← Κύπρος

Γεωργίου κ.α. ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πόλης Χρυσοχούς, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 115/13, 16/10/2020

Γεωργίου κ.α. ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πόλης Χρυσοχούς, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 115/13, 16/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A88 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 115/13 Επί τοις αφορώσι τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 και 68/87 και τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς και Επί τοις αφορώσι την απόφαση του διαιτητή ΧΧΧΧΧΧ Χαραλαμπίδη ημερομηνίας 15.6.2012 - ΠΧ19 Μεταξύ:

  1. ΧΧΧΧΧ Γεωργίου
  2. ΧΧΧΧΧΧΧΧ Φάνη Εφεσείοντες και Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πόλης Χρυσοχούς Εφεσίβλητης ------------------ Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Εφεσείοντες: κ. Χρ. Σιαηλής (για να ακούσει απόφαση) για Αργεντούλα Ιωάννου ΔΕΠΕ Για Καθ' ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη: κ. Σ. Σοφοκλέους (για να ακούσει απόφαση) για Χριστάκης Λουκά & Σία ΔΕΠΕ ------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση έφεση, όπως αυτή τροποποιήθηκε, οι αιτητές ζητούν την ακύρωση της απόφασης του διαιτητή όπως αυτή καταγράφεται στο κείμενο της αίτησης για λόγους που αφορούν την έλλειψη αιτιολογίας, την ακυρότητα, την αντικανότητα αυτής, ως επίσης λόγω λήψεως της απόφασης υπό το καθεστώς νομικής και πραγματικής πλάνης και κατά παράβαση της νομοθεσίας. Επίσης ζητείται η αναστολή της εγγραφής και εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης. Προβλήθηκαν διάφοροι λόγοι έφεσης και που είχαν ως πυρήνα τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω με τις επιπρόσθετες αναφορές ότι δεν προηγήθηκε τερματισμός των πιστωτικών διευκολύνσεων, δεν τηρήθηκαν πρακτικά στη διαδικασία διαιτησίας και ούτε δόθηκε η ευκαιρία στους εφεσείοντες να ακουστούν καθότι τους ζητήθηκε να αποχωρήσουν από τη διαδικασία και γενικά οι εφεσείοντες αμφισβητούν το νομότυπο της διαιτησίας. Η νομική βάση της αίτησης δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί αυτούσια διότι θα γίνει ειδική ανάλυση πιο κάτω. Ως προς το μαρτυρικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την αίτηση ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά ότι η εγγύηση που δόθηκε ήταν περιορισμένη, κάνει αναφορά στην ενημέρωση που έλαβε τόσο ο ίδιος όσο και ο άλλος αιτητής να παρευρεθούν στη διαιτητική διαδικασία και όταν έθεσαν στην εν λόγω διαιτησία την περιορισμένη τους ευθύνη, ο διαιτητής και οι υπόλοιποι παριστάμενοι αντιμετώπισαν θετικά την πρόταση για καταβολή ορισμένου ποσού και απαλλαγή τους και του ζήτησαν να αποχωρήσουν όπως και έπραξαν. Παρόλα αυτά έλαβαν την ειδοποίηση χωρίς καμία άλλη επικοινωνία όπου ενημερώθηκαν για την έκδοση της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους έφεσης προβαίνοντας στις επιπρόσθετες αναφορές ότι στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας ενώ ήταν γνωστές οι θέσεις τους και παρά τις διαβεβαιώσεις που έλαβαν εντούτοις προχώρησε η διαιτητική διαδικασία με την έκδοση της επίδικης απόφασης. Επιπρόσθετα γίνεται αναφορά για υπέρβαση ορίων και αδικαιολόγητων χρεώσεων τόκων ως επίσης γίνεται αναφορά για έλλειψη αιτιολογίας στη διαιτητική απόφαση και απουσία οποιασδήποτε επισήμανσης ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και γενικά ότι έχει σχέση με την ορθή τήρηση της διαδικασίας. Η εφεσίβλητη καταχώρησε τροποποιημένη ένσταση και προέβαλε σειρά λόγων ενστάσεων που είχαν ως επίκεντρο την έλλειψη νομικής βάσης και γενικά τη μη τήρηση των νομικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων για επιτυχία της αίτησης, ως επίσης προβάλλει την αντικανότητα της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, υπεραμυνόμενη το νομότυπο, εγκυρότητα, πληρότητα και ορθότητα της διαιτητικής διαδικασίας και της απόφασης που εκδόθηκε, προβάλλοντας ταυτόχρονα τις θέσεις ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών είναι γενικοί, αόριστοι και ανυπόστατοι. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι τηρήθηκαν όλες οι διαδικασίες που απαιτούνται από τη νομοθεσία συμπεριλαμβανομένου του τερματισμού της επίδικης σύμβασης και της δυνατότητας των αιτητών να προβάλλουν τις θέσεις τους. Ως προς τη νομική βάση της ένστασης δεν θα παρατεθεί αυτούσια για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Ως προς το μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, η ενόρκως δηλούσα αφού πρώτα κάνει αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης ως προς τα γεγονότα και της εξουσιοδότησης να προβεί στην ένορκη δήλωση, κάνει αναφορά στη νομική διαδοχή της συνεργατικής από την εφεσίβλητη και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης με περαιτέρω ανάπτυξη και διάνθιση. Συγκεκριμένα θίγει τη μη συμπερίληψη του άρθρου 20 του Κεφ. 4 και γενικά τη νομική βάση της αίτησης. Επιπρόσθετα κάνει αναφορά στην υπογραφή της σύμβασης πίστωσης προς συγκεκριμένο άτομο και την υπογραφή εγγύησης από τους αιτητές εφεσείοντες όπου η ευθύνη τους ήταν για όλο το ποσό του κεφαλαίου και όχι περιορισμένη ως η θέση των εφεσειόντων. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι στη διαιτητική διαδικασία πράγματι οι αιτητές προέβαλαν τη θέση για περιορισμένη ευθύνη αλλά ο διαιτητής τους υπέδειξε τη σύμβαση εγγύησης με βάση την οποία η ευθύνη τους ήταν κοινή και κατ' επέκταση οι θέσεις τους δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές και μετά από αυτή τη διαδικασία οι εφεσείοντες αποχώρησαν. Στη συνέχεια η ενόρκως δηλούσα υπεραμύνεται της νομιμότητας της διαιτητικής διαδικασίας και της απόφασης καθώς επίσης την πληρότητα, το αιτιολογημένο και δικαιολογημένο αυτής και ότι ο διαιτητής ανέφερε στους εφεσείοντες ότι εξέτασε τους ισχυρισμούς των εφεσειόντων τους οποίους απέρριψε με βάση το μαρτυρικό υλικό και τους ξεκαθάρισε ότι θα εξέδιδε απόφαση εναντίον τους. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι τηρήθηκαν όλες οι διαδικασίες τερματισμού της επίδικης σύμβασης τόσο προς των πρωτοφειλέτη όσο και προς τους εγγυητές τονίζοντας ότι όλες οι χρεώσεις στο λογαριασμό ήταν απολύτως νόμιμες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στο σύγγραμμα Halsbury's Lawsof England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 42, παρ. 96 δίνεται περιγραφή μιας απαιτούμενης διαιτητικής απόφασης όπου αναφέρεται: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Στην υπόθεση Σε ότι αφορά την Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Λτδκαι των Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ, εκ Λευκωσίας Αίτηση 2289/2013 ημερ. 11/2/2015, ο Α.Ε.Δ. κ. Γιαπανάς (όπως ήταν τότε), αναφέρει τα ακόλουθα: ΄΄Στον Russell εξηγείται ότι παρόλο που παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι η ΄Εφεση δεν επιδίδεται στο διαιτητή, η σύγχρονη αντίληψη είναι όταν ο αιτητής επικαλείται κακή συμπεριφορά του διαιτητή (misconduct) είτε επί τεχνικών θεμάτων είτε επί πραγματικών γεγονότων, η αίτηση θα πρέπει να επιδίδεται στο διαιτητή. Και ο διαιτητής σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα είτε να έχει πλήρη παρουσία στη διαδικασία, ή να καταχωρήσει ένορκη δήλωση και να θέσει εκείνα τα γεγονότα τα οποία κρίνει ότι μπορούν να βοηθήσουν το δικαστήριο, είτε βεβαίως να μην πάρει κανένα μέτρο, θεωρούμενος ότι δεν προτίθεται να κάμει τίποτε περισσότερο παρά να αποδεχθεί την απόφαση του Δικαστηρίου. Η σύγχρονη αυτή αντίληψη εδράζεται στο γεγονός ότι σε κανένα του οποίου η συμπεριφορά τίθεται κάτω από κριτική, ως θέμα φυσικής δικαιοσύνης, δεν θα του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει ή να εξηγήσει. Σχετικός είναι και ο Κανονισμός 101

(2)που προνοεί επίδοση της αίτησης σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, και σε κάθε περίπτωση ο διαιτητής δεν μπορεί να εξαιρεθεί από τα επηρεαζόμενα πρόσωπα΄΄. Επίσης στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου ΛΤΔ -ν - DYNACON LIMITED 1998 1 A.A.Δ. σελ. 1978, λέχθηκε ότι: ΄΄Το δικαίωμα του διαιτητή να ακούεται, οποτεδήποτε του προσάπτεται μομφή για απρεπή διαγωγή, συνιστά, όπως σημειώνεται στο Russell, (ανωτέρω), απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης΄΄. Το ότι υπάρχει αναγκαιότητα τήρησης πρακτικών, αυτό είναι δεδομένο, εν΄ όψει και της ρητής πρόνοιας του Κανονισμού 100 του περί Συνεργατικών Εταιρειών, αλλά και του αποσπάσματος από την απόφαση Σε ότι αφορά την Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Λτδκαι των Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ, εκ Λευκωσίας Αίτηση 2289/2013 ημερ. 11/2/2015 από όπου και το σχετικό απόσπασμα: ΄΄ Πάγια και σταθερά η νομολογία υποδεικνύει ότι η διαιτησία αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική διαδικασία (Κούλουρου ν. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1 ΑΑΔ 987). Εξηγείται περαιτέρω στον Russel, 16 εκδ. σελ.125 ότι: «A departure from any of the ordinary rules for the administration of justice is a breach of duty on the part of the arbitrators, and may be amount to such misconduct, though not necessarily in a moral sense, as will justify the court in removing the arbitrator or setting aside the award». Και πάλι στον Russel, 16 εκδ. σελ.154-155, υποδεικνύεται ότι είναι καθήκον του διαιτητή να τηρεί σημειώσεις της μαρτυρίας και ως θέμα γενικής πρακτικής θα πρέπει από μόνος του να κρατεί προσεκτικές χειρόγραφες σημειώσεις για οτιδήποτε είναι ουσιώδες, ώστε να μπορεί να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη μεταξύ των μερών. Και τούτο όχι μόνο για την συγγραφή της απόφασης του, αλλά και στην περίπτωση που ληφθούν μεταγενέστερα μέτρα, όπως ακριβώς στην παρούσα περίπτωση, να είναι σε θέση, αν του ζητηθούν πληροφορίες σχετικές με την ενώπιον του διαδικασία, να τις παράσχει. Οι πιο πάνω αρχές που υποδεικνύονται στον Russel, αντανακλώνται και βρίσκουν έρεισμα στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς. Ο Καν. 100
(1)είναι σαφής και καθόλα αποκαλυπτικός ως προς την διαδικασία που θα πρέπει να τηρείται αλλά και να ακολουθείται ενώπιον του διαιτητή. Η διεξαγωγή της διαιτησίας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν παραπλήσια με την διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον δικαστηρίου. Μεταξύ άλλων θα πρέπει να τηρείται πρακτικό της προσκομισθείσης μαρτυρίας, να χρονολογείται και να υπογράφεται από τον διαιτητή. (Καν. 100
(1)(β)). Τα δε παρουσιαζόμενα έγγραφα ως τεκμήρια θα πρέπει να σημειώνονται, να χρονολογούνται και να μονογράφονται από τον διαιτητή και να επισυνάπτονται στον φάκελο της διαδικασίας (Καν.100
(1)(c)). Είναι νομολογημένο ότι ακόμα και πλημμελής να είναι η εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή, δεν οδηγεί σε άμεση ακύρωση της απόφασης, αφού η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Μπορεί να διασωθεί μέρος της απόφασης ή ακόμα να παραβλεφθεί. Αν η πλημμέλεια παραβιάζει στο θεμέλιο της την απόφαση και δεν αφήνει περιθώρια διάσωσης, έστω και μέρους της, τότε ακυρώνεται (A. N. Stasis Estates Co ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006). Σύμφωνα με τον Russel, 16η εκδ. σελ.308επ. όπου υπάρχει κακοδικία (miscarriage of justice) ή κακή συμπεριφορά, ή γιατί παραβιάστηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, τότε επεμβαίνει το Δικαστήριο. Η διαιτησία θα πρέπει να διεξάγεται σύμφωνα με τις αρχές της δικαιοσύνης και κατά τρόπο ακριβοδίκαιο μεταξύ των μερών. Το δικαστήριο επεμβαίνει εκεί όπου διαβλέπει ότι παραβιάστηκαν θεμελιώδεις αρχές ή όπως τέθηκε στην υπόθεση Haigh v. Haigh
(1861)31 L.J.Ch. 420: «... we must not over ready to set aside awards . . . . . . . . . . ... unless we see that there has been something radically wrong and vicious in the proceeding». Αποτελεί γενική υποχρέωση του διαιτητή να δίδει και στις δυο πλευρές το δικαίωμα να ακουστούν και να χειρίζεται την ενώπιον του διαδικασία με τους συνήθεις κανόνες μιας δικαστικής διαδικασίας, που θα πρέπει να αντανακλάται και να καταδεικνύεται μέσα από τα τηρούμενα πρακτικά της διαδικασίας. Θα πρέπει να είναι σαφές και ξεκάθαρο ότι η διαδικασία διαιτησίας κάτω από τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, δεν αποτελεί, ούτε και συνιστά ζήτημα ευκολίας οιουδήποτε, ούτε και για κάποια απλή και τυπική διαδικασία, αφού διακυβεύονται οικονομικά συμφέροντα και δικαιώματα και θα πρέπει απαραιτήτως, επί ποινή ακυρότητας εκεί όπου διαπιστώνεται παρέκκλιση, να τηρούνται όλα τα εχέγγυα μιας δικαστικής διαδικασίας. Ως υποδεικνύεται και στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ.153: «The slightest irregularity in this respect may be fatal to the award» Ως προς το εμπρόθεσμο της έφεσης, στην ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1699, στην οποία αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: ΄΄Εφόσον ο Νόμος δεν προβλέπει για έγγραφη γνωστοποίηση η προφορική γνωστοποίηση της απόφασης ικανοποιεί πλήρως τη σχετική απαίτηση του Νόμου (Βλ. Husson v. Husson [1962] 3 All E.R. 1056 και Westminster City Council v. Chapman and Others [1975] 2 All E.R. 1103, 1105). ΄΄ Στην απόφαση ΣΑΒΒΑ Ι. ΓΕΩΡΓΙΟΥ - ν - ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΡΑΚΟΥ, ΑΡ. ΑΙΤΗΣΗΣ 792/2006 ΗΜΕΡ. 8/6/2007, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Και δεν θα ήταν βέβαια δυνατόν να έχει τα πρακτικά η καθ' ης η αίτηση Σ.Π.Ε αφού αυτά τηρήθηκαν από τον διαιτητή....................................... ΄Επεται πως είτε θα έπρεπε να είχε επιδοθεί η αίτηση στο διαιτητή, για να μπορούσαν να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου τα πρακτικά που τήρησε κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, είτε εν πάση περιπτώσει με κάποιο άλλο τρόπο έπρεπε να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου τα πρακτικά αυτά. Να παρεμβάλω ακόμα ότι τέτοια δυνατότητα προσφέρεται στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς (Καν. 98 επ. κυρίως δες Καν. 100
(3), αφού ο φάκελος της υπόθεσης μετά το πέρας της διαδικασίας μαζί με την απόφαση παραδίδονται στον ΄Εφορο Συνεργατικών Εταιρειών. (Registrar)...................................................................................................... Εδώ να παρεμβάλω ότι ακόμα και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας προσφέρονταν για να εκδοθεί κλήση μάρτυρος είτε του Εφόρου είτε ακόμα του διαιτητή στην βάση των προνοιών της Δ.32 Θ.4 για τον περιορισμένο σκοπό προσκόμισης των πρακτικών και όχι για να δώσουν μαρτυρία (subpoena duces tecum). ΄΄ Επίσης στην ίδια την απόφαση αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Ούτε ο Νόμος ούτε και οι σχετικοί κανονισμοί προνοούν την ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των μερών σε διαιτησία. Στον Russell σελ. 262 εξηγείται ως προς την ανταλλαγή δικογράφων, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι επιθυμητό να παραδίνονται δικόγραφα ή τα σημεία της απαίτησης και της υπεράσπισης, ώστε τα μέρη να γνωρίζουν επακριβώς τα θέματα που θα εκδικαστούν. Εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του διαιτητή να διατάξει την ανταλλαγή δικογράφων. Αφού ακούσει πρώτα τις απόψεις των μερών, μπορεί να διατάξει κάτι τέτοιο αν κρίνει ότι είναι αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς. Είναι σαφές ότι ο διαιτητής δεν ετοιμάζει έκθεση απαιτήσεως για λογαριασμό του ενός ή του άλλου μέρους. Και είναι λογικό βέβαια αφού δεν είναι διάδικος στη διαδικασία. Συνεπώς το αίτημα του δικηγόρου του αιτητή να ετοιμάσει ο διαιτητής έκθεση απαιτήσεως, από μόνο του είναι ανεδαφικό και αντιβαίνει σαφώς στη φιλοσοφία της διαιτησίας που αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική διαδικασία. (Κούλουρου ν. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1 ΑΑΔ 987). Η ουσία σύμφωνα με τον κ. Χριστοφόρου, αποδίδοντας την επιστολή επί του σημείου αυτού σε παραδρομή, παρεμβάλλω πάντως πως αυτό ήταν το περιεχόμενο της επιστολής που είχε ενώπιον του ο διαιτητής, ήταν η επιθυμία του αιτητή να διεξαχθεί διαδικασία με την ανταλλαγή δικογράφων. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England 4η εκδ. τόμος 2
(3)σελ. 37 παρα. 43 εξηγείται ότι ο διαιτητής επιλαμβάνεται και αποφασίζει μεταξύ άλλων και όλα τα διαδικαστικά θέματα, όπως κατά πόσο θα ανταλλαγούν δικόγραφα και τη μορφή που θα έχουν, τηρουμένου του δικαιώματος των διαδίκων να συμφωνήσουν σε κάθε θέμα. Η διαιτησία δεν είναι αναγκαίο να ακολουθεί την ίδια διαδικασία που ακολουθείται στις αγωγές, νοουμένου ότι οι απλές διαδικασίες που συνήθως ακολουθούνται στην πράξη δεν θα πρέπει να οδηγούν σε αδικία κάποιο από τα μέρη. Αποφάσεις του διαιτητή επί διαδικαστικών θεμάτων δεν ελέγχονται από το δικαστήριο, όπως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Exormisis v. Oonsoo
(1975)1Lloyd's Rep. 432 που το δικαστήριο κρίθηκε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να διατάξει τον διαιτητή να εγκρίνει την τροποποίηση δικογράφου την οποία είχε αρνηθεί να επιστρέψει. Και ο λόγος γιατί η διαιτησία δεν αποτελεί προστάδιο του δικαστηρίου. Μόνο όπου υπάρχει κακοδικία (miscarriage of justice) ή κακή συμπεριφορά είτε γιατί παραβιάστηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, ή γιατί ενώ τα μέρη συμφώνησαν να διεξαχθεί η διαιτησία με συγκεκριμένη αναφορά σε κάποιους κανονισμούς ο διαιτητής δεν τους ακολούθησε, επεμβαίνει το Δικαστήριο. (Russel σελ. 233-234).΄΄ Τα περί υποχρέωσης κλήτευσης του διαιτητή υπό τις πιο πάνω προϋποθέσεις, επιβεβαιώθηκε και στην απόφαση Χρήστου Συμεωνίδη - ν - Ανδρέα Μενελάου, Πολιτική Έφεση Αρ. 6/2012, ημερ. 22/12/2016. Επίσης στην υπόθεση Μιχαήλ κ.α. - ν- Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπίου, Πολιτική Εφεση 190/2012 ημερ. 28/6/2018, αποφασίστηκαν τα πιο κάτω, τα οποία ρίχνουν φως στο όλο νομικό πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας: ΄΄ Η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία προβλέπεται από το άρθρο 52
(1)
(2)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν. 22/85)που προνοεί τα εξής: «Διαιτησία προς επίλυση διαφορών 52.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και του Κώδικα Δεοντολογίας που εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα, με βάση τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, προς τα πιστωτικά ιδρύματα και τους δανειζόμενους σχετικά με τη διαχείριση των δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων σε καθυστέρηση, οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας - (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους∙ ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους ή καταθέτη, χρεώστη ή πελάτη και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας∙ ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας∙ ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε άλλης εγγεγραμμένης εταιρείας, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εγγεγραμμένη εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία ή οποιοδήποτε πρόσωπο να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε∙ (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται."
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012. Η διαιτητική διαδικασία υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ, Πολ. Εφ. 304/10, ημ. 10/7/15 όπου αναφέρθηκαν τα εξής ως προς το σκοπό που εξυπηρετεί και τον τρόπο διεξαγωγής της: «Η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία και η όλη φιλοσοφία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών στα πλαίσια διαδικασίας διαιτητικής μορφής, συνίσταται ακριβώς στην ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Τα Δικαστήρια είναι κατά κανόνα απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου νομοθετικά παρέχεται ειδικά τέτοια δυνατότητα. Οι αποφάσεις των διαιτητών ανατρέπονται δικαστικά στις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο εμφανώς ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Σολωμού v. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 687 ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωσή του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται και με τις βασικές αρχές του δικαίου. ΄Αλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματός του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693).» Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Μιχαλάκης Κώστα Ζαμπά κ.ά. ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ κ.ά. Πολ. Έφ. 169/12, ημ. 6/6/18. Το άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου προνοεί τα εξής: «Εξουσία για ακύρωση διαιτητικής απόφασης 20.-
(1)Όταν o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να τον απομακρύνει.
(2)Όταν o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση. Μας ενδιαφέρει εδώ το εδάφιο
(2)του άρθρου 20 εφόσον η Αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου αφορούσε σε ακύρωση και/ή παραμερισμό διαιτητικής απόφασης. Σ' όσον αφορά την εμβέλεια του εδαφίου αυτού, στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cypria Life Ltd
(2010)1 (A) Α.Α.Δ. 687, το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην Αγγλική νομοθεσία και νομολογία, στις σελ. 696 - 698 της απόφασης αναφέρει τα εξής: «Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο ΄Αρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 απ' όπου λήφθηκε το Κεφ. 4, είναι «misconduct», και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας («.... has misconducted himself or the proceedings ....». Στον Russell on Arbitration 16η έκδ. σελ. 307, θεωρείται λανθασμένη συμπεριφορά η εκ μέρους του διαιτητή ακρόαση μαρτύρων ή εξέταση εγγράφων στην απουσία των διαδίκων, η απόδοση στον εαυτόν του ενός συνολικού ποσού για τα έξοδα του, ώστε να αποκλείει τους διαδίκους από του να ενστούν στις χρεώσεις του, (δέστε την απόφαση K/S Norjarl A/S v. Hyundai Heavy Industries Co. Ltd [1991] 3 W.L.R. 1025, για κατεύθυνση ως προς τον τρόπο χρέωσης αμοιβής από ένα διαιτητή), η εκ μέρους του παράλειψη να εξασκήσει όλες τις εξουσίες του ή η λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Στη δε σελ. 309, αναφέρεται σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ότι οι κύριοι άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό, είναι η εκ μέρους του διαιτητή διεξαγωγή της διαιτησίας ex parte χωρίς ουσιώδη λόγο, ο αποκλεισμός ατόμων που έχουν δικαίωμα να είναι παρόντα, η λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας και η λανθασμένη μετακύλιση καθηκόντων. Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στη ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 223, ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett [1953] 1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «.... παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα .... κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας» (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ακόμη και στην εξέλιξη της νομοθεσίας στην Αγγλία με την εισαγωγή του Arbitration Act 1996, όπου με το s. 68 εισήχθηκε ο γενικότερος όρος του «serious irregularity», ως προϋπόθεση για τον παραμερισμό διαιτητικής απόφασης, έχει αποσαφηνιστεί ότι πρέπει η περίπτωση να εμπίπτει σε μια από τις έννοιες που αποδίδει στον όρο το εδάφιο
(2)(a)-(i). Έχει δε ερμηνευτεί στην Petroships Pte Ltd v. Petec Trading and Investment Corp. (The "Petro Ranger") [2001] 2 Lloyd's Rep. 348, ότι οι καθορισθείσες παρατυπίες στο εδάφιο
(2), δεν μπορούν να επεκταθούν από το Δικαστήριο, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να οδηγούν και σε «substantial injustice», που να δικαιολογούν την επέμβαση του Δικαστηρίου. Όπως περαιτέρω εξηγήθηκε στην Losotho Highlands Development Authority v. Impregilo SpA [2005] 3 All E.R. 789, η επέμβαση του Δικαστηρίου καθίσταται αναγκαία μόνο στην περίπτωση όπου ο διαιτητής έχει υπερβεί τις εξουσίες του κάτω από τη συμφωνία διαιτησίας.» ΄΄ Επίσης αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: ΄΄ Ενόψει της φύσης της διαιτητικής διαδικασίας ως οιονεί δικαστικής, ο διαιτητής θα πρέπει να συμμορφώνεται με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης αλλά και τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες (βλ. υπόθεση Παναγιώτη Κλεοβούλου (ανωτέρω).). Μια από τις βασικές υποχρεώσεις του είναι η τήρηση πρακτικών ενόψει της σημασίας που ενέχουν. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα πρακτικά της δίκης αποτελούν τον αναντικατάστατο οδηγό για τα κατατεθέντα και διαδραματισθέντα στη δίκη και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Εφετείο μπορεί να συμβουλευθεί οτιδήποτε έξω από τα πρακτικά (βλ. Μελετίου ν. Alpha Bank Ltd
(2010)1 (A) ΑΑΔ 295) ). Συνεπώς η παράλειψη τήρησης, στην παρούσα περίπτωση, πρακτικών κατά τη διαιτητική διαδικασία στερούσε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα εξέτασης της νομιμότητας της διαδικασίας αλλά και της ορθότητας της απόφασης του διαιτητή∙ εφόσον το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να γνωρίζει στοιχειώδεις λεπτομέρειες της διαδικασίας, όπως αν διεξήχθηκε στη βάση προφορικής μαρτυρίας ή ενόρκων δηλώσεων και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθαν στην κατοχή του διαιτητή τα διάφορα έγγραφα δηλ. η αίτηση και η συμφωνία δανείου, σε χρόνο μάλιστα προγενέστερο της εμφάνισης των Εφεσειόντων. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι η παράλειψη τήρησης πρακτικών διασώζεται από την προφορική μαρτυρία που προσκομίστηκε πρωτόδικα, ενόψει της αποχώρησης των Εφεσειόντων θα έπρεπε ο διαιτητής να προχωρήσει με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και των εισηγήσεων που τέθηκαν, για να καταλήξει κατά πόσο η αξίωση ήταν δικαιολογημένη (βλ. Annie Fox and Others v. PG Wellfair Ltd
(1981)2 Lloyds Ref. 597). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Russel on Arbitration 23η Έκδ., παραγρ. 5 - 195 σελ. 261 ο διαιτητής θα πρέπει να εξετάσει οποιαδήποτε μαρτυρία ή εισηγήσεις που προτάθηκαν καθ' οιονδήποτε χρόνο από το απουσιάζον μέρος ώστε να λάβει υπόψη την δική του θέση στην έκταση που είναι δυνατή στη βάση του ενώπιον του υλικού. Ως προς το ρόλο του διαιτητή στην παραγρ. 5-196 του ιδίου συγγράμματος αναφέρονται τα εξής: «Role of the tribunal. If only one party is represented, it frequently happens that the tribunal become more interventionist, so as to ensure both sides of the case are fairly developed. In such circumstances there is a fine line between being alert to ensure procedural fairness, which the tribunal must ensure happens, and acting as an advocate for the unrepresented party, which the tribunal must not do. Of course the tribunal may adopt an inquisitorial role in this situation. In any event the need to be fair to both parties should be borne in mind at all times.» ΄΄ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ως προς την προδικαστική ένσταση των εφεσίβλητων, αυτή δεν αποτελεί πλέον επίδικο ζήτημα, διότι με τις διευκρινήσεις που ζήτησε το Δικαστήριο αυτή απεσύρθη. Με τις διευκρινήσεις που ζητήθηκαν από το Δικαστήριο, επίσης συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο πλευρών ότι οι εφεσίβλητοι παραπέμπουν εκ νέου στα τεκμήρια που καταχωρήθηκε στην αρχική ένσταση και συνεπώς αυτά θα εξεταστούν και αξιολογηθούν. Προχωρόντας τώρα προς την εξέταση της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα και το μαρτυρικό υπόβαθρο αυτών και τα σχετικά τεκμήρια, το Δικαστήριο διαπιστώνει τα ακόλουθα: Ως προς την θέση των εφεσειόντων ότι η εγγύηση τους ήταν περιορισμένη, ήτοι για το ποσό των Λ.Κ. 1000, ήτοι € 1708,60 και όχι για Λ.Κ. 4,000, ήτοι € 6,834,41 δεν ευσταθεί, διότι μέσα από το περιεχόμενο της σύμβασης εγγύησης - τεκμήριο που συνοδεύει την ένσταση και ειδικότερα μέσα από τους όρους 15 και 25 της σύμβασης εγγύησης, ρητά και ξεκάθαρα προνοείται το αλληλέγγυο και εις ολόκληρο της ευθύνης του για το ποσό των Λ.Κ. 4,000, ήτοι € 6,834,41 πλέον τόκους, έξοδα και λοιπές επιβαρύνσεις και συνεπώς ορθώς αυτή η θέση των εφεσειόντων απερρίφθη από τον διαιτητή, έχοντας υπ΄ όψη του περιεχόμενο της σύμβασης εγγύησης, σε άμεση συνάρτηση και εξάρτηση ασφαλώς με την σύμβαση πίστωσης - τεκμήριο 1 στα οποία διαφαίνεται ξεκάθαρα το υπόβαθρο από όπου πηγάζει η συμβατική ευθύνη των εφεσειόντων και στα οποία ορθώς βασίστηκε ο διαιτητής για να εκδόσει την εκκαλούμενη απόφαση. Ως προς την θέση των εφεσειόντων ότι η επίδικη σύμβαση δεν έχει τερματιστεί, αυτή δεν έχει κανένα απολύτως έρεισμα, διότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου Γ που συνοδεύει την ένσταση ομιλεί από μόνο του, που δεν είναι τίποτε άλλο από την επιστολή τερματισμού της επίδικης σύμβασης και της κοινοποίησης αυτής στους εφεσείοντες. Ως προς την θέση των εφεσειόντων ότι οι εφεσίβλητοι κατά καιρούς επέτρεπαν στον πρωτοφειλέτη πολύ μεγάλες υπερβάσεις των ορίων που αρχικά του παραχώρησε με αποτέλεσμα να γίνονται αδικαιολόγητες χρεώσεις τόκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι μια πολύ γενική, ασαφή και αόριστη θέση, χωρίς ίχνος παραπομπής σε οποιανδήποτε υπέρβαση ορίου ή υπερχρέωση ποσών ή τόκων σε οποιανδήποτε κατάσταση λογαριασμού, που δεν αφήνουν στο Δικαστήριο άλλη επιλογή στο να απορρίψει αυτήν την θέση, ελλείψει σαφούς υποβάθρου και στοιχείων. Ως προς την θέση των εφεσειόντων περί μη τήρησης των πρακτικών κατά την διαιτητική διαδικασία, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Οι εφεσείοντες από την στιγμή που εκτοξεύουν τα βέλη τους εναντίον του διαιτητή για ουσιαστικά ανάρμοστη συμπεριφορά στην όλη διαδικασία και ότι δεν τηρήθηκαν πρακτικά και ότι ουσιαστικά εξαπάτησε τους εφεσείοντες, ήτοι από τη μια να αντίκρυσε την πρόταση των εφεσειόντων θετικά και από την άλλη να εκδίδει την εκκαλούμενη απόφαση, όφειλαν οι εφεσείοντες να κλητεύσουν τον διαιτητή για να ακουστεί, να του ζητηθούν να προσκομίσει τα οποιαδήποτε πρακτικά για να θέσει την θέση του σε αυτό το ζήτημα, ως επίσης και για τις υπόλοιπες θέσεις των εφεσειόντων που σχετίζονται με τα παράπονα τους για την στάση που κράτησε ο διαιτητής και αυτή η παράλειψη κλήτευσης του διαιτητή, ως όφειλαν οι εφεσείοντες με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, κρίνεται από το Δικαστήριο ως μοιραία. Η απόφαση Μιχαήλ κ.α. - ν- Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπίου, Πολιτική Εφεση 190/2012 ημερ. 28/6/2018 ουδόλως υποστηρίζει την θέση των εφεσειόντων, διότι σε εκείνη την υπόθεση ακριβώς ο διαιτητής κλητεύθηκε και αντεξετάστηκε για αυτά τα ζητήματα, πράγμα που δεν έγινε βεβαίως σε αυτήν την περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει όμως, το Δικαστήριο έχει μια σαφή εικόνα το τι πραγματικά έγινε, όπου οι ουσιαστικές θέσεις των εφεσειόντων που προβλήθηκαν στην παρούσα διαδικασία, προβλήθηκαν και στην διαιτητική διαδικασία και ορθώς απορρίφθηκαν, έχοντας υπ΄ οψη την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω και κατ΄ επέκταση η διαιτητική απόφαση έχει όλα εκείνα τα απαιτούμενα στοιχεία μιας διαιτητικής απόφασης, με σαφή κατάληξη, αφού κάνει αναφορά ότι ο διαιτητής έλαβε υπ΄ όψην του το μαρτυρικό υλικό που είχε ενώπιον του και που δεν έχει ενώπιον του το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία ότι απεκρύφθη ή διαστρεβλώθηκε οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό και εν πάση περιπτώση, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, ορθώς απορρίφθηκαν οι θέσεις των εφεσειόντων με βάση την επίδικη σύμβαση πίστωσης και εγγύησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εφεσιβλήτων, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.