/2015είναι η επίλυση του προβλήματος του εγκλωβισμένου αγοραστή με τη μεταβίβαση και εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου που αγόρασε εις το όνομα του. Θα πρέπει να λεχθεί πως αν αυτός ήταν ο σκοπός στην παρούσα περίπτωση τότε το ίδιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επέλθει με την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 12Α του Ν.9/1965 όπου η μεταβίβαση θα γινόταν προς όφελος της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης 3 και την ίδια στιγμή τίμημα πώλησης που δεν θα ήταν χαμηλότερο της αγοραίας αξίας του επίμαχου ακινήτου θα κατατίθετο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και θα διατίθετο κατά σειρά προτεραιότητας εις τους προς όφελος των οποίων υπάρχουν επί του επίμαχου ακινήτου εμπράγματα βάρη. Κάτι τέτοιο όμως δεν ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Επίσης είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητων ότι αν εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση τότε θα παραβλαφθεί συνταγματικό δικαίωμα της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης 3, η οποία θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Προφανώς ο ισχυρισμός αφορά το συνταγματικό δικαίωμα απόκτησης περιουσίας. Παράλληλα προβάλλεται παρεμφερώς εισήγηση ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε περιορισμός του δικαιώματος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας δικαιολογείται στα πλαίσια προστασίας δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης
  2. Με κάθε σεβασμό στους Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητους δεν συμμερίζομαι τη θέση τους αυτή στην ολότητα της. Τα συνταγματικά δικαιώματα της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης 3 δεν πρέπει να ασκούνται εις βάρος δικαιωμάτων και συμφερόντων άλλων προσώπων αλλά να ευθυγραμμίζονται και να συνυπάρχουν μ' αυτά. Στο ζήτημα του συνταγματικού δικαιώματος ιδιοκτησίας της Αιτήτριας/Εφεσείουσας που κατοχυρώνεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος, το Δικαστήριο έχει καταλήξει ότι επηρεάζεται δυσμενώς και ότι έχει υποστεί περιορισμό για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως. Η ανάγκη προστασίας δικαιωμάτων των εγκλωβισμένων αγοραστών μπορούσε να είχε γίνει με νομοθετική ρύθμιση χωρίς να καταστρατηγούνται δικαιώματα άλλων ατόμων. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2000)3 Α.Α.Δ. 238 τονίστηκε ότι εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη. Στον τροποποιητικό Ν.139(Ι)/2015δεν αναφέρεται οτιδήποτε. Ουδεμία νομοθετική ρύθμιση του θέματος γίνεται με την εισαγωγή κάποιας ειδικής διάταξης. Με το υφιστάμενο πλαίσιο του εν λόγω νόμου, τα επίμαχα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΓ του Ν.9/1965 παρέχουν εξουσία στον Διευθυντή που ενεργώντας ακόμη και αυτεπάγγελτα να διαγράφει εμπράγματα βάρη με σκοπό τη μεταβίβαση ακινήτου εις το όνομα του εγκλωβισμένου αγοραστή, ο οποίος ουσιαστικά εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις του. Ουδεμία εξήγηση παρέχεται γιατί ο νόμος επέλεξε να ασκείται το δικαίωμα του αγοραστή εις βάρος δικαιώματος του εξ' αποφάσεως πιστωτή που διαθέτει εμπράγματο βάρος στο επίμαχο ακίνητο. Καμία αναφορά γιατί ο συγκεκριμένος νόμος προτιμά το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης 3 εις βάρος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας, της οποίας το συνταγματικό δικαίωμα ιδιοκτησίας, κάτω από τη νομική σημασία που αναλύθηκε προηγουμένως, υπέστη περιορισμό. Δεν εξηγήθηκε γιατί μέσα από τις διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΓ του Ν.9/1965 δεν προνοείται ο καθορισμός οποιασδήποτε εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης υπέρ της Αιτήτριας/Εφεσείουσας σχετικά με τον περιορισμό του δικαιώματος της αλλά και ούτε παρέχεται τέτοια εξουσία στον Διευθυντή να υπολογίσει το ύψος της, τη στιγμή που αν για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατή τέτοια μεταβίβαση ο αγοραστής διατηρεί δικαίωμα διεκδίκησης αποζημίωσης που το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει προς όφελος του δυνάμει του άρθρου 13 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 (Ν.81(Ι)/2011). Από τα πιο πάνω παρατηρείται ότι το συνταγματικό δικαίωμα ιδιοκτησίας της Αιτήτριας/Εφεσείουσας που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος μέσα από την απόφαση του Διευθυντή που εδράζεται στα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΙ του Ν.9/1965 υπέστη περιορισμό για λόγους έξω από αυτούς που ρητά προνοούνται από τις διατάξεις του συγκεκριμένου άρθρου χωρίς να προσφερθεί εύλογη και δίκαιη αποζημίωση. Το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται και κατανοεί πλήρως τη δύσκολη θέση της Καθ' ης η αίτησης 3/Εφεσίβλητης 3. Η λύση στο αδιέξοδο πρέπει να επέλθει δια της νομοθετικής ρύθμισης που όμως δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει άτομα εξ' αποφάσεως πιστωτές, όπως την Αιτήτρια/Εφεσείουσα, που έχουν επιβαρύνει ακίνητα προς μεταβίβαση με εμπράγματα βάρη, παραβιάζοντας έτσι συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα τους. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνεται πως η απόφαση του Διευθυντή καθώς και τα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΓ του Ν.9/1965, επί των οποίων βασίστηκε η έκδοση της εν λόγω απόφασης, προσκρούουν στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Συνεπώς οι διατάξεις των επίμαχων άρθρων κρίνονται αντισυνταγματικές. Η δε απόφαση του Διευθυντή ημερ. 02.08.18 η οποία στηρίζεται στα πιο πάνω άρθρα θα πρέπει να ακυρωθεί και ως εκ τούτου ακυρώνεται. Συνακόλουθα η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα ως το σημείο (Α) της αίτησης. Σε σχέση με το θέμα των εξόδων, ένεκα της ιδιαιτερότητας του εγερθέντος ζητήματος και δεδομένου ότι οι Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητοι άσκησαν τα δικαιώματα που τους παρέχει η νομοθεσία, κρίνω ορθό, λογικό και δίκαιο να υπάρξει παρέκκλιση από τον κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια ουδεμία διαταγή για έξοδα εκδίδεται. Κάθε διάδικος να επωμιστεί τα έξοδα του. (Υπ.) ..................................... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/General Applications/Legislation breaching Constitution/Final Judgment (Αναφορά: Αγωγή/Γενική Αίτηση/Εγκλωβισμένοι Αγοραστές/Αντισυνταγματικότητα/Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.