← Κύπρος

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΜΠΑΣ ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2053/13, 20/10/2020

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΜΠΑΣ ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2053/13, 20/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2053/13 Μεταξύ: ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΜΠΑΣ Εναγόντων και ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενων και ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΤΔ & LOIZOS IORDANOUS CONSTRUCTIONS LTD JV Τριτοδιαδίκων -------------------- Αίτηση ημερ. 07.10.2020 Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου, 2020 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Γρηγορίου για Σιαηλής και Σιαηλή ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κα Ζίγκα για Ιωαννίδη και Δημητρίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (EX TEMPORE) Στις 06.12.19 οι Ενάγοντες (στο εξής «Αιτητές») καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης η οποία συνάντησε την ένσταση των Εναγόμενων (στο εξής «Καθ' ων η αίτηση»), με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε ακρόαση. Το Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση, εξέδωσε την απόφαση του στις 20.02.20 εγκρίνοντας την αίτηση. Οι Αιτητές καταχώρησαν την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης στις 25.02.

  1. Οι Καθ' ων η αίτηση με σχετική αίτηση τους ημερ.04.06.20 ζήτησαν τη διαγραφή της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης επί του ότι αυτή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και στις 28.09.20 εκδόθηκε απόφαση με την οποία η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης παραμερίστηκε, διότι καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Μετά την προαναφερόμενη εξέλιξη καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση στις 07.10.20 με την οποία ζητείται εκ νέου η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με αιτητικό πανομοιότυπο με αυτό της αίτησης τροποποίησης ημερ. 06.12.
  2. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Αιτητές. Σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης με σκοπό την προετοιμασία της ακρόασης κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής αναφέρθηκε λανθασμένα το ποσό της αξίωσης. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι ουσιώδη στοιχεία δεν συμπεριλήφθηκαν και δεν δόθηκαν οι απαραίτητες λεπτομέρειες στην Έκθεση Απαίτησης. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην προηγηθείσα αίτηση τροποποίησης υποστηρίζοντας ότι δεν δημιουργείται εξ αυτής δεδικασμένο και καταληκτικά ζητά την έγκριση της αίτησης προκειμένου να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένη η εκδοχή των Αιτητών. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην οποία καταγράφουν έντεκα λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν στο ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, καθώς και στο ότι επί της ουσίας είναι αβάσιμη και τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης επηρεάζοντας δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση. Η υποστηρικτική ένορκη δήλωση υπογράφεται από τον Γενικό Διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση και σε αυτήν, αφού παρατίθεται το ιστορικό της υπόθεσης, υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Έχω μελετήσει και έχω λάβει υπόψη μου το πλήρες περιεχόμενο της αίτησης και της ένστασης με τις αντίστοιχες υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις, ως επίσης και τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων. Θεωρώ ορθό να ασχοληθώ πρωταρχικά με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, καθώς ήδη εκδικάστηκε και εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση στην αίτηση τροποποίησης ημερ.06.12.19 της οποίας το περιεχόμενο ήταν πανομοιότυπο με αυτό της παρούσας. Αποτελεί επίσης εισήγηση των Καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα είναι καταδικασμένη σε αποτυχία λόγω δεδικασμένου. Ξεκινώντας από το ζήτημα της ύπαρξης δεδικασμένου, θεωρώ ότι δεν μπορεί να εγερθεί επιτυχώς τέτοιο ζήτημα. Το Δικαστήριο, στις 28.09.20, έκρινε ως εκπρόθεσμη την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης και αποφάσισε ότι το διάταγμα τροποποίησης ημερομηνίας 20.02.20 κατέστη ipso facto άκυρο. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για δεδικασμένο. Σε κάθε όμως περίπτωση, το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερ.20.02.20 επί της αίτησης τροποποίησης ημερ.06.12.19, δεν επίλυσε με οριστικό και τελικό τρόπο οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό ζήτημα σε σχέση με τα επίδικα θέματα της ουσίας της υπόθεσης. Σχετικά με το ζήτημα της ύπαρξης δεδικασμένου σε ενδιάμεσες αιτήσεις είναι και όσα αναφέρθηκαν στην RECNEX TRADING LTD κ.α ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ

(2014)1Α Α.Α.Δ 866: «Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επιδίκου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (K.S.R. Commercio Industria de Papel S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309).» Από την άλλη, ο ισχυρισμός περί κατάχρησης, ως προβάλλεται από τους Καθ' ων η αίτηση, είναι συνυφασμένος με το γεγονός της προγενέστερης αίτησης τροποποίησης και της απόφασης επ' αυτής. Δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να θεωρηθεί ότι η καταχώρηση της επίδικης αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Τούτο, διότι αφενός το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.20.02.20 κατέστη ipso facto άκυρο. Αφετέρου δεν έχουν τεθεί εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να οδηγούν στο εύρημα ή ακόμα και σε απλή υποψία ότι οι Αιτητές κακόπιστα άφησαν το προαναφερόμενο διάταγμα να εκπνεύσει προκειμένου να προκαλέσουν καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ή με σκοπό την πρόκληση βλάβης στα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου και την απόφαση ημερ.28.09.20, η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε την αμέσως επόμενη ημέρα της εκπνοής του διατάγματος ημερ.20.02.20 λόγω της λανθασμένης ερμηνείας των Αιτητών σχετικά με την ημερομηνία εκπνοής του διατάγματος ημερ.20.02.
  1. Οι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση με παρέπεμψαν στην απόφαση ημερ.22.01.13 στην αγωγή με αρ.6394/05 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας DEME - DAIRY LTD. Πέραν του ότι πρόκειται για απόφαση που δεν έχει δεσμευτική ισχύ, το πλέον σημαντικό είναι ότι τα γεγονότα της προαναφερόμενης υπόθεσης είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά της παρούσας. Στην εν λόγω υπόθεση η δεύτερη αίτηση τροποποίησης κρίθηκε ότι αποτελούσε κατάχρηση της διαδικασίας ενόψει του ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική και αποδεκτή εξήγηση για την παράλειψη των δικηγόρων των εκεί Αιτητών να εμφανιστούν κατά την ημερομηνία ακρόασης της προηγούμενης αίτησης τροποποίησης. Εδώ τα γεγονότα είναι εντελώς διαφορετικά. Η εκπρόθεσμη καταχώρηση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης κατά μία ημέρα οφειλόταν, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, στη λανθασμένη ερμηνεία των Αιτητών σχετικά με τον χρόνο εκπνοής του διατάγματος ημερ.20.02.
  2. Ερχόμενος τώρα στην ουσία της υπό κρίση αίτησης, σημειώνω ότι το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και έχει τύχει πλούσιας ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το απαύγασμα της επί του θέματος νομολογίας υποδεικνύει ότι η τροποποίηση ενός δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, πέραν του ζητήματος της κατάχρησης και του δεδικασμένου επικεντρώνεται στο θέμα της καθυστέρησης η οποία εν προκειμένω αναλύεται σε δύο πτυχές. Η πρώτη πτυχή έγκειται στο ότι η αίτηση υποβλήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και η δεύτερη στο ότι θα προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Η καθυστέρηση αποτελεί έναν από τους παράγοντες που προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Δεν αποτελεί όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα παράγοντα αποφασιστικής σημασίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994), 1 Α.Α.Δ., 426 είναι αποκαλυπτικό του τρόπου με τον οποίο θα πρέπει να προσεγγίζεται η καθυστέρηση: «Mένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. H σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Aπό την άλλη, η ανάπτυξη επιχειρημάτων σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί πως δεν μπορεί να οφείλεται η καθυστέρηση σε τέτοιους λόγους χωρίς να έχει προηγηθεί αμφισβήτηση της αλήθειας του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που συνόδευσε την αίτηση για τροποποίηση, είναι ατελέσφορη. [Bλ. Aθηνόδωρος Bασιλειάδης και Άλλοι ν. Πετρολίνα Λτδ.
(1994)1 A.A.Δ. 16]». Σύμφωνα επομένως με τη νομολογία, η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση δεν διαπιστώνεται τέτοια καθυστέρηση που θα μπορούσε να θέσει εκποδών την τροποποίηση. Οι περιστάσεις που οδήγησαν στην καταχώρηση της αναφέρθηκαν πιο πάνω. Η ανάγκη καταχώρησης της παρούσας δεύτερης αίτησης τροποποίησης προέκυψε στις 28.09.20 μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 07.10.20 και ως εκ τούτου δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη καθυστέρησης, πόσω μάλλον αδικαιολόγητης. Όσον αφορά την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, ασφαλώς ουδείς αμφισβητεί ότι υπάρχει καθυστέρηση. Δεν μπορεί όμως βάσιμα να γίνεται λόγος ότι η παρούσα αίτηση ευθύνεται για την καθυστέρηση που έχει προκύψει μέχρι σήμερα. Υπενθυμίζω ότι η αίτηση καταχωρήθηκε στις 07.10.20 και ενώ η ημερομηνία που έλαβε από το Πρωτοκολλητείο για την εκδίκαση της ήταν η 07.12.20, εντούτοις το Δικαστήριο με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων την όρισε στις 15.10.20 δίδοντας οδηγίες όπως τυχόν ένσταση καταχωρηθεί μέχρι την εν λόγω ημερομηνία. Ακολούθως, η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 22.10.20 και το Δικαστήριο αυθημερόν δίδει την απόφαση του. Ως εκ των ανωτέρω δεν μπορεί βάσιμα να υποστηρίζεται ότι τυχόν έγκριση της αίτησης, θα οδηγήσει σε παραβίαση του δικαιώματος των Καθ' ων η αίτηση για εκδίκαση εντός ευλόγου χρόνου συμφώνως των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Αναφορικά τώρα με τον λόγο για τον οποίο δεν συμπεριλήφθηκαν εξ αρχής οι ισχυρισμοί που επιχειρείται μέσω της αιτούμενης τροποποίησης να δικογραφηθούν, ο ενόρκως δηλών επικαλείται λάθος και αβλεψία που διαπιστώθηκε κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της υπόθεσης. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί των Αιτητών δεν αμφισβητήθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση και σε κάθε περίπτωση δεν έχει διαφανεί ότι οι Αιτητές ενήργησαν κακόπιστα. Στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1 Α.Α.Δ., 745 επισημαίνονται τα εξής: «Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανέναν τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία». Συνεπώς, η αμέλεια ή η αβλεψία δεν οδηγεί άνευ ετέρου και σε διαπίστωση περί ύπαρξης κακοπιστίας.» Επιπρόσθετα, η ύπαρξη λάθους ή παράλειψης εκ μέρους του Αιτητή δεν συνεπάγεται την απόρριψη αίτησης τροποποίησης στην απουσία στοιχείων που να δεικνύουν δόλο ή πρόκληση αδικίας στην άλλη πλευρά. Σχετική είναι η υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch. D 700 η οποία υιοθετήθηκε στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1A Α.Α.Δ., 44. Τέλος, σημειώνω ότι τυχόν έγκριση της επίδικης αίτησης δεν θα προκαλέσει εκτροχιασμό της δίκης, ούτε και συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Αντιθέτως θα συμβάλει στον ορθό προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Όπως λέχθηκε και στη Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005: «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Ι(α) - (η) της υπό κρίση αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών. Η πλευρά του Αιτητή να ζητήσει αυθημερόν τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και το διάταγμα να συνταχθεί το αργότερο μέχρι αύριο. Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την παράδοσή της και Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την παράδοση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων, η συνήθης πρακτική σε υποθέσεις αυτής της φύσης είναι όπως τα έξοδα επιδικάζονται υπερ του Καθ' ου η αίτηση. Ωστόσο, υπάρχουν εξαιρέσεις στην πιο πάνω συνήθη πρακτική. Στην υπόθεση ΧΑΤΖΗΓΕΡΟΥ ν. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ (ΑΡ.1)
(2003)3 Α.Α.Δ 31, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έξοδα: Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ' αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στο αίτημά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ' ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ' αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του που είναι και η απόφαση που εκδίδουμε σ' αυτή την υπόθεση.» Στην υπόθεση Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ και Asafalistikos Aetos Agents And Consultants Co Ltd Πολ. Έφεση αρ. Ε74/2013 ημερ.23.06.14, το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε ένα βήμα πιο πέρα καταδικάζοντας σε αίτηση τροποποίησης του Εφεσίβλητους - Καθ' ων η αίτηση στα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας ακρόασης επιδικάζοντας υπέρ τους μόνο τα έξοδα μίας εμφάνισης για σκοπούς της τοποθέτησης τους επί της αίτησης. Θεωρώ ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούν την έκδοση ανάλογης διαταγής για έξοδα και στην παρούσα. Η δικονομική συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση, δυνάμει της οποίας οδηγήθηκε σε ακρόαση η παρούσα αίτηση, δικαιολογεί την επιδίκαση εξόδων εις βάρος τους. Η συμπεριφορά των διαδίκων αποτελεί παράγοντα που μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την επιδίκαση εξόδων (Halsbury's Laws Of England 4th ed. Reissue Vol.10 Para.17). Όπως ήδη αναφέρθηκε η παρούσα αίτηση τροποποίησης είναι πανομοιότυπη με εκείνη της 06.12.19, η οποία μετά από ακρόαση εγκρίθηκε. Οι Καθ' ων η αίτηση επί της ουσίας της αίτησης τροποποίησης ήγειραν τους ίδιους λόγους ένστασης που ήγειραν και κατά την προηγούμενη διαδικασία, επικαλούμενοι επιπρόσθετα κατάχρηση και δεδικασμένο. Τα εν λόγω επιχειρήματα τους, για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, κρίθηκαν ως νομικά αβάσιμα. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι δεν διεφάνη ότι οι Αιτητές κακόπιστα άφησαν την προθεσμία του διατάγματος τροποποίησης ημερ.20.02.20 να εκπνεύσει με απώτερο στόχο την πρόκληση καθυστέρησης. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι δεν ήταν λογικό οι Καθ' ων η αίτηση να επιμένουν στην εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Ως εκ των ανωτέρω επιδικάζονται υπερ των Καθ' ων η αίτηση μόνον τα έξοδα της εμφάνισης τους ημερ.15.10.20, καθώς και τα έξοδα που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away costs). Τα έξοδα της διαδικασίας ακρόασης της αίτησης επιδικάζονται υπερ των Αιτητών. Τα έξοδα της κάθε πλευράς να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.