SARICAS HOLIDAYS LTD ν. D.M. TAXIDOEFKERIES κ.α., Αρ. Αγωγής: 997/16, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A97 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 997/16 Μεταξύ: SARICAS HOLIDAYS LTD Ενάγοντες και
- D.M. TAXIDOEFKERIES
- ΧΧΧΧΧΧ ΜΙΤΙΔΗΣ Εναγόμενοι --------------- Ημερομηνία: 30.10.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Γ. Ζυμπουλάκη για Μέρκουρης Τελώνης & Γιολάντα Ζυμπουλάκη Τελώνη ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κα Μ. Σαββίδου για Δημητράκης Σαββίδης & Σία ΔΕΠΕ ----------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Στην υπό εξέταση αίτηση, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων το ποσό των € 6.791,50 δυνάμει τιμολογίων και πιο συγκεκριμένα δικογραφούν την θέση ότι οι ενάγοντες, ως εταιρεία παροχής υπηρεσιών ταξιδιωτικής φύσεως, συμφώνησαν να παρέχουν στους εναγόμενους αυτές τις υπηρεσίες, υπό την ιδιότητα των εναγομένων 1 ως εμπορικής επωνυμίας, ο δε εναγόμενος 2 ως ιδιοκτήτης της εναγόμενης 1, ο δε τελευταίος ζήτησε τις υπηρεσίες των εναγόντων και έτσι έχει συναφθεί η μεταξύ τους συμφωνία. Η συμφωνία αφορούσε κυρίως την αγορά εισιτηρίων και άλλων συναφών ειδών για τις ανάγκες της επιχείρισης που οι εναγόμενοι διατηρούσαν και διατηρείτο σχετικός λογαριασμός, όπου κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσίαζε το πιο πάνω αναφερόμενο αξιούμενο ποσό και το οποίο παραμένει απλήρωτο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων. Η υπεράσπιση των εναγομένων ήταν εκ δια μέτρου αντίθετη. Συγκεκριμένα, αρνούνται κάθε ανάμειξη τους και σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ αυτών και των εναγόντων, αλλά επικαλούνται συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και συγκεκριμένης εταιρείας, ήτοι της D. Travel N. Outlet Ltd, της οποίας μέτοχος είναι ο εναγόμενος 2 και ενεργούσε πάντα με αυτήν την ιδιότητα και όχι με την ιδιότητα που του αποδίδουν οι ενάγοντες. Επίσης επικαλούνται την μη δυνατότητα των εναγόντων να διοργανώνουν διακοπές σύμφωνα με την νομοθεσία. Επιπρόσθετα αναφέρουν ότι η Μ.Ε. 1 είναι αυτή που επισκέφθηκε τα γραφεία της D. Travel N. Outlet Ltd, ζητώντας συνεργασία, η οποία και έγινε και που είχε ως αντικείμενο την αμφίπλευρη αγορά εισιτηρίων και υπηρεσιών σε ξενοδοχεία αντίστοιχα μεταξύ της D. Travel N. Outlet Ltd και της ενάγουσας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ακροαματική διαδικασία ουσιαστικά διεξήχθη στην βάση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου υπό τη μορφή γραπτής μαρτυρίας με την συγκατάθεση και των δύο πλευρών, έχοντας υπ΄ όψη ότι η απαίτηση είναι άνω των € 3,000 και συνεπώς δεν ήταν ταχείας εκδίκασης, ζητήθηκε όμως και εξετάσθηκε η Μ.Ε. 1 σε περιορισμένη έκταση κατά την ακροαματική διαδικασία. Από πλευράς εναγόντων, καταχωρήθηκε γραπτή μαρτυρία - ένορκη δήλωση από την Μ.Ε.1, η οποία και αντεξετάστηκε επί αυτής. Σε αυτήν κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης της γνώσης της ως προς τα γεγονότα και της εξουσιοδότησης της να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Σε αυτήν ουσιαστικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως αυτοί περιέχονται στην έκθεση απαίτησης, με περαιτέρω βεβαίως διάνθιση και ανάπτυξη. Συγκεκριμένα επισυνάπτει το τεκμήριο 1 στο οποίο καταδεικνύεται η ιδιότητα της ως διευθύντριας της ενάγουσας, το τεκμήριο 2 στο οποίο καταδεικνύεται η ιδιότητα του εναγόμενου 2 ως ιδιοκτήτης της εναγόμενης 1 εμπορικής επωνυμίας και συνεπώς ως υπεύθυνος από κοινού και κεχωρισμένα με την εναγόμενη
- Η συμφωνία αφορούσε αγορά εκ μέρους των εναγομένων εισιτηρίων από την ενάγουσα επειδή οι ίδιοι δεν είχαν την απαιτούμενη άδεια και ακολούθως οι εναγόμενοι τα μεταπουλούσαν τους πελάτες τους και το αντάλλαγμα θα ήταν η επιβολή ενός ποσού των € 3,00 για κάθε εισιτήριο, ήτοι το ποσό αυτό θα προστίθετο στην τιμή και αναλόγως η μάρτυρας, η οποία η ίδια εξέδιδε τα εισιτήρια, προέβαινε στις ανάλογες χρεώσεις και ακολούθως στις αφαιρέσεις, αναλόγως των πληρωμών που γίνονταν. Για αυτήν την συνεργασία διατηρείτο χρεωστικός λογαριασμός, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσίαζε ως χρεωστικό υπόλοιπο το αξιούμενο ποσό και προς απόδειξη της θέσης της επισύναψε την κατάσταση λογαριασμού και δέσμη τιμολογίων, ως επίσης επισύναψε τις επιτολές όχλησης που έγιναν για να πληρωθεί το εν λόγω ποσό. Από πλευράς εναγομένων καταχωρήθηκαν δύο γραπτές μαρτυρίες - ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη προέρχεται από τον εναγόμενο
- Σε αυτήν κάνει αναφορά στην ιδιότητα της εναγόμενης 1 ως εμπορικής επωνυμίας και η οποία δεν έχει καμία σχέση με την εναγόμενη 1 και τα όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται γύρω από αυτήν, ήτοι ύπαρξη λογαριασμού και έκδοση τιμολογίων. Ο ίδιος, ως ιδιοκτήτης της εναγόμενης 1 ουδέποτε συμβλήθηκε με τους ενάγοντες, δεν υπεγράφη οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο και δεν υπήρξε οποιοσδήποτε λογαριασμός, απορρίπτοντας ουσιαστικά την θέση των εναγόντων, τονίζοντας μάλιστα το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 δεν διατηρεί καν τραπεζικό λογαριασμό και κατ΄ επέκταση δεν έγιναν πληρωμές από τέτοιο λογαριασμό προς τους ενάγοντες, αντικρούοντας ουσιαστικά τις αντίθετες θέσεις των εναγόντων. Επεκτείνοντας την υπερασπιστική γραμμή, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι ενάγοντες είχαν μια αμοιβαία συνεργασία με την εταιρεία D. Travel N. Outlet Ltd, της οποίας μέτοχος ήταν ο ίδιος μαζί με τον δεύτερο ενόρκως δηλούντα από πλευράς εναγομένων και ο ίδιος ήταν αντιπρόσωπος αυτής της εταιρείας και συνεπώς οποιεσδήποτε συναλλαγές γίνονταν με αυτήν την εταιρεία. Οι ενάγοντες δεν έχουν καν το δικαίωμα διοργάνωσης διακοπών σύμφωνα με την νομοθεσία, απέρριψε την θέση των εναγόντων περί προσέγγισης από πλευράς των εναγομένων, προβάλλοντας αντίθετη θέση περί προσέγγισης από την διευθύντρια των εναγόντων, ήτοι την Μ.Ε. 1, περιγράφοντας την φύση της μεταξύ τους συνεργασίας όπως αυτή περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης και που αναφέρθηκε πιο πάνω, προβάλλοντας την επιπρόσθετη αναφορά ότι οι ενάγοντες αγόρασαν άδεια διαχείρισης συγκεκριμένης πλατφόρμας, της οποίας αποκλειστική αντιπρόσωπος σε Ελλάδα και Κύπρο είναι η D. Travel N. Outlet Ltd για έκδοση φθηνότερων ναύλων και εισιτηρίων σε σχέση με εταιρείες που δεν μπορούσαν να εκδώσουν οι ενάγοντες και/ή on line κρατήσεις, μάλιστα οι ενάγοντες έχουν οικονομικές υποχρεώσεις προς την D. Travel N. Outlet Ltd, σε καμία όμως περίπτωση έχουν οικονομικές εκκρεμότητες οι ενάγοντες με την εναγόμενη 1 και τον εναγόμενο 2 ως ιδιοκτήτη της εναγόμενης
- Ολοκληρώνοντας την μαρτυρία του ανέφερε ότι οι εναγόμενοι ουδεμία σχέση έχουν με την D.M. TAXIDOEFKERIES LTD και ουδέποτε υπέγραψαν οποιοδήποτε τιμολόγιο ή χρεωστικό υπόλοιπο. Ο δεύτερος ενόρκως δηλών στην δική του ένορκη δήλωση, αναφέρει ότι είναι ένας εκ των μετόχων της D. Travel N. Outlet Ltd μαζί με τον άλλον ενόρκως δηλούντα και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκη του δήλωση από την εταιρεία D. Travel N. Outlet Ltd, την σύσταση της οποίας επιβεβαιώνει το τεκμήριο 1, ως η θέση του και μέτοχος και διευθυντής της εν λόγω εταιρείας είναι ο εναγόμενος 2 και η εν λόγω εταιρεία είναι η εργοδότρια του. Η εν λόγω εταιρεία είχε αμοιβαία συνεργασία με τους ενάγοντες και πιο συγκεκριμένα η D. Travel N. Outlet Ltd αγόραζε εισιτήρια από τους ενάγοντες, με την συμφωνία ότι τα εισιτήρια αυτά θα συμψηφίζονται με τις αγορές που θα έκαναν οι ενάγοντες από την D. Travel N. Outlet Ltd σχετικά με ξενοδοχεία και άλλες υπηρεσίες. Αυτό το γνωρίζει προσωπικά ο ίδιος, διότι ως μέτοχος και εργαζόμενος στην εν λόγω εταιρεία, λάμβανε και λαμβάνει μέρος στις συναλλαγές και διαδικασίες που γίνονταν μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή της εταιρείας και έβλεπε και βλέπει τις συναλλαγές που γίνονταν μεταξύ των εναγόντων και της D. Travel N. Outlet Ltd. Ο ίδιος γνωρίζει επίσης ως μέτοχος και διευθυντής και εργαζόμενος της D. Travel N. Outlet Ltd ότι οι ενάγοντες αγόρασαν άδεια διαχείρισης συγκεκριμένης πλατφόρμας που έκανε αναφορά και ο εναγόμενος 2, της οποίας αποκλειστική αντιπρόσωπος σε Ελλάδα και Κύπρο είναι η εταιρεία D. Travel N. Outlet Ltd. Γνωρίζει ο ενόρκως δηλών από τα αρχεία που τηρούνται στα γραφεία της D. Travel N. Outlet Ltd ότι οι ενάγοντες έχουν οικονομικές υποχρεώσεις προς την D. Travel N. Outlet Ltd σε σχέση με την εν λόγω συνεργασία τους. Στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έδωσε μαρτυρία η Μ.Ε. 1 - ενόρκως δηλούσα από πλευράς εναγόντων, διότι άλλο αδελφό Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα εξέτασης της με συγκεκριμένους όρους. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι είναι η διευθύντρια της ενάγουσας και για να αιτιολογήσει και δικαιολογίσει την αναγραφή στα τεκμήρια 3 έως 6 το όνομα D.M. TAXIDOEFKERIES LTD, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι έβγαζε τα τιμολόγια για LTD, αλλά δεν υπάρχει αυτή η εταιρεία, νομίζει ότι είναι επώνυμο εμπορικής επωνυμίας. Όταν συνεργάστηκε η ίδια με τον ιδιοκτήτη της εταιρείας, ήρθε στο γραφείο της ο εναγόμενος 2 και της συστήθηκε ως διευθυντής της εταιρείας, ενώ η ίδια από καλόπιστο λάθος έβγαζε τιμολόγια σε εταιρεία, ενώ είναι επωνυμία εμπορικής, την δε εταιρεία D. Travel N. Outlet Ltd δεν την γνωρίζει. Συμφώνησε να του βγάζει αεροπορικά εισιτήρια για την εταιρεία του, διότι της ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης εταιρείας και η ίδια δεν εκδίσει εισιτήρια σε πολίτες εάν δεν είναι εταιρεία. Έκαναν συμφωνία να του βγάζει εισιτήρια διότι η ίδια είναι ΙΑΤΑ ενώ ο εναγόμενος 2 δεν είναι, με ένα ποσό ως service fee θα τον χρέωνε για κάθε εισιτήριο που έβγαζε. Η ίδια του έβγαζε τα εισιτήρια, τα τιμολόγια, του τα έστελνε, την πλήρωνε, του έβγαζε αποδείξεις και όλα αυτά γίνονταν στην D.M. TAXIDOEFKERIES LTD. Όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 3 για να καταδείξει που φαίνεται ότι είχε συνεργαστει με τους εναγόμενους 1 και 2, ανέφερε ότι είχε εκδόσει εισιτήρια για τους πελάτες τους και είχε εκδόσει εισιτήρια και για τον ίδιο τον εναγόμενο 2 και ειδικότερα υπάρχει αριθμός αεροπορικού εισιτηρίου, η τιμή του εισιτηρίου, τα τιμολόγια και το όνομα του. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι οι πληρωμές αναφορικά με τα εισιτήρια γίνονταν είτε με μεταφορά στον λογαριασμό της εταιρείας, είτε με επιταγή, χωρίς να θυμάται από ποιο όνομα ερχόταν, κάποιες φορές όμως ήταν και τοις μετρητοίς όταν πήγε η ίδια στη Λευκωσία και όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι οι οποιεσδήποτε πληρωμές γίνονταν προς τους ενάγοντες από την D. Travel N. Outlet Ltd μέσω του εναγόμενου 2 ως διευθυντής της και με την οποία και συνεργάζονταν, αντίκρουσε υπό τύπον ερωτήσεως την αποδοχή των καταστάσεων, τιμολογίων και των αποδείξεων, χωρίς να θυμάται ποιο όνομα αναγραφόταν στο σώμα των επιταγών, ενώ σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι θα πρέπει να το ελέγξει και ότι δεν μπορεί να ξέρει από ποιον λογαριασμό γίνονταν οι πληρωμές και από ποια εταιρεία γίνονταν. Επανέλαβε την θέση της ότι ο εναγόμενος 2 ήταν ο διευθυντής της D.M. TAXIDOEFKERIES LTD όπως ο ίδιος της παρουσιαζόταν, χωρίς να θυμάται όλες τις μεταξύ τους συνομιλίες, συναλλασόταν όμως με αυτόν. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Το βάρος απόδειξης σε πολιτικές υποθέσεις, κατά κανόνα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο φέρει κατά κανόνα ο ενάγων, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και επί αυτού του θέματος υπάρχει πλούσια και πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Βaloise Insurance Ltd - v - Κατωμονιάτη κ.α. 2008 1 Β Α.Α.Δ. σελ. 1275 όπου παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: <<όπως είναι γνωστό, το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο .ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ' επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η έκδ.
(2003)όπου αναφέρονται στις σελ. 80-83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: «If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the court that his case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e., the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability.» Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο στην πράξη εφαρμόζεται το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, μπορεί να δοθεί το παράδειγμα της υπόθεσης Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds [1985] 1 W.L.R. 948. Εκεί, οι πλοιοκτήτες προσπάθησαν να επανακτήσουν από τους αντασφαλιστές τη ζημιά στο πλοίο τους το οποίο είχε βυθιστεί στη Μεσόγειο θάλασσα σε ήσυχα νερά και με καλό καιρό, ενώ το ναυάγιο δεν μπορούσε να διασωθεί. Η μαρτυρία έδειξε ότι το πλοίο έφερε μια μεγάλη οπή στο πλευρό, αποτέλεσμα της οποίας ήταν αυτό να πλημμυρίσει και να βυθιστεί. Το ζητούμενο στην υπόθεση ήταν η αιτία αυτής της ζημιάς. Οι ενάγοντες - πλοιοκτήτες - ισχυρίζονταν ότι το πλοίο κτύπησε σε ένα βυθισμένο υποβρύχιο και επομένως το πλοίο απωλέσθηκε λόγω θαλασσίων κινδύνων και άρα καλυπτόταν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η απώλεια οφειλόταν σε φυσική φθορά ως αποτέλεσμα της κακής κατάστασης του πλοίου, για την οποία και ευθύνονταν οι ενάγοντες. Πρωτοδίκως, η εξήγηση που δόθηκε από τους αντασφαλιστές απορρίφθηκε διότι δεν εξηγούσε επαρκώς τη ζημιά στο πλοίο. Από την άλλη, όμως, η θεωρία του υποβρυχίου θεωρήθηκε ως εντελώς εξωπραγματική και μη υποστηριζόμενη από ανεξάρτητη μαρτυρία. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των εναγόντων, λόγω του ότι οι αντασφαλιστές δεν μπόρεσαν να προωθήσουν μια αποδεκτή αιτία της ζημιάς για να αντικρούσουν την αγωγή. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο, αλλά κατ' έφεση στη Βουλή των Λόρδων, η απόφαση ανατράπηκε. Η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλέξει μεταξύ δύο αντικρουόμενων θεωριών, απλώς και μόνο διότι οι αντασφαλιστές είχαν επιλέξει να προωθήσουν μια πιθανή εξήγηση για την απώλεια. Οι ενάγοντες ήταν εκείνοι που είχαν το νομικό βάρος απόδειξης στο επίδικο θέμα κατά πόσο το πλοίο είχε απωλεσθεί λόγω θαλάσσιων κινδύνων. Από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βρει ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά απίθανη, έπρεπε να αποφασίσει ότι οι ενάγοντες είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν. Όπως το θέτει ο Murphy, στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ. 82: «The case throws the importance of the burden of proof into stark relief. An important point is that the burden of proof is the burden to prove that the facts relied on are more probable than not, and not merely that they are more probable than an explanation advanced by the other side.» ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην υπόθεση ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΨΥΓΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΣ ΠΟΛΟΣ ΛΤΔ - ν - ΦΑΡΜΑ ΡΕΝΟΣ Χ΄΄ΙΩΑΝΝΟΥ 2012 1Β Α.Α.Δ. σελ. 1358, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Αναφορικά με τιμολόγια, σημειώνω ότι αυτά δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία. Παραπέμπω προς τούτο σε σχετικό απόσπασμα από την Θεόδωρος Θεοδώρου ν. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το τιμολόγιο δε συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία έγινε αλλά σημείωση γι' αυτή, η οποία συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος για αυτά που κατέγραψε»΄΄. Στην υπόθεση Total Pack (Cyprus) Ltd - v - Siva Plus Detergents Ltd ECLI:CY:AD:2020:A10, Πολιτική Έφεση 318/2012 ημερ. 13/1/2020, αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: ΄΄Είναι πασίγνωστο στο δίκαιο ότι κάθε νομική οντότητα είναι αυτοτελής και αυθύπαρκτη από κάποια άλλη, έστω και εάν προσομοιάζουν τα ονόματα τους. Αν υπήρχε συσχετισμός μεταξύ της Total Pack (Cyprus) Ltd - εφεσείουσας - και της Total Pack Trading Ltd, έπρεπε να αναφερθεί στο κλητήριο ένταλμα και, πολύ περισσότερο, να καταγραφεί ο ισχυρισμός ότι η Total Pack Trading Ltd είχε δοσοληψίες με την εφεσίβλητη πρόσθετα, ή, ξέχωρα, ή, συνδυαστικά, ή, έστω, με την εφεσείουσα ώστε και η ίδια, ή, εκ μέρους της εφεσείουσας να ήταν υπόλογη στην εφεσίβλητη. Τίποτε από τα πιο πάνω δεν αναφέρθηκε ως ισχυρισμός επί γεγονότων που θα ήταν το ελάχιστον που θα μπορούσε να καταγραφεί κατά τις επιταγές της Δ.19 θ. 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών για την παράθεση σε συνοπτική μορφή εκείνων των ουσιωδών γεγονότων που συνθέτουν την απαίτηση. Περί συμφωνιών, ο θεσμός 22 της Δ.19 είναι σαφής. Εάν μια συμφωνία ή άλλη σχέση μεταξύ των μερών μπορεί να συναχθεί από αλληλογραφία ή συζητήσεις ή από άλλες συνθήκες είναι αρκετό να υπάρξει ισχυρισμός περί της ύπαρξης τέτοιας συμφωνίας ή σχέσης ως γεγονός, με αναφορά σε γενικές γραμμές στην αλληλογραφία ή συζητήσεις ή συνθήκες που οδήγησαν στη συμφωνία χωρίς την καταγραφή λεπτομερειών. Είναι προφανές ότι η εφεσείουσα δεν ακολούθησε τους δικογραφικούς κανόνες εάν πρόθεση της ήταν να εμπλέξει ως υπεύθυνη και την Total Pack Trading Ltd. Και είναι εξίσου προφανές (και εντός των δικαιωμάτων της βεβαίως), ότι η εφεσείουσα επέλεξε να προβάλει την υπεράσπιση της εξόφλησης εφόσον η αγωγή απευθυνόταν στην ίδια και μόνο. Την υποχρέωση απόδειξης της υπόθεσης της, έστω στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την έφερε βεβαίως η εφεσείουσα......................... Ήταν στη βάση τιμολογίων αλλά, όπως έδειξε η μαρτυρία την οποία λανθασμένα το Δικαστήριο αγνόησε, πάρα πολλά από τα τιμολόγια, στην πραγματικότητα η πληθώρα αυτών, αφορούσε την Total Pack Trading Ltd και όχι την εφεσείουσα. Όπως αναφέρεται και στους Halsbury's Laws of England, 3η Έκδ. Τόμος 34, σελ. 171, τα τιμολόγια θεωρούνται ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση, (δέστε και Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Η συνεργασία όμως αυτή εξυπακούει να είναι με το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Ο λογαριασμός ο οποίος αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης δεν έχει την έννοια του εκκαθαρισμένου λογαριασμού, που όπως αναφέρεται και στον Odgers' Principles of Pleading and Practice σελ. 169-172, αφορά σε αναγνώριση μιας οφειλής μετά από την καταγραφή των μεταξύ των διαδίκων συναλλαγών. Ακόμη και στην περίπτωση ενός θεωρούμενου εκκαθαρισμένου λογαριασμού εάν οι χρεώσεις είναι μόνο από τη μια πλευρά και χωρίς να υπάρχει εξαγωγή του υπολοίπου ακόμη και αν υπάρχει αναγνώριση της οφειλής χωρίς όμως νέα αντιπαροχή, τότε αυτού του είδους ο λογαριασμός δεν είναι τελεσίδικος και ο οφειλέτης δύναται να αμφισβητήσει την ορθότητα του αρχικού χρέους. Επίσης πρέπει να διαχωρίζονται το «claim for an account» και «an action on an account stated» (για το «account stated», δέστε και τη Μιχαηλίδης ν. Φάνος Ν. Επιφανίου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 494). Χρήσιμη είναι επίσης η αναφορά στον Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η Έκδ. στις 183-187, όσον αφορά εν γένει την αγωγή επί λογαριασμού και τις σελ. 187-191 όσον αφορά τον εκκαθαρισμένο λογαριασμό. Στο σύγγραμμα αυτό αναφέρεται επίσης ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να καταγράφεται η ανάλογη δικογραφία και όπου χρειάζεται πρέπει να δίδονται και οι αναγκαίες λεπτομέρειες. Ήταν λοιπόν λανθασμένο το πρωτόδικο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι υπήρχε λογαριασμός που ήταν ένας και μοναδικός μεταξύ των διαδίκων, ο οποίος όμως συνέχισε με τον ίδιο χρεώστη ανεξάρτητα από τα τιμολόγια. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν εντελώς αντίθετη με τη δικογράφηση, αλλά και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αγνοώντας παντελώς τη διαφορετική νομική οντότητα της Total Pack Trading Ltd από αυτή της εφεσείουσας, χωρίς μάλιστα να είχε τεθεί, δικογραφικά πάντοτε, το αναγκαίο υπόβαθρο. Σε αντίθεση με την ίδια τη δική του τοποθέτηση, το Δικαστήριο επεκτάθηκε σε εξέταση θεμάτων έξω από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, (Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836). Η δικογραφία αποτελεί το αποκλειστικό μέσο προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων και μόνο εφόσον υπάρχει ισχυρισμός ενός γεγονότος μπορεί να γίνει δεκτή η μαρτυρία προς απόδειξη, (δέστε την ανάλυση επί του θέματος που γίνεται στη Νεοφύτου ν. Γερακιώτη
(2010)1 Α.Α.Δ. 25).΄΄ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία της με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχε να παρακολουθήσει τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια της, τη μνήμη και τους λόγους που είχε για να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων της ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Συγκεκριμένα, η μαρτυρία της Μ.Ε.1, τόσο η γραπτή, όσο και η προφορική, ως επίσης κα τα τεκμήρια που προσκόμισε, δεν υποστηρίζουν την εκδοχή που προώθησαν οι ενάγοντες, έχοντας πάντα κατά νου και την δικογραφημένη θέση τους. Υπάρχει μια σοβαρή απόκλιση μεταξύ της δικογραφημένης θέσης των εναγόντων, η οποία ήταν ξεκάθαρη, ξεκάθαρα ήταν και τα τεκμήρια που προσκόμισαν που καταδεικνύουν άλλο πρόσωπο από αυτό που αναφέρουν στα δικόγραφα τους, οι δε εξηγήσεις που έδωσε η Μ.Ε. 1 για αυτήν την απόκλιση είχαν έντονο το στοιχείο της αβεβαιότητας και της αμφιταλάντευσης, που στερεί από το Δικαστήριο εκείνο το στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, όχι μόνο για το ποιος πραγματικά έχει συμβληθεί με τους ενάγοντες, αλλά και ποιο ήταν το πλήρες περιεχόμενο της μεταξύ τους συνεργασίας και που να προκύπτει με ασφάλεια οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. Το Δικαστήριο εξηγεί: Η δικογραφημένη θέση των εναγόντων είναι ότι έχουν συμβληθεί με την εναγόμενη 1 ως εμπορική επωνυμία και ο δεύτερος εναγόμενος είναι ο ιδιοκτήτης της. Όμως τα τεκμήρια που προσκόμισαν δεν υποστηρίζουν αυτήν την ιδιότητα που δικογραφούν, διότι ξεκάθαρα και σταθερά, οι ενάγοντες δια μέσου των τεκμηρίων που προσκόμισαν, απευθύνονται όχι σε εμπορική επωνυμία, αλλά σε εταιρεία, ήτοι την D.M. TAXIDOEFKERIES LTD, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε δικογραφημένη εξήγηση ή αναφορά και χωρίς να γίνει οποιαδήποτε απόπειρα τουλάχιστον τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης για να εισαχθεί κάποια αιτιολογία ή δικαιολογία για αυτήν την ουσιαστική απόκλιση που ουδόλως θεωρείται επουσιώδης, αλλά απεναντίας ουσιώδης. Με βάση την πιο πάνω νομολογία, ήτοι την Total Pack (Cyprus) Ltd - v - Siva Plus Detergents Ltd ECLI:CY:AD:2020:A10, Πολιτική Έφεση 318/2012 ημερ. 13/1/2020, η οποία ρητά κάνει αναφορά σε συμφωνία που μπορεί να συναχθεί μεταξύ άλλων και με αλληλογραφία, στην προκειμένη περίπτωση τα τεκμήρια παραπέμπουν ρητά σε άλλο πρόσωπο που δεν σχετίζεται με την ιδιότητα της εναγόμενης 1, παρά την ομοιότητα τους, που το ίδιο ίσχυε και με την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία που υπήρχαν δύο διαφορετικά νομικά πρόσωπα, τα ονόματα των οποίων ομοίαζαν μεν, ήταν διαφορετικά δε. Επίσης στην εν λόγω υπόθεση, υπήρχαν, όπως και στην παρούσα υπόθεση, τιμολόγια που αφορούσαν άλλο νομικό πρόσωπο και συνεπώς και για αυτόν τον επιπρόσθετο λόγο, εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση, τηρουμένων των αναλογιών (mutatis mutandis) και κατ΄ επέκταση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί συμβατική ευθύνη της εναγόμενης 1 και κατ΄ επέκταση και του εναγόμενου 2 ως διευθυντή της, χωρίς μάλιστα την οποιανδήποτε τροποποίηση δικογράφου. Δεν είναι όμως μόνο θέμα τύπου. Είναι και θέμα ουσίας και ειδικότερα της έλλειψης αποδεικτικής βαρύτητας και γενικά της ποιότητας, σταθερότητας και πειστικότητας της μαρτυρίας της Μ.Ε. 1, που στερούν από το Δικαστήριο εκείνο το στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα όχι μόνο για το ποιος πραγματικά έχει συμβληθεί με τους ενάγοντες, αλλά και ποιο ήταν το πλήρες περιεχόμενο της μεταξύ τους συνεργασίας και που να προκύπτει με ασφάλεια οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. Το Δικαστήριο εξηγεί: Μέσα από την ακροαματική διαδικασία, η μάρτυρας έδινε την μαρτυρία της με έντονο το στοιχείο της αμφιβολίας, του προβληματισμού, της αβεβαιότητας, της έλλειψης μνήμης, της αμφιταλάντευσης, που σε αρκετό βαθμό αποτυπώνεται και μέσα από τα πρακτικά της διαδικασίας, ήτοι της 15/9/2020 όταν έδινε την μαρτυρία της που το μόνο που επιβεβαιώνουν είναι την αβεβαιότητα στην εκδοχή που παρουσίασαν οι ενάγοντες και ουδόλως πείθει το Δικαστήριο η αναφορά της ότι υπήρξε καλόπιστο λάθος και ότι ο εναγόμενος 2 παρουσιάστηκε ως διευθυντής αυτής της εταιρείας για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω: Συγκεκριμένα, η Μ.Ε. 1 ρητά ανέφερε ότι στην σελίδα 2 των πρακτικών ημερομηνίας 15/9/2020, γραμμή 8 και 9, ότι η D.M. TAXIDOEFKERIES LTD είναι επώνυμο νομίζει εμπορικής εταιρείας και αυτή η θέση έρχεται σε απόκλιση με την δικογραφημένη θέση των εναγόντων που ρητά παραπέμπουν σε εμπορική επωνυμία και όχι σε εταιρεία. Το ίδιο περίπου ισχύει και για τα όσα ανέφερε στην επόμενη σελίδα στις γραμμές 7 και 8, όπου η μάρτυρας ανέφερε ότι συμφώνησε να βγάζει αεροπορικά εισιτήρια για την εταιρεία του εναγόμενου 2 και αυτή η θέση έρχεται σε απόκλιση με την δικογραφημένη θέση των εναγόντων που ρητά παραπέμπουν σε εμπορική επωνυμία και όχι σε εταιρεία. Απόκλιση με την εν λόγω δικογραφημένη θέση υπάρχει και στις γραμμές 23 και 24 της τρίτης σελίδας, όπου ρητά ανέφερε ότι έχει εκδόσει εισιτήρια και για τον ίδιο τον εναγόμενο 2, ο οποίος βεβαίως δεν ενάγεται υπό την προσωπική του ιδιότητα και ως συμβατικά υπεύθυνος ως πρόσωπο, αλλά ως διευθυντής της εναγόμενης 1 και συνεπώς η οποιαδήποτε απόπειρα της Μ.Ε.1 να εμπλέξει τον εναγόμενο 2 με παραπομπές σε τιμολόγια και γενικά δια μέσου του τεκμηρίου 3 δεν δύναται να έχει επιτυχή κατάληξη. Η αβεβαιότητα στην εκδοχή των εναγόντων εντείνεται και από την έλλειψη επαρκούς μνήμης της Μ.Ε. 1 ως προς το όνομα του ατόμου που απέστελνε τα χρήματα στον λογαριασμό της ενάγουσας και αυτό με βάση την κοινή λογική και ανθρώπινη εμπειρία δεν πείθει, διότι η αποστολή χρημάτων καταδεικνύει και τον αποστολέα αυτής, χωρίς η μάρτυρας να μπορεί να διαφωτίσει το Δικαστήριο επαρκώς για αυτό το πολύ σημαντικό θέμα που ήταν και ο κύριος πυλώνας της υπερασπιστικής γραμμής και το ίδιο ασφαλώς ισχύει και για την έλλειψη μνήμης της μάρτυρος ως προς το όνομα που αναγράφονταν στις επιταγές που λάμβαναν οι ενάγοντες για πληρωμές εισιτηρίων. Αποκορύφωμα αυτής της αβεβαιότητας, της αμηχανίας και του προβληματισμού, αποτέλεσε και η αναφορά της ότι θα πρέπει να το ελέγξει, όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι ο εναγόμενος 2 προέβαινε σε πληρωμές προς τους ενάγοντες από τον λογαριασμό της D. Travel N. Outlet Ltd με την οποία συνεργάζονταν οι ενάγοντες και ο εναγόμενος 2 έκανε τις πληρωμές υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή εκείνης της εταιρείας. Με βάση λοιπόν και την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο δεν δύναται να στηριχθεί με ασφάλεια στην Μ.Ε. 1 για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα και που να οδηγούν σε απόδειξη της εκδοχής των εναγόντων με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθσε να εξηγήσει, οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους και η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγομένων, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο