← Κύπρος

ΣΤΕΝΙΩΤΗΣ ν. ΣΤΕΝΙΩΤΗΣ, προσωπικά και ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Στενιώτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 3117/13, 19/5/2020

ΣΤΕΝΙΩΤΗΣ ν. ΣΤΕΝΙΩΤΗΣ, προσωπικά και ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Στενιώτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 3117/13, 19/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A53 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3117/13 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ ΣΤΕΝΙΩΤΗΣ Ενάγοντας -και-

  1. ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ ΣΤΕΝΙΩΤΗΣ, προσωπικά και ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Στενιώτη Αρ. Διαχ. ΧΧΧ/05
  2. ΧΧΧΧ ΣΤΕΝΙΩΤΗΣ Εναγομένων ---------------------------------------- Ημερομηνία: 19 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Λ. Λουκαΐδου - Θεοφάνους για Λ. Λουκαΐδου - Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κος Χ. Καλογήρου για Χάρης Καλογήρου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας, ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος Αυστραλίας και οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι μεταξύ τους αδέλφια και παιδιά του ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Στενιώτη, ο οποίος απεβίωσε στις 10.9.
  3. Ο εναγόμενος 1 ενάγεται τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους, ως ορίστηκε με την Διαχείριση ΧΧΧ/05 του Ε.Δ. Πάφου. Ο εναγόμενος 2, είναι επίσης μόνιμος κάτοικος Αυστραλίας. Σύμφωνα με τους ουσιαστικούς δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα, λόγω του ότι ο ίδιος ήταν κάτοικος Αυστραλίας, κατά το Δεκέμβριο του 1988 υπέγραψε Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο με αρ. ΧΧΧ/88 ημερ. 1.12.1988 προς τον πατέρα του, με τον ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο ότι θα το χρησιμοποιούσε με την εκ των προτέρων έγκριση του και/ή οδηγίες του ενάγοντα και/ή προς όφελος του μόνο και/ή για να δέχεται μεταβιβάσεις επ' ονόματι του ενάγοντα και/ή για να μεταβιβάσει το σπίτι με αριθμό εγγραφής 11787, Φ/Σχ. ΧΧ/34, τοποθεσία ΧΧΧΧ, τ.μ. ΧΧΧ στο χωριό ΧΧΧΧ στην Πάφο (στο εξής «το ακίνητο»), στον ενάγοντα, εφόσον αυτός είχε αποστείλει λεφτά στον πατέρα του για να το αγοράσει, με την υπόσχεση του πατέρα του ότι θα το εγγράψει επ' ονόματι του. Ο πατέρας του ενάγοντα κατά ή περί την 1.12.1988 μεταβίβασε δια δωρεάς το ½ μερίδιο του ως άνω ακινήτου στον ενάγοντα. Ο ενάγοντας επικαλείται ότι ήταν ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της Συμφωνίας Αντιπροσωπείας μεταξύ του πατέρα του και του ιδίου, ότι ο πατέρας του υποχρεούτο να διαχειρίζεται την περιουσία του ενάγοντα και/ή να διεξάγει τις εργασίες του ενάγοντα και/ή να χρησιμοποιεί το γενικό πληρεξούσιο σύμφωνα με τις οδηγίες του ή ελλείψει τέτοιων οδηγιών, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούν στα θέματα αυτά και/ή στις εργασίες αυτές. Ο πατέρας του ενάγοντα κατά την 19.8.1991 μεταβίβασε δια δωρεάς παρουσιαζόμενος εκ μέρους του ενάγοντα και/ή προέβηκε σε δήλωση μεταβίβασης αρ. Δ ΧΧΧΧ/91 του επίδικου ακινήτου, χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο του δόθηκε από τον ενάγοντα, προς τον εναγόμενο 1 και εναγόμενο 2, ανά 1/12 μερίδιο χωρίς την έγκριση και/ή γνώση και/ή συγκατάθεση του ενάγοντα και/ή καταχρηστικώς και/ή παραβαίνοντας τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενάγοντα και/ή των εναγομένων 1 και 2 ως συνεργούντων και/ή συνωμοτούντων εναντίον των συμφερόντων του ενάγοντα. Κατά την ίδια ημερομηνία, ο πατέρας του ενάγοντα, μεταβίβασε δια δωρεάς με τη δήλωση αρ. Δ ΧΧΧΧ/1991, το ½ μερίδιο το οποίο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του, στον εναγόμενο 1 και στον εναγόμενο 2, χωρίς την έγκριση και/ή συγκατάθεση του ενάγοντα και/ή παραβαίνοντας τα συμφωνηθέντα με τον ενάγοντα. Ο εναγόμενος 2 κατά ή περί την 15.9.2005 μεταβίβασε το μερίδιο του στο ακίνητο, δια δωρεάς με την Δ. ΧΧΧΧ/05, στον εναγόμενο 1 προσωπικά. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι δικαιούται στην επανεγγραφή των 8/12 μεριδίων του ακινήτου τα οποία σήμερα είναι εγγεγραμμένα εις τον εναγόμενο 1, καθώς επίσης ισχυρίζεται ότι οι ως άνω μεταβιβάσεις δεν ήταν νόμιμες και με τις πράξεις τους οι εναγόμενοι προκάλεσαν ζημιά στον ίδιο. Αποδίδει επίσης στους εναγόμενους παράβαση σχέσης αντιπροσωπείας και/ή των συμφωνηθέντων και/ή δόλο σύμφωνα με τις δικογραφημένες λεπτομέρειες της παρ. 14 της έκθεσης απαίτησης για την υποβοήθηση ουσιαστικά του αποβιώσαντα να υπερβεί τους όρους της πληρεξουσιότητας του και/ή των συμφωνηθέντων ενώ γνώριζαν ότι ο ενάγοντας δεν είχε δώσει τη συγκατάθεση του προς τούτο. Περαιτέρω, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 τον απέκλεισε από την κατοχή του ακινήτου και αυθαίρετα προέβηκε σε προσθήκες και αλλαγές σ' αυτό χωρίς τη συγκατάθεση του. Για όλους τους ισχυρισμούς τους οποίους προβάλλει ο ενάγοντας με την έκθεση απαίτησης του, αξιώνει, Διάταγμα με το οποίο οι εναγόμενοι και ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου, να διατάσσονται να μεταβιβάσουν στον ενάγοντα τα υπόλοιπα 8/12 μερίδια του επίδικου ακινήτου, ακύρωση των μεταβιβάσεων προς τους εναγομένους 1 και 2, αποζημιώσεις για ποσό €2.000 ετησίως λόγω απώλειας χρήσης και κάρπωσης του ακινήτου, Διάταγμα παράδοσης της κατοχής του ακινήτου και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους, υποστηρίζουν ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων μετά από εισήγηση του πατέρα τους, την οποία αποδέχθηκαν και συμφώνησαν όλοι, περιλαμβανομένου και του ενάγοντα. Ισχυρίζονται επίσης, ότι ο ενάγοντας συμφώνησε και/ή συγκατατέθηκε και/ή έδωσε οδηγίες στον πατέρα του για την εν λόγω μεταβίβαση και/ή ότι όλα ήταν εν γνώση του από την αρχή και/ή έγιναν με την εκ των υστέρων έγκριση του και κωλύεται δια της συμπεριφοράς του και/ή δια της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος να προβάλλει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο πατέρας τους είχε κάθε δικαίωμα να μεταβιβάσει το μερίδιο του επί του εν λόγω ακινήτου χωρίς να απαιτείται η έγκριση και/ή γνώση και/ή συγκατάθεση του ενάγοντα, αλλά παρόλο τούτου η μεταβίβαση έγινε με συμφωνία όλων των εμπλεκομένων κατόπιν εισήγησης του πατέρα τους και την αποδέχθηκαν όλοι, περιλαμβανομένου του ενάγοντα. Ως ισχυρίζονται περαιτέρω οι εναγόμενοι, όλα τα γεγονότα ήταν εις γνώση του ενάγοντα, η δε ανακαίνιση του θέματος εκ μέρους του ενάγοντα προβλήθηκε μόνο μετά την επιδιόρθωση της οικίας, η οποία παρέμεινε εγκαταλειμμένη και σε αχρησία μετά το θάνατο του πατέρα τους το 2005 μέχρι το 2012 που άρχισαν οι εργασίες ανακαίνισης της. Ο εναγόμενος 1 προέβηκε σε ανακαίνιση του ακινήτου ξοδεύοντας ποσό ύψους €28.748 το οποίο διεκδικεί με την ανταπαίτηση του, σε περίπτωση όπου η αξίωση του ενάγοντα γίνει αποδεκτή και ακυρωθούν οι εν λόγω μεταβιβάσεις. Με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, ο ενάγοντας αρνείται ότι γνώριζε για τις επίδικες μεταβιβάσεις όπως επίσης αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον εναγόμενο 1, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Κατά την Ακρόαση της υπόθεσης ο ενάγοντας πέραν της δικής του μαρτυρίας, παρουσίασε ακόμα τέσσερις μάρτυρες και από πλευράς εναγομένων παρουσιάστηκε η μαρτυρία του εναγομένου 1 και ενός ακόμα μάρτυρα. Η Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικαστήκαν. Ακολούθως θα προβώ σε συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα, στην οποία θα αναφερθώ με μεγαλύτερη λεπτομέρεια αλλά και εις τα όσα ανέφεραν κατά την αντεξέτασή τους κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, ενώ για σκοπούς έκδοσης της παρούσας Απόφασης έλαβα υπόψη μου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας ως αυτή έχει καταγραφεί στα πρακτικά. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο 8 η Δήλωση μεταβίβασης ακινήτου με αριθμό Π ΧΧΧΧ/1969, η οποία αφορούσε τη δήλωση μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου προς τον πατέρα των διαδίκων όταν αυτή είχε αγοραστεί. Πρώτος μάρτυρας από μέρους του ενάγοντα παρουσιάστηκε ο XXXXX Φραντζιάς (ΜΕ1), ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο Α. Ο μάρτυρας αυτός είναι κουμπάρος και στενός φίλος του ενάγοντα και κατά τα έτη 1976 έως 1994 κατοικούσε στην Αυστραλία. Ο μάρτυρας γνωρίζει τον ενάγοντα από τότε όπου διέμενε στην Αυστραλία, έγιναν φίλοι και κουμπάροι και συζητούσαν προσωπικά τους ζητήματα. Γνώριζε επίσης προσωπικά τους γονείς του ενάγοντα και τα τρία του αδέλφια, τους εναγομένους 1 και 2 και την αδελφή τους XXXXX Δημοσθένους. Σύμφωνα με τον μάρτυρα και τα όσα του ανέφερε ο ενάγοντας, περί το έτος 1969 ο ενάγοντας, έλαβε επιστολή από τον πατέρα του με την οποία ζητούσε βοήθεια για να μπορέσει να αγοράσει το επίδικο ακίνητο, εφόσον τ' άλλα αδέλφια του ενάγοντα δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. Έτσι, ο ενάγοντας έστειλε τα χρήματα στον πατέρα του με την υπόσχεση του τελευταίου ότι όποιος πληρώσει για την αγορά, θα έχει και τον τίτλο στο όνομα του. Ο ενάγοντας, για να μην νιώθει ανασφάλεια ο πατέρας του, του υποσχέθηκε ότι μπορεί να κατοικεί στο σπίτι μέχρι να αποβιώσει και δεν είχε αντίρρηση για πρακτικούς λόγους να εγγραφεί προσωρινά το σπίτι στον πατέρα του με την υπόσχεση να εγγραφεί αργότερα ολόκληρο εις το όνομα του ενάγοντα. Όλοι στην οικογένεια, ως υποστηρίζει, γνώριζαν ότι το ποσό των χρημάτων είχε σταλεί από τον ενάγοντα και ότι το ακίνητο του ανήκει. Προσθέτει δε, ότι η XXXXX, του είχε πει ότι την επιταγή την έστειλε στον πατέρα τους ο ενάγοντας και η ίδια πήγε την επιταγή στην τράπεζα και την άλλαξε σε μετρητά για να ολοκληρωθεί η συναλλαγή. Αναφέρει επίσης ότι τα Χριστούγεννα του 1983, όταν οι γονείς του ενάγοντα ήρθαν στην Αυστραλία και επισκέφθηκαν το σπίτι του, ο πατέρας του ενάγοντα έλεγε με ευγνωμοσύνη ότι το σπίτι ανήκει στον ενάγοντα γιατί αυτός πλήρωσε, όπως το ίδιο έλεγε και η μητέρα του ενάγοντα. Υποστηρίζει επίσης ότι και ο εναγόμενος 2 αναγνώρισε σε πολλές συζητήσεις ενώπιον του μάρτυρα κατά τη δεκαετία του '80 ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει αποκλειστικά στον ενάγοντα. Κατά το μάρτυρα, ο ενάγοντας κατά τον Δεκέμβριο του 1988 υπέγραψε Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο προς τον πατέρα του με τον όρο ότι θα το χρησιμοποιούσε μόνο με την εκ των προτέρων έγκριση του ενάγοντα αλλά και για να του μεταβιβάσει το σπίτι. Ο πατέρας του ενάγοντα, περί την 1.12.1988 μεταβίβασε δια δωρεάς το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα, με την υπόσχεση ότι με το ίδιο πληρεξούσιο θα του μεταβιβάσει αργότερα και το υπόλοιπο. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 1, το ως άνω πληρεξούσιο έγγραφο με αριθμό ΧΧΧ/88 ημερομηνίας 1.12.
  4. Ο μάρτυρας επίσης αναφέρθηκε στους όρους της Συμφωνίας Αντιπροσωπείας μεταξύ του ενάγοντα και του πατέρα του, υποστηρίζοντας ότι ο πατέρας του ενάγοντα, παρέβηκε τους όρους της συμφωνίας αυτής, εφόσον κατά την 19.8.91 μεταβίβασε δια δωρεάς στους εναγόμενους 1 και 2 ανά 1/12 μερίδιο του επίδικου ακινήτου, εκ μέρους του ενάγοντα και προέβηκε στη δήλωση μεταβίβασης αρ. Δ ΧΧΧΧ/91, χρησιμοποιώντας το ως άνω πληρεξούσιο και χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε ο ενάγοντας, ενώ ταυτόχρονα οι εναγόμενοι 1 και 2 ενήργησαν ως συνεργοί και συνωμότες. Κατέθεσε ως τεκμήριο 2 τη Δήλωση Μεταβίβασης Δ ΧΧΧΧ/
  5. Κατά την ίδια ημερομηνία ο πατέρας του ενάγοντα μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο το οποίο ήταν εγγεγραμμένο εις το όνομα του κατά ½ μερίδιο, δια δωρεάς και προέβηκε στη δήλωση αρ. Δ ΧΧΧΧ/91, στους εναγόμενους 1 και 2, χωρίς την έγκριση και συγκατάθεση του ενάγοντα. Κατέθεσε ως τεκμήριο 3 τη Δήλωση Μεταβίβασης Δ ΧΧΧΧ/
  6. Μετά το θάνατο του πατέρα του ενάγοντα την 10.9.2005, διορίστηκε ως διαχειριστής ο εναγόμενος 1 δυνάμει Διατάγματος στην Αίτηση Διαχείρισης ΧΧΧ/05 Ε.Δ. Πάφου και ο ενάγοντας έδωσε τη συγκατάθεση του στο διορισμό έχοντας την πεποίθηση ότι το ακίνητο έχει εγγραφεί εξ' ολοκλήρου στον όνομα του καθώς ο αποβιώσας πατέρας του δεν εμφανιζόταν να έχει ακίνητη περιουσία και θεωρούσε πως η μεταβίβαση είχε γίνει. Κατέθεσε ως τεκμήριο 5 την Απογραφή ημερ. 21.11.2005 και τη Δήλωση Κληρονόμων ημερ. 10.8.
  7. Ο εναγόμενος 2, σύμφωνα με τον μάρτυρα, κατά ή περί την 15.9.2005 μεταβίβασε το μερίδιο του στον εναγόμενο 1, δια δωρεάς, με τη Δ XXXX/
  8. Κατέθεσε ως τεκμήρια 4 και 6 τα πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας. Υποστηρίζει τέλος, ότι οι ως άνω μεταβιβάσεις έγιναν γνωστές στον ενάγοντα, κατά το 2013 όταν ειδοποιήθηκε από τον αδελφότεκνο του, στον οποίο επέτρεπε να αφήνει κάποια πράγματα στο ακίνητο, ότι ο εναγόμενος 1 του είπε να απομακρύνει τα πράγματα του, δηλώνοντας του ότι το ακίνητο δεν ανήκει στον ενάγοντα αλλά στον ίδιο. Μετά από αυτό το περιστατικό, ο ενάγοντας τον εξουσιοδότησε να πάει στο Κτηματολόγιο και να ελέγξει τον τίτλο, όπου ανακάλυψε ότι μόνο τα 4/12 μερίδια ήταν εγγεγραμμένα στον ενάγοντα ενώ ο ενάγοντας θεωρούσε ότι είχε μεταβιβαστεί ολόκληρο στο όνομα του. Κατέθεσε ως τεκμήριο 7 το εν λόγω πιστοποιητικό έρευνας ημερ. 4.7.
  9. Στη συνέχεια κατέθεσε ο ενάγοντας, ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο Β. Αποτέλεσε θέση του ενάγοντα ότι από το 1968 διαμένει μόνιμα στην Αυστραλία και περί το 1969 έλαβε επιστολή από τον πατέρα του με την οποία του ζητούσε βοήθεια για να μπορέσει να αγοράσει το επίδικο ακίνητο. Καθώς τα αδέλφια του δεν μπορούσαν να βοηθήσουν, έστειλε ο ίδιος του τα χρήματα, με την υπόσχεση του πατέρα του ότι όποιος πληρώσει για την αγορά θα έχει και τον τίτλο στο όνομά του. Έστειλε τα χρήματα στον πατέρα του και επειδή διέμενε στην Αυστραλία και δεν ήθελε να νιώθει ο πατέρας του ανασφάλεια, του υποσχέθηκε ότι μπορούσε να κατοικεί στο σπίτι μέχρι να αποβιώσει και δεν είχε αντίρρηση να εγγραφεί στο όνομά του προσωρινά με την υπόσχεση του πατέρα του ότι αργότερα θα εγγραφεί ολόκληρο εις τον ενάγοντα. Υποστηρίζει ότι, όλοι στην οικογένεια γνώριζαν ότι τα χρήματα δοθήκαν από τον ίδιο και το σπίτι θα του ανήκει και κανένας δεν το αμφισβητούσε, όπως δεν υπήρχε ασάφεια στο ότι ο πατέρας του θα φρόντιζε το σπίτι και θα έπαιρνε την προέγκριση του για οποιαδήποτε διαδικασία θα αφορούσε το ακίνητο. Η αδελφή του XXXXX, ήταν αυτή η οποία πήγε στην τράπεζα για να αλλάξει την επιταγή την οποία έστειλε από την Αυστραλία. Περί τον Δεκέμβριο του 1988, ο ενάγοντας υπέγραψε Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο προς τον πατέρα του (τεκμήριο 1), με τον όρο ότι θα το χρησιμοποιούσε με την εκ των προτέρων έγκριση του και προς όφελος του μόνο και για να δέχεται μεταβιβάσεις επ' ονόματι του αλλά και για να του μεταβιβασθεί το επίδικο ακίνητο. Ο πατέρας του ενάγοντα την 1.12.1988 του μεταβίβασε δια δωρεάς το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου με την υπόσχεση ότι χρησιμοποιώντας το ίδιο πληρεξούσιο θα του μεταβίβαζε αργότερα και το υπόλοιπο. Υποστηρίζει ότι, ήταν όροι της Συμφωνίας αντιπροσωπείας μεταξύ του ιδίου και του πατέρα του ότι ο τελευταίος υποχρεούτο να διαχειρίζεται την περιουσία του και να διεξάγει τις εργασίες του και να χρησιμοποιεί το πληρεξούσιο έγγραφο με τις οδηγίες του ή ελλείψει τέτοιων οδηγιών, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούν για τα θέματα αυτά. Αναφέρεται ακολούθως στις μεταβιβάσεις οι οποίες έγιναν την 19.8.91 προς τους εναγόμενους 1 και 2 (τεκμήρια 2 και 3), χωρίς την έγκριση και συγκατάθεση του, παραβαίνοντας ο πατέρας του τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ιδίου, ενώ ταυτόχρονα οι εναγόμενοι 1 και 2 λειτούργησαν ως συνεργοί και συνωμότες εναντίον του, καθώς γνώριζαν ότι δεν είχαν την έγκριση του ενάγοντα και πως το ακίνητο ανήκε στον ίδιο. Μετά το θάνατο του πατέρα του, υποστηρίζει ότι έδωσε τη συγκατάθεση του για το διορισμό του εναγομένου 1 ως διαχειριστή της περιουσίας του πατέρα του, έχοντας την πεποίθηση ότι το ακίνητο έχει εγγραφεί εξ ολοκλήρου εις το όνομα του, καθώς ο πατέρας του δεν φαινόταν να είχε ακίνητη περιουσία, θεωρώντας ότι η μεταβίβαση εις το όνομα του είχε γίνει. Έλαβε όπως υποστηρίζει γνώση για τις εν λόγω μεταβιβάσεις το 2013 όταν ειδοποιήθηκε από τον αδελφότεκνο του XXXXX, ότι ο εναγόμενος 1 του είπε να απομακρύνει τα πράγματά του δηλώνοντας του ότι το ακίνητο ανήκει στον ίδιο και όχι στον ενάγοντα. Μετά από αυτό το γεγονός, εξουσιοδότησε τον κουμπάρο του XXXXX Φραντζιά για να προβεί σε έρευνα στο Κτηματολόγιο όπου διαπιστώθηκε ότι το ακίνητο δεν ήταν εγγεγραμμένο εξ ολοκλήρου εις το όνομα του αλλά μόνο τα 4/12 μερίδια, παραπέμποντας στο τεκμήριο
  10. Υποστηρίζει τέλος ότι ο εναγόμενος 1 τον έχει αποκλείσει από την κατοχή του ακινήτου και προβαίνει σε προσθήκες και αλλαγές χωρίς τη συγκατάθεση του. Επόμενη μάρτυρας παρουσιάστηκε η XXXXX Δημοσθένους (ΜΕ3), αδελφή των διαδίκων, η οποία γεννήθηκε το
  11. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε με χρήματα τα οποία έστειλε ο ενάγοντας από την Αυστραλία και η ίδια της τα πήρε στον αδερφό της XXXXX (εναγόμενο 1), στην τράπεζα, άλλαξε την επιταγή και της έδωσε το φάκελο τον οποίο έδωσε στον πατέρα τους, αλλά δεν γνωρίζει τι είχε μέσα ο φάκελος. Εις το σπίτι αυτό έμεναν αρχικά οι θείοι τους από τους οποίους το αγόρασε ο πατέρας της και ακολούθως έμεναν στο σπίτι αυτό οι γονείς τους. Ακολούθως, στο σπίτι αυτό έμενε ο γιος της XXXXX μόνος του και μετά μαζί με τη γυναίκα του, μετά από άδεια που του έδωσε ο πατέρας της και η ίδια της ενημέρωσε τον ενάγοντα ο οποίος δεν είχε πρόβλημα προς τούτο. Ο XXXXX με τη γυναίκα του έφυγαν από το σπίτι, όταν ο εναγόμενος 1 με τη γυναίκα του έβγαλαν τα πράγματα τους έξω. Ενημέρωσε τον ενάγοντα για το συμβάν αυτό, αλλά δεν θυμάται πότε αυτό έγινε. Θυμάται ότι ο πατέρας τους έλεγε ότι ο ενάγοντας έστειλε τα χρήματα για την αγορά του σπιτιού και το σπίτι του ανήκει. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο XXXXX Δημοσθένους (ΜΕ4), αδελφότεκνος του ενάγοντα και γιος της ΜΕ
  12. Ανέφερε ότι έμενε στην επίδικη οικία με την γιαγιά και τον παππού του και όταν αυτοί απεβίωσαν συνέχισε να μένει εκεί ζητώντας την άδεια του ενάγοντα, γιατί γνώριζε ότι το σπίτι ήταν δικό του. Έφυγε από το σπίτι όταν του είπε ο εναγόμενος 1 ότι αυτό ήταν δικό του και έπρεπε να φύγουν για να το φτιάξει. Μετά από το συμβάν αυτό ενημέρωσε τον ενάγοντα. Τελευταίος μάρτυρας από πλευράς ενάγοντα παρουσιάστηκε ο XXXXX Πολυβίου (ΜΕ5), εκτιμητής ακινήτων, με σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο και κάτοχος του πτυχίου BSc Land Management από το Reading University και MSc Property Investment από το City University. Εξασκεί το επάγγελμα του εκτιμητή από το 2002 και είναι μέλος του ΕΤΕΚ από το 2000 με αριθμό μητρώου Α79789 και μέλος του RICS από το 2002 με αριθμό μητρώου XXXXX
  13. Ετοίμασε όπως είπε εκτίμηση για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX (το επίδικο ακίνητο), την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο
  14. Σύμφωνα με την έκθεση του και τα όσα αναφέρει σ' αυτήν, κατέληξε ότι η ενοικιαστική αξία του ακινήτου από το 2013 μέχρι σήμερα ανέρχεται περίπου σε €2.000 ανά έτος. Από πλευράς εναγομένων, πρώτος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο XXXXX Δημοσθένους (ΜΥ1), αδελφότεκνος των διαδίκων και γιος της XXXXX (ΜΕ3), ο οποίος μέχρι την ηλικία των 22 διέμενε στο χωριό. Γνωρίζει όπως είπε το επίδικο ακίνητο και αποτέλεσε θέση του ότι πάντοτε ο παππούς του έλεγε ότι το σπίτι είναι των παιδιών του. Μετά το θάνατο του παππού του, στο σπίτι διέμενε ο αδελφός του ο XXXXX ο οποίος δεν συντηρούσε καθόλου το σπίτι το οποίο κατέληξε σαν αποθήκη ενόψει και της εργασίας του XXXXX ο οποίος ασχολείται με ζώα. Ο ίδιος του ασχολείται με την εμπορία σιδήρου και γνωρίζει λόγω της εργασίας του ότι εάν ο εναγόμενος 1 δεν προέβαινε σε εργασίες επιδιόρθωσης, το σπίτι θα κατέρρεε. Ο θείος του (εναγόμενος 1), προέβηκε σε γενική ανακαίνιση του σπιτιού, έφτιαξε οροφές, τοίχους, ηλεκτρικά, μπάνια, αυλές για να μπορέσει να διαμένει κάποιος στο σπίτι αυτό. Τελευταίος μάρτυρας από πλευράς εναγομένων, παρουσιάστηκε ο εναγόμενος
  15. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο Γ, με την οποία υποστηρίζει ότι ο πατέρας τους το 1969 αγόρασε την επίδικη οικεία με δικά του αποκλειστικά χρήματα και την ενέγραψε εις το όνομα του. Προσθέτει δε, ότι ο πατέρας τους πάντοτε είχε αποταμιεύσεις, μέρος των οποίων χρησιμοποίησε για την αγορά της οικείας, χωρίς να ζητήσει χρήματα από τον ίδιο ή τα παιδιά του, ενώ εάν ο πατέρας του είχε ανάγκη οποιοδήποτε ποσό θα μπορούσε και ο ίδιος του να συνεισφέρει εφόσον εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου με πολύ καλό μισθό. Όταν δε η οικεία συνδέθηκε με ηλεκτρισμό ο πατέρας του διευθέτησε τις αιτήσεις και ο λογαριασμός ήταν επ' ονόματι του ιδίου από το 1971 μέχρι και σήμερα και κατέθεσε προς τούτο έγγραφο της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου ως τεκμήριο
  16. Κατά τον εναγόμενο 1, όταν εις τα τέλη του 1988 ο ενάγοντας επισκέφθηκε στην Κύπρο με την οικογένεια του, ο πατέρας τους, μεταβίβασε στον ενάγοντα το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου και η μητέρα τους του μεταβίβασε επίσης ένα άλλο τεμάχιο στην Ίννεια. Ταυτόχρονα ο ενάγοντας υπέγραψε και παραχώρησε στον πατέρα τους γενικό πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 1), με βάση το οποίο ο πατέρας τους είχε εξουσία να προβεί σε κάθε πράξη εκ μέρους του ενάγοντα, περιλαμβανομένων την αποδοχή και αποξένωση περιουσίας και μεταβίβασης της σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Ο εναγόμενος 1, υποστήριξε ότι το 1991 ο πατέρας τους είχε την ιδέα να μεταβιβάσει το τεμάχιο με την οικία και στους τρεις του γιους, ανά 1/3 μερίδιο. Προς τούτο ενημερώθηκαν και οι τρεις, ήτοι ο ενάγοντας και εναγόμενοι 1 και 2, ο οποίος έδωσε οδηγίες στον πατέρα του για να προχωρήσει. Θυμάται επίσης ότι ο πατέρας τους του είπε ότι ο ενάγοντας του ανέφερε: «συμφωνώ και προχώρα όπως εισηγείται, αφού ξέρεις ότι έχεις πληρεξούσιο από εμένα να κάνεις ότι θέλεις.» Ακολούθως ο πατέρας τους προέβηκε σε μεταβιβάσεις του δικού του ½ μεριδίου και αυτού του ενάγοντα έτσι ώστε και οι τρείς να έχουν ανά 1/3 μερίδιο. Στη συνέχεις, την 15.9.2005, ο εναγόμενος 2 μεταβίβασε το μερίδιο του στον ίδιο με αποτέλεσμα να είναι ιδιοκτήτης των 8/12 μεριδίων και ο ενάγοντας των 4/12 μεριδίων. Μετά το θάνατο της μητέρας τους, ο ενάγοντας επισκέφθηκε την Κύπρο για να δει τον ηλικιωμένο πατέρα τους και ο εναγόμενος 1 πλήρωσε το εισιτήριο του και αυτό έγινε το
  17. Κατά το διάστημα όπου ήταν στην Κύπρο, έμενε με τον πατέρα τους στο χωριό και ο εναγόμενος 1 τον φιλοξένησε επίσης κάποιες μέρες στην Πάφο, όπου και συζητούσαν για διάφορα θέματα και έγινε αναφορά στην επίδικη ιδιοκτησία χωρίς να λεχθεί οτιδήποτε εν σχέση με την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου. Φεύγοντας ο ενάγοντας από την Κύπρο, ο πατέρας τους του έδωσε το ποσό των ΛΚ. 1000 λόγω της οικονομικής του δυσκολίας. Μετά το θάνατο του πατέρα τους το 2005, στο σπίτι διέμενε ο Ηλίας και στη συνέχεια ο Μίμης, ο οποίος δεν φρόντιζε καθόλου το σπίτι αφήνοντας το ερειπωμένο και είχαν επίσης δημιουργηθεί ζημιές λόγω της παρόδου των χρόνων. Το 2011 ο εναγόμενος 1 αποφάσισε να επιδιορθώσει το σπίτι και να το ανακαινίσει και ρώτησε τον ενάγοντα εάν επιθυμεί να συνεισφέρει ως συνιδιοκτήτης, χωρίς όμως να ανταποκριθεί. Τότε προχώρησε μόνος του με δικά του έξοδα στην πλήρη ανακαίνιση του επίδικου ακινήτου σύμφωνα με τις εργασίες τις οποίες περιγράφει στην παρ. 14 της γραπτής του δήλωσης. Αποτέλεσε θέση του εναγομένου 1 ότι, ο ενάγοντας όταν ολοκληρώθηκε η ανακαίνιση της οικίας προέβαλε τους ισχυρισμούς ότι δήθεν αυτή του ανήκει και ότι δήθεν πλήρωσε αυτός για την αγορά της ενώ ποτέ προηγουμένως δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Τέλος, ο εναγόμενος 1, αναφέρει ότι για τις εργασίες ανακαίνισης επιβαρύνθηκε το ποσό των €28.748 σύμφωνα με τα τεκμήρια 11 και 12 τα οποία κατέθεσε και ζητά το ποσό αυτό σε περίπτωση όπου ο ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με την απαιτούμενη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εντύπωση που προκάλεσε ο κάθε μάρτυρας, αλλά τέθηκε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου

(2009)1 Α.Α.Δ. 339), δηλαδή «με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής» (βλ. Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256). Έλαβα επίσης υπόψη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές, τη λογικοφάνεια και πειστικότητα της εκδοχής που παρουσιάζεται, τις ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να γνωρίζουν τα γεγονότα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνάρτηση πάντοτε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων και το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί (βλ. ενδεικτικά C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Ζερβού Παναγιώτης και Άλλη ν. Tράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 2192). Ξεκινώντας από την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της εκδοχής του ενάγοντα, κρίνεται ορθότερο όπως ξεκινήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα και ακολούθως με αυτή των ΜΕ1, ΜΕ3 και ΜΕ4, οι οποίοι κλήθηκαν ουσιαστικά για να υποστηρίξουν την εκδοχή του ενάγοντα. Η μαρτυρία του ενάγοντα, για τους λόγους τους οποίους θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω, παρουσιάζει ουσιαστικά κενά τα οποία στερούν από αυτήν την απαιτούμενη πειστικότητα αλλά και δεν προσδίδουν την αναμενόμενη αληθοφάνεια στην όλη εκδοχή του την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο. Διαπιστώνω κατ' αρχάς μια ουσιαστική αντίφαση στα λεγόμενα του ενάγοντα αναφορικά με καίρια και ουσιαστικά γεγονότα. Ο ενάγοντας στηρίζει την όλη εκδοχή του περί σύναψης συμφωνίας με τον πατέρα του αλλά και το λόγο για τον οποίο παραχώρησε στον πατέρα του γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, στο ότι ο τελευταίος με επιστολή την οποία του έστειλε στην Αυστραλία, του ζήτησε χρήματα για την αγορά της οικείας με την υπόσχεση αυτή να του ανήκει. Το γεγονός αυτό έτυχε έντονης αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης. Ως προς το χρόνο τον οποίο ως ισχυρίζεται, ο πατέρας του ζήτησε χρήματα για την αγορά του ακινήτου, ενώ στη γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι από το 1968 κατοικεί μόνιμα στην Αυστραλία και έλαβε επιστολή από τον πατέρα του περί το έτος 1969 με την οποία ζητούσε οικονομική βοήθεια για να μπορέσει να αγοράσει το επίδικο ακίνητο, αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι πήγε στην Αυστραλία το 1968 και έλαβε την επιστολή αυτή μετά από τρία χρόνια. Όταν δε του τέθηκε η θέση ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε ένα χρόνο μετά όπου ο ίδιος πήγε Αυστραλία, επέμενε σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις κατά την αντεξέταση του ότι αυτό αγοράστηκε τρία χρόνια μετά. Ενώ ο ενάγοντας επέμενε κατά την κυρίως εξέταση του ότι η αγορά έγινε τρία χρόνια μετά όπου πήγε Αυστραλία, ήτοι το 1971, προκύπτει από το τεκμήριο 8 το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου, ότι η αγορά του ακινήτου από τον πατέρα του έγινε το
  1. Ούτε μπορώ να δικαιολογήσω τη διάσταση αυτή στη μαρτυρία του ενάγοντα ως μια ατυχή αναφορά λόγω παρέλευσης των χρόνων, εφόσον κατά την αντεξέταση του ήταν έντονος και απόλυτος και επανέλαβε τη θέση ότι η επιστολή από τον πατέρα του στάληκε τρία χρόνια μετά και η οικεία αγοράστηκε επίσης τρία χρόνια μετά. Τα πιο πάνω δεν αποτελούν το μοναδικό λόγο ο οποίος από μόνος του θα οδηγούσε σε απόρριψη της μαρτυρίας του ενάγοντα. Υπάρχουν θέσεις του ενάγοντα οι οποίες εγείρουν επίσης εύλογους προβληματισμούς ως προς την αλήθεια αλλά και λογική των πραγμάτων. Για παράδειγμα, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το 1988 ο πατέρας των διαδίκων, μεταβίβασε το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου εις τον ενάγοντα. Η θέση του ενάγοντα ότι ο ίδιος του ανέφερε στον πατέρα του να μην μεταβιβάσει στον ίδιο και το άλλο ½ μερίδιο για να νιώθει ασφάλεια και να μην το βγάλει κάποιος έξω, ως ισχυρίστηκε, δεν κρίνεται λογική. Εάν έτσι ήταν τα πράγματα, εφόσον μόνο ο ενάγοντας θα ήταν ιδιοκτήτης του ακινήτου από ποιον θα κινδύνευε ο πατέρας του, από τον ίδιο; Η θέση του αυτή δεν μπορεί να κριθεί επίσης λογική εφόσον θα μπορούσε κάλλιστα εάν πρόθεση του πατέρα του ήταν η εξ ολοκλήρου μεταβίβαση του ακινήτου εις τον ενάγοντα, να μεταβιβαστεί το ακίνητο εις τον ενάγοντα και να δικαιούται εφ' όρου ζωής ο πατέρας του να διαμένει σ' αυτό. Ο λόγος για τον οποίο το 1988 μεταβιβάστηκε το ½ μερίδιο στον ενάγοντα, παρέμεινε άγνωστος, δεν εξηγήθηκε όμως με πειστικότητα από τον ενάγοντα ότι ο λόγος για τον οποίο αυτό έγινε ήταν ο λόγος τον οποίο υποστήριξε ο ενάγοντας. Άλλο παράδειγμα αποτελεί η κατάρτιση του πληρεξουσίου εγγράφου, τεκμήριο 1, το οποίο και πάλι δεν αμφισβητείται. Εφόσον όμως μοναδικός σκοπός του ενάγοντα για την παραχώρηση του εν λόγω πληρεξουσίου, ως ισχυρίζεται, ήταν η μεταβίβαση εις το όνομα του και του υπόλοιπου ½ μεριδίου, για ποιο λόγο δεν παραχώρησε στον πατέρα του ειδικό πληρεξούσιο για το μοναδικό σκοπό αυτό, ενώ με την παραχώρηση του γενικού πληρεξουσίου επιτρέπει στον πατέρα του να προβεί σε μεταβίβαση και δωρεά ολόκληρης της περιουσίας του και μάλιστα με συγκεκριμένη πρόνοια όπως οι ως άνω πράξεις μπορούν να γίνουν και προς τους πλησιέστερους συγγενείς, σύζυγο, τέκνων ή και αδελφών. Δηλώνεται επίσης με το εν λόγω πληρεξούσιο ότι ο ενάγοντας αναλαμβάνει να παραδεχθεί όλες τις πράξεις του πατέρα του ως «ορθάς ως εμού γενομένας», δηλαδή ως πράξεις οι οποίες έγιναν από τον ίδιο. Η νομική σχέση η οποία δημιουργήθηκε μεταξύ του ενάγοντα και του πατέρα του δυνάμει του πληρεξουσίου θα εξεταστεί πιο κάτω κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Παρ' όλα αυτά, η παραχώρηση του πληρεξουσίου με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, στερεί την απαιτούμενη πειστικότητα από τη μαρτυρία του ενάγοντα ως προς τις αληθινές προθέσεις των μερών κατά την παραχώρηση της πληρεξουσιότητας από τον ενάγοντα στον πατέρα του. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε επίσης ότι μόλις το 2013 είχε πληροφορηθεί για τις μεταβιβάσεις οι οποίες έγιναν στους εναγομένους 1 και 2 και ουδέποτε προηγουμένως είχε συγκατατεθεί σ' αυτές. Ως προς το χρόνο τον οποίο ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση για τις εν λόγω μεταβιβάσεις, όπου κατά τον ίδιο ήταν το 2013, ο ενάγοντας δεν μπορεί να κριθεί ειλικρινής. Τέθηκε στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ότι ο εναγόμενος 1 το έτος 2011 του ζήτησε εάν θέλει να συνεισφέρει για τις εργασίες που θα γίνονταν στο επίδικο ακίνητο, χωρίς όμως ο ενάγοντας να αρνηθεί ότι αυτό έγινε το 2011 ενώ δεν αμφισβήτησε ότι είχε ερωτηθεί από τον εναγόμενο 1 εάν επιθυμούσε να συνεισφέρει. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ούτε η ΜΕ3 ούτε όμως και ο ΜΕ4, ο οποίος έμενε στην οικία πριν ξεκινήσουν οι εργασίες δεν ανέφεραν συγκεκριμένα ότι ο εναγόμενος 1 ξεκίνησε τις εργασίες το 2013, εφόσον δεν θυμούνταν συγκεκριμένη χρονολογία, αντιθέτως η ΜΕ3 ανέφερε ότι μάλλον οι εργασίες ξεκίνησαν πριν 2-3 χρόνια. Με δεδομένο ότι ο ενάγοντας δεν διαφώνησε ότι οι εργασίες ξεκίνησαν το 2011 κατά την αντεξέταση του, ούτε οι ΜΕ3 και ΜΕ4 υποστήριξαν ότι οι εργασίες ξεκίνησαν σε άλλη χρονολογία, τότε για ποιο λόγο δεν ενημέρωσαν τον ενάγοντα ενωρίτερα για τα γεγονότα αυτά. Φαίνεται ότι ο ενάγοντας στη γραπτή του δήλωση υποστηρίζει ότι πληροφορήθηκε από τον Μίμη το 2013 ότι τον έβγαλε έξω ο εναγόμενος 1 για να ξεκινήσει εργασίες στην επίδικη οικεία. Για τους λόγους όμως τους οποίους εξήγησα πιο πάνω, η θέση του αυτή δεν επιβεβαιώθηκε ούτε από τον ίδιο κατά την αντεξέταση του ούτε όμως από τους ΜΕ3 και ΜΕ4, οι οποίοι επαναλαμβάνω δεν θυμούνταν πότε ξεκίνησαν οι εργασίες από τον εναγόμενο
  2. Ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα, η οποία καταρρίπτει επίσης τo βάσιμο της εκδοχής του, αποτελεί το γεγονός ότι σύμφωνα με τον ίδιο και όπως ανέφερε κατά την αντεξέταση του όταν ήρθε στην Κύπρο το 2004 μιλώντας με τον πατέρα του για το θέμα αυτό, τον ρώτησε εάν έγινε οτιδήποτε σχετικά με το θέμα του ακινήτου και ο πατέρας του, του ανέφερε ότι δεν έγινε οτιδήποτε, ενώ ο ίδιος του δεν ζήτησε από τον πατέρα του το 2004 να του μεταβιβάσει το υπόλοιπο μερίδιο του ½ του ακινήτου. Φαίνεται από τα λεγόμενα του ενάγοντα, ότι τουλάχιστον μέχρι το 2004, όταν ήρθε στην Κύπρο μετά από το 1988, ο ίδιος του δεν είχε ζητήσει ακόμα τη μεταβίβαση του υπόλοιπου μεριδίου του ακινήτου. Και ενώ ο ενάγοντας το 2004 γνώριζε ότι το ακίνητο δεν είχε ακόμα μεταβιβαστεί εις το όνομα του ολόκληρο και ταυτόχρονα δεν είχε ζητήσει από τον πατέρα του να γίνει η μεταβίβαση, εντελώς ανεξήγητα και αντίθετα με τα όσα υποστήριξε με τη μαρτυρία του, το 2006 υπογράφει και αποδέχεται τη διανομή της περιουσίας του πατέρα του ως αυτή έγινε από τον εναγόμενο 1 ως διαχειριστή στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης XXX/05 (τεκμήριο 5). Ο ενάγοντας με τη δήλωση κληρονόμων, τεκμήριο 5, δηλώνει ότι έλαβε γνώση της Απογραφής της περιουσίας του πατέρα του, στην οποία δεν αναφέρεται οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία. Η Απογραφή επίσης φαίνεται να είχε καταχωρηθεί περί το Νοέμβριο του 2005, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο της μεταβίβασης του μεριδίου του εναγομένου 2 προς τον εναγόμενο
  3. Δηλώνει επίσης ο ενάγοντας εις το τεκμήριο 5 ότι γνωρίζει πλήρως τα δικαιώματα του, είναι ικανοποιημένος από τη Διαχείριση και απαλλάσσει τον διαχειριστή από κάθε ευθύνης. Η θέση του ενάγοντα ότι δεν προβληματίστηκε με το περιεχόμενο της Απογραφής λόγω του ότι ήταν με την εντύπωση ότι έγινε η μεταβίβαση μέσω του πληρεξουσίου, στερείται κάθε λογικής εξήγησης, εφόσον όπως ο ίδιος υποστήριξε κατά το 2004 γνώριζε ότι δεν είχε γίνει ακόμα η μεταβίβαση ούτε ζήτησε να γίνει κάτι τέτοιο. Συνεπώς ο κατάλληλος χρόνος όπου θα ήταν λογικά αναμενόμενο από τον ενάγοντα να επιδιώξει να πληροφορηθεί για την τύχη της περιουσίας την οποία διεκδικεί, τουλάχιστον τότε την 10.8.06 όπου υπέγραφε το τεκμήριο 5 και λάμβανε γνώση ότι ο πατέρας του δεν είχε οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία. Ακόμα και να ήταν με την εντύπωση ότι μεταβιβάστηκε όλο το ακίνητο εις το όνομα του, όφειλε για ένα τόσο σημαντικό για τον ίδιο ζήτημα, να φροντίσει να μάθει εάν σίγουρα είχε μεταβιβαστεί προτού υπογράψει την απαλλαγή του διαχειριστή, εναγόμενου
  4. Θα πρέπει τέλος να επισημάνω ότι η εκδοχή του ενάγοντα καταρρίπτεται και για ακόμα ένα λόγο. Ενώ ο ίδιος του θεωρούσε ότι το ακίνητο ήταν ήδη εγγεγραμμένο εις το όνομα του, δεν φαίνεται ποτέ να ενδιαφέρθηκε για την πληρωμή φόρων και τελών που αφορούν το ακίνητο αυτό. Εφόσον ήταν με την εντύπωση ότι το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο εις το όνομα του, λογικό θα ήταν, τουλάχιστον από το θάνατο του πατέρα του το 2005 και έπειτα, να ενδιαφερθεί για την πληρωμή των τελών και φόρων που αφορούν το ακίνητο αλλά και τον ιδιοκτήτη του, ενώ δεν φάνηκε να είχε επειδείξει οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την περιουσία αυτή, πέραν της καταχώρησης της παρούσας Αγωγής. Τοποθετώντας χρονικά τη συμπεριφορά του ενάγοντα κατά τη διάρκεια των χρόνων, εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες ως προς το βάσιμο της εκδοχής του. Κατά τον ενάγοντα μέχρι την τελευταία φορά όπου επισκέφθηκε τον πατέρα του στην Κύπρο, γνώριζε ότι ακόμα δεν είχε μεταβιβαστεί εις το όνομα του το ακίνητο σύμφωνα με συζήτηση την οποία είχε με τον πατέρα του. Το 2005 ο πατέρας του απεβίωσε και τον Αύγουστο του 2005 συμφωνεί με την Απογραφή της περιουσίας του και λαμβάνει το κληρονομικό του μερίδιο. Από το 2005 όμως μέχρι το 2013, όπου ο ίδιος του ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση για τις μεταβιβάσεις προς τα αδέλφια του, δεν φαίνεται εις το διάστημα αυτό των οκτώ ετών, είτε να ενδιαφέρθηκε για το ακίνητο ή να άσκησε οποιοδήποτε δικαίωμα θεωρούσε ότι είχε επ' αυτού. Σημαντικό δε να τονίσω ότι ενώ ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος 1 τον απέκλεισε από το επίδικο ακίνητο, ουδέποτε έχει διαφανεί, ότι ο ενάγοντας επιδίωξε να ασκήσει κατοχή ή να χρησιμοποιήσει το ακίνητο, ούτε ισχυρίστηκε ότι προσπάθησε να εισέλθει σ' αυτό και εμποδίστηκε προς τούτο. Τέλος, θα πρέπει να αναφέρω ότι η μαρτυρία του ενάγοντα δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ούτε με τη μαρτυρία του ΜΕ1, εφόσον σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό, η γνωριμία τους έγινε το 1976, μετά δηλαδή από το χρόνο τον οποίο ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας έστειλε την επιταγή στον πατέρα του, καθώς επίσης για τα όσα ανέφερε προς τούτο δεν φάνηκε να έχει προσωπική γνώση αλλά αποτελούν τα όσα του ανέφερε ο ενάγοντας. Δεν μπορεί επίσης η μαρτυρία της ΜΕ3 να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό αυτό του ενάγοντα, εφόσον η μαρτυρία της ΜΕ3 προς τούτο ήταν συγκεχυμένη, υποστηρίζοντας από την μια ότι πήρε σε φάκελο τον οποίο της έδωσε ο πατέρας της με την επιταγή και την άλλαξε στην τράπεζα παίρνοντας τα χρήματα στον πατέρα της και από την άλλη ανέφερε ότι δεν ήξερε τι είχε μέσα ο φάκελος. Θα πρέπει επίσης να αναφέρω στο σημείο αυτό, ότι η ΜΕ3 ενώ δεν θυμόταν πολλά και σημαντικά γεγονότα του παρελθόντος, όπως το χρόνο όπου αγοράστηκε το ακίνητο, το χρόνο όπου ως ισχυρίζεται ο γιος της εκδιώχθηκε από τον εναγόμενο 1 από το επίδικο ακίνητο, το πότε γεννήθηκαν οι γιοί της, το πότε πήγε ο ενάγοντας στην Αυστραλία και το πότε πέθανε ο πατέρας της, θυμάται μόνο ότι όταν πήγε στην Πάφο για να αλλάξει την επιταγή, πήγαινε στο γυναικολόγο. Θεωρώ ότι η επιλεκτική αυτή μνήμη της ΜΕ3, πλήττει την αξιοπιστία της ως μάρτυρα, εφόσον για πιο πρόσφατα και σημαντικά γεγονότα της ζωής της, δεν τα θυμόταν ως ισχυρίστηκε, ενώ θυμάται ότι κάποια μέρα του 1969 πήγε στο γυναικολόγο και την ημέρα αυτή άλλαξε την επιταγή στην τράπεζα. Για τους λόγους τους οποίους εξήγησα πιο πάνω, ο ενάγοντας δεν μπορεί να κριθεί ειλικρινής και αξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται, εκτός των όσων δεν αμφισβητήθηκαν και προκύπτουν από τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε εκ μέρους του ο ΜΕ
  5. Η μη αποδοχή της μαρτυρίας του ενάγοντα, αναπόφευκτα οδηγεί και στην απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΕ1 εφόσον μεταξύ τους δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν. Πέραν των όσων κατέγραψα για τον μάρτυρα αυτό κατά την αξιολόγηση του ενάγοντα, εντύπωση προκαλεί η διαπίστωση ότι ενώ ο μάρτυρας επέμενε ότι θυμόταν και γνώριζε πολύ καλά τα γεγονότα, κατά την αντεξέταση του προέβηκε σε αντιφατικές απαντήσεις ως προς το χρόνο όπου διαδραματίστηκαν κάποια γεγονότα. Ως προς το χρόνο όπου του ζητήθηκε να πάει στο Κτηματολόγιο, για παράδειγμα, ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι αυτό έγινε το 2013, κατά την αντεξέταση του αρχικά ανέφερε ότι αυτό έγινε το 1991, μετά ανέφερε το έτος 1993, ακολούθως ανέφερε ότι το 1994 ήρθε στην Κύπρο, ενώ κατά την επανεξέταση του ανέφερε ότι το πιστοποιητικό έρευνας, τεκμήριο 7, το έλαβε το
  6. Επίσης, ενώ σύμφωνα με τον ενάγοντα ο ίδιος του ήρθε Κύπρο το 2004, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ενάγοντας ήρθε στην Κύπρο το 2008 ή το 2009 και στη συνέχεια ανέφερε ότι ο ενάγοντας ήρθε για να δει τον πατέρα του στην Κύπρο το
  7. Τα όσα κατά τον ίδιο είχαν λεχθεί ενώπιον του ως ισχυρίζεται από τους γονείς του ενάγοντα στην παρουσία των αδελφιών του περί του ότι το σπίτι ανήκει στον ενάγοντα, δεν μπορώ να δεχτώ ότι αυτά είναι αλήθεια, έχοντας υπόψη ότι ο ΜΕ1 δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστος μάρτυρας για τους λόγους τους οποίους ανέφερα πιο πάνω καθώς επίσης έχοντας υπόψη τη σχέση του ΜΕ1 με τον ενάγοντα, όπου μεταξύ τους συνδέονται με μακρόχρονη φιλία, χωρίς να αποκλείεται ότι σκοπός της μαρτυρίας του ήταν να βοηθήσει τον ενάγοντα στην υπόθεση του. Για τους πιο πάνω λόγους, εκτός των τεκμηρίων τα οποία κατέθεσε ο μάρτυρας και δεν αμφισβητούνται, η μαρτυρία του δεν κρίνεται αξιόπιστη και δεν την αποδέχομαι. Ως προς τη μαρτυρία της αδελφής του ενάγοντα, ΜΕ3, αν και κατά την ίδια δεν της άρεσε το γεγονός ότι βρέθηκε στη θέση αυτή να δίδει μαρτυρία για τον αδερφό της, δεν έκρυψε την πικρία της από το γεγονός ότι η ίδια της επιθυμούσε να αγοράσει το ακίνητο το οποίο εν τέλει αγόρασε ο πατέρας της προσφέροντας περισσότερα χρήματα, εφόσον κατά την αντεξέταση της ερωτηθείς εάν ο πατέρας της «γέλασε», απάντησε: «Ναι, εγέλασε μου τζιαι μέχρι σήμερα υποφέρει το γέλασμα.» Συνεπώς, η μαρτυρία της ΜΕ3, προσεγγίζεται με την ανάλογη προσοχή, λόγω των συναισθημάτων τα οποία η ίδια της νιώθει για την υπόθεση αυτή. Προσθέτω επίσης ότι ενώ κατά την ίδια υποχρεώθηκε να δώσει μαρτυρία για την υπόθεση, διαπιστώνω ότι η μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο οικειοθελώς χωρίς καν να χρειαστεί να κλητευθεί από τον ενάγοντα. Η θέση της μάρτυρος ότι και η ίδια της ήθελε να αγοράσει το σπίτι, θα πρέπει να πω ότι έρχεται και σε αντίθεση με τη θέση του ενάγοντα, ότι κανένα από τα παιδιά δεν είχαν χρήματα για την αγορά του σπιτιού, εξού και ο πατέρας ζήτησε από τον ίδιο να του στείλει από την Αυστραλία. Η ΜΕ3 φαίνεται να είχε χρήματα για την αγορά του σπιτιού, η οποία όμως το ήθελε για την ίδια. Προβληματισμό επίσης προκαλεί το γεγονός ότι ενώ η μάρτυρας είχε ενοχληθεί από την αγορά του σπιτιού από τον πατέρα της, να δίδεται η επιταγή στην ίδια για να την εξαργυρώσει στην τράπεζα. Πέραν τούτων, επαναλαμβάνω ότι η ΜΕ3, ενώ αναφέρθηκε ότι στο φάκελο ήταν τα χρήματα για την αγορά του σπιτιού, δεν γνώριζε όπως είπε κατά την αντεξέταση της τι είχε μέσα ο φάκελος. Σε άλλο σημείο επίσης της αντεξέτασης της ανέφερε ότι ο πατέρας τους είχε χρήματα σε γραμμάτιο και δεν μπορούσε να τα «τραβήσει» γι' αυτό ζήτησε βοήθεια. Γεγονός το οποίο και πάλι αντικρούει την όλη εκδοχή του ενάγοντα ότι ο πατέρας του δεν είχε χρήματα και του είχε ζητήσει για την αγορά του σπιτιού ενώ επιβεβαιώνεται προς τούτο η μαρτυρία του εναγομένου
  8. Όπως επίσης ανέφερα πιο πάνω, ενώ δεν θυμόταν ουσιαστικά γεγονότα για τη ζωή της, θυμόταν ότι το 1969 πήγε στο γυναικολόγο και την ημέρα αυτή άλλαξε την επιταγή. Η μαρτυρία της ΜΕ3, στερείται πειστικότητας και για ακόμα ένα λόγο. Ενώ ανέφερε ότι το σπίτι ήταν εγγεγραμμένο στον ενάγοντα πριν τα θάνατο του πατέρα, δεν εξήγησε από πού άντλησε τη γνώση αυτή. Γνώριζε κάτι τέτοιο από τον πατέρα της ή από τον ενάγοντα ή αποτελούσε δική της εικασία. Επαναλαμβάνω ότι ουσιαστική θέση της μάρτυρος κατά την κυρίως εξέταση της αποτέλεσε το ότι ο πατέρας έλεγε πάντοτε ότι το σπίτι ανήκει στον ενάγοντα ο οποίος πλήρωσε για την αγορά του. Η θέση της αυτή, έρχεται όμως σε ουσιαστική αντίφαση και αντίθεση με την ακόλουθη θέση της ως αυτή εκφράστηκε κατά την αντεξέταση της, όταν της τέθηκε η εξής θέση της υπεράσπισης: «Ο πατέρας σας ήθελε αυτό το σπίτι να το δώσει και στους τρεις γιούδες στην οικογένεια και γι' αυτό προχώρησε με την έγκριση του XXXXX και το έδωσε σε όλους 1/3 στον XXXXX, XXXXX και XXXXX.» Και η ΜΕ3 απάντησε: «Το σπίτι; Όχι. Το μισό εν του XXXXX, έδωσεν τους το κομμάτι το οικόπεδο το μισό και το σπίτι του XXXXX. Το πως βρέθηκαν ανακατωμένα δεν ξέρω.» Με την τοποθέτηση της αυτή η μάρτυρας φαίνεται να υποστηρίζει μια διαφορετική θέση, διαχωρίζοντας το τεμάχιο από την οικεία και ότι μισό τεμάχιο δόθηκε στον XXXXX (εναγόμενο 3), ενώ το σπίτι ήταν του XXXXX, χωρίς όμως να έχει λεχθεί από οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα ότι το τεμάχιο ήταν ξεχωριστό από την οικεία η οποία υπάρχει εντός αυτού, ούτε προωθήθηκε τέτοια θέση από πλευράς ενάγοντα. Πέραν των πιο πάνω, ενώ αποτέλεσε θέση της ότι ο γιος της XXXXX πλήρωνε τους λογαριασμούς ρεύματος και νερού για το ακίνητο και οι λογαριασμοί πήγαιναν κοντά της χωρίς να αμφισβητήσει ότι το ρεύμα ήταν εις το όνομα του εναγομένου 1 από το 1971, δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο προς τούτο και η μαρτυρία της και για το ζήτημα αυτό, παρέμεινε μετέωρη, όπως επίσης δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο προς τούτο από τον ΜΕ4, ο οποίος ανέφερε ότι ο λογαριασμός ρεύματος ήταν εις το όνομα του εναγομένου 1, αλλά πλήρωνε αυτός. Στο σημείο αυτό διαπιστώνω επίσης αντίθεση μεταξύ της μαρτυρίας της ΜΕ3 και του ΜΕ4, εφόσον η πρώτη υποστήριξε ότι οι λογαριασμοί παραλαμβάνονταν από την ίδια ενώ ο ΜΕ4 ανέφερε ότι οι λογαριασμοί ήταν εις το όνομα του εναγομένου 1 αλλά πλήρωνε ο ίδιος. Τέλος, δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία της ως ειλικρινή, εφόσον κατά την αντεξέταση της ισχυρίστηκε από τη μια ότι δεν γνωρίζει τι εργασίες έγιναν στο επίδικο ακίνητο, το οποίο χωρίζεται από το δικό της με ένα τοίχο, ενώ στη συνέχεια ανέφερε με λεπτομέρεια ότι άλλαξαν μάρμαρα, τοίχους, προστέθηκαν δωμάτια, ντους, αποχωρητήρια, νιπτήρα κλπ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία της ΜΕ3, δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη και δεν την αποδέχομαι. Η μαρτυρία του ΜΕ4, δεν μπορεί επίσης να κριθεί πειστική και αξιόπιστη, εφόσον κατά γενικό και αόριστο τρόπο, ανέφερε ότι όλοι γνώριζαν ότι το σπίτι ήταν του ενάγοντα, χωρίς όμως να αναφέρει από ποιον γνωρίζει κάτι τέτοιο. Δεν μπορούσε επίσης να διαφωτίσει για ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης όπως για παράδειγμα πότε τον έδιωξε ο εναγόμενος 1 ως ισχυρίζεται για να προβεί στις εργασίες ανακαίνισης, εφόσον δεν θυμόταν πότε έγινε αυτό. Όπως επίσης ανέφερε, όταν έλαβε λογαριασμό του ρεύματος εις το όνομα του εναγομένου 1 μετά το θάνατο του παππού του, σκέφτηκε ότι κάτι δεν πάει καλά. Δεν φάνηκε όμως τότε να είχε αναφέρει οτιδήποτε στον ενάγοντα, διαπίστωση η οποία δεν μπορεί να αποκλείσει την πρόθεση του μάρτυρα να παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει το θείο του, ενάγοντα, κυρίως έχοντας υπόψη ότι η μαρτυρία του δεν περιελάμβανε λεπτομέρειες και στοιχεία που θα μπορούσαν να την τεκμηριώσουν ή να επιβεβαιώσουν τα όσα υποστήριξε. Παρά μόνο περιορίστηκε σε γενικότητες ότι το σπίτι ανήκε στον ενάγοντα και ο εναγόμενος 1 του είπε να φύγει για να το ανακαινίσει. Η μαρτυρία του ΜΕ4, ειδικότερα ως προς τη θέση του ότι γνώριζε πάντοτε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον θείο του, ενάγοντα, δεν μπορεί να κριθεί πειστική και τεκμηριωμένη για όλους τους λόγους τους οποίους ανέφερα πιο πάνω, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή ούτε μπορεί να επιβεβαιώσει ή να υποστηρίξει την υπόθεση του ενάγοντα. Ως προς τη μαρτυρία του ΜΕ5, αναφέρω κατ' αρχάς ότι τα προσόντα του ως έχουν καταγραφεί πιο πάνω, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ενόψει των προσόντων και εμπειρίας του μάρτυρα δεν έχω αμφιβολία ότι αυτός παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας. Ο μάρτυρας αυτός ετοίμασε και κατέθεσε ως τεκμήριο 9 την έκθεση την οποία ετοίμασε αναφορικά με την εκτίμηση του επίδικου ακινήτου. Εξηγώντας την έκθεση του, ανέφερε ότι η ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου υπολογίζεται περίπου σε €2000 ανά έτος, στην οποία κατέληξε με βάση την αξία του ακινήτου που έχει υιοθετηθεί, το ακίνητο είχε ένα ποσοστό 2%, το οποίο είναι χαμηλό για ενοικιαστική αξία, αλλά βρίσκεται σε μια δευτερεύουσας σημασίας οικιστική περιοχή, όπου κατά τον ίδιο αντιπροσωπεύει την ενοικιαστική αξία ανά έτος. Η εξέταση του ακινήτου έγινε μόνο εξωτερικά και είχε αντιληφθεί ότι έγιναν εργασίες επιδιόρθωσης. Αποτέλεσε επίσης θέση του μάρτυρα ότι το ενδιαφέρον για ενοικίαση στο συγκεκριμένο χωριό είναι μειωμένο. Η μαρτυρία του ΜΕ5 δεν αμφισβητήθηκε. Πέραν τούτου, έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9 και εις τη διεργασία την οποία προέβηκε ο ΜΕ5 για να καταλήξει στο συμπέρασμα του, διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη και την αποδέχομαι, κατά τρόπο που μπορώ να βασιστώ σε αυτή για να καταλήξω στα δικά μου ευρήματα. Από πλευράς υπεράσπισης, η μαρτυρία του ΜΥ1, Ηλία Δημοσθένους, γιου της ΜΕ3 και αδελφού του ΜΕ4, κρίνεται αξιόπιστη, πειστική, δεν διαπιστώνω την οποιαδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Ο μάρτυρας αυτός δεν περιορίστηκε σε γυμνές δηλώσεις και τοποθετήσεις, επιμένοντας ότι γνώριζε πάντοτε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στους τρείς του θείους. Ενώ επίσης διεφάνηκε ότι και ο ίδιος του στο παρελθόν είχε ζητήσει το επίδικο ακίνητο από τον παππού του και μπορούσε να αδράξει την ευκαιρία με την υπόθεση αυτή να επωφεληθεί από το ακίνητο, ήταν σταθερός στη θέση του ότι παρά του ότι το είχε ζητήσει από τον παππού του πάντοτε γνώριζε τόσο από την μητέρα του όσο και από τον παππού του ότι το σπίτι ανήκε στους τρεις του θείους, ενάγοντα και εναγόμενους 1 και
  9. Όσον αφορά τη θέση της μητέρας του και του αδελφού του ότι το σπίτι ανήκει στον ενάγοντα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι «εκπλήττεται» για τη θέση αυτή της μητέρας του και του αδελφού του. Ο ίδιος του για χρόνια γνώριζε ακόμα και από τη μητέρα του ότι το σπίτι ανήκε στα αδέλφια της. Αποτέλεσε επίσης θέση του, ότι οι οικονομικές καταστάσεις τις οποίες δημιούργησαν στη μητέρα του τα δύο του αδέλφια, ο Δήμος και ο Νίκος, αποτελούν το λόγο για τον οποίο οι πιο πάνω ανέφεραν αυτά που ανέφεραν στο Δικαστήριο με σκοπό να «καρποφορηθούν κάτι από το θείο Αντρέα». Όπως επίσης ανέφερε: «Είναι μετά λύπης που βρίσκομαι σε τούντη θέση για τούντο θέμα, γιατί ο θείος μας ο Γιώργος, είμαι 43 χρονών, πάντοτε ήταν στο πλευρό της οικογένειας μας χωρίς να έχει κάποιο όφελος. Εκπλήσσομαι πάρα πολύ γι' αυτήν την κατάσταση.» Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσο υπάρχουν δύο τίτλοι που αφορούν το επίδικο ακίνητο και κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν κάποιο άλλο ακίνητο από τον πατέρα τους. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε για τα ζητήματα αυτά, χωρίς όμως να κλονίζεται η αξιοπιστία του, εφόσον τα πιο πάνω δεν αποτέλεσαν επίδικα ζητήματα ούτε αναφέρθηκε οτιδήποτε περί τούτου από τον ενάγοντα. Τα όσα γνωρίζει ο μάρτυρας και ανέφερε στο Δικαστήριο όπως ο ίδιος ανέφερε, τα γνωρίζει από τα χρόνια όπου διέμενε με τον παππού και τη γιαγιά του από την ηλικία των 16 χρονών και για περίοδο περίπου 10 ετών. Τα όσα ανέφερε με λεπτομέρεια ο μάρτυρας αναφορικά με τα οικονομικά των αδελφιών του με τα οποία εμπλέκεται και η μητέρα του και ότι αυτοί ήταν οι λόγοι για τους οποίους οι ΜΕ3 και ΜΕ4 κατέθεσαν στο Δικαστήριο με σκοπό την αποκόμιση κάποιου οφέλους, δεν αμφισβητηθήκαν από πλευράς ενάγοντα, παρά μόνο τέθηκε στο μάρτυρα η θέση ότι η οικονομική κατάσταση ενός ανθρώπου δεν τον καθιστά ανέντιμο και ψεύτη. Τα γεγονότα αυτά τα οποία ανέφερε ο μάρτυρας, θα πρέπει να πω ότι δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν την θέση της υπεράσπισης ότι σκοπός της μαρτυρίας των ΜΕ3 και ΜΕ4 ήταν η αποκόμιση οφέλους από την υπόθεση αυτή, εφόσον δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα αυτό. Συνεπώς το μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1, ως προς τις εικασίες του για το λόγο τον οποίο θεωρεί ότι ο αδελφός του και η μητέρα του κατέθεσαν στο Δικαστήριο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, χωρίς να επηρεάζεται η εν γένει αξιοπιστία του μάρτυρα ως προς την υπόλοιπη του μαρτυρία η οποία παρέμεινε σαφής, σταθερή και ακλόνητη κατά την αντεξέταση του. Με εξαίρεση το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 το οποίο δεν γίνεται αποδεκτό, η μαρτυρία του κρίνεται πειστική και αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Ως προς τη μαρτυρία του εναγόμενου 1, θα πρέπει κατ' αρχάς να αναφέρω ότι ως προς τις ουσιαστικές του θέσεις ότι ο ενάγοντας γνώριζε για τις επίδικες μεταβιβάσεις και συγκατατέθηκε σ' αυτές καθώς επίσης και το ότι ουδέποτε ο πατέρας τους υποσχέθηκε ότι το σπίτι θα ανήκε στον ενάγοντα ο οποίος κατά τον εναγόμενο 1, δεν πλήρωσε για την αγορά του, ο εναγόμενος 1 παρέμεινε σταθερός, χωρίς να διαπιστώνω οποιαδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία του και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε οποιοδήποτε σημείο κατά την αντεξέταση. Τα όσα τεθήκαν στον εναγόμενο 1 αναφορικά με μεταβιβάσεις άλλων ακινήτων από τον πατέρα τους ενώ βρισκόταν εν ζωή, δεν μπορούν να διαδραματήσουν οποιοδήποτε ρόλο στην υπόθεση εφόσον οι μεταβιβάσεις αυτές δεν συσχετίστηκαν με την ισχυριζόμενη συμφωνία του ενάγοντα με τον πατέρα του. Ερωτηθείς ο εναγόμενος 1 κατά την αντεξέταση του για ποιο λόγο ο πατέρας τους είχε μεταβιβάσει το 1988 το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα, ο εναγόμενος 1 εξέφρασε απλά την πεποίθηση ότι ο πατέρας του φοβόταν ότι ο ενάγοντας θα αποξένωνε την περιουσία. Η θέση αυτή όμως του εναγομένου παρέμεινε υποθετική, χωρίς να επηρεάζεται η συνολική αξιοπιστία του, έχοντας υπόψη ότι οι λόγοι για τους οποίους ο πατέρας των διαδίκων μεταβίβασε το ½ μερίδιο στον ενάγοντα το 1988, παρέμειναν άγνωστοι, χωρίς όμως να επιβεβαιώνεται η εκδοχή του ενάγοντα προς τούτο. Με τη γραπτή του δήλωση ο εναγόμενος 1, υποστηρίζει ότι ο πατέρας του είπε ότι ο ενάγοντας του ανέφερε να προχωρήσει όπως θέλει λόγω του ότι είχε πληρεξούσιο και μετά από τις οδηγίες αυτές ο πατέρας τους προχώρησε στις επίδικες μεταβιβάσεις. Αν και η μαρτυρία αυτή αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία προερχόμενη από πρόσωπο το οποίο έχει αποβιώσει, έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας και κυρίως την μη αποδοχή της θέσης του ενάγοντα ότι δεν γνώριζε για τις επίδικες μεταβιβάσεις αλλά και τη διαπίστωση μου ότι ο ενάγοντας δεν έμαθε για τις μεταβιβάσεις αυτές το 2013 ως ισχυρίστηκε, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται από το άρθρο 27 του Κεφ. 9, καταλήγω ότι μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη θέση αυτή του εναγομένου 1, η οποία συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία του η οποία γίνεται αποδεκτή (βλ. ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΓΡΟΤΟΥ κ.α. ν. ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΓΡΟΤΟΥ, ECLI:CY:AD:2016:A263, Πολιτική Έφεση Αρ. 288/2010, 31/5/2016). Ζητήθηκε επίσης από τον εναγόμενο 1 κατά την αντεξέταση του να εξηγήσει το γεγονός ότι ο ενάγοντας το 2013 ενήργησε διεκδικώντας το επίδικο ακίνητο. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε προς τούτο ότι το σπίτι προηγουμένως δεν είχε οποιαδήποτε αξία ενώ μετά την ανακαίνιση απέκτησε αξία. Η θέση του αυτή κρίνεται λογική υπό τις περιστάσεις, έχοντας παράλληλα υπόψη ότι η θέση του ενάγοντα ότι το 2013 έλαβε γνώση για τις μεταβιβάσεις δεν έγινε αποδεκτή. Ως προς το λόγο επίσης για τον οποίο ο εναγόμενος 2 μεταβίβασε το μερίδιο του εις τον εναγόμενο 1, ήτοι λόγω της υποχρέωσης την οποία ένιωθε προς τον αδερφό του, κρίνεται επίσης πειστικός χωρίς να έχει διαφανεί ότι αυτό έγινε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Η θέση του ότι ο πατέρας του ήταν σε θέση να αγοράσει το ακίνητο χωρίς να χρειάζεται βοήθεια από τα παιδιά του, εφόσον είχε αποταμιεύσεις, επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία της ΜΕ3, η οποία επίσης ανέφερε ότι ο πατέρας τους είχε αποταμιεύσεις. Εν πάση δε περιπτώσει η θέση του ενάγοντα ως προς την αποστολή χρημάτων για την αγορά του ακινήτου δεν έγινε αποδεκτή. Η θέση επίσης του εναγόμενου 1 ότι το ρεύμα της οικίας ήταν εγγεγραμμένο εις το όνομα του από το 1971, επιβεβαιώθηκε από την ίδια την ΜΕ3, η οποία δεν αμφισβήτησε το γεγονός αυτό κατά την αντεξέταση της αν και ανέφερε ότι πήγαινε κοντά της ο λογαριασμός χωρίς να αναφέρει ότι αυτός δεν ήταν εις το όνομα του εναγομένου
  10. Το γεγονός της πληρωμής του εισιτηρίου από τον εναγόμενο 1 στον ενάγοντα για να έρθει στην Κύπρο το 2005 και το γεγονός ότι ο πατέρας τους έδωσε στον ενάγοντα τότε το ποσό των ΛΚ. 1.000, δεν κρίνονται ουσιαστικά γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση μου ως προς τα επίδικα και αμφισβητούμενα γεγονότα, χωρίς να καθίστανται άξια περαιτέρω σχολιασμού. Θα πρέπει επίσης να αναφέρω ότι ο ενάγοντας ανέφερε ότι ήρθε στην Κύπρο το 2004 ενώ ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι αυτό έγινε το
  11. Εφόσον όμως η μαρτυρία του ενάγοντα έχει απορριφθεί, αποδέχομαι ότι ο ενάγοντας ήρθε στην Κύπρο το
  12. Η θέση επίσης του εναγόμενου 1 ότι ουδέποτε εμπόδισε τον ενάγοντα από του να εισέλθει η να χρησιμοποιεί την οικία, κρίνεται επίσης πειστική εφόσον δεν διεφάνηκε ότι ο ενάγοντας ζήτησε να εισέλθει ή να διαμένει σε αυτήν και κάτι τέτοιο του απαγορεύθηκε. Ακόμα και τώρα όπου βρισκόταν στην Κύπρο, δεν ανέφερε ότι ζήτησε τα κλειδιά της οικίας ή να διαμένει σε αυτήν και ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε. Το ότι ο εναγόμενος 1 δεν γνωρίζει που μένει ο ενάγοντας, δεν σημαίνει ότι τον εμπόδισε να διαμείνει στην επίδικη οικία, εφόσον επαναλαμβάνω ουδέποτε ισχυρίστηκε με τη μαρτυρία του ο ενάγοντας ότι ζήτησε να διαμείνει σε αυτήν και εμποδίστηκε προς τούτο. Η δε θέση η οποία τέθηκε στον εναγόμενο 1 ότι ουδέποτε έστειλε κλειδιά της επίδικης οικίας στον ενάγοντα, δεν μπορεί να θέσει οποιαδήποτε υποχρέωση του εναγομένου 1 προς τούτο, τη στιγμή δε όπου ο ενάγοντας δεν ισχυρίστηκε καν ότι ζήτησε τα κλειδιά και δεν του είχαν δοθεί ή ότι ζήτησε να παραμείνει στην οικεία και δεν του επιτράπηκε. Ο εναγόμενος 1 έτυχε έντονης αντεξέτασης αναφορικά με τα έξοδα τα οποία ως ισχυρίστηκε πλήρωσε για την ανακαίνιση της οικίας. Θα πρέπει κατ' αρχάς να αναφέρω ως προς το ζήτημα αυτό, ότι η θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι οι εργασίες θα μπορούσαν να είχαν ολοκληρωθεί σε μικρότερο χρονικό διάστημα και όχι από το 2011 έως το 2013 ως υποστήριξε ο εναγόμενος 1, παρέμεινε μια γενική και αόριστη θέση χωρίς να έχει τεκμηριωθεί. Εν πάση δε περιπτώσει το ερώτημα δεν είναι πόσο διάστημα διήρκησαν οι εργασίες αλλά κατά πόσο όντως ο εναγόμενος 1 πλήρωσε τα ποσά τα οποία αναλύει στο τεκμήριο 11 και
  13. Η εξήγηση του ότι για κάποιες εργασίες βοήθησε η οικογένεια, όπως καταγράφονται στο τεκμήριο 11, υπ' αριθμό 23, εφόσον βοήθησε και ο ΜΥ1 ο οποίος ασχολείται με εργασίες σιδήρου αλλά και άλλες εργασίες όπως η δεντροφύτευση, μπογιάτισμα κλπ τις οποίες και πάλι εξήγησε και τεκμηρίωσε ότι έγιναν από συγκεκριμένα άτομα της οικογένειας, γεγονός το οποίο δεν κρίνεται ούτε παράλογο ούτε εξωπραγματικό, χωρίς να αναμένεται από μέλη της οικογένειας οι οποίοι προσφέρουν τη βοήθεια τους για κάποιες εργασίες είτε να εκδίδουν τιμολόγια είτε να εκδίδουν απόδειξη για την πληρωμή τους, εφόσον προσφέρουν ουσιαστικά τη βοήθεια τους, όπως εξήγησε ο εναγόμενος
  14. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο εναγόμενος 1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικά με την καταβολή των εξόδων τα οποία παρουσίασε με το τεκμήριο 11 και
  15. Ήταν σε θέση να εξηγήσει κάθε εργασία η οποία έγινε και το ποσό που πληρώθηκε γι' αυτήν. Το κατά πόσο πλήρωσε Φ.Π.Α. ή είχε ή δεν είχε εκδοθεί τιμολόγιο, δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι πληρωθήκαν τα ποσά αυτά από τον ίδιο, σύμφωνα με τις επιταγές τις οποίες εξέδιδε ή την πληρωμή σε μετρητά. Εάν ενδεχομένως διαπραχθήκαν άλλου είδους αδικήματα αναφορικά με την μη πληρωμή Φ.Π.Α. ή την μη έκδοση τιμολογίων, δεν αποτελούν ζητήματα τα οποία δύναται να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, εφόσον το ζητούμενο είναι κατά πόσο τα ποσά αυτά έχουν πληρωθεί από τον εναγόμενο 1, ο οποίος για τους λόγους τους οποίους ανέφερα πιο πάνω, καταλήγω ότι ήταν ειλικρινής. Η διαπίστωση μου αυτή, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1, γνωρίζοντας ότι και ο ενάγοντας είναι συνδικαιούχος του επίδικου ακινήτου δεν αξιώνει οποιαδήποτε συνεισφορά από τον ενάγοντα για την πληρωμή του ποσού αυτού, αλλά αξιώνει την πληρωμή του μόνο σε περίπτωση όπου ο ενάγοντας επιτύχει στην Αγωγή του και ο ίδιος δεν θα έχει πλέον οποιοδήποτε δικαίωμα επί του επίδικου ακινήτου. Ως προς την αναγκαιότητα των εργασιών οι οποίες έγιναν, αυτή επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΥ1, καθώς επίσης σύμφωνα με την ΜΕ3, όπως παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση της, με τις εργασίες που έγιναν η οικία έγινε πιο λειτουργική. Είναι σημαντικό επίσης να λεχθεί ότι ο εναγόμενος 1 προτού προχωρήσει με τις εργασίες ανακαίνισης της επίδικης οικίας, ρώτησε τον ενάγοντα εάν επιθυμεί να συνεισφέρει και αυτό δεν αμφισβητείται. Το γεγονός αυτό, επιβεβαιώνει την αξιοπιστία του μάρτυρα και την αλήθεια των όσων ανέφερε, εφόσον σε περίπτωση όπου ο εναγόμενος 1 γνώριζε ότι το σπίτι ανήκε στον ενάγοντα, ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας, δεν θα ρωτούσε τον ίδιο εάν επιθυμεί να συνεισφέρει ούτε θα τον ενημέρωνε για τις εν λόγω εργασίες, αλλά θα προέβαινε σ' αυτές αποκρύπτοντας το γεγονός αυτό από τον ενάγοντα. Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι ο εναγόμενος 1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, κρίνεται αξιόπιστος και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Έχοντας προβεί εις την ως άνω αξιολόγηση, καταλήγω εις τα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση. Ο ενάγοντας και οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι μεταξύ τους αδέλφια και πατέρας τους ήταν ο XXXX XXXXX Στενιώτης, ο οποίος απεβίωσε το
  16. Ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 2 είναι κάτοικοι Αυστραλίας. Περί το 1969 ο πατέρας των διαδίκων αγόρασε το επίδικο ακίνητο στο χωριό XXXX της Επαρχίας Πάφου. Ο πατέρας των διαδίκων το 1988 μεταβίβασε το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα, ο οποίος κατά τον ίδιο χρόνο παραχώρησε γενικό πληρεξούσιο έγγραφο στον πατέρα του, με αριθμό XXX/88, εξουσιοδοτώντας τον όπως διαχειρίζεται ολόκληρη την περιουσία του καθώς και να προβαίνει σε μεταβιβάσεις σε τρίτα πρόσωπα. Δεσμεύτηκε επίσης ο ενάγοντας με το ως άνω πληρεξούσιο όπως αναγνωρίσει ως ορθές τις πράξεις οι οποίες γίνουν δυνάμει αυτού. Δυνάμει του ως άνω πληρεξουσίου ο πατέρας των διαδίκων, την 19.8.91 μεταβίβασε δια δωρεάς το ½ μερίδιο του ενάγοντα στον εναγόμενο 1 και 2 ανά 1/12 μερίδιο και ταυτόχρονα μεταβίβασε το δικό του ½ μερίδιο στον εναγόμενο 1 και 2 ώστε και οι τρεις γιοί του, ενάγοντας και εναγόμενοι 1 και 2, να είναι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου ανά 1/3 μερίδιο. Ο ενάγοντας ενημερώθηκε από τον πατέρα του για τις μεταβιβάσεις αυτές κατά το χρόνο όπου αυτές έγιναν και συμφώνησε με αυτές. Ακολούθως, ο εναγόμενος 2 την 15.9.05, μεταβίβασε το μερίδιο του στον εναγόμενο 1 και σύμφωνα με το πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου ο εναγόμενος 1 είναι ιδιοκτήτης αυτού κατά 8/12 μερίδια και ο ενάγοντας κατά 4/12 μερίδια. Ο ενάγοντας το 2005 ήρθε στην Κύπρο για να επισκεφθεί τον πατέρα του. Την 10.9.05 ο πατέρας τους απεβίωσε. Με τη δήλωση κληρονόμων ο ενάγοντας λαμβάνει γνώση της Απογραφής της περιουσίας του πατέρα του όπου δεν αναφέρεται οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία και δηλώνει ότι έλαβε ποσό σε μετρητά και μετοχές προς πλήρη εξόφληση του κληρονομικού του μεριδίου και είναι ικανοποιημένος από τη Διαχείριση απαλλάσσοντας από κάθε ευθύνη τον Διαχειριστή ήτοι τον εναγόμενο 1, υπό την ιδιότητα του αυτή. Το 2011 ο εναγόμενος 1 ρώτησε τον ενάγοντα εάν επιθυμεί να συνεισφέρει στην ανακαίνιση της οικίας. Ο εναγόμενος 1 προέβηκε στις εργασίες ανακαίνισης της οικίας πληρώνοντας το ποσό των €28.
  17. Ο ενάγοντας ουδέποτε ζήτησε να διαμείνει στην οικία ή να την χρησιμοποιεί και ουδέποτε εμποδίστηκε προς τούτο από τον εναγόμενο
  18. Η ετήσια ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου ανέρχεται σε €2.000 και η ζήτηση για ενοικίαση είναι μειωμένη στο χωριό Ίννεια. Στην παρούσα υπόθεση ο ενάγοντας φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η βάση Αγωγής του ενάγοντα, στηρίζεται στην παράβαση συμφωνίας αντιπροσωπείας, η οποία κατά τον ίδιο δημιουργήθηκε από την κατάρτιση του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο παραχωρήθηκε από τον ενάγοντα στον πατέρα του. Όπως επίσης προβάλλει ο ενάγοντας με την αγόρευσή του, αποτελεί ζήτημα στην υπόθεση κατά πόσο ο πατέρας του ενάγοντα, κρατούσε το μερίδιο των 6/12 του επίδικου ακινήτου ως εξυπακουόμενος (εξ επαγωγής) εμπιστευματοδόχος του ενάγοντα, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας και της καλής συνείδησης, η περιουσία έπρεπε να κρατείται και να απολαμβάνεται από τον ενάγοντα, χωρίς να έχει δικαίωμα να μεταβιβάσει την περιουσία αυτή. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι στην έκθεση απαίτησης δεν δικογραφείται η δημιουργία εμπιστεύματος. Με την υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου την 1.12.88 (τεκμήριο 1), ο ενάγοντας κατέστησε τον πατέρα του γενικό αντιπρόσωπο του, η περιουσία του οποίου εκπροσωπείται από τον εναγόμενο 1, ενώ ο ίδιος του κατέστη ταυτόχρονα αντιπροσωπευόμενος, κατά τρόπο όπου έχει δημιουργηθεί σχέση αλλά και συμφωνία αντιπροσωπείας. Σύμφωνα με το Μέρος ΧΙΙΙ του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, άρθρο 142 του Νόμου: «
  19. «Αντιπρόσωπος» είναι το πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασμό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές με τρίτους. Το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου τελείται η πράξη αυτή, ή το οποίο αντιπροσωπεύεται με τον τρόπο αυτό, καλείται «αντιπροσωπευόμενος». Τα άρθρα 171, 172 και 174 του Κεφ. 149, προβλέπουν ότι ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να διεξάγει τις εργασίες του αντιπροσωπευόμενου σύμφωνα με τις οδηγίες του δεύτερου και με δεξιότητα και επιμέλεια: «
  20. Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να διεξάγει τις εργασίες του αντιπροσωπευόμενου σύμφωνα με τις οδηγίες του ή ελλείψει τέτοιων οδηγιών, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούν στις εργασίες του ίδιου είδους, στον τόπο όπου ο αντιπρόσωπος διεξάγει τις εργασίες αυτές. Αντιπρόσωπος που ενεργεί κατά παράβαση των πιο πάνω οφείλει, αν προκύψει ζημιά, να αποκαταστήσει αυτήν στον αντιπροσωπευόμενο, και αν απορρεύσει κέρδος να λογοδοτήσει γι' αυτό.
  21. Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να διεξάγει τις εργασίες της αντιπροσωπείας καταβάλλοντας τη δεξιότητα, η οποία γενικά κατέχεται από πρόσωπα που διεξάγουν παρόμοιες εργασίες, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος γνωρίζει ότι αυτός στερείται της δεξιότητας αυτής. Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να καταβάλει πάντοτε εύλογη επιμέλεια και τη δεξιότητα την οποία κατέχει υποχρεούται επίσης να αποζημιώσει τον αντιπροσωπευόμενο για τα άμεσα αποτελέσματα της παράλειψής του, έλλειψης δεξιότητας ή παραπτώματος, όχι όμως για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε έμμεσα ή απρόβλεπτα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων συνεπεία της εν λόγω παράλειψης, έλλειψης, δεξιότητας ή παραπτώματος. .....................................................................................................
  22. Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να καταβάλλει σε δυσχερείς περιστάσεις, κάθε εύλογη επιμέλεια για να επικοινωνεί με τον αντιπροσωπευόμενο και να παίρνει τις εντολές του.» Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία του ενάγοντα και των μαρτύρων του δεν κρίθηκε αξιόπιστη ως προς την ουσιαστική πτυχή της, ότι δηλαδή ο ενάγοντας έστειλε τα χρήματα για την αγορά του επίδικου ακινήτου με την υπόσχεση ότι το ακίνητο θα εγγραφόταν εις το όνομα του καθώς επίσης το ότι το πληρεξούσιο έγγραφο δόθηκε μόνο για να μεταβιβαστεί το άλλο ½ εις το όνομα του ενάγοντα από τον πατέρα του. Συνεπώς δεν έχει καταδειχθεί η κατάρτιση συμφωνίας μεταξύ ενάγοντα και του πατέρα του ότι το επίδικο ακίνητο θα ανήκε στον ενάγοντα. Σύμφωνα όμως με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα μεταξύ του ενάγοντα και του πατέρα του δημιουργήθηκε σχέση πληρεξουσιότητας σύμφωνα με τους όρους του πληρεξουσίου και όχι με όρους τους οποίους απέτυχε ο ενάγοντας να αποδείξει. Σύμφωνα δε με τα ευρήματα εις τα οποία κατέληξα ακολουθώντας τη μαρτυρία ως προς τα γεγονότα την οποία έχω αποδεχτεί, κατέληξα ότι ο ενάγοντας ήταν ενήμερος για τις επίδικες μεταβιβάσεις οι οποίες έγιναν από μέρος του πατέρα του τόσο μέσω του πληρεξουσίου εγγράφου όσο και του ½ μεριδίου του αποβιώσαντα πατέρα του. Η πιο πάνω διαπίστωση συνάγεται και από την ίδια τη συμπεριφορά του ενάγοντα, ο οποίος κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα του, το 2005, γνώριζε ότι ο πατέρας του δεν είχε ακόμα μεταβιβάσει ως ισχυρίστηκε το άλλο ½ μερίδιο εις το όνομα του ως ανέμενε αλλά το 2006 υπογράφει και αποδέχεται την Απογραφή και την απαλλαγή του εναγομένου 1 ως διαχειριστή της περιουσίας του πατέρα του, όπου δεν αναφέρεται οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία. Πέραν τούτων, το 2011 ο ενάγοντας ενημερώνεται από τον εναγόμενο 1 ότι θα προβεί σε εργασίες ανακαίνισης όπου και πάλι δεν αντιδρά με οποιοδήποτε τρόπο. Ενώ είχε τις ως άνω ευκαιρίες ο ενάγοντας να εναντιωθεί στις εν λόγω μεταβιβάσεις, εάν είχε κατά νου ότι το επίδικο ακίνητο θα του ανήκε, αποφασίζει μόνο το 2013 να διεκδικήσει το ακίνητο προφασιζόμενος ότι μόνο τότε είχε πληροφορηθεί για τις μεταβιβάσεις. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα, η δημιουργία της σχέσης αντιπροσωπείας υπό τους όρους και υποχρεώσεις τις οποίες δικογραφεί ο ενάγοντας και αφορούν αποκλειστικά τη μεταβίβαση και του άλλου ½ μεριδίου εις το όνομα του, δεν μπορεί να καταδειχθεί ούτε από το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου ούτε όμως έχοντας υπόψη ότι από το 2005 όπου απεβίωσε ο πατέρας του μέχρι το 2013, δεν επιδίωξε την κατοχή ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο διαχείριση ή κάρπωση του ακινήτου. Όλα τα πιο πάνω, αποτελούν στο σύνολο τους στοιχεία τα οποία δεν αποδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό την οποιαδήποτε παράβαση πληρεξουσιότητας από μέρους του αποβιώσαντα πατέρα των διαδίκων ή παράβαση οποιασδήποτε συμφωνίας. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα ευρήματα εις τα οποία κατέληξα αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου, φαίνεται ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν εντός του πλαισίου της πληρεξουσιότητας του πατέρα του ενάγοντα αναφορικά με τη διαχείριση τόσο του ½ μεριδίου επί του επίδικου ακινήτου όσο και ολόκληρης της περιουσίας του ενάγοντα, χωρίς η σχέση η οποία προέκυψε από το πληρεξούσιο έγγραφο να περιορίζεται στη μεταβίβαση του ½ μεριδίου του πατέρα του ενάγοντα επί του επίδικου ακινήτου εις τον ίδιο τον ενάγοντα. Άλλωστε, η αποτυχία απόδειξης της συμφωνίας για πληρωμή του σπιτιού από τον ενάγοντα με αντάλλαγμα να εγγραφεί το ακίνητο εις το όνομα του, εκθεμελιώνει κάθε αξίωση του ενάγοντα. Σχετική με τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι η υπόθεση Πρωτοπαπά Πολυξένη Πολυβίου, διά του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Ιωάννη Πολυβίου Πρωτοπαπά ν. Φαίδρας Πολυβίου Πρωτοπαπά και Άλλου
(2002)1 ΑΑΔ 1329, στην οποία, η εφεσίβλητη είχε λάβει γνώση της επίδικης μεταβίβασης και δεν είχε λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την ακύρωσής της για μεγάλο χρονικό διάστημα καθώς επίσης τα πιο πάνω εξεταστήκαν υπό το φως των ρητών προνοιών του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου. Στην προκειμένη όμως περίπτωση αν και κατέληξα ότι ο ενάγοντας γνώριζε ευθύς εξ αρχής για τις μεταβιβάσεις αυτές, ακόμα έτσι να μην ήταν, στη συνέχεια ο ενάγοντας τουλάχιστον από το 2005 όπου απεβίωσε ο πατέρας του μέχρι το 2013 δεν φαίνεται να διεκδίκησε ή να ενδιαφέρθηκε για την επίδικη περιουσία. Στην ως άνω υπόθεση έχουν λεχθεί τα ακόλουθα σχετικά: «Έχουμε καταλήξει ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τις νομικές αρχές και τη νομολογία επί του θέματος, απέρριψε την εισήγηση της εφεσείουσας. Οι σαφείς και αναντίλεκτες πρόνοιες του πληρεξουσίου εγγράφου καθώς και τα ευρήματα του ως προς τη μαρτυρία καθιστούν ως ορθά τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε. Στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι υπήρξε καταπίστευμα ούτως ώστε να υποστηριχθεί ότι απέκλειε την διά δωρεάς μεταβίβαση των κτημάτων της εφεσείουσας στο όνομα της εφεσίβλητης αρ.
  1. Η εφεσίβλητη αρ. 1 δεν ενήργησε εκτός των προνοιών του πληρεξουσίου εγγράφου. Η εφεσείουσα, όπως και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου επιβεβαιώνουν, γνώριζε το σαφές περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου που παραχώρησε στην εφεσίβλητη
  2. Γνώριζε ότι έδωσε εξουσία σ' αυτήν να εγγράψει στο όνομα της, δυνάμει δωρεάς, την επίδικη περιουσία. Τούτο ενισχύεται από το γεγονός, το οποίο επεσήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι η εφεσείουσα γνώριζε από πολύ παλιά για τις επίδικες μεταβιβάσεις των ακινήτων. Η εφεσείουσα επισκεπτόταν κατά περιόδους την Κύπρο καθώς και ο σύζυγος και τα τέκνα της και είχαν γνώση για τις μεταβιβάσεις αυτές. Από τη μαρτυρία της ίδιας καθώς και τη μαρτυρία του εφεσίβλητου 2, την οποία δέχθηκε το Δικαστήριο, η εφεσείουσα πραγματοποίησε κατ' επανάληψη επισκέψεις στην Κύπρο μεταξύ των ετών 1985-
  3. Εν τούτοις, παρά το γεγονός ότι περιήλθαν σε γνώση της οι επίδικες μεταβιβάσεις από τότε, εν τούτοις δεν έπραξε οτιδήποτε μέχρι το 1995 που καταχώρησε την αγωγή. Η επί πολλά χρόνια απραξία της εφεσείουσας συνάδει με τον ισχυρισμό ότι σαφής πρόθεση της ήταν όπως εγγραφούν τα επίδικα ακίνητα επ' ονόματι της αδελφής της, εφεσίβλητης 1.» Ως προς την εισήγηση επίσης του ενάγοντα ότι δημιουργήθηκε από τη σχέση του ενάγοντα με τον πατέρα του καταπίστευμα οι όροι του οποίου παραβιαστήκαν από τον πατέρα του ενάγοντα, πέραν του ότι δεν δικογραφείται τέτοια βάση για την αξίωση του, τα γεγονότα και ευρήματα εις τα οποία κατέληξα δεν υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Το περιεχόμενο του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου ήταν σαφέστατο και με αυτό ο πατέρας του ενάγοντα δύνατο να προβεί σε οποιαδήποτε μεταβίβαση και δωρεά σε οποιοδήποτε πρόσωπο και ο ενάγοντας ανέλαβε να αναγνωρίσει ως ορθές τις πράξεις του πατέρα του. Πέραν του ότι έχω καταλήξει ότι στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγοντας γνώριζε για τις εν λόγω μεταβιβάσεις, οι οποίες τελέστηκαν επί τη βάση των ξεκάθαρων και σαφέστατων προνοιών του πληρεξουσίου εγγράφου με αποτέλεσμα στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι υπήρξε καταπίστευμα ούτως ώστε να υποστηριχθεί ότι απέκλειε την διά δωρεάς μεταβίβαση του μεριδίου του ενάγοντα αλλά και του υπόλοιπου ½ του ακινήτου από τον πατέρα στους διαδίκους ανά ίσα μερίδια, δεν έχει επίσης καταδειχθεί ότι ο πατέρας των διαδίκων ενήργησε εκτός των προνοιών του πληρεξουσίου εγγράφου. Ως προς τη θέση του ενάγοντα ότι δεν είχε δώσει οδηγίες για τις μεταβιβάσεις αυτές παρά το πληρεξούσιο το οποίο είχε δώσει στον πατέρα του, αν και επί τη βάση των πιο πάνω κατέληξα ότι ο ενάγοντας γνώριζε γι' αυτές, κάτι τέτοιο θα πρέπει να πω ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση. Στην ως άνω υπόθεση, Πρωτοπαπά Πολυξένη Πολυβίου (βλ. ανωτέρω), αναφερθήκαν τα εξής σχετικά: «Είναι η εισήγηση του δικηγόρου της εφεσείουσας, σε εύστοχη παρατήρηση μέλους του Εφετείου (αν η εφεσίβλητη 1 δώριζε τα κτήματα σε τρίτο πρόσωπο θα υπήρχε έδαφος για μομφή της) ότι τότε έπρεπε να πάρει νέα εξουσιοδότηση από τον εντολέα (εφεσείουσα). Αυτή η θέση δεν είναι καθόλου ορθή. Απάντηση είναι οι σαφείς πρόνοιες του πληρεξουσίου εγγράφου. Ούτε ο νόμος ούτε καμιά αρχή ή η νομολογία επιβάλει στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο, παρά τις σαφείς πρόνοιες του πληρεξουσίου εγγράφου, για κάθε πράξη να ζητά να λάβει εκ των προτέρων νέα εξουσιοδότηση.» Επί τη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί η οποιαδήποτε παράβαση των όρων αντιπροσωπείας μεταξύ του ενάγοντα και του πατέρα του, όπου ο τελευταίος ενήργησε εντός του πλαισίου του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου και των όσων αυτό προνοεί χωρίς να έχει επίσης καταδειχθεί ότι οι μεταβιβάσεις οι οποίες έγιναν από τον πατέρα του προκάλεσαν οποιαδήποτε ζημιά στον ενάγοντα, ο οποίος ήταν γνώστης των γεγονότων αυτών. Ούτε κατ' επέκταση έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε συνέργεια των εναγομένων 1 και 2 εις την παρότρυνση του πατέρα τους για να γίνουν οι εν λόγω μεταβιβάσεις, προς βλάβη του ενάγοντα. Τονίζω επίσης ότι εις ότι αφορά τον εναγόμενο 2 καμία μαρτυρία έχει παρουσιαστεί για τα όσα αποδίδονται σ' αυτόν με το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Θα πρέπει επίσης να αναφέρω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία δύναται να κλείνει την πλάστιγγα του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Πέραν της ως άνω παράθεσης της νομικής πτυχής της υπόθεσης, δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί ότι εις το σύνολο της η προσκομισθείσα μαρτυρία του ενάγοντα και των μαρτύρων του έχει απορριφθεί. Όπως χαρακτηριστικά έχει λεχθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614: «Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Δεν αποδεικνύει τίποτε. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν μετράται με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων αλλά, με την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο της μαρτυρίας του. Aπίθανη, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων εκδοχή, γίνεται παραδεχτή, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος· και αντίθετα, εκδοχή πιθανολογούμενη ως ορθή απορρίπτεται, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος.» Εδώ, με την απόρριψη της ουσιαστικής μαρτυρίας του ενάγοντα και τα ευρήματα εις τα οποία κατέληξα, καταλήγω ότι ο ενάγοντας απέτυχε εις το ισοζύγιο των πιθανοτήτων να αποδείξει την υπόθεση του με αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία. Τα ίδια ισχύουν και με την απαίτηση του ενάγοντα για την καταβολή σε αυτόν ενοικίου και αποζημιώσεων λόγω της ισχυριζόμενης παρεμπόδισης του από του να χρησιμοποιεί την επίδικη οικία, εφόσον ουδέποτε διεφάνηκε να είχε ζητήσει να διαμείνει σε αυτήν ή να χρησιμοποιήσει αυτήν καθ' οιονδήποτε τρόπο και ο εναγόμενος 1 ως συνιδιοκτήτης να τον εμπόδισε προς τούτο. Αντιθέτως, ο ενάγοντας ως ο νόμιμος ιδιοκτήτης του 1/3 του ακινήτου κατέχει όλα τα νόμιμα δικαιώματα του τα οποία ουδέποτε διεφάνηκε να έχει εμποδιστεί να ασκήσει. Ως προς την αξίωση του ενάγοντα για την έκδοση Διατάγματος άρσης της παράνομης επέμβασης, εφόσον η αξίωση του ως προς την εγγραφή του ακινήτου εις το όνομα του εις ολόκληρο απέτυχε, η αξίωση του αυτή οδηγείται επίσης σε αποτυχία εφόσον δεν έχει επίσης καταδειχθεί ότι εμποδίζεται από τους εναγομένους και δη τον εναγόμενο 1 να κατέχει και να απολαμβάνει την περιουσία του ή ότι ο εναγόμενος 1 παράνομα επεμβαίνει στο επίδικο ακίνητο χωρίς την άδεια του ενάγοντα. Για σκοπούς πληρότητας όμως να αναφέρω ότι σε περίπτωση όπου η κατάληξη μου θα ήταν διαφορετική, ο ενάγοντας θα δικαιούτο ως αποζημιώσεις το 1/3 του ετήσιου ενοικίου των €2.000 εις το οποίο κατέληξε ο ΜΕ5 για κάθε χρόνο όπου θα διαπιστώνετο η παράνομη επέμβαση. Ενόψει των πιο πάνω και την αποτυχία απόδειξης της υπόθεσης του ενάγοντα και κάθε αξίωσης του, η ανταπαίτηση επίσης απορρίπτεται, εφόσον ο εναγόμενος 1 αξιώνει την καταβολή του ποσού των €28.748 μόνο σε περίπτωση επιτυχίας της απαίτησης του ενάγοντα, χωρίς να εξετάζω την ουσία της ανταπαίτησης παρά την αποδοχή της μαρτυρίας του εναγομένου 1, εφόσον αυτή προωθήθηκε υπό την ως άνω δήλωση του. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ανταπαίτηση θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί με την αποτυχία απόδειξης της Αγωγής από μέρους του ενάγοντα. Ενόψει των πιο πάνω και τη συνεκδίκαση απαίτησης και ανταπαίτησης, δεν βρίσκω λόγω παρέκκλισης από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται τα έξοδα του. Συνεπώς, τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει της κοινής εκπροσώπησης των εναγομένων, ένα σετ εξόδων να υποβληθεί. Εις ότι αφορά την Ανταπαίτηση, ενόψει της απόρριψης της για τους πιο πάνω λόγους, αυτή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) ............... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.