← Κύπρος

TH. IOANNOU LUBES & FUEL LTD ν. Α Κ Χ ΚΛΕΟΠΑ ΛΤΔ, Αρ. αγωγής: 305/20, 26/10/2020

TH. IOANNOU LUBES & FUEL LTD ν. Α Κ Χ ΚΛΕΟΠΑ ΛΤΔ, Αρ. αγωγής: 305/20, 26/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 305/20 TH. IOANNOU LUBES & FUEL LTD Ενάγoντες εναντίον Α Κ Χ ΚΛΕΟΠΑ ΛΤΔ Εναγόμενοι ------------------ Αίτηση εναγόντων αιτητών ημερομηνίας 13.3.2020 Ημερομηνία: 26.10.2020 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Δ. Παπαδημήτρης (για να ακούσει απόφαση) για Μαρία Σ. Παπαδημήτρη ΔΕΠΕ Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση : κα Β. Πόποβα (για να ακούσει απόφαση για Μιχάλης Βορκά & Σία ΔΕΠΕ ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση οι ενάγοντες αιτητές ζητούν προσωρινό διάταγμα σύμφωνα με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους να αποξενώσουν ή να επιβαρύνουν τα οχήματα που αναφέρονται στο κείμενο της αίτησης. Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο διότι θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων ο οποίος κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Αναφέρει ότι οι ενάγοντες εμπορεύονται στον τομέα των πετρελαιοειδών και η ενάγομενη εταιρεία ήταν πελάτης των εναγόντων και προμηθευόταν από αυτήν με τα είδη εμπορίας της. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η εναγόμενη αγόρασε και παρέλαβε από τους ενάγοντες με πίστωση διάφορα από τα πιο πάνω εμπορεύματα και η εναγόμενη πλήρωσε διάφορα ποσά έναντι αυτών των αγορών όπως φαίνονται στην καρτέλα πελάτη στην κατάσταση λογαριασμού και παρουσιάζει υπόλοιπο €41.012,95 και για τις αγορές αυτές εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια, η δε κατάσταση λογαριασμού επισυνάφθηκε ως τεκμήριο 1. Η εναγόμενη ουδέποτε αρνήθηκε ή αμφισβήτησε την ύπαρξη του χρέους και υποσχέθηκε επανειλημμένα να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις της, εκδίδοντας δύο επιταγές οι οποίες επισυνάφθηκαν ως τεκμήριο 2, οι οποίες όμως δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Η εναγόμενη μέχρι σήμερα δεν εξόφλησε το πιο πάνω ποσό και εξ όσων πληροφορείται ο ενόρκως δηλών υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, καλές πιθανότητες επιτυχίας και ως προς τα αναφερόμενα οχήματα αναφέρει ότι όπως πιστεύει και γνωρίζει η εναγόμενη είναι κάτοχος και εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης αυτών των οχημάτων και λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της αίτησης η εναγόμενη αποξένωσε ήδη ένα όχημα όπως το περιγράφει. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και αποξενωθεί αυτή η περιουσία υπάρχει πραγματικός κίνδυνος η ενάγουσα να μην ικανοποιήσει την απαίτηση της τονίζοντας το κατ' επείγον του αιτήματος του. Εξ όσων γνωρίζει η εναγόμενη δεν έχει άλλη περιουσία πέραν των πιο πάνω οχημάτων και με την μη έκδοση του διατάγματος θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά και θα είναι σε δυσμενή θέση ενώ εάν εκδοθεί το διάταγμα αλλά αποτύχουν στην αγωγή οι ενάγοντες εναντίον της εναγομένης, η τελευταία θα μπορεί να διαθέσει την περιουσία όπως αυτή επιθυμεί. Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση, το δε νομικό υπόβαθρο αυτής δεν θα παρατεθεί για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Προβλήθηκαν συνολικά 14 λόγοι ένστασης που είχαν ως κεντρικό άξονα και πυρήνα το μη αιτιολογημένο και δικαιολογημένο των προϋποθέσεων που έθεσε η νομολογία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων προβάλλοντας ταυτόχρονα και τις θέσεις ότι τα οχήματα δεν είναι αντικείμενο της αγωγής, ότι υπάρχει προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου, ότι υπήρχε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, αυθαίρετα και αβάσιμα συμπεράσματα των εναγόντων και ότι δεν παρουσιάστηκε αξιόπιστη μαρτυρία ότι η εναγόμενη προτίθεται να αποξενώσει τα πιο πάνω οχήματα. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγόμενης, ο οποίος και αυτός με τη σειρά του κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αντικρούει τους ισχυρισμούς των εναγόντων εκτός από αυτούς που ρητά αναφέρει και ως προς την ουσία της διαφοράς προβαίνει και αυτός σε αναφορά ως προς τη συνεργασία που είχαν οι διάδικοι μεταξύ τους, τονίζοντας το γεγονός ότι υπήρχε κατανόηση από πλευράς εναγόντων λόγω της οικονομικής κρίσης που υπήρχε. Ως προς τα ποσά που αναφέρονται στο τεκμήριο 1, αναφέρει ότι αρκετά από αυτά είναι ανακριβή και αναληθή και απουσιάζουν αρκετά ποσά που δόθηκαν σε μετρητά έναντι τιμολογίων και για τα οποία οι ενάγοντες παρέλειψαν να τα αποκαλύψουν και παρουσίασαν μία ψευδή δήλωση λογαριασμού την οποία προφανώς εσκεμμένα ισοζύγισε για να συνάδει με τις επιταγές που προσκομίστηκαν, θίγοντας τη δυνατότητα αναπροσαρμογής των δεδομένων στην κατάσταση λογαριασμού. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι ως προς τις επιταγές που παρουσίασαν οι ενάγοντες, αυτές συμπληρώθηκαν από τον ίδιο το διευθυντή των εναγόντων αναγράφοντας ποσά τα οποία γνώριζε εκείνη τη δεδομένη στιγμή ότι δεν υπήρχαν στο λογαριασμό των εναγομένων και κατ' επέκταση η επιταγή συμπληρώθηκε εσκεμμένα για σκοπούς πίεσης για να πληρωθεί το «πλασματικό» υπόλοιπο του λογαριασμού. Η μία εκ των επιταγών επιστράφηκε πίσω επειδή η υπογραφή δεν ήταν δική του αλλά ήταν παρόμοια και ειδικά τη μία εκ των δύο επιταγών δεν την υπέγραψε ο ίδιος. Προχωρώντας στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση της ύπαρξης του ανοικτού λογαριασμού, η παραλαβή των προϊόντων θα προηγείτο των αγορών με διάστημα αποπληρωμής μέχρι και 15 μήνες από την παραλαβή των προϊόντων και η εναγόμενη με την παραλαβή αυτών άφηνε ανοιχτή αλλά υπογεγραμμένη επιταγή στους ενάγοντες ως εγγύηση και στη συνέχει η επιταγή θα συμπληρωνόταν ανάλογα με το απόθεμα του τραπεζικού λογαριασμού της εναγομένης σε συνεννόηση πάντα μεταξύ των δύο διευθυντών των εταιρειών. Οι επιταγές που προσκομίστηκαν ως τεκμήριο 2 στην υπό εξέταση αίτηση συμπληρώθηκαν χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε συνεννόηση μεταξύ τους διότι βρίσκονταν στη διαδικασία επίλυσης των διαφορών τους. Παραδέχθηκε την ύπαρξη περιουσίας της εναγόμενης που αφορά τα οχήματα, θίγει όμως το γεγονός ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να αναφέρουν ότι η εναγόμενη αναγκάζεται να ανανεώνει κατά καιρούς τον στόλο της λόγω φυσικής φθοράς. Ως προς τα οχήματα που επιδιώκεται η μη αποξένωση αναφέρει ότι το πιο πρόσφατο από απόψεως εγγραφής όχημα είναι του 2017 και τα υπόλοιπα το 2005 με αρκετή φυσική φθορά. Ως προς το ζήτημα της πρόκλησης ζημιάς αναφέρει ότι οι ενάγοντες προωθούν υπερβολικές θέσεις ενώ η εναγόμενη θα υποστεί τεράστια ζημιά από οποιαδήποτε παγοποίηση της κινητής περιουσίας διότι θα αναγκάζονται να χρησιμοποιούν παλαιού τύπου οχήματα με αποτέλεσμα να υποβαθμιστούν οι υπηρεσίες της και αυτό σε συνδυασμό με το χρόνο που χρειάζεται να αποπερατωθεί μία πρωτόδικη διαδικασία η ζημιά θα είναι επιπρόσθετη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι καλά γνωστές και το Δικαστήριο δεν θεωρεί σκόπιμο να τις επαναλάβει. Αρκεί να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Γενική αναφορά περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν είναι αρκετό (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 136 με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014). Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd - v - Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεση στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρ. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρ. 625). Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice: * "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the 'wrong' decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been 'wrong' in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds ofinterlocutory injunctions are derived from this principle." Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ' status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo." Τέθηκε ζήτημα από πλευράς εναγομένης ότι οι ενάγοντες δεν ήρθαν με καθαρά χέρια και ότι απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι δεν εκδόθηκε μονομερώς το οποιοδήποτε Διάταγμα μεν, πλην όμως η υποχρέωση αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων είναι υποχρέωση που υπάρχει σε κάθε στάδιο και συνεπώς, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν οι ίδιες αρχές όσον αφορά την υποχρέωση τέτοιας αποκάλυψης και τις συνέπειες της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ' ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Τέλος, επισημαίνεται ότι είναι επίσης είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι δεν αρκεί το ουσιώδες γεγονός να περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο αν δεν γίνει ρητή αναφορά στο σώμα της ένορκης δήλωσης. (Βλ. Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno
(2004)1 A.A.Δ. 557 και πιο πρόσφατα την απόφαση της Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 30.12.2013, στην Αγωγή αρ. 4746/13 Curium Palace Hotel Ltd v Μιχάλη Μάικλ Τίμινη). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο, έχοντας υπόψη το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του και ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρείται αυτή η προϋπόθεση, διότι μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, αλλά και το μαρτυρικό που υποστηρίζει την αίτηση αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση που αφορά υπόλοιπο οφειλόμενο που προέρχεται από πώληση πετρελαιοειδών και άλλων ειδών, αφού προηγήθηκαν διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις σε λογαριασμό που διατηρείτο. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή ως προς τις ορατές πιθανότητες επιτυχίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχουν καταδειχθεί αυτές οι ορατές πιθανότητες, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να προδικάζει την έκβαση της υπόθεσης, πλην όμως το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο πληρείται η πιο πάνω προϋπόθεση και οι λόγοι που οδήγησαν στην κρίση του Δικαστηρίου στο να κρίνει ότι υπάρχουν αυτές οι ορατές πιθανότητες επιτυχίας είναι οι ακόλουθοι: Μέσα από τα τεκμήρια 1 και 2 υπάρχει πλήρης ταύτιση μεταξύ του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού και του ποσού που αφορά τις επιταγές που εξέδωσε η εναγόμενη προς όφελος των εναγόντων. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι από πλευράς εναγόμενης προβάλλεται η θέση ότι δεν είναι ορθές κάποιες καταχωρήσεις στην κατάσταση λογαριασμού, ως επίσης και το ζήτημα της υπογραφής στη μία εκ των δύο επιταγών, πλην όμως οι θέσεις της εναγομένης όπως αυτές τέθηκαν γι' αυτά τα ζητήματα δεν μπορούν να υπερκαλύψουν το εύρημα του Δικαστηρίου ως προς τις ορατές πιθανότητες επιτυχίας διότι η εναγόμενη παρουσίασε μόνο μία γενική εκδοχή ότι δόθηκαν μετρητά έναντι τιμολογίων χωρίς η εναγόμενη να προβαίνει σε ρητή αναφορά για ποιο ποσό ή ποσά δόθηκαν σε μετρητά και έναντι ποιων τιμολογίων και συνεπώς αυτή η γενική ασαφής και αόριστη προβολή αυτής της θέσης δεν δύναται να αντικρούσει στα πλαίσια πάντα της εξέτασης της παρούσας αίτησης τη θέση των εναγόντων δηλαδή την ύπαρξη συγκεκριμένου και σαφέστατου υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού όπως προκύπτει στο τεκμήριο
  1. Αναφορικά με τη θέση που προέβαλε ότι η μία εκ των δύο επιταγών ουσιαστικά δεν έχει υπογραφεί από την εναγόμενη, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι παρουσιάζει εγγενής αδυναμίες, διότι από τη μία δεν έγινε οποιαδήποτε καταγγελία στην αστυνομία και επιπρόσθετα το ποσό της εν λόγω επιταγής συμπληρώνει επ' ακριβώς το ισχυριζόμενο υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό μαζί με το ποσό της άλλης επιταγής. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ως προς την αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, το Δικαστήριο κρίνει ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, πράγματι ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο διότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υπόβαθρο ότι ήδη αποξενώθηκε ένα όχημα των εναγομένων και κατ' επέκταση υπάρχει ορατός κίνδυνος να αποξενωθούν και τα άλλα οχήματα διότι και οι ίδιοι η εναγόμενη προέβαλε τη θέση ότι αυτά σε κάποιο στάδιο θα μπορούσαν να αποξενωθούν λόγω της ανάγκης ανανέωσης του στόλου της. Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη ότι δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια οποιουδήποτε άλλου περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε να διατεθεί για ικανοποίηση του χρέους σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η ενάγουσα εταιρεία θα βρισκόταν προφανώς σε δυσμενέστερη θέση για να ικανοποιήσει την απαίτηση της σε αντίθεση με ότι θα συμβεί στην εναγόμενη εταιρεία η οποία με την ανάλογη παράσχεση εγγύησης από πλευράς ενάγουσας θα μπορούσε να αποζημιωθεί από την έκδοση του σχετικού διατάγματος. Τέθηκε από πλευράς εναγομένης ότι δεν έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατ' επείγοντος, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό το θέμα έχει ξεκαθαρίσει από το άλλο αδελφό Δικαστήριο που έδωσε οδηγίες στις 19.3.2020 όπως επιδοθεί και ορίστηκε γι' αυτό το σκοπό έχοντας υπόψη και την πανδημία στις 17.5.2020, 16.6.2020 και 5.10.2020 ημερομηνία που επιλήφθηκε για πρώτη φορά το παρών δικαστήριο όπου έδωσε οδηγίες όπως οριστεί για ακρόαση στις 21.10.2020 όπως και έγινε. Τέθηκε επίσης ζήτημα από πλευράς εναγομένης ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπήρχε τέτοια απόκρυψη διότι το ζήτημα της ανάγκης ανανέωσης του στόλου έχει ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω και δεν κρίνεται από το Δικαστήριο ως απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Το ότι τα εν λόγω οχήματα δεν είναι αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, ως ο σχετικός λόγος ένστασης που προβλήθηκε, κρίνεται άστοχο από το Δικαστήριο διότι δεν απαιτείται απαραίτητα να παγιοποιείται επίδικο αντικείμενο της οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των άρθρων 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου στα οποία γίνεται ξεκάθαρα διαχωρισμός ανάλογα με την περίπτωση γι' αυτό το ζήτημα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, εκδίδεται προσωρινό διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης μέχρι τελικής εκδίκασης της υπόθεσης. Οι ενάγοντες να παράσχουν εγγύηση ύψους €45.
  2. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ)............ Α. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.