← Κύπρος

ΙΟΝΙΚΑ (ΑΛΛΩΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ) ν. ΖΟΥΡΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1150/2010, 26/6/2020

ΙΟΝΙΚΑ (ΑΛΛΩΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ) ν. ΖΟΥΡΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1150/2010, 26/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1150/2010 Μεταξύ: xxxxx ΙΟΝΙΚΑ (ΑΛΛΩΣ xxxxx xxxxx xxxxx) Ενάγουσας και xxxxx ΖΟΥΡΙΔΗ Εναγόμενου -------------------------- Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διαταγματος, ημερομηνίας 5/10/11 Μεταξύ: xxxxx ΙΟΝΙΚΑ (ΑΛΛΩΣ xxxxx xxxxx xxxxx ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ) Ενάγουσας και

  1. xxxxx ΖΟΥΡΙΔΗ
  2. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ LTD Εναγόμενων ---------------------------- Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διαταγματος, ημερομηνίας 7/2/20 Μεταξύ: xxxxx ΙΟΝΙΚΑ (ΑΛΛΩΣ xxxxx xxxxx xxxxx ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ) Ενάγουσας και
  3. xxxxx ΖΟΥΡΙΔΗ
  4. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ LTD Εναγόμενων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26.6.2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα: κ. Γεωργιάδης, για ΕΛΕΝΗ ΒΡΑΧΙΜΗ & ΣΙΑ Για εναγόμενο 1: κα Χαραλάμπους, για Πολύκαρπος Φιλίππου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 2: κ. Θεοδοσίου, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής της ενάγουσας σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής της είναι τα εξής: Η ενάγουσα, στον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια συγκεκριμένου ακινήτου στην Πάφο (στο εξής «επίδικο διαμέρισμα»), το οποίο, κατά ή περί τις 11/1/2008 μεταβιβάστηκε και γράφτηκε στ' όνομα του εναγόμενου
  5. Η εν λόγω μεταβίβαση και εγγραφή επιτεύχθηκαν με τη χρήση πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου (στο εξής «το επίμαχο πληρεξούσιο»), εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 1 αποδέχτηκε την εν λόγω μεταβίβαση, γνωρίζοντας ότι έγινε με τη χρήση του επίμαχου - πλαστού - πληρεξουσίου. Περαιτέρω, το επίμαχο πληρεξούσιο είναι άκυρο, αφού ο πιστοποιών υπάλληλος που πιστοποίησε σ' αυτό την πλαστογραφημένη υπογραφή της ενάγουσας, δεν ήταν προσωπικά γνωστός της και το επίμαχο πληρεξούσιο δε φέρει την υπογραφή δυο μαρτύρων, κατά παράβαση του άρθρου 7 του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφ.
  6. Στη συνέχεια, το επίδικο διαμέρισμα υποθηκεύτηκε από τον εναγόμενο 1, για το ποσό των €188.100,00, πλέον τόκους και έξοδα. Η αξία του κατά το χρόνο μεταβίβασής του υπερέβαινε το ποσό των €200.000,00 και κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, υπερβαίνει το ποσό των €240.000,
  7. Η ενάγουσα, με την αγωγή της ζητά τ' ακόλουθα: Πρώτο, δήλωση ότι η πιο πάνω μεταβίβαση είναι παράνομη και άκυρη, δεύτερο, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η επανεγγραφή του επίδικου διαμερίσματος στ' όνομά της, τρίτο, απόφαση με την οποία να ακυρώνεται η υποθήκη που έχει τεθεί από τους εναγόμενους επί του επίδικου διαμερίσματος και τέταρτο, περαιτέρω ή διαζευκτικά, αποζημιώσεις. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών της ενάγουσας, ο εναγόμενος 1, με την υπεράσπισή του, αντιτείνει τα εξής: Η ενάγουσα αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα κατά το 1999 αντί του ποσού των £40.000,00, το οποίο μεταβιβάστηκε στ' όνομά της, κατά τις 26/1/
  8. Ταυτόχρονα με τη μεταβίβασή του υποθηκεύτηκε προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, για το ποσό των £40.000,00 και προς εξασφάλιση δανείου που συνήψε η ενάγουσα, με το οποίο ξοφλήθηκε το τίμημα αγοράς του επίδικου διαμερίσματος. Το εν λόγω δάνειο ξοφλήθηκε με νέο δάνειο, το οποίο η ενάγουσα συνήψε με την Τράπεζα Alpha. H ενάγουσα - η οποία ουδεμία δόση πλήρωσε έναντι των δυο αυτών δανείων -, κατά ή περί τις 4/1/2007 συνήψε με τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου συμφωνία νέου στεγαστικού δανείου, ύψους £80.000,
  9. Προς εξασφάλισή του υποθήκευσε - με την υποθήκη Υxxx - το επίδικο διαμέρισμα. Με το συγκεκριμένο δάνειο ξοφλήθηκε το δάνειο της Τράπεζας Alpha, ενώ το δάνειο της Σ.Π.Ε. Στροβόλου και οι τόκοι του ξοφλήθηκαν από τον εναγόμενο
  10. Ο τελευταίος, στον ουσιώδη χρόνο πληροφορήθηκε ότι το επίδικο διαμέρισμα ήταν προς πώληση, ότι ήταν υποθηκευμένο στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου και ότι είχε αγοραστεί από την εταιρεία E. Zourides Business Consultants Ltd (στο εξής «εταιρεία Zourides»), με αντάλλαγμα να ξοφληθεί το χρέος της ενάγουσας στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου. Επικοινώνησε με τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου και ρώτησε και πληροφορήθηκε ότι το υπόλοιπο της υποθήκης ήταν 85.468,
  11. Επειδή μόλις είχε αλλάξει το νόμισμα, από λίρες Κύπρου σε ευρώ, εξέλαβε ότι το υπόλοιπο που έπρεπε να πληρώσει ήταν €85.468,
  12. Το ίδιο λάθος φαίνεται πως είχε διαπράξει και ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Στροβόλου. Κατόπιν τούτου συμφώνησε να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα και να πληρώσει στην εταιρεία Zourides, το ποσό των €105.933,
  13. Κατά ή περί τις 11/1/2008 πλήρωσε στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου με επιταγή, το ποσό των €85.468,39, η Σ.Π.Ε. Στροβόλου εξάλειψε την υποθήκη επί του επίδικου διαμερίσματος, το οποίο μεταβιβάστηκε στ' όνομά του. Ταυτόχρονα, το υποθήκευσε στην Τράπεζα Κύπρου (δηλαδή στους εναγόμενους 2), για το ποσό των €188.100,
  14. Η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος έγινε δυνάμει του επίμαχου πληρεξουσίου, το οποίο υπόγραψε η ενάγουσα στις 4/6/2007, ενώπιον του πιστοποιούντος υπαλλήλου, xxxxx Αρσαλίδη. Ταυτόχρονα είχε υπογράψει και πωλητήριο έγγραφο για την πώληση του επίδικου διαμερίσματος στην εταιρεία Zourides. Ήταν ρητός όρος του εν λόγω εγγράφου, ότι ο αγοραστής θα ξοφλούσε το δάνειο από τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου και την υποθήκη η οποία βάρυνε το επίδικο διαμέρισμα. Κατά ή περί τις 28/2/2008, η Σ.Π.Ε. Στροβόλου διαπίστωσε ότι έκανε λάθος και ότι το υπόλοιπο του δανείου ήταν £85.468,39, δηλαδή €146.031,41 και όχι €85.468,39 και ζήτησε από τον εναγόμενο 1 να πληρώσει το επιπρόσθετο ποσό των €60.991,18, όπως και έγινε. Ο τελευταίος, την επομένη, 29/2/2008 πλήρωσε στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου το ποσό αυτό - το οποίο κατατέθηκε στο λογαριασμό της ενάγουσας - και δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό στην εταιρεία Zourides. Υποχρεώθηκε να πληρώσει το συγκεκριμένο ποσό, διότι δεν ήταν δυνατό να αντιστραφεί η μεταβίβαση και να αναβιώσει η υποθήκη. Ισχυρίζεται ότι αγόρασε καλόπιστα ένα διαμέρισμα, σε τιμή, πέραν της πραγματικής του αξίας, από το νόμιμο πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της ενάγουσας. Κατέβαλε στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, ποσό €146.459,57 για να ξοφλήσει το χρέος της ενάγουσας προς τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου και να πετύχει την εξάλειψη της υποθήκης, η οποία βάρυνε το επίδικο διαμέρισμα και αποτελούσε ασφάλεια για το δάνειο. Αρνείται ότι το επίμαχο πληρεξούσιο είναι άκυρο, διότι δήθεν ο πιστοποιών υπάλληλος δεν ήταν προσωπικά γνωστός της ενάγουσας και δε φέρει την υπογραφή 2 μαρτύρων. Δυνάμει ανταπαίτησης ζητά δήλωση, ότι η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στ' όνομά του είναι έγκυρη και νόμιμη και διαζευκτικά, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε εγκρίνει τη θεραπεία που αξιώνει η ενάγουσα, πρώτο, διάταγμα το οποίο να τη διατάσσει να του καταβάλει ταυτόχρονα, το ποσό των €146.459,57 που πλήρωσε στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου προς εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους της, πλέον τόκους, «..ως ποσό πληρωθέν δια μη επακολουθήσασα αιτία και/ή αντάλλαγμα και/ή δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού πλέον ποσό €23,000, δια ανακαίνιση και επίπλωση..» και δεύτερο, αποζημιώσεις. Η ουσία της υπεράσπισης των εναγόμενων 2 έγκειται στους ακόλουθους ισχυρισμούς τους: Ο εναγόμενος 1, για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος αιτήθηκε από τους ίδιους στεγαστικό δάνειο, ημερομηνίας 4/1/2008, για το ποσό των €171.000,
  15. Προς περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου ενέγραψε προς όφελός τους την υποθήκη με αριθμό xxx, ημερομηνίας 11/1/2008, για το ποσό των €188.100,00, πλέον τόκους (στο εξής «επίδικη υποθήκη»). Ο εναγόμενος 1 υπόγραψε δεόντως, όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την υποθήκευση του επίδικου διαμερίσματος, ως εκ τούτου ισχυρίζονται και λέγουν, ότι η εν λόγω υποθήκευση έγινε καθ' όλα ορθά και νομότυπα και δε γνώριζαν σ' οποιοδήποτε στάδιο και/ή εν πάση περιπτώσει, δε θα μπορούσαν να γνωρίζουν σε οποιοδήποτε στάδιο, για την κατ' ισχυρισμό, χρήση πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου και/ή οιωνδήποτε δόλιων και/η παράνομων ενεργειών που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι διενεργήθηκαν σε βάρος της από μέρους του εναγόμενου 1 και/ή ότι αυτό δε φέρει την υπογραφή δυο μαρτύρων, κατά παράβαση του άρθρου 7 του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφ.
  16. Συνεπώς, ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχει παρουσιαστεί και/ή υπάρχει εναντίον τους και/ή οι οποιεσδήποτε δοσοληψίες μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενου 1 και/ή το οποιοδήποτε νομικό και/ή άλλο αποτέλεσμά τους, ουδόλως αφορά και/ή επηρεάζει τους ίδιους, καθότι, το επίδικο διαμέρισμα, το οποίο είχε ήδη μεταβιβαστεί στον εναγόμενο 1, υποθηκεύτηκε προς όφελός τους, με όλες τις ορθές και νομότυπες διαδικασίες. Με την απάντησή της ενάγουσας στην υπεράσπιση του εναγόμενου 1 καθώς και με την υπεράσπισή της στην εναντίον της ανταπαίτησή του (το ίδιο ισχύει και για την απάντησή της στην υπεράσπιση των εναγόμενων 2), αν και εφόσον κριθεί αναγκαίο, θα ασχοληθώ αργότερα. Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών, κατά τη γνώμη μου, τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Πρώτο, το επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο, είναι γνήσιο ή πλαστό; Δεύτερο, σε περίπτωση που κριθεί ότι είναι πλαστό, ποια η τύχη της μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος στ' όνομα του εναγόμενου 1 και της επίδικης υποθήκης, δεδομένου ότι η ενάγουσα, με την αγωγή της ζητά διάταγμα επανεγγραφής του επίδικου διαμερίσματος στ' όνομά της και ακύρωση της επίδικης υποθήκης; Και - τέλος - τρίτο, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της ενάγουσας και νοουμένου ότι αποδειχθεί η θέση του εναγόμενου 1 ότι κατέβαλε στη Σ.Π.Ε Στροβόλου το συνολικό ποσό των €146.459,57 - ή οποιοδήποτε άλλο ποσό - προς εξόφληση του ενυπόθηκου δανείου της ενάγουσας στην εν λόγω εταιρεία, ο εναγόμενος 1 νομιμοποιείται να αξιώνει την καταβολή του ποσού αυτού από την ενάγουσα; Η xxx Κωνσταντίνου, ο αστυφύλακας xxxxx, xxxxx Νικολάου και η ενάγουσα, xxxxx Ιόνικα (Μ.Ε.1 μέχρι 3, αντίστοιχα) είναι οι 3 μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 1, xxxxx Ζουρίδης, η xxxxx Κούσουλου, ο xxxxx Παναγιώτου, η xxxxx Παυλίδου και ο xxxxx Ζουρίδης (Μ.Υ.1 μέχρι 5, αντίστοιχα) κατάθεσαν για την υπόθεση του εναγόμενου
  17. Τέλος, ο xxxxx Ιωάννου είναι ο μόνος που έδωσε μαρτυρία για την υπόθεση των εναγόμενων
  18. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες - περιλαμβανομένων των διαδίκων -, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και για μερικούς από αυτούς και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντός τους από την έκβαση της υπόθεσης. Αυτονόητο πως, η μαρτυρία κάθε μάρτυρα, θα ιδωθεί και αξιολογηθεί τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνάρτηση με το αντίστοιχο - κατά περίπτωση μέρος - της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων, είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης. Περαιτέρω έχω κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή

(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836: «Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.): «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρ τάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στη Βραχίμη (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων, έξω, από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς καθώς και τη Χ'' Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd
(2010)1 (A) A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη αρχή, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων δε λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541, ισχύει, ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση. Ακόμη λαμβάνω υπόψη τ' ακόλουθα: Σύμφωνα με τη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την πραγματική μαρτυρία λαμβάνω υπόψη, ότι αυτή καθώς επίσης έχει νομολογηθεί (βλ. μεταξύ άλλων και την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μαρίνου ν. Σοφοκλέους, ECLI:CY:AD:2016:A192, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/2011, ημερομηνίας 12/4/2016): «..αποτελεί τη βάση με την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει και τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας.» Επειδή, δυο από τους μάρτυρες κατάθεσαν ως πραγματογνώμονες, παρατηρώ τα εξής: Ο πραγματογνώμονας οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση. Ενώ η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων. Και τούτο, επειδή οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Τέλος, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα, δε βασίζεται μόνο στα σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα που διαθέτει κανείς γύρω από το θέμα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας, με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά προσόντα του είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε (βλ. τη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Όσα ακολουθούν από την υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 162/14, ημερομηνίας 2/5/2017, κατά τη γνώμη μου περικλείουν το σύνολο των αρχών που διέπουν το θέμα: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). .... Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). .... Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Καθ' όλα σχετικά με τα προηγούμενα είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Ευσταθίου ν. Alpha Bank Ltd
(2012)1(B) A.A.Δ. 1682: «Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, από όπου και αν προέρχεται, δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των ιδίων των πρωταγωνιστών μιας διαφοράς. Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεμελιώνει επιστημονικώς τη μια ή την άλλη εκδοχή των διαδίκων, αλλά το πράττει συμπληρωματικώς και προς επίρρωση ή αναίρεση, αναλόγως, της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των ιδίων των μερών.» Η xxxxx Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1) εργάζεται στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας τής επαρχίας Πάφου και είναι υπεύθυνη στον κλάδο δηλώσεων, μεταβιβάσεων και υποθηκεύσεων. Η μαρτυρία της είναι αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη, ουσιαστικά παρέμεινε και αναντίλεκτη. Εν πάση περιπτώσει, εν μέρει αποτελεί και κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Η ουσία της έγκειται στα εξής: Η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στ' όνομα του εναγόμενου 1 έγινε στις 11/1/2008, με τη σχετική δήλωση μεταβίβασης με αριθμό Π38/08 (τεκμήριο 1). Πωλητήριο έγγραφο, δεν υπήρχε. Στο Κτηματολόγιο παρουσιάστηκαν, εκ μέρους της δικαιοπάροχου/ενάγουσας, ο δυνάμει του επίμαχου πληρεξουσίου (μέρος του τεκμηρίου 1), πληρεξούσιος αντιπρόσωπός της, xxxxx Ζουρίδης (Μ.Υ.5) και προσωπικά ο εναγόμενος/αγοραστής. Ως τίμημα πώλησης του επίδικου διαμερίσματος δηλώθηκε το ποσό των €105.933,29 (£62.000,00). Το οποίο, ωστόσο, δεν έγινε αποδεκτό από το Κτηματολόγιο, καθώς εκτίμησε το επίδικο διαμέρισμα στο ποσό των €170.000,00, το οποίο έγινε αποδεκτό από τον εναγόμενο
  1. Ο τελευταίος, ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στ' όνομά του, με την επίδικη υποθήκη (τεκμήριο 2), το υποθήκευσε στους εναγόμενους 2, για το ποσό των €188.100,
  2. Το επίδικο διαμέρισμα εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένο στ' όνομά του και να βαρύνεται με την επίδικη υποθήκη. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του αστυφύλακα xxxxx, xxxxx Νικολάου (Μ.Ε.2), ως μάρτυρα είναι εξαιρετική. Ο μάρτυρας - που δεν αμφισβητούνται από την υπεράσπιση τα προσόντα του, ως ειδικού εκπαιδευόμενου σε θέματα δικαστικής γραφολογίας -, απαντούσε με αμεσότητα αυθόρμητα, πειστικά, λογικά και κυρίως, απολύτως τεκμηριωμένα και με ακρίβεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά, απολύτως, αντίφαση και θεωρώ πως έχει θέσει το αναγκαίο πραγματικό και επιστημονικό υπόβαθρο που θα με βοηθήσει να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα, για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο, που είναι η απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα, κατά πόσο το επίμαχο πληρεξούσιο είναι γνήσιο ή πλαστό. Μολονότι κατάθεσε ως μάρτυρας για την υπόθεση της ενάγουσας, εντούτοις ήταν απολύτως δίκαιος και αντικειμενικός και δε διέκρινα στο πρόσωπό του την παραμικρή προσπάθεια επίδειξης εύνοιας στην υπόθεση της ενάγουσας ή διάθεση να βλάψει την υπόθεση των δυο εναγόμενων. Φυσικά, ούτε και είχε λόγο, είτε για το ένα είτε για το άλλο και κυρίως, να ψευσθεί. Απ' εκεί και πέρα, ενώ η μόνη υποβολή που του έγινε κατά την αντεξέτασή του - από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου 1 - είναι ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο επίμαχο πληρεξούσιο είναι της ενάγουσας, η οποία την έκανε με τρόπο που να μπορεί να παρουσιαστεί ότι δεν είναι δική της, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, η μαρτυρία ανάλογης βαρύτητας που παρουσίασε ο εναγόμενος 1, παρότι απέβλεπε στο να αμφισβητήσει την ορθότητα της εργασίας του υπό κρίση μάρτυρα συναφώς με ό,τι του ανατέθηκε από την αστυνομία - και όχι από την ενάγουσα - να κάνει και κυρίως, να αποδομήσει το σχετικό με αυτή συμπέρασμά του, όπως το καταγράφει στην έκθεσή του (τεκμήριο 4), εν τέλει, το μόνο που πέτυχε ήταν να επιβεβαιώσει απόλυτα το μάρτυρα και για τα δυο. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι η μαρτυρία του αστυφύλακα xxxxx, xxxxx Νικολάου, αναφορικά με τη γνώμη/συμπέρασμά του ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο επίμαχο πληρεξούσιο δεν είναι γνήσια υπογραφή της ενάγουσας συνάδει και με το σχετικό μέρος της μαρτυρίας της τελευταίας, την οποία, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια, επί της ουσίας της μαρτυρίας της, επίσης θεωρώ αξιόπιστη μάρτυρα. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η μαρτυρία του αστυφύλακα xxxxx, xxxxx Νικολάου γίνεται συνολικά αποδεκτή. Η ουσία της περικλείεται στην εμπιστευτική έκθεση τού εργαστηρίου γραφολογίας, της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών, του Αρχηγείου Αστυνομίας, ημερομηνίας 2/7/2009, με θέμα: «Πλαστογραφία, Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και εξασφάλιση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις.» (τεκμήριο 4), την οποία ετοίμασε και υπογράφει ο μάρτυρας. Σ' αυτή - μεταξύ άλλων - αναφέρει τα εξής: Στις 9/4/2009 παρέλαβε για εξέταση στο Εργαστήριο Γραφολογίας, της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών, τα ακόλουθα έγγραφα: 1ο, το επίμαχο πληρεξούσιο, με αμφισβητούμενη υπογραφή στη θέση "Ο/Η ΠΛΕΡΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΩΝ", 2ο, 10 τεμάχια χάρτου με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδεται στην xxxxx xxxxx ΙΟΝΙΚΑ (πρόκειται για την ενάγουσα), 3ο, αίτηση για έκδοση διαβατηρίου, με υπογραφή δείγμα, στη θέση "Υπογραφή μητέρας", 4ο, το έγγραφο "SETTLEMENT AGREEMENT", ημερομηνίας 28/9/2007, με υπογραφή δείγμα στο όνομα "xxxxx xxxxx", 5ο, το διαβατήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας, με υπογραφή δείγμα, 6ο, 10 τεμάχια χάρτου, με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδεται στον xxxxx ΖΟΥΡΙΔΗ (πρόκειται για τον πατέρα του εναγόμενου [Μ.Υ.5]) και τέλος, 7ο, το πωλητήριο έγγραφο, ημερομηνίας 4/6/2007, με υπογραφή δείγμα στη θέση "ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ". Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα, του ζητήθηκε να γίνει σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής στη θέση "Ο/Η ΠΛΕΡΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΩΝ" στο επίμαχο πληρεξούσιο, τόσο με τα δείγματα υπογραφής όσο και με τις υπογραφές - δείγματα που υποβλήθηκαν. Το αποτέλεσμα της εν λόγω εξέτασης - όπως καταγράφεται στην έκθεση -, παρατίθεται αυτούσιο: «Η αμφισβητούμενη υπογραφή στη θέση "Ο/Η ΠΛΕΡΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΩΝ", στο έγγραφο, με δική μου αρίθμηση 1, που αναφέρεται πιο πάνω, δεν είναι γραμμένη με ταχύτητα και παρουσιάζει ίχνη διστακτικότητας (τρέμουλο, διπλογραφίες). Τα δείγματα υπογραφής που αποδίδονται στην xxxxx xxxxx (Σημ. 2.1-2.10) και οι υπογραφές δείγματα (Σημ. 3, 4, 5, και 7) παρουσιάζουν συνέπεια μεταξύ τους. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, κατά τη γνώμη μου η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή της xxxxx xxxxx αλλά αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής της από πρόσωπο που γνώριζε ή που είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της xxxxx xxxxx. Επειδή, η πιο πάνω αμφισβητούμενη υπογραφή είναι αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής της xxxxx xxxxx, ο καθορισμός του προσώπου που την έκανε καθίσταται αδύνατος.» Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της ενάγουσας, xxxxx Ιόνικα (Μ.Ε.3), ως μάρτυρα είναι θετική. Για ό,τι γνώριζε ή θυμόταν, απαντούσε αυθόρμητα, πειστικά και με απόλυτη ειλικρίνεια, χωρίς να υποπέσει σε καμιά, σοβαρή, αντίφαση. Μολονότι αντεξετάστηκε ικανά από τους ευπαίδευτους δικηγόρους και των δυο εναγόμενων, εντούτοις, κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της, επί της ουσίας όσων ανάφερε. Kαι η ουσία της μαρτυρίας της, ασφαλώς έγκειται στη σταθερή και αμετάθετη θέση της, ότι ουδέποτε υπόγραψε το επίμαχο πληρεξούσιο. Θέση, η οποία επιβεβαιώνεται πλήρως από την αξιόπιστη μαρτυρία του προηγούμενου μάρτυρα, που είναι γραφολόγος και που για λόγους που θα διαφανούν στο κατάλληλο στάδιο, ουσιαστικά επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του αντίστοιχου μάρτυρα που παρουσίασε ο εναγόμενος
  3. Απ' εκεί και πέρα είναι και το γεγονός, ότι η μάρτυρας δεν είχε κανένα δισταγμό να αποδεχθεί σωρεία θέσεων του εναγόμενου 1, επί των οποίων εδράζεται η υπερασπιστική του γραμμή, ανεξάρτητα βέβαια από την αποτελεσματικότητά της. Ένα τέτοιο, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παραδοχή της ότι υπόγραψε το πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο 11), παρότι δικογραφικά αρνείται το συγκεκριμένο γεγονός. Πέραν αυτών, η μαρτυρία της και κατ' επέκταση η εκδοχή της - επί της ουσίας, πάντοτε -, για λόγους που θα διαφανούν αργότερα είναι και πιο λογική από την αντίστοιχη μαρτυρία - και κατ' επέκταση εκδοχή - του εναγόμενου 1 καθώς και από τη μαρτυρία του πατέρα του (Μ.Υ.5), με την οποία - κατά κύριο λόγο - αντιπαραβάλλεται. Ακόμη λαμβάνω υπόψη, ότι σημαντικό μέρος της μαρτυρίας της παρέμεινε αναντίλεκτο καθώς και το γεγονός, ότι υπήρξαν στιγμές που για ένα θέμα, άλλα της υπόβαλλε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου 1 και άλλα ισχυρίζονταν, είτε ο εναγόμενος 1 είτε ο πατέρας του είτε και οι δυο. Ούτε και μου διαφεύγει το γεγονός, ότι, αρκετές από τις υποβολές που της έγιναν παρέμειναν έωλες. Αναμφίβολα, η ενάγουσα, όπως ήταν φυσιολογικό υπέπεσε και σε μερικές αντιφάσεις. Ωστόσο, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτές, αφού αφορούν σε μικρολεπτομέρειες και είναι τόσο ασήμαντες, οπότε, όχι μόνο δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της - και τη θετική εικόνα που έχω σχηματίσει γι' αυτή - επί της ουσίας της μαρτυρίας της, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Οι εν λόγω αντιφάσεις, προφανώς δεν είναι άσχετες και με το γεγονός, ότι κλήθηκε να καταθέσει για γεγονότα που διαδραματίστηκαν 11 και πλέον, χρόνια, προηγουμένως. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η μαρτυρία της, επί της ουσίας είναι αποδεκτή. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εναγόμενου 1, xxxxx Ζουρίδη (Μ.Υ.1), ως μάρτυρα είναι αρνητική. Για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια - με σωρεία παραδειγμάτων -, θεωρώ ότι η μαρτυρία του και κατ' επέκταση η εκδοχή του, επί της ουσίας είναι κατασκευασμένη και ψευδής, κατόπιν συνεννόησης με τον πατέρα του (Μ.Υ.5), ο οποίος, για λόγους που αφορούν στη διάρρηξη της σχέσης του με την ενάγουσα - με την οποία διατηρούσε δεσμό και είχε αποκτήσει και ένα παιδί -, τροχοδρόμησε την όλη διαδικασία απόσπασης του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος από την ίδια, με τον εναγόμενο 1 να το διευκολύνει, αποδεχόμενος όπως αυτό μεταβιβαστεί και εγγραφεί στ' όνομά του. Σ' αυτό το πλαίσιο, ο εναγόμενος 1 προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, τόσο αυτοτελώς όσο και σε σχέση με μέρος όσων ανάφερε ο πατέρας του, ήρθε σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας, ενώ παρουσίασε και κατασκευασμένη, γραπτή, μαρτυρία. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι υπήρξαν περιπτώσεις που για ένα θέμα, άλλα ισχυριζόταν ο ίδιος και άλλα υπόβαλλε ο δικηγόρος του στην ενάγουσα. Τέλος, σε σχέση με ουσιώδη γεγονότα παρουσιάστηκε να έχει επιλεκτική μνήμη. Για όλους αυτούς τους λόγους - χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν κι άλλοι -, η μαρτυρία του, επί της ουσίας, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της που επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία είτε ακόμη που συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα είτε τέλος που συντίθεται από ισχυρισμούς, οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδής. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Η ενάγουσα, με την αγωγή της ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στ' όνομα του εναγόμενου 1 έγινε με τη χρήση πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου, εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεσή της. Περαιτέρω αποδίδει στον εναγόμενο 1 ότι αποδέχθηκε την εν λόγω μεταβίβαση, γνωρίζοντας ότι έγινε με τη χρήση πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου. Ο τελευταίος, δικογραφικά αρνείται όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς της ενάγουσας και ισχυρίζεται τα εξής: Η ενάγουσα ουδέποτε είχε πλήρη κυριότητα του επίδικου διαμερίσματος, διότι αυτό ήταν πάντοτε επιβαρυμένο με υποθήκη προς εξασφάλιση του δανείου για την απόκτησή του. Η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος έγινε δυνάμει του επίμαχου πληρεξουσίου, το οποίο υπόγραψε η ενάγουσα, στις 4/6/2007, ενώπιον κάποιου xxxxx Αρσαλίδη, ο οποίος είναι πιστοποιών υπάλληλος. Ταυτόχρονα είχε υπογράψει και το πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο 11), για την πώληση του επίδικου διαμερίσματος προς την εταιρεία Zourides. Η αξία του επίδικου διαμερίσματος κατά τις 11/1/2008 (ημερομηνία μεταβίβασής του στον ίδιο) ανέρχεται στις €135.000,00 και το αγόρασε καλόπιστα, σε τιμή, πέραν της πραγματικής του αξίας από το νόμιμο πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της ενάγουσας. Κατέβαλε στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου €146.459,57 για να ξοφλήσει το εκεί χρέος της ενάγουσας και να πετύχει την εξάλειψη της υποθήκης η οποία βάρυνε το επίδικο διαμέρισμα και αποτελούσε την ασφάλεια για το δάνειο. Με τη διευκρίνιση ότι τις παραπάνω θέσεις προώθησε ενόρκως, είτε με τη μαρτυρία του είτε με τη μαρτυρία του πατέρα του (Μ.Υ.5) είτε με τη μαρτυρία του γραφολόγου, xxxxx Παναγιώτου (Μ.Υ.3) είτε και των τριών, παρατηρώ τα εξής: Με μόνο λόγο, ότι, ενώ η ενάγουσα, ούτε δικογραφικά μα ούτε και ενόρκως αποδίδει είτε στον εναγόμενο 1 είτε ακόμη και στον πατέρα του, ότι πλαστογράφησαν το επίμαχο πληρεξούσιο, παρά μόνο, στον πρώτο, δικογραφικά και ενόρκως και στο δεύτερο, μόνο ενόρκως, αποδίδει πως γνώριζαν ότι η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος έγινε δυνάμει πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου, εντούτοις, ο εναγόμενος 1 αισθάνθηκε την ανάγκη να προωθήσει τη θέση, ότι η εν λόγω μεταβίβαση έγινε δυνάμει γνήσιου πληρεξουσίου εγγράφου, το οποίο, μάλιστα, όπως είναι ο ισχυρισμός του πατέρα του υπογράφτηκε από την ενάγουσα στην παρουσία του και στην παρουσία του πιστοποιούντος υπαλλήλου και η φερόμενη ως υπογραφή της ενάγουσας στο επίμαχο πληρεξούσιο, για λόγους που εν μέρει έχουν αναφερθεί, αλλά και για διάφορους άλλους λόγους που άπτονται της αξιοπιστίας του εναγόμενου 1, του πατέρα του καθώς και του γραφολόγου, xxxxx Παναγιώτου (Μ.Υ.3), δεν είναι γνήσια υπογραφή της ενάγουσας, η αξιοπιστία του εναγόμενου 1 πλήττεται καίρια, τόσο γενικά όσο και επί του ισχυρισμού του ότι αγόρασε καλόπιστα ένα διαμέρισμα, σε τιμή, πέραν της πραγματικής του αξίας, από το νόμιμο πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της ενάγουσας. Μάλιστα, δεδομένου ότι υπεραμύνθηκε της θέσης περί της γνησιότητας της υπογραφής της ενάγουσας και κατ' επέκταση του επίμαχου πληρεξουσίου, θα έλεγα ότι αποτελεί και αντινομία το να ισχυρίζεται ότι αγόρασε καλόπιστα το επίδικο διαμέρισμα. Όμως, ειδικά η θέση του για την τιμή που είχε αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα καθώς για την αξία του καταρρίπτεται ακόμη και από τη δική του μαρτυρία, από τη σχετική - και ανεξάρτητη - μαρτυρία που παρουσίασε η ενάγουσα, αλλά και από τη μαρτυρία που παρουσίασαν οι εναγόμενοι 2 - που δεν είναι αντίδικοί του - η οποία (μαρτυρία), στον ουσιώδη χρόνο απέβλεπε να εξυπηρετήσει δικά του συμφέροντα και όχι της ενάγουσας. Καταρχήν είναι και παραπλανητικό - συν τοις άλλοις -, το να ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 ότι αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα, σε τιμή, πέραν της πραγματικής του αξίας, τη στιγμή που ο ίδιος αποκαλύπτει ότι το είχε αγοράσει για το ποσό των €105.933.29 (αυτό το ποσό είχαν δηλώσει με τον πατέρα του στο Κτηματολόγιο) και με βάση, ακόμη και την έκθεση εκτίμησης (τεκμήριο 18) που παρουσίασε ο ίδιος, η αγοραία αξία του, κατά την 1/1/2008 (δηλαδή, λίγες, μόνο, μέρες, προτού μεταβιβαστεί στ' όνομα του) ήταν €135.000,
  4. Διέλαθε φαίνεται της προσοχής του, ότι ενώ η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος είχε γίνει στις 11/1/2008 και αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι στις 14/1/2008 πληρώθηκε στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, το ποσό των €85.468,39 έναντι του ενυπόθηκου δανείου της ενάγουσας, ότι το υπόλοιπο του εν λόγω δανείου, ήταν πέραν των €146.000,00, η Σ.Π.Ε. Στροβόλου, όπως αναφέρει ο ίδιος στην παράγραφο 7 της γραπτής δήλωσής του (τεκμήριο 17), το διαπίστωσε στις 28/2/
  5. Δηλαδή, ενάμιση μήνα αργότερα. Εν πάση περιπτώσει, η αγοραία αξία του επίδικου διαμερίσματος είναι ένα πράγμα και το υπόλοιπο του ενυπόθηκου χρέους της ενάγουσας προς τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, με ενυπόθηκο ακίνητο, το επίδικο διαμέρισμα, άλλο. Η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, πως όταν ο εναγόμενος 1 αποφάσισε να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα αποτελεί θέση του, ότι θα το αγόραζε για το ποσό των €105.933.29, από το οποίο, για σκοπούς εξόφλησης του δανείου της ενάγουσας στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, θα κατάβαλλε το μικρότερο ποσό των €85.468,39 και η αγοραία αξία του επίδικου διαμερίσματος, τότε, κατά τον ίδιο πάντοτε, ήταν €135.000,
  6. Με όλα αυτά δεδομένα, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι αγόρασε ένα διαμέρισμα, σε τιμή, πέραν της πραγματικής του αξίας. Πολύ περισσότερο, που η αγοραία αξία του, τότε, ήταν πολύ πέραν των €135.000,
  7. Υπενθυμίζω απλώς, ότι, όπως ανάφερε η ανεξάρτητη μάρτυρας, xxxxx Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1) - χωρίς να έχει αμφισβητηθεί - και όπως προκύπτει από τη σχετική δήλωση μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος (τεκμήριο 1), η αγοραία αξία του κατά τη μεταβίβασή του εκτιμήθηκε από το Κτηματολόγιο στο ποσό των €170.000,00 και ο εναγόμενος 1 αποδέχτηκε το ποσό αυτό. Απ' εκεί και πέρα, σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης, ημερομηνίας 28/12/2007 (τεκμήριο 29) - η οποία ετοιμάστηκε για λογαριασμό των εναγόμενων 2, πλην όμως, για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος του εναγόμενου 1 για δανειοδότησή του -, η αγοραία αξία του επίδικου διαμερίσματος, τότε, ανερχόταν σε €261.416,
  8. Δηλαδή, ήταν υπερδιπλάσια του ποσού για το οποίο ο εναγόμενος 1 το είχε αγοράσει δυνάμει του επίμαχου πληρεξουσίου. Και κάτι ακόμη. Το έγγραφο με τίτλο «ΑΙΤΗΣΗ», ημερομηνίας 4/1/2008 (τεκμήριο 28), το παρουσίασε ο μοναδικός μάρτυρας των εναγόμενων 2, xxxxx Ιωάννου. Όπως αναφέρει γι' αυτό ο μάρτυρας στη γραπτή δήλωσή του (τεκμήριο 26) πρόκειται για την αίτηση του εναγόμενου 1 στους εναγόμενους 2 για στεγαστικό δάνειο, για το ποσό των €171.000,00, για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος. Ωστόσο, ό,τι ενδιαφέρει περισσότερο είναι τα εξής, τα οποία αναφέρονται από το μάρτυρα στο ίδιο το έγγραφο (τεκμήριο 28), στο μέρος όπου περικλείεται η έγκριση της αίτησης: οι πελάτες αποτάθηκαν για δάνειο £120.000,00 (€205.000,00), αλλά ανάφεραν ότι σε περίπτωση που η εκτιμημένη αξία του κτήματος δε δικαιολογεί το ποσό, θα μπορούσαν να αυξήσουν τη δική του συνεισφορά και να τους χορηγηθεί δάνειο £100.000,00 (€171.000,00). Το κτήμα / μεζονέτα, προστίθεται - και αυτό είναι που έχει ιδιαίτερη σημασία - αγοράζεται στην τιμή των £200.000,00 (€340.000,00), μαζί με πλήρη επίπλωση και εξοπλισμό. Έχοντας υπόψη ότι ο εναγόμενος 1 είχε ζητήσει το συγκεκριμένο δάνειο για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος και ενώ το είχε αγοράσει για το ποσό των €105.933,29, εντούτοις είχε δηλώσει προς τους εναγόμενους 2 ότι θα το αγόραζε για υπερτριπλάσιο ποσό, από τη μια καταφαίνεται η μεγάλη ευκολία με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος προκειμένου να πετύχει το στόχο του και από την άλλη, για πιο ποσό υπολόγιζε τότε ο ίδιος την αξία του επίδικου διαμερίσματος. Από τα πιο πάνω καταρρίπτεται και ο ισχυρισμός του της παραγράφου 6 της γραπτής δήλωσής του ότι οι εναγόμενοι 2 το δάνεισαν €171.000,00, όχι επειδή η αξία του επίδικου διαμερίσματος ήταν μεγάλη σε σχέση με το δάνειο. Ακόμη, κατά τη γνώμη μου στοιχειοθετείται και το εύρημά μου ότι η ετεροχρονισμένη έκθεση εκτίμησης που παρουσίασε ο ίδιος (τεκμήριο 18), προφανώς και είναι κατασκευασμένη. Από τη στιγμή που είχε δηλώσει στους εναγόμενους 2 ότι θα αγόραζε το επίδικο διαμέρισμα για το ποσό των €340.000,00) και αυτοί, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, προτού το αγοράσει για το ποσό των €105.933,29, το είχαν εκτιμήσει για το ποσό των €261.416,00, οπότε και του χορήγησαν το αιτούμενο δάνειο για το ανάλογο - με βάση την αξία του επίδικου διαμερίσματος - ποσό των €171.000,00 είναι φανερό, ότι η ετοιμασία της δικής του έκθεσης εκτίμησης, 2 και πλέον χρόνια μετά τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στον ίδιο, αλλά και μετά την καταχώρηση της αγωγής, δεν απέβλεπε στην εκτίμηση της αντικειμενικής και πραγματικής αγοραίας αξίας του επίδικου διαμερίσματος, αλλά, στο να το βοηθήσει να στοιχειοθετήσει την υπεράσπισή του στην εναντίον του αγωγή. Σε συνέχεια των προηγούμενων, ο εναγόμενος 1, στην παράγραφο 10 της γραπτής δήλωσής του αναφέρει τα εξής: Εκείνη την περίοδο είχε αρχίσει η κρίση στην οικοδομική βιομηχανία και ήταν εμφανής, με τα σημάδια της στις τιμές των διαμερισμάτων, ιδιαίτερα στην Πάφο και σε καμιά περίπτωση δε θα αγόραζε διαμέρισμα 2 υπνοδωματίων, ηλικίας πέραν των 20 ετών, στην τιμή των €146.000,
  9. Αυτό το γνώριζε διότι είναι επαγγελματίας εκτιμητής ακινήτων. Φυσικά, αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι συμφώνησε να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα στην τιμή των 105.933,29, ως επένδυση, χωρίς να το δει, επειδή είχε αίσθηση πόσα μπορεί να αξίζει. Είχε τρόπο να αντιληφθεί τα χαρακτηριστικά του. Μάλιστα, όταν του λέχθηκε από τον κ. Βραχίμη, ότι σαν άτομο ειδικό στις επενδύσεις ακινήτων δε θεώρησε ότι υπήρχε λόγος να δει το επίδικο διαμέρισμα, όπως είπε - μεταξύ άλλων - απαντώντας, την περίοδο, τέλος του 2007 με αρχές του 2008, οι τιμές στις αγοραπωλησίες ακινήτων άλλαζαν καθημερινά, προς τα πάνω. Το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Στην παράγραφο 12 της γραπτής δήλωσής του ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά από τον πατέρα του για την ύπαρξη της ενάγουσας και τη σχέση του μαζί της, περί τον Ιούνιο του
  10. Παρόλα αυτά, στη δήλωση μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος (τεκμήριο 1), στην πρώτη σελίδα, και συγκεκριμένα, στην τελευταία πρόταση πριν από το σημείο που έθεσε την υπογραφή του, υπό την ιδιότητά του ως δικαιοδόχου (δηλαδή αγοραστή) του επίδικου διαμερίσματος και ο πατέρας του, τη δική του υπογραφή, εκ μέρους της ενάγουσας, υπό την ιδιότητά του ως δικαιοπάροχου (δηλαδή πωλητή) προέβη σε δήλωση ότι γνωρίζει την ενάγουσα, η οποία επίσης το γνωρίζει (βλ. τη φράση «. γνωρίζουμε ο ένας τον άλλο ..»). Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε και πάλι είναι ολοφάνερη. Όμως, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του είναι και παράλογος. Ομολογώ δεν αντιλαμβάνομαι πώς μπορεί να ισχυρίζεται ο εναγόμενος και να θέλει να γίνει πιστευτός ότι πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της ενάγουσας, περί τον Ιούνιο του 2008, τη στιγμή που στις 11/1/2008, υποτίθεται πως είχε αγοράσει από αυτή το επίδικο διαμέρισμα. Δηλαδή, τι θέλει να πει; Ότι αγόρασε ένα διαμέρισμα, έστω δυνάμει κάποιου πληρεξουσίου εγγράφου από κάποιο άτομο που δεν ήξερε εάν αποτελούσε υπαρκτό πρόσωπο; Η προσπάθειά του να αποστασιοποιηθεί από τα κρίσιμα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι καθ' όλα αντιληπτή, πλην όμως, απόλυτα ανεπιτυχής. Στην παράγραφο 13 της γραπτής δήλωσής του, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα κίνησε την παρούσα αγωγή εναντίον του και εξ όσων πιστεύει, εκδικείται τον πατέρα του. Στην παράγραφο 19 ισχυρίζεται ότι πλήρωσε το ποσό των €146.031,41 για να αποκτήσει το επίδικο διαμέρισμα και πλέον το ποσό των €23.000,00, για την ανακαίνιση και επίπλωσή του, πλέον τόκους και είναι ένα αθώο θύμα της μανίας της ενάγουσας να εκδικηθεί τον πατέρα του. Να πω μόνο, ότι ο δικηγόρος του, στην ενάγουσα υπόβαλε ότι για την ανακαίνιση του επίδικου διαμερίσματος πλήρωσε ο κ. xxxxx Ζουρίδης (δηλαδή, ο πατέρας του), ως επίσης, ότι κίνησε την αγωγή για να πιάσει χρήματα. Στην παράγραφο 15 της γραπτής δήλωσής του ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα είχε πληροφορηθεί ότι το επίδικο διαμέρισμα μεταβιβάστηκε στο όνομά του, τόσο από τον πατέρα του όσο και από τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, αμέσως μετά την εξόφληση του δανείου που έδωσε στην ενάγουσα. Να πω και πάλι, ότι το εν λόγω δάνειο αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι ξοφλήθηκε στις 29/2/2008, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του υπόβαλε στην ενάγουσα, ότι έμαθε το γεγονός αυτό, τον 9ο του 2008, ενώ, ο πατέρας του, στην υπεύθυνη δήλωση που είχε προβεί προς το Κτηματολόγιο, ημερομηνίας 11/1/2008 (μέρος του τεκμήριου 1), μεταξύ όλων όσων δήλωνε υπεύθυνα για το επίμαχο πληρεξούσιο - που υποτίθεται ότι του είχε παραχωρήσει η ενάγουσα - και μάλιστα, γνωρίζοντας τις συνέπειες του Νόμου για ψευδή δήλωση, είναι ότι είναι σε γνώση του αντιπροσωπευόμενου (δηλαδή της ενάγουσας), η σκοπούμενη δικαιοπραξία. Δηλαδή, ότι θα μεταβίβαζε στον εναγόμενο 1 δυνάμει του επίμαχου πληρεξουσίου το επίδικο διαμέρισμα. Το πόσο αντιφατική είναι η μαρτυρία του εναγόμενου, συναφώς με αυτό, το τόσο κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα, είναι ολοφάνερο. Όμως, με τη δήλωση του πατέρα του στο Κτηματολόγιο, θα ασχοληθώ και στο πλαίσιο αξιολόγησης της δικής του μαρτυρίας. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου 1, της παραγράφου 17 της γραπτής δήλωσής του, ότι το επίδικο διαμέρισμα τού στοίχισε πολύ περισσότερα από την αγοραία αξία του έχει ήδη απαντηθεί. Αυτό δεν αλήθεια. Ότι η μαρτυρία του και κατ' επέκταση η εκδοχή του είναι ψευδής και σαφώς κατασκευασμένη καταφαίνεται από το γεγονός, ότι, από την αρχή, κιόλας, της αντεξέτασής του, δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει μερικούς από τους βασικούς ισχυρισμούς του που περιέχονται στη γραπτή δήλωσή του, το περιεχόμενο της οποίας μερικά, μόλις, λεπτά, προηγουμένως είχε υιοθετήσει. Συγκεκριμένα, όταν ο κ. Βραχίμης, του έθετε ως υπόβαθρο κάποιο ισχυρισμό του που περιέχεται στη γραπτή δήλωσή του και ακολούθως, του υπόβαλλε κάποια ερώτηση συναφώς με αυτό, είτε δεν απαντούσε επειδή - όπως ισχυριζόταν - δε θυμόταν, είτε ακόμη, προτού απαντήσει, ζητούσε να δει τη δήλωσή του. Κι όμως, εάν όλα όσα αναφέρει στη δήλωσή του αποτελούσαν γεγονότα - και κυρίως τα ουσιαστικά - και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής δε δικαιολογείται να μην τα θυμάται και να μην απαντά αμέσως και ευθέως στις σχετικές ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Για παράδειγμα, δε δικαιολογείται να θέλει να δει τη δήλωσή του, για να πει το ποσό για το οποίο θα αγόραζε το επίδικο διαμέρισμα, είτε ακόμη, να μη θυμάται εάν για τη συγκεκριμένη πράξη είχε υπογράψει πωλητήριο έγγραφο. Για να συνεχίσω, ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, δηλωτικό της αναξιοπιστίας του, ως μάρτυρα είναι τα όσα ανάφερε συναφώς με την αγοραία αξία του επίδικου διαμερίσματος, όπως αυτή είχε εκτιμηθεί από το Κτηματολόγιο κατά την ημέρα μεταβίβασής του στ' όνομά του. Και τούτο, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για επαγγελματία εκτιμητή ακινήτων, ο ίδιος. Καταρχήν, ερωτηθείς εάν κατά την ημέρα μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος, το Κτηματολόγιο τού είπε ότι αυτό αξίζει €170.000,00, «Δε θυμούμαι να μου είπε έτσι πληροφορία το Κτηματολόγιο» απάντησε. Το να αποκαλεί ένας εκτιμητής ακινήτων, «πληροφορία», τον καθορισμό από το Κτηματολόγιο της αγοραίας αξίας ενός ακινήτου που πρόκειται να μεταβιβαστεί και τούτο, για σκοπούς καταβολής των ανάλογων μεταβιβαστικών τελών και να ισχυρίζεται πως δε θυμάται για ποιο ποσό υπολογίστηκε η αξία του επίδικου διαμερίσματος που είχε αγοράσει ο ίδιος, είναι άκρως παράλογο. Όμως, ακόμη πιο παράλογα είναι και τ' ακόλουθα που είπε συναφώς με το ίδιο θέμα στη συνέχεια. Όταν του υποδείχθηκε από τον κ. Βραχίμη, ότι, το γεγονός ότι από την αγορά του επίδικου διαμερίσματος από τον ίδιο, ο πωλητής θα εισπράξει γύρω στις €86.000,00 και το Κτηματολόγιο τού είπε ότι αυτό αξίζει ακριβώς τα διπλάσια, οπότε σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι θα αγόραζε κάποιο ακίνητο, χωρίς να έχει δει ποτέ τον πωλητή, όλα αυτά, σε οποιοδήποτε λογικό άτομο, θα χτυπούσαν καμπανάκια ότι κάτι δεν πάει καλά με τη συγκεκριμένη πράξη, απάντησε ως εξής: «Αντιλαμβάνομαι ότι το ποσό των €171.000,00 είναι προσωπικός σας ισχυρισμός και δεν είμαι βέβαιος αν αντικατοπτρίζει την αξία του, που καθόρισε το Κτηματολόγιο για τη συγκεκριμένη περίοδο.» Ακόμη και όταν του υποδείχθηκε εκ μέρους μου, ότι κατά τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος, το Κτηματολόγιο το είχε εκτιμήσει €170.000,00 ή €171.000,00, οπότε αυτό θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο και ακολούθως, του επαναδιατυπώθηκε αυτό που του είχε υποβληθεί από τον κ. Βραχίμη, μολονότι η μαρτυρία της Μ.Ε.1 που παρουσίασε τη δήλωση μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος (τεκμήριο 1), στην οποία αναφέρεται ότι αυτό κατά τη μεταβίβασή του είχε εκτιμηθεί από το Κτηματολόγιο σε €170.000,00, παρέμεινε αναντίλεκτη, δυστυχώς, αυτός - που εκτός από αγοραστής στη συγκεκριμένη πράξη, ο οποίος κατέβαλε και τα αναλογούντα μεταβιβαστικά τέλη, είναι και εκτιμητής ακινήτων -, εξακολουθούσε να μιλά για πληροφορία και να αμφισβητεί την εκτίμηση του επίδικου διαμερίσματος από το Κτηματολόγιο. Απάντησε ως εξής: «Είναι μια πληροφορία, η οποία, βάσει και της εμπειρίας μου μπορεί να αποδοθεί σε διάφορους παράγοντες. Σε καθημερινό φαινόμενο, επειδή, ούτε το Κτηματολόγιο μεταβαίνει για να επιθεωρήσει το κάθε ακίνητο και καθορίζει την αξία του από τα γραφεία που βρίσκονται, υπάρχει μεγάλο περιθώριο λάθους. Ταυτόχρονα, όταν αγοράζεις ένα διαμέρισμα στην τιμή πιο χαμηλή από αυτή που σου καθορίζει το Κτηματολόγιο, είναι λογικό να νοιώθεις και κάποια ευχαρίστηση ότι προέβηκες σε σωστή επενδυτική κίνηση.» Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: τελικά, το Κτηματολόγιο εκτίμησε λανθασμένα το επίδικο διαμέρισμα στο ποσό των €170.000,00 ή σωστά, οπότε ο εναγόμενος 1, ο οποίος το είχε αγοράσει ως επένδυση, σε τιμή, πολύ πιο χαμηλή, νοιώθει και κάποια ευχαρίστηση ότι προέβηκε σε σωστή επενδυτική κίνηση; Προφανώς δεν μπορεί να ισχύουν και τα δυο. Το πόσο αντιφατικά και παράλογα είναι τα πιο πάνω που ανάφερε ο εναγόμενος είναι ολοφάνερο. Όμως, η σύγχυση που τον είχε κυριεύσει καταφαίνεται και απ' όσα ισχυρίστηκε για το ίδιο θέμα στη συνέχεια. Όταν ο κ. Βραχίμης, του υπενθύμισε τη θέση του, ότι ουδέποτε είδε το επίδικο διαμέρισμα, το οποίο το Κτηματολόγιο εκτίμησε €170.000,00 και ακολούθως, ουσιαστικά το ρώτησε γιατί δε ρώτησε το γραφείο στο οποίο εργαζόταν τότε, εάν το συγκεκριμένο ποσό είναι σωστό, απάντησε ως εξής: «Μάλλον θετική ήταν η πληροφόρηση που μου έδινε το Κτηματολόγιο για την αξία του ακινήτου που αγόραζα, παρά αρνητική.» Το τι διαμείφθηκε μεταξύ του και του κ. Βραχίμη στη συνέχεια ακολουθεί και πάλι αυτούσιο: «Ε. Οι υποψίες κύριε είχαν να κάμουν με τον πωλητή που εσύ ποτέ δεν είδες. Ότι κάτι δεν επήγαινε καλά με τούτη την πράξη, έτσι; Α. Κατά τη συγκεκριμένη στιγμή δεν είχα κάποια υποψία. Ε. Υποψία κ. Ζουρίδη μου είναι από μόνη της η τεράστια διαφορά στην αξία. Α. Σας έχω εξηγήσει ότι η πληροφορία που δίνει το Κτηματολόγιο πιθανότατα να είναι λανθασμένη.» Η ευκολία με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος, αναχωρούσε από τη μια θέση στην άλλη και προέβαλλε αντιφατικούς ισχυρισμούς, κάθε φορά που αντιλαμβανόταν πόσο λογική ήταν μια ερώτηση που του είχε υποβληθεί αλλά και πόσο παράλογη ήταν η απάντησή του σε κάποια άλλη ερώτηση που του είχε υποβληθεί προηγουμένως, είναι εκπληκτική. Όπως είπε κάποια στιγμή αργότερα, ο πατέρας του, του είπε ότι υπάρχει προς πώληση το επίδικο διαμέρισμα και το αντάλλαγμα θα ήταν €85.468,00, που όπως πίστευε ήταν το υπόλοιπο του δανείου της ενάγουσας στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου. Όταν όμως στη συνέχεια, του υποδείχθηκε από τον κ. Βραχίμη, πως λέει ότι άξιζε €135.000,00, «Απ' ό,τι έμαθα εκ των υστέρων.» απάντησε. «Άρα την περίοδο τη συγκεκριμένη, ούτε αυτό είχες στο μυαλό σου σαν εικόνα αξίας», του λέχθηκε από το κ. Βραχίμη. Και η απάντησή του: «Εντάξει, το €85.000,00 ακουγόταν πολύ ελκυστική τιμή για το ακίνητο, όπου και να βρισκόταν, πόσο μάλλον σε μια περιοχή παραλιακή στην Πάφο.» Το οποίο - για να επαναλάβω -, όταν αποτάθηκε για δανειοδότηση στους εναγόμενους 2, για σκοπούς αγοράς του, αυτοί, το είχαν εκτιμήσει €261.416,00 και ο ίδιος τους δήλωνε ότι θα το αγόραζε για το ποσό των €340.000,
  11. Αναφορικά με το δάνειο, ύψους €171.000,00 που είχε κάνει στους εναγόμενους 2 για σκοπούς αγοράς του επίδικου διαμερίσματος, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής: Υπολόγισε ότι το ποσό που έπρεπε να πληρώσει στη Σ.Π.Ε Στροβόλου ήταν €85.468,00 και το υπόλοιπο ήταν για σκοπούς ανακαίνισης και επίπλωσης και κάτι άλλο. Ίσως και κάτι άλλο που είχε στο νου του, όπως ανάφερε χαρακτηριστικά. Όπως είπε στη συνέχεια, ήταν μια περίοδος που μόλις είχε επιστρέψει στην Κύπρο από τις σπουδές του και ήθελε κάποια χρήματα, επειδή χρειαζόταν αυτοκίνητο, οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να του δίνει την ευελιξία να κινηθεί, όπως χρειαζόταν. Όταν λίγο αργότερα, του υποδείχθηκε ότι το δάνειο ήταν οικιστικό και δεν επιτρεπόταν να αγοράσει αυτοκίνητο και ρωτήθηκε αν είπε ψέματα στην τράπεζα ή είχε άλλο σκοπό, απάντησε ως εξής: «Ο σκοπός μου ήταν να μου επιτρέπεται και κάποια ρευστότητα είτε για να πληρώνω τις δόσεις μου είτε για οτιδήποτε.» Η ευκολία με την οποία προέβαλλε ψευδείς και παράλογους ισχυρισμούς, τον οδήγησε στο σημείο να ισχυρίζεται ότι αιτήθηκε δάνειο για πολύ μεγαλύτερο ποσό, αυτού που είχε συμφωνήσει να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα, για να πληρώνει τις δόσεις του. Λες κι αν ζητούσε δάνειο για ποσό, ανάλογο του ποσού που θα αγόραζε το επίδικο διαμέρισμα ή έστω, κάπως μεγαλύτερο, που σε κάθε περίπτωση, θα ήταν μικρότερο αυτού που είχε ζήτησε καθώς και αυτού που εν τέλει του δόθηκε, είτε δε θα κατέβαλλε δόσεις στην τράπεζα για σκοπούς αποπληρωμής του είτε η δόση που θα κατέβαλλε θα ήταν για μεγαλύτερο ποσό. Άκρως παράλογοι και στερούμενοι πειστικότητας είναι και μερικοί από τους ακόλουθους ισχυρισμούς του από τη γραπτή δήλωσή του: κατά ή περί τις 11/1/2008 έδωσε στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου την επιταγή των εναγόμενων 2, για το ποσό των €85.468,39 και η Σ.Π.Ε. Στροβόλου έκανε εξάλειψη της υποθήκης επί του επίδικου διαμερίσματος, το οποίο μεταβιβάστηκε στ' όνομά του. Κατά ή περί τις 28/2/2008, η Σ.Π.Ε. Στροβόλου διαπίστωσε ότι έκανε λάθος και το υπόλοιπο του δανείου ήταν £85.468,39 και όχι €85.468,39 και του ζήτησε να πληρώσει το επιπρόσθετο ποσό των €60.991,18, το οποίο πλήρωσε στις 29/2/
  12. Υποχρεώθηκε να πληρώσει το ποσό αυτό και τούτο, επειδή δεν ήταν δυνατό να αντιστραφεί η μεταβίβαση και να αναβιώσει η υποθήκη που είχε η Σ.Π.Ε. Στροβόλου προς όφελός της, για την εξασφάλιση του δανείου της ιδιοκτήτριας, που τώρα ξέρει ότι είναι η ενάγουσα. Το γεγονός ότι αντεξεταζόμενος αναγκάστηκε να δεχθεί την ορθή θέση του κ. Βραχίμη, ότι μετά την εξάλειψη της υποθήκης επί του επίδικου διαμερίσματος, δεν είχε την παραμικρή υποχρέωση να δώσει έστω κι ένα σεντ στη Σ.Π.Ε Στροβόλου, δε διαφοροποιεί τα πράγματα. Όμως, για το γεγονός ότι κατέβαλε, ως μη όφειλε στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου και το υπόλοιπο του ενυπόθηκου χρέους της ενάγουσας, μετά την εξάλειψη της υποθήκης επί του επίδικου διαμερίσματος και τη μεταβίβασή του στ' όνομά του, θα επανέλθω κατά την εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Όσα ακολουθούν είναι από τις παραγράφους 4 και 5 της γραπτής δήλωσής του, όπως πάντοτε, μαζί με τα αναγκαία σχόλιά μου: Περί τον Οκτώβρη του 2007, δε θυμάται ακριβώς πότε, ο πατέρας του, τον πληροφόρησε ότι υπήρχε κάποιο διαμέρισμα προς πώληση στην Πάφο που ήταν υποθηκευμένο στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου και τον παρότρυνε να το αγοράσει σαν επένδυση. Του είπε επίσης, ότι το είχε αγοράσει η εταιρεία του (Zourides), με αντάλλαγμα να εξοφληθεί το χρέος του ιδιοκτήτη προς τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου. Επικοινώνησε με τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου και ρώτησε ποιο ήταν το υπόλοιπο της υποθήκης και του είπαν 85.468,
  13. Επειδή μόλις είχε αλλάξει το νόμισμα από λίρες σε ευρώ εξέλαβε ότι το υπόλοιπο που έπρεπε να πληρώσει ήταν €85.468,
  14. Η τιμή ήταν καλή και το θεώρησε σαν καλή επένδυση και συμφώνησε να το αγοράσει και να πληρώσει €105.933,29, για να κάνει κάποιο κέρδος και εταιρεία του πατέρα του. Παρατηρώ τα εξής: Είναι γεγονός, ότι ο πατέρας του, δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου (τεκμήριο 11) - το οποίο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την ενάγουσα, πλην όμως, κατά την αντεξέτασή της, κατόπιν πρωτοβουλίας του δικηγόρου του εναγόμενου 1 -, συμφώνησε όπως η εταιρεία του αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα για το ποσό των £70.000,00 (€119.602,10), το οποίο, όπως αναφέρεται στον όρο 2, θα πληρωθεί στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, για πλήρη εξόφληση του χρέους της ενάγουσας. Ο συγκεκριμένος όρος, που είναι τόσο απλός, τόσο στη διατύπωση όσο και στην κατανόησή του, ασφαλώς δεν έχει την έννοια που του αποδίδει ο εναγόμενος 1, δηλαδή, ότι εάν το χρέος της ενάγουσας προς τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, για πλήρη εξόφληση είναι κάτω από £70.000,00 (€119.602,10), το ποσό που προκύπτει ως διαφορά, θα το επωφελείτο η εταιρεία του πατέρα του, για να έχει νόημα ο ισχυρισμός του, ότι συμφώνησε να το αγοράσει και να πληρώσει €105.933,29, για να κάνει κάποιο κέρδος και εταιρεία του πατέρα του. Ποσό το οποίο, εν πάση περιπτώσει είναι καταφανώς μικρότερο από το ποσό των €119.602,10, που δυνάμει της συμφωνίας (τεκμήριο 11), η εταιρεία του πατέρα του είχε συμφωνήσει με την ενάγουσα να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα. Το τίμημα πώλησης του επίδικου διαμερίσματος, διαλαμβάνεται στο σχετικό όρο
  15. της εν λόγω συμφωνίας, ενώ ο όρος
  16. διαλαμβάνει τον τρόπο πληρωμής του. Το γεγονός ότι κατά τη μεταβίβασή του επίδικου διαμερίσματος στον εναγόμενο 1 από τον πατέρα του, δυνάμει του επίμαχου πληρεξουσίου και οι δυο τους θεωρούσαν ότι το χρέος της ενάγουσας στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου ήταν €85.468,39, σε καμιά περίπτωση τους νομιμοποιούσε να κατακρατήσουν το ποσό της διαφοράς που προέκυπτε με αφαίρεση του ποσού αυτού, από το ποσό των €119.602,
  17. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αιτιολογήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα τον εναγόμενο
  18. Η xxxxx Κούσουλου (Μ.Υ.2) εργάζεται στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Η ουσία της μαρτυρίας της - που είναι εντελώς τυπική - έγκειται στα εξής, τα οποία και αποδέχομαι καθώς αποτελούν και κοινό έδαφος μεταξύ των μερών: το 2007 χορηγήθηκε στην ενάγουσα από τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, ενυπόθηκο δάνειο. Η υποθήκη ήταν και η μόνη εξασφάλιση του δανείου. Ο xxxxx Παναγιώτου (Μ.Υ.3) είναι ειδικός δικαστικός γραφολόγος, τα προσόντα του - που δεν αμφισβητούνται από την ενάγουσα - αναφέρονται στο βιογραφικό σημείωμά του (τεκμήριο 20) και είναι ο μάρτυρας που παρουσίασε ο εναγόμενος 1, βασικά προκειμένου να εξουδετερώσει το συμπέρασμα του αστυφύλακα xxxxx, xxxxx Νικολάου (Μ.Ε.2), ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο επίμαχο πληρεξούσιο δεν είναι γνήσια υπογραφή της ενάγουσας, αλλά, το αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής της από πρόσωπο που γνώριζε ή που είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή της, έστω κι αν ο καθορισμός του προσώπου που την έκανε, είναι αδύνατος. Η ουσία της μαρτυρίας του υπό κρίση μάρτυρα περικλείεται στο έγγραφο που ετοίμασε με τίτλο: «ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΟΛΟΓΟΥ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ XXXXX/10 Ε.Δ.ΠΑΦΟΥ», ημερομηνίας 8/11/2019 (τεκμήριο 21). Το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αποτελεί και την κυρίως εξέταση του μάρτυρα. Με κάθε σεβασμό προς το μάρτυρα, δηλώνω ευθέως, ότι στο βαθμό που η μαρτυρία του είναι σε αντίθεση με τη μαρτυρία του αστυφύλακα xxxxx, Νικολάου (Μ.Ε.2), δεν μπορώ να τη δεχθώ. Και τούτο, επειδή, ο μάρτυρας, ως πραγματογνώμονας που είναι, ενώ όφειλε να με εφοδιάσει με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα μου επέτρεπαν να καταλήξω σε δικαστική κρίση, για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο, όχι μόνο απέστη του θεμελιακού αυτού, καθήκοντός του, αλλά, επιστρατεύοντας τις πλούσιες, ομολογουμένως, γνώσεις του καθώς και τα προσόντα που διαθέτει συναφώς με θέματα γραφολογίας, επιχείρησε - ανεπιτυχώς βέβαια - να αποδομήσει τα ευρήματα του αστυφύλακα Νικολάου και γενικά τη μαρτυρία του και, κυρίως, το απόλυτα ορθό και καθ' όλα τεκμηριωμένο συμπέρασμά του, ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο επίμαχο πληρεξούσιο δεν είναι γνήσια υπογραφή της ενάγουσας, αλλά, αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής της, από πρόσωπο που γνώριζε ή που είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή της. Σ' αυτό το πλαίσιο, ο μάρτυρας - μεταξύ άλλων - υπέπεσε σε πολύ σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που δεν τέθηκαν στον αστυφύλακα xxxxx, Νικολάου, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει είτε τέλος, που είναι σε αντίθεση με αναντίλεκτους ισχυρισμούς του τελευταίου, παρότι, δε μου διαφεύγει, ότι, αντεξεταζόμενος - χωρίς να το αντιληφθεί -, όπως θα φανεί στη συνέχεια, ουσιαστικά υιοθέτησε πλήρως τη μαρτυρία του αστυφύλακα xxxxx, Νικολάου. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του υπό αναφορά, ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, στο έγγραφο σημείωμα που περικλείει τα σχόλιά του αναφορικά με τα ευρήματα του αστυφύλακα xxxxx, Νικολάου (τεκμήριο 21, ανωτέρω), μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Σύμφωνα με εντολές που του δόθηκαν από το δικηγόρο κ. Φιλίππου σχολιάζει την έκθεση και τη μαρτυρία του κ. xxxxx Νικολάου, εμπειρογνώμονα της αστυνομίας, σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Τα τεκμήρια 4 και 6 είναι σχετικά. Για τα διάφορα στοιχεία που ο αστυφύλακας Νικολάου έλαβε υπόψη (αναφέρονται στο σημείωμα του υπό κρίση μάρτυρα) προκειμένου να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο επίμαχο πληρεξούσιο είναι πλαστή, όπως αναφέρει, συμφωνεί ότι αυτά είναι ορισμένα από τα γενικά χαρακτηριστικά που λαμβάνονται υπόψη για να καταλήξει ένας εμπειρογνώμονας κατά πόσο μια υπογραφή είναι γνήσια ή πλαστή. Όμως, προστίθεται, υπάρχουν και άλλα γραφολογικά χαρακτηριστικά εκτός από αυτά που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά την τελική απάντηση, αν η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι γνήσια ή πλαστή. Κατά τον ίδιο, ο μάρτυρας της αστυνομίας, στην έκθεσή του δε σχολιάζει τις μεσογραμματικές αποστάσεις και διαφορές στον τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων, ενώ στο τεκμήριο 6 κάνει αναφορά και σε άλλους παράγοντες, τους οποίους παραλείπει να σχολιάσει. Παραλείπει επίσης να σχολιάσει τις μονογραφές στη σελίδες 1 και 2 του επίμαχου πληρεξουσίου και δεν αναφέρει σε ποιο πρόσωπο αυτές ανήκουν. Κατά τη γνώμη του, αυτό αποτελεί σημαντική παράλειψη εκ μέρους του κ. Νικολάου, ο οποίος, κατά την εξέταση του επίμαχου πληρεξουσίου, δεν έλαβε σοβαρά υπόψη αυτούς τους παράγοντες. Επίσης παρέλειψε να αναφέρει άλλους παράγοντες, τους οποίους έπρεπε να λάβει υπόψη, όπως: πρώτο, ο βαθμός γραφικής ωριμότητας (οργάνωση, αυθορμητισμός), δεύτερο, η μορφή και ο τρόπος σχηματισμού των γραμμάτων και τρόπος σύνδεσης, τρίτο, ο ρυθμός που προϋποθέτει αυθορμητισμό και κίνηση και τέταρτο, η γραφική πίεση. Ακολούθως, ο μάρτυρας, αναφέρει τα εξής: Υπάρχουν επίσης και άλλοι εξωτερικοί παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο γραφής κατά το δεδομένο χρόνο, όπως η υγεία, η ηλικία, η μόρφωση, η ιδιοσυγκρασία, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα του εγγράφου, η ψυχική διάθεση της στιγμής και η θέση του γράφοντος ή του εγγράφου κατά το χρόνο της υπογραφής. Όλοι αυτοί οι παράγοντες επενεργούν ασυναίσθητα στο πρόσωπο που υπογράφει και επιφέρουν παραλλαγές ή διακυμάνσεις στην υπογραφή. Η ταχύτητα δεν μπορεί ποτέ να είναι αμετάβλητη σε όλη την έκταση του γραψίματος. Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα και τα σχόλιά του: Κατά την απόδειξη της γνησιότητας της υπογραφής, η διάσταση μεταξύ των λέξεων, πιθανόν να μην είναι σημαντική, επειδή συχνά οι λέξεις στις υπογραφές είναι συνδεδεμένες. Μεσογραμματικές αποστάσεις είναι ένα γραφολογικό γνώρισμα, που από μόνο του δεν είναι ικανό να καθορίσει το αποτέλεσμα μιας γραφολογικής εξέτασης, αλλά, αυτό σε συνδυασμό με άλλα γραφολογικά γνωρίσματα. Όταν η υπογραφή έχει διορθώσεις, διακοπές ή ψεύτικες συνδέσεις δε θα πρέπει απαραίτητα να θεωρείται πλαστογραφημένη. Άρα, οι διακοπές δεν αποδεικνύουν απαραίτητα πλαστογραφία. Ακόμη και η κούραση είναι ένας συνηθισμένος λόγος που τα άτομα διορθώνουν ή διακόπτουν τη ροή της υπογραφής, όπως επίσης η ασθένεια και η μεγάλη ηλικία. Επίσης δεν αποκλείεται σε μια γνήσια υπογραφή να υπάρχουν και διπλογραφίες που μπορεί να οφείλονται σε πλημμελή λειτουργία του γραφικού μέσου, είτε σε στιγμιαία αδεξιότητα του προσώπου που υπογράφει. Όταν παρατηρούμε αλλαγές σε μια αμφισβητούμενη υπογραφή, όπως διαφορετικός τρόπος σχηματισμού ενός γράμματος ή την έλλειψη ορισμένων στοιχείων δεν πρέπει να συμπεράνουμε αυτόματα ότι είναι πλαστή, γιατί συχνά τα άτομα επιφέρουν μικρές αλλαγές στην υπογραφή τους. Διαφορές στο σχηματισμό των γραμμάτων δυνατό να οφείλονται σε ποικιλία γραφής του ιδίου προσώπου, οι οποίες υπάρχουν στο φάσμα των φυσιολογικών παραλλαγών του ιδίου προσώπου. Υπάρχουν φυσιολογικές ή ακούσιες μεταβολές του γραφικού χαρακτήρα. Φυσιολογικές μεταβολές ή παραλλαγές που συμβαίνουν από την απλή πάροδο του χρόνου, λόγω της φυσιολογικής εξέλιξης της γραφής. Η φυσιολογική μεταβολή ή εξέλιξη του γραφικού χαρακτήρα από έτος σε έτος, σε ανθρώπους καλής υγείας είναι ελάχιστη και ανεπαίσθητη. Αντίθετα, σε ανθρώπους που υπέστησαν σοβαρή ασθένεια, η μεταβολή του γραφικού τους χαρακτήρα είναι μεγάλη και αισθητή. Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα: Φυσικές μεταβολές που επηρεάζουν τη γραφή είναι πρώτο, η αλλαγή του συνήθους τρόπου που κρατείται το γραφικό μέσο, η αλλαγή της θέσης του χεριού σε σχέση με το χαρτί και την κατεύθυνση της γραφής, δεύτερο, η γραφή σε κινούμενο όχημα, τρίτο, η κόπωση του προσώπου που γράφει, τέταρτο, ο τρόμος, καταναγκασμός, η απειλή και πέμπτο, η γραφή σε μεγάλο ψύχος. Οι τρεις τελευταίες παράγραφοι του σημειώματος του μάρτυρα, παρατίθενται αυτούσιες: «Η αμφισβητούμενη υπογραφή παρουσιάζει κατά τη γνώμη μου ορισμένα στοιχεία που μου δημιουργούν την υποψία ότι αυτή δυνατό να μην είναι γνήσια υπογραφή της xxxxx xxxxx ΙΟΝΙΚΑ. Δεν αποκλείω επίσης το ενδεχόμενο η υπογραφή αυτή να έγινε με εσκεμμένο τρόπο από την ίδια την xxxxx με σκοπό να την αμφισβητήσει εκ των υστέρων, ή να έγινε από οποιοδήποτε άλλο στα πλαίσια προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής της από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στη κατοχή του γνήσια υπογραφή της xxxxx xxxxx ΙΟΝΙΚΑ. . Σχολιάζοντας επίσης τα ευρήματα του Γραφολόγου xxxxx Νικολάου είμαι της γνώμης ότι έλαβε υπόψη του μόνο ορισμένα γραφολογικά χαρακτηριστικά και παρέλειψε άλλους παράγοντες που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν διαφορετική γνώμη. Με βάση τα πιο πάνω είμαι της γνώμης ότι η έκθεση του Γραφολόγου της Αστυνομίας στη παρούσα υπόθεση δεν είναι αντιπροσωπευτική.» Χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ και σε όσα ανάφερε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, το πόσο επισφαλές είναι να βασιστώ στα παραπάνω που αναφέρει στο σημείωμά του (τεκμήριο 21), καταφαίνεται από τα εξής: Αν υποτεθεί ότι η έκθεση του αστυφύλακα Νικολάου δεν είναι αντιπροσωπευτική, επειδή έλαβε υπόψη του, μόνο ορισμένα γραφολογικά χαρακτηριστικά και παρέλειψε να λάβει υπόψη του άλλους παράγοντες που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν διαφορετική γνώμη, ενώ ο μάρτυρας έλαβε υπόψη του, όλους τους παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε τέτοια - διαφορετική γνώμη, εν τοιαύτη περιπτώσει, αυτός, πρώτο, γιατί δε μας είπε ποιοι είναι αυτοί οι παράγοντες που έλαβε υπόψη ο ίδιος, και δεύτερο, όποιοι κι αν είναι αυτοί οι παράγοντες, γιατί δεν επέτρεψαν στον ίδιο να διατυπώσει μια και μόνο γνώμη περί της γνησιότητας ή μη της αμφισβητούμενης υπογραφής επί του επίμαχου πληρεξουσίου, παρά μόνο διατύπωσε τρεις, εκ των οποίων, οι δυο, ουσιαστικά συνάδουν με τη γνώμη του αστυφύλακα Νικολάου και η τρίτη είναι σε πλήρη αντίθεση με τη δεύτερη; Μολονότι δεν ισχυρίζομαι ότι είμαι εμπειρογνώμονας, εντούτοις, ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, ειλικρινά, αδυνατώ να κατανοήσω τη θέση του μάρτυρα, ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή, ενδεχομένως να έγινε με εσκεμμένο τρόπο από την ίδια την ενάγουσα, με σκοπό να την αμφισβητήσει εκ των υστέρων, που αν ισχύει κάτι τέτοιο, αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι η ενάγουσα, την ώρα που υπόγραφε προσπάθησε να ξεφύγει από το γραφικό της χαρακτήρα ή να έγινε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της ενάγουσας, στα πλαίσια προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής της, που αν ισχύει κάτι τέτοιο, αυτό, και πάλι με απλά λόγια, σημαίνει ότι ο πλαστογράφος, την ώρα που υπόγραφε προσπαθούσε να αντιγράψει ή μιμηθεί την υπογραφή και κατ' επέκταση το γραφικό χαρακτήρα της ενάγουσας. Προφανώς, δεν μπορούν να ισχύουν και τα δυο. Όμως, ότι τα δυο αυτά ενδεχόμενα δεν μπορούν να συνυπάρχουν τεκμηριώνεται και επιστημονικά από την αξιόπιστη μαρτυρία του αστυφύλακα Νικολάου, ο οποίος, αντεξεταζόμενος, όταν ρωτήθηκε εάν είναι πιθανόν η ενάγουσα να είχε υπογράψει το επίμαχο πληρεξούσιο με τρόπο που να μπορεί να παρουσιαστεί ότι δεν είναι η υπογραφή της, απάντησε ως εξής: «Κοιτάξτε, εμένα η θέση μου στα ευρήματά μου ήταν ότι η υπογραφή της είναι προϊόν προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής της. Δεν είναι γνήσια υπογραφή της συγκεκριμένης. Έγινε προσπάθεια από κάποιο άλλο πρόσωπο να την αποτυπώσει ως ίδια, να την πλαστογραφήσει, να την αντιγράψει. Τώρα, όσον αφορά το ερώτημα, όταν ένα πρόσωπο προσπαθεί να αντιγράψει ή απομιμηθεί την υπογραφή κάποιου άλλου προσώπου, αυτό που έχει κατά νου, πρώτα, είναι να αποτυπώσει τη γενική μορφή της υπογραφής. Δεν μπορεί όμως σε καμιά περίπτωση να καταφέρει να αποδώσει και τις ομοιότητες στις μικρολεπτομέρειες της υπογραφής. Αντίθετα, όταν ένα πρόσωπο τώρα προσπαθεί να παραποιήσει την υπογραφή του, εκείνο που έχει κατά νου, πρώτα, είναι να αλλάξει τη γενική εμφάνιση της υπογραφής, ούτως ώστε να φαίνεται κάτι άλλο.» Ερωτηθείς ακολούθως, εάν είναι σε θέση να αποκλείσει ότι την υπογραφή στο επίμαχο πληρεξούσιο, την έβαλε η ενάγουσα και επειδή ήταν δυσαρεστημένη με την εξέλιξη, επιδίωξε να τη διαφοροποιήσει, όπως είπε απαντώντας, σε τέτοια περίπτωση, θα άφηνε κάποια δικά της, ατομικά γραφολογικά γνωρίσματα στην υπογραφή. Ευθύς αμέσως, του υποβλήθηκε η εξής ερώτηση: «Δεν είχε; Αφού είχε, όπως μας είπετε προηγουμένως, ομοιότητες με την υπογραφή της.» Και η απάντησή του: «Μόνο ως προς τη γενική εμφάνιση, που αυτό αποδίδεται στην προσπάθεια κάποιου άλλου προσώπου να αντιγράψει μια υπογραφή.» Αναφορικά τώρα με τη θέση του υπό κρίση μάρτυρα, ότι κατά τη γνώμη του, το γεγονός ότι ο αστυφύλακας Νικολάου παραλείπει να σχολιάσει τις μονογραφές στη σελίδα 1 και 2 του επίμαχου πληρεξουσίου και δεν αναφέρει σε ποιο ανήκουν αυτές, αποτελεί σοβαρή παράληψη, παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, ό,τι απαιτείται για να θεωρείται νομικά έγκυρο ένα πληρεξούσιο έγγραφο είναι μόνο η υπογραφή του (και όχι και η μονογραφή, σε περίπτωση που το έγγραφο αποτελείται από περισσότερες - της μιας - σελίδες), από το πρόσωπο που το παραχωρεί και η πιστοποίησή της από πιστοποιών υπάλληλο. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι ο μάρτυρας που διατυπώνει την πιο πάνω θέση, δε μας είπε πώς γνωρίζει ότι το επίμαχο πληρεξούσιο φέρει μονογραφή/μονογραφές, τη στιγμή που ο ίδιος, όπως είπε αντεξεταζόμενος, για να κάνει το σημείωμά του είχε στην κατοχή του και είδε τα τεκμήρια 4 και 6 που είχαν κατατεθεί από τον εμπειρογνώμονα της αστυνομίας, ως επίσης και ότι ο ρόλος του ήταν να σχολιάσει τα εν λόγω τεκμήρια, που με απλά λόγια σημαίνει, ότι, ενδεχομένως και να μην είδε ολόκληρο το επίμαχο πληρεξούσιο. Να πω απλώς, ότι από τα τρία έγγραφα/τεκμήρια που παρουσίασε ο αστυφύλακας Νικολάου, η σελίδα 3 του επίμαχου πληρεξουσίου, στην οποία περικλείεται και η υπογραφή που αποδίδεται στην ενάγουσα αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 5, που δεν είδε ο μάρτυρας και η σελίδα αυτή είναι και μόνη σελίδα του επίμαχου πληρεξουσίου που παρουσίασε ο αστυφύλακας Νικολάου. Παρόλα αυτά, επειδή είναι γεγονός, ότι το επίμαχο πληρεξούσιο (μέρος του τεκμηρίου 1) αποτελείται από τρεις σελίδες και οι δυο πρώτες φέρουν 2 μονογραφές, αν υποτεθεί ότι ο υπό κρίση μάρτυρας, με κάποιο τρόπο τις έχει δει, δεδομένου και του καθήκοντός του να θέσει ενώπιόν μου όλα τα αναγκαία κριτήρια και δεδομένα που θα με βοηθήσουν να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: στο σημείωμά του, γιατί παραλείπει να αναφέρει εάν ο ίδιος εξέτασε τις εν λόγω μονογραφές και σε τέτοια περίπτωση, εάν οποιαδήποτε από αυτές ανήκει στην ενάγουσα; Και κάτι ακόμη. Για τις επιπτώσεις, από το γεγονός ότι πλείστα όσα αναφέρει στο σημείωμά του ο μάρτυρας - δεδομένης και της σημασίας τους -, δεν έχουν τεθεί στον αστυφύλακα Νικολάου, για να του δοθεί η ευκαιρία, τουλάχιστον να σχολιάσει, παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ευσταθίου (ανωτέρω): «..το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό.» Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέταση του μάρτυρα: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί, ο μάρτυρας, όπως αναφέρει στο σημείωμά του για τα διάφορα στοιχεία που έλαβε υπόψη ο αστυφύλακας Νικολάου, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή της ενάγουσας, αλλά πλαστή, συμφωνεί ότι αυτά είναι ορισμένα από τα γενικά χαρακτηριστικά που λαμβάνονται υπόψη για να καταλήξει ένας εμπειρογνώμονας, κατά πόσο μια υπογραφή είναι γνήσια ή πλαστή. Ωστόσο, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Βραχίμη, συμφώνησε μαζί του, ότι, το αν υπάρχει διπλογραφία σ' ένα γράμμα ή διαφορά στον τρόπο σχηματισμού κάποιου συγκεκριμένου γράμματος, δεν είναι γενικό χαρακτηριστικό, αλλά, κάτι πολύ συγκεκριμένο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ότι ο μάρτυρας, από την αρχή κιόλας της αντεξέτασής του, θα αναιρούσε τόσο αβίαστα τον εαυτό του και θα επιβεβαίωνε τόσο ξεκάθαρα τον αστυφύλακα Νικολάου, ομολογώ δεν το περίμενα. Όσα ακολουθούν αναφέρθηκαν από τον αστυφύλακα Νικολάου, αρκετές φορές, και μάλιστα, ουσιαστικά, χωρίς να έχουν αμφισβητηθεί από τους δυο εναγόμενους: Μετά που πήρε τα διάφορα τεκμήρια που αναφέρει στην έκθεσή του χρησιμοποίησε την αναλυτική συγκριτική μέθοδο στη δικαστική γραφολογία, όπου καταγράφει τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά της αμφισβητούμενης υπογραφής και των αντίστοιχων δειγμάτων γραφής και τα συγκρίνει. Η αναλυτική συγκριτική μέθοδος στηρίζεται σε τρεις βασικές αρχές. Της ατομικότητας του γραφικού χαρακτήρα, όπου δεν υπάρχει περίπτωση δυο υπογραφές να είναι γραμμένες με τον ίδιο τρόπο, του αυτοματισμού της γραφής, όπου η γραφή είναι μια έκφραση της σκέψης και αποτυπώνεται στο χαρτί, ασυναίσθητα και με ταχύτητα και τέλος, της ποικιλίας των γραφικών κινήσεων. Το ανθρώπινο χέρι δεν είναι μηχανή ακριβείας ή σφραγίδα που αποτυπώνει το ίδιο ακριβώς πράγμα, αποτέλεσμα κάθε φορά που χρησιμοποιείται. Εναπόκειται σε φυσικές παραλλαγές. Ο ίδιος κατέγραψε λοιπόν τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά της αμφισβητούμενης υπογραφής και είδε, παρατήρησε ό,τι αναφέρει και στη σελ. 2 της έκθεσής του. Για να συνεχίσω με το μάρτυρα, όταν ο κ. Βραχίμης, του υπόβαλε ότι το να υπάρχει διπλογραφία σ' ένα γράμμα και διαφορά στον τρόπο σχηματισμού του δεν είναι γενικά χαρακτηριστικά, αλλά ειδικά χαρακτηριστικά, απάντησε ως εξής: «Συμφωνώ μαζί σας απόλυτα.» Συνεχίζοντας να αναιρεί τα όσα καταγράφει στο σημείωμά του και επιβεβαιώνοντας ακόμη περισσότερο την ορθότητα της εργασίας καθώς και της γνώμης του αστυφύλακα Νικολάου αναφορικά με την αμφισβητούμενη υπογραφή επί του επίμαχου πληρεξουσίου και γενικά την ορθότητα και αλήθεια της μαρτυρίας του, ευθύς αμέσως συμφώνησε με τον κ. Βραχίμη - και κατ' επέκταση με τον αστυφύλακα Νικολάου - και για τα εξής: Όταν ένας ειδικός κάνει μια έκθεση, θα δει όλους τους παράγοντες/στοιχεία που ο ίδιος θεωρεί ότι δημιουργούν υποψία ως προς το γνήσιο της υπογραφής και απ' όλο το φάσμα/από αυτά τα στοιχεία, θα καταγράψει στην έκθεσή του αυτά που θεωρεί σημαντικά για την κρίση του σε σχέση με την ειδική υπόθεση που εξετάζει. Δε θα ξεκινήσει να κάνει διατριβή για το τι είναι γραφολογία και γενικά όλα τα ζητήματα που θα μπορούσε σε κάποια περίπτωση κάποιος γραφολόγος να συζητήσει. Θα περιοριστεί σε ορισμένα πράγματα. Ακολουθεί το σχόλιό μου: Στην προκείμενη περίπτωση είναι φανερό, ότι εκείνος που εργάστηκε με τον ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο που ανάφερε ο μάρτυρας, είναι ο αστυφύλακας Νικολάου, σε αντίθεση με τον ίδιο, του οποίου το σημείωμα που υπόβαλε, μολονότι δε θα έλεγα ότι αποτελεί διατριβή για το τι είναι γραφολογία, εντούτοις, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εισαγωγή γενικά και αόριστα στη γραφολογία είτε ακόμη, στις αρχές που διέπουν μια γραφολογική εξέταση, πλην όμως, χωρίς οποιοδήποτε τεκμηριωμένο συσχετισμό με όσα αφορούν στην παρούσα υπόθεση και την αμφισβητούμενη υπογραφή επί του επίμαχου πληρεξουσίου. Ευθύς αμέσως, ο κ. Βραχίμης - με αναφορά στο επίμαχο πληρεξούσιο και το πρόσωπο που το υπόγραψε -, υπόβαλε στο μάρτυρα την εξής ερώτηση: «Δε σας έχουν δοθεί οποιεσδήποτε πληροφορίες σε σχέση με την ηλικία, την υγεία την ημέρα εκείνη, κατά πόσο ήταν θύμα εκβιασμού ή πιέσεων, έτσι, όταν υπόγραφε το συγκεκριμένο άτομο το συγκεκριμένο έγγραφο;» Και η απάντησή του: «Όχι, δεν έχω τέτοια πληροφόρηση.» Δεδομένης της θέσης του, ότι αυτά τα στοιχεία καθώς και όλα τ' άλλα που αναφέρει στο σημείωμά του, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το γραφολόγο προκειμένου να είναι σε θέση να αποφανθεί κατά πόσο μια υπογραφή είναι γνήσια ή πλαστή, διερωτώμαι πόσο ορθή και αξιόπιστη μπορεί να είναι η δική του θέση αναφορικά με την επίμαχη υπογραφή, τη στιγμή που, ενώ στο σημείωμά του αναφέρει σωρεία στοιχείων, χαρακτηριστικών και παραγόντων που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και επειδή κατά τον ίδιο, ο αστυφύλακας Νικολάου δεν έλαβε, η έκθεσή του δεν είναι αντιπροσωπευτική, δεν προκύπτει από πουθενά να είχε ο ίδιος οποιαδήποτε πληροφόρηση, όχι μόνο για τα πιο πάνω στοιχεία/πληροφορίες που του αναφέρθηκαν από τον κ. Βραχίμη, αλλά και για όλα τ' άλλα που αναφέρει στο σημείωμά του. Όπως είπε στη συνέχεια, η γνώμη του ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή παρουσιάζει ορισμένα στοιχεία που του δημιουργούν την υποψία ότι δυνατό να μην είναι γνήσια υπογραφή της ενάγουσας εδράζεται σε σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής - την οποία είδε - με τις υπόλοιπες υπογραφές - που επίσης είδε - οι οποίες είναι γνήσιες. Τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής: Πόσο λογικό είναι ενώ σε σχέση με την επίμαχη υπογραφή, η έκθεση του αστυφύλακα Νικολάου (και κατ' επέκταση, η γνώμη του) να μην είναι αντιπροσωπευτική, για όλους τους λόγους που αναφέρει ο μάρτυρας στο σημείωμά του, με τη γνώμη του αστυφύλακα Νικολάου, για το μάρτυρα, να αποτελεί απλώς, ένα από τα τρία ενδεχόμενα που καταγράφει στο σημείωμά του, αλλά για όλες τις άλλες υπογραφές, με τις οποίες έγινε σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής, η γνώμη και των δυο μαρτύρων να είναι ακριβώς η ίδια; Δηλαδή, ότι πρόκειται για γνήσιες υπογραφές; Να υποθέσω ότι η γνώμη του αστυφύλακα Νικολάου, σε σχέση με την αμφισβητούμενη υπογραφή, επειδή εργάστηκε τόσο εσφαλμένα και πλημμελώς σύμφωνα με όσα αναφέρει στο σημείωμα του ο υπό κρίση μάρτυρας, είναι λανθασμένη, ενώ για όλες τις άλλες υπογραφές - που είναι αρκετές -, μολονότι ακολούθησε την ίδια, εσφαλμένη μεθοδολογία εξέτασής τους, εντούτοις, όλως τυχαίως και συμπωματικά είναι ορθή και σύμφωνη με τη γνώμη του μάρτυρα; Τέτοια υπόθεση, προφανώς, δεν μπορώ να κάνω. Όμως, για να το θέσω και διαφορετικά, εάν ο υπό κρίση μάρτυρας, για όλους τους λόγους που αναφέρει στο σημείωμά του, δεν μπόρεσε να καταλήξει με θετικό τρόπο σε μια, μόνο, γνώμη, αναφορικά με τη γνησιότητα ή μη της αμφισβητούμενης υπογραφής επί του επίμαχου πληρεξουσίου, πώς τα κατάφερε να το κάνει για όλες τις άλλες υπογραφές; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Όσα ακολουθούν, ουσιαστικά αναιρούν το πρώτο από τα δυο ενδεχόμενα που αναφέρει στο σημείωμά του ο μάρτυρας αναφορικά με την αμφισβητούμενη υπογραφή και την ίδια ώρα επιβεβαιώνουν και πάλι απόλυτα το ορθό συμπέρασμα του αστυφύλακα Νικολάου συναφώς με αυτή. Όπως αναφέρει λοιπόν στο σημείωμά του ο μάρτυρας, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο, η αμφισβητούμενη υπογραφή να έγινε με εσκεμμένο τρόπο από την ίδια την ενάγουσα με σκοπό να την αμφισβητήσει εκ των υστέρων. Συναφώς με αυτό το ενδεχόμενο - αντεξεταζόμενος πάντοτε -, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Σίγουρα δεν είναι εύκολο να ξεγελάσεις ένα γραφολόγο. Ένας μέσος άνθρωπος, σίγουρα δεν ξέρει τι στοιχεία εξετάζει ένας γραφολόγος για να αποφασίσει αν μια υπογραφή είναι γνήσια ή όχι, να κάνει σκόπιμα παραποιήσεις για να τον ξεγελάσει. Μπορεί να κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μη φαίνεται ότι είναι δική του η γραφή, με σκοπό να παραποιήσει το φυσιολογικό τρόπο γραφής του, όμως παραμένουν στοιχεία στον τρόπο που γράφει που συνδέουν τούτη την υπογραφή με τον τρόπο που συνήθως υπογράφει. Δε θα τα καταφέρει εξ ολοκλήρου σε όλα τα γράμματα, αλλά σε ορισμένα θα τα καταφέρει. Το υπόλοιπο μέρος της αντεξέτασής του συναφώς με το θέμα, ακολουθεί αυτούσιο: «Ε. Και ένας γραφολόγος εν να μπορεί να πει ότι: «μα κύριε, τούτο δαμέ εν προσπάθεια παραποίησης, έτα τα στοιχεία δαμέ που συνδέουν τούτη την υπογραφή με την κανονική του υπογραφή.» Α. Ναι, όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση που υπάρχει ο αργός ρυθμός γραφής, υπάρχει κάποια προσπάθεια για διστακτικότητα, αυτά όλα λαμβάνονται υπόψη. Ε. Υπάρχει αργός τρόπος γραφής. Α. Διστακτικότητα. Ε. Υπάρχει διστακτικότητα. Α. Μάλιστα. Ε. Υπάρχουν διπλογραφές. Α. Διπλογραφές. Ε. Υπάρχει διαφορά στα σχήματα των γραμμάτων, έτσι; Α. Μάλιστα. Ε. Και ένας άνθρωπος ειδικός που βλέπει τούτα τα πράγματα, σχηματίζει την εικόνα ότι δαμέ μιλούμε για πλαστογραφία. Α. Ναι, σχηματίζει την εικόνα ότι αυτή δεν είναι γνήσια υπογραφή.» Από το παραπάνω απόσπασμα είναι ολοφάνερο, ότι ο μάρτυρας, χωρίς να το αντιληφθεί - και προφανώς να το θέλει -, ενώ αναίρεσε το ενδεχόμενο, η αμφισβητούμενη υπογραφή να έγινε με εσκεμμένο τρόπο από την ίδια την ενάγουσα με σκοπό να την αμφισβητήσει εκ των υστέρων, την ίδια ώρα υιοθέτησε πλήρως την ορθή γνώμη του αστυφύλακα Νικολάου - καθώς και το σκεπτικό επί της οποίας αυτή εδράζεται - ότι η εν λόγω υπογραφή, δεν είναι γνήσια υπογραφή της ενάγουσας, αλλά το αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής της από πρόσωπο που γνωρίζει ή είχε στη κατοχή του τη γνήσια υπογραφή της. Γνώμη, που κατά τον υπό κρίση μάρτυρα αποτελεί απλώς ένα ενδεχόμενο, σύμφωνα με το σημείωμά του. Το απόσπασμα που ακολουθεί - με το οποίο συμπληρώθηκε και η αντεξέταση του μάρτυρα -, κατά τη γνώμη μου, ενώ από τη μια αιτιολογεί πλήρως τους λόγους για τους οποίους το θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα, στην έκταση που έχει αναφερθεί, από την άλλη, καθιστά απολύτως ορθό το συμπέρασμα του αστυφύλακα Νικολάου ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή της ενάγουσας: «Ε. Και να σας πω και κάτι άλλο, μια από τις υπογραφές που είδετε ως αυθεντικές, υπογράφηκε κατά την εισήγηση αυτού που παρουσίασε τούτο το έγγραφο σαν γνήσιο, ο ισχυρισμός του αυτός είναι, την ίδια ώρα. Α. Ναι, το ερώτημά σας; Ε. Άρα, έχουμε μια υπογραφή που υπογράφεται σωστά και την ίδια ώρα σε άλλο χαρτί που έχουμε τη συγκεκριμένη. Α. Έχω εξηγήσει ότι εξαρτάται και από τις συνθήκες που υπογράφηκε. Ε. Την ίδια ώρα κύριε. Α. Εξαρτάται η ψυχολογική κατάσταση πώς ήταν εκείνη την ώρα. Ε. Την ίδια ώρα. Α. Όταν παίρνει η αστυνομία δείγματα από ένα πρόσωπο, η ψυχική του κατάσταση δεν είναι εκείνη που έπρεπε να ήταν. ...... Ε. κ. Παναγιώτου, εάν δυο υπογραφές μπαίνουν ταυτόχρονα, την ίδια ώρα, τότε, τούτοι οι παράγοντες που έχουν να κάνουν με ψυχικές πιέσεις, όπως τα έχετε πει στην έκθεσή σας, τρόμος, κόπωση, ψύχος, έτσι; Α. Μάλιστα. Ε. Ισχύουν και για τις δυο. Α. Ισχύουν και για τις δυο. Ναι, είπαμε, εξαρτάται από τις συνθήκες που υπογράφει κάποιος. Ε. Και εδώ ο ισχυρισμός αυτού που παρουσίασε τούτη την αμφισβητούμενη υπογραφή, είναι ότι αυτή υπογράφτηκε ταυτόχρονα με την υπογραφή που εξετάσατε εσείς. Α. Το 2007; Ε. Ναι. Α. Αυτό δεν το ξέρω, αφού το λέτε. Ε. Έχει όμως σημασία κύριε. Δεν έχει σημασία; Έχει σημασία. Α. Είπα έχει σημασία, αλλά η κάθε υπογραφή είναι και διαφορετική. Δηλαδή δεν μπορεί δυο υπογραφές να είναι ταυτόσημες μεταξύ τους, εξαρτάται από τους παράγοντες που υπογράφει κάποιος.» Να πω απλώς, ότι τόσο για τον αστυφύλακα Νικολάου όσο και για τον υπό κρίση μάρτυρα, η υπογραφή στη θέση του 1ου συμβαλλόμενου στο πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο 11) είναι γνήσια υπογραφή της ενάγουσας και αποτελεί δικογραφημένη θέση του εναγόμενου 1 - την οποία προώθησε ενόρκως μέσω του πατέρα του (Μ.Υ.5) - ότι η ενάγουσα υπόγραψε το επίμαχο πληρεξούσιο στην παρουσία του πατέρα του και στην παρουσία του πιστοποιούντος υπαλλήλου, xxxxx Αρσαλίδη, την ίδια στιγμή που υπόγραψε και το πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο 11). Προφανώς, εάν αυτό αποτελούσε γεγονός, με βάση τη μαρτυρία και των δυο γραφολόγων και ιδιαίτερα του αστυφύλακα Νικολάου, ο οποίος κατά το χρόνο που κλήθηκε να πραγματοποιήσει γραφολογική εξέταση καθώς και κατά το χρόνο που ετοίμασε την έκθεσή του, ενεργούσε για λογαριασμό της αστυνομίας και όχι προς όφελος ή κατ' εντολή οποιουδήποτε διαδίκου, η αμφισβητούμενη υπογραφή στο επίμαχο πληρεξούσιο, θα έπρεπε να θεωρηθεί γνήσια. Ωστόσο, ενώ για τον αστυφύλακα Νικολάου δεν είναι γνήσια, ο κ. Παναγιώτου, πρώτο, υποψιάζεται ότι δυνατό να μην είναι γνήσια, δεύτερο, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να έγινε με εσκεμμένο τρόπο από την ίδια την ενάγουσα με σκοπό να την αμφισβητήσει εκ των υστέρων και τρίτο -σε πλήρη αντίθεση με το δεύτερο - δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να έγινε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή της ενάγουσας, στα πλαίσια προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησής της υπογραφής της. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Δεκτή στο σύνολό της - και ως αναντίλεκτη - είναι και η μαρτυρία της xxxxx Παυλίδου (Μ.Υ.4), η οποία εργάζεται στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Από τη μαρτυρία της προκύπτουν τα εξής: Σε σχέση με το επίμαχο πληρεξούσιο και το επίδικο διαμέρισμα, ο xxxxx Ζουρίδης (Μ.Υ.5) αντιμετώπισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, την ποινική υπόθεση με αριθμό XXXXX/
  19. Το κατηγορητήριο της υπόθεσης (τεκμήριο 22) περικλείει τις ακόλουθες κατηγορίες: πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και εξασφάλιση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις (κατηγορίες 1, 2 και 3, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, μετά από ακρόαση, με την έκδοση της σχετικής απόφασης, ημερομηνίας 5/7/2013 (τεκμήριο 23) αθωώθηκε και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Από τη μαρτυρία της xxxxx Παυλίδου προκύπτουν και τα εξής: Κατά τη διερεύνηση της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης, προέβησαν σε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία, τόσο η ενάγουσα όσο και ο πιστοποιών υπάλληλος που πιστοποίησε την αμφισβητούμενη υπογραφή στο επίμαχο πληρεξούσιο. Για λόγους που αναφέρονται στο σχετικό πρακτικό μου, η κατάθεση της πρώτης, ως τεκμήριο, δεν έγινε αποδεκτή, ενώ στη δεύτερη (τεκμήριο 24), ο πιστοποιών υπάλληλος, xxxxx Αρσαλίδης, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Θυμάται ότι στις 4/6/2007 μετέβηκε στο γραφείο του xxxxx Ζουρίδη στη Λευκωσία όπου πιστοποίησε το αντίτυπο του ειδικού πληρεξουσίου που του υποδείχθηκε από τον αστυφύλακα που του πήρε την κατάθεση. Παρών στο μέρος ήταν και μια κοπέλα που δε θυμάται την περιγραφή της, αλλά, ούτε και την ταυτότητά της ζήτησε και ο λόγος είναι επειδή υπέθεσε ότι είναι η «υποφαινόμενη» που αναγράφεται στο πληρεξούσιο. Αν δει τώρα την εν λόγω κοπέλα δε θα την αναγνωρίσει. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του πατέρα του εναγόμενου, xxxxx Ζουρίδη (Μ.Υ.5) είναι τελείως αρνητική. Στην περίπτωσή του - ισχύουν με το παραπάνω -, όλα όσα αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) για τον εναγόμενο γιο του, με τη διαφορά ότι ο πρώτος αποτελεί και τον ενορχηστρωτή της όλης διαδικασίας απόσπασης του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος από την ενάγουσα, ο οποίος, για να υλοποιήσει το στόχο του χρησιμοποίησε - από ένα σημείο και μετά - και τον εναγόμενο γιό του, ο οποίος αποδέχτηκε όπως το επίδικο διαμέρισμα μεταβιβαστεί και εγγραφεί στ' όνομά του. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία και αυτού, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της που επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία ή που συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα, είτε ακόμη που αποτελείται από ισχυρισμούς του οι οποίοι παράμειναν αναντίλεκτοι, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδής. Όσα ακολουθούν θεωρώ ότι αναδεικνύουν το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτού ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσής του (τεκμήριο 25). Όπως αναφέρει σ' αυτή, το επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι πλαστογραφημένο, το υπόγραψε η ίδια στην παρουσία του και στην παρουσία του πιστοποιούντος υπαλλήλου, xxxxx Αρσαλίδη, την ίδια στιγμή που υπόγραψε και το πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο 11), με το οποίο συμφώνησε να πωλήσει το επίδικο διαμέρισμά της στην εταιρεία - του - Zourides. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η φερόμενη ως υπογραφή της ενάγουσας στο επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο, σύμφωνα με την καθολικά αποδεκτή μαρτυρία του ανεξάρτητου γραφολόγου της αστυνομίας, αστυφύλακα Νικολάου (Μ.Ε.2), δεν είναι γνήσια. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε, καταρχήν, υπό μορφή ενδεχομένου και ο γραφολόγος που επιστράτευσε ο εναγόμενος 1 προκειμένου να δημιουργήσει αμφιβολίες αναφορικά με τη βεβαιότητα του αστυφύλακα Νικολάου επί του εν λόγω συμπεράσματός του, ο οποίος, ωστόσο, εν τέλει, υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε, έστω έμμεσα, ουσιαστικά, υιοθέτησε ως ορθή, τόσο την εργασία του αστυφύλακα Νικολάου όσο και το μόνο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την αμφισβητούμενη υπογραφή στο επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο, η οποία, ότι δεν είναι γνήσια, αλλά πλαστή, τεκμηριώνεται και από την αξιόπιστη μαρτυρία της ενάγουσας, της οποίας, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, δέχομαι τη θέση, ότι ουδέποτε υπόγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο. Όμως, ότι η ενάγουσα αποκλείεται να υπόγραψε το επίμαχο πληρεξούσιο, την ίδια στιγμή που υπόγραψε το πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο 11) αποδεικνύεται και από τα εξής: Το πωλητήριο έγγραφο υπογράφτηκε στις 4/6/
  20. Με αυτό, η ενάγουσα συμφώνησε να πωλήσει το επίδικο διαμέρισμα στην εταιρεία Zourides (η οποία σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία ανήκει στο μάρτυρα, με τον οποίο συμβίωνε τότε η ενάγουσα και είχε αποκτήσει και ένα παιδί), για το ποσό των £70.000,00 (€119.602,10). Ο όρος 2 του εγγράφου διαλαμβάνει ότι το ποσό αυτό θα πληρωθεί στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου για πλήρη εξόφληση του χρέους της ενάγουσας. Το πρώτο που παρατηρώ είναι το εξής: δεδομένης της σύναψης της εν λόγω συμφωνίας και της υπογραφής της από την ενάγουσα, εάν αυτή για οποιοδήποτε λόγο ήθελε να παραχωρήσει πληρεξούσιο στο μάρτυρα, προκειμένου να προβεί εκ μέρους της στις αναγκαίες ενέργειες για σκοπούς εκτέλεσης της εν λόγω συμφωνίας, ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, θα του παραχωρούσε το ανάλογο ειδικό πληρεξούσιο και όχι το επίμαχο πληρεξούσιο, το οποίο, καθ' ομολογία του ετοίμασε ο ίδιος, με το οποίο η ενάγουσα φέρεται να του παραχωρεί το δικαίωμα και την εξουσία, κυριολεκτικά να της ξεκληρίσει την ακίνητη περιουσία και να κάνει ό,τι θέλει γενικά την περιουσία της. Αυτό, επειδή, μολονότι το επίμαχο πληρεξούσιο φέρει τίτλο «ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο», στην ουσία αποτελεί ένα κλασσικό γενικό πληρεξούσιο έγγραφο. Σύμφωνα με αυτό, η ενάγουσα φέρεται να καθιστά το μάρτυρα πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της, με εντολή να προβαίνει - μεταξύ άλλων - στις ακόλουθες ενέργειες και/ή πράξεις, αντί της ίδιας και για λογαριασμό της: Με τον όρο 1, να παρουσιάζεται ενώπιον οποιουδήποτε κτηματολογικού γραφείου στην Κύπρο και να πωλεί, δωρίζει και υποθηκεύει όλη την ακίνητη περιουσία της, παρούσα και μελλοντική, όπου και να βρίσκεται, σε οποιοδήποτε πρόσωπο, για οποιοδήποτε ποσό και με οποιουσδήποτε όρους, μη εξαιρουμένου και του ιδίου. Με μόνο λόγο, ότι η ενάγουσα, με το πωλητήριο έγγραφο (για να επαναλάβω) συμφώνησε να πωλήσει το επίδικο διαμέρισμά της στην εταιρεία του μάρτυρα για συγκεκριμένο ποσό και με το ρητό όρο ότι αυτό θα πληρωνόταν στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, για πολύ συγκεκριμένο σκοπό, που ήταν η πλήρης εξόφληση του χρέους της προς τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, ομολογώ μου ακούγεται άκρως παράλογο - για να δεχθώ ότι αποτελεί γεγονός -, ότι την ίδια στιγμή, θα παραχωρούσε στο μάρτυρα και το επίμαχο πληρεξούσιο, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, το οποίο του έδινε το δικαίωμα να πωλήσει το επίδικο διαμέρισμα και γενικά την ακίνητη περιουσία της, αντί οποιουδήποτε ποσού, δηλαδή, ακόμη και για μικρότερο ποσό των £70.000,00 και το πλέον εκπληκτικό, ακόμη και να δωρίσει το σύνολο της ακίνητης περιουσίας της - άρα και του επίδικου διαμερίσματος - και στον ίδιο. Με τον ένατο όρο, να διαχειρίζεται όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της οπουδήποτε βρίσκεται, να τη νοικιάζει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, αντί οποιουδήποτε ενοικίου ή αποζημίωσης και να εισπράττει τα ενοίκια ή αποζημίωση. Με τον εντέκατο, να παρουσιάζεται ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου στην Κύπρο, ως ενάγων ή εναγόμενος και να διορίζει δικηγόρους για προστασία των συμφερόντων της. Με το δέκατο τρίτο, να δέχεται αποφάσεις ή συμβιβασμούς και να τις εκτελεί. Με το δέκατο πέμπτο, να εισπράττει οποιαδήποτε χρήματα τα οποία έχει ή θα έχει να παίρνει από οποιοδήποτε πρόσωπο ή κυβερνητικό ταμείο ή τραπεζικό ή ίδρυμα δυνάμει γραμματίου ή λογαριασμού ή καταθέσεών της. Με το δέκατο έκτο, να ζητά άδεια από την αρμόδια αρχή, για οικοδομή, κατεδάφιση κτημάτων της. Με το ίδιο έγγραφο, η ενάγουσα φέρεται να δίδει στο μάρτυρα το δικαίωμα να υπογράφει στη θέση της και για λογαριασμό της, κάθε σχετικό έγγραφο ή δήλωση πώλησης ή δηλώσεις υποθήκης, ακόμη και δωρεές, για πλήρη αποπεράτωση όλων και κάθε μιας από τις πιο πάνω εντολές της που του έδωσε με το επίμαχο πληρεξούσιο. Και ενώ με το συγκεκριμένο έγγραφο, η ενάγουσα στις δυο πρώτες σελίδες φέρεται να παραχωρεί στο μάρτυρα, όλες αυτές τις εξουσίες (καθώς και τις υπόλοιπες που περικλείονται σ' αυτό), το παράδοξο είναι ότι στην τρίτη - και τελευταία - σελίδα, το μόνο που υπάρχει (εκτός από την αμφισβητούμενη υπογραφή στη θέση του «πληρεξουσιοδοτών», τον τόπο και την ημερομηνία που φέρεται να έγινε το έγγραφο (4/6/2007) καθώς και τη σφραγίδα και πιστοποίηση του πιστοποιούντος υπαλλήλου, ο οποίος φέρει την ενάγουσα να υπογράφει στην παρουσία του το επίμαχο πληρεξούσιο, στις 4/6/2007), είναι περιγραφή του επίδικου διαμερίσματος, με αναφορά σ' όλα τα κτηματολογικά στοιχεία του (χωριό, αρ. εγγραφής, τεμάχιο, Φ./Σχ., μπλοκ, συμφέρον και τοποθεσία). Ότι ο μάρτυρας, του οποίου δέχομαι τη θέση ότι αυτός ετοίμασε το επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο και που μολονότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι πρόκειται για το άτομο που πλαστογράφησε την υπογραφή της ενάγουσας στη θέση του «πληρεξουσιοδοτών» σ' αυτό, εντούτοις είναι κάτι περισσότερο από προφανές, ότι ευθύνεται για τη συγκεκριμένη ενέργεια - προκειμένου με τη χρήση του εν λόγω εγγράφου, να διασφαλίσει ότι θα μπορούσε να αποσπάσει την ιδιοκτησία του επίδικου διαμερίσματος από την ενάγουσα -, αποδεικνύεται και από το γεγονός, ότι αισθάνθηκε την ανάγκη να ετοιμάσει ένα γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, πλην όμως, με ειδική αναφορά στα στοιχεία του επίδικου διαμερίσματος. Για να συνεχίσω, επειδή ο μάρτυρας, στην παράγραφο 10 της γραπτής δήλωσής του ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με την ενάγουσα να πωλήσει το διαμέρισμά της στην εταιρεία του, για £70.000,00, με υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα πώλησης για να ξοφλήσει την υποθήκη στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, τρία πράγματα θέλω να πω. Το πρώτο - χάριν ακριβείας - είναι ότι με βάση τη συμφωνία (τεκμήριο 11), το ποσό αυτό, θα πληρωνόταν στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου για πλήρη εξόφληση του χρέους της ενάγουσας και όχι για εξόφληση της υποθήκης, δηλαδή του ενυπόθηκου χρέους της, που ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό από το υπόλοιπο του δανείου που της είχε παραχωρηθεί. Το δεύτερο, είναι ότι ο μάρτυρας δεν έδωσε καθόλου πειστική απάντηση ή εξήγηση, γιατί δεν υλοποιήθηκε η εν λόγω συμφωνία και το τρίτο - και σημαντικότερο -, δεν εξήγησε ποτέ, γιατί ενώ είχε συμφωνήσει με την ενάγουσα, η εταιρεία του να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα για το ποσό των £70.000,00 (€119.602,10), το οποίο ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώσει στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου για πλήρη εξόφληση του χρέους της ενάγουσας, εν τέλει, το πούλησε στον εναγόμενο γιο του, για το ποσό των £62.000,00 (€105.933,29), δηλαδή για μικρότερο ποσό, από το οποίο μάλιστα, όπως ήταν η θέση και των δυο, θα κέρδιζε και κάτι η εταιρεία του. Από αυτά που αναφέρει ο ίδιος στην παράγραφο 11 της δήλωσής του, προκύπτει ότι το κέρδος της εταιρείας του, θα ήταν €20.000,
  21. Προστίθενται και τα εξής: δεδομένου ότι με βάση τη συμφωνία (τεκμήριο 11), ολόκληρο το ποσό των £70.000,00 (€119.602,10), που αποτελούσε το συμφωνημένο τίμημα πώλησης του επίδικου διαμερίσματος στην εταιρεία του, ο ίδιος ανέλαβε την υποχρέωση να το πληρώσει στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου για πλήρη εξόφληση του χρέους της ενάγουσας, με ποια λογική είπε στον εναγόμενο γιο του να το αγοράσει σαν επένδυση και δήλωσε στο Κτηματολόγιο, ως τίμημα πώλησης, το ποσό των (€105.933,29), για να κερδίσει και κάτι η εταιρεία του; Είναι δυνατό να κέρδιζε οποιοδήποτε ποσό η εταιρεία του από τη συγκεκριμένη πράξη, που ήταν για ποσό, μικρότερο του ποσού που είχε συμφωνήσει η ίδια - μέσω του - να το αγοράσει από την ενάγουσα, τη στιγμή μάλιστα που ολόκληρο θα το κατέβαλλε στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, για πλήρη εξόφληση του χρέους της ενάγουσας; Αναφορικά με τον ισχυρισμό του, της παραγράφου 13 της γραπτής δήλωσής του ότι δεν είχε κανένα λόγο να πλαστογραφήσει την υπογραφή της ενάγουσας, διότι ανέλαβε μέσω της εταιρείας του να ξοφλήσει το δάνειό της στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου και το έκανε, ως επίσης, ότι ο λόγος που αποφάσισε να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα η εταιρεία του, ήταν για να έχει ευχαριστημένη την ενάγουσα, παρατηρώ τα εξής: εάν ο λόγος που συμφώνησε να αγοράσει η εταιρεία του το επίδικο διαμέρισμα ήταν για να έχει ευχαριστημένη την ενάγουσα, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι, καταρχήν, γιατί θα πρεπε να συμφωνήσει να το αγοράσει από αυτή για το ποσό €119.602,10, τη στιγμή που η εκτιμημένη αγοραία αξία του, κατά τον ίδιο και τον εναγόμενο γιο του, ήταν €135.000,
  22. Εν πάση περιπτώσει, εάν ήθελε να έχει ευχαριστημένη την ενάγουσα, θα μπορούσε απλώς να ξοφλήσει το χρέος της στη Σ.Π.Ε Στροβόλου και να παραμείνει στην ίδια το επίδικο διαμέρισμα. Όμως, επειδή τόσο ο ίδιος όσο και ο εναγόμενος ισχυρίζονται ότι εν τέλει πλήρωσαν ακόμη €60.991,18, για πλήρη εξόφληση του χρέους της ενάγουσας στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, η θέση μου είναι η εξής: αυτό έγινε στις 29/2/2008, η συμφωνία (τεκμήριο 11) συνάφθηκε και υπογράφτηκε στις 4/6/2007 και η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στ' όνομα του εναγόμενου 1 έγινε στις 11/1/
  23. Δηλαδή, με λίγα λόγια, όταν ο μάρτυρας συμφωνούσε για λογαριασμό της εταιρείας του να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα, θεωρούσε ότι αυτό θα γινόταν ιδιοκτησία της εταιρείας του, με μόλις €119.602,10, ενώ, όταν το μεταβίβασε στο γιο του με τη χρήση του επίμαχου πληρεξουσίου, το μεταβίβασε για το ακόμη, μικρότερο ποσό των €105.933,29, θεωρώντας μάλιστα και οι δυο, ότι από αυτό, ποσό €20.000,00, θα ήταν το κέρδος της εταιρείας του. Όμως, ειδικά επί του ισχυρισμού του ότι δεν είχε κανένα λόγο να πλαστογραφήσει την υπογραφή της ενάγουσας, η θέση μου είναι εντελώς αντίθετη. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί και στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του εναγόμενου 1, μολονότι δεν έχει αποδειχθεί με θετικό τρόπο ότι πρόκειται για το μάρτυρα το πρόσωπο που πλαστογράφησε την υπογραφή της ενάγουσας στο επίμαχο πληρεξούσιο, που με απλά λόγια σημαίνει πως δεν αποκλείεται να συνέβη κάτι τέτοιο, και να μην ισχύει αυτό, είναι βέβαιο, ότι αυτός είναι που ανάθεσε σε κάποιο άλλο να το κάνει και τούτο, έχοντας υπόψη, καταρχήν, ότι σύμφωνα με τον αστυφύλακα Νικολάου, αλλά και τον κ. Παναγιώτου - κατά μια εκδοχή αυτός -, η αμφισβητούμενη υπογραφή στο εν λόγω έγγραφο, δεν είναι γνήσια υπογραφή της ενάγουσας, αλλά το αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής της από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της. Και από την αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι ο μάρτυρας, και είχε στην κατοχή του, αλλά και γνώριζε τη γνήσια υπογραφή της ενάγουσας, με την οποία συζούσε για πολλά χρόνια και είχαν αποκτήσει και ένα παιδί. Ως προς το λόγο που είχε για να κάνει όσα έκανε τα οποία οδήγησαν στην απόσπαση του επίδικου διαμερίσματος από την ενάγουσα με τη χρήση του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου και στη μεταβίβασή του δυνάμει αυτού στ' όνομα του εναγόμενου 1, είναι φανερό, ότι αυτός δεν είναι άλλος, από το γεγονός ότι, μερικές, μόλις, βδομάδες προηγουμένως, μεταξύ των δυο υπήρξε οριστική διακοπή της συμβίωσής τους, με αποτέλεσμα να οδηγήσει ο ένας τον άλλο στο Οικογενειακό Δικαστήριο προκειμένου να διευθετήσουν το θέμα της γονικής μέριμνας του παιδιού τους. Η μεν ενάγουσα, με την αίτηση XXXXX/2007, την οποία καταχώρησε στις 10/12/2007 ζητούσε την ανάθεση στην ίδια της άσκησης της επιμέλειας και διαζευκτικά, τη φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου τους και ο ίδιος, με την αίτηση XXXXX/2007, την οποία καταχώρησε στις 18/12/2007 ζητούσε διάταγμα επικοινωνίας με το ανήλικο παιδί τους και με μονομερή αίτηση που καταχώρησε την ίδια μέρα, προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας με αυτό. Οι τρεις αυτές αιτήσεις συνθέτουν σε δέσμη το τεκμήριο 9 και από το σώμα της αίτησης της ενάγουσας, το αντίστοιχο σώμα της δια κλήσεως αίτησης του μάρτυρα, καθώς και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει τη μονομερή αίτησή του προκύπτει ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο, ότι διέμεναν σε οικία στο Στρόβολο μαζί με το ανήλικο παιδί τους, μέχρι και την 1/12/2007 που η ενάγουσα τον εγκατέλειψε μαζί με το παιδί τους. Παρότι δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω για ποιο λόγο δεν είχε εκτελεστεί η συμφωνία (τεκμήριο 11), προτού επέλθει διάσταση μεταξύ τους, είναι σαφές, ότι, επειδή εκτός κι αν η ενάγουσα μετέβαινε στο Κτηματολόγιο για να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα για να γίνει η σχετική μεταβίβαση, αυτή δεν μπορούσε να γίνει και προφανώς, επειδή μετά την 1/12/2007 που επήλθε οριστικά διάσταση στη σχέση της με τον μάρτυρα, δεν είχε διάθεση να υλοποιήσει την εν λόγω συμφωνία, αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος καθώς και το κίνητρο του μάρτυρα να κατασκευάσει το επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο, με τη χρήση του οποίου έγινε ό,τι ακολούθησε και που αποτελεί την αιτία καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Για να συνεχίσω, ο ισχυρισμός του της παραγράφου 13 της γραπτής δήλωσής του, ότι ανέλαβε μέσω της εταιρείας του να ξοφλήσει το δάνειο της ενάγουσας στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου και το έκανε έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τον ισχυρισμό του τής παραγράφου 15 σύμφωνα με τον οποίο, το δάνειο που έκανε η ενάγουσα στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου ξοφλήθηκε από τον εναγόμενο
  24. Ο ισχυρισμός του της παραγράφου 20 της γραπτής δήλωσής του, ότι η ενάγουσα έφυγε από το σπίτι κατά το τέλος Οκτωβρίου 2007 συγκρούεται με τον ισχυρισμό του της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσης στην οποία έχει προβεί προς υποστήριξη της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πλαίσιο της αίτησης XXXXX/07 (ανωτέρω) σύμφωνα με τον οποίο, η ενάγουσα, την 1/12/2007, όλως αναιτίως εγκατέλειψε μαζί με το ανήλικο παιδί τους την οικία στην οποία διέμεναν και διέκοψε απότομα τη συμβίωσή τους. Στο βαθμό που ο μάρτυρας, καταληκτικά στη δήλωσή του φέρει την ενάγουσα να έχει δηλώσει κατά την ακρόαση της ποινικής υπόθεσης XXXXX/2010, ότι έβαλε τα αρχικά της στις δυο πρώτες σελίδες του επίμαχου πληρεξουσίου, αλλά δεν ήταν σίγουρη για την τελευταία σελίδα, η θέση μου είναι η εξής: μολονότι ο εναγόμενος 1 είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, αναφορικά με το τι κατάθεσε η ενάγουσα στην εν λόγω ποινική υπόθεση, που είναι τα σχετικά πρακτικά του Δικαστηρίου, εντούτοις, αυτό, υπατιότητί του δεν έγινε ποτέ. Εν πάση περιπτώσει και δίκαιο να είχε ο μάρτυρας, το γεγονός ότι η ενάγουσα, τότε, δεν ήταν σίγουρη αν είχε θέσει την υπογραφή της στην τελευταία σελίδα του επίμαχου πληρεξουσίου, σε καμία περίπτωση είναι σε αντίθεση ή αναιρεί τη βεβαιότητά της στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, πως δεν υπόγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο, η οποία επιβεβαιώνεται και από την ανεξάρτητη επιστημονική μαρτυρία του γραφολόγου, αστυφύλακα Νικολάου. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέταση του μάρτυρα: Όπως είπε κάποια στιγμή, το βράδυ που έφυγε η ενάγουσα από το σπίτι (τέλη Οκτωβρίου 2007), εκτός από τα δώρα που τις έκανε, τα οποία έπιασε, του έκλεψε και κάμποσα χρυσαφικά που ήταν να δώσει στην κόρη του και στις νύμφες του στις επόμενες γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Επίσης, του έκλεψε και το computer της εταιρείας του. Για όλα αυτά, την κατάγγειλε γραπτώς στην Αστυνομία. Παρότι καθώς ήδη έχει αναφερθεί μεταξύ των δυο επήλθε διάσταση και διακοπή της συμβίωσης, την 1/12/2007 (και όχι τον Οκτώβρη του 2007), οπότε η ενάγουσα έφυγε από το σπίτι στο οποίο διέμεναν μαζί με το παιδί τους, ότι ο μάρτυρας δεν είχε κανένα δισταγμό να πει ψέματα, αλλά και ότι μετά που επήλθε διάσταση στη σχέση του με την ενάγουσα, ήταν αποφασισμένος να της αποσπάσει με κάθε μέσο και τρόπο το επίδικο διαμέρισμα αποδεικνύεται από τα δυο σοβαρά ψέματα που είπε γραπτώς στο Κτηματολόγιο, κατά τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στ' όνομα του εναγόμενου γιου του. Στη σχετική δήλωση μεταβίβασης (τεκμήριο 1), εκτός από το επίμαχο πληρεξούσιο που επισυνάπτεται σ' αυτή, επισυνάπτονται και διάφορα άλλα έγγραφα, ανάμεσά τους και η υπεύθυνη - ενυπόγραφη δήλωση του μάρτυρα προς το Κτηματολόγιο, ημερομηνίας 11/1/
  25. Σ' αυτή, ο μάρτυρας, όπως αναφέρει, γνωρίζοντας τις συνέπειες του Νόμου για ψευδή δήλωση, δηλώνει υπεύθυνα ότι η παρασχεθείσα στον ίδιο εξουσιοδότηση από την ενάγουσα: (α), .... (β), ο αντιπροσωπευόμενος (δηλαδή η ενάγουσα) εξακολουθεί να βρίσκεται στη ζωή - και το σπουδαιότερο - και έχει συνεχή επικοινωνία μαζί της. (γ), .. (δ), είναι σε γνώση του αντιπροσωπευόμενου η σκοπούμενη δικαιοπραξία. Ενώ το πρώτο - από τα υπογραμμισμένα - που έχει δηλώσει [υπό (β)] καταρρίπτεται ακόμη και από τη δική του μαρτυρία, το δεύτερο [υπό (δ)], ουδέποτε το ισχυρίστηκε είτε ο ίδιος είτε ο εναγόμενος γιος του, καθ' ον χρόνο κατέθεταν ως μάρτυρες στην υπόθεση. Επί του ισχυρισμού του ότι ετοίμασε το επίμαχο πληρεξούσιο με το συγκεκριμένο περιεχόμενο για να μπορεί σε περίπτωση που είσπραττε το ποσό των £70.000,00 ή και ξοφλώντας τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, να μεταβιβάσει το επίδικο διαμέρισμα σε οποιοδήποτε και επειδή με το συγκεκριμένο ισχυρισμό είναι φανερό ότι διασυνδέει το επίμαχο πληρεξούσιο με το πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο 11), παρατηρώ τα εξής: καταρχήν, αφ' ης στιγμής - όπως είναι η θέση του - εξασφάλισε το επίμαχο πληρεξούσιο από την ενάγουσα, την ίδια στιγμή που αυτή υπόγραψε και το πωλητήριο έγγραφο, δεδομένου ότι το επίμαχο πληρεξούσιο, ουσιαστικά είναι γενικό - και μόνο κατ' όνομα ειδικό -, δε βλέπω για ποιο λόγο θα έπρεπε να είχε γίνει και το πωλητήριο έγγραφο. Ακολούθως, δεδομένου ότι με βάσει το πωλητήριο έγγραφο συμφώνησε να αγοράσει η εταιρεία του το επίδικο διαμέρισμα για το ποσό των £70.000,00, ακόμη δεν έχω αντιληφθεί γιατί το πούλησε στον εναγόμενο γιο του για το μικρότερο ποσό των £62.000,
  26. Επί του ισχυρισμού του ότι ρώτησε τη Σ.Π.Ε Στροβόλου και του είπαν ότι το υπόλοιπο του χρέους της ενάγουσας είναι 85.000,00 και υπόθεσε ότι εννοούσαν 85.000,00 ευρώ, οπότε, με δεδομένο ότι είχε συμφωνήσει με την ενάγουσα να αγοράσει η εταιρεία του το επίδικο διαμέρισμα για το ποσό των £70.000,00 (€119.602,10), αυτό σήμαινε ότι υπήρχε ένα υπόλοιπο κάπου €35.000,00, ερωτηθείς από τον κ. Βραχίμη, εάν κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό αυτό, απάντησε ως εξής: «Αφού επανήλθε η τράπεζα και ήθελε άλλες €60.000,00 για να ξοφλήσει, δεν πέρασαν πολλές μέρες.» Του υπενθυμίζω απλώς, ότι η δικογραφημένη θέση του εναγόμενου 1 - την οποία προέβαλε και ενόρκως και με δεδομένο ότι παρέμεινε αναντίλεκτη, αποδέχομαι - είναι ότι η Σ.Π.Ε Στροβόλου διαπίστωσε ότι έκανε λάθος αναφορικά με το υπόλοιπο του δανείου της ενάγουσας, στις 28/2/
  27. Δηλαδή, ενάμισι και πλέον μήνα μετά την ημερομηνία μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος στον ίδιο, η οποία έγινε στις 11/1/
  28. Συνεπώς, ο μάρτυρας, δεν μπορεί να ισχυρίζεται και να θέλει να γίνει πιστευτός, ότι ο λόγος για τον οποίο δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το επιπλέον ποσό που προέκυπτε από την πώληση του επίδικου διαμερίσματος στον εναγόμενο γιο του σε σχέση με αυτό που είχε συμφωνήσει να το αγοράσει η εταιρεία του, είναι αυτός που ανάφερε. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι το δάνειο που είχε εξασφαλίσει ο γιος του για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος, ήταν καταφανώς για πολύ μεγαλύτερο ποσό (€171.000,00), εάν η όλη διαδικασία που οδήγησε στη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στον εναγόμενο 1, ήταν καθαρή, ο μάρτυρας σε συνεννόηση με το γιο του, εκείνο που θα μπορούσαν και όφειλαν να κάνουν ήταν το εξής: όταν ο εναγόμενος 1, στις 4/1/2008 συνήπτε με τους εναγόμενους 2 τη συμφωνία στεγαστικού δανείου για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος, θα έπρεπε να δώσει οδηγίες στους εναγόμενους 2 να εκδώσουν, εκτός από την επιταγή (τεκμήριο 32), για το ποσό των €85.468,39 προς όφελος της Σ.Π.Ε. Στροβόλου για εξόφληση του δανείου της ενάγουσας, ακόμη μία επιταγή, προς όφελος της ενάγουσας, για το ποσό των €35.000,00 περίπου, το οποίο προκύπτει ως η διαφορά, μετά την αφαίρεση του ποσού των €85.468,39 από το ποσό των €119.602,10 (£70.000,00) που αποτελεί το συμφωνημένο τίμημα πώλησης του επίδικου διαμερίσματος στην εταιρεία Zourides με βάση τη συμφωνία (τεκμήριο 11). Όχι απλώς δεν το έκαναν, αλλά, για να επαναλάβω συνέργησαν μεταξύ τους ώστε ο ένας να πωλήσει στον άλλο το επίδικο διαμέρισμα, για ποσό, μικρότερο εκείνου που είχε συμφωνήσει να το αγοράσει ο πρώτος για την εταιρεία του. Άξιος αναφοράς είναι και ο ισχυρισμός του ότι δήλωσε τιμή πώλησης του επίδικου διαμερίσματος στο Κτηματολόγιο το ποσό των €105.000,00, για να κερδίσει και κάτι η εταιρεία του. Συγκεκριμένα, όταν ρωτήθηκε, τι θα κέρδιζε η εταιρεία του ακριβώς, απάντησε ως εξής: «€20.000,00, να δείξουμε κέρδος της εταιρείας ότι έπιασε κέρδος 20.000 και επέτρεψε να μεταβιβαστεί το κτήμα 105.000 και για λόγους φορολογικούς, πώς το λένε, κτηματολογικούς.» Το πόσο παράλογοι και στερούμενοι πειστικότητας, αλλά και αποκαλυπτικοί των πραγματικών προθέσεών του έναντι της ενάγουσας είναι όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί του, καταφαίνεται από τα εξής: Ομολογώ, αδυνατώ να κατανοήσω, πώς γίνεται η εταιρεία του να έβγαζε κέρδος €20.000,00, τη στιγμή που θα πωλούσε το επίδικο διαμέρισμα στο γιο του, για ποσό, μικρότερο του ποσού που είχε συμφωνήσει να το αγοράσει η εταιρεία του. Αυτό και μόνο αποκαλύπτει ότι ο μάρτυρας και φυσικά βέβαια ο εναγόμενος 1, ούτε καν υπολόγιζαν το πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο 11), παρά μόνο, το επίμαχο πληρεξούσιο και κυρίως την εμβέλειά του, το οποίο, έτσι κι αλλιώς, παρείχε εξουσία στο μάρτυρα, ακόμη και να δωρίσει το επίδικο διαμέρισμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο, περιλαμβανομένου του ιδίου. Και κάτι ακόμη. Δεδομένου ότι το πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο 11), καθ' ομολογία του μάρτυρα δεν είχε κατατεθεί οπουδήποτε, διερωτώμαι κατά ποια έννοια θα επωφελείτο η εταιρεία του από την επίδικη πράξη, για φορολογικούς ή οποιουσδήποτε άλλους λόγους. Όπως πολύ ορθά του υπόβαλε ο κ. Βραχίμης, ο φόρος δε θα γύρευε από την εταιρεία χρήματα. Και βέβαια, η απάντησή του, ότι έτσι το είδαν εκείνοι, κάθε άλλο παρά πειστική είναι. Ο μάρτυρας, στη γραπτή δήλωσή του ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα τον κατάγγειλε στην αστυνομία ότι πλαστογράφησε την υπογραφή της, για να τον εκδικηθεί και για κανένα άλλο λόγο. Ένας από τους λόγους που το έκανε, ήταν γιατί της ζήτησε να του επιστρέψει κάποια διαμάντια που είχε πάρει από το σπίτι. Ένας άλλος λόγος ήταν ότι αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα ο εναγόμενος γιος του. Αντεξεταζόμενος, όταν του υποβλήθηκε ότι η υπογραφή στο επίμαχο πληρεξούσιο είναι διαφορετική από την υπογραφή στο πωλητήριο έγγραφο, που υποτίθεται ότι η ενάγουσα υπόγραψε ταυτόχρονα, όπως είπε απαντώντας, η ενάγουσα υπόγραψε έτσι για να του δημιουργήσει πρόβλημα, εξ ου και οι προθέσεις της να τον κατηγορήσει για πλαστά έγγραφα. Όταν στη συνέχεια, ο κ. Βραχίμης, του υπόβαλε ότι η απόφαση να του δημιουργήσει πρόβλημα είναι υπόθεσή του, αφού όπως λέει έγινε μετά που έμαθε ότι το επίδικο διαμέρισμα μεταβιβάστηκε στο γιο του και μετά που την είχε καταγγείλει ο ίδιος στην αστυνομία, αντιλαμβανόμενος πόσο παράλογα και αντιφατικά ήταν όλα αυτά που ισχυριζόταν, απάντησε ως εξής: «Εγώ δήλωσα ότι τούτη τη γυναίκα την αγαπάω, προσέξετε όμως, δε θα δεχτώ όμως η κυρία αυτή να ορκίζεται ενόρκως ψέμα ότι είμαι βίαιος άνθρωπος και ότι δεν υπόγραψε και ότι δεν έκανε το ένα και δεν έκανε το άλλο. Αλλού να παραδέχεται και αλλού να μην παραδέχεται ότι έκλεψε και δεν έκλεψε κ.τ.λ., έκλεψε κύριε. Τι θέλω εγώ; Για ποιον λόγο εγώ να κατηγορήσω τη μητέρα του γιου μου ότι είναι κλέφτισσα;» Η παραπάνω απάντηση του - στο βαθμό που μπορεί να λεχθεί ότι αποτελεί απάντηση σε ό,τι του υποβλήθηκε -, προφανώς δεν απαντά στην ουσία του θέματος που έγκειται στα εξής: όταν η ενάγουσα, υποτίθεται ότι του παραχωρούσε το επίμαχο πληρεξούσιο (στις 4/6/2007), ούτε τον εναγόμενο γιο του γνώριζε μα ούτε και είχε οποιοδήποτε λόγο να θέλει είτε να εκδικηθεί τον ίδιο είτε να του δημιουργήσει πρόβλημα. Ούτε αυτός μα ούτε και εναγόμενος ισχυρίστηκαν κάτι τέτοιο. Όμως, ακόμη και να είχε λόγο να θέλει να του δημιουργήσει πρόβλημα, ούτε αυτός μα ούτε και ο εναγόμενος γιος του μας είπαν, ποιος την είχε υποχρεώσει να παραχωρήσει το επίμαχο πληρεξούσιο για να χρειαστεί να υπογράψει με τέτοιο τρόπο σ' αυτό έτσι ώστε να μπορεί αργότερα να αμφισβητήσει την υπογραφή της, χωρίς βέβαια να μου διαφεύγει ότι ακόμη και ο γραφολόγος που επιστράτευσε ο εναγόμενος προκειμένου να δημιουργήσει αμφιβολίες αναφορικά με το συμπέρασμα του αστυφύλακα Νικολάου, ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο επίμαχο πληρεξούσιο είναι πλαστή, αντεξεταζόμενος, διατύπωσε την ορθή θέση, ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει. Όταν περί το τέλος της αντεξέτασής του, ο κ. Βραχίμης, του υπόβαλε πως όταν έφυγε η ενάγουσα από το σπίτι, ήθελε να της φύγει το επίδικο διαμέρισμα και δεν είχε πληρεξούσιο, απάντησε ως εξής: «Γιατί αν μείνισκε πάνω στην xxxxx με το χρέος, τι θα έκανε κύριε; Με 146.000 υπόλοιπο, δάνειο στο Στρόβολο, τι θα έκανε; Θα της το έπιανε η τράπεζα.» Μου φαίνεται ότι πολύ εύκολα ξεχνά ο μάρτυρας, πως όταν προχωρούσε στην επίδικη μεταβίβαση, τόσο ο ίδιος όσο και ο εναγόμενος γιος του θεωρούσαν ότι το χρέος της ενάγουσας στη Σ.Π.Ε Στροβόλου, ήταν μόλις €85.000,
  29. Και κάτι τελευταίο. Με μόνο λόγο ότι μεταξύ του μάρτυρα και της ενάγουσας, την 1/12/2007 επήλθε διάσταση και οι μεταξύ τους σχέσεις είχαν τόσο έντονα διαταραχθεί, σε σημείο που προσέφυγαν και οι δυο στο Δικαστήριο, αξιώνοντας, ο ένας τη φύλαξη του ανήλικου παιδιού τους και ο άλλος δικαίωμα επικοινωνίας μαζί του και την ίδια περίοδο, κατά το μάρτυρα, η ενάγουσα τον είχε καταγγείλει στην αστυνομία για βία στην οικογένεια και ο ίδιος εκείνη για κλοπή, και να αποτελούσε γεγονός ότι η ενάγουσα του είχε παραχωρήσει το επίμαχο πληρεξούσιο, δεδομένης και της εμβέλειάς του, ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, εκείνη θα το ανακαλούσε, ενώ ο ίδιος δε θα έπρεπε να το χρησιμοποιήσει ποτέ και για κανένα σκοπό. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ για να αναδείξω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα τον πατέρα του εναγόμενου, στην έκταση που αναφέρεται σε άλλο σημείο, πιο πάνω. Ο xxxxx Ιωάννου καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι ο μόνος μάρτυρας που παρουσίασαν οι εναγόμενοι 2 κατά τη δίκη. Από την αναντίλεκτη μαρτυρία του - η οποία περικλείεται στη γραπτή δήλωσή του (τεκμήριο 26) -, προκύπτουν τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος των εναγόμενων 2 και συγκεκριμένα, διευθυντής τους στο κατάστημά τους στην Αραδίππου. Ο εναγόμενος, με την αίτησή του προς τους εναγόμενους 2, ημερομηνίας 4/1/2008 (τεκμήριο 28) αιτήθηκε στεγαστικό δάνειο για το ποσό των €171.000,00 για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος. Η σχετική συμφωνία (τεκμήριο 30) υπογράφτηκε την ίδια μέρα. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόμενων 2, ο εναγόμενος 1 ενέγραψε προς όφελός τους την επίδικη υποθήκη (τεκμήριο 2), για το ποσό των €188.100,00, πλέον τόκους. Κατά την έγκριση του δανείου λήφθηκε υπόψη και η έκθεση εκτίμησης του επίδικου διαμερίσματος, ημερομηνίας 28/12/2007 (τεκμήριο 29). Σύμφωνα με αυτή - η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών των εναγόμενων 2 -, η αγοραία αξία του επίδικου διαμερίσματος, στις 28/12/2007 ανερχόταν σε €261.416,00 (£153.00,00). Το συγκεκριμένο δάνειο εξασφαλίστηκε και με την προσωπική εγγύηση του (Μ.Υ.5), για το ποσό των €205.200,00, πλέον τόκους. Πρόκειται για το τεκμήριο 31, η σχετική σύμβαση εγγύησης. Από το προϊόν του εν λόγω δανείου εκδόθηκε η επιταγή (τεκμήριο 32), για το ποσό των €85.468,39 προς όφελος της Σ.Π.Ε. Στροβόλου, για εξόφληση του δανείου της ενάγουσας. Το δάνειο, η επίδικη υποθήκη, η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος και η εξόφληση του δανείου της ενάγουσας στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου έγιναν την ίδια μέρα. Συγκεκριμένα, στις 11/1/
  30. Η επίδικη υποθήκη έγινε καθ' όλα ορθά και με την τήρηση όλων των νόμιμων διαδικασιών. Οι εναγόμενοι 2 δε γνώριζαν σ' οποιοδήποτε στάδιο της σχετικής μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος καθώς και της υποθήκευσής του προς όφελός τους, για τη χρήση του επίμαχου πληρεξουσίου και όσων ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι έγιναν σε βάρος της εκ μέρους του εναγόμενου
  31. Από τα παραπάνω, τα μόνα που δεν μπορώ να δεχθώ είναι όσα υπογραμμίζονται. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι ο εναγόμενος 1 αιτήθηκε στεγαστικό δάνειο για το ποσό των €171.000,00, δεν είναι ακριβής, υπό την εξής έννοια: όπως αναφέρεται στην ίδια την αίτηση (τεκμήριο 28), η πελάτες αποτάθηκαν για δάνειο £120.000,00 (€205.000,00), αλλά ανάφεραν ότι σε περίπτωση που η εκτιμημένη αξία του κτήματος δε δικαιολογεί το ποσό, θα μπορούσαν να αυξήσουν τη δική τους συνεισφορά και να τους χορηγηθεί δάνειο £100.000,00 (€171.000,00). Απ' εκεί και πέρα, και πάλι από την ίδια τη συμφωνία δανείου (τεκμήριο 30) - την οποία παρουσίασε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο - είναι σαφές, ότι αυτή είναι ημερομηνίας 4/1/2008 και όχι 11/1/
  32. Τέλος, αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι το δάνειο της ενάγουσας στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου ξοφλήθηκε στις 29/2/2008 και όχι στις 11/1/2008 που είχε γίνει η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στ' όνομα του εναγόμενου
  33. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του υπό αναφορά γίνεται αποδεκτή. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω ευρημάτων μου, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι τα εξής: Η ενάγουσα, η οποία διατηρούσε μακροχρόνιο δεσμό με τον πατέρα του εναγόμενου, xxxxx Ζουρίδη και με τον οποίο είχαν αποκτήσει ένα παιδί, στον ουσιώδη χρόνο ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής xxx, Φύλλο/Σχέδιο 51/2, τεμάχιο επί xxx, το οποίο βρίσκεται στην Πάφο. Το εν λόγω ακίνητο - που αποτελεί διαμέρισμα -, η ενάγουσα το είχε αγοράσει κατά το 1999 από την εταιρεία Αδελφοί Παπίρης Εστέιτς Λτδ έναντι του ποσού των £40.000,00 και μεταβιβάστηκε στο όνομά της, στις 26/1/2000 με τη σχετική δήλωση μεταβίβασης (τεκμήριο 8). Προς εξόφληση του τιμήματος αγοράς του εν λόγω διαμερίσματος, η ενάγουσα συνήψε κατά καιρούς διάφορα δάνεια, με τελευταίο, το ενυπόθηκο στεγαστικό δάνειο, ύψους £80.000,00, το οποίο συνήψε με τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, στις 4/1/2007, με ενυπόθηκο ακίνητο - δυνάμει της υποθήκης xxx - το επίδικο διαμέρισμα. Με το πωλητήριο έγγραφο, ημερομηνίας 4/6/2007 (τεκμήριο 11), η ενάγουσα συμφώνησε να πωλήσει το επίδικο διαμέρισμα στην εταιρεία E. Zourides Business Consultants Ltd, ιδιοκτησίας του - συμβίου της -, xxxxx Ζουρίδη, για το ποσό των £70.000,00 (€119.602,10). Ο όρος 2 της εν λόγω συμφωνίας - η οποία υπογράφτηκε προσωπικά από την ενάγουσα και από το συμβίο της, εκ μέρους της εταιρείας του -, με τίτλο «Τρόπος Πληρωμής» διαλαμβάνει ότι το ποσό των £70.000,00, θα πληρωθεί στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου για πλήρη εξόφληση του χρέους της ενάγουσας. Το συγκεκριμένο έγγραφο/συμφωνία - της οποίας, όλοι οι όροι είναι ουσιώδεις - ουδέποτε κατατέθηκε είτε στο Κτηματολόγιο είτε οπουδήποτε αλλού μα ούτε και εκτελέστηκε οποτεδήποτε. Μεταξύ ενάγουσας και xxxxx Ζουρίδη, την 1/12/2007 υπήρξε διακοπή της συμβίωσης. Συνεπεία αυτού, η ενάγουσα εγκατέλειψε το συμβίο της καθώς και το σπίτι στο οποίο διέμεναν στο Στρόβολο και εγκαταστάθηκε μαζί με το ανήλικο παιδί τους σε κάποιο καταφύγιο για την Προστασία από Βία στην Οικογένεια. Ακολούθως και συγκεκριμένα, στις 10/12/2007, η ενάγουσα καταχώρησε εναντίον του πρώην, πλέον, συμβίου της, στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, την αίτηση Γονικής Μέριμνας, με αριθμό XXXXX/2007, με βασικό αίτημα, την ανάθεση στην ίδια της άσκησης της επιμέλειας του ανήλικου παιδιού τους και διαζευκτικά, τη ρύθμιση της γονικής μέριμνάς του. Οκτώ μέρες αργότερα, ο Ζουρίδης καταχώρησε εναντίον της ενάγουσας στο ίδιο Δικαστήριο, την αίτηση Γονικής Μέριμνας με αριθμό XXXXX/2007, με την οποία ζητούσε την έκδοση διατάγματος που να του επιτρέπει να έχει επικοινωνία με το παιδί του. Την ίδια μέρα καταχώρησε και δεύτερη, μονομερή αίτηση, για έκδοση ανάλογου προσωρινού διατάγματος. Στις 11/1/2008, ο xxxxx Ζουρίδης και ο εναγόμενος 1 μετέβησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και με τη δήλωση μεταβίβασης ακινήτου (τεκμήριο 1), ο πρώτος, ενεργώντας σαν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της ενάγουσας, δυνάμει του επίμαχου «ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου» - το οποίο επισυνάπτεται στη δήλωση μεταβίβασης και αποτελεί μέρος του ίδιου τεκμηρίου - μεταβίβασε στο δεύτερο, το επίδικο διαμέρισμα της ενάγουσας, με δηλωμένο τίμημα πώλησης, το ποσό των €105.933,29 (£62.000,00). Το ποσό αυτό δεν έγινε αποδεκτό από το Κτηματολόγιο, το οποίο εκτίμησε την αγοραία αξία του διαμερίσματος στο ποσό των €170.000,00, το οποίο έγινε αποδεκτό από τον εναγόμενο 1 που ήταν ο αγοραστής. Ταυτόχρονα, το εν λόγω διαμέρισμα, με τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης με αριθμό xxx (τεκμήριο 2) υποθηκεύτηκε στους εναγόμενους 2, για το ποσό των €188.100,00, πλέον τόκους και έξοδα, προς εξασφάλισή τους για το στεγαστικό δάνειο, ύψους €171.000,00 που του είχαν παραχωρήσει στις 4/1/2008, με τη σχετική σύμβαση (τεκμήριο 30). Ο εναγόμενος 1 εξασφάλισε το εν λόγω δάνειο, κατόπιν της σχετικής αίτησής του προς τους εναγόμενους 2 (τεκμήριο 28), οι οποίοι την ενέκριναν την ίδια μέρα. Κατά την εξέτασή της, έλαβαν υπόψη και την έκθεση εκτίμησης (τεκμήριο 29), με την οποία, η αγοραία αξία του επίδικου διαμερίσματος, στις 28/12/2007 υπολογίστηκε στο ποσό των £153.000,00 (€261.416,00). Το ίδιο δάνειο εξασφαλίστηκε και με την προσωπική εγγύηση του πατέρα του εναγόμενου 1, μέχρι το ποσό των €205.000,00, ο οποίος, προς τούτο, στις 9/1/2008 υπόγραψε τη σχετική σύμβαση εγγύησης (τεκμήριο 31). Από το συνολικό ποσό των €171.000,00 του δανείου (ανωτέρω), οι εναγόμενοι 2, στις 11/1/2008 εξέδωσαν προς όφελος της Σ.Π.Ε. Στροβόλου την επιταγή για το ποσό των €85.468,39 (τεκμήριο 32) προς εξόφληση του ενυπόθηκου δανείου που η Σ.Π.Ε. Στροβόλου είχε παραχωρήσει στην ενάγουσα για την αγορά, από την ίδια, του επίδικου διαμερίσματος. Το ποσό αυτό πληρώθηκε στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου, στις 14/1/2008, ενώ το συγκεκριμένο δάνειο ξοφλήθηκε από τον εναγόμενο 1, στις 29/2/2008, με την πληρωμή του ποσού των €60.991,
  34. Η σχετική υποθήκη (xxx) που εξασφάλιζε το εν λόγω δάνειο, με βεβαρημένο ακίνητο το επίδικο διαμέρισμα, ακυρώθηκε στις 11/1/2008, δηλαδή, την ίδια μέρα που αυτό είχε μεταβιβαστεί στ' όνομα του εναγόμενου
  35. Η ενάγουσα, ουδέποτε παραχώρησε στον x

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.