ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED (πρώην ASTROBANK LIMITED) ν. Φυλακτού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2979/13, 17/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A57 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2979/13 Μεταξύ: USB BANK PLC και
- ΧΧΧΧ Φυλακτού
- ΧΧΧΧ Φυλακτού
- ΧΧΧΧ Φυλακτού Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 24.4.2019 ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED (πρώην ASTROBANK LIMITED) και
- ΧΧΧΧ Φυλακτού
- ΧΧΧΧ Φυλακτού
- ΧΧΧΧ Φυλακτού Ημερομηνία: 17.6.2020 Για Ενάγοντες: κ. Ε. Κορακίδης για ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1, 2 και 3: κα Π. Σιαηλή. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €1.209 με τόκο προς 15% ετησίως από 1.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως και με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές τον χρόνο, πλέον έξοδα. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, κατά ή περί την 20.9.2010, μετά από αίτηση της Εναγόμενης 1, συνήφθη στην Πάφο γραπτή συμφωνία (στο εξής η συμφωνία) μεταξύ αυτής και της USB ΒΑΝΚ PLC (στο εξής η USB), με την οποία συμφωνία η τελευταία θα χορηγούσε στην πρώτη πιστωτικές διευκολύνσεις με την λειτουργία πιστωτικής κάρτας με όριο €1.
- Προς εξασφάλιση των πιο πάνω υποχρεώσεων της η Εναγόμενη 1, συνήψε στις 21.9.2010 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής (στο εξής το ασφαλιστήριο συμβόλαιο) για το ποσό των €1.000 το οποίο εκχωρήθηκε προς όφελος της USB. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της συμφωνίας, στις 20.9.2010 συνάφθηκαν μεταξύ των Εναγομένων 2 και 3 και της USB, γραπτές συμφωνίες εγγύησης με τις οποίες οι πρώτοι εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς την USB μέχρι του ποσού των €8.400 πλέον τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα και άλλα έξοδα. Κατά ή περί τις 23.5.2013, λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 καθυστερούσε στην καταβολή των δόσεων, η USB της απέστειλε επιστολή με την οποία την ενημέρωσε για τις καθυστερήσεις και την κάλεσε όπως τις καταβάλει το συντομότερο δυνατό. Η επιστολή κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους 2 και
- Επειδή η Εναγόμενη 1 εξακολουθούσε να καθυστερεί την καταβολή των δόσεων, με επιστολή προς αυτήν ημερομηνίας 11.6.2013, η USB την ενημέρωσε για την παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων και ότι αν δεν τακτοποιούσε τις εκκρεμότητες της κάρτας από τις 2.7.2013 μέχρι και τις 8.7.2013, θα προχωρούσε άμεσα στην λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων εναντίον της για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Με την ίδια επιστολή η Εναγόμενη 1 ενημερώθηκε και για την μεταβολή του επιτοκίου εξαιτίας της παράβασης της εντός 21 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής, χωρίς άλλη προειδοποίηση, σε 15% με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο. Επιστολές με το ίδιο περιεχόμενο στάληκαν και στους Εναγόμενους 2 και
- Επειδή η Εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με τις ως άνω επιστολές, στις 17.9.2013 η USB, με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας, τερμάτισε την λειτουργία της πιστωτικής κάρτας και ζήτησε την εξόφληση του υπολοίπου με τους αναλογούντες τόκους, εντός 10 ημερών αλλιώς θα λάμβανε δικαστικά μέτρα. Περαιτέρω ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 ότι είχε ήδη από 16.9.2013 αυξηθεί το επιτόκιο της πιστωτικής κάρτας σε 15%, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές τον χρόνο. Την ίδια ημέρα στάληκαν επιστολές και στους Εναγόμενους 2 και 3 με τις οποίες πληροφορούνταν για τα πιο πάνω και καλούνταν όπως εντός 10 ημερών είτε εξοφλήσουν τις οφειλές της Εναγόμενης 1, πλέον τόκους και έξοδα, είτε καταβάλουν το ποσό της εγγύησης τους πλέον τόκους. Με τις επιστολές αυτές ενημερώθηκαν και για την αύξηση του επιτοκίου. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν συμμορφώθηκαν με τις πιο πάνω επιστολές και δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό προς την USB. Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού πιστωτικής κάρτας της Εναγόμενης 1 κατά τις 30.9.2013 ανερχόταν στα €1.209,
- Τέλος οι τραπεζικές εργασίες της USB καθώς και οι εξασφαλίσεις, τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις της, τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν οι αξιώσεις της στην παρούσα αγωγή, εξαγοραστήκαν στις 18.1.2019 από τους Ενάγοντες. Στην έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι δηλώνουν ότι αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, οι οποίοι αντιτίθενται και/ή δεν συνάδουν με τους δικούς τους, εκτός όπου ρητά προβαίνουν σε παραδοχή. Αναφορικά με την συμφωνία παραδέχονται μόνο ότι η USB παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 πιστωτικές διευκολύνσεις με την λειτουργία πιστωτικής κάρτας. Υποστηρίζουν δε ότι ουδέποτε είχαν γνώση των όρων της συμφωνίας καθώς ουδέποτε η USB έθεσε αυτούς σε γνώση τους με οποιονδήποτε τρόπο. Έλαβαν γνώση αυτών για πρώτη φορά με την επίδοση της παρούσας αγωγής και ως εκ τούτου οι όροι της δεν τους δεσμεύουν. Περαιτέρω είναι θέση τους ότι οι εν λόγω όροι είναι γενικοί, αόριστοι και καταχρηστικοί και ειδικότερα ο όρος για μεταβολή του τόκου κατά το δοκούν αποτελεί ποινική ρήτρα και ως τέτοιος πρέπει να θεωρηθεί παράνομος και να μην ληφθεί υπόψη. Συμπληρωματικά αναφέρουν ότι το αξιούμενο επιτόκιο είναι κατά πολύ υψηλότερο από αυτό το οποίο δικαιούνται οι Ενάγοντες, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα να το μεταβάλλουν κατά το δοκούν, κάτι που είναι αντίθετο με την κείμενη νομοθεσία. Επιπλέον είναι η θέση τους ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται τον αξιούμενο τόκο υπερημερίας. Όσον αφορά το ασφαλιστήριο συμβόλαιο παραδέχονται ότι η Εναγόμενη 1 συμφώνησε την εκχώρηση των δικαιωμάτων της επί αυτού. Όσον αφορά τις συμφωνίες εγγύησης παραδέχονται μόνο ότι υπέγραψαν αυτές. Περαιτέρω είναι η θέση των Εναγομένων 2 και 3 ότι σε καμία περίπτωση δεν ευθύνονται για την πληρωμή των ισχυριζόμενων τόκων ή για προμήθειες ή επιβαρύνσεις ή άλλα έξοδα καθώς ουδέποτε γνώριζαν τα πιο πάνω και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να τα αξιώνουν. Αρνούνται επίσης τους ισχυρισμούς περί παράβασης της συμφωνίας και αποστολής των επιστολών και δηλώνουν ότι ουδέποτε έλαβαν τέτοιες και ουδέποτε είχαν γνώση του ισχυριζόμενου τερματισμού του λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας ή αναφορικά με την μεταβολή του επιτοκίου ή/και αναφορικά με την χρέωση διάφορων εξόδων, μέχρι την παραλαβή της παρούσας. Υποστηρίζουν δε ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τον λογαριασμό και να αξιώνουν την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών και ότι η πράξη τους αυτή είναι παράνομη, παράτυπη και αυθαίρετη. Υποστηρίζουν επίσης ότι τα πραγματικά οφειλόμενα ποσά δεν είναι τα ισχυριζόμενα από τους Ενάγοντες καθότι αυτά αποτελούν μη νόμιμες και αυθαίρετες χρεώσεις, τόκους πέραν των νομίμων και έξοδα τα οποία ουδέποτε περιήλθαν στη γνώση τους και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να τα αξιώνουν. Δηλώνουν δε ότι αγνοούν και συνεπώς αρνούνται ότι οι τραπεζικές εργασίες της USB καθώς και οι εξασφαλίσεις, τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις της περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν την παρούσα εξαγοραστήκαν από τους Ενάγοντες. Ως εκ των άνω ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ τους. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσε ένας μάρτυρας. Προς υποστήριξη της υπόθεσης των Εναγομένων κατέθεσε επίσης ένας μάρτυρας. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Ιωάννου, πρώην υπάλληλος της USB ΒΑΝΚ PLC (στο εξής η «USB»), νυν υπάλληλος των Εναγόντων και υπεύθυνος για τον επίδικο λογαριασμό κάρτας από το 2012 και εντεύθεν. Ως εξήγησε ο μάρτυρας, οι τραπεζικές εργασίες της USB, οι εξασφαλίσεις, τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις της, τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν οι αξιώσεις στην παρούσα εξαγοραστήκαν από τους Ενάγοντες στις 18.1.2019 (κατέθεσε ως τεκμήριο 25 την σχετική γνωστοποίηση). Ως προς την επίδικη αξίωση ανέφερε ότι στις 20.9.2010 η USB συμφώνησε με την Εναγόμενη 1 όπως παραχωρήσει στην τελευταία το δικαίωμα χρήσης πιστωτικής κάρτας με όριο €1.
- Κατέθεσε ως τεκμήρια 4, 5 και 6 την σχετική επιστολή προσφοράς ημερ. 17.9.2010, την αίτηση για έκδοση κάρτας ημερ. 20.9.2010 και τον «Κατάλογο Επιτοκίων, Προμηθειών και Χρεώσεων Καρτών». Οι Εναγόμενοι 2 και 3, με έγγραφες συμφωνίες εγγύησης, εγγυήθηκαν τις πιο πάνω υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 μέχρι του ποσού των €8.400, πλέον τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα και άλλα έξοδα (κατέθεσε ως τεκμήρια 7 και 8 τις δύο εν λόγω συμφωνίες εγγύησης). Στις 21.9.2010 η Εναγόμενη 1, προς εξασφάλιση των πιο πάνω υποχρεώσεων της, εκχώρησε προς όφελος της USB ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής για το ποσό των €1.000 (κατέθεσε ως τεκμήριο 9 την εν λόγω συμφωνία εκχώρησης ασφάλειας ζωής). Στις 23.5.2013, η USB με επιστολή της προς την Εναγόμενη 1, ενημέρωσε αυτήν ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στην πληρωμή των δόσεων ύψους €199 στον λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας και την κάλεσε όπως τακτοποιήσει σύντομα τις καθυστερημένες δόσεις της. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους 2 και 3 (κατέθεσε ως τεκμήριο 10 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής). Στις 11.6.2013, η USB με επιστολή της προς την Εναγόμενη 1, ενημέρωσε αυτήν ότι επειδή δεν είχε τακτοποιήσει τις καθυστερήσεις της, το επιτόκιο του λογαριασμού της θα μεταβαλλόταν εντός 21 ημερών, χωρίς άλλη προειδοποίηση, σε 15%, ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές τον χρόνο και ότι αν δεν τακτοποιούσε τις καθυστερήσεις της από την 2.7.2013 μέχρι και την 8.7.2013, θα προχωρούσε άμεσα στη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων εναντίον της για είσπραξη ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού (κατέθεσε αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ως τεκμήριο 11 και την σχετική απόδειξη κατάθεσης συστημένου αντικειμένου ημερ. 21.6.2013 ως τεκμήριο 14). Επιστολές ίδιας ημερομηνίας και με το ίδιο περιεχόμενο στάληκαν και στους Εναγόμενους 2 και 3 (κατέθεσε τις δύο επιστολές ως τεκμήρια 12 και 13 και τις σχετικές αποδείξεις κατάθεσης συστημένων αντικειμένων ημερ. 21.6.2013 ως τεκμήρια 15 και 16). Επειδή η Εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενες επιστολές, στις 17.9.2013 η USB με επιστολή της ενημέρωσε αυτήν ότι τερμάτισε τη λειτουργία της πιστωτικής κάρτας, ζήτησε την εξόφληση του υπολοίπου του λογαριασμού, πλέον τους αναλογούντες τόκους, εντός 10 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής, διαφορετικά θα λάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον της και την ενημέρωσε ότι το επιτόκιο είχε αυξηθεί από τις 16.9.2013 σε 15% και ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές τον χρόνο (κατέθεσε αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ως τεκμήριο 17 και την σχετική απόδειξη κατάθεσης συστημένου αντικειμένου ημερ. 19.9.2013 ως τεκμήριο 18). Στις 17.9.2013 η USB με επιστολές της ίδιας ημερομηνίας προς τους Εναγόμενους 2 και 3, ενημέρωσε αυτούς ότι τερμάτισε την λειτουργία της πιστωτικής κάρτας της Εναγόμενης 1, ότι οι υποχρεώσεις της τελευταίας είχαν καταστεί απαιτητές και τους κάλεσε όπως καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά. Τέλος τους ενημέρωσε ότι το επιτόκιο του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 αυξήθηκε σε 15% (κατέθεσε τις δύο επιστολές ως τεκμήρια 19 και 20 και τις σχετικές αποδείξεις κατάθεσης συστημένων αντικειμένων ημερ. 19.9.2013 ως τεκμήρια 21 και 22). Επειδή στις 17.9.2013 παρατηρήθηκε ότι η Εναγόμενη 1 δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της με βάση το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η USB με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας, ενημέρωσε αυτήν ότι αποφάσισε να ασκήσει το δικαίωμα της για καταβολή των ασφαλίστρων εκ μέρους της για την διατήρηση σε ισχύ του εν λόγω συμβολαίου και ότι οποιαδήποτε ποσά καταβάλλονταν από την USB για τον σκοπό αυτό θα χρεώνονταν στον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 (κατέθεσε ως τεκμήριο 23 αντίγραφο της επιστολής). Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν συμμορφώθηκαν με τις πιο πάνω επιστολές και δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό στην USB. Προς απόδειξη των οφειλομένων, ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 24 κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. Ως ανέφερε το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 30.9.2013 ήταν €1.209,
- Σε ότι αφορά τις χρεώσεις στον λογαριασμό είπε ότι αυτές είναι απόλυτα σύμφωνες με τους όρους των τεκμηρίων 4, 5 και
- Περαιτέρω ανέφερε ότι το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός ήταν 12,5% ετησίως από 26.9.2010 μέχρι 16.9.2013, 15% ετησίως από 17.9.2013 μέχρι 30.12.2015 και 14,30% από 1.1.2016 μέχρι την ημέρα της κυρίως εξέτασης του. Μετά από μελέτη του τεκμηρίου 24 ανέφερε ότι το συνολικό ποσό πληρωμών που έκανε η Εναγόμενη 1 ήταν €5.132,18 ενώ το συνολικό ποσό χρημάτων που χρησιμοποιήθηκαν από αυτήν είτε για αγορά εμπορευμάτων είτε για ανάληψη χρημάτων από τον λογαριασμό, εξαιρουμένης οποιασδήποτε επιβολής τόκου και οποιασδήποτε χρέωσης, ήταν €5.759,46, με την διαφορά των δύο ποσών να είναι €627,
- Ως εκ των άνω δήλωσε ότι οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα το ποσό των €1.138,33 με τόκο 15% ετησίως από 17.9.2013 μέχρι εξόφλησης και με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές τον χρόνο, πλέον έξοδα. Κατά την αντεξέταση του κατέθεσε ως τεκμήριο 26 αναδομημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού όπου, ως είπε, φαίνονται μόνο οι χρεώσεις της κάρτας και οι καταθέσεις χωρίς οποιεσδήποτε χρεώσεις και χωρίς ανατοκισμό και δήλωσε ότι οι Ενάγοντες περιορίζουν την αξίωση τους σε αυτά που φαίνονται στις εν λόγω καταστάσεις. Εξήγησε δε σχετικά ότι όταν ολοκληρώθηκε η τελευταία συναλλαγή της Εναγόμενης 1 στις 12.3.2013 το οφειλόμενο ποσό ήταν €904,40 και ο τόκος €5.28 και ότι από 12.3.2013 μέχρι 16.9.2013 αξιώνουν τόκο 12,5% όπως ήταν η συμφωνία και από 17.9.2013 που έγινε τερματισμός μέχρι την εξόφληση αξιώνουν τόκο 14,3% παρόλο που η συμφωνία προέβλεπε 15% και αυτό το κάνουν λόγω του ότι την 1.1.2016 η τράπεζα μείωσε τον τόκο για τερματισμένους λογαριασμούς καρτών σε 14,3%. Ανέφερε επίσης ότι κατά την διάρκεια των συναλλαγών ο τόκος ήταν 12,5%. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η Εναγόμενη 1, η οποία είναι μητέρα της Εναγόμενης 2 και αδελφή του Εναγόμενου
- Ήταν μαζί με τους Εναγόμενους 2 και 3 όταν υπογράφηκαν οι συμφωνίες. Ούτε πριν, ούτε κατά, ούτε και μετά την υπογραφή αυτών επεξηγήθηκαν στους Εναγόμενους οι όροι τους. Συνεργαζόταν και με τα δύο καταστήματα της USB δηλ. αυτά στην Ευαγόρα Παλλικαρίδη και στην Αποστόλου Παύλου. Συγκεκριμένα προέβαινε σε καταθέσεις, αναλήψεις και άλλες πράξεις και στα δύο καταστήματα. Περαιτέρω κατά την κυρίως εξέταση της απάντησε σε ερωτήσεις σε σχέση με συγκεκριμένες συναλλαγές στο τεκμήριο
- Ανέφερε επίσης ότι η πληρωμή της επίδικης κάρτας γινόταν και με χρήματα τα οποία έβαζε η ίδια «cash» και με μεταφορά από άλλο λογαριασμό τρεχούμενο, ο οποίος είχε διαθέσιμα χρήματα καθ΄ όλη την διάρκεια των συναλλαγών. Πρόσθεσε δε ότι ο τρεχούμενος αυτός ήταν συνδεδεμένος με λογαριασμό ταμιευτηρίου «savings», που έπαιρναν εάν ήθελαν και μετέφεραν. Θεωρεί ότι δεν οφείλει το ποσό που αξιώνουν οι Ενάγοντες. Αξιολόγηση μαρτυρίας Αρχίζοντας από την Εναγόμενη 1 θα πρέπει να λεχθεί ευθύς εξ αρχής ότι αυτή δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατ' αρχάς προσπάθησε με γενικότητες και αοριστίες να πείσει για τα όσα πρόβαλε. Πέραν τούτου οι θέσεις της στερούνται πειστικότητας ή διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία ή την στάση και συμπεριφορά της κατά την διάρκεια λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού. Πιο συγκεκριμένα: Ήταν η θέση της ότι η πληρωμή της κάρτας γινόταν με ποσά που έβαζε η ίδια σε μετρητά και με μεταφορά από τρεχούμενο λογαριασμό, ο οποίος, ως είπε, είχε διαθέσιμα χρήματα καθ' όλη την διάρκεια των συναλλαγών. Υποστήριξε μάλιστα ότι ο λογαριασμός αυτός ήταν συνδεδεμένος με λογαριασμό ταμιευτηρίου, από τον οποίο εάν ήθελαν οι Ενάγοντες έπαιρναν και μετέφεραν. Σε σχέση με την θέση αυτή θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός της περί διαθεσίμων κεφαλαίων στον εν λόγω τρεχούμενο, η σύνδεση αυτού με λογαριασμό ταμιευτηρίου και ο ρόλος τους στην όλη υπόθεση δεν δικογραφούνται στην έκθεση υπεράσπισης. Συνεπώς δεν μπορούν να γίνουν δεκτά (βλ. Αντωνίου ν. Χρυσάνθου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 789). Σε κάθε περίπτωση όμως, πέραν του γεγονότος ότι το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας της χαρακτηρίζεται από αοριστία, η θέση της για πληρωμή μέσω του τρεχούμενου διαψεύδεται από άλλη μαρτυρία και δη από το τεκμήριο
- Πρόκειται για επιστολή της USB (στο εξής η «τράπεζα») που φέρει ημερ. 15.12.2011, απευθύνεται στην Εναγόμενη 1 και φέρει στο τέλος την υπογραφή της, δια της οποία αναγνωρίζει ότι αποδέχεται την προσφορά, τις προϋποθέσεις και τους όρους που τίθενται εκεί και εξουσιοδοτεί την τράπεζα να ενεργήσει ανάλογα για λογαριασμό της. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, στο οποίο η Εναγόμενη 1 αναγνώρισε την υπογραφή της, και κατατέθηκε κατά την αντεξέταση της, η τράπεζα την πληροφορεί ότι «εγκρίνει/ανανεώνει» το όριο της πιστωτικής κάρτας που παραμένει στα €1.000, την εξόφληση δανείου τακτής προθεσμίας με υπόλοιπο €40.443,33 αλλά και την ακύρωση του ορίου παρατραβήγματος του λογαριασμού αρ. XXXXXX014 με υπόλοιπο €6.049,
- Πρόκειται για τον λογαριασμό που επικαλέσθηκε η Εναγόμενη 1, από τον οποίο, ως αναφέρεται στο τεκμήριο 5, αυτή εξουσιοδοτεί την τράπεζα να χρεώνει για την επίδικη κάρτα. Το πιο πάνω διαψεύδει λοιπόν την θέση της ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός είχε διαθέσιμα κεφάλαια και μάλιστα καθόλη την διάρκεια των συναλλαγών και επιβεβαιώνει την αντίθετη θέση του Μ.Ε.1, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω. Ήταν δε μη πειστική η προσπάθεια της στην αντεξέταση της, όταν προφανώς αντιλήφθηκε τα πιο πάνω, να υποστηρίξει ότι δεν αμφισβητεί μεν την υπογραφή της αλλά αμφισβητεί ότι της επεξηγήθηκε κάτι ενώ δήλωσε και ότι δεν διάβασε τίποτα και ότι το διάβασε στο Δικαστήριο εκείνη την στιγμή που της υποδείχθηκε. Μάλιστα προς επίρρωση της θέσης της ανέφερε και πάλι μη πειστικά ότι η τράπεζα έπιασε τις €40.000 και έκανε εξόφληση και ότι έκανε βασικά ότι ήθελε. Η έλλειψη πειστικότητας για το θέμα προκύπτει και από το ότι, όταν ρωτήθηκε αμέσως μετά εάν συμφωνεί ότι η τράπεζα έκανε την εξόφληση που αναφέρεται στο τεκμήριο 28, απάντησε υποθέτοντας πλέον «Ίσως να τα εκάμαν και έμαθα τα μετά. Ίσως να μαθαίνω και τωρά κάποια πράγματα». Η δε θέση της για σύνδεση του τρεχούμενου με λογαριασμό ταμιευτήριου και δυνατότητα της τράπεζας να μεταφέρει χρήματα από τον τελευταίο τέθηκε και παρέμεινε γενική και αόριστη αφού κανένα άλλο σχετικό ισχυρισμό παρέθεσε όπως για παράδειγμα τα στοιχεία του λογαριασμού ή πως η τράπεζα είχε το δικαίωμα που επικαλείται. Να λεχθεί περαιτέρω ότι η θέση για τέτοιο λογαριασμό δεν τέθηκε στον Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του, ώστε να την σχολιάσει και να μπορέσει το Δικαστήριο να την αξιολογήσει. Κατά την κυρίως εξέταση της ισχυρίσθηκε ότι ούτε πριν, ούτε κατά, ούτε μετά την υπογραφή των συμφωνιών εξηγήθηκαν σε αυτήν και στους άλλους δύο Εναγόμενους οι όροι τους. Στην αντεξέταση της υποστήριξε δε ότι δεν γνώριζε τους όρους της δικής της συμφωνίας και ότι δεν τους διάβασε πριν και δεν της επεξηγήθηκαν ως είχε ανάγκη καθώς και ότι όταν πήγαινε να υπογράψει τους έλεγε να της δώσουν χρόνο να τα διαβάσει αλλά εκείνοι της έλεγαν ότι εάν ήθελε να γίνει η δουλειά της έπρεπε να υπογράψει εκείνη την στιγμή. Πέραν όμως της αοριστίας της θέσης της για ανάγκη επεξήγησης των όρων, δεν έδωσε κάποια πειστική εξήγηση γιατί παρά την άρνηση της τράπεζας προχώρησε στην υπογραφή των σχετικών εγγράφων, αποδεχόμενη μάλιστα ότι όλα έγιναν μετά από δικά της αιτήματα. Εδώ να σημειωθεί ότι στο τεκμήριο 4 που είναι η επιστολή - προσφορά της τράπεζας ημερ. 17.9.2010 προς την Εναγόμενη 1, όπου ενημερώνεται για την έγκριση της παροχής ορίου πιστωτικής κάρτας (πρόκειται για την επίδικη) καθώς και ορίου παρατραβήγματος €6.000 (πρόκειται για το παρατράβηγμα που της παραχωρήθηκε στον προαναφερόμενο τρεχούμενο λογαριασμό), δια της υπογραφής της βεβαίωσε, όπως και στο τεκμήριο 28, ότι αποδέχεται την προσφορά, τις προϋποθέσεις και τους όρους που τίθενται εκεί και εξουσιοδοτεί την τράπεζα να ενεργήσει ανάλογα για λογαριασμό της. Περαιτέρω στο τεκμήριο 5, στο μέρος «Ν. Υπεύθυνη Δήλωση» υπέγραψε μεταξύ άλλων ότι βεβαιώνει ότι έχει αναγνώσει, κατανοήσει πλήρως, συμφωνεί και αποδέχεται τους όρους χρήσης της κάρτας και ότι έχει παραλάβει την ίδια ημέρα αντίγραφο των όρων. Περαιτέρω πιο κάτω στο ίδιο τεκμήριο, στο σημείο «ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΛΗΨΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ» βεβαίωσε δια της υπογραφής της ότι παρέλαβε αντίγραφο της συμφωνίας της κάρτας και ότι έχει διαβάσει και αποδέχεται τους όρους χρήσης της κάρτας. Δεν αμφισβήτησε δε ότι υπέγραψε και το τεκμήριο 6 που είναι ο «Κατάλογος Επιτοκίων, Προμηθειών και Χρεώσεων Καρτών», που ως αναφέρεται στο τεκμήριο 5, στο σημείο 1 των «Όρων χρήσης», διέπει την συμφωνία μαζί με τους όρους της, επισυνάπτεται σε αυτήν και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. Εδώ να σημειωθεί περαιτέρω ότι από τα τεκμήρια 7 και 8, που είναι οι συμφωνίες εγγύησης, προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δια της υπογραφής τους, δηλώνουν μεταξύ άλλων ότι διάβασαν προσεκτικά και κατανόησαν πλήρως όλες τις πρόνοιες της συμφωνίας εγγύησης και ότι κατανοούν τις συνέπειες αυτής καθώς και ότι έλαβαν συμβουλή από την τράπεζα να αναζητήσουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν υπογράψουν (βλ. παρ. 22 των τεκμηρίων 7 και 8) κάτι που διαψεύδει την θέση της Εναγόμενης 1 περί μη επεξήγησης των όρων εφόσον οι Εναγόμενοι 2 και 3 με τα ως άνω δηλώνουν βασικά ότι τους κατανόησαν και άρα δεν τίθεται θέμα επεξήγησης τους. Σε κάθε δε περίπτωση να λεχθεί ότι αποτελεί νομική αρχή ότι όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος θέτει την υπογραφή του σε μια συμφωνία, δεσμεύεται από αυτήν, έστω και αν δεν την έχει διαβάσει ή έστω και αν τελεί υπό άγνοια αναφορικά με την επίδρασή της κατά το δίκαιο. Είναι υπόλογος, στη βάση αυτήν, έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους (βλ. Κκαζάνου ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσιας, Πολ. Έφεση Αρ. 58/2013, ημερ. 27.5.2020 και L'Estrange v. F. Graucob Ld. [1934] 2 K.B. 394). Ως δε λέχθηκε στην Μακρή κ.α. ν. Χ"Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, ο γενικός κανόνας είναι πως ο καθένας θεωρείται πως έχει γνώση του περιεχομένου ενός εγγράφου το οποίο υπογράφει. Πέραν δε του ότι οι δηλώσεις της Εναγόμενης 1 και τα αμέσως πιο πάνω που αφορούν τους Εναγόμενους 2 και 3, διαψεύδουν την θέση της για άγνοια των όρων των συμφωνιών, τίθεται εύλογα το ερώτημα ως προς την αξιοπιστία της όλης θέσης της, γιατί εφόσον αυτή έλαβε αντίγραφο των όρων της κάρτας δεν προχώρησε έστω αργότερα σε τερματισμό της συμφωνίας μιας και στο τεκμήριο 5 αναγράφει με σκούρα γράμματα ότι μπορούσε να αποδεσμευθεί από την συμφωνία οποτεδήποτε μέσα σε 10 μέρες από την λήψη αυτής ή αντιγράφου της. Πρόκειται κατά την κρίση μου για εκ των υστέρων σκέψεις της Εναγόμενης 1, κάτι που προκύπτει και από το αναντίλεκτο γεγονός ότι για 2 ½ περίπου χρόνια (δηλ. από 26.9.2010 μέχρι 12.3.2013 βλ. και τεκμήρια 24 και 26) προέβαινε σε συναλλαγές με την χρήση της κάρτας και σε πληρωμές προς την τράπεζα, στα πλαίσια πάντα της συμφωνίας αλλά και σε άλλες πράξεις που αφορούσαν άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις (βλ. όριο τρεχούμενου και δάνειο τακτής προθεσμίας) χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί στην τράπεζα για οποιοδήποτε θέμα. Εδώ να σημειωθεί ότι στο τεκμήριο 5 αναγράφεται στο σημείο 13 τω «Όρων χρήσης» της κάρτας ότι μπορούσε να υποβάλει γραπτώς παράπονα σε σχέση με την χρήση αυτής. Γενική και αόριστη ήταν και η θέση της ότι δεν οφείλει το ποσό που αξιώνουν οι Ενάγοντες εφόσον όχι μόνο δεν ισχυρίσθηκε ότι εξόφλησε αυτό ή μέρος του αλλά δεν ανέφερε εάν και ποιο ποσό οφείλει. Καμιά άλλη μαρτυρία προσκόμισε που να στοιχειοθετεί την εν λόγω θέση. Δεν αμφισβήτησε δε το συνολικό ποσό των χρημάτων που ωφελήθηκε χρησιμοποιώντας την κάρτα (για αγορές και αναλήψεις χρημάτων) ούτε και το συνολικό ποσό των πληρωμών που έκανε έναντι του λογαριασμού της κάρτας. Εάν δε η θέση της είναι ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και άρα ότι τους εξόφλησε, αυτή δεν είναι δικογραφημένη και συνεπώς δεν μπορεί η μαρτυρία της επί τούτου να γίνει δεκτή. Τέλος κανένα λάθος δεν ισχυρίσθηκε ότι υπάρχει στα τεκμήρια 24 και
- Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η Εναγόμενη 1 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Εξετάζοντας στην συνέχεια την μαρτυρία του Μ.Ε.1 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Σε σχέση με την απόδειξη του αξιούμενου υπολοίπου ο Μ.Ε.1 κατέθεσε δύο καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο εν λόγω λογαριασμός τηρείτο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της USB που ήταν ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία αυτής που τηρούνταν σε ηλεκτρονική μορφή και χρησιμοποιούνταν κατά την συνήθη εργασία της και οι καταχωρήσεις γίνονταν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της, υπό την φύλαξη και έλεγχο της οποίας βρισκόταν ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Περαιτέρω είπε βασικά ότι ο ίδιος εκτύπωσε την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού και ότι αφού εξέτασε τις καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της USB, διαπίστωσε ότι οι καταχωρήσεις στην κατάσταση είναι απόλυτα ορθές και σύμφωνες με τις καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Η εν λόγω κατάσταση κατατέθηκε ως τεκμήριο 24 χωρίς να εγερθεί ένσταση. Με βάση δε το τεκμήριο 24 ο μάρτυρας δήλωσε επίσης ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 30.9.2013 ήταν €1.209,
- Σε ότι αφορά τις χρεώσεις ανέφερε ότι αυτές είναι απόλυτα σύμφωνες με τους όρους της επιστολής προσφοράς ημερομηνίας 17.9.2010 (τεκμήριο 4), της αίτησης για έκδοση κάρτας (τεκμήριο 5) και του «Καταλόγου Επιτοκίων, Προμηθειών και Χρεώσεων Καρτών» (τεκμήριο 6). Περαιτέρω είπε ότι έλεγξε το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός και αυτό ήταν 12,5% ετησίως από 26.9.2010 μέχρι 16.9.2013, 15% ετησίως από 17.9.2013 μέχρι 30.12.2015 και 14,3% από 1.1.2016 μέχρι την ημέρα που κατέθετε. Τέλος με βάση το ίδιο τεκμήριο ανέφερε ότι το συνολικό ποσό πληρωμών που έκανε η Εναγόμενη 1 ήταν €5.132,18 ενώ το συνολικό ποσό χρημάτων που χρησιμοποιήθηκαν από αυτήν με την χρήση της κάρτας, εξαιρουμένης οποιασδήποτε επιβολής τόκου και οποιασδήποτε χρέωσης, ήταν €5.759,46 και έτσι η διαφορά των δύο ποσών ήταν €627,
- Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ετοίμασε και έλεγξε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού όπου, ως είπε, φαίνονται μόνο οι χρεώσεις της κάρτας και οι καταθέσεις χωρίς οποιεσδήποτε χρεώσεις και χωρίς ανατοκισμό. Δήλωσε δε ότι έπραξε αυτό λόγω του ότι είναι μικρά τα ποσά και για ευκολία στην δίκη οι Ενάγοντες περιορίζουν την αξίωση τους σε αυτά που φαίνονται στην εν λόγω κατάσταση, επεξηγώντας τα. Κατέθεσε δε την κατάσταση αυτή ως τεκμήριο 26 όταν του ζητήθηκε από την συνήγορο υπεράσπισης. Είπε επίσης ότι για τον καταρτισμό του τεκμηρίου 26 χρησιμοποίησε τις χρεώσεις (πρόκειται για τις χρεώσεις των συναλλαγών που έκανε η Εναγόμενη 1 με την κάρτα όπως αναλήψεις μετρητών ή αγορές από καταστήματα και όχι τις άλλες χρεώσεις που προέβλεπε η συμφωνία για την κάρτα) και πιστώσεις δηλ. τις πληρωμές που φαίνονται αναλυτικά στο τεκμήριο 24 και ότι αυτές αντιστοιχούν και κατά ημερομηνία μεταξύ τους. Εξήγησε περαιτέρω πως υπολόγισε τον τόκο με επιτόκιο 12,5% για τον χρόνο των συναλλαγών αλλά και ότι στο τεκμήριο 26 υπολογίσθηκε και ένα ποσό από τις πληρωμές που έκαμε η Εναγόμενη 1, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για πληρωμή των τόκων που ήταν χρεωμένοι ήδη την περίοδο εκείνη και συγκεκριμένα το ποσό των €277,
- Για αυτό και ως είπε στις 12.3.2013 παρουσιάζονται ως δεδουλευμένοι τόκοι μόνο το ποσό €5,
- Είπε δε ότι οι υπολογισμοί αυτοί έγιναν με το πρόγραμμα «Excel» και ότι μετά τους έλεγξε και ο ίδιος με χρήση υπολογιστικής για επαλήθευση. Τίποτα δε από τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκε εκτός από μια γενική υποβολή ότι η κατάσταση τεκμήριο 26, η οποία βασίστηκε στο τεκμήριο 24, όπως και το τελευταίο, είναι λανθασμένα, ελλιπή, δεν έχουν και δεν θα μπορούσαν να έχουν ελεγχθεί, κατά τον τρόπο που περιέγραψε. Ως προς το τεκμήριο 24 είναι κατ' αρχάς η θέση των Εναγομένων ότι δεν ικανοποιείται μια εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και συγκεκριμένα ότι αυτό δεν έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση ώστε να διαπιστωθεί ότι είναι ορθό. Στηρίζουν την θέση τους αυτή στο ότι, σύμφωνα πάντα με τους ίδιους, ο Μ.Ε.1 δεν σύγκρινε το τεκμήριο 24 με τις αρχικές καταχωρήσεις δηλ. με όλα τα παραστατικά που αφορούσαν τις συναλλαγές του επίδικου λογαριασμού. Το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 έχει ως πλαγιότιτλο «Τραπεζικά Βιβλία». Σύμφωνα με εδάφιο
(1)αυτού, αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεµάτων, δοσοληψιών και λογαριασµών που είναι καταχωρηµένα σ' αυτό. Σύμφωνα με τα εδάφια 2 και 3, για να γίνει δεκτό το αντίγραφο καταχώρησης ως απόδειξη, θα πρέπει να αποδειχθεί:
(1)ότι κατά τον χρόνο της καταχώρησης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας,
(2)ότι η καταχώρηση έγινε κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών,
(3)ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό την φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας και
(4)ότι το αντίγραφο έχει συγκριθεί µε την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Μαρτυρία για τα υπ' αρ. 1-3 ανωτέρω δύναται να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε µε ένορκη δήλωση ενώ για το υπ' αρ. 4 μαρτυρία δύναται να δοθεί είτε προφορικά είτε µε ένορκη δήλωση, από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο µε την αρχική καταχώρηση. Στην προκειμένη προκύπτει σαφώς από τα όσα ανέφερε ο Μ.Ε.1 ότι τις καταχωρήσεις στο τεκμήριο 24 τις έλεγξε και διαπίστωσε ότι ήταν απόλυτα ορθές, συγκρίνοντας τις με τις καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της USB, ο οποίος ήταν ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της τράπεζας. Οι αρχικές καταχωρήσεις ήταν λοιπόν αυτές που τηρούνταν σε ηλεκτρονική μορφή και όχι τα παραστατικά, ως βασικά υποστηρίζουν οι Εναγόμενοι και είναι με βάση τις εν λόγω αρχικές καταχωρήσεις που ο μάρτυρας έλεγξε το τεκμήριο
- Ακόμη όμως και να εθεωρείτο ότι οι αρχικές καταχωρήσεις ήταν τα εν λόγω παραστατικά, από τα όσα ανέφερε προκύπτει ότι έλεγξε και αυτά. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι εξέτασε, μεταξύ άλλων, και τα σχετικά παραστατικά που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό. Στην αντεξέταση του, όσον αφορά το θέμα των παραστατικών, όταν ρωτήθηκε για συγκεκριμένες αναφορές στο τεκμήριο 24 ήτοι «transactions for card payment thank you» και «transaction for card cash payment» είπε ότι πρόκειται για πληρωμές που έγιναν στην κάρτα (δηλ. πιστώσεις έναντι του υπολοίπου). Εξήγησε δε στα πλαίσια αυτά ότι έλεγξε τον Ιούνιο του 2018 όταν δηλ. τύπωσε το τεκμήριο 24, όλες τις συναλλαγές από τους φακέλους της ημέρας (τα παραστατικά δηλ. που υπάρχουν στους ταμίες) ότι έγινε μεταφορά στην κάρτα αλλά δεν είχε μαζί του στο Δικαστήριο τα σχετικά παραστατικά. Διευκρίνισε δε ότι υπήρχαν στις αποθήκες του καταστήματος του στην Αποστόλου Παύλου, όπου φυλάγονται, όλα τα παραστατικά που έλεγξε. Προκύπτει όμως σαφώς από την μαρτυρία του στην συνέχεια, όπου άλλωστε διευκρίνισε το θέμα, ότι η αναφορά του σε έλεγχο των παραστατικών αφορούσε τις καταθέσεις στην κάρτα (δηλ. τις πιστώσεις) είτε αυτές γίνονταν με μετρητά είτε με μεταφορά. Διέκρινε δε στην ουσία τις πληρωμές που γίνονταν από τον τρεχούμενο λογαριασμό λέγοντας ότι αυτές ήταν αυτόματες («Direct Debit») δηλ. γίνονταν ηλεκτρονικά και τις έλεγξε και αυτές συγκρίνοντας τους δύο λογαριασμούς δηλ. της κάρτας και τον τρεχούμενο. Δεν δέχθηκε δε ότι έγιναν πληρωμές με μετρητά και επιταγές και σε άλλα καταστήματα της τράπεζας. Εδώ να σημειωθεί ότι καμία αντίθετη με το θέμα μαρτυρία προσκομίσθηκε από τους Εναγόμενους. Η μόνη σχετική μαρτυρία προέρχεται από την Εναγόμενη 1, η οποία όταν ρωτήθηκε στην κυρίως εξέταση τι ήταν η συναλλαγή στο τεκμήριο 24 που αναφέρεται στο σημείο που φέρει ημερ. «05 Feb 04 Feb» για το 2013, ως «USBBANK - E. PALLIKARIDES, PAPHOS», είπε ότι ήταν στο υποκατάστημα Ευαγόρα Παλληκαρίδη και ότι «θα ήταν ή κατάθεση ανάληψη δεν θυμούμαι ακριβώς τι ήταν το ποσό, ήταν μία συναλλαγή που έγινε εκεί». Προκύπτει όμως από το ίδιο το τεκμήριο 24 ότι στο σημείο εκείνο (όπως και στα σημεία που φέρουν ημερ. «15 Jan 14 Jan» και «13 Mar 12 Mar» του 2013) καταγράφονται οι συναλλαγές που γίνονταν με την κάρτα και άρα αφορούσαν χρεώσεις και όχι πιστώσεις στον λογαριασμό. Συνεπώς η πιο πάνω θέση του μάρτυρα ουδόλως καταρρίπτεται. Όσον δε αφορά τις χρεώσεις στην κάρτα δηλ. τις δοσοληψίες που αφορούσαν την χρήση της όπως αγορές από καταστήματα, ο μάρτυρας είπε ότι αυτές γίνονταν μέσω της «JCC» ή της «Visa International» και ότι τα σχετικά παραστατικά - αποδείξεις βρίσκονται στον χώρο που έγιναν οι συναλλαγές ήτοι στα εν λόγω καταστήματα. Οι πράξεις αυτές στέλλονταν ηλεκτρονικά μέσω της «JCC» ή της «Visa International» στην τράπεζα για να πληρωθούν και χρεωνόταν αυτόματα ο λογαριασμός της κάρτας. Εξήγησε δε ως προς τούτο ότι ο πελάτης έχει χρονικό διάστημα πέραν του ενός μηνός σε περίπτωση που διαφωνεί με οποιανδήποτε χρέωση ώστε να επιστραφεί το ποσό στην κάρτα του. Έλεγχο της κατάστασης λογαριασμού έκανε, ως είπε, και σε σχέση με τις χρεώσεις αυτές με βάση τις απαιτήσεις εμπόρων, οι οποίες του στάληκαν με e-mail από το τμήμα καρτών της τράπεζας. Από τα πιο πάνω φαίνεται λοιπόν ότι ο Μ.Ε.1 έλεγξε όλα τα σχετικά και συγκρίνοντας τα με το τεκμήριο 24 βεβαιώθηκε ότι ήταν ορθά. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι, αναφορικά με το τεκμήριο 24, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου
- Ως έχει αναφερθεί και στην σχετική νομολογία, η πιο πάνω διάταξη δημιουργεί μαχητό τεκμήριο. Όταν δηλ. το αντίγραφο της καταχώρησης γίνεται δεκτό στο Δικαστήριο (μάλιστα δεν αποτελεί προϋπόθεση η εκ συμφώνου κατάθεση του - βλ. Vourna Limited κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2020:A170, Πολ. Έφεση Αρ. 295/2013, ημερ. 1.6.2020) συνιστά ικανοποιητική μαρτυρία για απόδειξη του περιεχομένου του και το βάρος απόδειξης μετατίθεται πλέον στους ώμους της άλλης πλευράς για να καταρρίψει το τεκμήριο. Το τελευταίο επιτυγχάνεται εφόσον η άλλη πλευρά αποδείξει την μη ύπαρξη των καταχωρήσεων ή την καταχώρηση λανθασμένων καταχωρήσεων (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2357, Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Deme-Dairy Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφεση Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019 και Alpha Bank Cyprus Limited ν. Ζαλούμη κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 149/2013, ημερ. 14.4.2020). Το επόμενο ερώτημα που χρήζει λοιπόν απάντησης στην προκειμένη είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης προς κατάρριψη του εν λόγω τεκμηρίου. Ως προς τούτο θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Είναι ουσιαστικά η θέση των Εναγομένων ότι εάν κριθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22, αυτοί έχουν αποδείξει ότι οι καταχωρήσεις του τεκμηρίου 24 είναι λανθασμένες. Σε σχέση με την θέση αυτή θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι η μόνη μαρτυρία που προσκόμισαν ήταν αυτή της Εναγόμενης 1, η οποία για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω δεν έγινε δεκτή. Απομένει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσο η υπό κρίση θέση μπορεί να στοιχειοθετηθεί στην βάση της λοιπής μαρτυρίας και δη στην βάση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν. Σε σχέση με την ορθότητα των εν λόγω καταχωρήσεων να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης, το συνολικό ποσό χρημάτων που ωφελήθηκε η Εναγόμενη 1 κάνοντας χρήση της κάρτας, ούτε και το συνολικό ποσό των χρημάτων που αυτή πλήρωσε έναντι στον λογαριασμό της κάρτας. Η επί του θέματος αντεξέταση του Μ.Ε.1 επικεντρώθηκε σε ερωτήσεις επί συγκεκριμένων καταχωρήσεων στο τεκμήριο 24, στο θέμα του ελέγχου των παραστατικών και σε σχετικές υποβολές. Τόσο για το θέμα των παραστατικών όσο και για τους ελέγχους που έκανε ο Μ.Ε.1 προς επιβεβαίωση της ορθότητας των καταχωρήσεων στο τεκμήριο 24 έχει ήδη γίνει λόγος ανωτέρω. Ως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν, η σχετική μαρτυρία του Μ.Ε.1 ήταν λεπτομερής, σαφής, σταθερή, βρίσκει έρεισμα στα τεκμήρια που κατέθεσε και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Όσον δε αφορά τα υπόλοιπα σχετικά θέματα που εγείρουν οι Εναγόμενοι πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο Μ.Ε.1 ρωτήθηκε στην αντεξέταση του σε σχέση με το κατά πόσο έγιναν πληρωμές για την κάρτα από τον τρεχούμενο λογαριασμό που αναγράφεται στο τεκμήριο
- Αυτό που του υποβλήθηκε σχετικά ήταν ότι εάν η τράπεζα τηρούσε την συμφωνία για την λήψη των οφειλόμενων δόσεων από τον συνδεδεμένο τρεχούμενο λογαριασμό δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα και δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε διαφορά. Πρόκειται για λογαριασμό που είχε όριο παρατραβήγματος μέχρι €6.000 και φαίνεται ότι ανοίχθηκε στην βάση της επιστολής προσφοράς τεκμήριο 4 που εκτός από την επίδικη κάρτα αφορούσε και τέτοια πιστωτική διευκόλυνση προς την Εναγόμενη
- Στο τεκμήριο 5 η Εναγόμενη 1 έδωσε εντολή το ελάχιστο ποσό πληρωμής της κάρτας να πληρώνεται από τον εν λόγω λογαριασμό. Ως δε έχει προαναφερθεί σε σχέση με το θέμα αυτό, πουθενά στο δικόγραφο των Εναγομένων δεν τίθεται οποιοσδήποτε σχετικός ισχυρισμός και συνεπώς η σχετική με το θέμα μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Εν πάση όμως περιπτώσει ο Μ.Ε.1 όταν ρωτήθηκε γενικά γιατί δεν γίνονταν πληρωμές από τον τρεχούμενο είπε ότι αυτό δεν γινόταν όταν δεν υπήρχαν διαθέσιμα χρήματα σε αυτόν. Όταν δε ρωτήθηκε με βάση το τεκμήριο 24 για συγκεκριμένες πληρωμές που έπρεπε να γίνουν και δη για τις 21.5.2012 και τις 20.11.2012, είπε ότι δεν έγιναν από τον λογαριασμό γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα χρήματα. Ανέφερε δε σχετικά ότι ακόμη και με το όριο παρατραβήγματος δεν υπήρχαν τα διαθέσιμα χρήματα. Δεν προσκόμισε την κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού αλλά όπως είπε, όταν εκτύπωσε το τεκμήριο 24 περί τον Ιούνιο του 2018 είχε ελέγξει και από τον τρεχούμενο τις συγκεκριμένες ημερομηνίες πληρωμής εάν υπήρχαν διαθέσιμα χρήματα σε αυτόν. Δεν δέχθηκε δε υποβολή ότι ο τρεχούμενος είχε χρήματα για τις πληρωμές. Έδωσε εξήγηση για τον λόγο που δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού αλλά και πάλι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι το ότι δεν το έπραξε δεν καταρρίπτει την σχετική με το θέμα θέση του εφόσον αυτή ουσιαστικά επιβεβαιώνεται και από τεκμήριο 24 όπου τέτοιες πιστώσεις από τον τρεχούμενο, που ως είπε ο μάρτυρας γίνονταν ηλεκτρονικά και χαρακτηρίζονται ως «Direct Debit» υπάρχουν μόνο 4 και συγκεκριμένα στις ημερομηνίες 20.10.2010, 22.11.2010, 20.12.2010 και 20.5.2011 ενώ οι πλείστες των υπολοίπων που σταματούν στις 22.2.2013 χαρακτηρίζονται ως «Cash Payment» δηλ. ως εξήγησε, πληρωμές με μετρητά. Περαιτέρω η εν λόγω θέση του επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 28, για το οποίο έγινε λόγος ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εναγόμενης 1 και από το οποίο φαίνεται ότι περί την 15.12.2011 ακυρώθηκε το όριο παρατραβήγματος του εν λόγω λογαριασμού, το οποίο ήδη παρουσίαζε υπέρβαση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει αναφορά και στο τεκμήριο 26 εφόσον με αυτό οι Ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους. Ως ανέφερε λοιπόν ο Μ.Ε.1 πρόκειται για αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε και έλεγξε ο ίδιος. Ως λέχθηκε στην Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238 αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται συνήθως για να αφαιρεθούν κάποιες χρεώσεις και δικαιώματα για τα οποία η άλλη πλευρά φέρει ένσταση ή για να υπολογιστούν με διαφορετικό τρόπο οι τόκοι είτε μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμη και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και την διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Κρίθηκε επίσης ότι οι αναδομημένοι λογαριασμοί δεν δημιουργούσαν οποιαδήποτε ασάφεια και ότι με την αναδόμηση τους, μετά τον εκ νέου υπολογισμό των τόκων, διαμορφώθηκε το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού και το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά κατέληξε σε αυτό αφού βεβαιώθηκε ότι οι αναδομημένοι λογαριασμοί ήταν ορθοί. Στην προκειμένη με το τεκμήριο 26 και για τους λόγους που εξήγησε ο Μ.Ε.1, οι Ενάγοντες δικαιωματικά περιόρισαν την απαίτηση τους. Ο Μ.Ε.1 εξήγησε τον τρόπο που κατάρτισε το τεκμήριο, πως έκανε τους σχετικούς υπολογισμούς και ότι έλαβε ως βάση τα σχετικά δεδομένα που φαίνονται στο τεκμήριο 24. Η βάση λοιπόν για την κατάρτιση του τεκμηρίου 26 ήταν το τεκμήριο 24 που ήταν το ακριβές αντίγραφο των αντίστοιχων καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία της τράπεζας (βλ. σχετικά την Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2357). Η διαφορά των δύο τεκμηρίων, ως επίσης προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Ε.1, είναι ότι στο τεκμήριο 26 δεν υπάρχουν οι διάφορες χρεώσεις και οι ανατοκισμοί. Απλή σύγκριση των τεκμηρίων 24 και 26 σε συνδυασμό με την εξέταση των όσων είπε ο Μ.Ε.1 καταδεικνύει ότι και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 26 είναι ορθό. Τίποτε δε από τα όσα τέθηκαν κατά την μαρτυρία δεν οδηγεί στο συμπέρασμα που υποστηρίζουν οι Εναγόμενοι, ότι δηλ. η ετοιμασία και η κατάθεση αναδομημένων λογαριασμών καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες προέβαιναν σε παράνομες χρεώσεις και τόκους. Σε κάθε περίπτωση με τον περιορισμό της απαίτησης τους με τον οποίο αφαίρεσαν βασικά όλες τις χρεώσεις και ανατοκισμούς, πλην των τόκων οι οποίοι θα εξετασθούν κατωτέρω, δεν τίθεται θέμα εξέτασης παράνομων χρεώσεων. Εδώ να σημειωθεί ότι ακόμη και εάν διαπιστωνόταν ότι υπήρχαν παράνομες χρεώσεις η απαίτηση των Εναγόντων δεν θα απορρίπτετο αυτόματα καθ' ολοκληρίαν εφόσον κάτι τέτοιο μπορεί να διαχωρισθεί από τις υπόλοιπες υποχρεώσεις με βάση την σύμβαση (βλ. Βογαζιάνος κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 1)
(2011)1Α Α.Α.Δ. 253). Όσον αφορά το θέμα του τόκου είναι η θέση των Εναγομένων ότι παράνομα χρεωνόταν τέτοιος εφόσον για τον υπολογισμό του λήφθηκε ως διαιρέτης ο αριθμός 360 αντί 365 ή 366 που αντιστοιχεί στο ημερολογιακό έτος. Παρέπεμψαν δε προς υποστήριξη τούτου στην Βογαζιάνος όπου κρίθηκε ότι η χρησιμοποίηση ως διαιρέτη των 360 αντί των 365 ημερών, οδήγησε σε επιβολή τόκου μεγαλύτερου του προβλεπομένου με αποτέλεσμα, παρά την υπογραφή της συμφωνίας, ο σχετικός όρος να κατέστη παράνομος. Στην προκειμένη να λεχθεί κατ' αρχάς ότι ο Μ.Ε.1 απάντησε σε σχέση με τόκους που επιβλήθηκαν επί των διαφόρων χρεώσεων που γίνονταν με βάση τον «Κατάλογο Επιτοκίων, Προμηθειών και Χρεώσεων» αλλά και την κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο. Το θέμα αυτό όμως κρίνεται ότι καθίσταται άνευ αντικειμένου εφόσον σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης του κατέθεσε το τεκμήριο 26 με βάση το οποίο περιόρισε την απαίτηση των Εναγόντων και στο οποίο, ως ανέφερε, αφαίρεσε όλα τα σχετικά με τις χρεώσεις και τον ανατοκισμό. Αναφορικά δε με τον τόκο που υπάρχει στο τεκμήριο 24 δεν θυμόταν με ποιο διαιρέτη γινόταν ο υπολογισμός, εάν ήταν με το 365 ή το 366. Αυτό όμως δεν καθιστά την μαρτυρία του για το θέμα μη αξιόπιστη καθότι ήταν φυσικό να μην θυμάται αυτή την λεπτομέρεια εφόσον το τεκμήριο 24 το έλεγξε τον Ιούνιο του 2018. Αυτό είναι εμφανές από το ότι, ως είπε, χρειαζόταν χρόνο να κάνει τον σχετικό υπολογισμό κατά την μαρτυρία του. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό που είναι ουσιώδες τελικά είναι ότι ήταν σίγουρος ότι ο διαιρέτης που χρησιμοποίησε για τον υπολογισμό των τόκων στο τεκμήριο 26 δηλ. για τον αναδομημένο λογαριασμό που έκανε λίγες μέρες πριν το προσκομίσει στο Δικαστήριο, ήταν το 365. Εδώ να σημειωθεί ότι δεν μου διαφεύγει ο όρος 6Δ(
- i)του τεκμήριο 5, σύμφωνα με τον οποίο «Για σκοπούς υπολογισμού του τόκου, θα λαμβάνεται υπ' όψη ο αριθμός των ημερών με βάση τις ημέρες που έχει ο κάθε μήνας ξεχωριστά, αλλά, για να βρεθεί ο πληρωτέος τόκος θα λαμβάνεται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος το οποίο αποτελείται από 360 ημέρες». Παρά ταύτα τα δεδομένα της παρούσας διακρίνονται από αυτά της Βογαζιάνος, την οποία επικαλούνται οι Εναγόμενοι εφόσον εκεί το θέμα κρίθηκε με δεδομένο ότι ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος 2/77, το άρθρο 3 του οποίου καθόριζε ως ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο το 9% ετησίως ενώ στην προκειμένη ίσχυε ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων Νόµος 160(Ι)/1999. Το ότι ίσχυε η εν λόγω νομοθεσία φαίνεται και πάλι στον όρο 6Δ(
- i)του τεκμηρίου 5, όπου αναφέρεται ότι ο τόκος θα ανατοκίζεται ως προνοείται από αυτήν. Πρέπει τέλος να λεχθεί ότι σε κάθε περίπτωση, ως λέχθηκε στην Βογαζιάνος, η διαγραφή του όρου που αφορούσε στον διαιρέτη του τόκου δεν επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης (δεν μόλυνε το υπόλοιπο της) και η σημασία του όρου, εξεταζόμενη στο πλαίσιο του συνόλου της σύμβασης, δεν ήταν τέτοιας φύσης, που να μην επέτρεπε το διαχωρισμό του. Έτσι κρίθηκε ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση ως το υπόλοιπο της απαίτησης που αποδείχθηκε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Ε.1 γίνεται δεκτή και με βάση όλα όσα τέθηκαν κρίνεται ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης ότι οι καταχωρήσεις στα τεκμήρια 24 και 26 είναι λανθασμένες. Πριν προχωρήσω στα ευρήματα θα πρέπει να λεχθούν και τα εξής: Όσον αφορά τις επίδικες συμφωνίες ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή τους, η οποία υπογραφή δεν αμφισβητήθηκε. Σε υποβολή δε ότι αυτές δεν ήταν προϊόν διαπραγμάτευσης αλλά επιβλήθηκαν μονομερώς από την τράπεζα απάντησε βασικά ότι ήταν η Εναγόμενη 1 που ζήτησε τις συγκεκριμένες διευκολύνσεις, κάτι που επιβεβαίωσε άλλωστε και η ίδια. Δέχθηκε δε ο μάρτυρας ότι τα σχετικά έγγραφα τα ετοίμασε η τράπεζα. Εξήγησε βασικά ότι παρά το ότι τέτοια έγγραφα υπάρχουν τυποποιημένα, σε περίπτωση που ο πελάτης διαφωνεί με οποιονδήποτε όρο μπορεί ο όρος να διαγραφεί εάν συμφωνήσει η τράπεζα ή να τροποποιηθεί, κάτι που διαπίστωσε από την εμπειρία του να έχει γίνει σε κάποιες περιπτώσεις. Εδώ να λεχθεί όμως ότι οι Εναγόμενοι δεν δικογραφούν κάτι σχετικό και σε κάθε περίπτωση η Εναγόμενη 1 δεν υποστήριξε ότι ζήτησε διαγραφή, τροποποίηση ή διαπραγμάτευση οποιουδήποτε όρου, ώστε να τίθεται θέμα εξέτασης μονομερούς επιβολής των συμφωνιών. Η θέση της επί του προκειμένου ήταν ότι δεν της επεξηγήθηκαν οι όροι, κάτι που ως προαναφέρθηκε δεν γίνεται δεκτό. Όσον δε αφορά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας η Εναγόμενη 1 δεν έθεσε οποιοδήποτε σχετικό ισχυρισμό και το ορθό και νόμιμο αυτού δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1. Με βάση δε την μαρτυρία αυτού και τα σχετικά τεκμήρια που κατέθεσε (ήτοι τους σχετικούς όρους της επίδικης συμφωνίας και τις επιστολές τερματισμού) έχει κατά την κρίση μου αποδειχθεί το ορθό και νόμιμο του τερματισμού. Συγκεκριμένα προκύπτει ότι η τράπεζα άσκησε το δικαίωμα της για τερματισμό της συμφωνίας, με βάση τον όρο 10 (Α)(i), (Β) του τεκμηρίου 5 (δηλ. σε περίπτωση παράλειψης καταβολής οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού κατά το χρόνο και με τον τρόπο που καθορίζεται στην συμφωνία). Για τον τερματισμό αυτό και τις σχετικές απαιτήσεις απέστειλε ταχυδρομικά στους Εναγόμενους επιστολές (τεκμήρια 17, 19 και 20) στις διευθύνσεις που αναφέρονται στις συμφωνίες (δηλ. στα τεκμήρια 5, 7 και 8) και σύμφωνα με τον όρο 14 (Β) του τεκμηρίου 5 και τον όρο 14 των τεκμηρίων 7 και 8. Οι εν λόγω επιστολές δεν φαίνεται να επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο στην τράπεζα και άρα τούτου δεδομένου αλλά και του ότι οι Εναγόμενοι δεν ισχυρίστηκαν σε καμία περίπτωση ότι ειδοποίησαν περί νέας ή άλλης διεύθυνσης τεκμαίρεται ότι έχουν παραδοθεί σε αυτούς και κατ' επέκταση ο τερματισμός κρίνεται νόμιμος (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, Έλληνας κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, ημερ. 3.12.2019 και Barlays Bank Plc v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726). Ευρήματα Από την μαρτυρία, η οποία έγινε δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες είναι νομικό πρόσωπο το οποίο κατείχε και κατέχει άδεια για την διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών και ασκούσε και ασκεί νόμιμα τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Η USB ΒΑΝΚ PLC (στο εξής η «USB») είναι νομικό πρόσωπο το οποίο κατείχε, κατά τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, άδεια για την διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών και ασκούσε νόμιμα τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Οι τραπεζικές εργασίες της USB, καθώς επίσης και οι εξασφαλίσεις, τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις της, τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της, περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν οι αξιώσεις στην παρούσα αγωγή εξαγοραστήκαν από τους Ενάγοντες στις 18.1.
- Στις 20.9.2010 η USB συμφώνησε γραπτώς (στο εξής η «σύμβαση») με την Εναγόμενη 1 όπως παραχωρήσει στην τελευταία το δικαίωμα χρήσης πιστωτικής κάρτας με όριο €1.
- Αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης ήταν ο «Κατάλογος Επιτοκίων, Προμηθειών και Χρεώσεων Καρτών» τον οποίο η Εναγόμενη 1 επίσης υπέγραψε στις 20.9.
- Η σύμβαση προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την χρέωση τόκου με χρεωστικό επιτόκιο 12,5% και ανατοκισμό ως προνοείτο από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο. Προέβλεπε επίσης ότι σε περίπτωση παράλειψης καταβολής οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού κατά το χρόνο και με τον τρόπο που εκεί καθορίζεται, η τράπεζα δικαιούτο να τερματίσει την σύμβαση. Σε τέτοια περίπτωση είχε δικαίωμα να απαιτήσει την άμεση επιστροφή της κάρτας και την άμεση πληρωμή κάθε οφειλόμενου ποσού, οπόταν αυτό θα καθίστατο απαιτητό και πληρωτέο και η Εναγόμενη 1 θα υποχρεούτο να πληρώσει αμέσως κάθε οφειλόμενο ποσό, περιλαμβανομένου του κεφαλαίου και των τόκων. Περαιτέρω με τον τερματισμό η Εναγόμενη 1 θα χρεωνόταν επί του χρεωστικού υπολοίπου το επιτόκιο τερματισμού το οποίο ήταν 15%. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, με έγγραφες συμφωνίες εγγύησης, που υπέγραψαν στις 20.9.2010, εγγυήθηκαν τις πιο πάνω υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 μέχρι του ποσού των €8.400, πλέον τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα και άλλα έξοδα. Από τις 26.9.2010 η Εναγόμενη 1 έκανε συναλλαγές με την χρήση της κάρτας, οι οποίες χρεώνονταν στον λογαριασμό της κάρτας, στον οποίο πιστώνονταν και οι διάφορες πληρωμές που αυτή έκανε. Η τελευταία συναλλαγή που έκανε με την χρήση της κάρτας η Εναγόμενη 1 ήταν στις 12.3.2013 και η τελευταία πληρωμή που έκανε έναντι του λογαριασμού της κάρτας ήταν στις 22.2.
- Το συνολικό ποσό των χρημάτων που χρησιμοποιήθηκαν από την Εναγόμενη 1 με την χρήση της κάρτας (είτε για αγορά εμπορευμάτων είτε για ανάληψη χρημάτων από τον λογαριασμό), εξαιρουμένης οποιασδήποτε επιβολής τόκου και οποιασδήποτε χρέωσης, ήταν €5.759,46 ενώ το συνολικό ποσό πληρωμών που αυτή έκανε έναντι του λογαριασμού ήταν €5.132,18, με την διαφορά των δύο ποσών να είναι €627,
- Με επιστολή της προς την Εναγόμενη 1, ημερ. 23.5.2013, η USB ενημέρωσε αυτήν ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στην πληρωμή των δόσεων ύψους €199 στον λογαριασμό της κάρτας και την κάλεσε όπως τακτοποιήσει σύντομα τις καθυστερημένες δόσεις της. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε και στους Εναγόμενους 2 και
- Με επιστολή της προς την Εναγόμενη 1, ημερ. 11.6.2013, η USB ενημέρωσε αυτήν ότι επειδή δεν είχε τακτοποιήσει τις καθυστερήσεις της, το επιτόκιο του λογαριασμού της θα μεταβαλλόταν εντός 21 ημερών, χωρίς άλλη προειδοποίηση, σε 15%, ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές τον χρόνο και ότι αν δεν τακτοποιούσε τις καθυστερήσεις της από την 2.7.2013 μέχρι και την 8.7.2013, θα προχωρούσε άμεσα στην λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων εναντίον της για είσπραξη ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού. Επιστολές ίδιας ημερομηνίας και με το ίδιο περιεχόμενο στάληκαν και στους Εναγόμενους 2 και
- Επειδή η Εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με τις προηγούμενες επιστολές και εξακολουθούσε να παραβαίνει τον σχετικό όρο της σύμβασης, η USB με επιστολή της ημερ. 17.9.2013 προς την Εναγόμενη 1 ενημέρωσε αυτήν ότι τερμάτισε την σύμβαση, ότι οι υποχρεώσεις της κατέστησαν απαιτητές και πληρωτέες και την κάλεσε όπως προβεί σε πλήρη και τελική εξόφληση του υπολοίπου πλέον τους αναλογούντες τόκους, εντός 10 ημερών, διαφορετικά θα λάμβανε, χωρίς άλλη ειδοποίηση, δικαστικά μέτρα εναντίον της και των εγγυητών αυτής. Επίσης την ενημέρωσε ότι το επιτόκιο επί των χρεωστικών υπολοίπων αυξήθηκε από τις 16.9.2013 σε 15% και ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές τον χρόνο. Περαιτέρω με επιστολές της ίδιας ημερομηνίας προς τους Εναγόμενους 2 και 3 η USB ενημέρωσε αυτούς για όλα τα πιο πάνω και τους κάλεσε όπως εντός 10 ημερών προβούν σε εξόφληση των οφειλών της Εναγόμενης
- Οι προαναφερόμενες επιστολές στάληκαν ταχυδρομικώς στις διευθύνσεις που αναφέρονταν στην σύμβαση και στις συμφωνίες εγγύησης, όπως εκείνες προέβλεπαν και δεν επιστράφηκαν στην USB. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 μετά την λήψη των εν λόγω επιστολών και μέχρι σήμερα δεν συμμορφώθηκαν με αυτές και δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό με αποτέλεσμα να εξακολουθούν να οφείλουν (ως οι Ενάγοντες έχουν περιορίσει την απαίτηση τους) το ποσό των €909,68 με τόκο 12,5% ετησίως επί του ποσού των €627,28 από 12.3.2013 μέχρι 16.9.2013 και με τόκο 14.3% ετησίως επί του ποσού των €627,28 από 17.9.2013 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο και δη την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου. Συμπεράσματα - Κατάληξη Σε υποθέσεις που αφορούν σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, όπως η παρούσα, για να επιτύχει η αξίωση θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα:
(1)η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων μαζί με τους όρους της,
(2)η παράβαση όρου της σύμβασης,
(3)ο τερματισμός της σύμβασης και
(4)το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1Β Α.Α.Δ. 829). Όπως είναι επίσης νομολογημένο η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης της απαίτησης της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2287 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Deme-Dairy Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019). Στην προκειμένη με βάση τα πιο πάνω ευρήματα κρίνεται ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν την σύναψη της επίδικης σύμβασης παροχής πιστωτικής διευκόλυνσης μεταξύ της τράπεζας και της Εναγόμενης 1 καθώς και την σύναψη των συμφωνιών εγγύησης αυτής από τους Εναγόμενους 2 και 3, την παράβαση όρου της σύμβασης και το νόμιμο τερματισμό αυτής. Περαιτέρω πέτυχαν να αποδείξουν και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Πέτυχαν λοιπόν να αποδείξουν στον απαιτούμενο για αστικές υποθέσεις βαθμό, δηλ. στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση τους, ως την περιόρισαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Εν κατακλείδι η αγωγή επιτυγχάνει και συναφώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €909,68 με τόκο 12,5% ετησίως επί του ποσού των €627,28 από 12.3.2013 μέχρι 16.9.2013 και με τόκο 14.3% ετησίως επί του ποσού των €627,28 από 17.9.2013 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο και δη την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου, πλέον τα έξοδα της υπόθεσης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο