ΑΛΦΡΕΔΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΠΕΝΤΑΡΑ, Αρ. Αγωγής: 2151/13, 14/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2151/13 Μεταξύ: ΑΛΦΡΕΔΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Εναγόντων και ΧΧΧΧ ΠΕΝΤΑΡΑ Εναγόμενης Ημερομηνία: 14.4.2020 Για Ενάγοντες: κ. Λ. Χ''Νεοφύτου για G. Hadjineophytou & Co LLC. Για Εναγόμενη: κ. Ε. Κορακίδης για ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Δια της αγωγής τους οι Ενάγοντες αξιώνουν από την Εναγόμενη το ποσό των €78.596,93, με τόκο προς 8% ετησίως από 1.1.2013 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα, δυνάμει υπολοίπου λογαριασμού και/ή υπολοίπου τιμολογίων και/ή υπολοίπου δελτίων αποστολής και/ή ως τίμημα πώλησης και παράδοσης επί πιστώσει, διαφόρων ζωοτροφών και παρεμφερών εμπορευμάτων. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Πάφο και διατηρούν εργοστάσιο παραγωγής και εμπορίας ζωοτροφών και παρεμφερών ειδών. Η Εναγόμενη είναι κάτοικος Πάφου και ήταν, κατά τους ουσιώδεις χρόνους για την αγωγή, ιδιοκτήτρια και/ή διαχειρίστρια μεγάλου αριθμού αιγοπροβάτων και/ή άλλων ζώων και πελάτιδα των Εναγόντων. Σε προγενέστερο χρόνο οι Ενάγοντες είχαν συναλλαγές με τον σύζυγο της Εναγόμενης, ο οποίος ήταν προηγούμενος ιδιοκτήτης αριθμού ζώων. Η συνεργασία των Εναγόντων με την Εναγόμενη ξεκίνησε όταν ο σύζυγος αυτής δήλωσε στους Ενάγοντες ότι μεταβίβασε και/ή θα μεταβίβαζε τα ζώα επ' ονόματι της συζύγου του, καθότι εκείνος υπηρετούσε ως αστυνομικός και πιθανόν να αντιμετώπιζε προβλήματα με την υπηρεσία του εάν συνέχιζε να είναι ιδιοκτήτης των ζώων και να διατηρεί μάντρα με ζώα. Οι Ενάγοντες με την σύμφωνη γνώμη της Εναγόμενης και/ή την ρητή συγκατάθεση της και στην παρουσία τόσο αυτής όσο και του συζύγου της, άνοιξαν και/ή διατήρησαν λογαριασμό στο όνομα της Εναγόμενης, η οποία προσωπικά και/ή μέσω του συζύγου της και/ή άλλως πως αγόραζε ζωοτροφές και/ή παρεμφερή εμπορεύματα από τους Ενάγοντες επί πιστώσει. Στα πλαίσια αυτά οι Ενάγοντες πώλησαν επί πιστώσει και παρέδωσαν στην Εναγόμενη και/ή σε υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους αυτής, ζωοτροφές και παρεμφερή εμπορεύματα, σε διάφορες ημερομηνίες, με το υπόλοιπο οφειλόμενο να ανέρχεται την 31.12.2012 στο ποσό των €78.596,
- Η Εναγόμενη και/ή υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι αυτής ανέλαβε δια της υπογραφής τους στα σχετικά τιμολόγια και/ή δελτία αποστολής να πληρώνει τόκο προς 8% ετησίως αν δεν εξοφλούσε αυτά εντός ενός μηνός από την έκδοση τους. Καθ' όλη την διάρκεια των συναλλαγών μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενης, ο σύζυγος αυτής ενεργούσε και/ή παρουσιαζόταν ρητά και/ή σιωπηρά σαν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της. Η Εναγόμενη και/ή ο σύζυγος της και/ή αντιπρόσωποι αυτής με εντολή και δια λογαριασμό αυτής, υπέγραψε δήλωση με την οποία αναγνώρισε το ύψος του πιο πάνω οφειλόμενου ποσού, περιλαμβανομένου του συμφωνηθέντος τόκου, ο οποίος χρεώθηκε την 31.12.
- Οι Ενάγοντες παρέδωσαν την δήλωση ημερ. 31.12.2010 στον σύζυγο της Εναγόμενης ζητώντας του να την επιστρέψει υπογεγραμμένη από την Εναγόμενη. Εκείνος επέστρεψε την δήλωση στους Ενάγοντες υπογεγραμμένη και δήλωσε ότι την υπέγραψε η Εναγόμενη. Οχληθείσα η Εναγόμενη παρέλειψε και/ή αμέλησε να πληρώσει μέχρι σήμερα το πιο πάνω χρέος της ή μέρος αυτού. Σύμφωνα με την έκθεση υπεράσπισης της η Εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει όλους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων εκτός όσους ρητά παραδέχεται. Συγκεκριμένα: Παραδέχεται ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Πάφο και ότι διατηρούν εργοστάσιο παραγωγής και εμπορίας ζωοτροφών και παρεμφερών ειδών. Αρνείται όμως τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των Εναγόντων και υποστηρίζει ότι δεν είχε καμία συνεργασία ή δοσοληψία με αυτούς και δεν γνώριζε για την έκδοση ή ύπαρξη οποιωνδήποτε τιμολογίων αυτών επ' ονόματι της. Ουδέποτε προμηθεύτηκε ή παρέλαβε επί πιστώσει ζωοτροφές ή/και παρεμφερή εμπορεύματα από τους Ενάγοντες. Ισχυρίζεται δε ότι η υπογραφή που εμφανίζεται επί των τιμολογίων ή/και δελτίων αποστολής δεν είναι η δική της και δηλώνει ότι αγνοεί κατά πόσο κάποιος άλλος για λογαριασμό της υπέγραψε τα τιμολόγια ή/και δελτία αποστολής. Περαιτέρω αρνείται ότι υπέγραψε οποιαδήποτε δήλωση με την οποία να αναγνωρίζει το ύψος οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού προς τους Ενάγοντες και δηλώνει ότι αγνοεί κατά πόσο κάποιος άλλος για λογαριασμό της έκανε κάτι τέτοιο. Δηλώνει ότι αγνοεί τα όσα ισχυρίζονται οι Ενάγοντες αναφορικά με την προηγούμενη συνεργασία τους με τον σύζυγο της και τις μεταγενέστερες ενέργειες και δηλώσεις αυτού και επαναλαμβάνει ότι καμία συνεργασία είχε με τους Ενάγοντες και δεν διατηρούσε λογαριασμό με αυτούς. Εν κατακλείδι υποστηρίζει ότι δεν έχει ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση με τους Ενάγοντες, ότι οι τελευταίοι δεν έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και ως εκ τούτου η αγωγή πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ της. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσαν τρεις μάρτυρες ενώ προς υποστήριξη της υπόθεσης της Εναγόμενης κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Αλφρέδου, ο οποίος ήταν κατά τους ουσιώδεις για την αγωγή χρόνους και εξακολουθεί να είναι διευθυντής και κύριος μέτοχος των Εναγόντων. Σύμφωνα με αυτόν οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομίμως εγγεγραμμένη, με έδρα την Πάφο και διατηρούν εργοστάσιο παραγωγής και εμπορίας ζωοτροφών και παρεμφερών ειδών. Ο σύζυγος της Εναγόμενης ήταν πελάτης των Εναγόντων και οι τελευταίοι τηρούσαν για τις συναλλαγές τους με αυτόν σχετικό λογαριασμό (τεκμήριο 4). Περί τα τέλη του 2007 ή αρχές του 2008 περίπου η Εναγόμενη με τον σύζυγο της επισκέφθηκαν τον μάρτυρα στα γραφεία των Εναγόντων και του ζήτησαν όπως οι τελευταίοι σταματήσουν να προμηθεύουν τον σύζυγο της με ζωοτροφές, ξεκινήσουν να προμηθεύουν αυτήν και εκδίδουν τιμολόγια στο όνομα της. Ο λόγος που του αναφέρθηκε ήταν ότι, για να μην έχει πρόβλημα με την δουλεία του ο σύζυγος της Εναγόμενης που ήταν αστυνομικός, θα μεταβίβαζε τα ζώα στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη συμφώνησε και στο άνοιγμα χρεωστικού λογαριασμού στο όνομα της, όπως και έγινε και άρχισε η συνεργασία μαζί της. Όταν ανοίχθηκε ο λογαριασμός συμφωνήθηκε επίσης να πωλούνται μεν ζωοτροφές στην Εναγόμενη με πίστωση αλλά να πληρώνει ο σύζυγος της έναντι του δικού του λογαριασμού μέχρι να τον εξοφλήσει και ακολούθως να πληρώνει η Εναγόμενη έναντι του δικού της λογαριασμού. Από το 2008 μέχρι το 2011 η Εναγόμενη αγόραζε με πίστωση από τους Ενάγοντες διάφορες ποσότητες ζωοτροφών και παρεμφερών προϊόντων έναντι συμφωνημένων τιμών. Κατά την 17.7.2008 ο σύζυγος της Εναγόμενης εξόφλησε τον χρεωστικό του λογαριασμό (που είχε υπόλοιπο €5.802,08) και την ίδια μέρα πλήρωσε για λογαριασμό της Εναγόμενης έναντι του χρεωστικού της λογαριασμού το ποσό των €1.197,92 (βλ. τεκμήριο 4 και αποδείξεις τεκμηρίου 7). Για κάθε παραγγελία που γινόταν μετά την έναρξη της συνεργασίας τους με την Εναγόμενη, οι Ενάγοντες παρέδιδαν ζωοτροφές στην μάντρα όπου διατηρούσε τα ζώα και κάθε φορά εκδιδόταν τιμολόγιο, το οποίο υπέγραφε η Εναγόμενη ή ο σύζυγος της ή άλλοι αντιπρόσωποι ή υπάλληλοι της είτε με την παράδοση των ζωοτροφών στην μάντρα είτε όταν γίνονταν πληρωμές έναντι του λογαριασμού της στα γραφεία των Εναγόντων. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 3 την κατάσταση λογαριασμού που οι Ενάγοντες τηρούσαν στο όνομα της Εναγόμενης, ως τεκμήρια 8-10 το σύνολο των ως άνω αναφερόμενων εκδοθέντων τιμολογίων (το τεκμήριο 8 αποτελεί δέσμη 56 τιμολογίων για το έτος 2008, το τεκμήριο 9 αποτελεί δέσμη 40 τιμολογίων για το έτος 2009 και το τεκμήριο 10 αποτελεί δέσμη 36 τιμολογίων για τα έτη 2010 και 2011) και εξήγησε το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, η Εναγόμενη συμφώνησε με την υπογραφή των εκδοθέντων τιμολογίων όπως πληρώνει τόκο προς 8% ετησίως εάν δεν εξοφλούσε τούτα εντός 30 ημερών από την έκδοση τους. Η Εναγόμενη πλήρωνε περιοδικά έναντι του χρεωστικού της λογαριασμού. Σε κάποιες περιπτώσεις πλήρωνε με επιταγές γαλακτοβιομηχανίας, οι οποίες εκδίδονταν στο όνομα της. Το τελευταίο τιμολόγιο που εκδόθηκε ήταν ημερ. 26.1.2011 για συνολικό ποσό των €2.163,47 και η τελευταία πληρωμή έναντι του λογαριασμού της έγινε στις 30.3.2012 για το ποσό €600 των (βλ. σχετική απόδειξη είσπραξης τεκμήριο 6). Ο λογαριασμός της Εναγόμενης χρεώθηκε μέχρι την 31.12.2012 το ποσό των €14.850 για το συμφωνημένο τόκο και την ίδια ημέρα ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό οφειλόμενο υπόλοιπο €78.596,
- Πέραν των πιο πάνω, στα τέλη των ετών 2008, 2009, 2010 και 2011 η Εναγόμενη υπέγραψε γραπτές δηλώσεις προς τους Ενάγοντες, σύμφωνα με τις οποίες αναγνώριζε το χρεωστικό της υπόλοιπο κατά την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους (κατέθεσε ως τεκμήριο 11-14 τις εν λόγω γραπτές δηλώσεις για τα έτη 2008-2011). Οι γραπτές δηλώσεις παραδίδονταν στον σύζυγο της στα γραφεία των Εναγόντων και αυτός τις επέστρεφε υπογεγραμμένες από την Εναγόμενη, όπως ο ίδιος δήλωνε. Η Εναγόμενη εξακολουθεί να οφείλει στους Ενάγοντες το ποσό των €78.596,92, πλέον τόκο προς 8% από 1.1.2013 μέχρι εξόφλησης. Τρεις περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής η Εναγόμενη αποξένωσε αριθμό τεμαχίων των οποίων ήταν ιδιοκτήτρια δυνάμει δωρεάς, προφανώς για να εμποδίσει τους Ενάγοντες να εισπράξουν το λαβείν τους σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής (κατέθεσε ως τεκμήριο 15 σχετική έρευνα του Κτηματολογίου ημερ. 1.1.2016). Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Δημητρίου, κτηνιατρικός λειτουργός στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες Πάφου, με καθήκοντα υπεύθυνου σήμανσης, αναγνώρισης και καταγραφής ζώων στο σύστημα των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών και στο άνοιγμα ή κλείσιμο κωδικών εκμετάλλευσης ζώων. Εξήγησε ότι η σήμανση αφορά την ταυτότητα κάθε ζώου και ότι η κάθε φάρμα «εκμετάλλευση» έχει τον δικό της κωδικό. Εξήγησε επίσης ότι αφού ο πρώην και ο νυν ιδιοκτήτης υπογράψουν, όντας παρόντες στα γραφεία της Υπηρεσίας του, συγκεκριμένο έντυπο (αίτηση) και αφού παρουσιάσουν την ταυτότητα τους, γίνεται η μεταβίβαση - αλλαγή ιδιοκτησίας, είτε αυθημερόν είτε εντός κάποιων ημερών. Ανέφερε δε με βάση τα στοιχεία του συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των ζώων που διατηρεί η Υπηρεσία του, ότι η επίδικη εκμετάλλευση ξεκίνησε την 1.3.2001 με ιδιοκτήτες τους ΧΧΧΧ Αλεξάνδρου και ΧΧΧΧ Πενταρά. Στις 12.12.2006 ιδιοκτήτης αυτής ήταν ο ΧΧΧΧ Αλεξάνδρου. Στις 20.4.2007 ιδιοκτήτης ήταν ο ΧΧΧΧ Πενταράς. Την 1.11.2007 ιδιοκτήτης ήταν ο ΧΧΧΧ Αλεξάνδρου. Από τις 17.1.2008 η Εναγόμενη ήταν συνιδιοκτήτρια (515 ζώων) με τον ΧΧΧΧ Αλεξάνδρου. Στις 9.7.2009 ιδιοκτήτρια (529 ζώων) ήταν η Εναγόμενη και στις 22.9.2014 ιδιοκτήτης (82 ζώων) ήταν ο ΧΧΧΧ Πενταράς. Κατέθεσε ως τεκμήριο 16 τις αιτήσεις κάθε αλλαγής ιδιοκτήτη της συγκεκριμένης εκμετάλλευσης και ως τεκμήριο 17 έγγραφο για τον αριθμό των ζώων. Τέλος ανέφερε ότι οι ιδιοκτήτες ζώων λαμβάνουν κατά κεφαλή επιδότηση από το κράτος. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Milchev, ο οποίος εργοδοτείται σαν οδηγός στους Ενάγοντες από το
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα τα καθήκοντα του είναι να μπαίνει στις μάντρες και να ξεφορτώνει τροφές για τα ζώα. Γνωρίζει την Εναγόμενη αφού όταν ξεφόρτωνε στην μάντρα της αυτή ήταν παρούσα. Πήγαινε εκεί από το 2007 μέχρι και το
- Πήγαινε στην εν λόγω μάντρα σχεδόν όλες τις ώρες μέχρι να νυχτώσει. Πολλές φορές έμπαινε, ξεφόρτωνε και όποιος ήταν μέσα, υπέγραφε το τιμολόγιο και το έπαιρνε. Υπήρχαν φορές που εκεί ήταν ο σύζυγος της Εναγόμενης, άλλες που ήταν η ίδια και άλλες που ήταν κάποιοι ξένοι. Η Εναγόμενη έτυχε να τους υπογράψει τιμολόγια τουλάχιστον 7-8 φορές. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η Εναγόμενη, η οποία υποστήριξε ότι ουδέποτε αγόρασε επί πιστώσει οποιοδήποτε αγαθό από τους Ενάγοντες, ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε τιμολόγιο αυτών και ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε αναγνώρισης χρέους προς αυτούς. Κατά την επίδικη περίοδο εργαζόταν σε ξενοδοχείο ως ζαχαροπλάστης με ωράριο από η ώρα 7:00 π.μ. μέχρι η ώρα 3:45 μ.μ. καθημερινά εκτός από Τετάρτη και Κυριακή και ποτέ δεν βρισκόταν στην μάντρα του συζύγου της ώστε να ήταν δυνατόν να παραλάβει ζωοτροφές ή να υπογράψει οποιοδήποτε τιμολόγιο. Το ξενοδοχείο όπου εργαζόταν ήταν στην Χλώρακα που απέχει από την κατοικία της περίπου 20-30 λεπτά. Η μάντρα του συζύγου της επίσης απέχει από την Χλώρακα περίπου 20-30 λεπτά. Παραδέχθηκε ότι αποδέχθηκε την εγγραφή των ζώων στο όνομα της αλλά αυτό δεν έγινε για να αναλάβει την διαχείριση τους ή για να γίνει κτηνοτρόφος. Η εγγραφή αυτή έγινε για να μην φαίνονται τα ζώα εγγεγραμμένα στο όνομα του συζύγου της διότι ήταν αστυνομικός. Ο σύζυγος της συνέχισε να διαχειρίζεται τα ζώα χωρίς αυτή να λαμβάνει οποιαδήποτε γνώση και σε καμία περίπτωση δεν εξουσιοδότησε οποιεσδήποτε αγορές ζωοτροφών εκ μέρους της και δεν γνώριζε ότι οι Ενάγοντες διατηρούσαν λογαριασμό στο όνομα της. Οποιεσδήποτε κρατικές επιχορηγήσεις λάμβανε, τις έδιδε στον σύζυγο της. Ουδέποτε δε παρέλαβε οποιαδήποτε επιταγή για πώληση γάλακτος. Στο κατάστημα των Εναγόντων πήγε 2 ή 3 φορές και αγόρασε τροφή για τις κότες που έχει στο σπίτι της αλλά ουδέποτε αγόρασε οτιδήποτε επί πιστώσει ούτε και εξουσιοδότησε οποιονδήποτε να αγοράσει εκ μέρους της οτιδήποτε επί πιστώσει. Ουδέποτε πήγε στα γραφεία των Εναγόντων για να δώσει εντολή να ανοιχθεί λογαριασμός στο όνομα της ή για να εξουσιοδοτήσει οποιαδήποτε αγορά ζωοτροφών και τα όσα ανέφερε ο Μ.Ε.1 είναι κατασκευασμένα. Οι υπογραφές επί των τιμολογίων (στα τεκμήρια 8-10) που φέρουν το όνομα της δεν είναι δικές της, ούτε και αυτές επί των δηλώσεων αναγνώρισης χρέους (τεκμήρια 11-14). Ο Μ.Ε.1 φαίνεται να συναινούσε ή να προέτρεπε ή να απαίτησε από τον σύζυγο της να υπογράφει με το όνομα της. Οι Ενάγοντες παρουσίασαν τα πράγματα όπως τα ήθελαν και ίσως κατασκεύασαν ό,τι χρειαζόταν ώστε να παρουσιάσουν την υπόθεση όπως ήθελαν. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό περί αποξένωσης ακινήτων είπε ότι αυτά ήταν ιδιοκτησίας του γιου της, μετά από αγορά τους και εγγράφηκαν στο όνομα της ώστε να τα διαθέσει αυτή σύμφωνα με τις εντολές του γιου της, όπως και έπραξε. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο δικαστικός γραφολόγος ΧΧΧΧ Μακρίδης, ο οποίος ετοίμασε για σκοπούς της παρούσας και κατέθεσε ως τεκμήρια 19Α και 19Β, σχετική έκθεση, την οποία υιοθέτησε και επεξήγησε συνοπτικά με αναφορά στους συγκριτικούς πίνακες που περιέχονται σε αυτήν. Σύμφωνα με την έκθεση του: Στις 21.2.2020 έλαβε εντολή από τον δικηγόρο της Εναγόμενης, όπως διενεργήσει γραφολογική έρευνα και ετοιμάσει έκθεση με αντικείμενο έρευνας την γραφολογική διερεύνηση της γνησιότητας των υπογραφών που αποδίδονται στην Εναγόμενη. Για τον σκοπό αυτό, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετέβηκε στις 27.1.2020 στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και στην παρουσία του Πρωτοκολλητή προέβη στις απαραίτητες φωτογραφήσεις και γραφολογικές εξετάσεις των τεκμηρίων 8-14 (όσον αφορά τα τεκμήρια 8, 9 και 10 για την αμφισβητούμενη υπογραφή στην θέση «Παραλήπτης» και/ή «Αγοραστής», όσον αφορά τα τεκμήρια 11, 12, 13 και 14 για την αμφισβητούμενη υπογραφή στο όνομα «ΧΧΧΧ Πενταρά» και όσον αφορά το τεκμήριο 16 για τις υπογραφές - δείγματα ανύποπτου χρόνου της Εναγόμενης - ημερ. 16.1.2008, 6.7.2009 και 16.9.2014). Την ίδια ημέρα παρέλαβε από την Εναγόμενη διαβατήριο στο όνομα της με ημερ. έκδοσης την 5.7.2004 και με υπογραφή - δείγμα ανύποπτου χρόνου της Εναγόμενης καθώς και δείγματα γραφής και υπογραφής αυτής, σε δέκα σελίδες. Τα πιο πάνω λήφθηκαν ώστε να γίνει εξέταση των προαναφερόμενων αμφισβητούμενων γραφών (στα τεκμήρια 8-14) και σύγκριση τους με τα δείγματα υπογραφής ανύποπτου χρόνου της Εναγόμενης (στο τεκμήριο 16) αλλά και με τα δείγματα που αυτή έδωσε στις 27.1.
- Από τις εξετάσεις που έκανε ο μάρτυρας και τις συγκρίσεις (χρησιμοποιώντας την «Συγκριτική Αναλυτική Μέδοθο», την οποία εξηγεί στην έκθεση) κατέληξε στα ακόλουθα: · Στα τεκμήρια 8-14 υπάρχουν 125 αμφισβητούμενες υπογραφές στην θέση «Παραλήπτης» και/ή «Αγοραστής», από τις οποίες οι 117 είναι πρωτότυπες και οι 8 αντίγραφα. · Από τις 125 αμφισβητούμενες υπογραφές, οι 23 είναι γραφικές παραστάσεις, οι οποίες δεν έχουν όλες την ίδια μορφή και εικόνα. Δύο εκ των 125 είναι γραμμένες στο όνομα «ΧΧΧΧ singh» (βλ. τεκμήριο 8) και άλλες δύο είναι γραμμένες στο όνομα «ΧΧΧΧ» (βλ. τεκμήριο 9). Οι 27 αυτές υπογραφές είναι εξόφθαλμα διαφορετικές από τα δείγματα υπογραφής της Εναγόμενης. · Από τις υπόλοιπες των 125, οι 98 είναι γραμμένες στο όνομα «ΧΧΧΧ Πενταρά». Εξ αυτών οι 95 είναι πρωτότυπες υπογραφές και οι 3 αντίγραφα. Εξετάζοντας και συγκρίνοντας μεταξύ τους τις 98 αυτές υπογραφές παρουσιάζουν τα ίδια ατομικά γραφολογικά γνωρίσματα, τα οποία σε συνάρτηση με το στοιχείο της επανάληψης, προσδίδουν μια έντονη ατομικότητα και κατά την γνώμη του μάρτυρα έγιναν όλες από το ίδιο άγνωστο πρόσωπο. · Εξετάζοντας τα 10 δείγματα γραφής που έλαβε από την Εναγόμενη στις 27.1.2020 και τα 4 δείγματα υπογραφής αυτής που έγιναν σε ανύποπτο χρόνο (τεκμήριο 16 και η υπογραφή στο διαβατήριο της) διαπίστωσε ότι όλα είναι γραμμένα ελεύθερα, με ταχύτητα και χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία διστακτικότητας και ότι παρουσιάζουν ατομικά γραφολογικά γνωρίσματα, τα οποία σε συνάρτηση με το στοιχείο της επανάληψης, προσδίδουν μια έντονη ατομικότητα στις υπογραφές της Εναγόμενης. Ως δε δήλωσε κατά την μαρτυρία του, είναι εκ των άνω η γνώμη του ότι όλα τα εν λόγω δείγματα αποτελούν γνήσιες υπογραφές της Εναγόμενης. · Συγκρίνοντας δε τις 98 αμφισβητούμενες υπογραφές που είναι γραμμένες στο όνομα «ΧΧΧΧ Πενταρά» με τα πιο πάνω 14 δείγματα γραφής της Εναγόμενης κατέληξε ότι οι 95 πρωτότυπες υπογραφές παρουσιάζουν διαφορές με τα δείγματα γραφής της Εναγόμενης ως προς τα ιδιαίτερα γραφολογικά τους γνωρίσματα και ότι η γενική μορφή και εικόνα καθώς και η τεχνική σχηματισμού των 3 υπογραφών στο όνομα «ΧΧΧΧ Πενταρά» που δεν είναι πρωτότυπες επίσης παρουσιάζουν διαφορές με τα αντίστοιχα γραφολογικά γνωρίσματα των δειγμάτων υπογραφής της Εναγόμενης και κατά την γνώμη του καμιά από τις 98 αμφισβητούμενες υπογραφές που φαίνονται στα τεκμήρια 8-14 δεν είναι γνήσια υπογραφή της Εναγόμενης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην παρούσα θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως έχει νομολογηθεί οι λογαριασμοί εμπορευόμενου δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν αλλά αυτά πρέπει να αποδειχθούν (βλ. A.I. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Ως έχει επίσης νομολογηθεί τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική δύναμη αλλά υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1Β Α.Α.Δ. 962 και Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462). Στην Haleko Hanseatisches Lebensmittelkontor GMBH & Co OHG v. L.S.E.Life Style Enterprises Ltd
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1055 με παραπομπή στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 24, σελ. 171 και στην Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 λέχθηκε ότι τα τιμολόγια αποτελούν τον έγγραφο λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή, με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση. Ως τέτοια πρέπει να συνεκτιμούνται με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ως έχει δε λεχθεί στην Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1Α Α.Α.Δ. 728, η παρουσίαση τιμολογίων είναι μαρτυρία, που αν γίνει αποδεκτή, τείνει να αποδείξει την απαίτηση. Στην προκειμένη δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης η παράδοση από τους Ενάγοντες, στην συγκεκριμένη εκμετάλλευση - φάρμα ζώων, των ζωοτροφών που αναφέρονται στα τιμολόγια τεκμήρια 8-10 (δηλ. η ποσότητα, το είδος, η αξία και το συνολικό τίμημα που αναγράφονται σε κάθε τιμολόγιο) ούτε και οι αντίστοιχες χρεώσεις και πιστώσεις που φαίνονται στην σχετική κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 3). Εδώ να λεχθεί ότι οι εν λόγω χρεώσεις συνάδουν απόλυτα και αντιστοιχούν σε εν έκαστο των εν λόγω τιμολογίων, τα οποία και αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού. Εκείνο που ουσιαστικά προβάλλει η Εναγόμενη είναι ότι δεν είναι αυτή που οφείλει το χρεωστικό υπόλοιπο που φαίνεται στο τεκμήριο 3 εφόσον, σύμφωνα πάντα με την ίδια, δεν παρήγγειλε αυτή τις ζωοτροφές ούτε και εξουσιοδότησε οποιεσδήποτε τέτοιες αγορές εκ μέρους της, δεν υπέγραψε οποιοδήποτε εκ των τιμολογίων ούτε και οποιαδήποτε αναγνώριση χρέους προς τους Ενάγοντες και δεν γνώριζε ότι αυτοί διατηρούσαν λογαριασμό στο όνομα της. Υποστήριξε δε ότι τα ζώα τα διαχειριζόταν ο σύζυγος της και δεν γνωρίζει τι παραγγελίες έκανε εκείνος. Επομένως η αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσίασαν οι δύο πλευρές θα επικεντρωθεί στο αμέσως ποιο πάνω με σκοπό να αποφασισθεί το κατά πόσο η Εναγόμενη είναι ή όχι το πρόσωπο που οφείλει τα όσα αξιώνουν οι Ενάγοντες για την πώληση και παράδοση των επίδικων ζωοτροφών. Αρχίζοντας από τον Μ.Ε.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία αυτού ουδόλως αμφισβητήθηκε και συνεπώς γίνεται δεκτή. Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα με αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στην συνέχεια να εξετάσει αν με την μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση, με εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα θα αποδειχθούν με μαρτυρία. Στην Kotlyarenko
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1427, επαναλήφθηκε ουσιαστικά ότι η γενική αρχή είναι ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Όσον αφορά τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα του Μ.Υ.2 αυτά εκτίθενται στις σελίδες 1-3 της έκθεσης του (τεκμήριο 19Α). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην αυτά καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας είναι η κατάληξη μου ότι ο Μ.Υ.2 είναι εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι αυτό δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγόντων. Συναφώς η μαρτυρία του Μ.Υ.2 θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Στα πλαίσια αυτά να λεχθεί ότι ο Μ.Υ.2 μου έκανε καλή εντύπωση. Στην έκθεση του (τεκμήριο 19Α), την οποία υιοθέτησε, αναφέρει και επεξηγεί με απλά λόγια αλλά και με λεπτομέρεια τα διάφορα έγγραφα που εξέτασε, την μέθοδο που χρησιμοποίησε, τις συγκρίσεις που έκανε και το πως κατέληξε στα συμπεράσματα του. Με τον ίδιο τρόπο και παραπέμποντας σε συγκριτικούς πίνακες που ετοίμασε και επίσης περιλαμβάνονται στην έκθεση του, απάντησε και στις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του και επεξήγησε τις θέσεις του. Εδώ να λεχθεί ότι ως εξήγησε στην αντεξέταση του αλλά αναφέρεται και στην έκθεση του, δεν ετοίμασε συγκριτικούς πίνακες για όλες τις συγκρίσεις που έκανε αλλά ετοίμασε και περιέλαβε στην έκθεση του «δειγματοληπτικά» τέτοιους πίνακες για κάποιες από τις συγκρίσεις που έκανε και όχι για όλες. Αυτό όμως δεν καθιστά την εξέταση του πλημμελή ούτε και τα συμπεράσματα του μη ασφαλή και αυθαίρετα εφόσον, ως εξήγησε, δεν περιορίσθηκε σε γραφολογική εξέταση μόνο των δειγμάτων που φαίνονται στους συγκριτικούς πίνακες αλλά κατέληξε στα συμπεράσματα του αφού εξέτασε και προέβη στις ανάλογες συγκρίσεις όλων των εγγράφων και των 3 κατηγοριών γραφών (τόσο μεταξύ τους όσο μεταξύ των κατηγοριών) δηλ. τόσο των αμφισβητούμενων όσο και των δειγμάτων γραφής της Εναγόμενης ημερ. 27.1.2020 καθώς και των δειγμάτων γραφής ανύποπτου χρόνου. Με άλλα λόγια η συμπερίληψη των συγκριτικών πινάκων έγινε με σκοπό να εξηγήσει δειγματοληπτικά τις εξετάσεις που έκανε και κατ' επέκταση τα συμπεράσματα του και δεν αποτελούν το σύνολο των εξετάσεων αυτών. Ως δε προκύπτει από την μαρτυρία του οι εξετάσεις και συγκρίσεις που έκανε έγιναν στην βάση επαρκούς και ικανοποιητικού, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά αριθμού δειγμάτων γραφής της Εναγόμενης. Έδωσε επίσης πειστική εξήγηση για τον λόγο που δεν ετοίμασε συγκριτικούς πίνακες και για τα δείγματα ανύποπτου χρόνου της Εναγόμενης. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του κρίνεται αρκούντως τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και κατ' επέκταση το Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί σε αυτήν προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση, στην βάση των γεγονότων που θα κριθεί ότι έχουν αποδειχθεί με την μαρτυρία που θα γίνει δεκτή. Ερχόμενος στην μαρτυρία του Μ.Ε.3 θα πρέπει να λεχθεί ότι για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα: Ήταν η θέση του στην κυρίως εξέταση του ότι όταν πήγαινε στην συγκεκριμένη φάρμα από το 2007 μέχρι και το 2010, μετά που ξεφόρτωνε, όποιο πρόσωπο βρισκόταν εκεί υπέγραφε και το τιμολόγιο που του έδιδε ο μάρτυρας. Υποστήριξε δε ότι σε κάποιες εκ των περιπτώσεων ήταν στη μάντρα παρών ο σύζυγος της Εναγόμενης, άλλες φορές η Εναγόμενη και άλλες κάποιοι αλλοδαποί. Μάλιστα ήταν κατηγορηματικός ότι η Εναγόμενη έτυχε να του υπογράψει τιμολόγια τουλάχιστον 7-8 φορές. Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι η θέση του είναι ότι όταν ήταν παρούσα η Εναγόμενη υπέγραφε αυτή το τιμολόγιο που αφορούσε την συγκεκριμένη παράδοση ζωοτροφών. Όταν δε στην αντεξέταση του υποδείχθηκε το τεκμήριο 10 (με τα τιμολόγια των ετών 2010-2011) και του ζητήθηκε να πει εάν κάποιο από αυτά το υπέγραψε στην παρουσία του η Εναγόμενη, είπε ότι δεν μπορεί να πει ποιες είναι οι υπογραφές αυτής, δίδοντας ως δικαιολογία ότι αυτός έδινε για υπογραφή το τιμολόγιο, το οποίο ήταν διπλότυπο, το ένα το έπαιρνε ο ίδιος και το άλλο το πρόσωπο που ήταν παρών και δεν ήταν δουλειά του το πως υπέγραφε το άλλο πρόσωπο. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι σε κάθε περίπτωση η θέση του περί υπογραφής της Εναγόμενης διαψεύδεται από την μαρτυρία του Μ.Υ.2, σύμφωνα με τον οποίο καμία εκ των υπογραφών στα τεκμήρια 8-10 δεν ανήκει στην Εναγόμενη. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Ε.3 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ο Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, αποκάλυψε την πηγή των γνώσεων του για κάθε θέμα στο οποίο αναφέρθηκε, χωρίς να είναι απόλυτος για όσα δεν γνώριζε προσωπικά, εξήγησε πως λειτουργούσε στην πράξη η συνεργασία των Εναγόντων με την Εναγόμενη, έδωσε πειστικές απαντήσεις για τα θέματα για τα οποία ρωτήθηκε και γενικά οι θέσεις του ήταν σταθερές, συνεπείς και λογικές και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του αλλά ούτε και διαψεύδονται από την λοιπή μαρτυρία που γίνεται δεκτή. Αναφορικά με την θέση του ότι η Εναγόμενη ήταν πελάτιδα των Εναγόντων ως η ιδιοκτήτρια των ζωών στην φάρμα όπου οι Ενάγοντες παρέδιδαν τις ζωοτροφές που φαίνονται στα τιμολόγια τεκμήρια 8-10 πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τον ίδιο, κατά την συνάντηση που είχε στο γραφείο των Εναγόντων περί τα τέλη του 2007 ή αρχές του 2008, με την Εναγόμενη και τον σύζυγο της, εκείνοι του ζήτησαν όπως σταματήσουν οι Ενάγοντες να προμηθεύουν τον σύζυγο με ζωοτροφές, όπως ξεκινήσουν να προμηθεύουν την Εναγόμενη με τέτοιες και εκδίδουν τιμολόγια στο όνομα της. Ως δικαιολογία του λέχθηκε το ότι ο σύζυγος της ήταν αστυνομικός και για να μην έχει πρόβλημα με την δουλεία του που διατηρούσε κοπάδι με αριθμό ζώων θα μεταβίβαζε τα ζώα επ' ονόματι της συζύγου του. Η Εναγόμενη συμφώνησε τότε για τον σκοπό αυτό να ανοιχθεί χρεωστικός λογαριασμός στο όνομα της. Περαιτέρω σε μια περίπτωση που ο μάρτυρας ήταν παρών, η Εναγόμενη στα γραφεία των Εναγόντων, πέραν από κάποιες τροφές που αγόρασε για κότες, παρήγγειλε ζωοτροφές και για την φάρμα. Για τα πιο πάνω ο μάρτυρας είχε λοιπόν προσωπική γνώση. Ως προς τα υπόλοιπα προκύπτει μεν από το σύνολο της μαρτυρίας του ότι η γνώση του δεν ήταν προσωπική αλλά οι θέσεις του επί τούτων δεν οδηγούν κατά την κρίση μου σε εύρημα αναξιοπιστίας του καθότι φαίνεται ότι ήταν το αποτέλεσμα των συμπερασμάτων στα οποία εύλογα και ειλικρινά κατέληξε, έχοντας υπόψην του τα πιο πάνω αλλά και τα όσα του παρουσιάζονταν στην συνέχεια. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά τις υπογραφές στα διάφορα έγγραφα - τεκμήρια που κατέθεσε οι θέσεις του δεν διαψεύδονται από την μαρτυρία του Μ.Υ.2 για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω. Για τα τιμολόγια των τεκμηρίων 8-10 στην κυρίως εξέταση του υποστήριξε μεν ότι κάποια εξ αυτών υπογράφηκαν από την Εναγόμενη αλλά ως προκύπτει από την αντεξέταση του αυτό ήταν συμπέρασμα του με βάση τα όσα, ως ανωτέρω αναφέρεται, του λέχθηκαν και συμφωνήθηκαν κατά την συνάντηση που είχε με την Εναγόμενη και τον σύζυγο της αλλά και αυτών που του παρουσιάζονταν στην συνέχεια και δη του ότι οι εν λόγω υπογραφές συνίσταντο στην αναγραφή του πλήρους ονοματεπωνύμου της Εναγόμενης. Αυτό προκύπτει και από το ότι στην αντεξέταση του ερωτώμενος σχετικά, ανέφερε ότι ο ίδιος υπέγραψε στην θέση του «Υπεύθυνου Πωλητή» σε αυτά δύο με τρείς φορές και έτσι δεν γνωρίζει εάν υπέγραφε η Εναγόμενη ή ο σύζυγος αυτής με το όνομα της. Ανέφερε επίσης και ήταν κατηγορηματικός ότι ποτέ ο σύζυγος της Εναγόμενης δεν υπέγραψε αυτά ενώπιον του με το όνομα της Εναγόμενης. Τα ίδια θα πρέπει να λεχθεί ότι ισχύουν και για τα τεκμήρια 11-14 που φέρουν τέτοιες υπογραφές και με βάση τα οποία φαίνεται ότι η Εναγόμενη συμφωνούσε με το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού. Ανέφερε δε ως προς τούτα ότι τα λάμβανε κενά ο σύζυγος της Εναγόμενης και τα επέστρεφε υπογραμμένα, λέγοντας τους ότι υπογράφηκαν από την σύζυγο του και ο μάρτυρας δεν δέχθηκε ότι αυτά υπογράφηκαν είπε ενώπιον του ιδίου είτε υπαλλήλων αυτού. Σε υποβολή δε ότι κανένα από τα τεκμήρια που παρουσίασε δεν φέρουν την υπογραφή της Εναγόμενης ουσιαστικά δεν το αμφισβήτησε λέγοντας ότι δεν είναι γραφολόγος για να το γνωρίζει. Τα ίδια ισχύουν και όσον αφορά το ότι γίνονταν πληρωμές στους Ενάγοντες έναντι του λογαριασμού της Εναγόμενης, με επιταγές που ήταν εκδομένες στο όνομα αυτής, από γαλακτοβιομηχανία στην οποία παραδιδόταν γάλα από την συγκεκριμένη φάρμα. Ως προς αυτές όταν του τέθηκε στην αντεξέταση ότι εκείνος που οπισθογραφούσε τις επιταγές δεν ήταν η Εναγόμενη αλλά ο σύζυγος της, απάντησε ότι οι επιταγές προσκομίζονταν στα γραφεία των Εναγόντων υπογραμμένες εκ των προτέρων και δεν είναι μάντης για να πει ποιος τις υπέγραφε. Πέραν δε των ανωτέρω το εύλογο και ειλικρινές της πεποίθησης του ότι η Εναγόμενη ήταν η ιδιοκτήτρια των συγκεκριμένων ζώων προκύπτει και από το ότι αυτή για τις κρίσιμες για την παρούσα αγωγή περιόδους των ετών 2008 - 2011 ήταν εγγεγραμμένη στο αρχείο των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών Πάφου είτε ως η συνιδιοκτήτρια είτε ως η αποκλειστική ιδιοκτήτρια της συγκεκριμένης εκμετάλλευσης - φάρμας ζώων. Ήταν δε ειλικρινής ο μάρτυρας ότι δεν γνωρίζει εάν η Εναγόμενη εργαζόταν παράλληλα ως ζαχαροπλάστης σε ξενοδοχείο εφόσον ως είπε παρά το ότι την είδε στα γραφεία των Εναγόντων πολλές φορές, συνοδευόμενη από τον σύζυγο της, ο μάρτυρας ουδέποτε παρέδωσε ζωοτροφές στην συγκεκριμένη φάρμα. Ανέφερε δε ότι όταν την έβλεπε εκεί η Εναγόμενη αγόραζε μικρές ποσότητες τροφής που τις μετέφερε με το αυτοκίνητο της και δεν θυμόταν εάν στις περιπτώσεις εκείνες πλήρωνε τοις μετρητοίς οπόταν εκδιδόταν ξεχωριστό τιμολόγιο της μετρητοίς και ότι τέτοια δεν εμφανίζονται στις καταστάσεις λογαριασμού. Εξήγησε επίσης ότι τέτοια τιμολόγια υπάρχουν στο αρχείο αλλά εμφανίζονται σε ένα κοινό λογαριασμό χωρίς αναφορά του ονόματος του πελάτη. Του υποβλήθηκε δε ότι η Εναγόμενη πήγε κάποιες φορές στο εργοστάσιο για να αγοράσει τροφές για κότες, πλήρωσε και έφυγε κάτι που δεν αμφισβήτησε λέγοντας όμως ότι θυμάται ότι ταυτόχρονα έδωσε και παραγγελία για την φάρμα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Ε.1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του γίνεται δεκτή τόσον ως προς τα γεγονότα για τα οποία είχε προσωπική γνώση αλλά και για το πως του παρουσιάζονταν τα πράγματα κατά την διάρκεια των επίδικων συναλλαγών. Η Εναγόμενη (Μ.Υ.1) θα πρέπει να λεχθεί ότι αντίθετα δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Χωρίς να αμφισβητήσει την πώληση από τους Ενάγοντες και την παράδοση, στην φάρμα των ζώων των οποίων ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια κατά τους επίδικους χρόνους, των ζωοτροφών που αναφέρονται στα τιμολόγια (τεκμήρια 8-10) και τις σχετικές χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό τεκμήριο 3, προσπάθησε να πείσει ότι δεν οφείλει το αξιούμενο χρηματικό ποσό καθότι τυπικά και μόνο ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των ζώων και δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στις σχετικές συναλλαγές που έγιναν με τους Ενάγοντες. Η όλη όμως εκδοχή της στερείται αξιοπιστίας και πειστικότητας, για τους λόγους που θα εξηγήσω. Συγκεκριμένα: Στην ένορκη μαρτυρία της αποδέχθηκε ότι τα ζώα ενεγράφησαν στο όνομα της, υποστηρίζοντας όμως ότι αυτό δεν έγινε για να αναλάβει την διαχείριση τους ή να γίνει κτηνοτρόφος αλλά για να μην φαίνονται εγγεγραμμένα στο όνομα του συζύγου της διότι ήταν αστυνομικός. Ανέφερε δε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ενασχόληση με τα ζώα, ότι αυτά συνέχισε να τα διαχειρίζεται ο σύζυγος της, χωρίς η ίδια να λαμβάνει οποιαδήποτε γνώση και οποιεσδήποτε κρατικές επιχορηγήσεις και εισοδήματα λάμβανε εκ της εκμετάλλευσης τους τα έδιδε σε εκείνον. Υποστήριξε όμως από την άλλη ότι ο Μ.Ε.1 συναινούσε ή προέτρεπε ή απαίτησε από τον σύζυγο της να υπογράφει τα τιμολόγια και τα σχετικά έγγραφα με το όνομα της, αποδίδοντα δηλ. τις σχετικές υπογραφές στον σύζυγο της. Κανένα όμως από τους πιο πάνω ουσιώδεις ισχυρισμούς της σε σχέση με τις ενέργειες και την εμπλοκή του συζύγου της στην υπόθεση δεν δικογραφεί στην υπεράσπιση της, όπου περιορίζεται να δηλώσει ότι αγνοεί κατά πόσο κατά τους κρίσιμους χρόνους ο σύζυγος της ενεργούσε και/ή παρουσιαζόταν στους Ενάγοντες σαν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της. Ως εκ τούτου οι εν λόγω ισχυρισμοί της, ως μη δικογραφημένοι, δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί (βλ. Αντωνίου ν. Χρυσάνθου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 789). Η θέση της δε ότι ενεγράφη ως ιδιοκτήτρια των ζώων για τον συγκεκριμένο λόγο όχι μόνο δεν δικογραφείται αλλά έρχεται σε αντίφαση με την άρνηση της στην έκθεση υπεράσπισης ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους για την αγωγή ήταν ιδιοκτήτρια μεγάλου αριθμού αιγοπροβάτων και/ή άλλων ζώων. Είναι δε προφανές ότι αναγκάστηκε κατά την ένορκη μαρτυρία της να πει την αλήθεια ως προς το θέμα της ιδιοκτησίας των ζώων, μη έχοντας άλλη επιλογή εφόσον το ότι ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια κατά τους επίδικους χρόνους επιβεβαιώθηκε από την μαρτυρία του Μ.Ε.2 και τα τεκμήρια 16 και 17 που αυτός κατέθεσε. Ως δε έχει νομολογηθεί, αντίφαση προφορικής μαρτυρίας με τις δικογραφημένες θέσεις ενός διαδίκου, αποτελεί στοιχείο που συνυπολογίζεται στην κρίση επί της αξιοπιστίας του μάρτυρα (βλ. Δημήτρη v. Kravtchenko
(2013)1 Α.Α.Δ. 113). Σε κάθε περίπτωση σε σχέση με την εν λόγω θέση της θα πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα: Όσον αφορά τον λόγο για τον οποίο ενεγράφη ως ιδιοκτήτρια των ζωών είπε ότι το έκανε γιατί ο σύζυγος της ήταν αστυνομικός. Είπε δε ότι ο σύζυγος της γεννήθηκε το 1951 και ότι αφυπηρέτησε πρόωρα σε ηλικία 50 χρονών το
- Εάν όμως έτσι είχαν τα πράγματα, το 2008 που ενεγράφησαν τα ζώα για πρώτη φορά στο όνομα της ως συνιδιοκτήτριας, ο σύζυγος της δεν ήταν πλέον αστυνομικός και άρα δεν ισχύει η δικαιολογία που έδωσε. Όταν όμως της τέθηκε το πιο πάνω υποστήριξε ουσιαστικά ότι κατά τους ουσιώδεις για την αγωγή χρόνους ο σύζυγος της ήταν αστυνομικός και εκείνος μίλησε με τον Μ.Ε.1 να μπαίνουν οι τροφές στο όνομα της. Δεν εξήγησε όμως πως γνώριζε την συμφωνία αυτή εφόσον ήταν ουσιαστικά η θέση της ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα και δεν γνώριζε οτιδήποτε περί τούτου και των συναλλαγών του συζύγου της με τους Ενάγοντες. Δεν αμφισβητήθηκε δε η θέση του Μ.Ε.1 ότι γίνονταν πληρωμές προς τους Ενάγοντες με επιταγές που εκδίδονταν από άλλους που αγόραζαν γάλα και οι οποίες ήταν εκδομένες στο όνομα αυτής ως δικαιούχου. Εκείνο όμως που υποβλήθηκε είναι ότι ήταν ο σύζυγος της που τις οπισθογραφούσε και τις παρέδιδε στους Ενάγοντες. Πέραν δε των πιο πάνω προκύπτει και από τις υποβολές που τέθηκαν στον Μ.Ε.1 ότι η θέση της Εναγόμενης ήταν ότι ο σύζυγος της υπέγραφε τα διάφορα έγγραφα προς τους Ενάγοντες με το όνομα αυτής και μάλιστα εν γνώσει ή και στην παρουσία του Μ.Ε.
- Τέτοια όμως θέση επίσης δεν δικογραφείται στην έκθεση υπεράσπισης. Εύλογα δε ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία της όλης εκδοχής της προκύπτουν από το γεγονός ότι ενώ, ως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα έθεσε η πλευρά των Εναγόντων αναφορικά με την πώληση και παράδοση των επίδικων ζωοτροφών στην συγκεκριμένη φάρμα, το κόστος και το οφειλόμενο για αυτά υπόλοιπο και ενώ η ίδια υποστήριξε ότι την διαχείριση της φάρμας είχε ο σύζυγος της, ότι δεν εξουσιοδότησε αυτόν να κάνει αγορές και παραγγελίες για λογαριασμό της, ότι εκείνος υπέγραφε τα σχετικά έγγραφα με το όνομα της και ενώ ο Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι η συμφωνία για το άνοιγμα του λογαριασμού έγινε από αυτήν στην παρουσία του συζύγου της, ο τελευταίος ο οποίος με βάση αυτή την εκδοχή πρέπει να γνωρίζει από πρώτο χέρι και καλύτερα τα γεγονότα και άρα θα διαφώτιζε σχετικά το Δικαστήριο και θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τις θέσεις της Εναγόμενης, δεν κλήθηκε να καταθέσει, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για αυτό. Σε κάθε δε περίπτωση δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική να κινήθηκε εναντίον της η παρούσα αγωγή με την οποία οι Ενάγοντες αξιώνουν ένα μεγάλο ποσό και τόσα χρόνια μετά η Εναγόμενη να μην φρόντισε να ενημερωθεί σχετικά από τον σύζυγο της, ώστε να πει θετικά στο Δικαστήριο τι ακριβώς είχε συμβεί. Υποστήριξε επίσης ότι λόγω του ότι εργαζόταν σαν ζαχαροπλάστης ποτέ δεν πήγε στην φάρμα για να δουλέψει ούτε και είχε ενδιαφέρον για τα ζώα. Όμως από τα όσα η ίδια είπε το ένα δεν αποκλείει το άλλο και εξηγώ. Ανέφερε ότι εργαζόταν με ωράριο από η ώρα 7:00 π.μ. μέχρι η ώρα 3:45 μ.μ. καθημερινά εκτός από Τετάρτη και Κυριακή, κάτι που δείχνει ότι είχε χρόνο για να μεταβαίνει στην μάντρα ενώ και η απόσταση από αυτήν, με βάση πάντα τα όσα η ίδια είπε, δεν ήταν μεγάλη. Αντιλαμβανόμενη δε ότι δεν ήταν λογικό να μην πήγε ποτέ στην μάντρα, είπε όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση, ότι εάν πήγε καμία φορά για να δει, δεν πήγε για να δουλέψει ούτε και είχε ενδιαφέρον για τα ζώα. Δεν κρίνεται όμως και πάλι λογικό, γνωρίζοντας μάλιστα ότι αυτή ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των ζώων της συγκεκριμένης εκμετάλλευσης - φάρμας για χρονικό διάστημα πέραν των 6 ½ χρόνων (από τις 16.1.2008 μέχρι και τις 16.9.2014) να δηλώνει ουσιαστικά ότι δεν γνώριζε τίποτα για τα όσα αφορούσαν την εκμετάλλευση. Ενώ ήταν η θέση της ότι απλά υπέγραψε τις αιτήσεις του τεκμηρίου 16 για την μεταβίβαση των ζώων της επίδικης φάρμας και δεν γνώριζε πόσα ζώα ήταν εγγεγραμμένα αλλά και ότι δεν είχε οποιαδήποτε άλλη γνώση για την διαχείριση αυτής, όταν της υποβλήθηκε ότι αποξένωσε αριθμό ζώων με αποτέλεσμα να μεταβιβάσει στις 16.9.2014 στον σύζυγο της μόνο 82 ζώα από τα 529 που υπήρχαν στις 6.7.2009 ενόψει του ότι κινήθηκε εναντίον της η παρούσα αγωγή, έδωσε ως δικαιολογία ότι ψόφησαν πολλά, αποδίδοντας όμως την γνώση της, προφανώς με σκοπό να συνάδει πάντα με την εκδοχή της, σε πληροφορία από τον σύζυγο της. Μη πειστική κρίνεται και η εξήγηση που έδωσε για την μεταβίβαση ακινήτων, στην οποία ως φαίνεται από την σχετική έρευνα Κτηματολογίου (τεκμήριο 15), προέβη σε σύντομο χρόνο μετά την επίδοση της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα για το θέμα αυτό στην κυρίως εξέταση της υποστήριξε ότι τα ακίνητα ήταν ιδιοκτησίας του γιου της, μετά από αγορά τους από αυτόν και ενεγράφησαν στο όνομα της ώστε να τα διαθέσει σύμφωνα με τις εντολές εκείνου. Δεν έδωσε όμως οποιαδήποτε, πόσο μάλλον πειστική εξήγηση για τον λόγο που ο γιός της ενώ τα ακίνητα ήταν δική του περιουσία τα ενέγραψε στο όνομα της και δεν θυμόταν καν να πει πότε έγινε αυτό. Σε κάθε περίπτωση δεν εξήγησε γιατί στο συγκεκριμένο σύντομο χρονικό διάστημα των 3 μήνων, το οποίο αρχίζει 3 περίπου μήνες μετά την επίδοση της παρούσας αγωγής και διαρκεί από τις 22.11.2013 μέχρι τις 19.2.2014, μεταβίβασε δια δωρεάς συνολικά 13 ακίνητα (τα 11 στις 22.11.2013 και τα άλλα 3 στις 19.2.2014) σε άλλα πρόσωπα και δη σε εγγονό της αλλά και στην θυγατέρα της. Το θέμα αυτό της μεταβίβασης των ακινήτων σίγουρα δεν οδηγεί από μόνο του σε συγκεκριμένο συμπέρασμα για την παρούσα αλλά με δεδομένο τον χρόνο που έγινε δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ως σχετιζόμενο με την όλη αξιοπιστία της Εναγόμενης. Τέλος να λεχθεί ότι το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν υπέγραψε κανένα εκ των εγγράφων των τεκμηρίων 8-14 δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της εκδοχής των Εναγόντων και σε αποδοχή της δικής της εκδοχής. Αυτό καθότι πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι πωλήθηκαν και παραδόθηκαν από τους Ενάγοντες στην συγκεκριμένη φάρμα οι ζωοτροφές των οποίων η αξία απαιτείται δια της παρούσας αγωγής, ως προκύπτει από την μαρτυρία που έγινε δεκτή, φαίνεται ότι το πρόσωπο που υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα (η Εναγόμενη ουσιαστικά υποστηρίζει ότι είναι ο σύζυγος της) έπραττε αυτό στα πλαίσια εκτέλεσης της συμφωνίας που έγινε μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένης προσωπικά και δια των υπογραφών αυτών παρουσιαζόταν στους Ενάγοντες ότι συνεχιζόταν η εν λόγω συμφωνία, την οποία η Εναγόμενη, ούσα και ιδιοκτήτρια των ζώων, ουδέποτε τερμάτισε. Η Εναγόμενη δεν έπεισε δε ότι οι συναλλαγές αυτές γίνονταν χωρίς την εξουσιοδότηση της ή εν αγνοία της ή ότι δεν τις ενέκρινε. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η Εναγόμενη δεν είπε την αλήθεια και η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ευρήματα Από την μαρτυρία, η οποία έγινε δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες ήταν κατά τους ουσιώδεις για την αγωγή χρόνους και εξακολουθούν να είναι νομίμως εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Πάφο και διατηρούν εργοστάσιο παραγωγής και εμπορίας ζωοτροφών και παρεμφερών ειδών. Ο σύζυγος της Εναγόμενης ήταν στον παρελθόν πελάτης των Εναγόντων και οι τελευταίοι διατηρούσαν για τις συναλλαγές τους με αυτόν σχετικό λογαριασμό. Περί τα τέλη του 2007 ή αρχές του 2008, η Εναγόμενη με τον σύζυγο της μετέβηκαν στα γραφεία των Εναγόντων και ζήτησαν από τον Μ.Ε.1 όπως οι Ενάγοντες σταματήσουν να προμηθεύουν τον σύζυγο με ζωοτροφές, ξεκινήσουν να προμηθεύουν με τέτοιες την Εναγόμενη και εκδίδουν τα σχετικά τιμολόγια στο όνομα της. Ως δικαιολογία για αυτό λέχθηκε στον Μ.Ε.1 ότι, για να μην έχει πρόβλημα με την δουλεία του ο σύζυγος της Εναγόμενης που ήταν αστυνομικός, θα μεταβίβαζε τα ζώα που διατηρούσε, επ' ονόματι της συζύγου του. Η Εναγόμενη συμφώνησε τότε και στο άνοιγμα χρεωστικού λογαριασμού στο όνομα της, όπως και έγινε. Ανοίχθηκε ο λογαριασμός και συμφωνήθηκε επίσης όπως πωλούνται στην Εναγόμενη ζωοτροφές με πίστωση αλλά όπως πληρώνει ο σύζυγος της έναντι του δικού του λογαριασμού μέχρι να τον εξοφλήσει και ακολούθως να πληρώνει η Εναγόμενη έναντι του δικού της λογαριασμού. Η Εναγόμενη ουδέποτε τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία. Κατόπιν αιτήσεων που υπέγραψε η Εναγόμενη στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες Πάφου, αυτή ήταν από τις 17.1.2008 μέχρι τις 8.7.2009 συνιδιοκτήτρια συγκεκριμένης εκμετάλλευσης - φάρμας ζώων (τότε αριθμούσε 515 ζώα) με τον ΧΧΧΧ Αλεξάνδρου και από τις 9.7.2009 μέχρι τις 22.9.2014 η αποκλειστική ιδιοκτήτρια της φάρμας (τότε αριθμούσε 529 ζώα). Για σκοπούς αγοράς γάλακτος που παρήγε η συγκεκριμένη φάρμα, κατά την πιο πάνω περίοδο, γαλακτοβιομηχανία που έκανε την αγορά εξέδιδε επιταγές επ' ονόματι της Εναγόμενης. Περαιτέρω, ως ανέφερε η Εναγόμενη, οι όποιες κρατικές επιδοτήσεις χορηγούνταν στο όνομα της. Από τον Ιανουάριο του 2008 μέχρι το Ιανουάριο του 2011, μετά από παραγγελίες που γίνονταν, οι Ενάγοντες πώλησαν με πίστωση και παρέδωσαν στην πιο πάνω φάρμα, ζωοτροφές και παρεμφερή είδη, του είδους, της ποσότητας και κόστους, που αναφέρεται στα τιμολόγια τεκμήρια 8-
- Εξέδωσαν για τον σκοπό αυτό τα εν λόγω τιμολόγια και έκαναν σχετικές χρεώσεις στον λογαριασμό που διατηρούσαν στο όνομα της Εναγόμενης (τεκμήριο 3). Τα τιμολόγια υπογράφονταν στην θέση Αγοραστή ή/και Παραλήπτη. Κανένα εξ αυτών δεν υπογράφηκε από την Εναγόμενη, παρά το ότι αρκετά εξ αυτών φέρουν ως υπογραφή το πλήρες ονοματεπώνυμο της. Περί το τέλος κάθε έτους (2008 - 2011) οι Ενάγοντες παρέδιδαν στον σύζυγο της γραπτές δηλώσεις, προς βεβαίωση του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού της Εναγόμενης, και εκείνος τους τις επέστρεφε υπογραμμένες στο ονοματεπώνυμο της Εναγόμενης, λέγοντας τους ότι τις υπέγραψε η σύζυγος του. Καμία εκ των δηλώσεων αυτών δεν υπεγράφη από την Εναγόμενη. Όσον αφορά τις πληρωμές στον λογαριασμό της Εναγόμενης, η πρώτη έγινε στις 17.7.2008 όταν ο σύζυγος της εξόφλησε τον δικό του χρεωστικό λογαριασμό (που είχε υπόλοιπο €5.802,08) και την ίδια μέρα πλήρωσε έναντι του δικού της χρεωστικού λογαριασμού το ποσό των €1.197,
- Πέραν του πιο πάνω ποσού γίνονταν περιοδικά πληρωμές έναντι του εν λόγω λογαριασμού. Τέτοιες πληρωμές γίνονταν και με επιταγές που εκδίδονταν από γαλακτοβιομηχανία επ' ονόματι της Εναγόμενης και οπισθογραφούνταν. Τελευταία φορά πωλήθηκαν και παραδόθηκαν ζωοτροφές από τους Ενάγοντες στην πιο πάνω φάρμα στις 26.1.2011 και η τελευταία πληρωμή έναντι του λογαριασμού της Εναγόμενης έγινε στις 30.3.2012 για ποσό €
- Έκτοτε δεν έγινε άλλη πληρωμή. Καθόλη την διάρκεια των επίδικων συναλλαγών ο σύζυγος της Εναγόμενης παρουσιαζόταν στους Ενάγοντες ότι δρούσε για λογαριασμό της Εναγόμενης κάνοντας παραγγελίες, πληρωμές και παίρνοντας για υπογραφή σχετικά έγγραφα και επιστρέφοντας τα υπογραμμένα (τεκμήρια 11-14). Συμπεράσματα Από τα πιο πάνω ευρήματα προκύπτει ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν με την Εναγόμενη προσωπικά, όπως προμηθεύουν την τελευταία με ζωοτροφές επί πιστώσει και όπως για τον σκοπό αυτό ανοίξουν και διατηρούν χρεωστικό λογαριασμό και εκδίδουν τα σχετικά τιμολόγια στο όνομα της. Η Εναγόμενη, η οποία ήταν και εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της συγκεκριμένης εκμετάλλευσης - φάρμας ζώων για την οποία συνήφθη η συμφωνία, ουδέποτε τερμάτισε αυτήν. Οι πράξεις δε που έγιναν προς εκτέλεση και στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής (όπως οι παραγγελίες και οι παραλαβές των ζωοτροφών που φαίνονται στα τιμολόγια τεκμήρια 8-10 και οι πληρωμές έναντι του συγκεκριμένου λογαριασμού) έγιναν για λογαριασμό της Εναγόμενης. Ο σύζυγος δε αυτής παρουσιαζόταν καθόλη την διάρκεια των εν λόγω πράξεων ως αντιπρόσωπος της. Η ίδια η Εναγόμενη δήλωσε δε ότι γνώριζε πως ο σύζυγος της χειριζόταν τα θέματα της φάρμας. Δεν υποστήριξε όμως ότι δεν ενέκρινε τις πράξεις που αυτός έκανε και οι οποίες παρουσιάζονταν ότι ήταν για λογαριασμό της. Η Εναγόμενη δεσμεύεται λοιπόν έναντι των Εναγόντων από τις πράξεις που έγιναν, προς εκτέλεση της πιο πάνω συμφωνίας, στα πλαίσια εξυπακουόμενης αντιπροσώπευσης της (βλ. Eurogal Surveys Ltd v. D. Trade International Ltd
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2258). Ως δε έχει προαναφερθεί το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν υπέγραψε τα τιμολόγια τεκμήρια 8-10 ούτε και τα τεκμήρια 11-14 δεν καταρρίπτει την εκδοχή των Εναγόντων, ούτε κάνει αποδεκτή την δική της. Συναφώς δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους. Αυτό που προκύπτει είναι ότι πρόσωπο που παρουσιαζόταν ότι ενεργούσε για λογαριασμό της Εναγόμενης, χωρίς την γνώση των Εναγόντων υπέγραφε τα εν λόγω έγγραφα με το όνομα της Εναγόμενης, παρουσιάζοντας στους Ενάγοντες, οι οποίοι και βάση αυτού δρούσαν καλόπιστα, ότι ισχύει και συνεχίζεται η συμφωνία που έγινε με την Εναγόμενη και την οποία η τελευταία ουδέποτε τερμάτισε. Το μόνο που επηρεάζει η μη υπογραφή των τιμολογίων από την Εναγόμενη είναι την αξίωση των Εναγόντων όσον αφορά την διεκδίκηση τόκου 8%. Αυτό καθότι, με δεδομένα το περιεχόμενο της ως άνω συμφωνίας, την μη υπογραφή των τιμολογίων και των τεκμηρίων 11-14 από την Εναγόμενη και την μη ύπαρξη μαρτυρίας για άλλη σχετική με τον τόκο συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενης, κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί τέτοια συμφωνία. Ως εκ των άνω δεν έχει αποδειχθεί το μέρος αυτό της αξίωσης. Ως προς τούτο να λεχθεί δε ότι στον λογαριασμό τεκμήριο 3 φαίνεται ότι γίνεται χρέωση τόκου συνολικού ποσού €14.850 (συγκεκριμένα: €1.350 για το έτος 2008, €2.000 για το έτος 2009, €3.000 για το έτος 2010, €3.500 για το έτος 2011 και €5.000 για το έτος 2012). Το εν λόγω συνολικό ποσό θα πρέπει να αφαιρεθεί από το τελικό χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού που είναι €78.596,92. Το οφειλόμενο λοιπόν από την Εναγόμενη ποσό είναι €63.746,92, το οποίο θα φέρει νόμιμο τόκο. Κατάληξη Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο για αστικές υποθέσεις βαθμό, δηλ. στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση τους, για το συγκεκριμένο όμως ποσό αντί του αξιούμενου. Εν κατακλείδι η αγωγή επιτυγχάνει και συναφώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €63.746,92, με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα της υπόθεσης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αστικό-Τελική-Οφειλή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο