ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αγωγή: 1158/13, 12/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αγωγή: 1158/13 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγουσα και XXXX ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγομένου ---------------------- Ημερομηνία: 12 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Σ. Χατζηνεοφύτου για Γ. Χατζηνεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κα Ε. Ταλιώτου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αγωγή, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγομένου, σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, ποσό €80.895,83 με ετήσιο τόκο 9% από την καταχώρηση της Αγωγής μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε αρχικά από τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπιού (στο εξής Σ.Π.Ε. Στρουμπιού). Σύμφωνα με Ειδοποίηση η οποία καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης ημερ. 16.1.14, την 26.10.13 η ως άνω Συνεργατική συγχωνεύθηκε με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της, συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων που αποτελούν τη βάση της παρούσας Αγωγής μεταβιβαστήκαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Σύμφωνα με περαιτέρω Ειδοποίηση η οποία καταχωρήθηκε στην υπόθεση ημερ. 16.8.17, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ συγχωνεύθηκε με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ δυνάμει γνωστοποίησης ημερ. 21.7.17, η οποία διαδέχθηκε τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ. Στη συνέχεια, την 3.9.18 η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, στο εξής η ενάγουσα, σύμφωνα με την Ειδοποίηση η οποία καταχωρήθηκε την 8.10.
- Το ιστορικό των ως άνω συγχωνεύσεων και αλλαγής ονόματος της ενάγουσας αλλά και η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από πλευράς ενάγουσας προς τούτο, με τα τεκμήρια 1 μέχρι και 13, δεν έτυχαν αμφισβήτησης και τα γεγονότα αυτά αποτελούν μέρος των ευρημάτων μου. Ως ισχυρίζεται η ενάγουσα εις την έκθεση απαίτησης της, κατά ή περί τον Απρίλιο του 2008 η ενάγουσα άνοιξε προς όφελος του εναγομένου τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό XXXX455-8 και νέο αριθμό XXXX670-4, τον οποίο ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε για να εκδίδει επιταγές. Ενώ ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου και έγγραφης συμφωνίας ημερ. 15.1.2009, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του και της Σ.Π.Ε. Στρουμπιού όπως ήταν τότε, η ενάγουσα συμφώνησε να παραχωρήσει στον εναγόμενο δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή παρατραβήγματος σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους €325.
- Η εν λόγω επίδικη συμφωνία διέπετο από όρους οι οποίοι καταγράφονται στην παρ. 5 της έκθεσης απαίτησης και προέβλεπαν μεταξύ άλλων ότι οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο θα επιβαρύνεται με συνολικό επιτόκιο 8% και οποιοδήποτε ποσό δεν πληρωθεί θα επιβαρύνεται με επιπλέον τόκο υπερημερίας. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι ο εναγόμενος δυνάμει σχετικού εντύπου ημερομηνίας 6.6.2008 δέσμευσε προς όφελος της ενάγουσας εμπρόθεσμη κατάθεση ύψους €330.000 και οποιοδήποτε άλλο ποσό χρημάτων διατηρούσε στην ενάγουσα την οποία εξουσιοδότησε όπως χρησιμοποιήσει ολόκληρο ή μέρος του δεσμευμένου ποσού έναντι οποιασδήποτε οφειλής του εναγομένου προς αυτήν και η εξασφάλιση αυτή αφορούσε και την πίστωση η οποία παραχωρήθηκε με την επίδικη συμφωνία ημερ. 15.1.
- Κατά την ενάγουσα, λόγω του ότι ο λογαριασμός του εναγομένου την 12.9.12 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο υπερέβαινε το όριο κατά €67.539,33 και η ενάγουσα ζήτησε την πληρωμή του ποσού αυτού χωρίς ανταπόκριση από τον εναγόμενο, η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 18.10.12 τερμάτισε τη συμφωνία και απαίτησε ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €392.648,
- Εφόσον ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε, η ενάγουσα χρησιμοποίησε το ποσό το οποίο ο εναγόμενος είχε δεσμεύσει και παρέμεινε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €76.636,20 πλέον τόκους, το οποίο ο εναγόμενος κλήθηκε να καταβάλει με επιστολή ημερ. 4.3.13 χωρίς ανταπόκριση από μέρους του. Κατά την καταχώρηση της Αγωγής το υπόλοιπο εις τον επίδικο λογαριασμό ανερχόταν στο ποσό των €80.895,83 περιλαμβανομένων των τόκων. Ο εναγόμενος δεν καταχώρησε τροποποιημένη υπεράσπιση και ως εκ τούτου λαμβάνεται υπόψη το δικόγραφο της αρχικής καταχωρηθείσας υπεράσπισης. Ο εναγόμενος παραδέχεται μόνο ότι υπέγραψε μια αίτηση για άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού με όριο €325.000 και αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι κατά πολύ μικρότερο του αξιωμένου. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι η τότε Σ.Π.Ε. Στρουμπιού δεν μπορούσε να παραχωρήσει σε μέλος της δάνειο ύψους €325.000 εφόσον υπήρχε όριο στο ποσό του δανείου που θα μπορούσε να παραχωρηθεί σε μέλος της. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του ότι η ενάγουσα βασίζεται σε έγγραφα παράνομα και άκυρα και ενεργεί αντίθετα προς τις υποχρεώσεις της έναντι του πελάτη της και κατά τρόπο καταπιεστικό εις βάρος του εναγομένου, εφόσον χρέωσαν παράνομα και αυθαίρετα τα ισχυριζόμενα αξιούμενα ποσά υπολογίζοντας τόκο επί τόκου. Ισχυρίζεται τέλος ο εναγόμενος, ότι η ενάγουσα ενήργησε αμελώς και κατά παράβαση των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της, αποδίδοντας στην ενάγουσα ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει έγκαιρα και χωρίς καθυστέρηση την δέσμευση κατάθεσης ημερ. 6.6.2008 με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να υποστεί ζημιά καθώς επίσης παρέλειψε να ενεργοποιήσει το γενικό δικαίωμα επισχέσεως ως προβλέπεται στη συμφωνία πίστωσης και παρέλειψε να συμψηφίσει ποσά τα οποία βρίσκονταν σε λογαριασμό του εναγομένου προς εξόφληση των υποχρεώσεων του ως επίσης προβλέπεται στην επίδικη συμφωνία. Με την απάντηση στην υπεράσπιση η ενάγουσα επαναλαμβάνει τα όσα δικογραφεί στην έκθεση απαίτησης και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ισχυριζόμενη ότι δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να ενεργοποιήσει το δικαίωμα επισχέσεως, να συμψηφίσει τους λογαριασμούς ή να χρησιμοποιήσει τη δέσμευση του λογαριασμού σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με την απαιτούμενη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εντύπωση που προκάλεσε ο κάθε μάρτυρας, αλλά τέθηκε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339), δηλαδή «με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής» (βλ. Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256). Έλαβα επίσης υπόψη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές, τη λογικοφάνεια και πειστικότητα της εκδοχής που παρουσιάζεται, τις ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να γνωρίζουν τα γεγονότα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνάρτηση πάντοτε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων και το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί (βλ. ενδεικτικά C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Ζερβού Παναγιώτης και Άλλη ν. Tράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 2192). Η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά την Ακρόαση της υπόθεσης ήταν σύντομη. Τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε η μοναδική μάρτυρας της ενάγουσας δεν έτυχαν αμφισβήτησης και είναι αποδεκτά, όπως άλλωστε δηλώνει με την τελική αγόρευση του ο εναγόμενος. Ουσιαστικά ο εναγόμενος κατά την Ακρόαση προώθησε την εκδοχή ότι ο ίδιος του όταν έλαβε γνώση της υπέρβασης εις το λογαριασμό του περί το 2010, είχε ζητήσει τον τερματισμό της συμφωνίας από την ενάγουσα. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην υπεράσπιση του εναγομένου, με την οποία δεν ισχυρίζεται ότι ο ίδιος του τερμάτισε τη συμφωνία αλλά αποδίδει στην ενάγουσα την παράλειψη να ασκήσει το γενικό δικαίωμα επίσχεσης, συμψηφισμού αλλά και να χρησιμοποιήσει τη δέσμευση της κατάθεσης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού ενωρίτερα. Ακολούθως θα παραθέσω συνοπτικά τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα, ενώ κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας έλαβα υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας ως αυτή έχει καταγραφεί στα πρακτικά. Από πλευράς ενάγουσας παρουσιάστηκε η κα XXXXX Κούσουλου (ΜΕ), υπάλληλος της ενάγουσας, η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο Α και κατέθεσε 24 τεκμήρια. Η ΜΕ με τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στο ιστορικό συγχωνεύσεων της Σ.Π.Ε. Στρουμπιού με άλλα πιστωτικά ιδρύματα, όπως ανέφερα αρχικά και κατέθεσε προς τούτο τα τεκμήρια 1-
- Ως προς την ουσία των γεγονότων υποστήριξε ότι τον Απρίλιο του έτους 2008 η Σ.Π.Ε. Στρουμπιού, άνοιξε προς όφελος του εναγομένου τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό XXXXX455-8 και του παραδόθηκε βιβλιάριο επιταγών μετά από αίτημα του καθώς και χρεωστική κάρτα. Εκ της θέσεως της αλλά και της μακρόχρονης εργασίας της στην ως άνω συνεργατική και στις εκάστοτε Συνεργατικές και Ιδρύματα που ακολούθησαν τις ως άνω συγχωνεύσεις, γνωρίζει όπως είπε, ότι τηρείτο τραπεζικό βιβλίο και σε ηλεκτρονική μορφή, εις το οποίο φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου. Εξήγησε ότι το τραπεζικό βιβλίο που τηρούσε η Σ.Π.Ε. Στρουμπιού σε ηλεκτρονική μορφή ήταν και είναι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος και των ακόλουθων Συνεργατικών Εταιρειών και Πιστωτικών ή μη Ιδρυμάτων που την διαδέχθηκαν. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον επίδικο λογαριασμό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Σ.Π.Ε. Στρουμπιού και των Συνεργατικών Εταιρειών και Πιστωτικών ή μη Ιδρυμάτων που την διαδέχθηκαν και καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας και η ίδια της έχει πρόσβαση σ' αυτό λόγω της θέσης της. Πρόσθεσε δε, ότι από το τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή κατόπιν εντολής της, παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της όλες οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού οι οποίες αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο. Οι εν λόγω καταστάσεις συγκρίθηκαν από την ίδια με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Λόγω της υπεύθυνης θέσης που κατέχει καθώς και των καθηκόντων που ασκεί, κατέθεσε ως τεκμήριο 14 Πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από την ίδια σύμφωνα με το Άρθρο 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου στο οποίο είναι συνημμένες οι καταστάσεις του επίδικου Λογαριασμού από τις 4.4.2008 μέχρι και τις 17.01.2020 οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου και αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο πράξεων, σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό. Κατά τη ΜΕ, ενώ ο ως άνω λογαριασμός παρουσίασε ήδη παρατράβηγμα και χρεωστικό υπόλοιπο, ο εναγόμενος κλήθηκε από την τότε Σ.Π.Ε. Στρουμπιού όπως παρέχει προς όφελος της Συνεργατικής δέσμευση για τη συνέχιση της παροχής της πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό. Προς τούτο ο εναγόμενος την 6.6.2008 δέσμευσε προς όφελος της τότε Σ.Π.Ε. Στρουμπιού την εμπρόθεσμη κατάθεση του με αριθμό λογαριασμού XXXX181-7 για το ποσό των €330.000 και οποιοδήποτε ποσό χρημάτων διατηρούσε στη Συνεργατική υπό μορφή κατάθεσης προθεσμίας ή υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή είτε τούτο υφίσταται κατά την υπογραφή της παρούσας είτε θα κατατεθεί στο μέλλον (τεκμήρια 15 και 16). Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 17 αντίγραφο της ανανέωσης της αρχικής κατάθεσης του γραμματίου ημερομηνίας 4.07.
- Ακολούθως ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση στις 26.9.2008 (τεκμήριο 18) προς τη Σ.Π.Ε. Στρουμπιού όπως του παραχωρηθεί πίστωση στον υφιστάμενο τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό XXXX455-8 για το ποσό των €325.000 και εκ νέου έδωσε το γενικό δικαίωμα επίσχεσης να χρησιμοποιήσει το γραμμάτιο προθεσμίας με αριθμό λογαριασμού XXXX181-7 εκ ποσού €330.
- Μετά την έγκριση του αιτήματος του εναγομένου, αυτός υπέγραψε σύμβαση πίστωσης στις 15.1.2009 με την Σ.Π.Ε. Στρουμπιού με την οποία συμφωνήθηκε όπως του παραχωρηθεί πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους €325.000 με συγκεκριμένους όρους όπως αναφέρονται στη Συμφωνία (τεκμήριο 19). Σύμφωνα με τη μάρτυρα, αποτέλεσε ρητό όρο της Συμφωνίας ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με Βασικό Επιτόκιο 4,25% πλέον περιθώριο 3,75% δηλαδή σύνολο επιτοκίου 8%, όπως και χρεωνόταν καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας του και μέχρι να τερματιστεί οπόταν και χρεωνόταν με 9% επιτόκιο, λόγω της συμφωνημένης επιβολής τόκου υπερημερίας. Σύμφωνα με τη συμφωνία ο τόκος υπερημερίας καθορίστηκε σε 3,75% επιπρόσθετα από το ποσοστό επιτοκίου της σύμβασης από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο. Ακολούθως, σύμφωνα με τη μάρτυρα, στις 23.09.2009 με οδηγίες του τότε γραμματέα στάλθηκε προειδοποιητική επιστολή στον εναγόμενο λόγω υπέρβασης του ορίου του και ο εναγόμενος ανταποκρίθηκε και προέβηκε στις 30.09.2009 σε κατάθεση επιταγής ύψους €500, στις 3.10.2009 μετέφερε από λογαριασμό το ποσό των €4000 και στις 30.10.2009 κατέθεσε επιταγή για το ποσό των €
- Σε διάφορες άλλες ημερομηνίες, σταλήκαν με οδηγίες του τότε γραμματέα προειδοποιητικές επιστολές και στις 12.10.2010 ο εναγόμενος μετέφερε στον τρεχούμενο λογαριασμό το ποσό των €21.940,77 για να μειωθεί η υπέρβαση του. Στις 12.09.2012 ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €392.593,33 και στάληκε η επιστολή τεκμήριο 20 με την οποία ο εναγόμενος καλείτο να ξοφλήσει το υπόλοιπο εντός 21 ημερών. Η επιστολή στάληκε διπλοσυστημένη και παραλήφθηκε και υπογράφτηκε από τον εναγόμενο στις 21.09.2012, στη διεύθυνση που δήλωσε ο εναγόμενος με την αίτηση του και στην Συμφωνία. Λόγω μη συμμόρφωσης του εναγομένου με την ως άνω επιστολή, στις 18.10.2012 στάληκε διπλοσυστημένη επιστολή τερματισμού της συμφωνίας ημερομηνίας 15.1.2009 και της λειτουργίας του λογαριασμού και η ενάγουσα απαίτησε ολόκληρο το τότε χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ήτοι €392.648,34 (τεκμήριο 21). Η εν λόγω επιστολή επιστράφηκε με την ένδειξη «ΑΖΗΤΗΤΟ». Αφού ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στο περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών η Σ.Π.Ε. Στρουμπιού στις 22.1.2013 χρησιμοποίησε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου το ποσό του γραμματίου, το οποίο ο εναγόμενος παρείχε προς εξασφάλιση της πίστωσης, το οποίο κατά τις 22.1.2013 ανερχόταν σε €353.049,49 μειώνοντας έτσι το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού σε €76.636,
- Προς τούτο ενημερώθηκε ο εναγόμενος με επιστολή ημερομηνίας 4.3.2013, η οποία στάλθηκε δισπλοσυστημένη όπως προηγουμένως και η οποία επίσης επιστράφηκε με την ένδειξη «ΑΖΗΤΗΤΟ» (τεκμήριο 22). Η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 23 αναδομημένη κατάσταση για τον επίδικο λογαριασμό την οποία ετοίμασε λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στις καταστάσεις λογαριασμού που επισύναψε στο Πιστοποιητικό τεκμήριο 14 και από τις οποίες έχει αφαιρέσει το σύνολο των χρεώσεων τις οποίες η ενάγουσα δεν αξιώνει. Με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 23, το ποσό ανερχόταν κατά την 22.1.2013 σε €60.871,44 πλέον τόκους 9% με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως ήτοι 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους πλέον συσσωρευμένους τόκους από 1.1.13 μέχρι 22.1.13 εκ ποσού €2.245,38 μέχρι εξόφλησης, ποσό το οποίο η ενάγουσα αξιώνει με την παρούσα αγωγή και περιορίζει το αξιούμενο ποσό της Έκθεσης Απαίτησης της. Το ποσοστό επιτοκίου 9% υπολογίστηκε βάση του Συνολικού επιτοκίου της σύμβασης πλέον 1% επιτόκιο υπερημερίας αντί 3.75% που είχε δικαίωμα να αξιώνει η ενάγουσα βάση της σύμβασης ημερομηνίας 15.1.
- Η μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 24 αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού την οποία ετοίμασε με τον ίδιο τρόπο όπως και το τεκμήριο 23 με την διαφοροποίηση ότι από την αρχή της λειτουργίας του λογαριασμού μέχρι και σήμερα δεν περιέλαβε τον επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας σε περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται. Με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 24, το ποσό ανερχόταν στις 22.1.2013 σε €60.097,99 πλέον τόκους 8% με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως ήτοι 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους πλέον συσσωρευμένους τόκους από 1.1.13 μέχρι 22.1.13 εκ ποσού €1.992,16 μέχρι εξόφλησης. Ο εναγόμενος με τη μαρτυρία του υποστήριξε ότι κατέθεσε το ταμείο προνοίας το οποίο έλαβε αφυπηρετώντας από την εργασία του ως προϊστάμενος στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών, στην οποία εργαζόταν για 42 χρόνια. Συμφώνησε για την κατάθεση του ποσού των €330.000 με επιτόκιο 5,50% κάθε τρίμηνο σε λογαριασμό εμπρόθεσμης κατάθεσης και για να εξυπηρετείται υπέγραψε συμφωνία δανείου και ανοίχθηκε λογαριασμός από τον οποίο εξέδιδε επιταγές. Κατά τον ίδιο, δεν ήταν μια συνηθισμένη συμφωνία δανείου εφόσον τα χρήματα ήταν δικά του και όχι της τράπεζας. Πρώτη φορά αντιλήφθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα στο λογαριασμό όταν επιστράφηκε μία επιταγή το
- Τότε επικοινώνησε με την τράπεζα και τους ζήτησε να κλείσουν το λογαριασμό ενώ έκτοτε δεν εξέδωσε άλλη επιταγή. Η τράπεζα όμως έκλεισε το λογαριασμό μετά από δύο χρόνια και ήδη είχαν χρεώσει τόκους €60.
- Είχε επικοινωνία με τον γραμματέα της Σ.Π.Ε. Στρουμπιού, κο Μύρο Γιάγκου και όταν τον ρωτούσε εάν έκλεισε ο λογαριασμός, ο τελευταίος τον διαβεβαίωνε ότι είχε κλείσει. Υποστήριξε επίσης ότι δεν λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού, ουδέποτε προέβηκε σε κατάθεση μετά όπου πληροφορήθηκε ότι υπήρχε έλλειψη κεφαλαίων του επίδικου λογαριασμού και πλήρωσε μόνο τις επιταγές. Υποστήριξε τέλος, ότι οι τόκοι οι οποίοι επιβληθήκαν στο λογαριασμό μετά το 2010 είναι παράνομοι εφόσον ο λογαριασμός ήταν κλειστός ενώ πρώτη φορά έλαβε γνώση της απαίτησης της τράπεζας όταν έλαβε επιστολή από το δικηγόρο της. Μετά από αυτό όπως είπε, πήγε στο δικηγόρο του και έκανε ανταπαίτηση. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του εναγομένου, παρουσιάστηκε ο κος XXXXX Γιάγκου, ο οποίος ασκούσε τα καθήκοντα Γραμματέα στην Σ.Π.Ε. Στρουμπιού κατά τον ουσιώδη χρόνο και για διάστημα 23 χρόνων. Γνωρίζει πολύ καλά όπως είπε τον εναγόμενο λόγω της επαγγελματικής τους σχέσης και των οικογενειακών και φιλικών σχέσεων που διατηρούν. Θυμάται όπως είπε, ότι ο εναγόμενος κατέθεσε το εφάπαξ του στη συνεργατική και ανοίχθηκε τρεχούμενος λογαριασμός με επιταγές ενώ η κατάθεση του εφάπαξ αποτελούσε εγγύηση για τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού. Ερωτηθείς εάν ο εναγόμενος του είχε ποτέ μιλήσει για το λογαριασμό αυτό, αποτέλεσε θέση του ότι γύρω στο 2010 συζήτησαν το όλο θέμα για το λογαριασμό αυτό ο οποίος είχε υπερβεί το όριο δανεισμού και ο εναγόμενος του είχε ζητήσει να κλείσει ο λογαριασμός. Τότε ο ίδιος του γύρω στο τέλος του 2010 αρχές του 2011 έδωσε εντολή στο αρμόδιο τμήμα να κλείσει ο λογαριασμός, χωρίς όμως να ξέρει εάν τελικά έγινε αυτό. Μίλησαν ξανά για το θέμα αυτό όταν συναντήθηκαν στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα όπου ο εναγόμενος του επανέλαβε το ίδιο θέμα και τότε τηλεφώνησε στην εταιρεία δίδοντας ξανά οδηγίες για να κλείσει ο λογαριασμός. Ερωτηθείς επίσης κατά την κυρίως εξέταση του ποια η διαδικασία ακολουθείτο όταν δίδονταν οδηγίες για κλείσιμο ενός λογαριασμού, ανέφερε ότι θα έπρεπε να κληθεί ο πελάτης, να έρθει στη συνεργατική, να μεταφερθεί το υπόλοιπο και μετά να κλείσει ο λογαριασμός, ενώ δεν γνώριζε εάν έγινε κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση. Ξεκινώντας την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε η ΜΕ, αναφέρω αρχικά ότι το μεγαλύτερο και ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της, όπως η κατάρτιση της συμφωνίας, η δέσμευση της κατάθεσης προς εξασφάλιση της πίστωσης, το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού τεκμήρια 14, 23 και 24 και ο τερματισμός της συμφωνίας. Σημειώνω κατ' αρχάς ότι η μάρτυρας άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως προς τη σαφήνεια και σταθερότητα των θέσεων της, οι οποίες στον πυρήνα τους παρέμειναν ακλόνητες, εφόσον δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Με αναφορά στα κατατεθειμένα τεκμήρια έχει επεξηγήσει με πληρότητα και επάρκεια τους όρους της συμφωνίας, την κίνηση του λογαριασμού τεκμήριο 14 και τη χρήση αυτού από τον εναγόμενο, την αποστολή ειδοποιήσεων λόγω καθυστέρησης πληρωμής των υπολοίπων αλλά και τον τρόπο υπολογισμού του αξιούμενου υπολοίπου. Η μάρτυρας έχει επίσης προσωπική γνώση για την ετοιμασία των ανακατασκευασμένων καταστάσεων λογαριασμού (τεκμήρια 23 και 24), οι οποίες έχουν επίσης ελεγχθεί από την υπεύθυνη του επίδικου λογαριασμού. Οι καταστάσεις αυτές έχουν κατατεθεί προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου και περιορισμού των επίδικων θεμάτων ως επιτρέπεται και από τη Νομολογία (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238, Χ. Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059 και Π. Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2013)1 Α.Α.Δ. 425). Ως προς τις καταστάσεις λογαριασμού, εξετάζοντας αρχικά το τεκμήριο 14, θα πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση τη μαρτυρία της ΜΕ και τα όσα εξήγησε αναφορικά με αυτό, έχω ικανοποιηθεί ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 14 αποτελούν τραπεζικό βιβλίο εν τη εννοία του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Η μάρτυρας ως κατέγραψα με λεπτομέρεια πιο πάνω, εξήγησε και δεν αμφισβητήθηκε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού του τεκμηρίου 14 αποτελούν αντίγραφα των καταχωρήσεων εις το αρχείο της επιχείρησης της ενάγουσας, ότι οι καταχωρήσεις αυτές έγιναν κατά την ενάσκηση των εργασιών της ενάγουσας και ότι τα βιβλία βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται υπό την φύλαξη της ενάγουσας καθώς επίσης αυτές ότι έχουν συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε η ορθότητα τους. Συνεπώς, οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν ως τεκμήριο 14 γίνονται αποδεκτές με βάση το άρθρο 22
(1)του Κεφ. 9 και συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων, θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτές. Η ως άνω κατάληξη μου έχει το αποτέλεσμα δημιουργίας ενός μαχητού τεκμηρίου που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης, το οποίο θα εξεταστεί πιο κάτω και όχι κατά το στάδιο της αξιολόγησης, μεταφέροντας το βάρος στους ώμους του εναγόμενου για να αποδείξει πλέον ο ίδιος, τη μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων στον επίδικο λογαριασμό (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Χ. Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059, Γ. Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση 1/2010, ημερ. 8.7.2014 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Γ. Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολ. Έφ. 335/09, απόφαση ημερ. 17.10.2014). Η μάρτυρας επίσης έχει επεξηγήσει με σαφήνεια και επάρκεια τον τρόπο με τον οποίο ετοίμασε την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 23 υπολογίζοντας επιτόκιο προς 9% το οποίο περιλαμβάνει τόκο υπερημερίας προς 1% και τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στο μειωμένο διεκδικούμενο ποσό, στο οποίο ποσό δεν περιλαμβάνονται οποιαδήποτε έξοδα και ως προς το τεκμήριο 24 ετοιμάστηκε όπως είπε προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου υπολογίζοντας μόνο το συμβατικό επιτόκιο προς 8%, σε περίπτωση όπου δεν γίνει αποδεκτή η επιβολή του τόκου υπερημερίας. Επαναλαμβάνω ότι η μαρτυρία για τα πιο πάνω δεν έχει αμφισβητηθεί σε κανένα σημείο, παρά τη δικογραφημένη θέση του εναγομένου ότι το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο από το αξιούμενο. Η αξιοπιστία της ΜΕ δεν έχει κλονιστεί σε οποιοδήποτε σημείο της κατά την αντεξέταση. Κατά την αντεξέταση, αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η θέση της ότι ο εναγόμενος προέβηκε σε καταθέσεις εις τον επίδικο λογαριασμό την 3.10.09 και 30.10.09 μετά από σχετικές ειδοποιήσεις. Αν και η μάρτυρας δεν είχε να παρουσιάσει τις εν λόγω επιστολές οι οποίες είχαν προηγηθεί, η θέση της αυτή επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 14, όπου κατά την 23.9.09 φαίνεται ότι ο λογαριασμός χρεώθηκε με δικαιώματα επιστολών, όπως και έγινε την 11.5.10, 10.6.10 καθώς και σε άλλες ημερομηνίες. Τονίζω και επαναλαμβάνω ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 14 δεν αμφισβητείται. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι η γενικότερη υποβολή η οποία τέθηκε στη ΜΕ, ότι ο εναγόμενος ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή, βρίσκεται σε αντίθεση με τη θέση την οποία προώθησε ο εναγόμενος, ότι με τη λήψη της ειδοποίησης για ύπαρξη υπέρβασης ζήτησε όπως είπε να κλείσει ο λογαριασμός του. Ως προς την αποστολή και παραλαβή των επιστολών, ναι μεν τα τεκμήρια 21 και 22 επιστράφησαν ως αζήτητα, γεγονός το οποίο θα με απασχολήσει πιο κάτω κατά την εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης, φαίνεται όμως ότι το τεκμήριο 20, διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 12.9.12 η οποία παραλήφθηκε όπως φαίνεται από την απόδειξη παραλαβής, υποστηρίζει την αξιοπιστία της μάρτυρος ως προς το γεγονός ότι ο εναγόμενος τουλάχιστον είχε λάβει την επιστολή αυτή, στη διεύθυνση μάλιστα όπου είχαν σταλεί και οι επιστολές τεκμήρια 21 και
- Θα πρέπει επίσης να τονίσω, ότι στη μάρτυρα δεν τέθηκε η ουσιαστική θέση του εναγομένου ότι ο ίδιος του είχε δώσει οδηγίες για να κλείσει ο λογαριασμός. Η μάρτυρας, πέραν του ότι το μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο μέρος της μαρτυρίας της δεν έτυχε αμφισβήτησης παρά μόνο τεθήκαν σ' αυτήν κατά την αντεξέταση διευκρινιστικές ερωτήσεις, η μαρτυρία της κρίνεται τεκμηριωμένη και επιβεβαιώνεται από τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε, με αποτέλεσμα να κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Διευκρινίζω βεβαίως ότι εις ότι αφορά τα τεκμήρια 23 και 24 με τα οποία υπολογίζεται διαφορετικός τόκος το περιεχόμενο τους έχει επεξηγηθεί επαρκώς και το κατά πόσο το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει στο αποτέλεσμα του ενός τεκμηρίου ή του άλλου θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα εις το οποίο θα καταλήξω αναφορικά με την απόδειξη της υπόθεσης από πλευράς ενάγουσας. Στρεφόμενη τώρα στη μαρτυρία του εναγομένου, για τους λόγους τους οποίους θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω, ο εναγόμενος δεν κρίνεται ειλικρινής μάρτυρας ούτε και η μαρτυρία του διαθέτει οποιοδήποτε στοιχείο πειστικότητας, κατά τρόπο που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατ' αρχάς η αναφορά του στο ότι ο λογαριασμός μετά το 2010 περιλαμβάνει παράνομους τόκους, παρέμεινε ένας μετέωρος ισχυρισμός χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση εφόσον δεν αμφισβητήθηκε οποιοδήποτε στοιχείο των καταστάσεων λογαριασμού τεκμήριο 14 ή των αναδομημένων λογαριασμών τεκμήρια 23 και
- Επαναλαμβάνω επίσης ότι η θέση του ότι είχε δώσει οδηγίες στην τράπεζα το 2010 για κλείσιμο του λογαριασμού και λόγω του ότι δεν έκλεισε ο λογαριασμός οι χρεώσεις των τόκων είναι για τον ίδιο παράνομες, δεν δικογραφείται. Πέραν του ότι δεν δικογραφείται τέτοιος ισχυρισμός, η πιο πάνω θέση του εναγομένου, δεν τέθηκε στη μάρτυρα της ενάγουσας, όπως ήδη ανέφερα πιο πάνω με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 551). Πέραν των πιο πάνω, η ως άνω θέση του εναγομένου καταρρίπτεται από το τεκμήριο 14, κατάσταση λογαριασμού, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Εις το τεκμήριο αυτό, φαίνεται ότι σε διάφορες ημερομηνίες κατά το 2011 κατατίθονταν επιταγές οι οποίες επιστρέφονταν όπως για παράδειγμα οι επιταγές XXXXX209, XXXXX210, XXXXX212 και XXXXX
- Οι επιταγές αυτές κατατέθηκαν προς πληρωμή μετά όπου ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ήδη είχε δώσει οδηγίες για να κλείσει ο λογαριασμός, γεγονός που επιμαρτυρεί ότι κατά το χρόνο όπου ως υποστηρίζει έδωσε οδηγίες για κλείσιμο του λογαριασμού εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το βιβλιάριο επιταγών. Δεν μπορεί συνεπώς από τη μια να προβαίνει σε έκδοση επιταγών από το λογαριασμό αυτό κατά το 2011 αλλά από την άλλη να υποστηρίζει ότι έδωσε οδηγίες να κλείσει από το
- Ούτε και τα γεγονότα εις τα οποία αναφέρθηκε ο ΜΥ2 μπορούν να υποστηρίξουν τέτοιο ισχυρισμό, εφόσον ουδέποτε διαφάνηκε ο εναγόμενος να έδωσε γραπτώς τέτοιες οδηγίες στην τράπεζα, ενώ εκ της θέσεως του την οποία κατείχε για 42 χρόνια όφειλε να γνωρίζει τη σοβαρότητα τέτοιου αιτήματος για κλείσιμο του λογαριασμού το οποίο θα έπρεπε να υποβαλλόταν επισήμως και γραπτώς στην τράπεζα και όχι ζητώντας κάτι τέτοιο προφορικά από το γραμματέα. Η αντίληψη επίσης του εναγομένου, ότι τα χρήματα δεν ήταν της τράπεζας αλλά δικά του στερείται κάθε λογικής. Φαίνεται ο εναγόμενος, να παραγνωρίζει το γεγονός ότι στη συμφωνία πιστώσεως τεκμήριο 19 ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώνει κάθε πιστωτικό υπόλοιπο ενώ με τη δέσμευση της κατάθεσης τεκμήριο 15 απλά διασφάλισε και εξασφάλισε την πληρωμή των πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες του παραχωρήθηκαν από την τότε Σ.Π.Ε. Στρουμπιού, χωρίς να είχε απαλλαχτεί από την υποχρέωση του να πληρώνει τα χρεωστικά υπόλοιπα που παρουσιάζονταν στο λογαριασμό του. Η θέση του επίσης ότι οι επιστολές τεκμήρια 21 και 22 παρέμειναν αζήτητες λόγω του ότι υπεβλήθηκε σε επέμβαση ανοικτής καρδίας τον Απρίλιο του 2012, κρίνεται εντελώς αβάσιμη και αποτελεί προσπάθεια του εναγομένου να αποποιηθεί των υποχρεώσεων του. Και αυτό γιατί ακόμα και να είχε υποβληθεί σε επέμβαση τον Απρίλιο του 2012 οι επιστολές αυτές σταλήκαν τον Οκτώβριο του 2012 και Μάρτιο του 2013, χωρίς να έχει καταδειχθεί πως η επέμβαση τον Απρίλιο του 2012 δεν επέτρεπε στον ίδιο να λάβει τις επιστολές αυτές ενώ τον Σεπτέμβριο του 2012 παρέλαβε την επιστολή τεκμήριο
- Η θέση του επίσης ότι ουδέποτε έλαβε επιστολές για να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό, έρχεται σε αντίφαση με τη θέση του ότι πληροφορήθηκε πρώτη φορά για την απαίτηση της ενάγουσας όταν έλαβε επιστολή από τον δικηγόρο. Πέραν τούτου, το τεκμήριο 20, επιστολή ημερ. 12.9.12 η οποία παραλήφθηκε από τον εναγόμενο, δεν αφήνει περιθώριο αποδοχής της θέσης του ότι ουδέποτε είχε λάβει ειδοποίηση από τη συνεργατική. Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων, καταλήγω ότι η μαρτυρία του εναγομένου διακατέχεται γενικότερα από ασάφειες και κενά και ειδωμένη στο σύνολο της δεν μπορώ να προβώ σε άλλο συμπέρασμα εκτός του ότι σκοπός του ήταν να αποκρύψει την πραγματικότητα. Παράδειγμα επίσης αποτελεί η γενική του θέση ότι οι τόκοι ήταν όλοι παράνομοι, ενώ δεν αμφισβητήθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού. Εκτός δικογράφου και μετέωρη παρέμεινε επίσης η θέση του ότι ναι μεν υπέγραψε το τεκμήριο 15, όπως παραδέχτηκε, αλλά δεν μπορεί να μεταφερθεί ποσό ταμείου προνοίας σε χρέος. Η θέση αυτή θα πρέπει να πω συγκρούεται με τη δικογραφημένη θέση του ότι όφειλε η ενάγουσα να προβεί σε χρησιμοποίηση της κατάθεσης η οποία είχε δεσμευθεί προς πληρωμή του χρέους. Θα πρέπει τέλος να αναφέρω ότι οι δικογραφημένες θέσεις του εναγομένου περί του ότι η συμφωνία είναι άκυρη και παράνομη λόγω του ότι δεν μπορούσε να δοθεί δάνειο για τέτοιο ποσό σε μέλος της συνεργατικής τράπεζας αλλά και το ότι παρέλειψε η τράπεζα να προβεί έγκαιρα στην άσκηση του γενικού δικαιώματος επίσχεσης ή συμψηφισμού, δεν προωθήθηκαν με τη μαρτυρία του. Πέραν τούτου, η θέση του ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό έρχεται σε ουσιαστική αντίφαση με τη δικογραφημένη του θέση ότι το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο από το αξιούμενο, για το οποίο δεν παρέθεσε εν πάσει περιπτώσει οποιαδήποτε μαρτυρία, αντιθέτως οι καταστάσεις λογαριασμού παρέμειναν αδιαμφισβήτητες. Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων, καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του εναγομένου, ο οποίος δεν μπορεί να κριθεί ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Πέραν των όσων δεν αμφισβητούνται, η μαρτυρία του εναγομένου απορρίπτεται. Στρεφόμενη τώρα στη μαρτυρία του ΜΥ2, ο μάρτυρας αυτός κλήθηκε ουσιαστικά για να επιβεβαιώσει τη θέση του εναγομένου ότι είχαν δοθεί οδηγίες στο μάρτυρα για να κλείσει ο επίδικος λογαριασμός. Πέραν της αποτυχίας του εναγομένου να τεκμηριώσει τη θέση του αυτή, τα όσα υποστήριξε προς τούτο δεν επιβεβαιώνονται ούτε από το μάρτυρα υπεράσπισης εφόσον, ο ίδιος του κατ' αρχάς εκ της εμπειρίας του περιέγραψε ότι η ορθή διαδικασία για να κλείσει ένας λογαριασμός είναι να κληθεί ο πελάτης να μεταβεί στη συνεργατική, να μεταφερθεί το υπόλοιπο και μετά να κλείσει ο λογαριασμός ενώ δεν γνωρίζει εάν έγινε κάτι τέτοιο στην περίπτωση του εναγομένου, αφήνοντας δηλαδή να νοηθεί ότι ακόμα και όταν του είπε ο εναγόμενος να κλείσει ο λογαριασμός, θα έπρεπε να είχε ακολουθηθεί μια διαδικασία, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω και αν όντως ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Η θέση του επίσης ότι είχε δώσει ο ίδιος του οδηγίες για να κλείσει ο λογαριασμός, δεν επιβεβαιώνεται από την υπόλοιπη μαρτυρία, εφόσον ο ίδιος του αποδέχτηκε ότι στέλνονταν στον εναγόμενο προειδοποιητικές επιστολές αλλά και ο ίδιος υπέγραψε το διοριστήριο για να κινηθεί η παρούσα Αγωγή. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να προσθέσω ότι αποτέλεσε θέση της ΜΕ ότι οι επιστολές στέλνονταν με οδηγίες του γραμματέα της τότε Σ.Π.Ε. Στρουμπιού, ήτοι του ΜΥ2 και η θέση της αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Ο ΜΥ2 ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι είχε δει το λογαριασμό του εναγομένου πριν δώσει εντολή για να κλείσει αλλά δεν θυμόταν το υπόλοιπο, αν και σίγουρα όπως είπε θα είχε δει τις υπερβάσεις. Στο σημείο αυτό, εγείρεται και το εξής ερώτημα, πως μπορεί ένας γραμματέας να δώσει εντολή για κλείσιμο ενός λογαριασμού όταν υπάρχει υπέρβαση, όπως αποδέχτηκε ότι ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να μεριμνήσει ότι οι υπερβάσεις αυτές θα καλύπτονταν και με τόση ευκολία να είχε δώσει εντολή για κλείσιμο του λογαριασμού, ως ισχυρίζεται. Απεναντίας και για ανεξήγητο λόγο, το ζήτημα αυτό δεν φαίνεται να τον είχε απασχολήσει ούτε τότε, ούτε όμως κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου . Αποτέλεσε θέση της ενάγουσας εν σχέση με τον ΜΥ2, ότι ο μάρτυρας παρουσιάστηκε με εκδικητική πρόθεση προς την ενάγουσα εφόσον είχαν κινηθεί εναντίον του πειθαρχικές και δικαστικές διαδικασίες από το Ταμιευτήριο το οποίο απορρόφησε τις εργασίες της Σ.Π.Ε. Στρουμπιού. Αν και ο μάρτυρας φαίνεται να νιώθει πικραμένος από τα όσα προηγήθηκαν και είχαν αποτέλεσμα ακόμα και τη φυλάκιση του, ενώ εκκρεμεί όπως είπε η προσφυγή του στο Ε.Δ.Α.Δ, δεν διαπίστωσα κατά τη μαρτυρία του που αφορούσαν τα γεγονότα να διακατέχετο από εκδικητική διάθεση προς την ενάγουσα. Ήταν φανερό όμως, ότι η ανάγκη την οποία ένιωσε τότε για να εξυπηρετήσει όπως είπε τον εναγόμενο, ήταν και πάλι ο λόγος για τον οποίο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, να βοηθήσει δηλαδή το φίλο του και πρώην συνεργάτη του να υποστηρίξει την υπόθεση του, ανεπιτυχώς βέβαια για τους λόγους τους οποίους εξήγησα πιο πάνω. Ενόψει όλων των ως άνω διαπιστώσεων, καταλήγω ότι ο μάρτυρας δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο ούτε η μαρτυρία του υποστηρίζεται από τις ενέργειες του ιδίου, όπως εξήγησα πιο πάνω. Συνεπώς ο μάρτυρας δεν κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται. Έχοντας προβεί στην ως άνω αξιολόγηση, καταλήγω εις τα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπιού συγχωνεύθηκε με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της, συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων που αποτελούν τη βάση της παρούσας Αγωγής μεταβιβάστηκαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, το οποίο συγχωνεύθηκε με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, η οποία διαδέχθηκε τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ. Στη συνέχεια, την 3.9.18 η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (τεκμήρια 1 μέχρι και 13). Κατά τον Απρίλιο του 2008 η Σ.Π.Ε. Στρουμπιού άνοιξε προς όφελος του εναγομένου τον τρεχούμενο λογαριασμό XXXX455-8 με νέο αριθμό XXXX670-
- Την 2.4.2008 ο εναγόμενος κατέθεσε στη Σ.Π.Ε. Στρουμπιού το ποσό των €330.000 σε μορφή κατάθεσης προθεσμίας γραμματίου. Λόγω του ότι ο λογαριασμός τρεχουμένου παρουσίασε χρεωστικό υπόλοιπο και για τη συνέχιση παροχής της πίστωσης στον τρεχούμενο λογαριασμό, ο εναγόμενος την 6.6.2008 υπέγραψε έντυπο δέσμευσης της ως άνω κατάθεσης με αριθμό λογαριασμού XXXX181-7 για το ποσό των €330.000 και οποιοδήποτε άλλο ποσό διατηρούσε στη Συνεργατική. Ενώ ο ως άνω λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση την 26.9.2008 όπως του παραχωρηθεί πίστωση στον ως άνω υφιστάμενο λογαριασμό για το ποσό των €325.000 και έδωσε εκ νέου το γενικό δικαίωμα επίσχεσης και δέσμευσης της ως άνω κατάθεσης. Η αίτηση έγινε αποδεκτή και υπογράφηκε η συμφωνία ημερ. 15.1.2009 (τεκμήριο 19). Αποτέλεσε ρητό όρο της ως άνω συμφωνίας ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με βασικό επιτόκιο 4,25% πλέον περιθώριο 3,75% σύνολο 8% όπως και χρεωνόταν μέχρι τον τερματισμό του. Ήταν επίσης όρος της συμφωνίας ότι σε περίπτωση όπου οποιοδήποτε ποσό θα καθίσταται πληρωτέο ο πελάτης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας προς 3,75% από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο. Στις 12.9.12 ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσό €392.593,33 και στάλθηκε από το δικηγόρο της συνεργατικής η επιστολή ημερ. 12.9.12 με την οποία ο εναγόμενος κλήθηκε να εξοφλήσει το υπόλοιπο. Η επιστολή στάλθηκε διπλοσυστημένη και παραλήφθηκε από τον εναγόμενο την 21.9.12, στη διεύθυνση την οποία ο εναγόμενος έδωσε με την αίτηση του. Λόγω μη συμμόρφωσης του εναγομένου με την ως άνω επιστολή στάληκε η επιστολή ημερ. 18.10.12 με την οποία η ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία. Η επιστολή στάλθηκε διπλοσυστημένη στη δοθείσα υπό του εναγομένου διεύθυνση και επιστράφηκε με την ένδειξη «ΑΖΗΤΗΤΟ». Λόγω μη συμμόρφωσης του εναγομένου με τις ως άνω επιστολές και άλλες ειδοποιήσεις, η Σ.Π.Ε. Στρουμπιού στις 22.1.13 χρησιμοποίησε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου το ποσό του γραμματίου το οποίο ο εναγόμενος δέσμευσε προς εξασφάλιση του επίδικου λογαριασμού και ανερχόταν την 22.1.13 στο ποσό των €353.049,49 με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο να μειωθεί στο ποσό των €76.636,
- Προς τούτο στάλθηκε στον εναγόμενο η διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 4.3.13 η οποία επιστράφηκε με την ένδειξη «ΑΖΗΤΗΤΟ» και με την οποία κλήθηκε να εξοφλήσει το ως άνω υπόλοιπο. Στην επιστολή τερματισμού αναφέρεται ότι επιβλήθηκε τόκος υπερημερίας εις το εκάστοτε υπόλοιπο προς 3,75% ο οποίος προστέθηκε στο επιτόκιο του 8% επί τη βάση του οποίου χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός. Με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 23 το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 22.1.2013 ανερχόταν σε €60.871,44 πλέον τόκους 9% με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως ήτοι 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους πλέον συσσωρευμένους τόκους από 1.1.13 μέχρι 22.1.13 εκ ποσού €2.245,38 μέχρι εξόφλησης. Με την κατάσταση αυτή υπολογίστηκε επιτόκιο υπερημερίας ύψους 1% πέραν του συμβατικού επιτοκίου. Με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 24 κατά την οποία υπολογίστηκε εις το χρεωστικό υπόλοιπο επιτόκιο προς 8%, το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 22.1.2013 ανερχόταν σε €60.097,99 πλέον τόκους 8% με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως ήτοι 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους πλέον συσσωρευμένους τόκους από 1.1.13 μέχρι 22.1.13 εκ ποσού €1.992,16 μέχρι εξόφλησης. Ο εναγόμενος ουδέν ποσό πλήρωσε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων αλλά και των όσων δεν έχουν αμφισβητηθεί, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση ή εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι η πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. ενδεικτικά Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 A.A.A. 1858). Θα πρέπει αρχικά να αναφέρω ότι ο εναγόμενος με την τελική του αγόρευση εισηγείται ουσιαστικά ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την ξεκάθαρη πρόθεση του εναγομένου να τερματίσει την επίδικη σύμβαση. Τέτοια όμως εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον η ενάγουσα ουδέποτε έφερε τέτοιο βάρος για να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό του εναγομένου, ο οποίος επαναλαμβάνω δεν δικογραφείται εις την υπεράσπιση και δεν έχει τεθεί στην ΜΕ για να έχει την ευκαιρία να τοποθετηθεί, ως εκ τούτου η θέση αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. ενδεικτικά Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 835). Πέραν της μη δικογράφησης του ισχυρισμού αυτού, όπως προέκυψε από την ως άνω αξιολόγηση η μαρτυρία του εναγομένου απορρίφθηκε στην ολότητα της ως αναξιόπιστη όπως έγινε και με τη μαρτυρία του μάρτυρα υπεράσπισης ΜΥ
- Ως προς την ουσία των επιδίκων ζητημάτων, ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί την κατάρτιση της αρχικής συμφωνίας με την οποία ανοίχθηκε και λειτούργησε ο επίδικος λογαριασμός, η δέσμευση της κατάθεσης προς εξασφάλιση του λογαριασμού και η σύναψη της σύμβασης πίστωσης ημερ. 15.1.2009 με την οποία παραχωρήθηκε πίστωση ύψους €325.000 στον υφιστάμενο λογαριασμό και η εμπρόθεσμη κατάθεση γραμματίου εξακολουθούσε να εξασφαλίζει τον λογαριασμό αυτό, τον επίδικο. Δεν αμφισβήτησε επίσης ο εναγόμενος το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο έφερε ο λογαριασμός τόσο κατά το χρόνο τερματισμού όσο και κατά το χρόνο όπου κατατέθηκε έναντι το ποσό της κατάθεσης ούτε αμφισβητήθηκε το αξιούμενο ποσό το οποίο παρουσιάστηκε με τα τεκμήρια 14, 23 και
- Όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε το δικαίωμα της ενάγουσας για τερματισμό της συμφωνίας σύμφωνα με τον όρο 3 αυτής αλλά και το ότι η συμφωνία τερματίστηκε στις 18.10.12 . Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου αλλά και με τη δεδομένη και αδιαμφησβήτητη παράλειψη του εναγόμενου να καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο ως αυτό του είχε κοινοποιηθεί με την επιστολή ημερ. 12.9.12 (τεκμήριο 20), την οποία έχει παραλάβει και με την οποία του ζητήθηκε να καταβάλει το ποσό των €67.593,33 εντός 21 ημερών, η ενάγουσα είχε συνεπώς δικαίωμα τερματισμού της Συμφωνίας την οποία και τερμάτισε, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό το χρέος απαιτητό (βλ. Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465). Το δικαίωμα της τότε Σ.Π.Ε. Στρουμπιού να τερματίσει τη συμφωνία αλλά και ότι αυτή τερματίστηκε με την επιστολή ημερ. 18.10.12 (τεκμήριο 21) αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Από την άλλη όμως είναι επίσης έκδηλο ότι η επιστολή τεκμήριο 21 επιστράφηκε ως αζήτητη, χωρίς όμως υπό τις περιστάσεις το γεγονός αυτό να επενεργεί καταλυτικά ενάντια της υπόθεσης της ενάγουσας, για τους ακόλουθους λόγους. Η επιστολή τερματισμού, τεκμήριο 21, είχε σταλεί στη διεύθυνση αλληλογραφίας, όπως αυτή δηλώθηκε από τον εναγόμενο, χωρίς να ισχυριστεί ότι ειδοποίησε για νέα ή άλλη διεύθυνση ενώ προηγήθηκε ειδοποίηση για πληρωμή ημερ. 12.9.12 (τεκμήριο 20) με την οποίο ο εναγόμενος δεν είχε συμμορφωθεί (βλ. Barclays Bank Plc v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1726). Πέραν τούτου, το γεγονός ότι η επιστολή τεκμήριο 21 επιστράφηκε ως αζήτητη, δεν σημαίνει ότι η συμφωνία δεν είχε τερματιστεί κατά το χρόνο αποστολής του τεκμηρίου 21. Και αυτό γιατί, ο όρος 3 της συμφωνίας δεν φαίνεται να συνδέει τον τερματισμό της συμφωνίας με την ταυτόχρονη ειδοποίηση προς τον εναγόμενο. Επίσης, θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός της πράξης τερματισμού της συμφωνίας από την πράξη της ειδοποίησης αυτού προς τον εναγόμενο, εφόσον αποτελούν δύο διαφορετικά ζητήματα. Σχετικά με τα πιο πάνω είναι τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, ως ακολούθως: «Κατά την εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου η υποβολή αξίωσης για την καταβολή του χρέους προς τον πρωτοφειλέτη αποτελούσε προϋπόθεση προς στοιχειοθέτηση δικαιώματος για την ανάκτησή του. Η θέση αυτή δε φαίνεται να υποστηρίζεται από τη νομολογία στην οποία παραπέμπει. Στην Bradford Old Bank v. Sutcliffe γίνεται επιδοκιμαστικά παραπομπή στην In re Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300 ότι συμβατική πρόνοια για την αποπληρωμή χρέους άμα ζητηθεί (upon demand) δεν καθιστά την αξίωση προϋπόθεση για τη γένεση δικαιώματος για την ανάκτησή του. Όπως αναφέρει ο Scrutton L.J. στην απόφασή του στην Bradford Old Bank v. Sutcliffe: "Even if the word "demand" is used in the case of a present debt, it is meaningless, and express demand is not necessary, as in the case of a promissory note payable on demand: Norton v. Ellam.
(5)" Ανάλογη θέση υιοθετείται από τον Goff J. στην Thomas v. Notts Inc Football Club [1972] 1 All E.R.
- Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: ".... and it is well settled that in the case of a direct creditor-debtor relationship, as distinct from a surety, the provision that the money shall be payable on demand does not import the necessity of giving a demand before action."» Προκύπτει συνεπώς από τα πιο πάνω, ότι ουσιαστικό στοιχείο αποτελεί ο ίδιος ο τερματισμός της συμφωνίας και όχι η ειδοποίηση αυτού προς τον οφειλέτη. Συνεπώς, συνδυάζοντας τα πιο πάνω στοιχεία, ήτοι την αποστολή της επιστολής τερματισμού στην ορθή διεύθυνση του εναγομένου, ενώ είχε προηγηθεί η ειδοποίηση ημερ. 12.9.12 χωρίς οιαδήποτε ανταπόκριση, την αδικαιολόγητη από πλευράς παράλειψη του εναγομένου να παραλάβει την επιστολή τεκμήριο 21 και κυρίως έχοντας υπόψη την μη αμφισβήτηση από πλευράς εναγομένου του τερματισμού της συμφωνίας με την επιστολή ημερ. 18.10.12, καταλήγω ότι η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε στις 18.10.12 ως αναφέρει το τεκμήριο
- Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να προσθέσω ότι σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση ΕΛΛΗΝΑΣ κ.α. ν. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολιτική Έφεση Αρ. 87/2013, 3/12/2019, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής συνιστά τερματισμό της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εφεσειόντων, θέμα που προκύπτει ως απόρροια του δεδομένου ότι η επιστολή τεκμήριο 21 δεν παραλήφθηκε από την εναγόμενο. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της τράπεζας για τερματισμό της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών, (Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029). Επαναλαμβάνω ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί τον τερματισμό της συμφωνίας ούτε το χρόνο όπου αυτός επήλθε. Η σημασία των πιο πάνω είναι όμως αναγκαία έτσι ώστε να προσδιοριστούν χρονικά οι σχέσεις των διαδίκων, όπου στην προκειμένη περίπτωση έχω καταλήξει ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας επήλθε την 18.10.12. Εις ότι αφορά το αξιούμενο υπόλοιπο, όπως ανέφερα πιο πάνω, η δημιουργία του μαχητού τεκμηρίου το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 22 του Κεφ. 9 εν σχέση με την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού τεκμήριο 14, μετέφερε το βάρος απόδειξης εις τους ώμους του εναγομένου για να αποδείξει το αντίθετο. Ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε οποιαδήποτε χρέωση του λογαριασμού ή το αξιούμενο υπόλοιπο, με αποτέλεσμα το τεκμήριο αυτό να έχει παραμείνει ακλόνητο. Λαμβανομένων υπόψη των όσων έχουν προαναφερθεί αλλά και την αποδοχή της μαρτυρίας της ΜΕ, κρίνεται αρχικά ότι το ποσό το οποίο προκύπτει από το τεκμήριο 14 υπολογίστηκε ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της συμφωνίας. Εφόσον οι καταστάσεις του τεκμηρίου 14 κρίνονται ως ορθές κατ' επέκταση οι αναδομημένοι λογαριασμοί των τεκμηρίων 23 και 24, οι οποίες στηρίζονται στις εγγραφές του τεκμηρίου 14, κρίνονται επίσης ορθές (βλ. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΕΦΟΡΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ, ΩΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ DEME-DAIRY LTD κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2013, 11/12/2019). Αυτό το οποίο απομένει να εξεταστεί είναι το ποσό το οποίο δικαιούται η ενάγουσα να επιδικαστεί υπέρ της. Προς απόδειξη του οφειλόμενου υπολοίπου η ενάγουσα κατέθεσε πέραν της κατάστασης λογαριασμού τεκμήριο 14, τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήρια 23 και 24, όπου στο τεκμήριο 23 υπολογίστηκε επιτόκιο προς 9%, ήτοι 8% συμβατικό επιτόκιο πλέον 1% τόκος υπερημερίας και στο τεκμήριο 24 υπολογίστηκε τόκος προς 8%, όπου δεν περιλαμβάνει τον τόκο υπερημερίας, σε περίπτωση όπου το Δικαστήριο δεν θα έκανε αποδεκτή την επιβολή τέτοιου τόκου. Ορθά η ενάγουσα κατέθεσε τα τεκμήρια αυτά, εφόσον, αναλόγως του τόκου τον οποίο δικαιούται η ενάγουσα, δεν αναμένεται από το Δικαστήριο να προβεί σε ανάλογους υπολογισμούς προς καθορισμό του ποσού που θα επιδικάσει στην ενάγουσα και τα τεκμήρια αυτά υποβοηθούν ουσιαστικά το έργο του Δικαστηρίου (βλ. Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.α. ν. Hellenic Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση 426/11, ημερ. 29.11.17 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας Deme - Dairy Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση 246/13, ημερ. 11.12.19) Στη συμφωνία τεκμήριο 19, προβλέπεται η επιβολή τόκου υπερημερίας προς 3,75% πέραν του συμφωνημένου επιτοκίου επί εκάστοτε πληρωτέου ποσού. Ο τόκος υπερημερίας περιορίστηκε στο 1% και είναι χαμηλότερο από το προβλεπόμενο εις τη συμφωνία, ήτοι 3,75%. Η επιβολή του επιτοκίου αυτού δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς εναγομένου όπως δεν αμφισβητήθηκε οποιοδήποτε στοιχείο της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού τεκμήριο 23 όπου υπολογίστηκε τόκος προς 9%, περιλαμβανομένου του τόκου υπερημερίας προς 1%. Το ποσό το οποίο αναφέρει η ΜΕ στην παρ. 54 της γραπτής της δήλωσης ξεπερνά τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου και ως εκ τούτου, ως έχει αυτό υπολογιστεί μέχρι την 21.1.20 δεν μπορεί να επιδικαστεί με τον τρόπο τον οποίο αναφέρει η μάρτυρας χωρίς βεβαίως να επηρεάζεται το ποσό ως αυτό είχε υπολογιστεί μέχρι την 22.1.13 και έχει επεξηγηθεί από τη ΜΕ στην παρ. 51 και 52 της γραπτής της δήλωσης. Επί τη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η ενάγουσα με αποδεκτή, αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία απέσεισε το βάρος απόδειξης το οποίο έφερε και απέδειξε τη βάση αγωγής και αξίωση της, ως αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί με το τεκμήριο 23, στον απαιτούμενο βαθμό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €60.871,44 πλέον τόκο 9% από 23.1.13 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως ήτοι 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, πλέον συσσωρευμένους τόκους από 1.1.13 μέχρι 22.1.13 εκ ποσού €2.245,38, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο