FAP CONSTRUCTIONS LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΑΦΟΥ, Αρ. αγωγής: 161/2020, 6/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 161/2020 FAP CONSTRUCTIONS LTD Ενάγoντες εναντίον ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:6/10/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - αιτητές: Αφροδίτη Χαραλαμπίδη Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση 1: κα Ελίζα Κυριάκου για κ. Αντώνη Μελά εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση οι ενάγοντες αιτητές αιτούνται την οριστικοποίηση των εκδοθέντων Διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς, ως επίσης αιτούνται την έκδοση συγκεκριμένου Διατάγματος. Τα Διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς από άλλο αδελφό Δικαστήριο, αφορούσε την απαγόρευση εξαργύρωσης της επίδικης εγγυητικής από την εναγόμενη 1 και απαγόρευση στους εναγόμενους 2 όπως καταβάλουν το ποσό αυτής της εγγυητικής. Η αίτηση εναντίον των εναγομένων 2 αποσύρθηκε σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας. Το άλλο Διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς αφορούσε την υποχρέωση της εναγόμενης 1 όπως σε περίπτωση που η επίδικη εγγυητική εξαργυρώθηκε, όπως αυτή επιστραφεί και κατατεθεί πίσω το ανάλογο ποσό. το Διάταγμα το οποίο δεν εκδόθηκε μονομερώς, αφορούσε την υποχρέωση της εναγόμενης 1 όπως μην προχωρήσουν στην προκήρυξη και υπογραφή νέας συμφωνίας με άλλο ανάδοχο ή τρίτο πρόσωπο μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας διαδικασίας. Αυτό το αιτητικό δεν ζητήθηκε από πλευράς αιτητών κατά το στάδιο που η αίτηση δεν είχε ακόμα επιδοθεί στους εναγόμενους, πλην όμως δεν έχει αποσυρθεί ρητά μέσα από μελέτη του φακέλου και συνεπώς το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του. Η νομική βάση της αίτησης δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί αυτούσια, διότι θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Ως προς το μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αυτό ήταν αρκετά εκταταμένο και λεπτομερές και δεν θα παρατεθεί αυτολεξεί, πλην όμως το Δικαστήριο θα παραθέσει αυτούσιο τον πυρήνα αυτού. Ο ενόρκως δηλών κάνει μια αναφορά στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ως προς την ουσία της υπόθεσης, κάνει αναφορά στο τι προηγήθηκε της υπογραφής της σύμβασης που υπογράφτηκε μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1 και που αφορούσε την αφαίρεση, προμήθεια, μεταφορά και τοποθέτηση έτοιμου σκυροδέματος σε διάφορες περιοχές της επαρχίας Πάφου. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας και την υπογραφή της επίδικης εγγυητικής για την πιστή τήρηση της επίδικης συμφωνίας, προέκυψαν διάφορα προβλήματα κατά την εκτέλεση των εργασιών και ζητήθηκε παράταση του χρόνου εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων και που οφείλονταν μεταξύ άλλων σε διάφορα τεχνικά προβλήματα που ανέκυψαν στο εργοστάσιο ετοιμασίας συγκεκριμένου υλικού. Η πλευρά της εναγόμενης όμως κατά παράβαση της σύμβασης και ενεργόντας αντινομικά, τερμάτισε την επίδικη συμφωνία κατά παράβαση συγκεκριμένων όρων, ενώ η πλευρά των εναγόντων προέβη σε μερική εκπλήρωση των υποχρεώσεων και ήταν έτοιμη να εκπληρώσει το σύνολο των εργασιών, εντός του χρονοδιαγράμματος όπως η πλευρά των εναγόντων εκλαμβάνει και ερμηνεύει και έγιναν συγκεκριμένες πληρωμές για αυτές τις εργασίες. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι σε περίπτωση μη επιτυχούς κατάληξης της αίτησης, οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, διότι σε περίπτωση που αυτή εξαργυρωθεί ή δεν επιστραφεί, θα αποκλείονται για περίοδο δύο ετών από του να διεκδικήσουν άλλη προσφορά ή έργο με αποτέλεσμα να υπάρχει άμεσος κίνδυνος οικονομικής καταστροφής τους, πέραν της απώλειας του ανάλογου ποσού της εγγυητικής, ενώ εάν επιτύχει η αίτηση, οι καθ΄ ων η αίτηση δεν θα υποστούν ζημιά και είναι διατεθιμένοι οι ενάγοντες να παράσχουν την ανάλογη εγγύηση προς όφελος των καθ΄ ων η αίτηση. Η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση 1 έφερε ένσταση. Η νομική βάση της ένστασης δεν θα παρατεθεί αυτούσια για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Ως προς το μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, το Δικαστήριο επίσης θα παραθέσει τον πυρήνα αυτής, για τους ίδιους λόγους που παρατέθηκε ο πυρήνας του μαρτυρικού υποβάθρου που υποστηρίζει την αίτηση. Προβλήθηκαν ως λόγοι ένστασης ότι οι καθ΄ ων η αίτηση 1 ήδη προχώρησαν στην εξαργύρωση της εγγυητικής και κατ΄ επέκταση η αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου και επιπρόσθετα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Η ενόρκως δηλούσα κάνει και αυτή με την σειρά της αναφορά στην πηγή άντλησης της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τι προηγήθηκε της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας, πλην όμως δίνουν μια εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή και ερμηνεία ως προς τις συνθήκες και τους λόγους που επήλθε η ρίξη της επίδικης συμφωνίας και που οδήγησαν στον τερματισμό αυτής και εξαργύρωση της επίδικης εγγυητικής, κάνοντας λόγω κυρίως για αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων εντός της προθεσμίας όπως οι εναγόμενοι καθ΄ ων η αίτηση εκλαμβάνουν και ερμηνεύουν, κάνοντας επίσης λόγω για μη αποδεκτή εκτελεσθείσα εργασία. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι η επίδικη εγγυητική έχει ήδη εξαργυρωθεί και κατ΄ επέκταση η αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και αρνείται την θέση των εναγόντων ότι τα ανάλογα κονδύλια δεν είναι διαθέσιμα, παραπέμποντας η ίδια στην ανάλογη νομοθεσία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Αναφορικά με την οριστικοποίηση του Διατάγματος ως το παρακλητικό A, Β και Δ της αίτησης, ο αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224). Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παράμετροι: - ότι στη βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και - ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέτο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ' ου η αίτηση. Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο η συνέχιση του διατάγματος με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 255). Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Περαιτέρω σύμφωνα με την υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ κ.α.
(2003)1Β Α.Α.Δ 853 το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που τυχόν αντεξετάσθηκαν για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ήταν αξιόπιστοι ή όχι. Σημειώνεται ότι σε περίπτωση ασάφειας στην όψη του διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό το δικαστήριο να καταφύγει στα πρακτικά της διαδικασίας έκδοσης του διατάγματος για να διευκρινίσει την ασάφεια. (βλ. Northwest Territories Public Service Association -v- Commissioner of the Northwest Territories
(1980)107 DLR 458). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Η εξέταση του ζητήματος της οριστικοποίησης των εκδοθέντων Διαταγμάτων και το κατά πόσο θα εκδοθεί το παρακκλητικό Γ της αίτησης, είναι εξαιρετικά απλή. Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και έχοντας υπ΄ όψη το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και χωρίς βεβαίως να αξιολογεί αυτό σε βάθος, παρά μόνο στην έκταση που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιοόγησης της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα, προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Πράγματι, τα αιτητικά Α και Β της αίτησης κατέστησαν άνευ αντικειμένου, διότι η επίδικη εγγυητική εξαργυρώθηκε πριν την έκδοση των Διαταγμάτων. Τίθεται ασφαλώς το ερώτημα κατά πόσο θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ το ανάλογο Διάταγμα, ήτοι η επιστροφή της εγγυητικής. Η απάντηση στο ερώτημα είναι επίσης εξαιρετικά απλή. Αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει, διότι η επίδικη εγγυητική δόθηκε ακριβώς για την πιστή τήρηση της επίδικης συμφωνίας από πλευράς εναγόντων, η οποία συμφωνία έχει τερματιστεί και κατ΄ επέκταση δεν νοείται αναβίωση μιας εγγυητικής η οποία έχασε πλέον τον σκοπό της, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι η εγγυητική ήταν άμεσα συνυφασμένη και εξαρτημένη από την ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας η οποία έχει τερματιστεί. Η συνέχιση της ισχύος του ανάλογου Διατάγματος θα συνιστούσε έκδηλη αντινομία, διότι θα συνιστούσε αδικαιολόγηση επέμβαση του Δικαστηρίου στις συμβατικές σχέσεις των διαδίκων, διότι θα συνιστούσε και θα ισοδυναμούσε με την οριστικοποίηση του προσωρινού Διατάγματος αναβίωση της επίδικης συμφωνίας και εγγυητικής που τερματίστηκε και εξαργυρώθηκε αντίστοιχα. Ως προς το παρακκλητικό Γ που δεν έχει εκδοθεί μονομερώς, επίσης τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά, διότι δεν νοείται οι εναγόμενοι 1 καθ΄ ων η αίτηση να τους απαγορευθεί, με την γενικότητα του αιτούμενου Διατάγματος, η οποιαδήποτε ανάθεση ή προκήρυξη έργου, διότι αυτό θα συνιστούσε αδικαιολόγητη παρέμβαση στην εκτέλεση των υποχρεώσεων της διοίκησης, εάν και εφόσον προκύψουν, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι δεν έχει ενώπιον του το Δικαστήριο οποιαδήποτε σαφή ένδειξη που να καταδεικνύει ότι επίκειται τέτοια ανάθεση ή προκήρυξη. Παρ΄ όλα αυτά όμως, καθηκόντως το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει, για σκοπούς πληρότητας, κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των αιτούμενων Διαταγμάτων και την έκδοση του άλλου αιτούμενου Διατάγματος, σε περίπτωση που οι πιο πάνω επισημάνσεις του Δικαστηρίου κριθούν εσφαλμένες με την άσκηση του ανάλογου ένδικου μέσου. Ως προς το κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, ασφαλώς και υφίσταται, μέσα από μια ανάγνωση του ιστορικού που παρατίθεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχουν ορατές πιθανότητες επιτυχίας, έχοντας υπ΄ όψη την μη ολοκλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων εντός των χρονοδιαγραμμάτων που πηγάζουν μέσα από την επίδικη συμφωνία, ω επίσης και το μη αποδεκτό αυτών των εργασιών που οδήγησαν νομοτελειακά στην εξαργύρωση της επίδικης εγγυητικής, πριν ακόμα από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ακόμα όμως και να υπήρχαν ορατές πιθανότητες επιτυχίας, οι ενάγοντες κάλλιστα θα μπορούσαν να αποζημιωθούν από τους εναγόμενους 1 - καθ΄ ων η αίτηση με την καταβολή των ανάλογων αποζημιώσεων και δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να καταδεικνύει την αφερεγγυότητα των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση 1 στο να καταβάλουν τις ανάλογες αποζημιώσεις, διότι το χρηματικό ποσό της εγγυητικής έχει ήδη κατατεθεί στον σχετικό λογαριασμό. Η θέση των εναγόντων ότι δεν θα μπορούν να διεκδικήσουν άλλη προσφορά ή έργο για περίοδο δύο ετών με αποτέλεσμα να υπόκεινται σε απώλεια κερδών και πρόκληση ζημιών, κρίνεται από το Δικαστήριο ως γενική, ασαφή και αόριστη, διότι δεν έχει καταδειχθεί στον ορίζοντα ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι είναι αβέβαιο εάν οποιοδήποτε έργο ή προσφορά θα κατακυρονότταν υπέρ των εναγόντων. Εν πάση περιπτώση, αυτό είναι ένα πρόωρο και αβέβαιο ενδεχόμενο που ακόμα και να επιτύχουν να αποδείξουν αυτήν τους την θέση οι ενάγοντες, είναι καθαρά θέμα επιδίκασης αποζημιώσεων, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι ξενίζει η προώθηση ουσιαστικά της θέσης ότι εξαρτάται η οικονομική επιβίωση των εναγόντων από την κατακύρωση υπέρ τους δημόσιων προσφορών και έργων, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων οικονομικών στοιχείων και δεδομένων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, τα εκδοθέντα Διατάγματα ως η παράγραφος Α, Β και Δ της αίτησης παύουν να ισχύουν και το αιτούμενο Διάταγμα ως η παράγραφος Γ της αίτησης απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση 1 και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ).......... Α. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο