MANFRED κ.α. ν. ASTRO BANK LIMITED, Αγωγή: 697/2018, 11/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αγωγή: 697/2018 Μεταξύ:
- XXXX MANFRED
- XXX XXXX XXXX SUZANNE SILVIA Εναγόντων και ASTRO BANK LIMITED Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Καρακώστα για Π. Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένη: κα Ε. Μιχαήλ για Α. Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση, οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι μεταξύ τους σύζυγοι, συμφώνησαν με την εναγομένη, τραπεζικό οργανισμό, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 12.1.18, ν' αγοράσουν από την εναγομένη μια διώροφη κατοικία με πισίνα η οποία ανεγέρθηκε επί του τεμαχίου XXXX, Φ/Σχ. XX/09, αριθμό εγγραφής 0/XXX65 στην XXXX για το ποσό των €280.000, το οποίο οι ενάγοντες πλήρωσαν και η εναγόμενη μεταβίβασε το ακίνητο εις το όνομα των εναγόντων. Οι ενάγοντες έλαβαν κατοχή του ακινήτου στις 31.1.
- Σύμφωνα με τους ενάγοντες, ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι η εναγόμενη θα παρέδιδε την πισίνα σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση και αυτό θα γινόταν δυνατό να διαπιστωθεί εφόσον αυτή γέμιζε με νερό και συνδεόταν με ηλεκτρισμό. Όταν οι ενάγοντες συνέδεσαν την κατοικία με ηλεκτρισμό και υδατοπρομήθεια και αφού γέμισαν την πισίνα, αντιλήφθηκαν ότι υπήρχε πρόβλημα διαρροής από σπασμένη σωλήνα. Οι ενάγοντες ενημέρωσαν προς τούτο την εναγομένη η οποία τους προσέφερε χαριστικά το ποσό των €
- Οι ενάγοντες προχώρησαν οι ίδιοι τους στην επιδιόρθωση του προβλήματος και πλήρωσαν το ποσό των €1.499,40, το οποίο αξιώνουν από την εναγομένη δια της παρούσας Αγωγής. Με την υπεράσπιση της η εναγομένη, προβάλλει ότι εις τη συμφωνία δεν γινόταν οποιαδήποτε αναφορά σε πισίνα όπως επίσης αρνείται την ύπαρξη οποιουδήποτε ρητού ή εξυπακουόμενου όρου ο οποίος αφορούσε την πισίνα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες έλεγξαν το ακίνητο και το βρήκαν της αρεσκείας τους και αποδέχτηκαν το ακίνητο ως έχει στην κατάσταση την οποία το παρέλαβαν. Η εναγόμενη επίσης αρνείται την ύπαρξη προβλήματος στην πισίνα και το κατ' ισχυρισμό κόστος επιδιόρθωσης, προβάλλοντας ταυτόχρονα ότι εάν και εφόσον υπήρχε πρόβλημα αυτό δεν αποτελούσε ευθύνη της εναγομένης εφόσον οι ενάγοντες αποδέχτηκαν το ακίνητο στην κατάσταση την οποία βρισκόταν. Η παρούσα Αγωγή εμπίπτει στην κατηγορία των υποθέσεων ταχείας εκδίκασης, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνει η Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως αυτή έχει τροποποιηθεί. Ενόψει τούτου, καταχωρήθηκε από αμφότερες πλευρές η έγγραφη μαρτυρία, η οποία λήφθηκε υπόψη στο σύνολο της από το Δικαστήριο και αξιολογήθηκε σύμφωνα με τις πάγιες αρχές της νομολογίας. Κατά το στάδιο της Ακρόασης κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις, οι οποίες έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους. Από πλευράς εναγόντων, κατατέθηκε η ένορκος δήλωση του ενάγοντα 1, στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα και του XXXXX Νταναούσκη. Ο ενάγοντας 1 επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και καταθέτει ως τεκμήριο Α αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 12.1.18, το οποίο δεν αμφισβητείται από πλευράς εναγομένης. Υποστηρίζει επίσης ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι η εναγόμενη θα παρέδιδε την πισίνα σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση και αυτό θα γινόταν δυνατό να διαπιστωθεί εφόσον αυτή γέμιζε με νερό και συνδεόταν με ηλεκτρισμό. Με την εξόφληση του τιμήματος, οι ενάγοντες έλαβαν κατοχή της κατοικίας στις 31.1.
- Με τη σύνδεση της κατοικίας με νερό και ηλεκτρισμό και αφού γέμισαν την πισίνα, αντιλήφθηκαν ότι υπήρχε πρόβλημα διαρροής από σπασμένη σωλήνα. Αμέσως ειδοποίησαν τόσο γραπτά όσο και προφορικά την εναγομένη, η οποία τους προσέφερε χαριστικά το ποσό των €
- Επισυνάπτει ως τεκμήρια Γ και Δ ηλεκτρονικό μήνυμα προς την εναγομένη ημερ. 9.2.18 και ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 5.3.18 της εναγομένης. Ισχυρίζεται, τέλος, ότι λόγω της άρνησης της εναγομένης να επιδιορθώσει το πρόβλημα, προχώρησαν στην επιδιόρθωση του και πλήρωσαν το ποσό των €1.499,40 στην εταιρεία Bireli Pools Ltd, δυνάμει τιμολογίου με αριθμό 1129 ημερ. 22.3.
- Επισυνάπτει ως τεκμήριο Β και Γ, το σχετικό τιμολόγιο και απόδειξη πληρωμής. Με τη μαρτυρία του ο κος Νταναούσκης, αναφέρει ότι είναι ο διευθυντής της εταιρείας Bireli Pools Ltd, η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την επιδιόρθωση και εγκατάσταση πισίνων. Κατά τον Φεβρουάριο και Μάρτιο 2018 κλήθηκε από τους ενάγοντες στην κατοικία τους στην XXXX για να επιδιορθώσει πρόβλημα το οποίο εμφανίστηκε από διαρροή σε σπασμένη σωλήνα. Υποστηρίζει ότι, για να ήταν δυνατόν να ελεγχθεί ότι η πισίνα ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση θα έπρεπε να γέμιζε με νερό και να συνδεόταν με ηλεκτρισμό. Μετά τη σύνδεση της κατοικίας με ηλεκτρισμό και υδατοπρομήθεια και αφού γέμισε με νερό η πισίνα, διεφάνηκε ότι υπήρχε πρόβλημα διαρροής από σπασμένη σωλήνα. Η εταιρεία του ανέλαβε τις εργασίες διόρθωσης και πληρώθηκε το ποσό των €1.499,40, για το οποίο εκδόθηκε το τιμολόγιο με αριθμό 1129 στις 22.3.18 και απόδειξη εξόφλησης με αριθμό 128 στις 22.3.18, τα οποία κατέθεσε ο ενάγοντας 1 ως τεκμήρια Β και Γ. Από πλευράς εναγομένης κατατέθηκε η έγγραφη μαρτυρία του κου Κωνσταντίνου Γεωργιάδη, ο οποίος εργάζεται στο τμήμα ακινήτων της εναγόμενης τράπεζας. Ο ίδιος του ήταν παρών κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας και υπέγραψε ως μάρτυρας. Υποστηρίζει με τη μαρτυρία του ότι οι ενάγοντες πριν προχωρήσουν στην υπογραφή της συμφωνίας, σύμφωνα και με τον όρο 3 αυτής, αποδέχτηκαν ότι ενημερώθηκαν για όλα όσα αφορούν το ακίνητο και αποδέχτηκαν ότι επιθεώρησαν το ακίνητο και μετά από τον έλεγχο αυτό και την επιθεώρηση, ήταν πλήρως ικανοποιημένοι και αποδέχτηκαν το ακίνητο ως έχει άρα και την πισίνα στην κατάσταση την οποία την παρέλαβαν. Αποδέχεται την ανταλλαγή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας με τους ενάγοντες και το γεγονός ότι η εναγόμενη προσέφερε χαριστικώς το ποσό των €500 στους ενάγοντες. Αρνείται το κόστος επιδιόρθωσης, του οποιουδήποτε προβλήματος εάν και εφόσον υπήρχε και υποστηρίζει ότι στο τιμολόγιο το οποίο επισύναψε ο ενάγοντας 1 δεν αναφέρεται το κόστος των εξαρτημάτων που έπρεπε να χρησιμοποιηθούν και ποια ήταν αυτά και ποιο ποσό έπρεπε να πληρωθεί για τα εργατικά. Υποστηρίζει επίσης ότι εάν και εφόσον υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα, αυτό δεν αποτελούσε ευθύνη της εναγομένης αφού οι ενάγοντες αποδέχτηκαν το ακίνητο στην κατάσταση που βρισκόταν και δηλώνοντας ότι το επιθεώρησαν και ως εκ τούτου οι ενάγοντες κωλύονται λόγω συμπεριφοράς και εγγράφων να ζητούν αποζημίωση. Αρχικά θα εξετάσω την εισήγηση της εναγομένης την οποία προβάλλει με τη γραπτή αγόρευση της, εν σχέση με το ότι δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η μαρτυρία του ενάγοντα 1 εφόσον η ένορκη του δήλωση στην Αγγλική γλώσσα δεν συνοδεύεται από μετάφραση στα Ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει Ελληνικά και προέβηκε στη μετάφραση, αλλά από ένορκο δήλωση του ιδίου του ενάγοντα 1 εις την Ελληνική γλώσσα. Στις ένορκες δηλώσεις του ο ενάγοντας 1, δεν αναφέρει κατ' αρχάς ποια γλώσσα ομιλεί και αντιλαμβάνεται. Χωρίς καμία εξήγηση κατέθεσε μια ένορκο δήλωση στην Ελληνική και μια στην Αγγλική γλώσσα, με το ίδιο περιεχόμενο. Στην ένορκο δήλωση στην Ελληνική δεν επισυνάπτονται τεκμήρια ενώ στην ένορκο δήλωση στην Αγγλική γλώσσα επισυνάπτονται τεκμήρια. Σύμφωνα με το Νόμο περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμος του 1988 (67/1988), άρθρο 5 υπό τον τίτλο Προσαγωγή εγγράφων, προβλέπονται τα ακόλουθα: «5.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.
(2)Το δικαστήριο μπορεί, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σ' οποιαδήποτε απ' αυτές.
(3)Δεν απαιτείται η μετάφραση εγγράφου, το οποίο συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα μέχρι τη 15η Αυγούστου 1989.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση». Προκύπτει συνεπώς από τα πιο πάνω, ότι έγγραφο συνταγμένο σε ξένη γλώσσα γίνεται αποδεκτό και μόνο εάν το επιβάλλει το συμφέρον της δικαιοσύνης δύναται να διαταχθεί από το Δικαστήριο η μετάφραση του. Είναι επίσης δεδομένο ότι για σκοπούς ορθής πρακτικής, ένορκος δήλωση η οποία κατατίθεται σε ξένη γλώσσα να συνοδεύεται από ένορκο δήλωση μετάφρασης του προσώπου το οποίο προέβηκε στην εν λόγω μετάφραση. Στην προκειμένη περίπτωση, το σύνολο της μαρτυρίας του ενάγοντα 1 αποτελείται από αυτές τις δύο ένορκες δηλώσεις. Έχοντας υπόψη ότι ακόμα και η ένορκος δήλωση του ενάγοντα 1 στην Αγγλική γλώσσα είναι αποδεχτή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Νόμου 67/1988, η μαρτυρία του δεν μπορεί να αποκλειστεί για το λόγο αυτό που προβάλλει η εναγόμενη. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του ενάγοντα 1 με τον τρόπο που κατατέθηκε λαμβάνεται υπόψη και θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Στρεφόμενη τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ξεκινώντας από τη μαρτυρία του ενάγοντα 1, αποτελεί ουσιαστική του θέση ότι αποτέλεσε ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο της συμφωνίας για την αγορά της κατοικίας από την εναγομένη, ότι η πισίνα θα παραδιδόταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση και αυτό θα γινόταν δυνατό να διαπιστωθεί εφόσον αυτή γέμιζε με νερό και συνδεόταν με ηλεκτρισμό. Η εκδοχή των εναγόντων ως αυτή υποστηρίχτηκε από τη μαρτυρία του ενάγοντα 1, κρίνεται λογική και πειστική και ως θα διαφανεί πιο κάτω, αυτή υποστηρίζεται και από τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε. Κατ' αρχάς να αναφέρω ότι οι ενάγοντες αγόρασαν από την εναγομένη την κατοικία μαζί με την πισίνα, ως περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας ο οποίος επισυνάφθηκε στη συμφωνία και ως εκ τούτου, δεν γίνεται αποδεκτός ο δικογραφημένος ισχυρισμός της εναγομένης ότι η συμφωνία δεν αφορούσε και δεν ανέφερε την πισίνα. Συνεπώς το όσα συμφωνηθήκαν μεταξύ των μερών αφορούν το σύνολο του ακινήτου το οποίο αγόρασαν οι ενάγοντες και περιλαμβάνει την πισίνα. Με τον όρο 3 της συμφωνίας, οι ενάγοντες συμφώνησαν και αποδέχτηκαν τα ακόλουθα: «The Purchaser declares that he has visited and previously inspected the Property being sold and has been fully briefed about the location, the area and all the particulars concerning the Property and the Purchaser being aware of all these declares that he is satisfied and found them to be to his full liking and approval. Furthermore, the Purchaser declares that for all these matters he himself has performed all necessary searches and inspections and, therefore being fully satisfied, buys the said Property as same stands today». Με την πιο πάνω δήλωση τους οι ενάγοντες, συμφώνησαν πράγματι ότι επιθεώρησαν την κατοικία και αγόρασαν αυτήν ως είχε κατά την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας. Αναφέρεται επίσης εις τον ως άνω όρο ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν για όλες τις λεπτομέρειες που αφορούσαν το ακίνητο. Αποτελεί όμως αδιαμφησβήτητο γεγονός ότι κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας και την επιθεώρηση στην οποία προέβηκαν οι ενάγοντες, η πισίνα δεν είχε νερό ούτε λειτουργούσε, κατά τρόπο που θα μπορούσε να ελεγχθεί και επιθεωρηθεί η κατάσταση της. Αν και το κατά πόσο υπήρχε εξυπακουόμενος όρος ότι η πισίνα θα ελεγχόταν μετά όπου αυτή θα γέμιζε με νερό και η κατοικία θα συνδεόταν με ηλεκτρισμό, αποτελεί τη νομική πτυχή της υπόθεσης, θα πρέπει να πω ότι ως προς την αξιολόγηση του ενάγοντα 1, η θέση του ότι δεν θα μπορούσε να ελεγχθεί η πισίνα χωρίς νερό και ηλεκτρισμό, κρίνεται βάσιμη ως ζήτημα κοινής λογικής. Αποτελεί επίσης κοινά αποδεχτό γεγονός ότι πριν γεμίσει η πισίνα με νερό και να συνδεθεί η κατοικία με ηλεκτρισμό, η λειτουργία της δεν είχε ελεγχθεί. Ακόμα και η αναφορά στον όρο 3 ότι οι ενάγοντες αγόρασαν την κατοικία στην κατάσταση που ήταν κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να αφορά τυχόν προβλήματα τα οποία δεν θα μπορούσαν να είχαν διαπιστωθεί κατά την επιθεώρηση της κατοικίας. Η αξιοπιστία του μάρτυρα, επιβεβαιώνεται επίσης και από το γεγονός ότι προτού αποφασίσει με τη σύζυγο του να επιδιορθώσουν την πισίνα, ενημέρωσαν άμεσα την εναγομένη με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 9.2.18 (τεκμήριο Δ), ζητώντας της μάλιστα εάν επιθυμεί, να προβεί η ίδια σε επιδιόρθωση. Ενημέρωσε επίσης την εναγομένη για το αναμενόμενο κόστος επιδιόρθωσης και η εναγόμενη επέλεξε να προτείνει χαριστικώς το ποσό των €
- Ο ελάχιστος χρόνος επίσης ο οποίος παρήλθε από την ανάληψη κατοχής της κατοικίας από τους ενάγοντες, ήτοι 31.1.18 μέχρι την 9.2.18 όπου ενημέρωσαν την εναγομένη, επιβεβαιώνει την ειλικρίνεια του ενάγοντα 1, εφόσον άμεσα με την μετακόμιση τους και την διαπίστωση του προβλήματος ενημέρωσαν την εναγομένη. Το γεγονός αυτό απομακρύνει κάθε ενδεχόμενο προσπάθειας των εναγόντων να αποκομίσουν όφελος αδικαιολόγητα. Ο ενάγοντας 1 κρίνεται επίσης πειστικός ως προς το λόγο πρόκλησης του προβλήματος, ήτοι διαρροή από σπασμένη σωλήνα, εφόσον επιβεβαιώνεται προς τούτο από τη μαρτυρία του κου Νταναούσκη, ο οποίος επιδιόρθωσε το πρόβλημα αλλά και τη σταθερή θέση του ενάγοντα 1 ως προς το είδος του προβλήματος, το οποίο περιέγραψε και εξέφρασε ευθύς εξ αρχής στην εναγομένη μέσω του τεκμηρίου Δ. Αποδέχομαι επίσης ότι οι ενάγοντες πλήρωσαν στην Bireli Pools Ltd το ποσό των €1.499,40, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο Β και Γ, ήτοι το τιμολόγιο και τη σχετική απόδειξη είσπραξης. Εις ότι αφορά τη μαρτυρία του κου Νταναούσκη, αποτέλεσε θέση της εναγομένης ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή εφόσον δεν καταδείχθηκε στο Δικαστήριο ότι κατέχει τα απαιτούμενα προσόντα για τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας ανέφερε στη γραπτή δήλωση του ότι είναι ο διευθυντής της εν λόγω εταιρείας η οποία μεταξύ άλλων ασχολείται με την επιδιόρθωση και εγκατάσταση πισίνων. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του μάρτυρα αυτού. Συνεπώς τα όσα ανέφερε, ήτοι είναι διευθυντής της εταιρείας η οποία ασχολείται με τις ως άνω εργασίες αλλά και το ότι ο ίδιος του επιδιόρθωσε το πρόβλημα που εμφανίστηκε από διαρροή σε σπασμένη σωλήνα, κρίνονται ικανά για να καταδείξουν τόσο την ειδικότητα και γνώση του για το πρόβλημα το οποίο κλήθηκε να επιδιορθώσει αλλά κυρίως για να επιβεβαιώσει ότι πληρώθηκε από τους ενάγοντες το ποσό το οποίο διεκδικούν για τον συγκεκριμένο σκοπό. Πέραν τούτου, τα όσα καταγράφει στη δήλωση του, υποστηρίζονται από το τιμολόγιο τεκμήριο Β, όπου στο σημείο με τίτλο «DESCRIPTION» αναφέρεται «Replace Inlet Line & Mechanical Repairs», σε μετάφραση «αντικατάσταση εσωτερικής γραμμής (σωλήνας) & μηχανολογικές επιδιορθώσεις», περιγραφή η οποία συνάδει με τα όσα υποστήριξαν τόσο ο ενάγοντας 1 όσο και ο μάρτυρας αυτός για βλάβη η οποία αφορούσε την εσωτερική σωλήνα της πισίνας. Συνεπώς, η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, κρίνεται πειστική και την αποδέχομαι. Από πλευράς εναγομένης, η μαρτυρία του κου Γεωργιάδη, κρίνεται γενική και περισσότερο αποτελεί προσπάθεια αποποίησης οποιασδήποτε ευθύνης της εναγομένης. Ο μάρτυρας προβαίνει σε γενική άρνηση της ύπαρξης προβλήματος στην πισίνα και αμφισβήτησης του ύψους το οποίο πλήρωσαν οι ενάγοντες για αποκατάσταση του προβλήματος, χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε στοιχείου που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφιβολία την εκδοχή των εναγόντων. Ο μάρτυρας φαίνεται να παραγνωρίζει το γεγονός ότι η εναγόμενη είχε κάθε ευκαιρία να επιθεωρήσει την πισίνα προτού καν οι ενάγοντες προβούν σε επιδιόρθωση της αλλά και να διαπραγματευθεί το κόστος επιδιόρθωσης του προβλήματος, σύμφωνα με την ως άνω επιστολή ημερ. 9.2.18 και δεν το έπραξε στηριζόμενη στον όρο 3 της συμφωνίας ότι οι ενάγοντες επιθεώρησαν την κατοικία και ήταν της αρεσκείας τους. Ο μάρτυρας προβάλλοντας ουσιαστικά ως μοναδικό λόγο για τον οποίο η εναγόμενη δεν πληρώνει το αξιούμενο ποσό στους ενάγοντες, την ύπαρξη του όρου 3, παραγνωρίζει επίσης το γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται ότι κατά το χρόνο επιθεώρησης και υπογραφής της συμφωνίας, η πισίνα δεν μπορούσε να ελεγχθεί εφόσον δεν υπήρχε ούτε νερό ούτε ηλεκτρισμός. Ενόψει των πιο πάνω, εκτός των όσων δεν αμφισβητεί ο μάρτυρας, η μαρτυρία του δεν κρίνεται πειστική και δεν την αποδέχομαι. Ενόψει της ως άνω αξιολόγησης αλλά και των όσων δεν αμφισβητούνται στην υπόθεση, το σύνολο της μαρτυρίας του ενάγοντα 1 και του μάρτυρα του καθίστανται ευρήματα μου, ως ακολούθως: Οι ενάγοντες, συμφώνησαν με την εναγομένη, τραπεζικό οργανισμό, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 12.1.18, ν' αγοράσουν από την εναγομένη μια διώροφη κατοικία με πισίνα η οποία ανεγέρθηκε επί του τεμαχίου XXXX, Φ/Σχ. XX/09, αριθμό εγγραφής 0/XXX65 στην XXXX για το ποσό των €280.000, το οποίο οι ενάγοντες πλήρωσαν και η εναγόμενη μεταβίβασε το ακίνητο εις το όνομα των εναγόντων. Οι ενάγοντες έλαβαν κατοχή του ακινήτου στις 31.1.
- Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 9.2.18 προς την εναγομένη την ενημέρωσαν ότι διαπιστώθηκε πρόβλημα διαρροής στην πισίνα από σπασμένη σωλήνα και της ζήτησαν να το επιδιορθώσει εάν επιθυμεί, διαφορετικά θα προέβαιναν οι ίδιοι τους σε επιδιόρθωση, σύμφωνα με προσφορά την οποία έλαβαν για το ποσό των €1.500 πλέον Φ.Π.Α. Η εναγόμενη αρνήθηκε την οποιαδήποτε ευθύνη και πρότεινε την πληρωμή του ποσού των €500 χαριστικά, πρόταση η οποία δεν έγινε αποδεχτή από τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες κάλεσαν την εταιρεία Bireli Pools Ltd για επιδιόρθωση της εσωτερικής σωλήνας της πισίνας και η εργασία αυτή έγινε από τον κο Νταναούσκη, διευθυντή της ως άνω εταιρείας. Οι ενάγοντες πλήρωσαν το ποσό των €1.499,40 στην ως άνω εταιρεία για επιδιόρθωση του προβλήματος. Οι ενάγοντες πριν την υπογραφή της συμφωνίας επιθεώρησαν την κατοικία αλλά η κατάσταση της πισίνας δεν θα μπορούσε να είχε ελεγχθεί εφόσον αυτή δεν είχε νερό ούτε και η κατοικία ήταν συνδεδεμένη με ηλεκτρισμό. Οι ενάγοντες έχουν το βάρος απόδειξης της υπόθεσης τους. Σύμφωνα με τα επίδικα και αμφισβητούμενα γεγονότα, θα πρέπει να αποδείξουν ότι υπήρχε ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος στη μεταξύ τους συμφωνία ότι η πισίνα θα ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση και αυτό θα ήταν δυνατό να ελεγχθεί μετά όπου αυτή θα γέμιζε με νερό και θα συνδεόταν με ηλεκτρισμό. Τέτοιος ρητός όρος δεν περιλαμβάνεται στη συμφωνία. Ως προς το ζήτημα ύπαρξης εξυπακουόμενου όρου στη συμφωνία, θα αναφερθώ ενδεικτικά στην υπόθεση Βauer v. Δ. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, στην οποία λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Δικαιολογείται η συμπερίληψη όρου σε συμφωνία, ως εξυπακουόμενου, εφόσον η αναγκαιότητα είναι τέτοια για την πρόσδωση εμπορικής υπόστασης στη συμφωνία ώστε με βεβαιότητα να μπορεί να λεχθεί ότι οι συμβαλλόμενοι, αν είχαν ερωτηθεί, αναντίλεκτα θα έλεγαν ότι ο όρος συνιστούσε μέρος της συμφωνίας. Κάτω από εκείνες τις συνθήκες η συμφωνία διευρύνεται με τη συμπερίληψη και του όρου ο οποίος εξυπακούεται: Βλ. Δημοκρατία v. Μουξούρη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 134, National Bank of Greece v. Pinios Shipping Co [1989] All E.R. 213, Beer v. Bowden [1981] 1 All E.R. 1070 (CA)». Επίσης, στην υπόθεση Αγησίλαου Τσιαλή ν. Δώρας Χατζηανδρέου, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 10174, 17 Ιουλίου 2000, αναφορικά με την απόδοση εξυπακουόμενου όρου σε συμφωνία, λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Όπως το έθεσε ο Kelly, C.B., στην υπόθεση Gwyn v. Neath Canal Co
(1865)L.R. 3 Ex. 209, στη σ. 215: "The result of all the authorities is, that when a court of law can clearly collect from the language within the four corners of a deed, or instrument in writing, the real intentions of the parties, they are bound to give effect to it by supplying anything necessarily to be inferred from the terms used, and by rejecting as superfluous whatever is repugnant to the intention so discerned." Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου ως θέμα ερμηνείας της συμφωνίας είναι παλαιόθεν γνώρισμα του έργου του δικαστηρίου, εδραζόμενη στην αναγνώριση ότι τα μέρη δεν διατυπώνουν πάντοτε ρητά στη γραπτή τους συμφωνία παρά μόνο τα βασικά της στοιχεία, αφήνοντας άλλα να προκύπτουν έστω και αν δεν ελέχθησαν. Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου αποδίδεται στην ανάγκη να δοθεί αποτελεσματικότητα και πληρότητα στη συμφωνία, εκφράζοντας εκείνο που, αν και δεν ελέχθη, αντιπροσωπεύει την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών. Η κλασσική διατύπωση της αρχής προέρχεται από τον Bowen L.J., στην υπόθεση The Moorcock
(1889)14 P.D. 64, στη σ. 68: "Now, an implied warranty, or, as it is called, a covenant in law, as distinguished from an express contract or express warranty, really is in all cases founded upon the presumed intention of the parties, and upon reason. The implication which the law draws from what must obviously have been the intention of the parties, the law draws with the object of giving efficacy to the transaction and preventing such a failure of consideration as cannot have been within the contemplation of either side; and I believe if one were to take all the cases, and there are many, of implied warranties or covenants in law, it will be found that in all of them the law is raising an implication from the presumed intention of the parties with the object of giving to the transaction such efficacy as both parties must have intended that at all events it should have." Είναι αυτή η αμεσότητα της αναγκαιότητας του εξυπακουόμενου όρου που καθιστά δυνατή όσο και επιτακτική τη διακρίβωση του. Ο Mackinnon, L.J., στην υπόθεση Shirlaw v. Southern Foundries
(1926)Ltd
(1939)2 K.B. 206, στη σ. 227 την εξέφρασε παραστατικά με ένα απόσπασμα από μελέτη του: "Prima facie that which in any contract is left to be implied and need not be expressed is something so obvious that it goes without saying; so that, if while the parties were making their bargain, an officious bystander were to suggest some express provision for it in the agreement, they would testily suppress him with a common, 'oh, of course'". Κύριο και ουσιαστικό κριτήριο αποτελεί η ανάγκη να αποδοθεί αποτελεσματικότητα και πληρότητα στη συμφωνία, κατά τρόπο που η απόδοση του εξυπακουόμενου όρου θα αντιπροσωπεύει την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών. Πάντοτε βέβαια, εντός του πλαισίου της συμφωνίας, η οποία κατά κανόνα κωδικοποιεί την πρόθεση των μερών και τους όρους επί τους οποίους στηρίζεται η συμφωνία τους. Στην προκειμένη περίπτωση, η συμφωνία των μερών αφορούσε την πώληση κατοικίας η οποία είχε ήδη ανεγερθεί σε οικόπεδο και το όλο πωληθέν ακίνητο περιλάμβανε και την πισίνα, σύμφωνα με τον τίτλο ιδιοκτησίας. Αν και δεν αναφέρεται οτιδήποτε στη συμφωνία ως προς την κατάσταση της πισίνας και της κατοικίας γενικότερα, θα ήταν παράδοξο να μην αποδιδόταν στη συμφωνία ο εξυπακουόμενος όρος ότι η κατοικία μαζί με την πισίνα η οποία πωλήθηκε και παραδόθηκε στους ενάγοντες θα έπρεπε να ήταν σε καλή και σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Το ότι οι ενάγοντες συμφώνησαν ότι αγόρασαν την κατοικία στην κατάσταση την οποία βρισκόταν κατά τον υπογραφή της συμφωνίας μετά από επιθεώρηση της, δεν σημαίνει ότι οι ενάγοντες αποδέχτηκαν τυχόν κρυφά προβλήματα στην κατοικία τα οποία δεν θα μπορούσαν να διαπιστωθούν κατά την επιθεώρηση. Εφόσον σκοπός και αντικείμενο της συμφωνίας ήταν η πώληση του ακινήτου με ότι αυτό περιελάμβανε, για να προσδωθεί εμπορική υπόσταση στη συμφωνία θα πρέπει σίγουρα να αποτελεί όρο αυτής ότι το αντικείμενο της πώλησης θα ήταν σε καλή κατάσταση, για τον σκοπό τον οποίο αγοράστηκε, ήτοι για να λειτουργεί και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους ενάγοντες. Η πισίνα δεν είχε ελεγχθεί από τους ενάγοντες προηγουμένως και η εναγόμενη δεν αμφισβητεί το γεγονός αυτό, όπως δεν αμφισβητεί το ότι μόνο μετά που θα γέμιζε με νερό και συνδεόταν η κατοικία με ηλεκτρισμό θα μπορούσε κάτι τέτοιο να ελεγχθεί. Υπό αυτές τις συνθήκες, η απόδοση του εξυπακουόμενου όρου αυτού στη συμφωνία, καθίσταται επιβεβλημένη κατά τρόπο που μόνο έτσι οι όροι της συμφωνίας θα αντιπροσωπεύουν την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών, για την πώληση μιας κατοικίας με πισίνα η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τους ενάγοντες. Συνεπώς καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την ύπαρξη του εξυπακουόμενου όρου στη συμφωνία αναφορικά με την καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση της πισίνας, την οποία δεν θα μπορούσαν να ελέγξουν πριν την υπογραφή της συμφωνίας εφόσον δεν είχαν προηγουμένως την κατοχή του ακινήτου και μετά την παράδοση του στους ενάγοντες και αφού γέμισαν την πισίνα με νερό και συνέδεσαν το ακίνητο με ηλεκτρισμό, διεφάνηκε το πρόβλημα διαρροής από σπασμένη σωλήνα, χωρίς καν να απαιτείται υπό τις περιστάσεις, από τους ενάγοντες να αποδείξουν τίποτε πέραν αυτού σχετικά με την αιτία πρόκλησης της διαρροής (βλ. Μοσφιλιώτης Λτδ ν. Βωνιάτη και άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 570). Εφόσον έχει καταδειχθεί η ύπαρξη του ως άνω εξυπακουόμενου όρου περί του ότι η πισίνα έπρεπε να ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση και οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι υπήρχε διαρροή στην πισίνα από σπασμένη σωλήνα, σίγουρα κάτι τέτοιο συνιστά παράβαση του όρου αυτού. Οι ενάγοντες συνεπώς, δικαιούνται στην επιδίκαση αποζημίωσης. Η μαρτυρία του ενάγοντα 1 ως προς το κόστος επιδιόρθωσης έγινε αποδεκτή. Συνεπώς το μέτρο αποζημίωσης για σκοπούς αποκατάστασης των εναγόντων, αποτελεί η πληρωμή του ποσού το οποίο κατέβαλαν για την αποκατάσταση της ζημιάς και ανέρχεται στο ποσό των €1.499,40. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεση τους εις το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ως εκ τούτου εκδίδεται Απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €1.499,40 πλέον νόμιμο τόκο, πλέον τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο