← Κύπρος

ATHINODOROU BETON LIMITED ν. ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 841/2020, 29/9/2020

ATHINODOROU BETON LIMITED ν. ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 841/2020, 29/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A83 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 841/2020 Μεταξύ: ATHINODOROU BETON LIMITED Ενάγοντες και XXXXXXXX ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΥ Εναγόμενος ----------------- Αίτηση Εναγόντων Αιτητών ημερομηνίας 5.8.2020 Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Μάριος Αποστολίδης για Γιώργο Χατζηιωάννου Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κα Κ. Γιαπανά με κ. Χ. Παπαϊωάννου για Σκορδής Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση Αίτηση η οποία αρχικά καταχωρήθηκε μονομερώς και κατέστη διά κλήσεως μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση δύο προσωρινών διαταγμάτων. Το πρώτο αιτητικό αφορά την απαγόρευση του Εναγόμενου να εισέρχεται στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος με την επωνυμία που αναγράφεται στο αιτητικό και που βρίσκεται σε συγκεκριμένη βιομηχανική ζώνη στην Πάφο, ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Το δεύτερο αιτητικό αφορά διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος να επιστρέψει στους Ενάγοντες το όχημα που αναγράφεται στο παρακλητικό της αίτησης και που είναι ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Ως προς τη νομική βάση της Αίτησης δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί αυτολεξεί, αλλά θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Ο ενόρκως δηλών που υποστηρίζει την Αίτηση αναφέρει ότι Γενικός Διευθυντής συγκεκριμένου ομίλου εταιρειών στους οποίους είναι μέλος ως θυγατρική εταιρεία η Ενάγουσα, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και προβαίνει στην ένορκη δήλωση μέσα από την προσωπική του γνώση αλλά και τις συμβουλές των δικηγόρων των Εναγόντων. Υιοθετεί το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και επιπρόσθετα αναφέρει ότι οι Ενάγοντες έχουν την ιδιότητα που αναφέρει πιο πάνω και δραστηριοποιείται στον τομέα του έτοιμου σκυροδέματος. Ο Εναγόμενος είναι ένας εκ των μετόχων και ένας από τους έξι διευθύνοντες συμβούλους των Εναγόντων και μέχρι τις 29.5.2020 είχε θέση υπαλλήλου στους Ενάγοντες ως διευθυντής και υπεύθυνος παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος στις επίδικες εγκαταστάσεις και στα πλαίσια των καθηκόντων του κατείχε και χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο για το οποίο ζητείται η παράδοση του. Σε κατοπινό στάδιο οι Ενάγοντες προχώρησαν στην μετάθεση του Εναγομένου σε συγκεκριμένο χωριό της επαρχίας Λευκωσίας για να αναλάβει τη διεύθυνση του λατομείου στις εγκαταστάσεις του ομίλου εταιρειών, αλλά ο Εναγόμενος δεν παρουσιάστηκε στο νέο χώρο εργασίας του με αποτέλεσμα να αποσταλεί στον Εναγόμενο προειδοποιητική επιστολή, με την οποία ο Εναγόμενος όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε, αλλά αδικαιολόγητα συνέχισε να εισέρχεται στις επίδικες εγκαταστάσεις που προκαλώντας αναστάτωση και ενόχληση στον εργασιακό χώρο και στην εύρυθμη λειτουργία της παραγωγής σκυροδέματος. Οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν να στείλουν άλλη επιστολή με την οποία προχώρησαν στη μονομερή παύση της εργοδότησης του Εναγόμενου χωρίς την οποιαδήποτε άλλη χρονική προειδοποίηση και κάλεσαν με άλλη επιστολή τον Εναγόμενο όπως παραδώσει το προαναφερόμενο όχημα. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να παραδώσει το εν λόγω όχημα και αποστάληκαν επιστολές με τις οποίες προειδοποιείτο ο Εναγόμενος ότι θα καταγγελθεί στην αστυνομία το πιο πάνω όχημα ως κλοπιμαίο, πράγμα που έγινε με την αποστολή συγκεκριμένης επιστολής, πλην όμως η αστυνομία παραλείπει να προβεί σε οποιαδήποτε διερεύνηση της υπόθεσης όσον αφορά το όχημα και η πιο πάνω αναφερόμενη συμπεριφορά του Εναγόμενου προκαλεί οικονομική και επαγγελματική βλάβη και απώλεια και επηρεάζει την εύρυθμη λειτουργία του εργοστασίου και εάν δεν αρθεί η πιο πάνω συμπεριφορά υπάρχει ο κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς στους Ενάγοντες και κατ' επέκταση εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η ζημιά θα είναι μη αναστρέψιμη. Το αίτημα των Εναγόντων αντίκρισε την ένσταση του Εναγομένου. Ως προς τη νομική βάση της ένστασης δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί αυτολεξεί για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Προβλήθηκαν σειρά λόγων ένστασης και που είχαν ως επίκεντρο καθότι η μαρτυρία προέρχεται από μη εξουσιοδοτημένο από τους Ενάγοντες άτομο, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων μέσα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς επίσης ότι εάν οι Ενάγοντες υποστούν οποιαδήποτε ζημιά ο Εναγόμενος έχει τη δυνατότητα να αποζημιώσει τους Ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Επιπρόσθετα γίνεται αναφορά ότι οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, αλλά προέβαλαν προδήλως αναληθείς ισχυρισμούς και παρέλειψαν να αποκαλύψουν ουσιώδη γεγονότα και έγγραφα με αποτέλεσμα να αποκλείονται οι Ενάγοντες από το να ζητούν θεραπείες στη βάση των αρχών της επιείκειας (equity). Επιπρόσθετα προβάλουν ως λόγους ένστασης ότι η έκδοση των διαταγμάτων αποτελεί αυτοσκοπό των Εναγόντων και τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν ως προσωρινά διατάγματα πριν από την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Ο Εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση κάνει και αυτός με τη σειρά του αναφορά στην ιδιότητα των Εναγόντων ως θυγατρική εταιρεία συγκεκριμένης εταιρείας και ότι ο ίδιος είναι διευθυντής της μητρικής εταιρείας. Αμφισβητεί την εγκυρότητα και τη νομιμότητα καταχώρησης της παρούσας αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης προβάλλοντας τη θέση ότι ο ενόρκως δηλών που υποστηρίζει την αίτηση ουδέποτε διορίστηκε νόμιμα και έγκυρα ως γενικός διευθυντής της μητρικής εταιρείας ή των Εναγόντων και κατ' επέκταση δεν έχει δικαίωμα να εκπροσωπεί ή να παρουσιάζεται ότι εκπροσωπεί τη μητρική εταιρεία ή τους Ενάγοντες και αυτό αποτελεί αντικείμενο διαφοράς σε άλλη αγωγή που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος προβάλλει τη θέση ότι ουδέποτε εξουσιοδοτήθηκε από τους Ενάγοντες ή τη μητρική εταιρεία να προβεί στην ένορκη του δήλωση και αυτό το γνωρίζει μέσα από την ιδιότητα του ως διοικητικός σύμβουλος και διευθυντής τόσο της μητρικής εταιρείας όσο και των Αιτητών και κατ' επέκταση η μαρτυρία που προσκομίστηκε από τους Αιτητές είναι απαράδεκτη και έγινε από μη εξουσιοδοτημένο άτομο και το ίδιο ισχύει και για την έγερση της αγωγής και κατ' επέκταση τόσο η αγωγή όσο και η Αίτηση υπόκεινται σε απόρριψη ή και παραμερισμό. Προς υποστήριξη των θέσεων του παραπέμπει στη διαδικασία που εκκρεμεί σε άλλη αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για τα πιο πάνω ζητήματα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό, κατά τον ίδιο έχουν κοινό πραγματικό υπόβαθρο και γεγονότα και επισύναψε προς αυτό το σκοπό αντίγραφο της μονομερούς Αιτήσεως και της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει συγκεκριμένη ενδιάμεση αίτηση την οποία και υιοθετεί για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας για να υποστηρίξει την ένσταση του και να αντικρούσει αντίστοιχα την Αίτηση των Εναγόντων για να καταδείξει ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Συγκεκριμένα κάνει αναφορά στο ιστορικό που προηγήθηκε και που αφορά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην διοικητική μορφή της μητρικής εταιρείας, τις διαφορές που προέκυψαν σε αυτήν, τις αλλαγές που έγιναν στη μητρική εταιρεία και στον εσωτερικό έλεγχο που έγινε σε αυτήν. Ο ενόρκως δηλών θίγει τα κακώς κείμενα στη διαχείριση της μητρικής εταιρείας και τις αλλαγές προσώπων που έγιναν εξαιτίας αυτών και τις διαφωνίες επί αυτού του θέματος παρά τις διευθετήσεις που έγιναν και την απόρριψη του ενδεχόμενου διάσπασης της μητρικής εταιρείας. Κάνει αναφορά σε συγκεκριμένες συνεδρίες συνελεύσεων και τις αποφάσεις που λήφθηκαν αναφορικά με τη δομή του διοικητικού συμβουλίου της μητρικής εταιρίας και τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν από αυτές. Κάνει αναφορά στις επικοινωνίες που έγιναν και που είχαν ως επίκεντρο την επικοινωνία που ήθελε να έχει ο ενόρκως δηλών που υποστηρίζει την Αίτηση μαζί του όπου το εν λόγω άτομο συνοδευόμενο μαζί με άλλο άτομο και με άλλα οχήματα εντός των οποίων επέβαιναν αριθμός εύσωμων αντρών με ρούχα σκούρου χρώματος πραγματοποιούσαν επισκέψεις στα γραφεία της μητρικής εταιρείας και στα λατομεία και εργοστάσια των θυγατρικών εταιρειών με στόχο να ενσπείρουν τον πανικό και να εκφοβίσουν το προσωπικό και τα στελέχη της μητρικής εταιρείας με αποκορύφωμα να εκβιαστεί συγκεκριμένο άτομο να υπογράψει συμβόλαιο εργοδότησης του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την Αίτηση ως διευθύνοντα συμβούλου της μητρικής εταιρείας με μισθό €104.000 ετησίως πράγμα που δεν έγινε αποδεκτό. Σε κατοπινό στάδιο ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι την 1η εβδομάδα του Μαΐου 2020 όπως έχει πληροφορηθεί από συγκεκριμένο άτομο, παράτυπα και χωρίς σύγκλιση συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της μητρικής εταιρείας οκτώ εκ των δεκατριών διοικητικών συμβούλων υπέγραψαν δήθεν εκ μέρους της μητρικής εταιρείας συμφωνία με την οποία ο ενόρκως δηλών που υποστηρίζει την αίτηση θα εργοδοτείτο στη μητρική εταιρεία ως διευθύνοντας σύμβουλος με μισθό €104.000 ετησίως και σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών και την πληροφόρηση που αναφέρει η συμφωνία έγινε ως αποτέλεσμα απειλών και εκφοβισμού από συγκεκριμένα άτομα συμπεριλαμβανομένου και του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την Αίτηση. Σύμφωνα με τον ίδιο και της νομικής συμβουλής που έλαβε ο διορισμός του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την Αίτηση ως διευθύνοντα συμβούλου είναι παράτυπος και αντίθετος με τις διατάξεις του καταστατικού της μητρικής εταιρείας και ουδέποτε λήφθηκε απόφαση από το διοικητικό συμβούλιο της μητρικής εταιρείας ως σώμα είτε σε συνέλευση των μετόχων της μητρικής εταιρείας που να διορίζει το πιο πάνω άτομο ως διευθύνοντα σύμβουλο ή γενικό διευθυντή της μητρικής εταιρείας. Στη συνέχεια της ένορκης του δήλωσης αφού επαναλαμβάνει τη θέση του για την παράνομη απόφαση διορισμού του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την Αίτηση ως διευθύνοντα συμβούλου προσθέτει ότι το εν λόγω άτομο δεν έχει καμία σχέση και κατάρτιση αναφορικά με τις εργασίες της μητρικής εταιρείας και που σκοπό έχουν την ανάληψη των περιουσιακών στοιχείων της μητρικής εταιρείας και για να εξυπηρετήσουν αυτό το σκοπό τον μετάθεσαν στο λατομείο της μητρικής εταιρείας σε κοινότητα της επαρχίας Λευκωσίας ενώ ο ίδιος είναι κάτοικος Πάφου και αυτό αποσκοπούσε στο να τον εξαναγκάσουν σε παραίτηση. Σε αντιδιαστολή και σε συσχέτιση πάντα με το χρόνο που χρειάζεται για να μεταβεί εκεί και ότι για 37 συναπτά έτη ήταν στη διεύθυνση παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος και δεν είχε καμία σχέση ή εμπειρία σε θέματα λατομείου. Επιπρόσθετα κάνει αναφορά σε αλληλογραφία που έλαβε και που είχε ως επίκεντρο τον τερματισμό της συνεργασίας του ιδίου και της εταιρείας του αλλά και την απαίτηση παράδοσης του επίδικου οχήματος, τις οποίες ο ενόρκως δηλών τις χαρακτηρίζει ως άκυρες λόγω του παράνομου διορισμού του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την Αίτηση και αυτός είναι ο λόγος που αγνόησε το περιεχόμενο της πιο πάνω αλληλογραφίας ως επίσης αυτός είναι και ο λόγος που η αστυνομία, στην οποία έχει δώσει σχετική κατάθεση, δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος κατέχει μέσω συγκεκριμένης εταιρείας ποσοστό πέραν του 21% του μετοχικού κεφαλαίου της μητρικής εταιρείας. Ως προς τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι παράνομα μεταβαίνει στο εργοστάσιο παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος ο ίδιος αναφέρει ότι μεταβαίνει στην εργασία του και εκτελεί τα καθήκοντα του για το καλό της μητρικής εταιρείας και απορρίπτει τους ισχυρισμούς ότι ενοχλεί την εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας σε αντιδιαστολή με το γεγονός ότι ο ίδιος προέβηκε σε σχετικές καταγγελίες στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου από τον εκφοβισμό που υφίσταται από την επιθετική και απαράδεκτη συμπεριφορά του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την Αίτηση. Ολοκληρώνοντας την ένορκη του δήλωση αφού υιοθετεί τους λόγους ένστασης του αναφέρει ότι το γεγονός ότι συνεχίζει να εκτελεί κανονικά τα καθήκοντα του ως διευθυντής παραγωγής όχι μόνο δεν προκαλεί οικονομική ζημιά στους Αιτητές αλλά αντίθετα τους οφελεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι καλά γνωστές και το Δικαστήριο δεν θεωρεί σκόπιμο να τις επαναλάβει. Αρκεί να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Γενική αναφορά περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν είναι αρκετό (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 136 με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014). Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd - v - Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρα. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρα. 625). Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice * "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the 'wrong' decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been 'wrong' in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds ofinterlocutory injunctions are derived from this principle." Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ' status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo." Τέθηκε ζήτημα από πλευράς εναγομένου ότι οι ενάγοντες δεν ήρθαν με καθαρά χέρια και ότι απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι δεν εκδόθηκε μονομερώς το οποιοδήποτε Διάταγμα μεν, πλην όμως η υποχρέωση αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων είναι υποχρέωση που υπάρχει σε κάθε στάδιο και συνεπώς, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν οι ίδιες αρχές όσον αφορά την υποχρέωση τέτοιας αποκάλυψης και τις συνέπειες της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ' ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Τέλος, επισημαίνεται ότι είναι επίσης είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι δεν αρκεί το ουσιώδες γεγονός να περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο αν δεν γίνει ρητή αναφορά στο σώμα της ένορκης δήλωσης. (Βλ.Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno
(2004)1 A.A.Δ. 557 και πιο πρόσφατα την απόφαση της Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 30.12.2013, στην Αγωγή αρ. 4746/13 Curium Palace Hotel Ltd v Μιχάλη Μάικλ Τίμινη). Επίσης τέθηκε ζήτημα έλλειψης εξουσιοδότησης του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την αίτηση και της απουσίας ρητής αναφοράς ως προς την ύπαρξη εξουσιοδότησης να προβεί στην ένορκη του δήλωση και να προωθήσει αυτήν ως επίσης και την παρούσα αγωγή. Στην αγωγή 176/12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η Α.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) κα Ε. ΕΦΡΑΙΜ στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 5/4/2013, αποφάσισε: ΄΄ Στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση η κα Χατζηευαγγέλου δεν αναφέρει ότι προβαίνει σε αυτή κατόπιν εξουσιοδότησης της από την ενάγουσα, και επομένως η εν λόγω ένορκη δήλωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. ΄΄ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΑΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο και ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις για το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση ή όχι της Αίτησης. Ένα πολύ σημαντικό θέμα που προέκυψε είναι το κατά πόσο ο ενόρκως δηλών των Αιτητών είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση αλλά και να προωθήσει την παρούσα αγωγή. Χωρίς να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι γι' αυτό το ζήτημα εκκρεμεί άλλη ενδιάμεση αίτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ως επίσης και άλλη δικαστική διαδικασία σε άλλη αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, πλην όμως με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο που έχει εκτεθεί, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει σχετική εξουσιοδότηση για την υπό εξέταση Αίτηση. Στην υπό εξέταση Αίτηση τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά και ξεκάθαρα διότι ναι μεν ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι γενικός διευθυντής του ομίλου εταιρειών όπου οι Ενάγοντες είναι θυγατρική εταιρεία, πλην όμως στην ένορκη του δήλωση καμία απολύτως αναφορά γίνεται για οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από τους Ενάγοντες που να έχει έρεισμα είτε σε απόφαση της γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου με βάση το καταστατικό των Εναγόντων και ούτε έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο οποιαδήποτε απόφαση ή πρακτικά τέτοιας συνεδρίας. Συνεπώς το Δικαστήριο χωρίς βεβαίως να προδικάζει το αποτέλεσμα είτε της άλλη ενδιάμεσης αίτησης που εκκρεμεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και χωρίς βεβαίως να προβαίνει σε οποιοδήποτε καταληκτικό εύρημα και συμπέρασμα όσον αφορά την άλλη διαδικασία σε άλλη αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάση την παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την Αίτηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει εκείνο το ασφαλές υπόβαθρο στο να εξάξει ασφαλή εύρημα και συμπέρασμα ότι το εν λόγω άτομο ήταν εξουσιοδοτημένο να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ένα ακόμα στοιχείο που κρίνεται από το Δικαστήριο ως σημαντικό και που επίσης έχει άμεσο αντίκτυπο στην έκβαση της υπό εξέταση Αίτησης, είναι και το γεγονός ότι πράγματι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψαν ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα, χωρίς βεβαίως να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι δεν εκδόθηκε μονομερώς οποιοδήποτε διάταγμα, εντούτοις το καθήκον πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων είναι καθήκον που βαρύνει κάθε πλευρά σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Συγκεκριμένα διαφάνηκε ότι οι Ενάγοντες Αιτητές απέκρυψαν επιμελώς το γεγονός ότι υπάρχει άλλη δικαστική διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με την οποία ένα από το κύρια αμφισβητούμενα θέματα είναι η νομιμότητα του σημερινού καθεστώτος της μητρικής εταιρείας αλλά και του διορισμού του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την Αίτηση και αυτά τα γεγονότα ήταν εις γνώση των Αιτητών έχοντας υπόψη το χρόνο καταχώρησης εκείνης της διαδικασίας και επί αυτού του θέματος δεν υπήρξε αμφισβήτηση. Η απόκρυψη αυτού του γεγονότος είναι ουσιώδης διότι εν μέρει είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις αιτούμενες θεραπείες στην παρούσα υπόθεση και το ίδιο ισχύει με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση ουσιαστικά εκθεμελιώνει κάθε νομικό και πραγματικό υπόβαθρο και βασιμότητα για την προώθηση της Αίτησης με την μοιραία έκβαση που θα έχει η Αίτηση, δηλαδή την απόρριψη της εντούτοις καθηκόντως το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή το κατά πόσο αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, μέσα από τα δικόγραφα το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει ενώπιον του δικόγραφο που να καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, εντούτοις όμως και καθηκόντως θα ανατρέξει το Δικαστήριο στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση. Συγκεκριμένα και χωρίς βεβαίως να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η πιο πάνω αξιολόγηση που έγινε για το θέμα της εξουσιοδότησης, εντούτοις από την όψη της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση διαφαίνεται μια εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση δηλαδή διαφορά που υπάρχει μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την πιθανότητα επιτυχίας, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διευκρινίσεις. Ως προς το παρακλητικό Β της Αίτησης, δηλαδή όσον αφορά το επίδικο όχημα, διαφαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας έχοντας υπόψη ότι το επίδικο όχημα είναι ιδιοκτησίας των Εναγόντων και έχουν το δικαίωμα εκ πρώτης όψεως να το χρησιμοποιούν όπως αυτοί επιθυμούν. Όμως ως προς το Α της Αίτησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι, χωρίς βεβαίως αυτό να αποτελεί οποιοδήποτε προδικασμό αμφισβητούμενων γεγονότων, αλλά έχοντας υπόψη ότι παραμένει ανοικτό το ζήτημα και υπό έντονη αμφισβήτηση όχι μόνο της εξουσιοδότησης του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την Αίτηση, αλλά και της νομιμότητας της δομής που έχει το Διοικητικό Συμβούλιο της μητρικής εταιρείας αλλά γενικά τη διεύθυνση τόσο της μητρικής εταιρείας όσο και των Αιτητών, και χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου ξεκάθαρη διασύνδεση των ενεργειών των Εναγόντων με συγκεκριμένες πρόνοιες του καταστατικού της και με οποιαδήποτε έγγραφη απόφαση των Εναγόντων που να υποστηρίζεται με πρακτικά και ψήφισμα συγκεκριμένης ημερομηνίας που να είναι σύμφωνη με το καταστατικό της εταιρείας, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή την αδυναμία να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Ως προς το παρακλητικό Β της Αίτησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας θα μπορούν να αποζημιωθούν σε μεταγενέστερο στάδιο υπό μορφή αποζημιώσεων από τον Εναγόμενο καθότι από τη μία η οικονομική του ευρωστία δεν έχει αμφισβητηθεί αλλά και από την άλλη είναι όλα ρευστά αναφορικά με την οικονομική κατάσταση τόσο των Εναγόντων όσο και της θυγατρικής εταιρείας διότι ο Εναγόμενος είναι μέτοχος στο όλο πλέγμα των εν λόγω εταιρειών και κατ' επέκταση τα περιουσιακά στοιχεία σε περίπτωση διάσπασης της μητρικής εταιρείας ή των Εναγόντων θα έχει άμεσε αντίκτυπο και στο επίδικο όχημα και κατ' επέκταση η έκδοση διαταγής για αποζημιώσεις σε τελικό στάδιο θα αποκαταστούσε την οποιαδήποτε αδικία ήθελα προκληθεί. Ως προς το παρακλητικό Α της Αίτησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά εν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα διότι η θέση τους ότι υπόκεινται σε ζημιές και έξοδα, είναι γενική ασαφής και αόριστη και το ίδιο ισχύει και για τη θέση τους ότι ο Εναγόμενος προκαλεί αναστάτωση και δυσλειτουργία στο εργοστάσιο παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος και αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τελούν υπό αμφισβήτηση η εξουσιοδότηση των Εναγόντων αλλά και κατ' επέκταση όλες οι ενέργειες που έγιναν όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, εγκριθούν από το Δικαστήριο καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ).............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.