Χριστοδούλου ν. Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 747/13, 8/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 747/13 Μεταξύ: Χριστοδούλου XXXXX Ενάγοντας και Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένη ---------------------- Ημερομηνία: 8 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κος Χ. Φωτίου. Για την εναγόμενη: κος Στ. Ερωτοκρίτου. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με την παρούσα Αγωγή αξιώνει ως ειδικές αποζημιώσεις το ποσό των €400 το οποίο κατέβαλε στο Δικηγόρο του για την εκπροσώπηση του στις Ποινικές Υποθέσεις XXXX/12 και XXXX/13 του Ε.Δ. Πάφου, πλέον γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για την κακόβουλη, αδικαιολόγητη, παράνομη και άνευ τελέσεως ποινικού αδικήματος ποινική δίωξη του. Η εναγόμενη διώκεται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και η οποία, ως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, ευθύνεται αστικά για τις πράξεις και παραλείψεις των υπαλλήλων και αρχών της Δημοκρατίας και στην προκειμένη περίπτωση ευθύνεται για τις πράξεις και παραλείψεις του Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου κατά ή περί τους μήνες Γενάρη και Δεκέμβριο του έτους 2012 καταχώρησε ποινικές διώξεις εναντίον του ενάγοντα για τα αδικήματα της λειτουργίας κέντρου αναψυχής άνευ αδείας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού, πώλησης οινοπνευματωδών ποτών άνευ αδείας από τον Δήμο Πάφου και μετάδοση μουσικής άνευ αδείας από τον Έπαρχό Πάφου. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου δεν προέβηκε σε καμία έρευνα των ως άνω αδικημάτων πριν την καταχώρηση των κατηγορητηρίων στις Ποινικές Υποθέσεις XXXX/12 και XXXX/13 και ο ενάγοντας δια του Δικηγόρου του, την 1.3.13 και 4.3.13 πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία παρουσίασε στο Δικαστήριο τις αναφερόμενες άδειες και ο εισαγγελέας ανέστειλε τις ποινικές διώξεις εναντίον του ενάγοντα ο οποίος απαλλάχθηκε των κατηγοριών. Ενόψει των πιο πάνω ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ταλαιπωρήθηκε και διώχθηκε άδικα, παράνομα και αδικαιολόγητα. Με την υπεράσπιση της η εναγόμενη προβάλλει προδικαστικά ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, η αγωγή είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη, ο ενάγοντας κωλύεται δια διαγωγής να προχωρήσει στην αγωγή και η αγωγή κινήθηκε κακόβουλα και συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Άνευ βλάβης των ως άνω προδικαστικών ενστάσεων, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι σε έλεγχο ο οποίος έγινε στο νυχτερινό κέντρο Waterhole την 17.7.11, από αστυνομικό, διαπιστώθηκε ότι ο ενάγοντας δεν κατείχε τις απαραίτητες άδειες για πώληση οινοπνευματωδών ποτών και χρήση μεγαφώνων. Στη συνέχεια ο ενάγοντας πληροφορήθηκε για τη διάπραξη των αδικημάτων και ότι θα καταγγελθεί όπου ο ενάγοντας του απάντησε: «κάμε ότι νομίζεις». Κατά τον ως άνω έλεγχο ο ενάγοντας δεν παρουσίασε άδεια ούτε και είχε σε περίοπτη θέση του υποστατικού οποιαδήποτε άδεια. Για τα αδικήματα αυτά ο ενάγοντας διώχθηκε ποινικά με την υπόθεση XXXX/12 του Ε.Δ. Πάφου. Προβάλλεται επίσης με την υπεράσπιση, ότι την 31.7.12 σε έλεγχο ο οποίος έγινε από άλλο αστυνομικό στο ως άνω υποστατικό, διαπιστώθηκε ότι ο ενάγοντας δεν κατείχε τις απαραίτητες άδειες για λειτουργία του κέντρου, για χρήση μεγαφώνων και για πώληση οινοπνευματωδών ποτών. Στη συνέχεια ο ενάγοντας πληροφορήθηκε για τη διάπραξη των αδικημάτων και ότι θα καταγγελθεί και αφού ο ενάγοντας ζήτησε συγγνώμη, απάντησε «κάμε τη δουλειά σου». Κατά τον ως άνω έλεγχο ο ενάγοντας δεν παρουσίασε άδεια ούτε και είχε σε περίοπτη θέση του υποστατικού οποιαδήποτε άδεια. Για τα αδικήματα αυτά ο ενάγοντας διώχθηκε ποινικά με την υπόθεση XXXX/13 του Ε.Δ. Πάφου. Η εναγόμενη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο ενάγοντας παρά του ότι κλήθηκε και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στις 23.4.12, 22.10.12, 1.3.13 και 4.3.13, ουδέποτε παρουσίασε στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από 17.7.11 μέχρι 1.3.13 και 4.3.13, αντίστοιχα, ότι ήταν κάτοχος των αδειών αυτών, υποστηρίζοντας ότι υπήρξε κακοπιστία και/ή κακοβουλία και/ή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας από πλευράς ενάγοντα, ενώ η όποια ταλαιπωρία και/ή έξοδα του ενάγοντα οφείλονται στη δική του αμέλεια και υπαιτιότητα. Με την απάντηση στην υπεράσπιση ο ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης υποστηρίζοντας ότι δεν εναπόκειται στον ίδιο να αποδείξει την αθωότητα του αλλά η κατηγορούσα αρχή να ερευνήσει κατά πόσο έχουν τελεστεί τα αδικήματα και κατόπιν να προβεί σε ποινική δίωξη. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο και όχι δια γενικής οπισθογράφησης, ως προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2 Θ.6. Με Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 24.5.19 εκδόθηκε Διάταγμα απαλλαγής της παρατυπίας και επιτράπηκε η συνέχιση της διαδικασίας με τα δικόγραφα τα οποία είχαν ήδη καταχωρηθεί. Κατά την Ακρόαση κατατέθηκε κατάλογος παραδεκτών γεγονότων με τα οποία αμφότερες πλευρές δήλωσαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: 1. Ο Ενάγοντας ως υπεύθυνος του κέντρου με την ονομασία "WATERHOLE". 2. Ο Ενάγοντας διώχθηκε ποινικώς από τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης αρ. XXXXX/2012 Ε.Δ. Πάφου η οποία αφορούσε στις κατηγορίες:
- i)της πώλησης λιανικώς, οινοπνευματωδών ποτών στο κέντρο με την ονομασία "Waterhole", χωρίς την άδεια του Δήμου Πάφου και
- ii)κατηγορία ότι ο Ενάγοντας, μετέδιδε μουσική μέσω μεγαφώνων, χωρίς την άδεια του Επάρχου Πάφου, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν την 17.7.2011. 3. Ο Ενάγοντας ως υπεύθυνος του κέντρου με την ονομασία "WATERHOLE", διώχθηκε ποινικώς από τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης αρ. XXXX/13 Ε.Δ. Πάφου η οποία αφορούσε αδικήματα που διαπράχθηκαν την 31.7.2012 και τα οποία αδικήματα αφορούσαν τις κατηγορίες της:
- i)χωρίς άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ, από τον Ενάγοντα του κέντρου με την ονομασία "Waterhole",
- ii)της κατηγορίας της μετάδοσης μουσικής μέσω μεγαφώνων στο κέντρο με την επωνυμία "Waterhole", χωρίς άδεια του Επάρχου Πάφου και iii) κατηγορίας πώλησης λιανικώς οινοπνευματωδών ποτών στο κέντρο με την ονομασία "Waterhole", χωρίς άδεια του Δημοτικού Συμβουλίου Πάφου. 4. Οι πιο πάνω ποινικές υποθέσεις αναστάληκαν την 01.3.2013 από τον Γενικό Εισαγγελέα μετά που διεξήχθησαν ορισμένες δικάσιμοι στο Δικαστήριο, επειδή ο Ενάγοντας προσεκόμισε στο Δικαστήριο τις άδειες που περιγράφονται στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών, των ποινικών υποθέσεων αρ. XXXX/12 και XXXX/13 Ε.Δ. Πάφου. Προφορικά επίσης, την 16.12.219, δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός ότι ο ενάγοντας πλήρωσε στο Δικηγόρο του το ποσό των €400. Ακολούθως θα παραθέσω συνοπτικά τα ουσιαστικά σημεία της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ενώ κατά την έκδοση της παρούσας Απόφασης λήφθηκε υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας ως αυτή έχει καταγραφεί στα πρακτικά. Μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης του έδωσε ο ενάγοντας. Σύμφωνα με τον ίδιο και τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, δεν θυμόταν εάν πήγαν αστυνομικοί στο υποστατικό που διατηρούσε την επιχείρηση του, προσθέτοντας ότι εάν πήγαιναν θα τους έδειχνε τις άδειες του. Αρνήθηκε ότι τους ανέφερε να προχωρήσουν όπως νομίζουν ή να κάνουν τη δουλεία τους, επαναλαμβάνοντας ότι πάντα τους έδινε τις άδειες του. Αποτέλεσε επίσης θέση του, ότι οι εν λόγω άδειες ήταν αναρτημένες στον τοίχο του υποστατικού ως οι διαταγές του Ουλαμού Πρόληψης Εγκλημάτων (Ο.Π.Ε.). Αντεξεταζόμενος, ο ενάγοντας ανέφερε ότι δεν κατάλαβε γιατί καταγγέλθηκε εφόσον είχε όλες τις άδειες. Ερωτηθείς κατά πόσο ανέφερε κάτι τέτοιο στους αστυνομικούς, απάντησε ότι εάν του ζητούσαν τις άδειες θα τις έδινε. Σε υποβολή η οποία του τέθηκε ότι οι ενέργειες των αστυνομικών ήταν νόμιμες, συμφώνησε ότι αυτές ήταν νόμιμες. Σε υποβολή επίσης η οποία του τέθηκε ότι οι δύο αστυνομικοί ζήτησαν από τον ίδιο να παρουσιάσει τις άδειες του και δεν τις είχε ούτε αυτές ήταν αναρτημένες, απάντησε ότι αυτές ήταν αναρτημένες. Από πλευράς εναγομένης, παρουσιάστηκε ως πρώτος μάρτυρας ο Αστ. XXXXX, XXXXX Κωνσταντίνου, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντα του στο Κέντρο Ελέγχου Διεθνούς Αερολιμένα Πάφου, ενώ τον Ιούλιο του 2011 ήταν τοποθετημένος στον Ο.Π.Ε. Πάφου. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, δεν γνωρίζει τον ενάγοντα προσωπικά, γνωρίζει όμως ότι είναι ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου για το οποίο ο ίδιος του προέβηκε σε καταγγελία. Αναφορικά με την καταγγελία ανέφερε ότι την 17.7.11 ώρα 02:20 κατήγγειλε τον ενάγοντα για το λόγο ότι δεν είχε άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών και μετέδιδε μουσική μέσω μεγαφώνων. Στο χώρο, αναζήτησε τον ενάγοντα από τον οποίο ζήτησε τις άδειες, ο ενάγοντας δεν του προσκόμισε τις άδειες και ο μάρτυρας του ανέφερε ότι θα τον καταγγείλει και έφυγε. Πρόσθεσε επίσης ότι ο ενάγοντας ήταν αρνητικός απέναντι του. Ως προς το κατά πόσο μπορούσε ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου να γνωρίζει εάν υπάρχουν άδειες, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν μπορεί ο Αστυνομικός Διευθυντής να γνωρίζει από πριν εάν υπάρχουν οι άδειες, εφόσον αυτές δεν εκδίδονται από την Αστυνομία, αλλά από το Δήμο και τον Κ.Ο.Τ. Κατά την αντεξέταση, τέθηκε στο μάρτυρα η θέση ότι δεν θα ήταν λογικό να του ανέφερε ο ενάγοντας ότι έχει τις απαιτούμενες άδειες και από την άλλη ο ενάγοντας να του είπε να τον καταγγείλει, θέση του μάρτυρα προς τούτο, αποτέλεσε ότι μπορεί για τον ενάγοντα κάτι τέτοιο να ήταν λογικό. Τέθηκε επίσης στο μάρτυρα ότι ουδέποτε πήγε στο υποστατικό του ενάγοντα, θέση με την οποία διαφώνησε ο μάρτυρας καθώς επίσης τέθηκε στο μάρτυρα η θέση ότι οι άδειες ήταν αναρτημένες σύμφωνα με τις οδηγίες της Αστυνομίας και ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι άδειες δεν ήταν αναρτημένες και ο ενάγοντας όφειλε να τις είχε προσκομίσει. Τέλος ανέφερε ότι δεν έλεγξε στο Δήμο ή στον Κ.Ο.Τ. εάν ο ενάγοντας είχε εκδώσει τις απαιτούμενες άδειες. Τελευταίος μάρτυρας από πλευράς υπεράσπισης, παρουσιάστηκε ο Αστ. XXXXX, XXXXX Νικολάου, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντα του στον Ο.Π.Ε. Πάφου από τον Απρίλιο του 2012. Ανέφερε ότι ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και γνωρίζει τον ενάγοντα ως ιδιοκτήτη του νυκτερινού κέντρου Waterhole, το οποίο βρίσκεται στην Αγίου Αντωνίου στην Κάτω Πάφο όπου τακτικά γίνονταν καταγγελίες για δυνατή μουσική. Την 31.7.12 κατάγγειλε τον ενάγοντα μετά από επίσκεψη του ιδίου στο ως άνω υποστατικό, κατά την οποία ζητήθηκαν από τον ενάγοντα οι σχετικές άδειες τις οποίες δεν είχε, αναφέρθηκε στον ενάγοντα ότι θα καταγγελθεί και αυτός ανέφερε «κάμετε τη δουλειά σας». Ανέφερε επίσης, ότι κατά την ως άνω ημερομηνία ο ενάγοντας ήταν σχεδόν σε κατάσταση μέθης και δεν ήταν συνεργάσιμος. Υποστήριξε επίσης ότι εάν προσκομίζονταν οι άδειες δεν θα ανοιγόταν φάκελος και εφόσον δεν το έπραξε ανοίχθηκε ο φάκελος για την υπόθεση. Εξήγησε επίσης ότι η Αστυνομία ελέγχει κατά πόσο για ένα υποστατικό υπάρχουν οι απαιτούμενες άδειες, αλλά λόγω του ότι δεν υπάρχει μηχανογραφημένο σύστημα από το οποίο μπορεί η Αστυνομία να ελέγξει τις άδειες που δίδονται από το Δήμο, τον Κ.Ο.Τ. και τον Έπαρχο, υπάρχει υποχρέωση αυτές να είναι αναρτημένες ή να παρουσιάζονται αργότερα από τον κάτοχο των αδειών αυτών. Ο ενάγοντας στην προκειμένη περίπτωση δεν είχε αναρτημένες τις άδειες του, ούτε τις είχε προσκομίσει αργότερα. Κατά την αντεξέταση, τέθηκε στο μάρτυρα η θέση ότι ο ενάγοντας είχε τις άδειες και ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ενάγοντας δεν τις είχε παρουσιάσει. Σε θέση η οποία του τέθηκε ότι δεν ήταν λογικό ο ενάγοντας να είχε τις άδειες και να τους ανέφερε να κάνουν τη δουλεία τους, αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι ο ενάγοντας πάντα αδιαφορεί για την Αστυνομία όταν εισέρχεται στο μαγαζί του. Τέθηκε επίσης στο μάρτυρα η θέση ότι ουδέποτε πήγε στο μαγαζί του ενάγοντα και ο μάρτυρας επέμενε ότι πήγε πολλές φορές. Ερωτηθείς επίσης κατά πόσο προέβηκε σε έλεγχο στην Επαρχιακή Διοίκηση, στον Κ.Ο.Τ. και στο Δήμο εάν είχαν εκδοθεί οι άδειες αυτές, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν υποχρέωση του ενάγοντα να τις παρουσιάσει και αν αναμενόταν από την Αστυνομία να προβεί σε τέτοιο έλεγχο, θα έκλεινε. Ερωτηθείς κατά πόσο η διερεύνηση είναι υποχρέωση της Αστυνομίας, ο μάρτυρας επανέλαβε τη θέση του ότι ήταν υποχρέωση του ενάγοντα να τις παρουσιάσει και τα συγκεκριμένα αδικήματα εξετάζονται με αυτό τον τρόπο. Παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έλαβα υπόψη τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου τόσο μέσω της μαρτυρίας όσο και των όσων προβάλλονται με τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές, τη λογικοφάνεια και πειστικότητα της εκδοχής που παρουσιάζεται και την εν γένει συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο (βλ. ενδεικτικά C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1447). Σύμφωνα δε με πάγιες αρχές της νομολογίας, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλέπε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056), σε συνάρτηση πάντοτε με τις εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία του ενάγοντα, διαπιστώνω κατ' αρχάς ότι η θέση την οποία προώθησε κατά την κυρίως εξέταση του, ότι δηλαδή οι αστυνομικοί δεν είχαν επισκεφθεί το υποστατικό του κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν υποστηρίχθηκε με το ίδιο σθένος κατά την αντεξέταση του, εφόσον σε ερώτηση η οποία του τέθηκε κατά πόσο ανέφερε στους αστυνομικούς ότι είχε τις άδειες, δεν αποτέλεσε θέση του ότι αυτοί δεν είχαν μεταβεί στο εν λόγω υποστατικό αλλά υποστήριξε το ότι εάν του ζητούσαν τις άδειες θα τις έδινε. Διαπιστώνω επίσης ότι ο ενάγοντας κατά την αντεξέταση του, συμφώνησε ότι οι ενέργειες των αστυνομικών ήταν νόμιμες, εκθεμελιώνοντας έτσι την όλη εκδοχή του που αφορά το ότι δεν είχαν μεταβεί στο υποστατικό οι αστυνομικοί κατά τους επίδικους χρόνους. Δεν μπορεί επίσης να κριθεί πειστική η θέση του ενάγοντα ότι οι άδειες ήταν αναρτημένες στο υποστατικό του. Εάν όντως έτσι ήταν τα πράγματα, λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να υποδείκνυε στους αστυνομικούς τις αναρτημένες αυτές άδειες, ενώ σε σχετική απάντηση την οποία έδωσε κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι εάν του ζητούσαν τις άδειες θα τις έδινε. Εάν αυτές ήταν αναρτημένες τότε για ποιο λόγο να δώσει στους Αστυνομικούς τις άδειες και όχι απλά να τους υποδείξει τις εν λόγω αναρτήσεις. Πέραν των πιο πάνω, δεν αμφισβητήθηκε η δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης ότι προτού ανασταλούν οι κατηγορίες, ο ενάγοντας μετέβηκε στο Δικαστήριο την 23.4.12 και 22.10.12, ενώ οι άδειες παρουσιαστήκαν από το Δικηγόρο του αρκετό χρόνο μετά, ήτοι την 1.3.13, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα. Όλη αυτή η αδιαφορία και κωλυσιεργία του ενάγοντα για να παρουσιάσει τις απαιτούμενες άδειες, τις οποίες κατά τον ίδιο κατείχε ευθύς εξ αρχής, δεν μπορεί να υποστηρίξει την ουσιαστική θέση του ότι η Αστυνομία παρέλειψε να διερευνήσει τα αδικήματα. Ο ενάγοντας με την όλη εκδοχή του φαίνεται να υποστηρίζει τη θέση ότι παρά του ότι είχε τις άδειες για τις οποίες καταγγέλθηκε, δεν ήταν δική του υποχρέωση να τις παρουσιάσει αλλά η Αστυνομία όφειλε να προβεί σε έρευνα σε τρεις ανεξάρτητες αρμόδιες αρχές για να διαπιστώσει κατά πόσο ο ενάγοντας κατείχε τις άδειες αυτές. Αποτελεί επίσης απαίτηση του, για απλής φύσεως αδικήματα τα οποία καταγγέλθηκε, η Αστυνομία να προβεί σε διερεύνηση ενώ ο ίδιος του είχε τα απαιτούμενα στοιχεία και για ανεξήγητο λόγο δεν τα παρουσίασε προτού κλητευθεί στο Δικαστήριο ή προτού καν καταγγελθεί. Η θέση αυτή του ενάγοντα υπό τις περιστάσεις κρίνεται υπερβολική και στερείται της απαιτούμενης λογικής τεκμηρίωσης, εφόσον για ένα απλό ζήτημα το οποίο θα μπορούσε εύκολα να επιλυθεί προς το δικό του συμφέρον, επέλεξε να αφήσει την υπόθεση να οδηγηθεί στο Δικαστήριο, ενώ σύμφωνα με τον ΜΥ2, εάν ο ενάγοντας έδειχνε τις άδειες του δεν θα ανοιγόταν φάκελος στην Αστυνομία. Στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε εύκολα ο ενάγοντας να παρουσίαζε τις άδειες του στην Αστυνομία, ακόμα και να μην είχε αυτές κατά το χρόνο όπου καταγγέλθηκε. Ο ίδιος του όμως φαίνεται ότι επέλεξε να οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όπου και παρουσίασε εν τέλει τις άδειες. Πέραν των πιο πάνω, η μαρτυρία του ενάγοντα παρουσιάζει ουσιαστικό κενό ως προς την εκδοχή του ότι η δίωξη ήταν κακόβουλη. Σε καίρια θέση η οποία του τέθηκε κατά την αντεξέταση, ότι η δίωξη δεν ήταν κακόβουλη, ο ενάγοντας αρκέστηκε να απαντήσει ότι αυτή ήταν κακόβουλη, χωρίς να εξηγήσει την πεποίθηση του αυτή εφόσον δεν ανέφερε οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο ο ίδιος του πιστεύει ότι η Αστυνομία ή οι δύο Αστυνομικοί οι οποίοι τον κατήγγειλαν, προέβηκαν σε τέτοια ενέργεια. Δεν ανέφερε επίσης ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ τους ή η Αστυνομία με τη δίωξη του είχε άλλο σκοπό. Η όλη αντίληψη του ενάγοντα ως προς τα γεγονότα, πέραν του ότι δεν μπορεί να κριθεί λογική και αναμενόμενη υπό τις περιστάσεις για τους λόγους τους οποίους ανέφερα πιο πάνω, καταδεικνύει επίσης μια τάση αδιαφορίας του τόσο ως προς το έργο της Αστυνομίας όσο και προς τη διαδικασία η οποία ακολούθησε. Και αυτό γιατί, ναι μεν αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο ενάγοντας κατείχε τις απαιτούμενες άδειες εξού και αναστάληκαν οι εναντίον του κατηγορίες, δεν εξήγησε όμως για ποιο λόγο δεν παρουσίασε αυτές είτε πριν την καταχώρηση των υποθέσεων είτε αμέσως κατά την εμφάνιση του στο Δικαστήριο παρά μόνο υπέδειξε αυτές μετά από κάποιες εμφανίσεις του. Θα πρέπει επίσης να προσθέσω ότι ακόμα και να δεχόμουν τη θέση του ενάγοντα ότι ο ΜΥ1 και ΜΥ2, ουδέποτε μετέβησαν στο υποστατικό του ενάγοντα, θα αναμενόταν από ένα λογικό και σώφρον πολίτη και στην προκειμένη περίπτωση από τον ενάγοντα, με την κλήτευση του για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για τις κατηγορίες αυτές, όπως παραδέχεται στην έκθεση απαίτησης του, να σπεύσει αμέσως να παρουσιάσει τις άδειες αυτές στην Αστυνομία και όχι να αναμένει την έκβαση της υπόθεσης, με τη δικαιολογία ότι ήταν υποχρέωση της Αστυνομίας να διερευνήσει κατά πόσο υπήρχαν άδειες. Για την Αστυνομία, ως ανέφεραν οι ΜΥ1 και ΜΥ2, εφόσον οι άδειες δεν ήταν αναρτημένες, υποχρέωση την οποία αναγνωρίζει ο ενάγοντας ότι είχε, και ενόψει της φύσεως των αδικημάτων αυτών, η διερεύνηση τελείωνε εκεί. Ούτε μπορεί να κριθεί εξωπραγματική ή υπερβολική η θέση των ΜΥ1 και ΜΥ2 ότι ο ενάγοντας όφειλε να παρουσιάσει τις άδειες του, ενέργεια η οποία επαναλαμβάνω θα ήταν η φυσιολογική και λογική εξέλιξη των πραγμάτων, έτσι ώστε ο ενάγοντας να αποφύγει την ταλαιπωρία την οποία επικαλείται. Τέλος, θα ήταν παράλειψη μου να μην αναφέρω ότι προβληματισμό ως προς τα πραγματικά κίνητρα του ενάγοντα, εγείρει η διαπίστωση μου ότι ενώ ο ενάγοντας παρουσίασε τις άδειες στο Δικαστήριο μόλις την 1.3.13, ενώ είχε πολλές άλλες ευκαιρίες να πράξει τούτο ενωρίτερα, αμέσως μετά την αναστολή των υποθέσεων και σε διάστημα επτά μόλις ημερών, ήτοι την 8.3.13, καταχώρησε την παρούσα Αγωγή με την οποία αξιώνει αποζημιώσεις από την εναγομένη. Ενόψει των πιο πάνω, ο ενάγοντας δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι είπε όλη την αλήθεια, η μαρτυρία του στερείται της απαιτούμενης λογικοφάνειας και τεκμηρίωσης και πέραν των όσων δεν αμφισβητεί αλλά και των όσων έχουν δηλωθεί ως παραδεχτά γεγονότα, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο ΜΥ1, παρουσίασε με σταθερότητα και πειστικότητα τα γεγονότα όπως αυτός τα γνωρίζει και όπως εξελίχθηκαν κατά τον έλεγχο ο οποίος έγινε στο υποστατικό την 17.7.
- Η ουσιαστική του θέση ότι μετέβηκε στο υποστατικό και οι άδειες δεν ήταν αναρτημένες ούτε υποδείχθηκαν σε αυτόν από τον ενάγοντα, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, εφόσον παρέμεινε σταθερός για τη θέση του αυτή. Δεν διεφάνηκε επίσης από την αντεξέταση την οποία υπέστη, ότι κατήγγειλε τον ενάγοντα για οποιοδήποτε άλλο λόγο ή για κάποιο άλλο σκοπό. Λογική και πειστική επίσης κρίνεται η θέση του ότι οι άδειες αυτές εκδίδονται από άλλες αρμόδιες αρχές και η Αστυνομία δεν έχει πρόσβαση στα στοιχεία αυτά, εφόσον ο ενάγοντας όφειλε να είχε αναρτημένες τις άδειες του, όπως αναγνωρίζει και ο ίδιος ο ενάγοντας, ενώ σύμφωνα με τον ΜΥ1 δεν το έπραξε. Το κατά πόσο ο ενάγοντας ανέφερε στο μάρτυρα κατά την ως άνω ημερομηνία να προχωρήσει με την καταγγελία, δεν αποτελεί καθοριστικό ζήτημα για την αξιοπιστία του μάρτυρα, εφόσον ουσιαστικής σημασίας παραμένει το γεγονός ότι ο ενάγοντας όταν του ζητήθηκαν οι άδειες δεν τις είχε αναρτημένες ούτε τις υπέδειξε στο μάρτυρα. Η μαρτυρία συνεπώς του ΜΥ1 κρίνεται εμπεριστατωμένη, αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Τα ίδια ισχύον και ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ2, ο οποίος προέβηκε σε έλεγχο του υποστατικού την 31.7.
- Πέραν του ότι ο μάρτυρας ήταν σταθερός εις τα όσα ανέφερε ως προς τα γεγονότα της 31.7.12, δεν διεφάνηκε να είχε άλλο σκοπό ή λόγο για να καταγγείλει τον ενάγοντα. Λογική επίσης κρίνεται η εξήγηση του ότι εάν ο ενάγοντας παρουσίαζε τις άδειες του έστω και σε κατοπινό στάδιο δεν θα ανοιγόταν φάκελος από την Αστυνομία, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από το αποτέλεσμα των ποινικών υποθέσεων, οι οποίες αμέσως μετά την υπόδειξη των αδειών από τον ενάγοντα, αυτές είχαν ανασταλεί. Όπως επίσης κρίνεται πειστική η θέση του ότι για τέτοιου είδους αδικήματα, δεν ενδείκνυται περαιτέρω διερεύνηση εάν αυτές δεν είναι αναρτημένες ως απαιτείται από το Νόμο και δεν παρουσιάζονται αργότερα, ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση όπου ο ενάγοντας είχε τις άδειες και για λόγους δικούς του δεν της παρουσίασε στην Αστυνομία πριν την καταχώρηση των υποθέσεων ή πριν την εμφάνιση του στο Δικαστήριο. Από τη μαρτυρία του ΜΥ2 δεν αποδέχομαι μόνο τη θέση του ότι ο ενάγοντας βρισκόταν σχεδόν σε κατάσταση μέθης, εφόσον η εντύπωση του αυτή δεν αιτιολογήθηκε. Το ζήτημα όμως αυτό δεν κρίνεται ουσιώδες κατά τρόπο που θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση μου ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρα. Για τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του ΜΥ2, εκτός από το σημείο το οποίο ανέφερα πιο πάνω, κρίνεται αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Έχοντας προβεί εις την ως άνω αξιολόγηση, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση: Το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων καθίστανται ευρήματα μου χωρίς να κρίνεται αναγκαία η επανάληψη τους. Την 17.7.11 περί η ώρα 02:20 ο Αστ. XXXXX κατήγγειλε τον ενάγοντα λόγω του ότι δεν κατείχε άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών και άδεια μετάδοσης μουσικής μέσω μεγαφώνων εν σχέση με το κέντρο που ήταν υπεύθυνος με το όνομα Waterhole. Οι άδειες αυτές εκδίδονται από τον Δήμο Πάφου και τον Έπαρχο Πάφου, αντίστοιχα. Την 31.7.12 ο Αστ. XXXXX κατήγγειλε τον ενάγοντα λόγω του ότι δεν κατείχε άδεια λειτουργία από τον Κ.Ο.Τ., άδεια μετάδοσης μουσικής μέσω μεγαφώνων από τον Έπαρχο Πάφου και άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών από το Δήμο Πάφου, εν σχέση με το κέντρο που ήταν υπεύθυνος με το όνομα Waterhole. Κατά τους ως άνω ελέγχους ο ενάγοντας δεν υπέδειξε στους αστυνομικούς τις εν λόγω άδειες, ούτε μετά την καταγγελία και την επίδοση σε αυτών των κατηγορητηρίων των υποθέσεων 3610/12 και 1000/13, υπέδειξε αυτές στις Αστυνομικές Αρχές. Οι ως άνω απαιτούμενες άδειες δεν ήταν αναρτημένες εις το ως άνω υποστατικό κατά την 17.7.11 και 31.7.
- Η Αγωγή του ενάγοντα στηρίζεται εις το άρθρο 32 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «Κακόβουλη δίωξη συνίσταται στην πραγματική, κακόβουλη και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία έναρξη ή συνέχιση ανεπιτυχούς ποινικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά άλλου προσώπου, αν η διαδικασία αυτή - (α) προκάλεσε σκάνδαλο για την πίστη ή την υπόληψη του προσώπου αυτού ή πιθανή απώλεια της ελευθερίας του και (β) κατέληξε, αν στην πραγματικότητα μπορούσε με τον τρόπο αυτό να καταλήξει, υπέρ του προσώπου αυτού: Νοείται ότι καμία αγωγή για κακόβουλη δίωξη δεν εγείρεται κατά οποιουδήποτε προσώπου για μόνο το λόγο ότι το πρόσωπο αυτό παρείχε πληροφορίες σε κάποια αρμόδια αρχή η οποία και άρχισε οποιαδήποτε διαδικασία.» Στην υπόθεση Μόδεστος Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ 268, έχουν καθοριστεί τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία προς απόδειξη του αδικήματος, τα οποία θα πρέπει να συντρέχουν:
(1)Έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα.
(2)Λήξη της ποινικής δίωξης υπέρ του ενάγοντα.
(3)Έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας.
(4)Κακοβουλία.
(5)Ζημιά στον ενάγοντα συνεπεία της δίωξης. Σύμφωνα με τη Νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Πίτσιλλος (βλ. ανωτέρω): «Κακόβουλη ποινική δίωξη είναι αυτή που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη ενάγοντα, όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία κατηγόρου δεν είναι η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης.» Ουσιαστικό κριτήριο για να καταδειχθεί το κακόβουλο της δίωξης είναι το κίνητρο και σκοπός έναρξης της δίωξης από μέρους του κατηγόρου, το οποίο θα πρέπει να αφορά σκοπό άλλο από την τιμωρία του παραβάτη. Στην υπόθεση ΤΣΙΒΙΚΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A255, Πολιτική Έφεση Αρ. 350/2011, 29/5/2018, αναφερθήκαν τα ακόλουθα: «Στην Gregory v. Portsmouth City Council
(2000)2 W.L.R. 306, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έκρινε ότι το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης αφορά μόνο ποινικές διώξεις όπου το ποινικό δίκαιο ενεργοποιήθηκε χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία.» Στην Αγγλική υπόθεση Glinski v. Mclever
(1962)A.C. 726, σελ. 766-767, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την ύπαρξη της εύλογης και πιθανής αιτίας: «(Reasonable and probable cause) means that there must be cause (that is, sufficient grounds.) for thinking that the plaintiff was probably guilty of the crime imputed:.. This does note mean that the prosecutor has to believe in the probability of conviction:.The prosecutor has not got to test the full strength of the defence, he is concerned only with the question of whether there is a case fit to be tried.the prosecutor must believe that the probability of the accused's guilt is such that upon general grounds of justice a charge against him is warranted'.» Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι η έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας, οι οποίες θα πρέπει να συνοδεύουν την δίωξη, συνδέεται με τα κίνητρα και σκοπό του κατηγόρου αλλά και τη γνήσια πεποίθηση ότι το πρόσωπο το οποίο διώκεται ευθύνεται για τη διάπραξη ενός αδικήματος. Δεν απαιτείται από τον κατήγορο, στο στάδιο εκείνο, να είναι πεπεισμένος για τη βέβαιη καταδίκη του ενάγοντα και ούτε απαιτείται από αυτόν να έχει προβεί σε διερεύνηση της υπεράσπισης την οποία ενδεχομένως προβάλλει το πρόσωπο αυτό. Ο ενάγοντας θα πρέπει επίσης να αποδείξει την κακοβουλία εκ μέρους του κατηγόρου/εναγομένης. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Πίτσιλλος (βλ. ανωτέρω), κακόβουλη ποινική δίωξη είναι αυτή που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης και η δίωξη χαρακτηρίζεται κακόβουλη όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία και κίνητρο του κατήγορου δεν ήταν η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Τέλος, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η κακόβουλη δίωξη προκαλεί ζημιά στον ενάγοντα όταν αυτή θίγει την καλή φήμη και την υπόληψή του ή θέτει σε κίνδυνο την ελευθερία του ή ζημιώνει την περιουσία του. Στρεφόμενη τώρα στην εφαρμογή των ως άνω κριτηρίων στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αναφέρω κατ' αρχάς ότι τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα. Δηλαδή, ο ενάγοντας κατηγορήθηκε δια των ποινικών υποθέσεων XXXXX/12 και XXXXX/13 του Ε.Δ. Πάφου και οι κατηγορίες αυτές ανασταλήκαν από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα την 1.3.13. Ως προς το συστατικό στοιχείο της έναρξης και συνέχισης της ποινικής δίωξης χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία αλλά και ότι αυτή ήταν κακόβουλη, ουσιαστικά ο ενάγοντας στηρίζει την απόδειξη των συστατικών αυτών στοιχείων στη έλλειψη διερεύνησης των αδικημάτων από μέρους της Αστυνομίας. Επαναλαμβάνω στο σημείο αυτό, ότι η Αστυνομία δεν όφειλε να διερευνήσει την προβαλλόμενη από τον ενάγοντα υπεράσπιση ότι κατείχε τις απαραίτητες άδειες. Οι ΜΥ1 και ΜΥ2, μετέβηκαν στο υποστατικό την ευθύνη του οποίου είχε ο ενάγοντας, οι άδειες δεν ήταν αναρτημένες ως ήταν η υποχρέωση του την οποία αναγνωρίζει και ο ίδιος ο ενάγοντας ούτε και υπέδειξε αυτές σε οποιοδήποτε στάδιο πριν την ποινική του δίωξη. Το γεγονός ότι μετέβησαν οι ΜΥ1 και ΜΥ2 στο υποστατικό και κατά τον έλεγχο δεν υπήρχαν οι απαιτούμενες άδειες, δεν απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση από μέρους τους. Επαναλαμβάνω ότι ο ενάγοντας όφειλε εφόσον είχε τις άδειες αυτές, είτε να τις υποδείξει εκείνη την ώρα ή να τις παρουσιάσει το συντομότερο δυνατόν στην Αστυνομία. Δεν το έπραξε κατά την πρώτη καταγγελία η οποία έγινε τον Ιούλιο του 2011, ούτε μετά από ένα χρόνο όπου έγινε η δεύτερη καταγγελία την 31.7.12 ούτε και μόλις έλαβε γνώση των ποινικών υποθέσεων ούτε όμως κατά την πρώτη ημερομηνία όπου εμφανίστηκε στο Δικαστήριο παρά μόνο την 1.3.13 όπου και ανασταλήκαν οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε. Όλα τα πιο πάνω, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εναγόμενη είχε εύλογη και πιθανή αιτία να πιστεύει ότι ο ενάγοντας διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε και δεν διαπιστώνω η δίωξη του ενάγοντα να είχε προωθηθεί προς εξυπηρέτηση άλλου σκοπού πέραν της τιμωρίας του. Άλλωστε ούτε ο ενάγοντας με τη μαρτυρία του είχε αποδώσει στην Αστυνομία αλλότρια κίνητρα ή σκοπό άλλο από την τιμωρία του. Όπως ανέφερα πιο πάνω, η θέση του ενάγοντα ότι η δίωξη ήταν κακόβουλη χωρίς να συνοδεύεται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που θα μπορούσε να τεκμηριώσει τη θέση του αυτή, δεν θα μπορούσε να καταδείξει την απαιτούμενη έλλειψη εύλογης αιτίας από μέρους της Αστυνομίας. Όσον αφορά την ύπαρξη κακοβουλίας από μέρους της εναγομένης, θα πρέπει κατ' αρχάς να αναφέρω ότι ο ενάγοντας δεν ανέφερε κανένα στοιχείο ή γεγονός το οποίο θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη προς αυτή την κατεύθυνση. Προς τούτο, ο ενάγοντας εξέφρασε μόνο τη θέση του ότι οι καταγγελίες έγιναν κακόβουλα. Η μαρτυρία του ενάγοντα αναφορικά με το ουσιώδες αυτό συστατικό στοιχείο της κακοβουλίας, κρίνεται ελλιπής και ανεπαρκής για να καταδείξει το εν λόγω στοιχείο. Τίποτε από τα όσα παρέθεσε ο ενάγοντας δεν καταδεικνύουν ότι η απόφαση για την ποινική δίωξη του στηριζόταν σε αλλότρια κίνητρα πέραν από την τιμωρία του ενάγοντα. Δεν διεφάνηκε επίσης ότι ο ενάγοντας είχε διαφορές είτε με τους ΜΥ1 και ΜΥ2 είτε με την Αστυνομία γενικότερα, κατά τρόπο που έστω η δίωξη του να παρέπεμπε για τον ίδιο σε εξυπηρέτηση άλλου σκοπού. Η στοιχειοθέτηση της κακοβουλίας απαιτεί την υποστήριξη της πεποίθησης του ενάγοντα ότι η εναγόμενη ενήργησε κακόβουλα με γεγονότα και στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η Αστυνομία ή μέλη αυτής, ενήργησαν οδηγούμενοι από αλλότρια κίνητρα και σκοπό. Αντιθέτως, η έλλειψη κακοβουλίας από πλευράς εναγομένης, προκύπτει από τη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, οι οποίοι ανέφεραν ότι εάν παρουσιάζονταν οι άδειες ακόμα και μετά την καταγγελία, δεν θα ανοιγόταν φάκελος για την υπόθεση, όπως επίσης ευθύς ως υποδειχθήκαν οι άδειες από τον ενάγοντα, οι κατηγορίες ανασταλήκαν. Δεδομένων των πιο πάνω, καταλήγω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εις το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κυρίως απέτυχε να αποδείξει ότι η ποινική του δίωξη έγινε κακόβουλα και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία. Αποτέλεσμα τούτου η ενασχόληση μου με το ζήτημα της ζημίας την οποία υπέστη ο ενάγοντας καθίσταται αχρείαστη. Παρά ταύτα και για σκοπούς πληρότητας της Απόφασης μου, πέραν της καταβολής του ποσού των €400, για την πληρωμή δικηγορικών εξόδων ως είναι παραδεκτό, δεν φαίνεται ότι ο ενάγοντας πλήρωσε οποιοδήποτε άλλο ποσό ή υπέστηκε οποιαδήποτε ζημιά είτε υλική είτε στη φήμη και αξιοπρέπεια του. Συνεπώς σε περίπτωση όπου το Δικαστήριο κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα θα επιδίκαζα στον ενάγοντα το ποσό των €400 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της Αγωγής. Θα πρέπει τέλος να αναφέρω ότι οι προδικαστικές ενστάσεις της εναγομένης δεν φαίνεται να έχουν προωθηθεί. Ενόψει τούτου αλλά και της ως άνω κατάληξης και επίλυσης των επιδίκων ζητημάτων, η περαιτέρω εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων της εναγομένης δεν κρίνεται αναγκαία. Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εις το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ως εκ τούτου η Αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .......................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο