Norman, ως Eκτελέστρια της διαθήκης του αποβιώσαντα Norman ν. J. ARISTODEMOU IDEAL HOMES LTD, Αρ. Αγωγής: 1237/15, 29/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A56 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1237/15 Μεταξύ:
- ΧΧΧΧ Norman
- ΧΧΧΧ Norman Εναγόντων και J. ARISTODEMOU IDEAL HOMES LTD Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 10.5.2018
- ΧΧΧΧ Norman, ως Eκτελέστρια της διαθήκης του αποβιώσαντα ΧΧΧΧ Norman
- ΧΧΧΧ Norman Εναγόντων και J. ARISTODEMOU IDEAL HOMES LTD Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης ημερ. 17.2.2020 Ημερομηνία: 29.5.2020 Για Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Μ. Γεωργιάδης για Τηλέμαχος & Μιλτιάδης Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Βασιλειάδης για Μιχάλης Βασιλειάδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν την ειδική εκτέλεση αγοραπωλητηρίου εγγράφου και διαζευκτικά αποζημιώσεις, πλέον τόκους και έξοδα. Οι Εναγόμενοι απάντησαν στην αγωγή με την καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Με την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι (στο εξής οι Αιτητές) ζητούν τροποποίηση του δικογράφου τους, επιδιώκοντας βασικά την αντικατάσταση των παραγράφων 6, 7, 11 και 15 αυτού. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.25, Κ.1, 2, 3 και 4 και Δ.48, Κ.2 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧΧ Καραγιάννη, υπαλλήλου των Αιτητών. Οι Ενάγοντες (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) αντέδρασαν στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧΧ Νικολάου, υπαλλήλου στο γραφείο του δικηγόρου που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Στην αίτηση δεν αναφέρονται οι αναγκαίοι κανονισμοί και/ή η νομική της βάση είναι ελλιπής.
- Η αίτηση επιφέρει καθυστέρηση της διαδικασίας λόγω του χρόνου καταχώρησης της και/ή καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα.
- Δεν δίνεται καμιά ή επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης.
- Η σκοπούμενη τροποποίηση γίνεται κακή τη πίστη και παραβλάπτονται τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση.
- Οι Αιτητές έχουν καταχωρήσει προηγουμένως αίτηση τροποποίησης της ανταπαίτησης και το Δικαστήριο στις 4.5.2017 επέτρεψε αυτήν.
- Η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση είναι το ίδιο πρόσωπο που ορκίστηκε προς υποστήριξη και της προγενέστερης αίτησης τροποποίησης όπου αναφέρει ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της αγωγής και όμως δεν ανέφερε στην τότε ένορκη της δήλωση αυτά που αναφέρει για σκοπούς της παρούσας, χωρίς να δίδει καμιά δικαιολογία για την παράλειψη της αυτή.
- Τα γεγονότα που επιδιώκονται να προστεθούν με την σκοπούμενη τροποποίηση ήταν υπαρκτά και/ή ήταν σε γνώση των Αιτητών κατά την σύνταξη της αρχικής υπεράσπισης και της τροποποιημένης υπεράσπισης.
- Με την σκοπούμενη τροποποίηση δεν επιχειρείται να τροποποιηθεί οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος αλλά να εισαχθούν νέα γεγονότα τα οποία εν πάση περιπτώσει ήταν γνωστά στους Αιτητές από την αρχή.
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αντιβαίνει τους Νόμους και τους Κανονισμούς καθότι γίνεται από άτομο που δεν αντιπροσωπεύει τους Αιτητές και δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και εν πάση περιπτώσει δεν αποκαλύπτονται σε αυτήν τα πραγματικά γεγονότα.
- Η αιτούμενη τροποποίηση είναι μεγάλης έκτασης και αλλάζει ουσιωδώς τον χαρακτήρα της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις τους, παραπέμποντας στη σχετική νομολογία. Οι εν λόγω θέσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση, με δεδομένο ότι η αγωγή καταχωρήθηκε το 2015 και είναι κλίμακας άνω των €10.000, εδράζεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ως ίσχυε πριν την σχετικά πρόσφατη αναδιαμόρφωση - τροποποίηση της. Η σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς το θέμα αυτό είναι πλούσια. Η τροποποίηση, ως γενική τοποθέτηση, είναι επιτρεπτή και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο, όταν και εφόσον οι ανάγκες της υπόθεσης το απαιτούν ώστε να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς (βλ. Δ.25 Κ.1 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Η τροποποίηση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το ανεπανόρθωτο των συνεπειών (βλ. Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Ως λέχθηκε στην Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να διατυπώσει τις θέσεις του και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων (βλ. και Geto v. Vaslyayer
(1993)1 Α.Α.Δ. 714). Ως έχει λεχθεί στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1Α Α.Α.Δ. 817, το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από την σχετική νομολογία, είναι ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επαναλαμβάνεται ότι η βασική αρχή, η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα (βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 και Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1092). Εξαίρεση αποτελούν λοιπόν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Α Α.Α.Δ. 11). Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται όμως επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα τέτοιο συμπέρασμα (βλ. Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Πρέπει δηλ. να υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη (βλ. σύγγραμμα Annual Practice 1958 σελ. 624). Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. (Για σύνοψη των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. κ.α.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33). Δεν μπορούν να προδιαγράφουν άκαμπτοι κανόνες γενικής εφαρμογής, σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αναγνωρίζονται σχετικοί παράγοντες με ποικίλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης όπως πχ. η προσθήκη νέας βάσης αγωγή ή υπεράσπισης, η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης σαν λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, ο χρόνος υποβολής της και ο σκοπός για τον οποίο υποβλήθηκε (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, Στυλιανού ν. Λαϊκή
(2002)1 Α.Α.Δ. 746 και Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156). Άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί να γίνει ακόμη και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (βλ. Νικολάου ανωτέρω). Τέλος το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση της αίτησης και της όποιας καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Εξέταση της αίτησης Είναι κατ' αρχάς η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι στην αίτηση δεν αναφέρεται το άρθρο 30 του Συντάγματος με αποτέλεσμα η νομική της βάση να είναι ελλιπής. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο αυτή αποφασίζεται αποτελεί απαράβατο όρο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της. Παράλειψη αναγραφής στην αίτηση της ορθής νομικής της βάσης αποτελεί μη συμμόρφωση (παρατυπία) με τους Θεσμούς και συγκεκριμένα με την Δ.48 Κ.1 (βλ. Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A Α.Α.Δ. 366 και David κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A415, Πολ. Έφεση Αρ. 208/2012, ημερ. 24.11.2017). Στην προκειμένη η ορθή νομική βάση της αίτησης είναι ασφαλώς η Δ.25 Κ.1, η οποία αναγράφεται στο σώμα της αίτησης. Το άρθρο 30 του Συντάγματος δεν αποτελεί βάση τέτοιας αίτησης και συνεπώς η μη αναγραφή του δεν καθιστά τη νομική της βάση ελλιπή, ως εισηγούνται οι Καθ' ων η αίτηση. Αποτελεί επίσης θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αντιβαίνει τους Νόμους και τους Κανονισμούς καθότι γίνεται από άτομο που δεν αντιπροσωπεύει τους Αιτητές και που δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Η θέση αυτή των Καθ' ων η αίτηση είναι κατά την κρίση μου εντελώς αβάσιμη καθότι, ως αναφέρει η κα Καραγιάννη στην πρώτη παράγραφο της ένορκης της δήλωση, είναι αρμόδια υπάλληλος των Αιτητών, εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβεί στην εν λόγω δήλωση και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται. Πληρούνται λοιπόν οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.39 Κ.2 για τον καταρτισμό τέτοιων ενόρκων δηλώσεων. Ως προς τους λοιπούς λόγους ένστασης που αφορούν την ουσία της αίτησης θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το πρώτο που πρέπει να εξετασθεί, ως το κύριο και ουσιώδες κριτήριο με βάση την σχετική νομολογία, είναι το κατά πόσο η τροποποίηση είναι αναγκαία για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους Αιτητές να διατυπώσουν τις θέσεις τους στα πλαίσια του συνόλου των πραγματικών διαφορών που εγείρονται στην αγωγή. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι, ως προκύπτει από την αρχική έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης αλλά και το περιεχόμενο αυτής ως έχει τροποποιηθεί, αποτελεί εξ αρχής κύρια βάση της υπόθεσης των Αιτητών ότι θα είχαν υποχρέωση για μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στην περίπτωση που οι Καθ' ων η αίτηση τους εξοφλούσαν όχι μόνο το τίμημα πώλησης αυτού αλλά και οποιοδήποτε άλλο οφειλόμενο ποσό, κάτι που οι τελευταίοι δεν έπραξαν. Ως προς το οφειλόμενο ποσό αναφέρονται δε σε υπόλοιπο λόγω επιπρόσθετων εργασιών, πληρωμής φόρων ακίνητης ιδιοκτησίας και τόκων. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει αναγκαιότητα προσθήκης των επιχειρούμενων να εισαχθούν ισχυρισμών. Αυτό που επικαλούνται είναι ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι μεγάλης έκτασης και αλλάζει ουσιωδώς τον χαρακτήρα της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ως προκύπτει από την σχετική νομολογία ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά πάντοτε κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ikos CIF Ltd ν. Coward κ.α
(2014)1Α Α.Α.Δ. 663, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω και Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Όσον αφορά το τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής, στο σύγγραμμα Annual Practice 1959 σελ. 627, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο δεν θα αρνηθεί να επιτρέψει μια τροποποίηση επειδή απλά με αυτήν εισάγεται μια νέα αιτία-βάση (new cause) αλλά θα αρνηθεί κάτι τέτοιο όταν η τροποποίηση θα μεταβάλει την αγωγή σε ουσιωδώς (substantially) διαφορετικού χαρακτήρα, ο οποίος θα ήταν καλύτερα (more conveniently) να αποτελέσει αντικείμενο μιας νέας αγωγής. Η διαπίστωση λοιπόν πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Στην SABA ανωτέρω αναφέρθηκε δε ότι η «προσθήκη ως εκ του αμέσου συσχετισμού της προς τον κεντρικό ισχυρισμό που προβλήθηκε εξ αρχής» δεν επιφέρει ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης αλλά «παρέχει μόνο τη δυνατότητα προσαγωγής μαρτυρίας ως προς τον εξ αρχής προβληθέντα αν και μη συγκεκριμενοποιηθέντα ισχυρισμό». Στην προκειμένη προσεκτική μελέτη των επιχειρούμενων να εισαχθούν ισχυρισμών, με την τροποποίηση των παραγράφων 6, 7 και 11, σε συνάρτηση πάντα με τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην απαίτηση αλλά και στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση, καταδεικνύει κατά την κρίση μου ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούν είτε περαιτέρω διευκρινίσεις - λεπτομέρειες είτε νέα γεγονότα που δεν μεταβάλλουν όμως την βάση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης αλλά πρόκειται ουσιαστικά για προσθήκες άμεσα σχετιζόμενες προς κεντρικούς ισχυρισμούς που προβλήθηκαν εξ αρχής και όχι για ριζική μετατροπή του δικογράφου. Περαιτέρω κρίνεται ότι πρόκειται για αναγκαίους για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων ισχυρισμούς, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους Αιτητές να διατυπώσουν τις θέσεις τους στα πλαίσια του συνόλου των πραγματικών διαφορών που εγείρονται στην αγωγή. Σε κάθε δε περίπτωση δεν προκύπτει, λαμβανομένων υπόψην του συνόλου των δεδομένων που τίθενται, οι ισχυρισμοί αυτοί να έχουν καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά, η οποία θα έχει την ευχέρεια σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης να απαντήσει και να θέσει τους δικούς της ισχυρισμούς (βλ. Περικτιόνη v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Ούτε και η έκταση των τροποποιήσεων κρίνεται μεγάλη, ως υποστηρίζουν οι Καθ' ων η αίτηση και σε κάθε περίπτωση αυτή δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο ούτε αυτούς ούτε και την υπόθεση εν γένει. Όσον αφορά την παράγραφο 15, αυτή αποτελεί στην ουσία το αιτητικό της ανταπαίτησης και συναφώς η τροποποίηση της κρίνεται αναγκαία ώστε να συνάδει επακριβώς με τις αξιώσεις των Αιτητών, ως αυτές διαμορφώνονται με τις λοιπές επιχειρούμενες τροποποιήσεις. Αποτελεί επίσης θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση γίνεται με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι τα γεγονότα που επιχειρούνται να εισαχθούν ήταν γνωστά στους Αιτητές εξ αρχής. Προς εξέταση της πιο πάνω θέσης κρίνεται σκόπιμο στο σημείο αυτό να παρατεθεί το ιστορικό της υπόθεσης, ως αυτό προκύπτει από τον φάκελο. Η ως άνω αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.7.
- Μετά δε από την επίδοση της καταχωρήθηκε στις 6.8.2015 σημείωμα εμφάνισης. Στις 17.12.2015 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση. Η απάντηση στην υπεράσπιση και η υπεράσπιση στην ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 31.3.
- Στις 5.10.2016 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης της έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης με την οποία βασικά ζητούσαν την τροποποίηση της παραγράφου 15 και συγκεκριμένα του ποσού που αξιώνεται στο αιτητικό της ανταπαίτησης. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση των Εναγόντων και μετά από ακρόαση, στις 4.5.2017 το Δικαστήριο με απόφαση του ενέκρινε την αίτηση με οδηγίες όπως τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Την ίδια ημέρα η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες στις 25.2.2018 και για ακρόαση στις 7.6.
- Η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 19.5.
- Στις 10.5.2018 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης με την οποία ζητούσαν την τροποποίηση λόγω του ότι απεβίωσε ο Ενάγοντας αρ. 1 και ενός ποσού που αναφερόταν στην παράγραφο 8(γ). Στις 31.5.2018 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Στις 7.6.2018 αναβλήθηκε η ακρόαση της υπόθεσης μετά από αίτημα των Εναγόντων ώστε να ολοκληρωθεί η καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων. Η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 17.5.
- Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 20.6.
- Στις 3.5.2019 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση διαγραφής και/ή τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Στις 17.5.2019 αναβλήθηκε και πάλι η ακρόαση της υπόθεσης κατόπιν κοινού αιτήματος εκ της εκκρεμότητας της αίτησης ημερ. 3.5.
- Στις 24.9.2019 καταχωρήθηκε στο φάκελο ειδοποίηση αλλαγής των δικηγόρων των Εναγομένων και ανέλαβαν την εκπροσώπησης τους οι δικηγόροι που εμφανίζονται για αυτούς κατά τον παρόντα χρόνο. Στις 15.10.2019 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 3.5.2019 με το οποίο διατάχθηκε η διαγραφή της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ημερ. 19.5.2017 κατά τρόπο που να συνάδει απόλυτα με το διάταγμα τροποποίησης ημερ. 4.5.2017 και δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Αυτή που αποτελεί και το δικόγραφο του οποίου ζητείται στην προκειμένη η τροποποίηση καταχωρήθηκε στις 4.11.
- Την ίδια ημέρα (15.10.2019) η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 11.5.
- Τέλος στις 17.2.2020 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Ως προς την καθυστέρηση καταχώρησης της αίτησης, οι Αιτητές αναφέρουν βασικά ότι ο προηγούμενος δικηγόρος τους παρέλειψε να περιλάβει στους δικογραφημένους ισχυρισμούς όλες τις πτυχές της υπεράσπισης και ανταπαίτησης και συγκεκριμένα τα γεγονότα με τις λεπτομέρειες που επιχειρούν να εισάξουν. Αναφέρουν επίσης ότι οι εν λόγω παραλείψεις υπέπεσαν στην αντίληψη τους λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της αίτησης όταν η ενόρκως δηλούσα συναντήθηκε με τους δικηγόρους των Αιτητών για να συζητήσουν την υπόθεση και τους προσκόμισε όλα τα σχετικά έγγραφα οπόταν διαφάνηκε ότι η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης ήταν ελλιπής. Σύμφωνα με τη νομολογία ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Το όλο ζήτημα παραμένει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 αναφέρθηκε ότι η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Associated Leisure Ltd. a.o. v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All E.R. 754 λέχθηκε ότι η αρχή σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα, εάν τέτοια τροποποίηση είναι αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται στον αντίδικο, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση, όπως συνάγεται από την σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσµα αµέλειας ή καθυστέρησης νοουµένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζηµιωθεί µε χρήµα. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (βλ. IKOS ανωτέρω). Όταν λοιπόν η αίτηση γίνεται καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή (βλ. SABA ανωτέρω). Τέτοια αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει μόνο όταν θα έπληττε ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα των εναγόντων, αλλά και της δικαιοσύνης, συνυφασμένα με την βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για τον χρόνο αποπεράτωσής της (βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Στην προκειμένη ο λόγος που δίδεται από τους Αιτητές για την μη παράθεση στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους των γεγονότων που αιτούνται να προσθέσουν δια της παρούσας, συνίσταται ουσιαστικά σε παράλειψη του πρώην δικηγόρου τους. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν την παράλειψη αυτή. Αυτό που υποστηρίζουν βασικά είναι ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθότι τα εν λόγω δεδομένα ήταν εξ αρχής στην γνώση των Αιτητών και δεν δόθηκε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι σίγουρα προκύπτει ότι τα στοιχεία ως προς τα γεγονότα ήταν εξ αρχής υπόψην των Αιτητών. Αυτό δεν του αρνούνται οι Αιτητές. Εκείνο που προβάλλουν όμως είναι ότι αντιλήφθηκαν την παράλειψη του δικηγόρου τους και κατ' επέκταση την ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της παρούσας, όταν η ενόρκως δηλούσα συζήτησε την υπόθεση με τους νέους δικηγόρους τους και οι τελευταίοι είδαν τα έγγραφα που εκείνη τους προσκόμισε. Το γεγονός ότι η ενόρκως δηλούσα έκανε την ένορκη δήλωση και προς υποστήριξη της προγενέστερης αίτησης τροποποίησης δεν μεταβάλλει κατά την κρίση μου τα ανωτέρω. Ακόμη όμως και να εθεωρείτο ότι πρόκειται για αμέλεια από πλευράς των ίδιων των Αιτητών, αυτό ως έχει προαναφερθεί δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για απόρριψη της αίτησης. Το θέμα στην προκειμένη θα πρέπει να εξετασθεί και σε σχέση με την θέση των Καθ' ων η αίτηση περί κακοπιστίας των Αιτητών. Ως προς τούτο θα πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι είναι γνωστό πως ο διάδικος που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο έχει και το βάρος απόδειξης του. Αναφορικά προς το ειδικό αυτό στοιχείο, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 σελ. 624, παρά το ότι γενικά τροποποιήσεις εγκρίνονται µε σχετική ευκολία, εγείρεται δυσχέρεια εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη. Στην παρούσα όμως η σχετική θέση των Καθ' ων η αίτηση τίθεται γενικά και αόριστα και αποτελεί ουσιαστικά αυθαίρετο συμπέρασμα στο οποίο καλούν το Δικαστήριο να καταλήξει μόνο εκ του γεγονότος της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Δεν έχει λοιπόν καταδειχθεί βάσιμη πεποίθηση για κακοπιστία των Αιτητών και σίγουρα τέτοια δεν μπορεί δε να συναχθεί από το γεγονός και μόνο ότι η αίτηση γίνεται με καθυστέρηση. Περαιτέρω δεν προκύπτει ότι με την τροποποίηση επιχειρείται να παραβλαφτούν τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση ούτε και ότι αυτοί επηρεάζονται δυσμενώς, ως επίσης γενικά και αόριστα υποστηρίζουν. Αντίθετα γνωρίζοντας με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τις θέσεις των Αιτητών, οι Καθ' ων η αίτηση θα έχουν την ευχέρεια να απαντήσουν και να παραθέσουν ανάλογα τις θέσεις τους επί των τροποποιήσεων και γενικά να προβάλουν με τον καλύτερο τρόπο την υπόθεση τους κατά την ακροαματική διαδικασία. Δεν προκύπτει λοιπόν ούτε ότι θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη για την οποία δεν μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα. Έχει δε καταδειχθεί ότι η τροποποίηση γίνεται με σκοπό να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να καταστεί δυνατή η παρουσίαση του συνόλου των πραγματικών ισχυρισμών των Αιτητών στην υπόθεση. Συνεπώς σε κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν τίθεται θέμα κακοπιστίας και ότι η τροποποίηση γίνεται προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης, η όποια καθυστέρηση υπήρξε στην υποβολή της αίτησης έστω και αν οφείλεται σε αμέλεια των Αιτητών ή σε παράλειψη του πρώην δικηγόρου τους, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί από μόνη της ως αποφασιστικής σημασίας. Εν κατακλείδι λαμβάνοντας υπόψη το ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα, ούτε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός στους Καθ' ων η αίτηση εκτός από το θέμα των εξόδων για το οποίο μπορούν να αποζημιωθούν καθώς και το ότι η ακροαµατική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει, ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε να εκδικαστούν στα πλαίσια της αγωγής όλα τα θέµατα μεταξύ των διαδίκων, κάτι το οποίο είναι προς όφελος της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και ότι δεν φαίνεται ότι θα προκληθεί σημαντική καθυστέρηση στην ακρόαση της υπόθεσης, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Ως εκ των άνω εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 της αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος και αντίγραφο αυτής να παραδοθεί την ίδια μέρα στο δικηγόρο των Εναγόντων. Απάντηση στην έκθεση υπεράσπισης και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την παράδοση του αντιγράφου στον δικηγόρο των Εναγόντων. Τέλος τα έξοδα της αίτησης και όλα τα έξοδα που θα απωλεσθούν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται σε βάρος των Εναγομένων - Αιτητών και υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ...................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Action/Interim Judgment Αναφορά: Αστικό / Αγωγές / Ενδιάμεση απόφαση / Αίτηση τροποποίησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο