← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 143/2017, 19/8/2020

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 143/2017, 19/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 143/2017 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Γεωργίου
  2. ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Νίκου Εναγομένων ------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 5/2/2020 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19.08.2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Μ. Θεοδοσίου δια Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα. Ε. Μιχαήλ για Γιώργος Χαραλαμπίδης & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 8/2/2017 η ενάγουσα καταχώρησε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ποσόν €284.690,59 πλέον τόκους προς 5,198% από 5/1/2017 επί ποσού €284.528,53 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο στις 30/6 και 31/12 πλέον έξοδα, Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης. Η πλευρά των εναγομένων 1 και 2 καταχώρησε εμφάνιση την 21/2/2017 και υπεράσπιση και ανταπαίτηση την 12/10/2017 ενώ η ενάγουσα καταχώρησε απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση την 30/3/2018.Η εκδίκαση της αγωγής ακόμη εκκρεμεί. Την 5/2/2020 η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία εξαιτείται: «1.Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/η εμποδίζει τον εναγόμενο 1 από το να πωλήσει και/η δωρίσει και/η υποθηκεύσει και/η αποξενώσει και/η επιβαρύνει και/η διαθέσει και/η μεταβιβάσει και/η εγγράψει και/η καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπο αποξενώσει και/η δεσμεύσει και/η επιβαρύνει το όλο εγγεγραμμένο μερίδιο του και/η συμφέρον επί του ακινήτου υπ. αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ, Φ./Σχ. ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ, Τμχ. ΧΧΧΧΧ, στον Δήμο ΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧ, στην Πάφο και/η άλλως πως μέχρι τελικής εκδίκασης και/η αποπεράτωσης της παρούσας υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/η μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β . Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/η εμποδίζει τον εναγόμενο 1 από το να πωλήσει και/η δωρίσει και/η υποθηκεύσει και/η αποξενώσει και/η επιβαρύνει και/η διαθέσει και/η μεταβιβάσει και/η εγγράψει και/η καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπο αποξενώσει και/η δεσμεύσει και/η επιβαρύνει το όλο εγγεγραμμένο μερίδιο του και/η συμφέρον επί του ακινήτου υπ. αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ, Φ./Σχ. ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ, Τμχ. ΧΧΧΧΧ, στα ΧΧΧΧΧ Πάφου, ΧΧΧΧΧ, στην Πάφο και/η άλλως πως μέχρι τελικής εκδίκασης και/η αποπεράτωσης της παρούσας υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/η μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ . Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/η εμποδίζει τον εναγόμενο 1 από το να πωλήσει και/η δωρίσει και/η υποθηκεύσει και/η αποξενώσει και/η επιβαρύνει και/η διαθέσει και/η μεταβιβάσει και/η εγγράψει και/η καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπο αποξενώσει και/η δεσμεύσει και/η επιβαρύνει το όλο εγγεγραμμένο μερίδιο του και/η συμφέρον επί του ακινήτου υπ. αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ, Φ./Σχ. ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ, Τμχ. ΧΧΧΧΧ, στην ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ , Κουφοδρυς, στην Πάφο και/η άλλως πως μέχρι τελικής εκδίκασης και/η αποπεράτωσης της παρούσας υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/η μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ . Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/η εμποδίζει τον εναγόμενο 1 από το να πωλήσει και/η δωρίσει και/η υποθηκεύσει και/η αποξενώσει και/η επιβαρύνει και/η διαθέσει και/η μεταβιβάσει και/η εγγράψει και/η καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπο αποξενώσει και/η δεσμεύσει και/η επιβαρύνει το όλο εγγεγραμμένο μερίδιο του και/η συμφέρον επί του ακινήτου υπ. αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ, Φ./Σχ. ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ, Τμχ. ΧΧΧΧΧ, στην ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧ, στην Πάφο και/η άλλως πως μέχρι τελικής εκδίκασης και/η αποπεράτωσης της παρούσας υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/η μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. 2.Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπουσα και/η δίκαια υπό τις περιστάσεις. 3.Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επίδοσης.» Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 21, 29, 31, 32, 41 και 42, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4, 5, 6, 7, και 9, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.39, Δ.48 Κ.1,2,3,4,8,9,11 και 12, Δ.57 και Δ.64, στο Σύνταγμα, άρθρα 23, 26, 30 και 179, στο Κοινοδίκαιο, στη νομολογία, στους κανόνες της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου καθώς και στο περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης.Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΧΧΧΧΧ Κανάρη, λειτουργού της ενάγουσας αιτήτριας. Η ΧΧΧΧΧ Κανάρη αναφέρει, μεταξύ άλλων, στην ένορκη δήλωση της ότι η ενάγουσα αιτήτρια είναι Τραπεζικός Οργανισμός(σχετικά έγγραφα - Τεκμήριο 1)και ότι από την 29/3/2013 με βάση διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των προνοιών του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως ΚΔΠ 104/13 (Τεκμήριο 2), έχουν μεταβιβαστεί συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, συμπεριλαμβανομένων και των δανειακών υποχρεώσεων ή και εγγυήσεων ή και εξασφαλίσεων των εναγομένων 1 και 2, στην ενάγουσα αιτήτρια. Συνεπεία των πιο πάνω η ενάγουσα αιτήτρια ως αποκτών πρόσωπο υποκατέστησε την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Δέσμη πιστοποιητικών σύστασης και αλλαγής ονόματος που είχε κατά καιρούς η τελευταία (Λαική Τράπεζα) επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα επίσης με την ΧΧΧΧΧ Κανάρη, η ενάγουσα αιτήτρια δυνάμει εγγράφου Ειδικής Συμφωνίας ημερ.17/8/2019 (Τεκμήριο 4) παραχώρησε στον εναγόμενο 1, υπό την εγγύηση ή και κάλυψη της εναγομένης 2, δάνειο για το ποσό των €224.000,00 υπό τους όρους προβλέπονται στην εν λόγω συμφωνία ως επίσης άλλους σχετικούς όρους(σχετικά έγγραφα - Τεκμήρια 5 έως 7 ).Κατά την ίδια ημερομηνία η εναγόμενη 2 υπέγραψε συμφωνία εγγυήσεως (Τεκμήριο 8) βάσει της οποίας εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου1(άλλα σχετικά έγγραφα - Τεκμήρια 9 και 10).Το παραχωρηθέν δάνειο εξασφαλίστηκε περαιτέρω διά της ενεχυριάσεως προς τους ενάγοντες, δυνάμει εγγράφου ενεχυρίασης κινητών αξιών ημερ. 17/8/2009 (Τεκμήριο 11), 249 αξιογράφων της Marfin Popular Bank Public Co Ltd υπό των εναγομένων 1 και 2 για τα οποία οι ενάγουσα έχει επιφυλάξει τα δικαιώματα της. Λόγω μη συμμόρφωσης των εναγομένων με τους όρους των πιο πάνω συμφωνιών και λόγω παρουσιαζόμενων καθυστερήσεων στην αποπληρωμή των δόσεων έναντι του επίδικου δανείου, οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 20/3/2015, 4/6/2015 και 19/9/2016 (Τεκμήρια 12, 13 και14 αντίστοιχα) προς τους εναγόμενους τους ειδοποίησαν για τις σοβαρές καθυστερήσεις που παρουσιάζονταν και τους κάλεσαν σε πλήρη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων που παρουσιάζονταν στο επίδικο δάνειο. Ένεκα όμως της μη ανταπόκρισης ή και συμμόρφωσης των εναγομένων με τις ως άνω επιστολές, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ.4/1/2017 (Τεκμήριο 15) που τους απέστειλαν, τερμάτισαν τις μεταξύ των μερών συμφωνίες και τη λειτουργία του επίδικου δανείου και απαίτησαν από αυτούς την εξόφληση παντός οφειλόμενου ποσού, αλλά αυτοί μέχρι σήμερα αμέλησαν ή και αρνήθηκαν να το πράξουν. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 16 κατάσταση λογαριασμού στην οποία εμφαίνεται το οφειλόμενο ποσόν το οποίο αξιώνεται στη παρούσα αγωγή. Η ΧΧΧΧΧ Κανάρη αναφέρει επίσης στην ένορκη δήλωση της ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν, μεταξύ άλλων, εναντίον της εναγουσας την αγωγή ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ Ε. Δ. Πάφου η οποία στρέφεται μεταξύ άλλων εναντίον της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, του Γενικού Εισαγγελέα και κάποιου ΧΧΧΧΧ Περικλή για κατ' ισχυρισμό ζημιάς που υπέστησαν οι νυν εναγόμενοι λόγω κυρίως αγοράς αξιογράφων από τη Cyprus Popular Bank Public Co Ltd.Περαιτέρω αυτοί επιζητούν την επιστροφή παντός κατ' ισχυρισμό καταβληθέντος ποσού, ακύρωση των συμφωνιών για αγορά των αξιογράφων και εγείρουν ισχυρισμούς περί ζημιάς λόγω δόλου ή και απάτης ή και ψευδών παραστάσεων ή και πίεσης ή και αμέλειας και επιζητούν αποζημιώσεις. Η ενάγουσα στην παρούσα αγωγή, εναγόμενη 3 στην αγωγή 1087/15, στην υπεράσπιση της αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην αγωγή αυτή προβάλλοντας μεταξύ άλλων ότι η απαίτηση των εναγόντων δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από τη Λαϊκή Τράπεζα, σύμφωνα με το διάταγμα ΚΔΠ104/2013 και αυτών που ακολούθησαν( ΚΔΠ133/2013, ΚΔΠ 156/2013 και ΚΔΠ 276/2013.Περαιτέρω προβάλλει τη θέση ότι η ενάγουσα ουδέποτε αποτέλεσε ή και αποτελεί διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας η οποία ουδέποτε έπαυσε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο (αντίγραφα των δικογράφων στην αγωγή - Τεκμήριο 17). Η ΧΧΧΧΧ Κανάρη αναφέρει στη συνέχεια στην ένορκη δήλωση της ότι η εναγόμενη 2 δεν είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας ως επίσης ότι η εξασφάλιση που παραχωρήθηκε για την επίδικη διευκόλυνση διά της ενεχυριάσεως προς τους ενάγοντες 249 αξιογράφων των εναγομένων 1 και 2, είναι άνευ αξίας λόγω του ότι από την 29/3/2013 με βάση τα πιο πάνω αναφερόμενα διατάγματα που εξεδόθηκαν με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 έχουν εξαϋλωθεί ή και εκμηδενιστεί ή και έχουν μηδενική αξία. Επομένως οι πιο πάνω εξασφαλίσεις δεν έχουν αξία στο παρόν στάδιο και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς μείωσης της ζημιάς της ενάγουσας με αποτέλεσμα η τελευταία να είναι παντελώς ανεξασφάλιστη σε σχέση με την επίδικη παραχωρηθείσα δανειοδότηση. Σύμφωνα με στοιχεία και πληροφορίες που έχει αντλήσει, μετά από έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας (Τεκμήριο 18),συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, ο εναγόμενος 1 είναι ιδιοκτήτης των ακινήτων υπ'αρ. εγγρ. ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ του οποίου η εκτιμημένη αγοραία αξία, σύμφωνα με το τεκμήριο 18, την 1.1.2018 ανέρχεται σε €266.000,00, υπ'αρ. εγγρ. ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ που ανέρχεται σε €52.000,00, υπ'αρ. εγγρ. ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ που ανέρχεται σε €16.200,00 και του υπ'αρ. εγγρ. ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ που ανέρχεται σε €31.600,00, τα οποία περιγράφονται στην παράγραφο 1 της αίτησης. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, συνεχίζει η ΧΧΧΧΧ Κανάρη στην ένορκη δήλωση της, είναι αναγκαία και επιβεβλημένη, υπό τις περιστάσεις, λόγω της ευχέρειας του εναγόμενου 1 για μεταβίβαση, πώληση, διάθεση, επιβάρυνση, υποθήκευση ή αποξένωση των ως άνω περιουσιακών στοιχείων και σε τέτοια περίπτωση είναι πιθανόν οι ενάγοντες να μην δυνηθούν να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου που θα εκδοθεί υπέρ τους. Η ενάγουσα διατηρεί καλή βάση αγωγής αφού αφορά εκκαθαρισμένη απαίτηση στην οποία δεν χωρεί υπεράσπιση και για το λόγο αυτό υπάρχει ορατό ζήτημα προς εκδίκαση ως επίσης σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής και έκδοσης απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και
  4. Η αδυναμία των εναγομένων να συμμορφωθούν με τα οφειλόμενα υπόλοιπα και τις υποχρεώσεις τους προς τους ενάγοντες, το γεγονός ότι τα περιγραφόμενα ακίνητα είναι η μόνη περιουσία του εναγομένου 1 και τα οποία δεν φέρουν επιβαρύνσεις και το γεγονός ότι η εναγόμενη 2 στερείται οποιασδήποτε περιουσίας, καταδεικνύει ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο οι εναγόμενοι να μην καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό έναντι των χρεών τους και ταυτόχρονα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ο εναγόμενος 1 να αποξενώσει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία. Επομένως υπάρχει ορατός κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ των εναγόντων στη παρούσα αγωγή και ως εκ τούτου θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη κατά την αποπεράτωση της αγωγής, έχοντας υπόψη και το ύψος της απαίτησης της ενάγουσας το οποίο είναι μεγάλο. Περαιτέρω η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, σύμφωνα με την ΧΧΧΧΧ Κανάρη, δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των εναγομένων καθότι ο εναγόμενος 1 θα μπορεί να διαχειριστεί την περιουσία του και εφόσον εξοφληθεί η οφειλή των εναγομένων, η παρούσα διαδικασία θα θεωρείται εξοφληθείσα ή και διευθετηθείσα. Τέλος η ΧΧΧΧΧ Κανάρη αναφέρει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει σαφέστατα υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι τυχόν αποξένωση των ακινήτων και γενικά της περιουσίας του εναγομένου1 θα καταστήσει την εκτέλεση τυχόν εκδοθείσας απόφασης πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη και θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι εναγόμενοι 1 και 2 στην ένσταση τους προβάλλουν 31 συνολικά λόγους για τους οποίους η αίτηση δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή οι περισσότεροι των οποίων περιστρέφονται γύρω από τη θέση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 ή του άρθρου 5 του κεφ.6, ότι η αξία της περιουσίας που επιχειρείται να δεσμευτεί είναι πολύ περισσότερη από την απαίτηση των εναγόντων με αποτέλεσμα η έκδοση των διαταγμάτων να αποτελεί δυσανάλογο μέτρο ενώ οι εκτιμήσεις των ακινήτων που παραθέτει η ενάγουσα δεν είναι πρόσφατες ή και ορθές, η αίτηση είναι καταχρηστική αφού πρόθεση της ενάγουσας αιτήτριας είναι να υποχρεώσει τους εναγόμενους καθ' ων η αίτηση να πληρώσουν ποσά τα οποία είναι αμφισβητούμενα ή και να αντικαταστήσουν τις εξασφαλίσεις της αμφισβητούμενης συμφωνίας ημερ.17/8/2009,η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ισοδυναμεί ως μέτρο γενικής εξασφάλισης υπέρ της ενάγουσας, η ενάγουσα δεν έχει ικανοποιήσει ότι σε περίπτωση που διαταχθεί από το Δικαστήριο, θα είναι σε θέση μελλοντικά να καταβάλει εύλογη αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημιά προκλήθηκε λόγω της εκτέλεσης του διατάγματος, η ενάγουσα δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, η αίτηση, όπως και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, είναι παράτυπη ή και αντικανονική και καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ των εναγομένων καθ'ων η αίτηση. Η ένσταση βασίζεται μεταξύ άλλων στον Ν.14/60, άρθρα 29, 30, 31 και 32, στο Κεφ.6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.9 Κ1-10, Δ.22 Κ1-4, Δ.40, Δ.42, Δ.48 Κ4, 7, 11, 12 και 13, στο Σύνταγμα, άρθρα 23, 26 και 30, στις αρχές της επιείκειας, στη νομολογία, στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου
  5. Ο εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση του επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης. Αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Παραθέτει τη δική του εκδοχή όσον αφορά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι υπέγραψε τη συμφωνία δανείου ημερ.17/8/2019 στηριζόμενος στις ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις των υπαλλήλων της Λαϊκής Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένου του ΧΧΧΧΧ Περικλή, οι οποίοι γνώριζαν ότι ο σκοπός της συμφωνίας ήταν παράνομος. Η συμφωνία αυτή καταρτίστηκε χωρίς τη ελεύθερη συναίνεση του και είναι προϊόν δόλου, απάτης , ψευδών παραστάσεων κλπ. Τα ίδια ισχύουν και για τη σύζυγο του εναγόμενη 2 που υπέγραψε και κατέστη εγγυήτρια του κάτω από συνθήκες εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, πλάνης, δόλου, απάτης κλπ και χωρίς την ελεύθερη συναίνεση της. Διευκρινίζει ότι σκοπός της συμφωνίας δεν ήταν η δωρεά προς τις θυγατέρες όπως αναφέρεται στη συμφωνία αλλά η αγορά αξιογράφων του 2010 ενώ περαιτέρω εγγύηση αποτέλεσαν αξιόγραφα του 2008 που αγόρασε με τη σύζυγο του εναγόμενη 2 το έτος 2008 και πάλι μετά από παρότρυνση των πιο πάνω προσώπων της τράπεζας .Αρνείται την απαίτηση της ενάγουσας, ο ίδιος και η εναγόμενη 2 έχουν καλή υπεράσπιση και ανταπαίτηση ενώ παραδέχεται ότι ο ίδιος και η εναγόμενη 2 έχουν κινήσει την αγωγή ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ Ε.Δ. Πάφου. Δέχεται ότι είναι ιδιοκτήτης των εν λόγω ακινήτων αρνείται όμως ότι έχει πρόθεση αποξένωσης τους ενώ υποστηρίζει ότι η περιουσία του δεν αποτελείται μόνο από την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία. Ισχυρίζεται ότι οι αξίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 18, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι σε τιμές 1/1/2018 δηλαδή πέραν των δύο χρόνων και επομένως δεν αντιπροσωπεύουν τη πραγματική αξία των ακινήτων ενώ η αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση . Δέχεται ότι η ενάγουσα τον προσέγγισε προτείνοντας του συμβιβασμό της όλης υπόθεσης με συνέπεια και το συμβιβασμό της αγωγής ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ όμως ο ίδιος αρνήθηκε και αναφέρει λεπτομέρειες που καταδεικνύουν, όπως υποστηρίζει, ότι προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο διαστρεβλώνοντας την αλήθεια(η πλευρά της ενάγουσας επίσης αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι έγιναν προσπάθειες συμβιβασμού χωρίς αποτέλεσμα). Ο εναγόμενος 1 επισυνάπτει αριθμό εγγράφων προς υποστήριξη των θέσεων του (Τεκμήρια Α έως Ι) και καταλήγει ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεν δικαιολογούν την έγκριση της παρούσας αίτησης η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και την ένσταση. Θα πρέπει καταρχάς να σημειωθεί, ως γενική παρατήρηση, ότι παρότι η αίτηση απευθύνεται προς τους «δικηγόρους των Εναγομένων 1 και 2 / Καθ' ων η αίτηση» , οι οποίοι και καταχώρησαν ένσταση και για τους δύο εναγομένους, εντούτοις η αίτηση αφορά ουσιαστικά μόνο τον εναγόμενο 1,αφού αφορά ακίνητα που είναι ιδιοκτησίας του εναγόμενου 1 και όχι της εναγόμενης
  6. Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με την εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  7. Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 επανεξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd & Another

(1982)1 CLR 557 και σε πληθώρα άλλων αποφάσεων και είναι αχρείαστη οποιαδήποτε επανάληψη τους σε έκταση. Αρκεί μόνο να λεχθεί ότι πρέπει να ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού προτού εξεταστούν περαιτέρω εκείνοι οι παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Η πρώτη προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και είναι αρκετό να επιδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέραν από την απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά και κάτι λιγότερο από τον βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με σκοπό την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων είτε επί του πραγματικού είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (Jonitexo v. Adidas (ανωτέρω) και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Βεβαίως κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών προϋποθέσεων είναι αναγκαία χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates ανωτέρω). Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί ότι η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας (Βλ. Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 169, Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση κρίνω σκόπιμο όπως εξεταστεί πρώτα το θέμα του κατά πόσον υπήρξε τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το μονομερές στάδιο ώστε το Δικαστήριο να ακυρώσει το διάταγμα χωρίς να προχωρήσει καν στην εξέταση της ουσίας του. Στην υπόθεση Pescara Inv. Ltd v. Πλοίου Ganza,
(1998)1 ΑΑΔ 1454 λέχθηκε ότι: "Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επιδρούν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου για την παροχή ή μη της αιτούμενης θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται κατ΄ εξοχή στην περίπτωση τέτοιων αιτήσεων. Το στοιχείο της πρόθεσης εξαπάτησης είναι άσχετο. Εκείνο που έχει αποφασιστική σημασία είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εφ΄ όσον, στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής (βλέπε, μεταξύ άλλων, Amathus Navigation Co. Ltd v. Concort Express Liners and others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030, Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων
(1995)1 ΑΑΔ 248, Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.,
(1996)1(Α) ΑΑΔ 597, Caspi Shipping Ltd και άλλοι v. Πλοίου SAPPHIRE SEAS, (Αρ.2)
(1997)1(Β) ΑΑΔ 833, The Timberland Co. of U.S.A. ν. Evans & Sons Limited και άλλοι,
(1998)1 ΑΑΔ 1179, The Andria,
(1984)1 All E.R. 1126 (C.A.)." Περαιτέρω στην υπόθεση Α. ELIA & CO LTD, (Αρ.2)
(1999)1 ΑΑΔ 428 λέχθηκε ότι: «Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Ιδε Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 ΑΑΔ 224). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Ιδε Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party)
(1998)3 All E.R. 178).» Ομοίως στην υπόθεση Brink's Mat Ltd ν. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350, αναφέρεται ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα που θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Κρίνω ότι δεν υπάρχει στην παρούσα υπόθεση απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ή προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ή διαστρέβλωση της αλήθειας. Η πλευρά της Ενάγουσας περιγράφει με αρκετή ακρίβεια και σαφήνεια τα γεγονότα και τις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε. Παραπέμπει στην Έκθεση Απαίτησης και στα δικόγραφα τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στην αγωγή ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ και περιγράφει σε ικανοποιητικό βαθμό τόσο την υπόθεση της όσο και αυτή των εναγομένων. Τα όσα η πλευρά του Εναγόμενου 1 υποστηρίζει, αποτελούν δικές του αιτιάσεις. Καταλήγω επομένως ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει συμμορφωθεί με την αρχή της αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση η Ενάγουσα-Αιτήτρια βασίζει τις αξιώσεις της σε παράβαση συμφωνίας εκ μέρους του Εναγόμενου 1 και της Εναγομένης 2 η οποία τον εγγυήθηκε. Καταδεικνύεται επομένως η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης δηλαδή η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ως εκ τούτου κρίνω ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση παρατίθενται τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση στοιχεία για καθυστερήσεις στις πληρωμές εκ μέρους του Εναγόμενου 1 τον οποίο εγγυήθηκε η Εναγόμενη 2 οι οποίες πηγάζουν από τις συνομολογηθείσες συμφωνίες, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως επίσης διάφορες επιστολές και αλλά και επιστολές τερματισμού των συμφωνιών εκ μέρους της Ενάγουσας στις οποίες αναφέρονται τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Οι ισχυρισμοί της πλευράς του Εναγόμενου 1 ότι αρνείται την απαίτηση της ενάγουσας και δεν αποδέχεται την κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 16 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τα δεδομένα αφού αποτελεί ισχυρισμό που θα εξεταστεί κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής έχοντας υπόψη ότι δεν αμφισβητείται η υπογραφή των επίδικων συμφωνιών. Περαιτέρω δεν πρέπει να λησμονείται ότι, σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην T.A. Micrologic Comp. Consult. V. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, 1809, σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Κρίνω επομένως ότι και η δεύτερη προϋπόθεση ικανοποιείται. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση η πλευρά της Ενάγουσας-Αιτήτριας υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είναι κάτοχος άλλης περιουσίας ενώ η Εναγόμενη 2 που τον εγγυήθηκε δεν διαθέτει ακίνητη ιδιοκτησία. Τα πιο πάνω μαζί με το ύψος της απαίτησης, η οποία δεν είναι εξασφαλισμένη και μαζί με την καλή προοπτική έκδοσης απόφασης υπέρ της και σε βάρος και των δύο εναγομένων καθιστούν αναγκαία την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ούτως ώστε να αποφευχθεί παρεμπόδιση στην εκτέλεση της απόφασης εναντίον και των δύο Εναγομένων. Τα εν λόγω ακίνητα είναι ελεύθερα εμπράγματων βαρών. Η πλευρά του Εναγομένου 1 αρνείται βέβαια ότι υπάρχει πρόθεση αποξένωσης των ακινήτων εκ μέρους του ενώ αρνείται ότι η περιουσία του περιορίζεται μόνο στα πιο πάνω ακίνητα αφήνοντας να νοηθεί ότι είναι κάτοχος και άλλης περιουσίας και υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος και η εναγόμενη 2 είναι φερέγγυοι. Στην Όξινος κ.α. ν. Λου
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1066 τονίστηκε ότι σε τελική ανάλυση η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, σε συνάρτηση με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία. Σε περίπτωση που επιζητείται διάταγμα μη αποξένωσης ακίνητης περιουσίας δεν είναι ανάγκη να προσκομιστεί μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος πράγματι εξέφρασε την πρόθεση να αποξενώσει ή να επιβαρύνει την περιουσία του. Στη C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(B) A.A.Δ. 785 λέχθηκε ότι εκείνο που μετρά είναι η «πιθανή επίδραση» που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, δηλαδή ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η Δικαστική απόφαση αν αποξενωθεί η περιουσία. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1165, Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1235 και το σύγγραμμα Γιώργος Ερωτοκρίτου & Πέτρος Αρτέμης «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ» «INJUCTIONS» σελ. 131-136. Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 1 ότι ο ίδιος είναι κάτοχος και άλλης περιουσίας ως επίσης ότι ο ίδιος και η εναγόμενη 2 είναι φερέγγυοι έχουν παραμείνει γενικοί αόριστοι και ατεκμηρίωτοι και ως εκ τούτου δεν γίνονται δεκτοί. Ούτε η θέση του εναγόμενου 1 ότι η πλευρά της ενάγουσας αιτήτριας επιδιώκει μέσω της παρούσας αίτησης αντικατάσταση ή ενίσχυση των εξασφαλίσεων της συμφωνίας ημερ. 17/8/2009 μπορεί να γίνει δεκτή, έχοντας υπόψη τη νομολογία{ Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας (ανωτέρω)} και το γεγονός ότι τα αξιόγραφα που ενεχυριάστηκαν υπέρ της ενάγουσας αιτήτριας είναι άνευ αξίας, ισχυρισμός που δεν έχει αμφισβητηθεί εκ μέρους του, ότι δηλαδή το κατ' ισχυρισμό χρέος είναι χωρίς εξασφάλιση. Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι καταδεικνύεται σε ικανοποιητικό βαθμό, έχοντας υπόψη το αξιούμενο ποσό στη παρούσα αγωγή, το γεγονός ότι τα αξιόγραφα που ενεχυριάστηκαν υπέρ της ενάγουσας αιτήτριας είναι άνευ αξίας, ότι ο ισχυρισμός περί φερεγγυότητας των Εναγομένων δεν έγινε δεκτός αλλά και την πιθανή επίδραση ενδεχόμενης αποξένωσης ή επιβάρυνσης των ως άνω ακινήτων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχόμενα θα εκδοθεί, ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η παρούσα αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 το οποίο αφορά ακριβώς δέσμευση περιουσίας που δεν είναι αντικείμενο της αγωγής για χάριν εκτέλεσης. Οι δύο πρώτες παράγραφοι του άρθρου 5 του Κεφ. 6 έχουν ως ακολούθως: «5.-
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.» Έχει νομολογηθεί ότι η πρώτη προϋπόθεση του εν λόγω άρθρου η «καλή βάση αγωγής» αντιστοιχεί με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 (Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(A) A.A.Δ. 253, 258, Τσιολάκκης κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1(B) C.L.R. 520, Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. ν. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 162, 180. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι η δεύτερη προϋπόθεση η «πιθανότητα παρεμπόδισης του Ενάγοντα να ικανοποιήσει την απόφαση του» αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιεία «Λεωνίκ» Λτδ (ανωτέρω), Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 280, 285, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd,
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1121, 1128, Γιώργος Ερωτοκρίτου & Πέτρος Αρτέμης (ανωτέρω) σελ. 110-115). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6 το οποίο εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14.1960, οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος ικανοποιούνται. Περαιτέρω κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλείνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα το γεγονός ότι με την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν διαταράσσεται το status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Περαιτέρω η έκδοση του διατάγματος δεν φαίνεται να προκαλεί ζημιά ή δυσανάλογη ζημιά στον Εναγόμενο 1 αλλά ούτε ο ίδιος μέσω της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την ένσταση έχει καταδείξει κάτι τέτοιο. Η πλευρά του Εναγομένου 1 προβάλλει ότι δεν ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος και ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει ότι σε περίπτωση που διαταχθεί από το Δικαστήριο, θα είναι σε θέση μελλοντικά, να καταβάλει στον Εναγόμενο 1 τέτοιο ποσό το οποίο ήθελε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως εύλογη αποζημίωση αυτού για οποιαδήποτε ζημιά που προκλήθηκε σαυτόν λόγω της εκτέλεσης του διατάγματος. Προβάλλει επίσης ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αλλά και ότι η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα ενώ οι αξίες των ακινήτων είναι σε τιμές της 1/1/
  1. Θα πρέπει καταρχάς να λεχθεί ότι η παρούσα αίτηση δεν είναι μονομερής αίτηση αλλά διά κλήσεως, ούτε εκδόθηκε διάταγμα μονομερώς και επομένως η κάθε πλευρά είχε την ευκαιρία να ακουστεί και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις της και το Δικαστήριο έκρινε, έχοντας υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ότι δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το γεγονός ότι οι αναφερόμενες, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και στο Τεκμήριο 18, αξίες των ακινήτων είναι σε τιμές 1/1/2018 λαμβάνεται μεν υπόψη, δεν είναι το ιδανικότερο, όμως η πλευρά του εναγομένου 1 καθ' ου η αίτηση δεν προσκόμισε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία σε σχέση με το θέμα αυτό. Μάλιστα η πλευρά του εναγομένου 1 ενώ από τη μια προβάλλει ότι οι αναφερόμενες αξίες δεν είναι πρόσφατες, από την άλλη ισχυρίζεται ότι οι αξίες αυτές υπερβαίνουν κατά πολύ την απαίτηση της ενάγουσας αιτήτριας. Προβαίνει δηλαδή σε αντιφατικούς ισχυρισμούς σε σχέση με το θέμα αυτό. Το ζήτημα αυτό θα απασχολήσει το Δικαστήριο και στην συνέχεια. Τα ίδια ισχύουν και για το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης η οποία θα μπορούσε μεν να καταχωρηθεί νωρίτερα όμως ο χρόνος καταχώρησης της δεν είναι τέτοιος που να μπορούσε να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Επιπλέον των πιο πάνω, το Τεκμήριο 18 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση φέρει ημερομηνία 17/9/2019 και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε την 5/2/2020, δηλαδή μετά από τέσσερεις και μισό μήνες περίπου, διάστημα τέτοιο που δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υπερβολικό. Επομένως οι πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν γίνονται δεκτοί. Περαιτέρω δεν διαπιστώνεται η παρούσα αίτηση να είναι με οποιοδήποτε τρόπο καταχρηστική ή να είναι παράτυπη ή αντικανονική. Τα ίδια ισχύουν και για την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Επανερχόμενος στις αναφερόμενες αξίες των πιο πάνω ακινήτων και έχοντας υπόψη το ύψος της απαίτησης της ενάγουσας ως επίσης την αρχή ότι δεν πρέπει να δεσμεύεται οτιδήποτε πέραν του αναγκαίου, ζήτημα που έχει θέσει ως έχει αναφερθεί πιο πάνω και η πλευρά του εναγομένου 1, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο το διάταγμα που θα εκδοθεί να δεσμεύει μόνο το ακίνητο υπ'αρ εγγρ. ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ που περιγράφεται στη παράγραφο 1 Α της αίτησης αξίας €266.000,00 και το ακίνητο υπ'αρ. εγγρ. ΧΧΧΧΧ/ΧΧΧΧΧ που περιγράφεται στη παράγραφο 1 Δ της αίτησης αξίας €31.600,00{βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιεία «Λεωνίκ» Λτδ (ανωτέρω)}. Συνεπεία των πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι 1 Α και 1 Δ της αίτησης με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας-Αιτήτριας και εναντίον του Εναγομένου 1-Καθ΄ ου η Αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο στο τέλος της όλης υπόθεσης μειωμένα όμως κατά το ήμισυ. Καμία διαταγή για έξοδα όσον αφορά την ενάγουσα και την εναγόμενη
  2. (Υπ.) ............. Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.