← Κύπρος

Α. A. AGATHOKLEOUS TRADING LTD ν. Μιλτιάδους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1633/13, 25/11/2020

Α. A. AGATHOKLEOUS TRADING LTD ν. Μιλτιάδους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1633/13, 25/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1633/13 Μεταξύ: Α. A. AGATHOKLEOUS TRADING LTD από την Πάφο Ενάγουσα και

  1. ΧΧΧΧ Μιλτιάδους από ΧΧΧΧΧΧ
  2. ΧΧΧΧ Θεοδοσίου από ΧΧΧΧΧΧ
  3. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ από την Πάφο Εναγόμενοι -------------------- Αίτηση ημερ. 06.11.2020 Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου, 2020 Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Μενοίκου Για Εναγόμενο 3 - Καθ' ου η Αίτηση: κα Ανθίμου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα (στο εξής «Αιτήτρια») καταχώρησε στις 06.11.20 την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου προς τον σκοπό τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της Αιτήτριας και σε αυτήν αναφέρεται ότι κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση και εν όψει του ότι οι κατ' ισχυρισμό παράνομες ενέργειες του Εναγόμενου 3 (στο εξής «Καθ' ου η Αίτηση») συνεχίστηκαν και μετά την καταχώρηση της αγωγής, κρίθηκε αναγκαία η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης έτσι ώστε να συμπεριληφθούν οι ζημιές και/ή απώλεια κερδών και/ή διαφυγόντα κέρδη που εξακολουθεί να υφίσταται η Αιτήτρια. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση και είναι ορθό και δίκαιο όπως επιτραπεί, προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιλυθούν συνολικά οι διαφορές των διαδίκων. Ο Καθ' ου η Αίτηση αντέδρασε στην υπό κρίση αίτηση καταχωρώντας στις 18.11.20 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην οποία καταγράφονται έξι λόγοι ένστασης. Οι λόγοι ένστασης που επικαλείται ο Καθ' ου η Αίτηση συνοψίζονται στο ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, με αποτέλεσμα να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Στην υποστηρικτική της ένστασης ένορκη δήλωση, η οποία υπογράφεται από υπάλληλο του Καθ' ου η Αίτηση, αναφέρεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση καταχωρήθηκε σε πολύ αργοπορημένο στάδιο χωρίς μάλιστα η Αιτήτρια να δίδει ουσιαστική εξήγηση για την παρατηρηθείσα καθυστέρηση. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, η Αιτήτρια μπορούσε να συμπεριλάβει στην Έκθεση Απαίτησης όλους τους ισχυρισμούς της κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής ή σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να αιτηθεί την τροποποίηση της σε προγενέστερο της παρούσας αίτησης χρόνο. Καταληκτικά, υποστηρίζει ότι δεν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης. Η ακρόαση διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των γραπτών αγορεύσεων τους επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκ διαμέτρου αντίθετων θέσεων τους. Έχω κατά νου το σύνολο των ενόρκων δηλώσεων και των αγορεύσεων των συνηγόρων και ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κριθεί σκόπιμο. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως αυτή ίσχυε πριν την 01.01.
  4. Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και έχει τύχει πλούσιας ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το απαύγασμα της επί του θέματος νομολογίας υποδεικνύει ότι η τροποποίηση ενός δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Όπως αναφέρθηκε, ο βασικός λόγος ένστασης που επικαλείται ο Καθ' ου η Αίτηση έγκειται στην καθυστέρηση. Η καθυστέρηση αποτελεί έναν από τους παράγοντες που προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Δεν αποτελεί όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα παράγοντα αποφασιστικής σημασίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents

(1994), 1 Α.Α.Δ., 426 είναι αποκαλυπτικό του τρόπου με τον οποίο θα πρέπει να προσεγγίζεται η καθυστέρηση: «Mένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. H σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Aπό την άλλη, η ανάπτυξη επιχειρημάτων σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί πως δεν μπορεί να οφείλεται η καθυστέρηση σε τέτοιους λόγους χωρίς να έχει προηγηθεί αμφισβήτηση της αλήθειας του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που συνόδευσε την αίτηση για τροποποίηση, είναι ατελέσφορη. [Bλ. Aθηνόδωρος Bασιλειάδης και Άλλοι ν. Πετρολίνα Λτδ.
(1994)1 A.A.Δ. 16]». Σύμφωνα επομένως με τη νομολογία, η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας. Στην υπό κρίση περίπτωση, θεωρώ ότι το ζήτημα της καθυστέρησης μπορεί να εξεταστεί μόνο σε σχέση με τις αιτούμενες τροποποιήσεις της παραγράφου 1Α και Β της υπό κρίση αίτησης. Αυτό, διότι οι αιτούμενες θεραπείες που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1Γ και Δ της υπό κρίση αίτησης αφορούν ή σχετίζονται άμεσα με γεγονότα μεταγενέστερα της καταχώρησης της αγωγής τα οποία καταλαμβάνουν το χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και το έτος 2019. Συνεπώς, εκ των πραγμάτων, θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ύπαρξη καθυστέρησης αναφορικά με τις προαναφερόμενες αιτούμενες θεραπείες για τις οποίες θα κάνω ειδική αναφορά πιο κάτω. Επανέρχομαι στο ζήτημα της καθυστέρησης για να σημειώσω ότι η εξήγηση που δόθηκε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και συγκεκριμένα ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Καθ' ου η Αίτηση. Δεν παραβλέπω την επισήμανση του Καθ' ου η Αίτηση ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν εξαρχής στην Έκθεση Απαίτησης. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία, η ύπαρξη λάθους ή παράλειψης εκ μέρους του Αιτητή δεν συνεπάγεται την απόρριψη αίτησης τροποποίησης στην απουσία στοιχείων που να δεικνύουν δόλο ή πρόκληση αδικίας στην άλλη πλευρά. Στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1 Α.Α.Δ., 745 επισημαίνονται τα εξής: «Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανέναν τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία». Συνεπώς, η αμέλεια ή η αβλεψία δεν οδηγεί άνευ ετέρου και σε διαπίστωση περί ύπαρξης κακοπιστίας.» Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει διαφανεί ότι η Αιτήτρια ενήργησε με δόλο ή κακοπιστία ή με σκοπό όπως προκαλέσει αδικία στην πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση. Σημειώνω επίσης ότι οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να εισαχθούν με την παράγραφο 1Α και Β της υπό κρίση αίτησης δεν μεταβάλλουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την ουσία της απαίτησης της Αιτήτριας και δεν οδηγούν σε εκτροχιασμό της διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Έρχομαι τώρα στο ζήτημα των θεραπειών υπ' αριθμό 1Γ και Δ της υπό κρίση αίτησης. Οι εν λόγω θεραπείες αποτελούν το ουσιαστικό μέρος των ισχυρισμών και αξιώσεων που επιχειρεί να εισάξει η Αιτήτρια. Όπως προανέφερα, αφορούν ισχυρισμούς μεταγενέστερους της καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Το εν λόγω ζήτημα δεν έτυχε αναφοράς είτε στην ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση, είτε στις αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Όπως προκύπτει από το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η απαίτηση της Αιτήτριας βασίζεται στην κατ' ισχυρισμό παράνομη ενέργεια του Καθ' ου η αίτηση να παραχωρήσει άδεια για χρήση δημόσιου χώρου και συγκεκριμένα μέρους του πεζόδρομου στους πρώην Εναγόμενους 1 και 2 προκειμένου να χρησιμοποιείται για σκοπούς των επιχειρήσεων των τελευταίων. Η προαναφερόμενη κατ' ισχυρισμό παράνομη ενέργεια του Καθ' ου η αίτηση πλήττει τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας, αφού, μεταξύ άλλων, εμποδίζεται η πρόσβαση και η ορατότητα προς το υποστατικό στο οποίο στεγάζεται η επιχείρηση της, με αποτέλεσμα να υφίσταται απώλεια εισοδημάτων και/ή κερδών. Με την υφιστάμενη δικογραφία η Αιτήτρια αξιώνει, ανάμεσα σε άλλα, αποζημιώσεις εκ ποσού €98.000 για την απώλεια εισοδημάτων και/ή κερδών που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της υπέστη από το 2009 μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής στις 26.06.
  1. Με την αιτούμενη τώρα τροποποίηση επιδιώκεται η προσθήκη ισχυρισμών ότι η Αιτήτρια εξακολουθεί να υφίσταται ζημιές και/ή απώλεια εισοδήματος και/ή διαφυγόντα κέρδη για την περίοδο που μεσολάβησε από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και το έτος 2019 και κατ' επέκταση η διεκδίκηση επιπρόσθετων αποζημιώσεων για το ποσό των €282.032,
  2. Είναι επομένως φανερό ότι η Αιτήτρια επιχειρεί να εισάξει ισχυρισμούς που αφορούν περίοδο μετά την καταχώρηση της αγωγής. Το ερώτημα το οποίο θα πρέπει, κατά την άποψη μου, να απαντηθεί είναι το κατά πόσο η προτεινόμενη τροποποίηση εισάγει νέα βάση αγωγής η οποία δεν μπορεί ευχερώς να δικαστεί με την υφιστάμενη. Στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Εν προκειμένω, θεωρώ ότι δεν εισάγεται νέα βάση αγωγής. Αυτό, διότι η απαίτηση της Αιτήτριας εξακολουθεί να στηρίζεται στην κατ' ισχυρισμό παράνομη πράξη του Καθ' ου η αίτηση να παραχωρήσει δημόσιο χώρο και/ή πεζόδρομο στους πρώην Εναγόμενους 1 και 2 για να τον χρησιμοποιήσουν για σκοπούς των επιχειρήσεων τους. Η βάση αγωγής, δηλαδή, εξακολουθεί να παραμένει η ίδια και απλώς επιχειρείται η εισαγωγή γεγονότων άμεσα συσχετιζόμενων και άρρηκτα συνυφασμένων με την αρχική βάση αγωγής προς τον σκοπό επέκτασης της αξίωσης της Αιτήτριας. Παρόμοιο ζήτημα με το υπό συζήτηση απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην FORCAN και HEMSLADE TRADING LTD κ.α Πολ. Έφεση αρ.43/2013 ημερ. 06.11.
  3. Στην εν λόγω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι οι προτεινόμενοι προς εισαγωγή ισχυρισμοί αφορούσαν γεγονότα μεταγενέστερα της καταχώρησης του κλητηρίου και η επιδιωκόμενη να εισαχθεί αξίωση αποζημιώσεων θεμελιωνόταν επ' αυτών. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση και επέτρεψε την τροποποίηση αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Όπως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, ενώ είναι ανεπίτρεπτο να διαταχθεί τροποποίηση που να εισάγει βάση αγωγής η οποία δεν υπήρχε κατά το χρόνο καταχώρησης του αρχικού δικογράφου αλλά προέκυψε μεταγενέστερα, διακρίνεται η περίπτωση στην οποία τροποποιούνται τα δικόγραφα σε σχέση με γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αγωγής και τα οποία ο διάδικος επικαλείται για υποστήριξη της αρχικής αιτίας αγωγής. (Βλ. Tilcon Ltd ν. Land and Real Estate Investments Ltd
(1987)1 All E.R. 615). (.)΄Εστω και αν πρόκειται για μεταγενέστερα της αγωγής γεγονότα, ο εφεσείων επεκτείνει τις αιτούμενες θεραπείες πλέον και στη μορφή των χρηματικών αποζημιώσεων επικαλούμενος σχετικά άρθρα του σερβικού δικαίου, το οποίο εν πάση περιπτώσει επικαλείτο και στο αρχικό του δικόγραφο. Αν ειδωθεί λοιπόν προσεκτικά η υφιστάμενη και η προτεινόμενη δικογραφία δεν αφορά μεταγενέστερα γεγονότα που συνθέτουν νέα βάση αγωγής αλλά πρόκειται για μεταγενέστερα γεγονότα που ανάγονται στην πρωταρχική βάση αγωγής και την επεκτείνουν τόσο στο περιεχόμενο της, όσο και στο φάσμα των αιτουμένων θεραπειών». Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι η έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη ή αδικία στον Καθ' ου η αίτηση η οποία να μην μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Ούτε, από την άλλη, θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της δίκης, αλλά αντιθέτως θα συμβάλει στον ορθό προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και στην πλήρη επίλυση των διαφορών των διαδίκων. Όπως λέχθηκε και στη Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005: «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων.» Υπό το φως των πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι 1 Α ‑ Δ της υπό κρίση αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών. Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης και στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Αιτήτρια να ζητήσει σύνταξη του παρόντος διατάγματος εντός της ημέρας και το διάταγμα να συνταχθεί το αργότερο μέχρι τις 26.11.20. Σημειώνεται ότι, οι προθεσμίες καταχώρησης των τροποποιημένων δικογράφων, όπως έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω, εξαιρούνται του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) (Αρ. 6) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2020. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.