ΠΕΡΔΙΚΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 212/13, 14/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A99 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 212/13 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΠΕΡΔΙΚΟΥ και
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LIMITED
- ΧΧΧΧ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ
- ΧΧΧΧ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ
- ΧΧΧΧ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ
- ΧΧΧΧ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ
- ΧΧΧΧ ΚΟΥΝΝΗΣ
- ΧΧΧΧ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
- ΧΧΧΧ ΖΑΡΒΟΣ
- ΧΧΧΧ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 6.5.2014 ΧΧΧΧ ΠΕΡΔΙΚΟΥ και
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LIMITED
- ΧΧΧΧ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ
- ΧΧΧΧ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ
- ΧΧΧΧ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ
- ΧΧΧΧ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ
- ΧΧΧΧ ΚΟΥΝΝΗΣ
- ΧΧΧΧ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
- ΧΧΧΧ ΖΑΡΒΟΣ
- ΧΧΧΧ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ημερομηνία: 14.10.2020 Για Ενάγουσα: κ. Α. Μελάς για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 1: κ. Σ. Γιορδαμλής για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 9: κα Α. Κορακίδου για Aristi Korakidou-Makridou LLC. Για Εναγόμενη 10: κα Κ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 11: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή έχει ως πραγματική βάση την αγορά από την Ενάγουσα, 275 αξιογράφων κεφαλαίου, αξίας €1.000 έκαστο, που εξέδωσε η Εναγόμενη 1 το
- Με αυτήν η Ενάγουσα αξιώνει βασικά τον τερματισμό της συμφωνίας αγοράς των αξιογράφων και/ή ακύρωση αυτής, αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη και επιστροφή του ποσού των €275.000, µε τόκους προς 7% από την καταβολή του, πλέον έξοδα. Η αγωγή εν τέλει προωθήθηκε μόνο εναντίον των Εναγομένων 1, 9, 10 και
- ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η Ενάγουσα είναι Γαλλίδα υπήκοος, κάτοικος Πάφου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη 1 ασχολείτο µε τραπεζικές και/ή χρηματοπιστωτικές εργασίες και η Εναγόμενη 9 ήταν υπάλληλος αυτής. Η Ενάγουσα ήταν πελάτης της Εναγόµενης 1 για πολλά χρόνια, έχοντας αναπτύξει με αυτήν, µέσω του Εναγόμενου 8, σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης. Διατηρούσε δε σε υποκατάστημα της Εναγόµενης 1 καταθέσεις τακτής προθεσµίας. Κατά ή περί τον Μάιο του 2010 η Εναγόμενη 1, κατά την προώθηση της διάθεσης αξιογράφων και ενώ παρείχε επενδυτική υπηρεσία και/ή συμβουλή, κατόπιν δόλιου σχεδιασµού, εφαρµόζοντας αθέµιτες και/ή παράνοµες πρακτικές και διαδικασίες προώθησης, παράνομα και/ή ανέντιμα και/ή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων της, προέβηκε σε ψευδείς και/ή παραπλανητικές δηλώσεις και/ή παραστάσεις και/ή απέκρυψε πληροφορίες και/ή δεν ενημέρωσε επαρκώς την Ενάγουσα, µε σκοπό να καταδολιεύσει και/ή εξαπατήσει αυτήν να αγοράσει αξιόγραφα κεφαλαίου αόριστης διάρκειας, έκδοσης του
- Ενόψει των πιο πάνω και της απόλυτης εμπιστοσύνης που υπήρχε και αφού την καθησύχασαν ότι δεν είναι πρόβληµα που είναι Γαλλίδα και δεν γνωρίζει να µιλά καλά ελληνικά, ούτε μπορεί να γράφει ή να διαβάζει ελληνικά καθώς και ότι η υπογραφή των σχετικών εγγράφων είναι τυπική διαδικασία για να ολοκληρωθεί η συμμετοχή της στο νέο ασφαλές καταθετικό σχέδιο, ως της το παρουσίασαν, η Ενάγουσα πείσθηκε να υπογράψει τα εν λόγω έγγραφα, στα οποία δεν περιλαμβανόταν το Εµπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο, που σκόπιμα της απέκρυψαν. Έτσι η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €275.000 και απέκτησε 275 αξιόγραφα. Τα πιο πάνω έγιναν υπό την πληµµελή εποπτεία και/ή λόγω αµέλειας κατά την άσκηση της εποπτείας και/ή των άλλων νοµίµων καθηκόντων της Εναγόμενης
- Κατά ή περί το 2012 οι Εναγόμενες 1 και/ή 9, λόγω παράλειψης και/ή κατά παράβαση των συµφωνηθέντων για καταβολή των τόκων επί των αξιογράφων, προσπάθησαν µε εκβιαστικές ενέργειες και/ή ψευδείς και/ή παραπλανητικές παραστάσεις να ξεγελάσουν την Ενάγουσα να συµφωνήσει για αγορά νέων αξιογράφων και/ή µετατροπή των υφιστάµενων σε µετατρέψιµα, κάτι που όμως έπεσε στο κενό. Περιερχόµενη σε απόγνωση λόγω των πιο πάνω, η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόµενη 1 επιστολή περί τις 3.8.2012 εκφράζοντας τα παράπονα της και/ή απαιτώντας επιστροφή των χρηµάτων που κατέβαλε. Η Εναγόµενη 1 της απάντησε µε επιστολή της ηµερ. 12.9.2012 ότι δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση του αιτήµατος της. Η Εναγόμενη 10 ενάγεται ως το πρόσωπο στο οποίο, δυνάμει του Διατάγματος ημερ. 29.3.2013, το οποίο εκδόθηκε βάση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυµάτων Νόµου, η Εναγόμενη 1 μεταβίβασε τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώµατα και υποχρεώσεις και έτσι υποκατέστησε την Εναγόμενη 1 αναφορικά µε οποιαδήποτε σχετική με αυτά νοµική διαδικασία. Περαιτέρω η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόµενοι πλούτισαν παράνοµα και/ή αντισυµβατικά και/ή χωρίς νόµιµη αιτία εις βάρος της για το ποσό των €275.000 και έτσι αξιώνει επιστροφή του. Άνευ βλάβης του πιο πάνω υποστηρίζει ότι το ποσό αυτό είναι επιδικαστέο εκ της ακύρωσης της συµφωνίας αγοράς των αξιογράφων, την οποία και αξιώνει. Η Εναγόµενη 1 στην έκθεση υπεράσπισης της αρνείται τα όσα της αποδίδει η Ενάγουσα. Υποστηρίζει δε ότι η οποιαδήποτε σχέση µεταξύ της και της Ενάγουσας ήταν η τυπική και/ή η συνήθης σχέση τραπεζίτη-πελάτη. Η έκδοση των αξιογράφων και/ή απόκτηση τους από την Ενάγουσα έγινε µε τήρηση των νόμιμων διαδικασιών. Η Εναγόµενη 1 και/ή το προσωπικό της ουδέποτε παρότρυναν και/ή διαβεβαίωσαν την Ενάγουσα αναφορικά µε οποιεσδήποτε αποδόσεις αξιογράφων και/ή ουδέποτε παραπλάνησαν και/ή εξανάγκασαν αυτήν να αγοράσει τέτοια. Περαιτέρω η οποιαδήποτε αγορά αξιογράφων από την Ενάγουσα έγινε στην βάση των συγκεκριµένων όρων που διέπουν την έκδοση τους και/ή περιλαµβάνονται στο σχετικό Εµπιστευτικό Πληροφοριακό Μνηµόνιο και/ή στο Ενηµερωτικό Δελτίο, στη βάση των οποίων έχει διενεργηθεί κάθε σχετική συναλλαγή και τα έγγραφα αυτά είχαν δεόντως δηµοσιευθεί και/ή κοινοποιήθηκαν και/ή βρίσκονταν στη διάθεση της Ενάγουσα και/ή η τελευταία ενηµερώθηκε δεόντως και/ή της εξηγήθηκαν, από πιστοποιηµένα άτοµα, πλήρως και/ή επαρκώς όλοι οι κίνδυνοι που αναλάµβανε και/ή σε κάθε περίπτωση συµφώνησε και/ή αποδέχθηκε εγγράφως όλους τους κινδύνους αναφορικά µε τα αξιόγραφα και/ή αιτήθηκε την απόκτηση τέτοιων αναγνωρίζοντας και/ή αποδεχόµενη την φύση και/ή τα χαρακτηριστικά τους. Ουδέποτε η Εναγόμενη 1 και/ή το προσωπικό της απέκρυψε και/ή παρέλειψε να επεξηγήσει επαρκώς οποιεσδήποτε λεπτοµέρειες και/ή κινδύνους και/ή να δώσει επαρκείς και/ή ικανοποιητικές πληροφορίες αναφορικά µε τα αξιόγραφα αλλά δόθηκε πλήρης πληροφόρηση και/ή προειδοποίηση. Οποιαδήποτε αγορά αξιογράφων από την Ενάγουσα ήταν αποτέλεσµα της δικής της ελεύθερης βούλησης και μετά που ενηµερώθηκε και/ή αποδέχθηκε όλους τους κινδύνους. Η Εναγόµενη 1 ουδέποτε παρείχε οποιαδήποτε επενδυτική και/ή συναφή υπηρεσία και/ή συµβουλή στην Ενάγουσα αναφορικά µε απόκτηση αξιογράφων. Δεν είχε δε οποιοδήποτε καθήκον και/ή υποχρέωση προς αυτήν. Σε κάθε περίπτωση ενήργησε έντιµα και/ή νόµιµα και/ή σε πλήρη συµµόρφωση µε τις σχετικές νοµοθετικές διατάξεις και/ή ουδέποτε παρέβηκε οποιαδήποτε συµβατική και/ή νοµική υποχρέωση προς την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα εξακολουθεί να είναι κάτοχος των αξιογράφων και/ή εισέπραξε τόκο από την αγορά τους και/ή δεν υπήρξε αποτυχία αντιπαροχής και/ή κωλύεται να αξιώνει ακύρωση των σχετικών εγγράφων και/ή να διεκδικεί αποζηµιώσεις. Ως εκ των άνω η Εναγόμενη 1 αιτείται την απόρριψη της αγωγής µε έξοδα υπέρ της. Η Εναγόµενη 9 στην δική της έκθεση υπεράσπισης επίσης αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Αναφέρει δε ότι υπήρξε υπάλληλος στην Εναγόµενη 1 και ότι κατά τα έτη 2009 και 2010, είχε τη θέση της Συµβούλου Προϊόντων και ήταν Πιστοποιηµένη και/ή Εξουσιοδοτηµένη Λειτουργός Πωλήσεων Αξιογράφων Κεφαλαίου. Καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε σύµφωνα µε την ιδιότητα της και/ή εντός των καθηκόντων της και/ή οι ενέργειες και/ή ενηµέρωση στην οποία όφειλε να προβεί και/ή προέβη κατά τις συναντήσεις της µε υποψήφιους επενδυτές, καθορίζονταν σε σχετικές εγκυκλίους, γραπτές οδηγίες και ηλεκτρονικά µηνύµατα που λάµβανε από την διεύθυνση, τα οποία και τηρούσε πλήρως. Οι συναντήσεις με υποψηφίους επενδυτές προγραµµατίζονταν µετά από επαφές που αυτοί είχαν µε διευθυντές ή άλλους υπαλλήλους καταστηµάτων της Εναγοµένης
- Στα πλαίσια των συναντήσεων προέβαινε σε συγκεκριμένη προφορική ενηµέρωση σε σχέση µε τα αξιόγραφα κεφαλαίου του
- Ουδέποτε παρότρυνε και/ή διαβεβαίωσε την Ενάγουσα αναφορικά µε οποιεσδήποτε αποδόσεις αξιόγραφων και/ή ουδέποτε παρέστησε και/ή παραπλάνησε αυτήν να επενδύσει και/ή να αποκτήσει αξιόγραφα. Η Ενάγουσα, αφού είχε ήδη λάβει σχετική ενηµέρωση από άλλον υπάλληλο της Εναγοµένης 1, έδειξε ενδιαφέρον και αφού έλαβε την πιο πάνω ενηµέρωση από την Εναγόµενη 9 για τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων, τόσο σε σχέση µε τα οφέλη όσο και µε τους ενδεχόµενους κινδύνους, τα οποία περιλαµβάνονται στο Εµπιστευτικό Πληροφοριακό Μνηµόνιο και στο Ενηµερωτικό Δελτίο και αφού αποφάσισε ελεύθερα να προχωρήσει στην αγορά αξιογράφων, προχώρησε στην συµπλήρωση και υπογραφή του σχετικού ειδικού εντύπου. Στην συνάντηση της με την Ενάγουσα όλη η συζήτηση έγινε στην ελληνική γλώσσα και η Εναγόµενη 9 δεν αντιλήφθηκε να υπάρχει οποιοδήποτε πρόβληµα επικοινωνίας. Τότε η Ενάγουσα προέβη σε πολλές ερωτήσεις σε σχέση µε τα αξιόγραφα, τις οποίες η Εναγόμενη 9 απάντησε δεόντως. Όλα τα σχετικά έγγραφα που υπέγραψε η Ενάγουσα ήταν συνταγµένα σε γλώσσα που αυτή αντιλαµβάνεται και είχε την δυνατότητα να τα µελετήσει πριν τα υπογράψει. Τον Ιούνιο του 2012, η Ενάγουσα και ο σύζυγος της ειδοποιήθηκαν από το κατάστηµα της Εναγόµενης 1 να συναντήσουν την Εναγόµενη 9 προκειµένου να ενηµερωθούν για τις εξελίξεις που αφορούσαν τα αξιόγραφα. Στην συνάντηση που ακολούθησε, η Εναγόµενη 9 ενηµέρωσε την Ενάγουσα, στην παρουσία του συζύγου της, ότι στο Ενηµερωτικό Δελτίο δινόταν η δυνατότητα για εθελοντική ανταλλαγή των αξιογράφων µε νέες συνήθεις µετοχές και/ή νέα αξιόγραφα ενισχυµένου κεφαλαίου. Η Ενάγουσα επέλεξε ελεύθερα και αφού είχε ενηµερωθεί δεόντως για τις επιλογές της, να µετατρέψει τα αξιόγραφα της σε αξιόγραφα ενισχυµένου κεφαλαίου. Εν τέλει η Εναγόµενη 1 δεν προχώρησε στην έκδοση νέων αξιογράφων και έτσι δεν εκτελέστηκε η οδηγία της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα κωλύεται να αξιώνει την ακύρωση της σύµβασης µε την Εναγόµενη 1 αφού δεν υπήρξε πλήρης και/ή οποιασδήποτε αποτυχία αντιπαροχής. Δεν δύναται δε και/ή κωλύεται να αξιώνει ακύρωση των σχετικών εγγράφων και/ή να διεκδικεί αποζηµιώσεις και/ή να εγείρει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της Εναγόµενης 9 και η αγωγή εναντίον της τελευταίας πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ της. Η Εναγόμενη 10 στην δική της έκθεση υπεράσπισης υποστηρίζει ότι η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον της, δεν εµπίπτει στις υποχρεώσεις που ανέλαβε μετά την μεταβίβαση σε αυτήν, από την Εναγόμενη 1, συγκεκριµένων περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων και δικαιωμάτων - στα οποία δεν περιλαµβάνονται τα αξιόγραφα - δυνάμει του Διατάγματος που εκδόθηκε στις 29.3.2013 µε βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυµάτων Νόµο του 2013 (Κ.Δ.Π.104/2013) καθώς και των Διαταγμάτων που ακολούθησαν αυτό. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι ουδέποτε αποτέλεσε διάδοχο της Εναγόμενης 1, η οποία ουδέποτε έπαυσε να υπάρχει ως νοµικό πρόσωπο. Αναφέρει δε ότι οι λοιποί ισχυρισμοί της Ενάγουσας δεν την αφορούν και ουδεµία σχέση είχε με αυτά. Ως εκ των άνω ζητά απόρριψη της αγωγής µε έξοδα υπέρ της. Τέλος τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αρνείται και η Εναγόµενη
- Αρνείται ότι επέδειξε οποιαδήποτε αµέλεια κατά την άσκηση του καθήκοντος εποπτείας προς την Εναγόμενη 1 και υποστηρίζει ότι άσκησε αυτή µε την δέουσα επιµέλεια και φροντίδα. Δηλώνει δε ότι περί τις 20.12.2007 εξέδωσε σχετική Οδηγία. Η µόνη εµπλοκή της κατά το στάδιο της έκδοσης των αξιόγραφων της Εναγόµενης 1, η οποία αποσκοπούσε στην ενίσχυση των πρωτοβάθµιων κεφαλαίων της και του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, περιορίστηκε στην έγκριση τους αφού πληρούσαν τα κριτήρια για τον σκοπό αυτό. Περί τον Δεκέµβριο του 2010, η Εναγόµενη 11 επικοινώνησε µε όλες τις τράπεζες και ενηµερώθηκε για τις διαδικασίες και οδηγίες που αφορούσαν στην έκδοση αξιόγραφων. Η Εναγόμενη 1 την ενημέρωσε ότι δεν παρεχόταν επενδυτική συµβουλή κατά την προώθηση των εκδόσεων. Στις 7.11.2011 εξέδωσε Εγκύκλιο προς όλες τις τράπεζες, µε την οποία καλούνταν να διασφαλίσουν ότι οι πρακτικές κατά την προώθηση χρηµατοοικονοµικών µέσων που εκδίδουν βρίσκονται µέσα στα πλαίσια του Νόµου και των Οδηγιών. Περί τον Φεβρουάριο και/ή Μάρτιο 2011, προέβη σε γενικό προληπτικό επιτόπιο έλεγχο στην Εναγόµενη 1 προκειµένου να εξακριβωθεί το επίπεδο συµµόρφωσης της µε τις απαιτήσεις της σχετικής νοµοθεσίας. Στα πλαίσια αυτού έγινε επισκόπηση του θέµατος προώθησης της διάθεσης αξιόγραφων κεφαλαίου. Κατά τον επιτόπιο έλεγχο δεν τέθηκε υπόψη ούτε περιήλθε υπόψη της Εναγόµενης 11, ότι η Εναγόµενη 1 προέβαινε είτε σε οργανωµένη είτε σε συστηµατική προσέγγιση πελατών µέσω του δικτύου καταστηµάτων της, µε στόχο την ενηµέρωση και/ή υποκίνηση τους να επενδύσουν σε αξιόγραφα. Η Εναγόμενη 1 την διαβεβαίωνε ότι οι εφαρµοζόµενες γραπτές διαδικασίες είχαν αποκλειστικό στόχο την ενηµέρωση ενδιαφεροµένων επενδυτών, οι οποίοι απευθύνονταν για πληροφόρηση µε δική τους πρωτοβουλία και σε καµία περίπτωση δεν γινόταν προσφορά επενδυτικής συµβουλής. Περαιτέρω δόθηκε επανειληµµένα η διαβεβαίωση ότι οι υποψήφιοι επενδυτές µιλούσαν µόνο µε πιστοποιηµένα άτοµα και η ενηµέρωση προς αυτούς ήταν ολοκληρωµένη, ακριβής και πάντοτε επεξηγούνταν οι κίνδυνοι που απέρρεαν από τα αξιόγραφα. Οι νοµικές υποχρεώσεις της Εναγόμενης 11 περιορίζονταν στην εποπτεία της Εναγόµενης 1 και όχι στον καθηµερινό έλεγχο ενός εκάστου υπαλλήλου ή διοικητικού συμβούλου αυτής ή στον έλεγχο μιας έκαστης συναλλαγής στην οποία προέβαινε. Αρνείται δε ότι οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη της ώθησε την Ενάγουσα ή υπήρξε καθ' οιονδήποτε τρόπο η αιτία για να προβεί αυτή σε οποιαδήποτε αγορά αξιών ή άλλη επένδυση. Εν κατακλείδι αιτείται απόρριψη της αγωγής µε έξοδα υπέρ της. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν 5 μάρτυρες. Ένας μάρτυρας κατέθεσε προς υπεράσπιση της Εναγόμενης 1, ένας για την Εναγόμενη 9 και δύο για λογαριασμό της Εναγόμενης
- Κατατέθηκαν δε συνολικά 97 τεκμήρια. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Πέρδικος, σύζυγος της Ενάγουσας. Σύμφωνα με αυτόν η Ενάγουσα ήταν πελάτης της Εναγόµενης 1 για 25 χρόνια και διατηρούσε γραµµάτια σε υποκατάστηµα της Πάφου, τον διευθυντή του οποίου κ. Ζαβρό, εµπιστεύονταν απόλυτα. Τον Μάιο του 2010 ο κ. Ζαβρός τηλεφώνησε στην Ενάγουσα για να την ενηµερώσει, όπως της είπε, για ένα ελκυστικό καταθετικό σχέδιο που προοριζόταν για καλούς φίλους και πελάτες, διάρκειας 5 χρόνων και με επιτόκιο 7%. Όταν επισκέφθηκαν το υποκατάστηµα, ο κ. Ζαβρός τους παρουσίασε το σχέδιο ως ένα νέο αναβαθµισµένο καταθετικό σχέδιο καλύτερο από γραµµάτιο, µια ασφαλή και ιδανική επένδυση καθώς το κεφάλαιο και η τοκοφορία ήταν εξασφαλισµένα, ενώ τα χρήµατα των γραμματίων θα µεταφέρονταν στο νέο σχέδιο χωρίς ποινή λόγω πρόωρης ανάληψης. Τους διαβεβαίωσε επίσης ότι µετά την χρονική περίοδο των 5 χρόνων, τα χρήµατα θα επιστραφούν και ότι αν χρειαζόταν η Ενάγουσα χρήµατα πριν, θα της χορηγείτο ισόποσο δάνειο µε το ίδιο ή και µε χαµηλότερο επιτόκιο. Η Ενάγουσα αλλά και ο ίδιος, έχοντας απόλυτη και πλήρη εµπιστοσύνη στον κ. Ζαβρό δεν είχαν λόγο να αµφισβητήσουν όσα τους έλεγε. Ακολούθως ο κ. Ζαβρός πήρε τα σχετικά προς υπογραφή έγγραφα και κάλεσε µια υπάλληλο για να βοηθήσει την Ενάγουσα. Η υπάλληλος αυτή, που δεν ήταν η Εναγόμενη 9, αφού υπέδειξε στην Ενάγουσα που να θέσει την υπογραφή της, την καθησύχασε ότι όλα είναι εντάξει και δεν υπάρχει πρόβληµα που είναι Γαλλίδα, δεν γνωρίζει να µιλά καλά ελληνικά και δεν µπορεί να γράφει, ούτε να διαβάζει ελληνικά, αφού ως της είπε, η υπογραφή των εγγράφων ήταν τυπική διαδικασία. Έτσι η Ενάγουσα υπέγραψε τα έγγραφα και ολοκληρώθηκε η πράξη για ποσό €275.
- Πριν την υπογραφή δεν εξηγήθηκε στην σύζυγο του οτιδήποτε, ούτε οποιοιδήποτε κίνδυνοι και δεν της δόθηκε το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνηµόνιο. Μετά από αρκετές µέρες η Εναγόµενη 1, τους απέστειλε ταχυδροµικώς διάφορα έγγραφα (τεκµήρια 2-5), περιλαµβανοµένου ενός Εµπιστευτικού Πληροφοριακού Μνηµονίου. Περαιτέρω υπάλληλος της Εναγόμενης 1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Ενάγουσα και ζήτησε να μάθει εάν αυτή είχε αριθµό µητρώου στο χρηµατιστήριο. Όλα αυτά και ιδιαίτερα η λέξη χρηµατιστήριο, προκάλεσαν ιδιαίτερη ανησυχία και φόβο στην Ενάγουσα, ότι κάτι δεν πάει καλά µε το νέο σχέδιο και έτσι αυτή εξέφρασε άµεσα και έντονα τις ανησυχίες της στην Εναγόµενη 1, πως εάν υπάρχει οποιοδήποτε ρίσκο ή κίνδυνοι στο σχέδιο, δεν την ενδιαφέρει καθόλου αφού δεν θέλει να ρισκάρει τα χρήµατα της. Οι υπάλληλοι της Εναγόµενης 1 για ακόµη µια φορά την καθησύχασαν τονίζοντας της ότι τα πράγµατα δεν ήταν έτσι και ότι τα λεφτά της ήταν εξασφαλισµένα και δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Η Ενάγουσα και ο ίδιος δεν ασχολήθηκαν ποτέ µε το χρηµατιστήριο. Το 2012 η Ενάγουσα ειδοποιήθηκε από την Εναγόµενη 9, ότι υπήρχε πρόβληµα µε τα αξιόγραφα και σε προσωπική συνάντηση τους ανέφερε ότι αυτά δεν συµβαδίζουν µε τις προδιαγραφές και όρους της Κεντρικής Τράπεζας και ότι θα σταµατούσε η καταβολή τόκου. Προς επίλυση του προβλήµατος η Εναγόµενη 9, την οποία η Ενάγουσα δεν γνώριζε και έβλεπε για πρώτη φορά, της παρέθεσε εκβιαστικά και κατ' απόλυτο τρόπο τρεις επιλογές και συγκεκριμένα είτε μετατροπή των αξιογράφων σε µετοχές, είτε απόκτηση νέων αξιογράφων συμβατών µε τους όρους και προδιαγραφές της Κεντρικής Τράπεζας και µε επιτόκιο 8.75%, είτε να µείνει η κατάσταση ως έχει, χωρίς όμως να καταβάλλονται τόκοι. Αφού την έσπρωχναν και την πίεζαν έντονα και χωρίς η Ενάγουσα να γνωρίζει τι να κάνει είπε ναι στην δεύτερη λύση. Λίγες µέρες αργότερα η Εναγόµενη 9 την ειδοποίησε, ότι λόγω σοβαρών προβληµάτων, η διαδικασία απόκτησης των νέων αξιογράφων έχει ακυρωθεί, θεωρείται ως µη γενόµενη και επανέρχεται το προηγούµενο καθεστώς. Η Ενάγουσα ήταν χαµένη και δεν πίστευε πώς την κατάντησαν οι Εναγόµενοι µε τις δολοπλοκίες και απατηλούς σχεδιασµούς τους, όπως σιγά σιγά ανακαλύπταν µε τα όσα είδαν το φως της δηµοσιότητας. Ετοίμασαν και έστειλαν, μεταξύ άλλων, επιστολή ημερ. 3.8.2012 στην Εναγόµενη 1, η οποία τους απάντησε με επιστολή ηµερ. 12.9.2012 ότι δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση του αιτήµατος για επιστροφή του ποσού που είχε επενδυθεί. Όπως αποδείχθηκε αργότερα η Ενάγουσα αγόρασε όχι αυτό που της παρουσιάσθηκε αλλά πολύπλοκα προϊόντα που ενείχαν πολλούς κινδύνους. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω έχασε το ποσό των €275.000 ενώ είσπραξε ως τόκους το ποσό των €38.
- Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Χ'Βασίλη, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Παγκύπριου Συνδέσμου Επιχειρηματιών Ανάπτυξης Γης και Οικοδομών, πρόεδρος της Κίνησης Εξαπατηθέντων Καταθετών και στο παρελθόν εκπρόσωπος τύπου του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων. Σύμφωνα με αυτόν, υπό την ιδιότητα του ως ενεργό µέλος του Συνδέσµου Κατόχων Αξιογράφων από το 2012, περιήλθαν στην κατοχή του διάφορα έγγραφα που δείχνουν τις προτροπές και οδηγίες της διεύθυνσης της Εναγόμενης 1 για την έκδοση αξιογράφων του 2010 (τεκμήρια 14-20). Ως ανέφερε εξασφάλισαν τα εν λόγω έγγραφα µέσω του Συνδέσµου από διάφορους διευθυντές και στελέχη της Εναγόμενης 1, οι οποίοι τότε που ξέσπασε το σκάνδαλο, ήταν πρόθυμοι να τους τα δώσουν. Ο ίδιος συνομίλησε με αρκετούς από αυτούς, οι οποίοι παραδέχτηκαν πως πραγµατικά δεν ήξεραν και πάρα πολλά τεχνικά πράγµατα για αυτό τον προϊόν και οι οδηγίες που είχαν ήταν να προτάσσουν τα θετικά αυτού, να µην κάνουν αναφορά σε κινδύνους και να λένε, εάν ερωτηθούν, πως δεν υπάρχει στην ουσία κίνδυνος παρά µόνο σε περίπτωση απόλυτης χρεοκοπίας της τράπεζας, πράγµα που απέκλειαν. Τελικά αποδείχθηκε πως δεν ήταν ακριβώς έτσι τα πράγµατα. Τόσο ο ίδιος όσο και ο Μ.Ε.1 συνομίλησαν µε τον κ. Ζαβρό, ο οποίος τους εφοδίασε και µε κάποια από τα έγγραφα που κατέθεσε. Τέλος ανέφερε ότι η Εναγόμενη 9 ήταν η µόνη πιστοποιηµένη υπάλληλος της Εναγόμενης 1 σε ολόκληρη την Επαρχία Πάφου. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε η Ενάγουσα. Σύμφωνα με αυτήν περί τα τέλη Απριλίου ή αρχές Μαΐου του 2010 της τηλεφώνησε ο κ. Ζαβρός και της είπε ότι είχε ένα πολύ πολύ καλό σχέδιο για καλούς πελάτες και φίλους και ότι θα τελείωνε ένα γραμμάτιο που είχε και έπρεπε να πάει στο κατάστημα της Εναγόμενης
- Το ανέφερε στον σύζυγο της και πήγαν μαζί στο κατάστημα. Εκεί ο κ. Ζαβρός τους είπε ξανά, για ένα πολύ πολύ καλό και ελκυστικό σχέδιο με 7% τόκο για 5 χρόνια και ότι μπορούσαν να το κάνουν, παρά το ότι το γραμμάτιο δεν είχε τελειώσει, χωρίς να πληρώσουν penalty. Περαιτέρω ο κ. Ζαβρός της είπε ότι σε περίπτωση που χρειαστεί προηγουμένως χρήματα, μπορούσε να κάνει δάνειο με ασφάλεια το γραμμάτιο που είχε. Η Ενάγουσα είχε πολλή εμπιστοσύνη στην Εναγόμενη 1 και στον κ. Ζαβρό, γιατί ήταν φίλος του άντρα της και επίσης δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανε ανανέωση γραμμάτιου. Είπε δε στον σύζυγο της και στον κ. Ζαβρό ότι ήθελε να κάνει το σχέδιο αυτό γιατί χρειαζόταν λεφτά για τις σπουδές των παιδιών της. Ο κ. Ζαβρός φώναξε τότε μια κοπέλα, η οποία πήγε εκεί και της είπε να περάσει δίπλα σε ένα μικρό δωμάτιο. Μπήκαν στο δωμάτιο μόνο οι δύο τους ενώ ο σύζυγος της έμεινε στο γραφείο του κ. Ζαβρού. Εκεί η Ενάγουσα είπε στην κοπέλα ότι τα έγγραφα που της παρουσίασε για υπογραφή ήταν στα ελληνικά και ότι δεν καταλαβαίνει και εκείνη της είπε ότι ήταν για το νέο σχέδιο που τους είπε ο κ. Ζαβρός και ότι είναι διαδικασία, της υπέδειξε που να υπογράψει και αυτή υπέγραψε. Λίγες μέρες μετά, της τηλεφώνησε μια κοπέλα και την ρώτησε για κάποιο αριθμό και από όσα της είπε κατάλαβε κάτι για χρηματιστήριο οπόταν είπε στην κοπέλα «Χρημαστήριο; Δεν θέλω». Η τελευταία της απάντησε «Όχι, είναι διαδικασία, είναι για το νέο σχέδιο που υπογράψατε και θέλει αριθμό χρημαστηρίου». Όταν πήγε ο σύζυγος της και του το είπε, δεν του άρεσε. Εκείνος τηλεφώνησε κάπου και μετά πήγαν στο κεντρικό κατάστημα της Εναγόμενης 1 και ρώτησαν μια κυρία για αυτά, η οποία τους είπε ότι είναι μόνο διαδικασία και ότι τα λεφτά τους είναι ασφαλή και δεν υπήρχε πρόβλημα. Έτσι η Ενάγουσα είπε «Οκ. Πέντε χρόνια είναι θα περάσουν» εφόσον τα λεφτά τους ήταν ασφαλή. Λίγες μέρες μετά έλαβαν με το ταχυδρομείο έγγραφα στα ελληνικά. Επειδή δεν μπορεί να διαβάσει ελληνικά, τα έδωσε στον σύζυγο της, εκείνος τα είδε για λίγο και της είπε «Μάλλον είναι διαδικασία». Το 2012 της τηλεφώνησε μια κυρία που της παρουσιάσθηκε ως η Εναγόμενη 9 και της είπε ότι τα αξιόγραφα, λέξη που άκουγε πρώτη φορά, δεν ήταν καλά και ότι σταματούν να δίνουν τόκο, κάτι που της δημιούργησε πανικό γιατί χρειαζόταν τα χρήματα. Πήγαν με τον σύζυγο της στο κεντρικό κατάστημα και εκεί είδαν την Εναγόμενη 9 για πρώτη φορά. Εκείνη τους είπε ξανά ότι τα αξιόγραφα δεν ήταν καλά και ότι είχαν τρεις επιλογές. Είτε να μείνουν όπως είναι αλλά χωρίς τόκο, είτε να τα κάνουν μετοχές, είτε να κάνουν άλλα αξιόγραφα με τόκο 8%. Δεν της άρεσε καμιά από τις επιλογές, όμως χρειαζόταν τα χρήματα για τις σπουδές των παιδιών της. Έτσι διάλεξε την τρίτη επιλογή. Υπόγραψε κάτι και είπε στον σύζυγο της «Άλλα 5 χρόνια θα περάσουν και αυτά. 5 χρόνια είναι». Λίγες μέρες μετά της τηλεφώνησε η Εναγόμενη 9 και της είπε ότι δεν γίνεται η τρίτη επιλογή γιατί κάποιο πρόβλημα είχαν και ότι θα μείνουν όπως ήταν δηλ. χωρίς τόκο. Αυτό της δημιούργησε μεγάλο θυμό, απελπισία, πανικό, αρρώστησε και έχασε πολλά κιλά. Λίγο καιρό μετά την συνάντηση με την Εναγόμενη 9 άκουσαν τα σκάνδαλα. Ως Μ.Ε.4 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Γεωργιάδου, η οποία εργαζόταν από το 2007 μέχρι τον Αύγουστο του 2013 ως διευθύντρια του υποκαταστήµατος της Εναγόµενης 1 στην Χλώρακα. Σύμφωνα με αυτήν ως διευθυντές υποκαταστηµάτων είχαν, κατά την περίοδο πώλησης των αξιογράφων, στόχο και οδηγίες να προσελκύσουν όσο το δυνατό περισσότερους πελάτες στο σχέδιο των αξιογράφων και αυτό το έπρατταν µε το να τους το παρουσιάζουν σαν ένα καινούργιο δελεαστικό, ελκυστικό, σχέδιο µε ψηλό σταθερό επιτόκιο και διάρκεια 5 χρόνια, με ευχέρεια να σπάζουν καταθέσεις τακτής προθεσµίας ανά πάσα στιγµή χωρίς ποινή πρόωρης ανάληψης και με δυνατότητα ενεχυρίασης των αξιογράφων. Είχαν δε οδηγίες να αναφέρουν, εάν ερωτηθούν, πως δεν υπάρχει κίνδυνος στο σχέδιο παρά µόνο σε περίπτωση απόλυτης χρεοκοπία της τράπεζας, σενάριο το οποίο είχαν οδηγίες να παρουσιάζουν ως αποµακρυσµένο και απίθανο. Ανέφερε επίσης ότι σε πολλές περιπτώσεις ο εκάστοτε πελάτης υπέγραφε τα έγγραφα και ακολούθως, όποτε µπορούσε η Εναγόμενη 9 πήγαινε, ως η μόνη πιστοποιηµένη υπάλληλος της Εναγόμενης 1 σε ολόκληρη την Επαρχία Πάφου, και συμπλήρωνε και συνυπέγραφε τα έγγραφα. Ως Μ.Ε.5 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Παυλίδης. Ο μάρτυρας κατέθεσε, με βάση τα προσόντα και την πείρα του, την ισχύουσα πρακτική και σχετικά έγγραφα, για διάφορα θέματα. Συνοψίζοντας την μαρτυρία του:
(1)Παρέθεσε τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και συγκεκριμένα ότι πρόκειται για μη σωρευτικές αξίες αόριστης διάρκειας, ονομαστικής αξίας €1.000 έκαστο, με σκοπό έκδοσης την βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Εναγόμενης 1, μπορούσαν να αποκτηθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο (ιδιώτη ή επαγγελματία επενδυτή), με μόνο κριτήριο την υποβολή αίτησης ύψους τουλάχιστον €50.000, με σταθερό ετήσιο επιτόκιο 7% με τριμηνιαία καταβολή, μπορούσαν να εξαγοραστούν κατ' επιλογή και με πρωτοβουλία της τράπεζας στο σύνολό τους στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30.9.2015 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας, ήταν άμεσες, μη εξασφαλισμένες και δευτερεύουσας προτεραιότητας υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 (και αντίστροφα δικαιώματα και αξιώσεις των κατόχων τους) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της, με προτεραιότητα, σε περίπτωση διάλυσης της τράπεζας, μόνον έναντι των μετόχων αυτής, η Εναγόμενη 1 είχε δικαίωμα ακύρωσης καταβολής τόκου αν κατά την απόλυτη κρίση της, διαπίστωνε ότι η καταβολή τόκου δεν ικανοποιεί την απαιτούμενη κεφαλαιακή επάρκεια, διευθυντής έκδοσης τους ήταν η Marfin CLR (Financial Services) Ltd, θυγατρική εταιρεία της Εναγόμενης 1, η οποία ήταν αδειοδοτημένη και εποπτευόμενη οντότητα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Υποστήριξε δε ότι επρόκειτο για περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα εφόσον αποτελούσαν ομόλογα όπου ενσωματώνονταν παράγωγα δηλ. χρηματοοικονομικά μέσα των οποίων η αξία δεν διαμορφώνεται αυτοτελώς αλλά είναι συνισταμένη κάποιας άλλης χρηματοοικονομικής αξίας και η απόδοση και αξία τους εξαρτάτο από αριθμό μεταβλητών (διάρκεια, πληρωμή τόκων και εξασφάλιση).
(2)Παρέθεσε επίσης και εξήγησε τις υποχρεώσεις, διαδικασίες, μέτρα και βέλτιστες πρακτικές που πρέπει να ακολουθούνται από αδειοδοτημένες οντότητες για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών για την ουσιαστική προστασία των επενδυτών και ειδικότερα των ιδιωτών με βάση το Νόμο 144(Ι)/2007 και τις σχετικές Οδηγίες της Εναγόμενης 11. Στα πλαίσια αυτά υποστήριξε και επεξήγησε ότι ο πελάτης πρέπει να έχει την ευκαιρία να αντιληφθεί, έχοντας την κατάλληλη πληροφόρηση: (α) αναφορικά με την κατηγοριοποίηση του (εάν είναι ιδιώτης ή επαγγελματίας) και τί αυτή συνεπάγεται, (β) αναφορικά με τον έλεγχο συμβατότητας (εάν μπορεί να κατανοήσει τους κινδύνους που ενέχει το προϊόν) και καταλληλότητας του (εάν δηλ. το χρηματοκοινομικό μέσο είναι κατάλληλο για αυτόν) και την σημασία του και (γ) να έχει την ευκαιρία, πριν δεσμευθεί με συμφωνία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, να αντιληφθεί και να μελετήσει τους όρους αυτής. Στα ίδια πλαίσια αναφέρθηκε και στην σύγκρουση συμφερόντων που υπήρχε ενόψει του ότι η Εναγόμενη 1, διά μέσου των αξιογράφων αντλούσε σημαντικά κεφάλαια για την βελτίωση της κεφαλαιακής της επάρκειας και επομένως κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε σχέση με την πώληση αυτών είχε ίδιον όφελος, σε συνδυασμό με την περιπλοκότητα των αξιογράφων. Κατόπιν δε μελέτης των εγγράφων που υπέγραψε η Ενάγουσα προς απόκτηση των επίδικων αξιογράφων ήταν η γνώμη του ότι: (α) εκλείπει από αυτά η περιγραφή των αξιογράφων σε απλή και κατανοητή μορφή, η οποία να εξηγεί την φύση τους και τους ειδικούς κινδύνους, (β) εκλείπει απλή και κατανοητή προειδοποίηση μη συμβατότητας και σύγκρουσης συμφερόντων και (δ) η αίτηση προς απόκτηση τους δεν αποτελεί συμφωνία για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών.
(3)Τέλος αναφέρθηκε στις υποχρεώσεις, διαδικασίες και μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται από εποπτικές αρχές σε σχέση με την αποτελεσματική εποπτεία της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από αδειοδοτημένες, εποπτευόμενες οντότητες και κατά πόσον στα πλαίσια αυτά η Εναγόμενη 11 άσκησε αποτελεσματικό έλεγχο στην Εναγόμενη
- Σε σχέση με το θέμα αφού παρέθεσε τις ενέργειες της Εναγόμενης 11 και τα όσα αυτή κατά την γνώμη του όφειλε και παρέλειψε να πράξει, κατέληξε βασικά στο συμπέρασμα ότι εάν προέβαινε σε όλες τις απαραίτητες προληπτικές ενέργειες και σε ικανούς και επαρκείς ελέγχους από την αρχή της εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας και των εκδόσεων αξιογράφων από την Εναγόμενη 1, η σωρεία των παραβάσεων από την τελευταία που ήρθαν στην επιφάνεια ως απόρροια του Ειδικού Ελέγχου που διεξήχθη το 2012 και αφορούσαν καίριας σημασίας προστασίες των επενδυτών, θα είχαν εντοπιστεί νωρίτερα και θα επιτυγχανόταν η αρχή της πρόληψης δηλ. θα αποτρέπονταν. Προς υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Καφάς (Μ.Υ.1), ο οποίος από την 1.11.2013 μέχρι σήμερα εργάζεται ως σύμβουλος στο Γραφείο του Ειδικού Διαχειριστή της Εναγόμενης 1 για την διεκπεραίωση όλων των εργασιών που αφορούν την εξυγίανση αυτής. Από τις 5.9.1988 μέχρι τις 29.3.2013 ήταν υπάλληλος στην Εναγόμενη 1 αλλά δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην πώληση αξιογράφων αυτής. Κατά την μαρτυρία του κατέθεσε ως τεκμήρια και επεξήγησε, έγγραφα που έχει στην κατοχή του λόγω των καθηκόντων του. Παραπέμποντας σε αυτά αλλά και σε άλλα τεκμήρια καθώς και σε άλλα έγγραφα και σε πληροφορίες που έλαβε στα πλαίσια των καθηκόντων του, παρέθεσε το ιστορικό της αγοράς των επίδικων αξιογράφων και τα όσα σχετικά ακολούθησαν. Αναφέρθηκε δε στα πλαίσια αυτά και στην σχετική διαδικασία που ακολουθούσε η Εναγόμενη
- Προς υπεράσπισης της κατέθεσε η ίδια η Εναγόμενη 9 (Μ.Υ.2). Αυτή ανέφερε ότι εργαζόταν ως ταμίας στην Εναγόμενη 1 από το 1998 µέχρι το
- Από τον Απρίλη του 2009 και μέχρι και τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εκτελούσε καθήκοντα τραπεζικού υπαλλήλου και ήταν «product specialist» και πιστοποιηµένη εξουσιοδοτηµένη λειτουργός πωλήσεως χρηµατοπιστωτικών µέσων στην Περιφέρεια Πάφου. Η Εναγόµενη 1 κατά την περίοδο πωλήσεως των αξιογράφων της έκδοσης του 2010 διευθετούσε, µέσω των υποκαταστηµάτων της, τις συναντήσεις µεταξύ των ενδιαφεροµένων πελατών και της Εναγόμενης
- Έτσι η τελευταία μετέβαινε επιτόπου στα υποκαταστήµατα και συναντούσε τους υποψήφιους αγοραστές. Οι οδηγίες που είχε και ακολούθησε πάντοτε ήταν να ενηµερώνει αυτούς για την έκδοση, τα χαρακτηριστικά, ως χρηµατοπιστωτικά µέσα και τους κινδύνους των αξιογράφων και όταν ολοκλήρωνε την ενημέρωση, τους ρωτούσε εάν είχαν κάποια απορία ή χρειάζονταν κάποια διευκρίνιση και απαντούσε στις σχετικές ερωτήσεις τους. Δεν έδινε επενδυτικές συµβουλές. Τηρούσε πλήρως τις οδηγίες και εγκύκλιους της Εναγόµενης 1 και τους σχετικούς κανονισµούς. Προέτρεπε τους υποψήφιους αγοραστές να διαβάσουν το σχετικό Εµπιστευτικό Πληροφοριακό Μνηµόνιο και το Ενηµερωτικό Δελτίο και ειδικά τους παράγοντες κινδύνου και να λάβουν επενδυτική συµβουλή από ειδικούς συµβούλους. Για την πρώτη σειρά αξιογράφων του 2010 στέλλονταν στα καταστήµατα της Εναγόμενης 1 τα Εµπιστευτικά Πληροφοριακά Μνηµόνια για να δοθούν στους ενδιαφερόµενους αγοραστές ώστε να τα µελετήσουν κατά την προγραµµατισµένη συνάντηση. Ακολούθησε την πιο πάνω διαδικασία και κατά την ενηµέρωση της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα στις 27.4.2010, αφού προκαθορίστηκε συνάντηση, αυτή µετέβηκε στο υποκατάστηµα στην Κάτω Πάφο όπου συνάντησε την Ενάγουσα και τον σύζυγο της και τους εξήγησε τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων, τα οφέλη και τους κινδύνους. Η Ενάγουσα και ο σύζυγος της µιλούσαν ελληνικά και της υπέβαλαν διάφορες ερωτήσεις και απορίες στις οποίες απάντησε. Προέτρεψε την Ενάγουσα και τον σύζυγο της να µελετήσουν το Εµπιστευτικό Πληροφοριακό Μνηµόνιο, το οποίο είχε ήδη σταλεί στο κατάστηµα και είχε δοθεί στην Ενάγουσα την ίδια ημέρα. Μετά που έδωσε στην Ενάγουσα και η τελευταία υπέγραψε τα έντυπα «Κατηγοριοποίηση πελατών» και «Επιστολή Συναίνεσης», της έδωσε το έντυπο «Προειδοποιητικό Μήνυμα» και της εξήγησε ότι η αγορά αξιογράφων από την ίδια δεν ήταν συµβατή µ' αυτήν και η Ενάγουσα υπέγραψε και αυτό. Η Ενάγουσα και ο σύζυγος της αποφάσισαν να υποβάλει η πρώτη την αίτηση για αγορά αξιογράφων, γι' αυτό και η Εναγόμενη 9 συµπλήρωσε την αριθµηµένη αίτηση και η Ενάγουσα την υπέγραψε στην παρουσία της και στην συνέχεια η Εναγόμενη 9 άφησε την αίτηση στο υποκατάστηµα για περαιτέρω χειρισµό. Τον lούνιο του 2012 η Εναγόµενη 1 διευθέτησε νέα συνάντηση της µε την Ενάγουσα, στην οποία εξήγησε την δυνατότητα αν ήθελε να ανταλλάξει τα αξιόγραφα κεφαλαίου είτε µε αξιόγραφα ενισχυµένου κεφαλαίου ή µε νέες µετοχές. Η Ενάγουσα επέλεξε να τα ανταλλάξει µε αξιόγραφα ενισχυµένου κεφαλαίου. Έτσι στις 26.6.2012 η Ενάγουσα υπέγραψε, στην παρουσία της Εναγόμενης 9, ανέκκλητη αίτηση εγγραφής για ανταλλαγή των αξιογράφων κεφαλαίου µε αξιόγραφα ενισχυµένου κεφαλαίου, έντυπα «Κατηγοριοποίηση πελατών», «Επιστολή συναίνεσης», «Ερωτηµατολόγιο MiFID» και «Προειδοποιητικό Μήνυµα». Η µετατροπή αυτή δεν έγινε ποτέ. Προς υπεράσπιση της Εναγόμενης 11 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Στυλιανού (Μ.Υ.3), σήμερα Βοηθός Διευθυντή αυτής και µέχρι το 2013 εργαζόμενος στο Τµήµα Εποπτείας. Με το Νόμο 144(Ι)/2007 ασχολήθηκε από τον Σεπτέµβριο του
- Τον Νοέµβριο του 2010, κατά τη διάρκεια άτυπης συνάντησης των επικεφαλής των εποπτικών αρχών του χρηµατοοικονοµικού τοµέα, δηλ. της Εναγόμενης 11, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Εφόρου Ασφαλίσεων και της Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών, ο κ. Χαραλάµπους, πρώην Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αναφέρθηκε σε πληροφορίες που είχε πάρει ότι οι τράπεζες (χωρίς να αναφέρει όνομα κατόχου αξιογράφων και συγκεκριμένη τράπεζα) προωθούν προϊόντα αυξηµένου κινδύνου στο ευρύ κοινό, όπως αξιόγραφα κεφαλαίου που εκδίδουν οι ίδιες και ότι είναι θεµιτό να επιθυµούν την αύξηση των κεφαλαίων τους, όµως θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η προώθηση τέτοιων προϊόντων γίνεται από το προσωπικό σύµφωνα µε την Οδηγία MiFID. Μετά από αυτή την συνάντηση ο μάρτυρας κλήθηκε από τον τότε Ανώτερο Διευθυντή του Τµήµατος Εποπτείας της Εναγόμενης 11, να λάβουν πληροφορίες από τις τράπεζες µε σκοπό να εξετάσουν κατά πόσον χρησιµοποιούσαν πιστοποιηµένους υπαλλήλους για την προώθηση των αξιογράφων, οι σχετικές πρακτικές και οι διαδικασίες περιορίζονταν στην ενηµέρωση και στην πληροφόρηση αναφορικά µε την έκδοση των αξιογράφων και παρεχόταν η επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συµβουλής σύµφωνα µε το Νόµο 144(Ι)/2007 και τις δυνάµει αυτού εκδοθείσες Οδηγίες. Στην βάση των πιο πάνω τον Δεκέµβριο του 2010 είχαν τηλεφωνικές επικοινωνίες µε τρεις τράπεζες, οι οποίες είχαν εκδώσει αξιόγραφα, περιλαµβανοµένης της Εναγόμενης 1, από τις οποίες ζήτησαν διάφορα στοιχεία και πληροφορίες. Κατά τον έλεγχο, τους αναφέρθηκε από αρµόδια στελέχη της Εναγόμενης 1 ότι η τράπεζα είχε συστήσει οµάδα υπαλλήλων που ονοµάζονταν «product specialists», οι οποίοι κατείχαν πιστοποιητικά επαγγελµατικής ικανότητας, στους οποίους είχε ανατεθεί να ενηµερώνουν όποιους πελάτες ενδιαφέρονταν για την αγορά χρηµατοοικονοµικών µέσων. Μετά από τον έλεγχο αξιολόγησαν όλες τις πληροφορίες και στοιχεία που έλαβαν και έκριναν ότι θα ήταν ορθό µέσα στα πλαίσια του γενικότερου προγραµµατισµένου προληπτικού επιτόπιου ελέγχου που θα γινόταν τους αµέσως επόµενους µήνες στις τράπεζες, να εξεταστεί και το θέµα της προώθησης και διάθεσης αξιογράφων. Την ίδια εποχή είχαν λάβει επιστολή από τον Προέδρο του Παγκύπριου Συνδέσµου Επενδυτών ηµερ. 7.1.2011 στην οποία ανέφερε ότι είχαν περιέλθει στην αντίληψη του προσπάθειες τραπεζών και αξιωµατούχων τους να προωθήσουν κατά τρόπο αθέµιτο και/ή παράνοµο την αγορά µετοχών και αξιογράφων τους. Ωστόσο η επιστολή έκανε αναφορά µόνο σε συγκεκριµένο παράπονο για αγορά µετοχών της Εναγόμενης 1 και η αναφορά για προώθηση αξιογράφων ήταν πολύ γενική και αόριστη. Παρά τα πιο πάνω η Εναγόμενη 11 ενεργώντας προληπτικά και έχοντας υπόψην τα όσα είχαν αποφασιστεί κατά τη σύσκεψη των εποπτικών αρχών του Νοεµβρίου 2010 προχώρησε στην έκδοση Εγκυκλίου ηµερ. 19.11.2011, η οποία στάληκε στις τράπεζες και με την οποία καλούνταν να λάβουν όλα τα ενδεικνυόµενα µέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι οι µέθοδοι προώθησης χρηµατοοικονοµικών µέσων που εκδίδουν οι ίδιες βρίσκονται πάντοτε µέσα στα πλαίσια του Νόµου και των Οδηγιών. Ακολούθως, τον Μάρτιο του 2011 διεξήχθη έλεγχος της Εναγόμενης 1, ο οποίος κάλυψε τα τµήµατα αυτής που εµπλέκονταν ή σχετίζονταν µε την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών. Συγκεκριμένα με επιστολή της Εναγόμενης 11 ζητήθηκε από την τράπεζα να αποστείλει διάφορα έγγραφα και πληροφορίες. Έγινε επίσης επίσκεψη και σε άλλο τμήμα της Εναγόμενης 1, το οποίο είχε τη γενική ευθύνη για διασφάλιση της συµµόρφωσης αυτής µε τις διατάξεις του Νόµου και των Οδηγιών. Στα πλαίσια του ελέγχου, εξετάστηκε και το θέµα της προώθησης της διάθεσης ειδικά των αξιογράφων κεφαλαίου και έχοντας υπόψην την ενηµέρωση που είχαν από τη Εναγόμενη 1 αναφορικά µε τον ρόλο των «product specialists», επισκέφθηκαν και υποκαταστήµατα. Από στοιχεία και πληροφορίες που λήφθηκαν κατά την διάρκεια του ελέγχου διαφάνηκε ότι µόνο οι «product specialists» είχαν επαφή µε πελάτες, οι οποίοι εξέφραζαν ενδιαφέρον για αγορά αξιογράφων. Επιπρόσθετα, από έλεγχο που έγινε στους φακέλους πελατών στα υποκαταστήµατα, διαπιστώθηκε ότι υπέγραφαν όλα τα απαιτούµενα έγγραφα, περιλαµβανοµένης προειδοποίησης ότι δεν διαθέτουν την αναγκαία πείρα και γνώσεις για να κατανοήσουν τους κινδύνους των αξιογράφων αλλά µε δική τους επιθυµία προχωρούν στην αγορά αυτών. Δεν είχαν έλθει υπόψη της Εναγόμενης 11 οποιαδήποτε άλλα εσωτερικά σηµειώµατα ή εγκύκλιοι προς τα καταστήµατα ή άλλο γεγονός που να έδειχναν ότι µη πιστοποιηµένο προσωπικό της τράπεζας εµπλέκετο στην προώθηση διάθεσης αξιογράφων ή άλλα στοιχεία και πληροφορίες που να οδηγούσαν στο συµπέρασµα παροχής επενδυτικής συµβουλής. Ως αποτέλεσµα του επιτόπιου ελέγχου του Μαρτίου 2011, διαπιστώθηκαν αριθµός αδυναµιών/ελλείψεων στις γενικότερες διαδικασίες και πολιτικές για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από πλευράς Εναγόμενης 1, για τις οποίες έγιναν συστάσεις για λήψη διορθωτικών µέτρων και τέθηκε προθεσµία ενός µηνός εντός του οποίου η τράπεζα έπρεπε να υποβάλει χρονοδιάγραµµα µε ενέργειές της, ώστε να υλοποιηθούν οι συστάσεις. Μέχρι το καλοκαίρι του 2012 δεν είχε ληφθεί κανένα παράπονο στην Εναγόμενη 11 από κατόχους αξιογράφων ή από οποιονδήποτε άλλο για παροχή επενδυτικής συµβουλής από µη πιστοποιηµένο υπάλληλο της Εναγόμενης
- Τα παράπονα άρχισαν να φτάνουν στην Εναγόμενη 11 το καλοκαίρι του 2012 όταν η Εναγόμενη 1 και άλλη τράπεζα ανακοίνωσαν ότι θα σταµατήσουν να καταβάλλουν τους τόκους επί των αξιογράφων που είχαν εκδώσει. Τότε αποφασίστηκε αµέσως να διεξαχθεί και διεξήχθη έλεγχος στις δύο τράπεζες κατά την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεµβρίου
- Ο εν λόγω Ειδικός Έλεγχος αφορούσε αποκλειστικά την διαπίστωση και αξιολόγηση των πολιτικών, πρακτικών και διαδικασιών που ακολουθούνταν κατά την προώθηση της διάθεσης των αξιογράφων, µε σκοπό να εξακριβωθεί κατά πόσο η τράπεζα παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συµβουλής και, εάν ναι, κατά πόσο κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Νόμου και των Οδηγιών. Επειδή από τα παράπονα που υποβλήθηκαν διαφαινόταν ότι, ενδεχοµένως, µη πιστοποιηµένοι υπάλληλοι στα καταστήµατα της Εναγόμενης 1 παρότρυναν, υποκινούσαν ή άλλως πως συµβούλευαν πελάτες να αγοράσουν αξιόγραφα, ο εν λόγω έλεγχος κάλυψε καταστήµατα του δικτύου αυτής και το τμήμα της που ήταν υπεύθυνο για τη λειτουργία και εργασίες των καταστηµάτων. Έγινε δε επιτόπιος έλεγχος στην Εναγόμενη 1 κατά τον οποίο έγιναν επισκέψεις σε καταστήματα και συναντήσεις με διευθυντές αυτών και προσωπικό ενώ εξετάσθηκαν και φάκελοι πελατών. Επρόκειτο, ως εξήγησε, για δειγματοληπτικό έλεγχο καθότι είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να γίνει επίσκεψη σε όλα τα καταστήματα και να δουν όλους τους φακέλους των πελατών. Δεν είχαν εξετάσει συγκεκριμένα παράπονα πελατών για να διαπιστώσουν κατά πόσο από τα γεγονότα διαφαινόταν ότι είχε παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή. Κατά τον έλεγχο αυτό δεν έγινε επίσκεψη στο κατάστημα της Εναγόμενης 1 στην Κάτω Πάφο. Ως εκ τούτου δεν είδαν τον φάκελο που αφορούσε την Ενάγουσα. Τα ευρήµατα του πιο πάνω επιτόπιου ελέγχου περιέχονται στην Έκθεση Ειδικού Ελέγχου που ετοιµάστηκε από την Εναγόμενη
- Σύμφωνα με την τελική απόφαση αυτής επί του Ελέγχου, ηµερ. 26.9.2013, µε βάση τα ευρήµατα της επιτόπιας επιθεώρησης τεκµηριώθηκε ότι τα µέτρα που έλαβε η Εναγόμενη 1 ήταν ανεπαρκή για να διασφαλίσουν την µη παροχή, άµεσα ή έµµεσα, της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συµβουλής κατά τη διάθεση των αξιογράφων κατά παράβαση προνοιών του Νόµου και της Οδηγίας Κ.Δ.Π.558/
- Διευκρίνισε δε ότι η Έκθεση Ειδικού Ελέγχου ασχολήθηκε με το θέμα της επενδυτικής συμβουλής που ήταν το θέμα που εγείρετο σε όλα τα παράπονα από κατόχους αξιογράφων ότι δηλ. είχαν με κάποιον τρόπο υποκινηθεί, είχαν δεχθεί συμβουλές, προτροπές από υπαλλήλους της τράπεζας να επενδύσουν στα αξιόγραφα. Τέλος προς υπεράσπιση της Εναγόμενης 11 κατέθεσε ο λειτουργός αυτής, ΧΧΧΧ Τρικούπης (Μ.Υ.4), ο οποίος από τον Σεπτέμβριο του 2000 μέχρι τον lούνιο του 2011 εργάστηκε στην Διεύθυνση Ρυθμίσεως και Εποπτείας Τραπεζικών Ιδρυμάτων. Ως εξήγησε μετά την θέση σε ισχύ του Νόμου 144(Ι)/2007 (στο εξής ο Νόμος), τα καθήκοντά του στο συγκεκριμένο Τμήμα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο της συμμόρφωσης των τραπεζών με τις διατάξεις του Νόμου. Επίσης εκείνη την περίοδο ασκούσε καθήκοντα γραμματέα της επιτροπής των επικεφαλής των εποπτικών αρχών του χρηματοοικονομικού τομέα. Ήταν επίσης μέλος της εξεταστικής επιτροπής που είχε συσταθεί από τον Υπουργό Οικονομικών δυνάμει του άρθρου 54 του Νόμου, η οποία είχε την αρμοδιότητα έκδοσης πιστοποιητικών επαγγελματικής ικανότητας στα στελέχη των διαφόρων επιχειρήσεων που παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες. Σε σχέση με το Νόμο, είχε εμπλοκή και στην ετοιμασία του σχετικού νομοσχεδίου που έγινε στα πλαίσια της εναρμόνισης με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ γνωστή ως «MiFID». Περαιτέρω είχε την ευθύνη για την ετοιμασία των δύο σχετικών Οδηγιών της Εναγόμενης 11 (Κ.Δ.Π.557/2007 και Κ.Δ.Π.558/2007). Αναφέρθηκε στην συνέχεια στις ενέργειες στις οποίες προέβη η Εναγόμενη 11 πριν και αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου προς ενημέρωση των τραπεζών (ενημέρωση για τις πρόνοιες του, επιμορφωτικό σεμινάριο, έκδοση Εγκυκλίου επιστολής στις 15.11.2007 και επιστολές ενημέρωσης για τις ως άνω Οδηγίες). Αναφέρθηκε επίσης στις ενέργειες στις οποίες προέβη η Εναγόμενη 11 ως αρμόδια εποπτική αρχή προς επιμόρφωση και διασφάλιση της εναρμόνισης, εφαρμογής και συμμόρφωσης με τις διατάξεις του Νόμου από τις τράπεζες, όταν και στο μέτρο που αυτές παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούσαν επενδυτικές δραστηριότητες. Εξήγησε δε γενικά σε τι συνίστατο η εποπτεία που ασκούσε η Εναγόμενη 11 και αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες που αυτή περιλάμβανε, διευκρινίζοντας ότι αυτή ήταν μεν συνεχής αλλά ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο και ανέφικτο ο επόπτης να βρίσκεται συνεχώς δίπλα από τον κάθε υπάλληλο της εποπτευόμενης τράπεζας για να ελέγχει τις ενέργειες του. Στα πλαίσια αυτά αναφέρθηκε ειδικότερα στις σχετικές Εγκυκλίους - επιστολές προς τις τράπεζες (ημερ. 11.3.2008, 15.5.2008, 11.11.2008, 11.12.2008, 5.5.2010, 19.1.2011 και 25.1.2012) και στην ανταπόκριση - συμμόρφωση των τραπεζών και ιδιαίτερα της Εναγόμενης 1 σε αυτές. Όσον δε αφορά την Εγκύκλιο ημερ. 19.1.2011 ανέφερε ότι αυτή αφορούσε τις πρακτικές προώθησης της διάθεσης μετοχών και αξιογράφων κεφαλαίου που εκδίδονται από τις τράπεζες και είχε αποσταλεί μετά και από τις αναφορές που είχε κάνει ο τότε πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κ. ΧΧΧΧ Παπαχαραλάμπους στις 12.11.
- Αναφέρθηκε επίσης και στους επιτόπιους ελέγχους που διεξήγε η Εναγόμενη 11, οι οποίοι συμπλήρωναν τις άλλες μορφές ελέγχου, όπως αυτές που γίνονταν τηλεφωνικώς, μέσω αλληλογραφίας ή ηλεκτρονικά. Σε σχέση με τη Εναγόμενη 1 έγιναν, κατά την περίοδο 2008-2012, τρεις επιτόπιοι έλεγχοι (τον Μάρτιο του 2009 στην Ελλάδα για όλο τον Όμιλο, τον Μάρτιο του 2011 και τον lούλιο-Σεπτέμβριο του 2012). Τέλος ανέφερε ότι μέχρι τον lούνιο του 2011, που ο ίδιος αποσπάσθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Εναγόμενη 11 δεν είχε λάβει κανένα παράπονο από κάτοχο αξιογράφων της Εναγόμενης 1 αναφορικά με τα αξιόγραφα που είχε αγοράσει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Αρχίζοντας από τον Μ.Υ.1 θα πρέπει να λεχθεί ευθύς εξ αρχής ότι αυτός δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην πώληση αξιογράφων της Εναγόμενης 1, ούτε και προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Προσήλθε στο Δικαστήριο και κατέθεσε σχετικά με την υπόθεση έγγραφα που είχε στην κατοχή του, στα πλαίσια των καθηκόντων του. Ήταν σαφής ότι τα όσα στοιχεία και πληροφορίες παρέθεσε προκύπτουν κατά κύριο λόγο από τα εν λόγω έγγραφα. Δεν έχουν αμφισβητηθεί δε στα πλαίσια αυτά και συνεπώς γίνονται δεκτά τα ακόλουθα: · Από έγγραφα που κατέθεσε προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 είχε εφαρμόσει συγκεκριμένη διαδικασία σε σχέση με την υποβολή και παραλαβή αιτήσεων αγοράς αξιογράφων έκδοσης του
- Συγκεκριμένα: · Δεν γίνονταν δεκτές αιτήσεις αγοράς των αξιογράφων που δεν έφεραν αρίθμηση (βλ. τεκμήριο 21). · Οι αιτήσεις και τα Εμπιστευτικά Πληροφοριακά Μνημόνια θα ήταν αριθμημένα και θα δίνονται αποκλειστικά από το Τμήμα Επενδυτικής Τραπεζικής της θυγατρικής της Εναγόμενης 1, Marfin CLR (Financial Services) Ltd (βλ. τεκμήριο 29). · Αριθμημένα Εμπιστευτικά Πληροφοριακά Μνημόνια μπορούσαν να λαμβάνονται από συγκεκριμένους υπαλλήλους της Marfin CLR, μεταξύ των οποίων ο XXXXX Μιχαηλίδης (βλ. τεκμήριο 29). · Σε περίπτωση που πελάτης επιθυμούσε να προχωρήσει σε υποβολή αίτησης, η Εναγόμενη 1 θα έπρεπε να αποταθεί στην Marfin CLR ώστε να αποσταλεί στο υποκατάστημα της, έντυπο υποβολής αίτησης αγοράς αξιογράφων, με τον αύξοντα αριθμό του εκάστοτε ενδιαφερόμενου επενδυτή και Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο με το όνομα και τον αύξοντα αριθμό αυτού. · Στην προκειμένη η αίτηση της Ενάγουσας είναι το τεκμήριο 21 και φέρει τον αύξοντα αριθμό ΧΧΧΧ όπως και το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο που την αφορά, τεκμήριο
- · Στην προκειμένη όπως φαίνεται στο τεκμήριο 66 (Μητρώο Παράδοσης του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου που αφορά την πρώτη σειρά έκδοσης αξιογράφων του 2010) το τεκμήριο 5 στάληκε στις 27.4.2010 από τον ΧΧΧΧ Μιχαηλίδη («ΚΜ») στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 με αριθμό 061, δηλ. σε αυτό της Κάτω Πάφου και συγκεκριμένα στην εκεί υπάλληλο, ΧΧΧΧ Παναγιώτου. · Εδώ παρεμβάλω ότι η θέση που υποβλήθηκε στον Μ.Υ.1 κατά την αντεξέταση του ήταν ότι όλα τα έγγραφα που υπέγραψε η Ενάγουσα για αγορά των επίδικων αξιογράφων υπογράφτηκαν στις 27.4.
- · Από τα τεκμήρια 21 (όπου φαίνεται ότι η αίτηση καταχωρίστηκε στο εσωτερικό σύστημα της Εναγόμενης 1 στις 29.4.2010 και ώρα 12:29), 62 (δηλ. την απόδειξη χρέωσης της Εναγόμενης 1 όπου φαίνεται ότι ο λογαριασμός με αριθμό ΧΧΧΧ χρεώθηκε στις 29.4.2010 με το εν λόγω ποσό) και 63 (δηλ. την κατάσταση κίνησης του ως άνω λογαριασμού) προκύπτει ότι η πληρωμή του ποσού των €275.000 για αγορά των επίδικων αξιογράφων διεκπεραιώθηκε στις 29.4.
- · Ο πιο πάνω λογαριασμός (τεκμήριο 63) ήταν κοινός λογαριασμός (Joint account) της Ενάγουσας και του συζύγου της (Μ.Ε.1). Από το τεκμήριο 63 προκύπτει επίσης ότι ο λογαριασμός στις 27.4.2010 παρουσίαζε μηδενικά υπόλοιπα και ότι την ίδια ημέρα πιστώθηκαν σε αυτόν τέσσερις καταθέσεις τακτής προθεσμίας, δηλ. γραμμάτια και συγκεκριμένα τα με αριθμούς ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ και ΧΧΧΧ. Τα τρία εκ των γραμματίων ανήκαν αποκλειστικά στην Ενάγουσα ενώ το με αριθμό ΧΧΧΧ ανήκε από κοινού σε αυτήν και στον σύζυγο της και ήταν για ποσό €85.701,46 (βλ. τεκμήριο 64 κατάσταση κίνησης του γραμματίου). · Τα αξιόγραφα πρώτης σειράς του 2010 της Εναγόμενης 1 εκδόθηκαν στις 14.5.
- · Τα επίδικα αξιόγραφα παραχωρήθηκαν στην Ενάγουσα στις 14.5.2010 (βλ. επιστολή της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα ηµερ. 14.5.2010 - τεκμήριο 2). · Έκτοτε και μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2010, οι τριμηνιαίοι τόκοι που αναλογούσαν στα επίδικα αξιόγραφα κατατίθεντο, σύμφωνα με οδηγίες της Ενάγουσας, στον πιο πάνω κοινό λογαριασμό. Από τον Μάρτιο του 2011 και μέχρι την ημερομηνία αναστολής των τόκων δηλ. την 30.6.2012, οι τριμηνιαίοι τόκοι κατατίθεντο, σύμφωνα με περαιτέρω οδηγίες της Ενάγουσας, σε προσωπικό λογαριασμό αυτής με αριθμό ΧΧΧΧ (βλ. τεκμήριο 65 - κατάσταση κίνησης του λογαριασμού). · Μέχρι την ημερομηνία παύσης καταβολής τόκων εκ μέρους της Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα έλαβε ως τόκους το συνολικό ποσό των €41.601,36 (βλ. τεκμήριο 73). Όσον δε αφορά την λοιπή μαρτυρία του Μ.Υ.1 θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ήταν η θέση του στην κυρίως εξέταση ότι βάσει των πιο πάνω στοιχείων και με δεδομένο ότι η πληρωμή του ποσού των €275.000 διεκπεραιώθηκε στις 29.4.2010, η Ενάγουσα πήρε το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο στις 27.4.
- Από τις σχετικές με το θέμα απαντήσεις του στην αντεξέταση προκύπτει όμως ότι επρόκειτο για συμπέρασμα το οποίο στήριξε όχι βέβαια σε προσωπική γνώση αλλά στο ότι, ως είπε, σ' όλες οι περιπτώσεις που έχει ενδιατρίψει, ο εκάστοτε υποψήφιος επενδυτής σε αυτό το στάδιο είχε πάρει το Μνημόνιο. Πρόσθεσε όμως ότι δεν ξέρει εάν η Ενάγουσα το έχει λάβει σίγουρα. Από δε το τεκμήριο 66 προκύπτει ότι το τεκμήριο 5 στάληκε μεν στις 27.4.2010 αλλά όχι και ότι η Ενάγουσα το παρέλαβε εκείνη την ημέρα. Σε κάθε περίπτωση στην επανεξέταση του δήλωσε ρητά ότι από το τεκμήριο 66 εκείνο που προκύπτει είναι ότι το τεκμήριο 5 παραδόθηκε στην υπάλληλο ΧΧΧΧ Παναγιώτου και όχι ότι δόθηκε στην Ενάγουσα. Ως εκ των άνω το εν λόγω συμπέρασμα του δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Ήταν επίσης η θέση του ότι με την παράδοση των τεκμηρίων 14-20 στον Σύνδεσμο Κατόχων Τραπεζικών Αξιογράφων, ο κ. Ζαβρός παραβίασε το καθήκον εχεμύθειας και εμπιστευτικότητάς που προκύπτει τόσο από τους όρους εργοδότησης του στην Εναγόμενη 1 όσο και από την σύμβαση που υπέγραψε κατά την αποχώρησή του, χωρίς να ληφθεί η εξουσιοδότηση της Εναγόμενης 1 εφόσον πρόκειται για εσωτερικά έγγραφα αυτής και κατ' επέκταση εμπιστευτικά. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι παρά το ότι αναφορικά με τον τρόπο απόκτησης των εγγράφων εγέρθηκε ένσταση κατά τον χρόνο κατάθεσης τους, ιδίως από την πλευρά της Εναγόμενης 1, δεν εγέρθηκε οποιοδήποτε σχετικό θέμα στις τελικές αγορεύσεις. Συναφώς θεωρείται ως εγκαταλειφθέν και άρα δεν χρήζει εξέτασης και αξιολόγησης η σχετική μαρτυρία. Αναφορικά με το «Προειδοποιητικό Μήνυμα» που υπέγραψε η Ενάγουσα σύμφωνα με την Εναγόμενη 9, ο Μ.Υ.1 έδωσε πειστική εξήγηση γιατί αυτό δεν προσήχθη στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα εξήγησε ότι μετά την υπαγωγή της Εναγόμενης 1 σε καθεστώς εξυγίανσης, υπεγράφη στις 3.2.2014 συμφωνία παροχής υπηρεσιών μεταξύ αυτής και της Εναγόμενης 10, δια της οποίας η τελευταία ανέλαβε την διατήρηση και διαχείριση των αρχείων και πληροφοριών που είχε η πρώτη κατά τον χρόνο μεταβίβασης των εργασιών της. Λόγω του τεράστιου όγκου εγγράφων και αρχείων που μεταφέρθηκαν στην Εναγόμενη 10, η διαδικασία και προσπάθεια εξεύρεσης εγγράφων και πληροφοριών που αφορούν την κάθε υπόθεση έχει καταστεί χρονοβόρα και ως εκ των άνω δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί το εν λόγω έγγραφο. Τέλος δεν γίνεται δεκτή η θέση του ότι ήταν η Ενάγουσα που εκδήλωσε από μόνη της ενδιαφέρον για την αγορά αξιογράφων εφόσον από την αντεξέταση του προέκυψε ότι ούτε αυτό το γνώριζε προσωπικά αλλά ήταν και πάλι συμπέρασμα του, το οποίο εξήγε εκ του ότι αυτή αγόρασε αξιόγραφα. Όσον αφορά τον Μ.Ε.2 για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια, το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που μπορεί να γίνει δεκτό είναι αυτό που αφορά το πως περιήλθαν στην κατοχή του τα έγγραφα που κατέθεσε ως τεκμήρια 14-
- Συγκεκριμένα: Ενώ προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει τα εν λόγω έγγραφα δεν περιορίσθηκε σε αυτό αλλά προώθησε την θέση ότι όλοι οι κάτοχοι αξιογράφων εξαπατήθηκαν από την Εναγόμενη 1 με τον ίδιο τρόπο. Στήριξε δε την θέση αυτή και επί των εν λόγω εγγράφων. Υποστήριξε συγκεκριμένα ότι τα έγγραφα αναδεικνύουν την πολιτική και τον σχεδιασμό της Εναγόμενης 1 και δη ότι αυτή δεν τήρησε τα όσα έπρεπε και ότι έκανε σε όλες τις περιπτώσεις τα ίδια, ακολουθώντας την ίδια πολιτική και εξαπατώντας όλους τους κατόχους αξιογράφων. Παραδέχθηκε όμως κατά την αντεξέταση του, ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν αναφέρονται στην επίδικη περίπτωση αλλά και ότι δεν υποστηρίζουν την πιο πάνω θέση του. Παρά ταύτα, μεταβάλλοντας βασικά την θέση του, δήλωσε ότι στην πράξη και μάλιστα όχι μόνο όσον αφορά τον ίδιο αλλά και πολλούς άλλους κατόχους αξιογράφων με τους οποίους μίλησε, η Εναγόμενη 1 μέσω των υπαλλήλων της έκανε άλλα από αυτά που αναφέρουν τα έγγραφα και ως προς τούτο επικαλέσθηκε την δική του περίπτωση αλλά και άλλων που του ανέφεραν παρόμοια γεγονότα. Τα έγγραφα λοιπόν που παρουσίασε δεν υποστηρίζουν τις θέσεις του και σε κάθε περίπτωση αποτελεί βασική αρχή ότι κάθε υπόθεση κρίνεται στην βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων της και συναφώς το τι έγινε στην δική του περίπτωση ή σε άλλες ακόμη και παρόμοιες περιπτώσεις δεν μπορούν να γίνουν δεκτά και να οδηγήσουν σε συμπεράσματα για την επίδικη, για την οποία δεν είχε προσωπική γνώση. Πέραν δε των πιο πάνω δεν μπορεί να παραγνωρισθεί και το γεγονός ότι, δεδομένης της πιο πάνω θέσης του σε συνδυασμό με το ότι είναι τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και η εταιρεία του κάτοχοι αξιογράφων, που ως ανέφερε εξαπατήθηκαν και έχουν εγείρει για τον σκοπό αυτό δύο παρόμοιες με την παρούσα αγωγές που εκκρεμούν, αποτελεί πρόσωπο που έχει προσωπικό συμφέρον στο αποτέλεσμα της υπόθεσης. Αυτό προκύπτει δίχως αμφιβολία και από το ότι, ως ανέφερε κατά την αντεξέταση του, προσπαθεί να βοηθήσει το έργο και των υπόλοιπων κατόχων αξιογράφων, διότι ως είπε «είναι κοινό το πρόβλημα και η εξαπάτηση που είχε γίνει» και στα πλαίσια αυτά παραδέχθηκε ότι προσήλθε να καταθέσει για να βοηθήσει την Ενάγουσα ενώ πρόσθεσε ότι είναι και προς το δικό του συμφέρον να επιτύχει η αγωγή. Θέση είχε και για την Εναγόμενη 9 για την οποία είπε ότι ήταν η µόνη πιστοποιηµένη υπάλληλος της Εναγόμενης 1 στην Πάφο και υποστήριξε κατηγορηματικά ότι όχι μόνο ο ίδιος αλλά κανένας από τους αγοραστές αξιογράφων δεν την είδε. Στήριξε όμως αυτό σε υπόθεση και δη στο ότι η Εναγόμενη 9, όντας η μόνη για τον σκοπό αυτό δεν είχε τον χρόνο να δει όλους τους ενδιαφερόμενους και να τους κάνει την απαιτούμενη ενημέρωση αλλά και στο τι έγινε στην δική του περίπτωση. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή παρά μόνο όσον αφορά το πως περιήλθαν στην κατοχή του τα έγγραφα που κατέθεσε. Η Μ.Ε.4 ανέφερε κατά την μαρτυρία της ότι δεν γνωρίζει ούτε την Ενάγουσα, ούτε και τον σύζυγο της αλλά ούτε και τις συνθήκες πώλησης των επίδικων αξιογράφων. Ήλθε να καταθέσει, ως είπε, για όσα γνωρίζει και έζησε. Έτσι κατέθεσε για διάφορα θέµατα σε σχέση µε τον σχεδιασµό και τις τακτικές προώθησης των αξιογράφων του 2010 εκ µέρους της Εναγόμενης 1, κάνοντας αναφορά και στα τεκμήρια που κατέθεσε ο Μ.Ε.
- Από το σύνολο της μαρτυρίας της προκύπτει όμως ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ώστε να βοηθήσει την Ενάγουσα, εναντίον της πρώην εργοδότριας της Εναγόμενης 1, για την οποία τα συναισθήματα της, για προσωπικούς λόγους, κάθε άλλο παρά θετικά μπορούν να χαρακτηρισθούν. Αυτό προκύπτει από τα ακόλουθα: Ως ανέφερε ήταν από το 2007 διευθύντρια του υποκαταστήµατος της Εναγόµενης 1 στην Χλώρακα και αποχώρησε τον Αύγουστο του 2013 δηλ. 4 μήνες μετά το κούρεμα με το πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου. Αυτό, ως είπε έγινε, μετά από πολλές πιέσεις και εκφοβισμούς της διεύθυνσης. Αποκάλυψε ότι τόσο οι καταθέσεις της όσο και τα γραμμάτια που είχε στην Εναγόμενη 1 κουρεύτηκαν (συνολικού ύψους περίπου €700.000) το
- Για το θέμα αυτό κινήθηκε τόσο η ίδια όσο και ο αδελφός της δικαστικά με αγωγές εναντίον της Εναγόμενης 1 και την εκπροσωπεί το γραφείο του συζύγου της, το οποίο λειτουργεί και ως γραφείο επίδοσης του γραφείου που εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Η ίδια δεν επέλεξε να μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου κατά την αποχώρηση της από την Εναγόμενη 1 καθότι, ως είπε, μετά από αυτά που είχαν γίνει το 2013 δεν ήθελε να δουλεύει πλέον για αυτήν. Ερωτώμενη εάν αποχώρησε με φιλικό πνεύμα είπε ότι αποχώρησε κάτω από συνθήκες φοβερής πίεσης και εκφοβισμών αλλά και κατόπιν προφορικών οδηγιών και υπήρχε και θέμα κουρέματος του ταμείου προνοίας των υπαλλήλων, έτσι η ζημιά της ήταν μεγαλύτερη. Δέχθηκε δε ότι για όλα αυτά υπάρχει εκ μέρους της απογοήτευση, δυσαρέσκεια και πικρία προς την Εναγόμενη
- Δέχθηκε δε ότι για ίδια θέματα έδωσε μαρτυρία και σε άλλη αγωγή που αφορούσε αξιόγραφα λίγες μέρες πριν. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν λοιπόν ότι η Μ.Ε.4 εμφορείται από αρνητικά συναισθήματα έναντι της Εναγόμενης 1, κάτι που ως θα διαφανεί κατωτέρω επηρεάζει αρνητικά και την αξιοπιστία της επί των όσων κατέθεσε. Συγκεκριμένα προσπάθησε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι οι οδηγίες που δίδονταν από την διεύθυνση της Εναγόμενης 1 ήταν τέτοιες ώστε αυτή και οι συνάδελφοι της, κατά την ενημέρωση σε πελάτες, να επικεντρώνονται μόνο στα θετικά των αξιογράφων. Στα πλαίσια αυτά δέχθηκε μεν τα όσα αναγράφονται στα τεκμήρια που κατέθεσε ο Μ.Ε.2 αλλά ταυτόχρονα αναφέρθηκε γενικά και αόριστα σε προσωπικές οδηγίες και πιέσεις που είχαν. Σε κανένα σημείο όμως δεν ανέφερε ότι είχε προφορικές οδηγίες να λέει κάτι διαφορετικό από αυτό που αναγράφουν τα έγγραφα, ούτε να αποκρύπτει στοιχεία ή να δίνει ψευδή στοιχεία (όπως κατά πόσο επρόκειτο για αξιόγραφα, για την σχέση τους με χρηματιστήριο και κατά πόσο παρουσιαζόταν ως καταθετικό προϊόν). Απλώς αναφερόταν σε προφορικές πιέσεις για να προωθήσουν τα αξιόγραφα με έμφαση στο ότι θα χρησιμοποιούσαν ως όπλο το επιτόκιο. Δέχθηκε όμως από την άλλη ότι αυτό πράγματι ήταν δελεαστικό αλλά και ότι όσα αναφέρονταν ως «Selling Point's» στο τεκμήριο 29 που η ίδια κατέθεσε, ήταν αληθινά κατά τον ουσιώδη χρόνο. Μάλιστα ανέφερε ότι κανένας δεν πίστευε ότι η τράπεζα θα χρεωκοπούσε και άρα ότι στην χειρότερη περίπτωση οι κάτοχοι αξιογράφων δεν θα έπαιρναν τους τόκους. Όσα δε ακολουθούν δείχνουν ότι δεν είχε προσωπική γνώση για περιπτώσεις άλλες από αυτές του υποκαταστήματος της, από το οποίο, ως είπε, τους προσέγγισαν για τις εκδόσεις αξιογράφων από το 2008 μέχρι 2011, 10-15 πρόσωπα. Σε ερώτηση εάν υπήρξαν παράπονα από πελάτες τους απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι ήταν μικρό το κατάστημα. Σε άλλο σημείο όταν ρωτήθηκε σχετικά με έγγραφα που της ζητήθηκαν να παραδώσει είπε ότι εκείνη την περίοδο δημιουργήθηκε μεγάλος πανικός ανάμεσα στον κόσμο των αξιογράφων και ο κόσμος πήγαινε πανικόβλητος, ήθελε να μάθει τι είναι επιτέλους αυτά τα αξιόγραφα και φώναζε ότι τους ξεγέλασαν, ότι έχασαν τα λεφτά τους που τα φύλαγαν μία ζωή και ότι αυτοί ήταν υπεύθυνοι. Όταν της τέθηκε όμως ότι πριν ανέφερε ότι στο δικό της κατάστημα δεν υπήρχαν παράπονα, από την απάντηση που έδωσε προκύπτει ότι δεν αναφερόταν στο δικό της κατάστημα αλλά στα όσα άκουγε από συναδέλφους της. Ανέφερε δε ότι δική τους δουλειά ως διευθυντές ήταν να προωθήσουν προς πώληση τα αξιόγραφα και συγκεκριμένα η προσέγγιση και προσέλκυση πελατών μέσα από την παρουσίαση των «Selling Point's» χωρίς να αναφέρονται στους τεχνικούς όρους και μετά οι πελάτες παραπέμπονταν στην εξουσιοδοτημένη υπάλληλο, για τα υπόλοιπα προς ολοκλήρωση της πράξης. Αυτό αναιρεί όμως ουσιαστικά την θέση της ότι υπήρχε πίεση υπό την έννοια την αρνητική, ως το έθεσε στην κυρίως εξέταση της. Όσον δε αφορά την Εναγόμενη 9 είπε στην κυρίως εξέταση ότι σε πολλές περιπτώσεις ο εκάστοτε πελάτης υπέγραφε τα έγγραφα και ακολούθως, όποτε µπορούσε η Εναγόμενη 9 πήγαινε να τα συµπληρώσει και να τα συνυπογράψει. Ανέφερε επίσης ότι η Εναγόμενη 9 ήταν η μόνη στην Πάφο και ως εκ τούτου αυτή ήταν η πρακτική, διότι δεν µπορούσε εκ των πραγµάτων να είναι παρούσα σε κάθε συνάντηση µε υποψήφιους πελάτες. Στην αντεξέταση της όμως είπε ότι δεν γνωρίζει εάν η Εναγόμενη 9 ήταν παρούσα κατά την υποβολή της αίτησης για αγορά των επίδικων αξιογράφων. Ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο η Ενάγουσα και o σύζυγός της ενημερώθηκαν από την Εναγόμενη
- Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο στις περιπτώσεις που έγινε πώληση από το υποκατάστημα της, η διαδικασία έγινε από την Εναγόμενη 9 είπε ότι έγινε από την Εναγόμενη 9 είτε εκεί, είτε τηλεφωνικά. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.4 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Τόσο ο Μ.Υ.3 όσο και ο Μ.Υ.4 δηλ. οι δύο λειτουργοί της Εναγόμενης 11 αναφέρθηκαν κατά την μαρτυρία τους στις εγκυκλίους, ενέργειες και ελέγχους στους οποίους προέβη η Κεντρική Τράπεζα στα πλαίσια της λειτουργίας της ως εποπτικού για τις τράπεζες οργάνου με βάση το Νόµο 144(Ι)/2007, κατά την περίοδο από την θέση αυτού σε ισχύ αλλά και στην συνέχεια και ιδιαίτερα όσον αφορά την έκδοση αξιογράφων κεφαλαίου από την Εναγόμενη
- Ως προς το ότι η Εναγόμενη 11 προέβη στα πιο πάνω, η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται δεκτή. Προωθήθηκε κατά την αντεξέταση τους και η θέση ότι η Εναγόμενη 11 όφειλε, στα πλαίσια άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων, να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες ώστε να διασφαλίσει ότι η Εναγόμενη 1 συμμορφώθηκε με όλες τις υποχρεώσεις που είχε δυνάμει του πιο πάνω Νόμου, κατά την έκδοση των επίδικων αξιογράφων. Τα όσα όμως αυτοί απάντησαν σχετικά δεν είναι αντικείμενο αξιολόγησης εφόσον αποτελούν ουσιαστικά την γνώμη τους επί ενός εκ των νομικών θεμάτων το οποίο στην προκειμένη είναι αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφασίσει και συγκεκριμένα αναφορικά με το κατά πόσο η Εναγόμενη 11 άσκησε ορθά και πλήρως τον εποπτικό της ρόλο. Εδώ αναφορά θα πρέπει να γίνει και στα ευρήµατα στα οποία κατέληξε η Εναγόμενη 11 στην Έκθεση Ειδικού Ελέγχου (τεκμήριο 55) και στην τελική απόφαση αυτής επί του πιο πάνω Ελέγχου ηµερ. 26.9.2013 (τεκμήριο 56). Όσον αφορά αυτά πρέπει να λεχθεί ότι δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση στηρίχθηκαν σε γενικά δεδομένα και στοιχεία και σίγουρα όχι στο τι έγινε στην προκειμένη, που είναι το αντικείμενο κρίσης και δεν μπορεί να αποφασισθεί παρά μόνο στην βάση των συγκεκριμένων γεγονότων της, στο μέτρο που αυτά προκύπτουν από την μαρτυρία που τέθηκε και θα αποτελέσουν ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Εξετάζοντας την μαρτυρία της Ενάγουσας και του συζύγου της (Μ.Ε.1) της τόσο ξεχωριστά όσο και μεταξύ τους αλλά και σε αντιπαραβολή προς την υπόλοιπη μαρτυρία και τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτή χαρακτηριζόταν από αντιφάσεις, ασυνέπειες, υπεκφυγές καθώς και από θέσεις που δεν βρίσκουν έρεισμα στην λογική ή στερούνται πειστικότητας αλλά και από θέσεις που διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία που έγινε δεκτή. Τα πιο κάτω είναι ενδεικτικά: Πρώτο θέμα εξέτασης αποτελεί η μαρτυρία τους αναφορικά με την κατανόηση των ελληνικών από την Ενάγουσα, η οποία είναι Γαλλίδα καθώς και η δυνατότητα της να διαβάζει και να γράφει ελληνικά. Τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της προέβαλαν το θέμα αυτό σε συνδυασμό με το ότι, ως υποστήριξαν, κατά την υπογραφή των εγγράφων για την αγορά των αξιογράφων η υπάλληλος της Εναγόμενης 1 υπέδειξε στην Ενάγουσα που να υπογράψει και την καθησύχασε ότι η υπογραφή ήταν καθαρά τυπική διαδικασία και δεν έχει υπάρχει πρόβλημα ως εκ των άνω. Θα πρέπει να λεχθεί ευθύς εξ αρχής ως προς τούτο ότι ο Μ.Ε.1 προσπάθησε να πείσει, υπερβάλλοντας ότι η σύζυγος τού όχι μόνο δεν γνώριζε να διαβάζει και να γράφει ελληνικά αλλά και ότι δεν τα αντιλαμβανόταν επαρκώς. Αυτό παρά το ότι, ως ο ίδιος ανέφερε, η Ενάγουσα βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και 32 χρόνια, μεταξύ τους συνεννοούνται στα γαλλικά και ενίοτε στα ελληνικά και με τα δύο παιδιά τους συνεννοείται στα γαλλικά και στα ελληνικά, ενώ από την πρώτη μέρα που ήλθε στην Κύπρο διδάσκει γερμανικά σε ιδιωτικό φροντιστήριο. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε εύλογα εάν αυτή διδάσκει και ελληνόγλωσσους, υπεκφεύγοντας ανέφερε βασικά, χωρίς να εξηγήσει, ότι είναι αντιπαιδαγωγική μέθοδος η μετάφραση της διδασκόμενης γλώσσας στην μητρική γλώσσα του διδασκόμενου. Ερωτώμενος εάν η Ενάγουσα γνωρίζει αρκετά καλά ελληνικά ώστε να μιλά και να συνεννοείται με τον κόσμο είπε ότι τότε γνώριζε ακόμη λιγότερα ενώ σήμερα τα μιλά πολύ ικανοποιητικά. Ήταν δηλ. εμφανής η προσπάθεια του να πείσει ότι κατά τον επίδικο χρόνο και ενώ διέμενε για 22 συναπτά έτη στην Κύπρο, η Ενάγουσα δεν μιλούσε και δεν αντιλαμβανόταν καλά τα ελληνικά, κάτι που δεν είναι λογικό για κάποιον που ενόψει και των άλλων προαναφερόμενων περιστάσεων, ζει στην Κύπρο για τόσα χρόνια. Η πιο πάνω δε θέση του Μ.Ε.1 έρχεται δε σε αντίθεση με το ότι, ως υποστήριξε σε άλλο σημείο, όσον αφορά το άνοιγμα ή ανανέωση γραμματίων της στο παρελθόν δηλ. πριν το 2010, αυτός κάποτε πήγαινε μαζί της αλλά ποτέ για να την συμβουλεύσει ή να της εξηγήσει κάτι αλλά και ότι τέτοια ανανέωση δεν γινόταν μόνο στο υποκατάστημα που ήταν ο κ. Ζαβρός, στον οποίο είχαν εμπιστοσύνη. Να λεχθεί δε ότι όσον αφορά τους διαλόγους που έγιναν μεταξύ της συζύγου του και του κ. Ζαβρού (στο τηλέφωνο πριν την αγορά των αξιογράφων), της υπαλλήλου της Εναγόμενης 1 (κατά την υπογραφή των εγγράφων) και της κοπέλας που της τηλεφώνησε μετά (για τον αριθμό του μητρώου χρηματιστηρίου), ο Μ.Ε.1 δεν ήταν παρών αλλά μετέφερε τα όσα του είπε η Ενάγουσα. Όσον δε αφορά την τελευταία επικοινωνία είπε ότι η σύζυγος του το μόνο που κατάλαβε ήταν η λέξη χρηματιστήριο που άκουε καθημερινά από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν η Ενάγουσα παρακολουθεί ειδήσεις και ακούει ραδιόφωνο στα ελληνικά, αντιλαμβανόμενος την ασυνέπεια της θέσης του, απάντησε αρνητικά και για να το δικαιολογήσει είπε ότι για κάποιον που ξέρει τρεις λέξεις ελληνικά όταν άνοιγαν την τηλεόραση δεν άκουγαν τίποτε άλλο παρά την λέξη χρηματιστήριο. Να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια να ακούσει και να παρακολουθήσει την Ενάγουσα κατά την ένορκη κατάθεση της. Αυτή παρά το ότι θα μπορούσε να καταθέσει στην γαλλική γλώσσα με μεταφραστή προτίμησε να το κάνει στα ελληνικά. Κατά την μαρτυρία της λοιπόν φαινόταν να αντιλαμβάνεται πλήρως τις ερωτήσεις, με εξαιρέσεις κάποιες μεμονωμένες λέξεις για τις οποίες αμέσως ζητούσε διευκρίνιση και οι απαντήσεις της δίδονται σε αρκετά καλά ελληνικά με εξαίρεση και πάλι κάποιες λέξεις που απλά δεν προέφερε ορθά όπως π.χ. «χρημαστήριο» αντί χρηματιστήριο, «ελκυθριστικό» αντί ελκυστικό και «νέωση» αντί ανανέωση. Κρίνεται δε μη λογική η θέση της για την γνώση της στην ελληνική γλώσσα και εξηγώ. Στην αντεξέταση της είπε ότι εκτός από γαλλικά και γερμανικά, μιλά, γράφει και διαβάζει αγγλικά ενώ όσον αφορά τα ελληνικά γνωρίζει τέτοια ώστε να συνεννοείται και να πηγαίνει στο σούπερμαρκετ. Όταν εύλογα της τέθηκε γιατί παρά το ότι ασχολείται με τις γλώσσες και εδώ και 30 χρόνια διαμένει στην Κύπρο, δεν έμαθε καθόλου το ελληνικό αλφάβητο έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι τις άλλες γλώσσες τις έμαθε γιατί βρισκόταν σε χώρο που μάθαινε να γράφει ενώ τα ελληνικά ήλθε εδώ και έπρεπε να τα μιλά. Είναι δε παράδοξο για ένα πρόσωπο που ζει τόσα χρόνια στην Κύπρο, η οικογένεια της μιλά ελληνικά και ασχολείται μάλιστα με την διδασκαλία ξένης γλώσσας και σε ελληνόγλωσσους, να μην ξέρει, ως είπε, καν να γράφει σωστά στα ελληνικά ούτε το όνομα της και να μαντεύει τι γράφουν οι πινακίδες. Όσον αφορά τις ανανεώσεις γραμματίων της που έκανε στο παρελθόν δέχθηκε ότι τα έγγραφα που υπέγραφε ήταν πάντα στα ελληνικά. Όμως παρά τα πιο πάνω, ως λέχθηκε και για τον Μ.Ε.1 ποτέ δεν ζήτησε από αυτόν, ούτε καν την πρώτη φορά, έστω να τα διαβάσει εκ μέρους της ούτε και μετάφραση τους. Επανέλαβε ό,τι και ο σύζυγος της, ότι δηλ. το είχε κάνει πολλές φορές και ο κ. Ζαβρός ήταν φίλος του συζύγου της και είχε πολλή εμπιστοσύνη. Δεν εξήγησε όμως τι γινόταν όταν υπέγραφε τέτοια έγγραφα σε άλλα υποκαταστήματα της Εναγόμενης
- Όσον δε αφορά τα έγγραφα για την αγορά των αξιογράφων και παρά το ότι από τα όσα είπε, φαίνεται ότι αντιλήφθηκε τουλάχιστον ότι ήταν κάτι διαφορετικό ως προς το επιτόκιο και τον χρόνο διάρκειας, δεν ρώτησε τον σύζυγο της που βρισκόταν εκεί, εάν είναι εντάξει να υπογράψει. Του είπε απλώς ότι θέλει να το κάνει και δεν τον ρώτησε εάν συμφωνεί. Περαιτέρω και ενώ αντιλήφθηκε ότι όλα τα έγγραφα ήταν στα ελληνικά δεν ρώτησε εάν τέτοια υπήρχαν στα αγγλικά, στα γαλλικά ή στα γερμανικά, υποστηρίζοντας στην ουσία ότι αυτό που αντιλήφθηκε είναι ότι επρόκειτο για ανανέωση γραμματίου, θέση που ως θα διαφανεί στην συνέχεια δεν είναι πειστική. Δέχθηκε δε ότι κανένας δεν την υποχρέωσε να υπογράψει τα έγγραφα, ούτε της απαγόρευσε να τα μελετήσει ή να ζητήσει από τον σύζυγό της να τα διαβάσει, ούτε της είπε ότι δεν χρειάζεται να μιλήσει με δικηγόρο, λογιστή ή κάποιον που κατέχει από οικονομικά. Άλλο θέμα στο οποίο παρουσιάσθηκε ασυνέπεια κατά την μαρτυρία των δύο είναι ως προς το σε ποιον ανήκαν τα χρήματα με τα οποία αγοράστηκαν τα επίδικα αξιόγραφα και που κατατίθεντο οι τόκοι αυτών. Ως προς τούτο ο Μ.Ε.1 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ανήκαν στην σύζυγο του, η οποία τα διατηρούσε για πολλά χρόνια υπό μορφή καταθέσεων τακτής προθεσμίας (γραμμάτια). Στην αντεξέταση του είπε μάλιστα με βεβαιότητα ότι τα γραμμάτια ήταν αποκλειστικά στο όνομα της Ενάγουσας και ότι τα χρήματα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν από γραμμάτιο αυτής. Ως όμως έχει αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, προκύπτει ότι τα χρήματα αυτά χρεώθηκαν από λογαριασμό που ήταν κοινός της Ενάγουσας και του Μ.Ε.1 αφού προηγουμένως πιστώθηκαν σε αυτόν 4 γραμμάτια, ένα εκ των οποίων (για ποσό €85.701,46 που είναι σχεδόν το 1/3 του συνολικού ποσού αγοράς) ήταν στο όνομα και των δύο. Περαιτέρω από την μαρτυρία προκύπτει ότι από τις 14.5.2010 (ημερομηνία απόκτησης των αξιογράφων από την Ενάγουσα) μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2010, οι τριμηνιαίοι τόκοι που αναλογούσαν στα επίδικα αξιόγραφα κατατίθεντο, σύμφωνα με οδηγίες της Ενάγουσας, στον πιο πάνω κοινό λογαριασμό. Ο Μ.Ε.1 παρά ταύτα ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τίποτα για τον εν λόγω λογαριασμό και όταν ρωτήθηκε σχετικά παρέπεμψε για απάντηση στον κ. Ζαβρό, χωρίς όμως να εξηγήσει γιατί. Σε άλλη δικάσιμο δε, όταν συνεχίσθηκε η αντεξέταση του, τοποθετήθηκε διαφορετικά για το όλο θέμα. Συγκεκριμένα συμφώνησε πλέον ότι πρόκειται για κοινό λογαριασμό αλλά ανέφερε ότι τα λεφτά ανήκαν στην σύζυγο του και δεν ξέρει «γιατί μπήκε ή ο ένας ή ο άλλος». Είπε δε ότι ο λόγος που βρίσκονται και τα δύο ονόματα δεν είναι από κοινού αλλά είναι ή ο ένας ή ο άλλος και ότι μπορεί να το έβαλε έτσι ο κ. Ζαβρός, υποθέτοντας τον λόγο. Στην συνέχεια σε αντίθεση με προηγουμένως δεν απέκλεισε κάποια από τα γραμμάτια να ήταν κοινά με την σύζυγο του, υποστηρίζοντας και πάλι ότι όλα τα χρήματα ήταν εκείνης και δεν θυμάται να είχαν κοινό λογαριασμό. Δεν έμεινε όμως εκεί αλλά πρόσθεσε ότι εάν είχαν «ήταν για σκοπούς γραφειοκρατικούς» χωρίς και πάλι να εξηγήσει, ενώ λίγο μετά είπε ότι δεν θυμάται εάν είχε το όνομα του επειδή αυτός ήταν Κύπριος. Δεν κρίνεται όμως πειστική η όλη θέση του να μην γνωρίζει και να μην μπορεί να δώσει θετικά κάποια εξήγηση επί του θέματος έστω και σήμερα. Από την άλλη η Ενάγουσα στην κυρίως εξέταση της ανέφερε βασικά ότι τα χρήματα ήταν σε δικό της γραμμάτιο (αναφερόμενη σε ενικό αριθμό) κάτι που υποστήριξε και στην αντεξέταση, λέγοντας ότι προήλθαν από ότι νομίζει από ένα γραμμάτιο και ότι αυτό δεν ήταν κοινό με τον σύζυγο της. Όταν όμως της υποδείχθηκε το τεκμήριο 21 και ο συγκεκριμένος λογαριασμός και ρωτήθηκε εάν αυτός ήταν κοινός είπε ότι δεν θυμάται αλλά μάλλον ήταν κοινός. Σε υποβολή ότι δεν είχαν ένα γραμμάτιο αλλά περισσότερα είπε ότι νομίζει ότι ήταν ένα αλλά μπορεί να είχαν και λίγα λεφτά σε άλλο λογαριασμό. Όταν της τέθηκε ότι χρησιμοποιήθηκαν λεφτά που ήταν τοποθετημένα σε 4 γραμμάτια, ένα εκ των οποίων ήταν κοινό με τον σύζυγο της είπε ότι δεν είναι σίγουρη πόσα ήταν. Εδώ να σημειωθεί ότι δεν ήταν η θέση τους ότι έγινε οποιαδήποτε διευθέτηση για το θέμα από τον κ. Ζαβρό ή άλλο πρόσωπο κατά τον επίδικο χρόνο. Εξέτασης χρήζει και η θέση του Μ.Ε.1 αναφορικά με το πότε υπογράφτηκαν τα έγγραφα για την αγορά των αξιογράφων. Ως θα εξηγηθεί αυτό δεν είναι μεν ουσιώδες ως προς τον χρόνο υπογραφής (δεν αμφισβητήθηκε ότι τα έγγραφα υπογράφηκαν από την Ενάγουσα στις 27.4.2010), αλλά δεν παύει να άπτεται της αξιοπιστίας του εφόσον δείχνει ότι η όλη παλινδρομική στάση του ήταν σκόπιμη και δη απέβλεπε στην δημιουργία αρνητικών εντυπώσεων για τις Εναγόμενες 1 και
- Συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση του υποστήριξε βασικά ότι τόσο το τηλεφώνημα που προηγήθηκε στην σύζυγο του από τον κ. Ζαβρό όσο και η συνάντηση μαζί του που ακολούθησε, έγιναν τον Μάιο του 2010 και όχι τον Απρίλιο. Στην αντεξέταση του είπε ότι δεν θυμάται εάν αυτό ήταν στις αρχές, στα μέσα ή στα τέλη Μαΐου. Αυτό όμως για τα μέσα και τέλη του Μαΐου σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ισχύει εφόσον με το τεκμήριο 2 που έστειλε η Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα και φέρει ημερ. 14.5.2020 την ενημερώνει ότι απέκτησε ήδη τα αξιόγραφα. Όταν σε άλλο σημείο ρωτήθηκε εάν ήταν τον Μάιο, μη όντας πλέον βέβαιος, είπε ότι νομίζει πως ναι. Όταν όμως σε άλλο σημείο του υπεδείχθη στο τεκμήριο 21 η ημερομηνία 27.4.10 και του υποβλήθηκε ότι τότε η σύζυγος του προέβη στην αγορά των αξιογράφων, δεν το δέχθηκε λέγοντας ουσιαστικά ότι η ημερομηνία και άλλα συμπληρώθηκαν αργότερα και ότι η ημερομηνία τέθηκε από την Εναγόμενη 9, μετά την υπογραφή. Δεν εξήγησε όμως πως γνώριζε τι ήταν επακριβώς συμπληρωμένο στα έγγραφα ενώ, ως ο ίδιος ισχυρίσθηκε, δεν ήταν παρών στο γραφείο όπου υπέγραψε η σύζυγος του και δεν είδε τα έγγραφα. Συνέχισε δε να υποστηρίζει ότι η σύζυγος του υπέγραψε στις αρχές Μαΐου και επέμενε ότι «μπήκαν οι ημερομηνίες που βόλευαν την Τράπεζα» χωρίς και πάλι να εξηγήσει γιατί βόλευαν την τράπεζα. Όταν δε μετά του ζητήθηκε να ξεκαθαρίζει πότε έγινε τελικά η συνάντηση είπε ότι δεν θυμάται και νομίζει ότι είναι αρχές Μάϊου. Είπε δε ότι το μήνυμα που θέλει να δώσει είναι ότι δεν υπήρχαν ημερομηνίες όταν υπέγραψε η σύζυγος του και ότι αυτές τις έβαλε η τράπεζα, κάτι που δείχνει φανερά την προσπάθεια του να δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις. Σε άλλο σημείο όταν του υποδείχθηκε η ημερομηνία 27.4.2010 στα τεκμήρια 3 και 4 ήταν πλέον κατηγορηματικός ότι η συνάντηση έγινε αρχές Μαΐου και όχι 27.4.2010, θέση την οποία υποστήριξε με τον ίδιο τρόπο και στην συνέχεια. Σε επόμενη δικάσιμο όταν συνεχίσθηκε η αντεξέταση του και του υποδείχθηκε ο αριθμός στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 5 (Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο) που είναι ο ίδιος με αυτό στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 21 επανέλαβε ότι έχει υπογραφτεί τον Μάϊο και η τράπεζα για λόγο που δεν γνωρίζει έβαλε άλλη ημερομηνία. Δεν εξήγησε όμως και δεν προκύπτει από την λοιπή μαρτυρία να υπήρχε κάποιος λόγος η τράπεζα να κάνει κάτι τέτοιο. Απέρριψε δε ότι η αίτηση τεκμήριο 21 υπογράφθηκε στις 27.4.2010 καθώς και ότι τα χρήματα για την αγορά των αξιογράφων χρεώθηκαν από τον κοινό τους λογαριασμό στις 29.4.
- Ως προς το τελευταίο όμως προκύπτει σαφώς από τα τεκμήρια 62 και 63 ότι αυτό έγινε στις 29.4.2010 και δείχνει ότι η συνάντηση και η υπογραφή δεν μπορεί να έγιναν τον Μάιο του 2010 εφόσον δεν είναι λογικό η πληρωμή του αντιτίμου για την αγορά των αξιογράφων να έγινε πριν την υπογραφή των σχετικών εγγράφων. Εδώ να λεχθεί ότι η Ενάγουσα είπε ότι δεν θυμόταν πότε υπέγραψε τα έγγραφα, χωρίς όμως να είναι κάθετη ως προς το εάν αυτό έγινε τέλος Απριλίου ή αρχές Μαΐου. Όσον δε αφορά τα έγγραφα, η ίδια που είχε προσωπική αντίληψη, σε αντίθεση με τον Μ.Ε.1 που είπε ότι δεν ήταν παρών και εντούτοις ήταν κατηγορηματικός, ανέφερε ότι δεν θυμάται εάν ήταν κενά ή ήδη συμπληρωμένα, όταν υπέγραψε. Αντίφαση και ασυνέπεια παρουσιάζει η μαρτυρία τους και ως προς το χρόνο που συμπληρώθηκε στην αίτηση (τεκμήριο 21), ο «Αριθμός Μερίδας Επενδυτή» στο μέρος «Στοιχεία Αποθετηρίου». Σε σχέση με αυτό να λεχθεί ότι το τεκμήριο 21, είναι συμπληρωμένο, φέρει ημερ. 27.4.2010 και φέρει χειρόγραφα και τον «Αριθμό Μερίδας Επενδυτή», που ως δέχθηκαν τόσο η Ενάγουσα όσο και ο σύζυγος της είναι ο αριθμός της πρώτης. O Μ.Ε.1 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι αρκετές μέρες μετά την υπογραφή των εγγράφων, η Εναγόµενη 1 τους απέστειλε ταχυδροµικώς διάφορα έγγραφα (τα τεκμήρια 2-5) ενώ έγινε και τηλεφωνική επικοινωνία από υπάλληλο της Εναγόµενης 1, η οποία ζητούσε να µάθει εάν η Ενάγουσα είχε αριθµό µητρώου στο χρηµατιστήριο. Στην αντεξέταση του δεν δέχθηκε ότι τα στοιχεία αυτά τα έδωσε η σύζυγος του κατά την υπογραφή της αίτησης δηλ. στις 27.4.
- Όταν του υποδείχθηκαν τα όσα αναφέρονται σχετικά στην σελίδα 4 του τεκμηρίου 21 και το γεγονός ότι με το τεκμήριο 2 στις 14.5.2010 ενημερώθηκε η σύζυγος του από την Εναγόμενη 1 ότι της παραχωρήθηκαν τα αξιόγραφα και του υποβλήθηκε ότι δεν θα μπορούσε να εξετασθεί καν η αίτηση πόσο μάλλον να της παραχωρηθούν τα αξιόγραφα εάν δεν τηρείτο αριθμός μητρώου στο χρηματιστήριο, απάντησε υπεκφεύγοντας. Ήταν δηλ. η θέση του ότι αυτοί έδωσαν τον αριθμό μητρώου και άρα το στοιχείο αυτό συμπληρώθηκε στην αίτηση μετά το εν λόγω τηλεφώνημα δηλ. πολλές μέρες μετά την υπογραφή της αίτησης αλλά και μετά την παραλαβή με το ταχυδρομείο των τεκμηρίων 2-
- Η θέση του όμως αυτή δεν μπορεί να ευσταθεί και εξηγώ. Από όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του σε σχέση με τον χρόνο που έγιναν τα γεγονότα συνάγεται ότι είτε πρώτα παραλήφθηκαν τα έγγραφα και μετά έγινε το τηλεφώνημα είτε αυτά έγιναν ταυτόχρονα και σίγουρα όχι ότι προηγήθηκε το τηλεφώνημα, κάτι που όμως δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό καθότι σύμφωνα με την διαδικασία πώλησης των αξιογράφων, πριν την απόκτηση τους η αίτηση έπρεπε να ήταν δεόντως συμπληρωμένη και ως προς την μερίδα του επενδυτή. Με άλλα λόγια εάν δεν συμπληρωμένη δεν θα μπορούσε η Εναγόμενη 1 να παραχωρήσει τα αξιόγραφα. Όμως στο τεκμήριο 2 που σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 τους στάληκε ταχυδρομικώς με τα άλλα έγγραφα, αναγράφεται ο αριθμός μερίδας επενδυτή και με αυτό ενημερώνεται η Ενάγουσα ότι της παραχωρήθηκαν ήδη τα αξιόγραφα και άρα το τηλεφώνημα εάν έγινε έπρεπε να είχε γίνει πριν την παραλαβή των εγγράφων. Εδώ να αναφερθεί ότι σε αντίθεση με τον Μ.Ε.1 η Ενάγουσα ήταν κατηγορηματική ότι πρώτα έγινε το τηλεφώνημα και μετά παρέλαβαν ταχυδρομικά τα έγγραφα. Περαιτέρω στην αντεξέταση της ανέφερε ότι όλα τα έγγραφα τα υπέγραψε την ίδια ημέρα. Αυτή δε που είδε τα έγγραφα πριν την υπογραφή, σε αντίθεση με τον Μ.Ε.1 που δεν τα είδε ως είπε, δεν ήταν σίγουρη εάν αυτά ήταν ήδη συμπληρωμένα. Όταν ρωτήθηκε εάν για τα γραμμάτια που είχε, της είχαν ζητήσει ποτέ αριθμό χρηματιστηρίου απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε ότι τους είπαν ότι είναι ένα νέο σχέδιο και δεν γνωρίζει ποια τεχνικά βάζουν σε αυτό αλλά πάντως δεν τους είπαν για μετοχές. Περαιτέρω όταν ρωτήθηκε εάν μετά από το τηλεφώνημα, εφόσον ανησύχησε από την αναφορά της λέξης χρηματιστήριο πήγαν να βρουν τον κ. Ζαβρό, ως θα ήταν αναμενόμενο μιας και, σύμφωνα με την εκδοχή τους, αυτός τους πρότεινε το νέο σχέδιο και του είχαν εμπιστοσύνη, απάντησε αρνητικά. Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι προέβαλαν την εν λόγω θέση για να πείσουν ότι δεν τους ενημέρωσαν για την όποια σχέση του «σχεδίου» με το χρηματιστήριο και ότι η Εναγόμενη 1 τους απέκρυψε ή δεν αποκάλυψε ουσιώδη στοιχεία αλλά και ότι δεν γνώριζαν ότι επρόκειτο για αξιόγραφα. Ουσιώδης κρίνεται και η θέση τους ως προς το τι αντιλήφθηκαν ότι αποτελούσε αυτό το «σχέδιο». O Μ.Ε.1 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι η Ενάγουσα προσεγγίστηκε τηλεφωνικώς από τον κ. Ζαβρό, για να την ενημερώσει για ένα ελκυστικό καταθετικό σχέδιο που προορίζετο για καλούς φίλους και πελάτες. Μετά από αυτό επισκέφθηκαν το υποκατάστηµα της Εναγόμενης 1 και ο κ. Ζαβρός τους παρουσίασε το σχέδιο ως ένα νέο αναβαθµισµένο καταθετικό σχέδιο καλύτερο από γραµµάτιο. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 επρόκειτο για μια ασφαλή και ιδανική επένδυση καθώς το κεφάλαιο και η τοκοφορία ήταν εξασφαλισµένα ενώ τα χρήµατα, τα οποία ήταν κατατεθειμένα στα γραµµάτια θα µεταφέροντο στο νέο σχέδιο χωρίς κάποια ποινή, λόγω πρόωρης ανάληψης. Ο κ. Ζαβρός τους διαβεβαίωσε δε ότι µετά από 5 χρόνια τα χρήµατα θα επιστρέφονταν και αν η Ενάγουσα χρειαζόταν χρήµατα προηγουμένως, θα της χορηγείτο δάνειο ισόποσο µε το ποσό που θα κατέθετε για το νέο αυτό σχέδιο µε το ίδιο ή και µε χαµηλότερο επιτόκιο. Στην αντεξέταση του όμως, όσον αφορά το τηλεφώνημα ανέφερε ότι η σύζυγος τού είπε ότι ο κ. Ζαβρός πήρε για να της πει κάτι για το γραμμάτιο, να τους εξηγήσει και πρέπει να πάνε εκεί. Της είπε για κάτι «πολύ καλό», «ελκυστικό», κάτι που είναι διαφορετικό από αυτό που ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι δηλ. επρόκειτο για καταθετικό σχέδιο. Ενώ λοιπόν ο ίδιος δεν άκουσε την τηλεφωνική συνομιλία, από τα όσα του μετέφερε η σύζυγος του για αυτήν, δεν προκύπτουν τα όσα πολύ συγκεκριμένα είπε στην κυρίως εξέταση του. Όταν του υποδείχθηκε τι είπε στην κυρίως εξέταση, αντιλαμβανόμενος το πιο πάνω και την ασυνέπεια στην θέση του, απάντησε βασικά ότι αυτά τα «επανέλαβε» μπροστά του ο κ. Ζαβρός όταν πήγαν στην τράπεζα. Σε σχέση δε με την αναφορά του σε «καταθετικό», μια απάντηση που έδωσε σε σημείο στην αντεξέταση του δείχνει ότι ο ίδιος θεώρησε ότι ήταν τέτοιο καθότι αφορούσε γραμμάτιο. Όταν του τέθηκε ότι στην κυρίως εξέταση του δεν μίλησε για ανανέωση αλλά για αναβαθμισμένο νέο σχέδιο, είπε ότι ο κ. Ζαβρός εκεί τους ανέφερε ότι έχει ένα σχέδιο για καλούς φίλους και πελάτες που δίνει επιτόκιο 7%. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης υποστήριξε πλέον ότι ο κ. Ζαβρός τους είπε ότι υπάρχει ένα σχέδιο, όχι καταθετικό, αλλά αξιόλογο, πολύ καλό, ελκυστικό για φίλους ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι τότε εξέλαβαν το σχέδιο ως ένα αναβαθμισμένο γραμμάτιο καλύτερο από αυτό που είχαν. Είπε δε ότι από όλα που τους είπε ο κ. Ζαβρός η σύζυγος του δήθεν δεν χρειαζόταν μετάφραση αλλά να ακούσει ότι ήταν «πολύ καλό σχέδιο, πολύ καλό». Όταν ρωτήθηκε εάν δεν ένιωσε την ανάγκη να μεταφράσει στην σύζυγο του τι έλεγε ο κ. Ζαβρός την στιγμή που θα έβαζε €275.000 απάντησε «Ποιος θα έφερε ένσταση εκεί που είχε επιτόκιο 5% να του δίνουν 7%; Ούτε και εγώ δεν είχα». Η θέση του όμως αυτή δεν είναι πειστική εάν ληφθεί υπόψην ότι στην επόμενη ερώτηση δηλ. υπό ποιες προϋποθέσεις διδόταν το 7% απάντησε ότι τις προϋποθέσεις δεν τις άκουσαν ποτέ και τις είδαν μετά όταν συζητούσε με τους δικηγόρους και με τον Σύνδεσμο Αξιογράφων. Σε άλλο σημείο είπε ότι κατά την συνάντηση αυτή αναφέρθηκε και η λέξη επένδυση και πρόσθεσε ότι δήθεν το επιτόκιο των 7% το θεώρησε σαν καλή επένδυση. Ούτε όμως τότε μετέφρασε την λέξη επένδυση στην σύζυγο του γιατί, ως είπε, δεν θα την καταλάβαινε. Μπορεί να της είπε ότι «είναι μία καλή δουλειά». Όταν εύλογα του τέθηκε με βάση τα όσα ανέφερε, εάν δηλ. αυτός και η σύζυγος του, κάτοχοι πανεπιστημιακού τίτλου, επισκέφθηκαν την τράπεζα και το μόνο που ήθελαν για να τοποθετήσουν τα χρήματα τους ήταν να ακούσουν την φράση «πολύ καλό», απάντησε μη πειστικά ότι δεν πήγαν εκεί για να τοποθετήσουν ή να επενδύσουν χρήματα. Όταν του τέθηκε ότι είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν την αίτηση τεκμήριο 21 και εάν το έκαναν θα αντιλαμβάνονταν με πολύ μεγάλη ευκολία ότι δεν αφορά καταθετικό αλλά επενδυτικό σχέδιο, απάντησε ότι δέχεται ότι ίσως να έκαναν λάθος αλλά το μόνο λάθος που πιστεύει ότι έκαναν ήταν να έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη στην Εναγόμενη
- Ανέφερε επίσης ότι δεν τους αναφέρθηκε τότε η λέξη αξιόγραφα. Εδώ να σημειωθεί όμως ότι μια απλή ανάγνωση του τεκμηρίου 21, που δεν είναι μεγάλο σε έκταση έγγραφο, αποκαλύπτει αμέσως ότι η αίτηση αφορούσε «ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» και όχι καταθετικό σχέδιο. Αντίθετα δε με τον Μ.Ε.1, η Ενάγουσα υποστήριξε ότι η εντύπωση που της δόθηκε ήταν ότι επρόκειτο για ανανέωση γραμματίου. Στην κυρίως εξέταση της είπε δε ότι όταν της τηλεφώνησε ο κ. Ζαβρός της είπε ότι είχε ένα πολύ πολύ καλό σχέδιο για καλούς πελάτες και φίλους και ότι ήταν να τελειώσει ένα γραμμάτιο που είχε εκεί και έπρεπε να πάει στο κατάστημα της Εναγόμενης
- Από αυτά όμως δεν προκύπτει ότι της έδωσαν να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για ανανέωση γραμματίου. Είπε δε ότι κατά την συνάντηση στο κατάστημα ο κ. Ζαβρός τους είπε ξανά, για ένα πολύ πολύ καλό και «ελκυστικό» σχέδιο με 7% τόκο αλλά για 5 χρόνια και ότι μπορούσαν να κάνουν αυτό το σχέδιο και παρά το ότι το γραμμάτιο της δεν είχε τελειώσει, χωρίς να πληρώσουν penalty. Και πάλι λοιπόν δεν έγινε αναφορά σε ανανέωση γραμματίου ενώ είναι προφανές ότι ουδέποτε αναφέρθηκε η λέξη «καταθετικό», ως υποστήριξε ο Μ.Ε.
- Αντίθετα δε με την θέση ότι επρόκειτο για ανανέωση γραμματίου, στην αντεξέταση της είπε ότι αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για ένα νέο σχέδιο για γραμμάτιο. Έδειχνε δε να αντιλαμβάνεται το τι σημαίνει επένδυση και είπε ότι δεν θυμάται εάν κατά την συνάντηση ο κ. Ζαβρός τους ανέφερε την λέξη αυτή αλλά και να το είπαν για αυτήν δεν ήταν κάτι κακό. Είπε επίσης ότι όταν της τηλεφώνησαν και της ζήτησαν αριθμό χρηματιστηρίου της είπαν ότι είναι για το σχέδιο που υπέγραψε, οπότε της δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι αυτό ήταν γραμμάτιο και για κάποιο τεχνικό λόγο, που δεν ξέρει, ήθελαν τον αριθμό για τα χαρτιά και δεν θα έχει σχέση με χρηματιστήριο. Δεν γνώριζε ότι επρόκειτο για επενδυτικό προϊόν ούτε ότι υπήρχε σχέση με το χρηματιστήριο. Όταν της τέθηκε ότι επειδή βρήκαν ελκυστικό το επιτόκιο το 7%, ήταν απόλυτα ικανοποιημένη με την επιλογή της, δεν το δέχθηκε και είπε ότι πήγαν με πολλή εμπιστοσύνη επιμένοντας ότι επρόκειτο για «ανανέωση του γραμματίου». Εδώ να σημειωθεί ότι στο τεκμήριο 6 που είναι επιστολή της ημερ. 3.8.2012 προς την Εναγόμενη 1 αναφέρει ότι ο κ. Ζαβρός της τηλεφώνησε και της είπε για ένα πάρα πολύ καλό σχέδιο για καλούς πελάτες με επιτόκιο 7% για 5 χρόνια ενώ στην επιστολή της ημερ. 7.12.2012 προς τον Διοικητή της Εναγόμενης 11 εκθέτοντας το ιστορικό πρόσθεσε την λέξη «καταθετικό» στο σχέδιο. Τέλος δεν είναι λογικό, για την αγορά των αξιογράφων να χρησιμοποιήθηκαν τα ποσά 4 γραμματίων και παρά ταύτα η Ενάγουσα να θεωρούσε ότι το όλο θέμα αφορούσε ανανέωση τέτοιου. Εξέτασης χρήζει και η θέση τους ως προς το πότε αντιλήφθηκαν ότι πρόκειται για αξιόγραφα. Έχει ήδη γίνει αναφορά ανωτέρω ως προς το τι είπε ο καθένας σε σχέση με το τι τους αναφέρθηκε πριν και κατά την συνάντηση με τον κ. Ζαβρό και τι αντιλήφθηκαν για το προϊόν. Υποστήριξαν βασικά και οι δύο ότι ποτέ τότε δεν τους αναφέρθηκε η λέξη αξιόγραφα. Έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω τα όσα είπαν για το τηλεφώνημα για τον αριθμό μερίδας επενδυτή αλλά και για την λήψη εγγράφων μέσω ταχυδρομείου. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του ότι όπως τελικά αποδείχθηκε δεν ήταν ένα αναβαθµισµένο καταθετικό σχέδιο αλλά αυτά που τελικά αγόρασε η Ενάγουσα ήταν πολύπλοκα προϊόντα που είχαν πολλούς κινδύνους. Στην αντεξέταση του όμως ανέφερε βασικά ότι αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο όχι για γραμμάτιο αλλά για κάτι άλλο όταν έλαβαν τα έγγραφα με το ταχυδρομείο. Είπε δε ότι άρχισε να διαβάζει το τεκμήριο 5, δεν κατάλαβε τίποτα και μάλιστα θορυβήθηκε ακόμα πιο πολύ. Κατάλαβε ότι πρόκειται για κάτι άλλο δηλ. όχι γραμμάτιο και έκανε την προσευχή του λέγοντας «Θεέ μου 5 χρόνια είναι να τελειώσουν» αφού καθησυχάστηκαν από τις δηλώσεις της Εναγόμενης 1 που γίνονταν στα τηλέφωνα που έπαιρναν, να μην ανησυχούν και δεν υπάρχει πρόβλημα με τα λεφτά. Ως δε ήταν η θέση του έγινε και το τηλεφώνημα για τον αριθμό του χρηματιστηρίου που τους αναστάτωσε. Παρά όμως την ανησυχία τους και την αναστάτωση που τους προκλήθηκε δεν πήγαν σε κάποιο δικηγόρο να διερευνήσουν τις επιλογές τους, ούτε ζητήσαν τον λόγο από κάποιο υπάλληλο της τράπεζας γιατί ως είπε, πίστεψε στις διαβεβαιώσεις που του έδιναν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα κανένα και εφόσον πλήρωναν κανονικά τους τόκους, σκέφτηκε ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει τόση απατεωνιά. Όταν όμως του τέθηκε ότι δεν έκαναν οτιδήποτε γιατί γνώριζαν εξ αρχής ότι επρόκειτο για αξιόγραφα, επειδή βρήκαν ελκυστικό το επιτόκιο του 7% και επειδή λαμβάναν τους τόκους ανά τριμηνία ήταν πλήρως ικανοποιημένοι, είπε ότι ήταν μεν ευχαριστημένος από το επιτόκιο και για το ότι η τράπεζα τήρησε το χρονοδιάγραμμα ανά τριμηνία, αλλά ποτέ μα ποτέ δεν ήξεραν ότι επρόκειτο για αξιόγραφα. Εδώ όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και εάν γινόταν δεκτό ότι δεν αντιλήφθηκε αυτό εξ αρχής, λογικό ήταν να το αντιληφθεί τουλάχιστον όταν παρέλαβαν τα τεκμήρια 2-5 κάποιες μέρες μετά την υπογραφή και να ενημερώσει και την σύζυγο του σχετικά. Αυτό καθότι ιδιαίτερα στα τεκμήρια 2 και 5 αναφέρεται αρκετές φορές η φράση «Αξιόγραφα Κεφαλαίου 2010» ενώ μια απλή ανάγνωση των τεκμηρίων 3 και 4 καθιστά αντιληπτό ότι δεν πρόκειται για κάποιου είδος γραμμάτιο ή καταθετικό σχέδιο. Ενδεικτικά να αναφερθεί ότι στο τεκμήριο 2, που είναι μια απλή επιστολή της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα ηµερ. 14.5.2010 και φέρει τίτλο με μαύρα γράμματα «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 2010 ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ €1.000 ΤΟ ΚΑΘΕ ΕΝΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΤΙΟ», αναγράφεται: «Αναφορικά με την αίτηση σας για αγορά Αξιογράφων Κεφαλαίου 2010 ('Αξιόγραφα') ..., τα οποία προσφέρθηκαν με βάση το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερομηνίας 13 Απριλίου 2010, πληροφορείσθε ότι σας παραχωρήθηκε ο συνολικός αριθμός Αξιογράφων για τα οποία έχετε υποβάλει αίτηση, ήτοι 275 Αξιόγραφα ονομαστικής αξίας €1.000 το κάθε ένα». Όσον δε αφορά το τεκμήριο 5, εάν και πρόκειται για πολυσέλιδο έγγραφο γίνεται αναφορά στα αξιόγραφα και στα χαρακτηριστικά τους στην 2η σελίδα ενώ και πάλι εάν κάποιος περιέλθει απλά τον πίνακα περιεχομένων μπορεί να αντιληφθεί ότι δεν πρόκειται για κάποιο καταθετικό σχέδιο. Να λεχθεί περαιτέρω ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του όταν υποστήριξε ότι δεν τους δόθηκε το τεκμήριο 5 πριν την υπογραφή των εγγράφων, ο Μ.Ε.1 είπε ότι μακάρι να το είχαν πριν την υπογραφή, ίσως να πήγαιναν να ζητήσουν βοήθεια από δικηγόρους, να τους επεξηγήσουν και τι πράμα είναι αυτό. Το εύλογο ερώτημα που τίθεται όμως ως προς την αξιοπιστία της όλης θέσης του είναι γιατί δεν το έκανε αυτό έστω μετά που το παρέλαβε, ως υποστηρίζει κάποιες μέρες μετά, όταν μάλιστα ως είπε προσπάθησε να το διαβάσει, διάβασε 3-4 σελίδες, δεν κατάλαβε τίποτε και απελπισμένα το παράτησε; Παραδέχθηκε δε ότι ποτέ πριν την αναστολή πληρωμής των τόκων δεν έκαναν οποιοδήποτε παράπονο για τα αξιόγραφα υποστηρίζοντας όμως γενικά και αόριστα ότι έκαναν προφορικά και συγκεκριμένα ότι έπαιρναν τηλέφωνα και τους διαβεβαίωναν παντού να μην ανησυχούν. Όμως από το σύνολο όσων είπε σχετικά προκύπτει ότι τα τηλέφωνα αυτά έγιναν μετά την λήψη των εγγράφων με το ταχυδρομείο και μετά το τηλεφώνημα για τον αριθμό του χρηματιστηρίου κάτι που έγινε κάποιες μέρες μετά την υπογραφή των εγγράφων και ουδέποτε μεταγενέστερα. Η δε Ενάγουσα για το θέμα υποστήριξε ότι για πρώτη φορά άκουσε για αξιόγραφα το 2012 όταν της τηλεφώνησε η Εναγόμενη 9 και της είπε ότι αυτά δεν ήταν καλά και ότι σταματούν να δίνουν τόκο. Στην αντεξέταση της είπε ότι όταν έλαβαν τα έγγραφα με το ταχυδρομείο η ίδια δεν τα μελέτησε αλλά τα έδωσε στον Μ.Ε.1, ο οποίος τα κοίταξε δεν κατάλαβε πολύ και της είπε ότι πρόκειται μάλλον για διαδικασία. Ως έχει όμως προαναφερθεί, ο Μ.Ε.1 είπε ότι τότε κατάλαβε τουλάχιστον ότι δεν ήταν γραμμάτιο ενώ απλή ανάγνωση των εγγράφων θα αποκάλυπτε ότι επρόκειτο για αξιόγραφα και θα ήταν έτσι αναμενόμενο να το πει στην σύζυγο του και όχι να την αφήσει να πιστεύει ότι ήταν κάτι άλλο μέχρι το
- Όταν τέθηκε στην Ενάγουσα το τεκμήριο 6 δηλ. επιστολή της προς την Εναγόμενη 1 ημερ. 3.8.2012 όπου, παραθέτοντας το ιστορικό, λέει μεταξύ άλλων ότι της σέρβιραν αξιόγραφα ως ένα καταθετικό προϊόν υψηλής απόδοσης, με τόκο 7% και διάρκειας 5 χρόνων και ότι αντιλήφθηκε την γκάφα που έκανε, λίγες μέρες μετά, όταν της τηλεφώνησαν για να την ρωτήσουν αν είχε αριθμό μητρώου στο χρηματιστήριο και ρωτήθηκε εάν όταν έλαβε το τηλεφώνημα αντιλήφθηκε την γκάφα ή εξακολουθούσε να θεωρεί ότι απλά ανανέωσε γραμμάτιο, είπε υπεκφεύγοντα ότι δεν τους άρεσε αλλά είχε στο μυαλό της ότι είναι ένα νέο σχέδιο για το οποίο χρησιμοποιούν κάτι του χρηματιστηρίου, αλλά θα πιάσει τα λεφτά της ύστερα από 5 χρόνια. Είπε δε ότι η γκάφα είναι το 2012 που έβαλαν την λέξη αξιόγραφα. Εδώ να λεχθεί ότι στο τεκμήριο 8 που είναι επιστολή της προς τον Διοικητή της Εναγόμενης 11 ημερ. 7.12.2012 όπου παραθέτει το «Ιστορικό της Υπόθεσης Εξαπάτησης της» αναφέρει βασικά ότι πριν και κατά την υπογραφή των σχετικών εγγράφων δεν της αναφέρθηκε η λέξη αξιόγραφα από κανένα «διότι στο άκουσμα της θα έτρεχα να φύγω» και ότι αντιλήφθηκε την παγίδα στην οποία έπεσε λίγες μέρες μετά όταν της τηλεφώνησαν από την Λαϊκή για να την ρωτήσουν εάν είχε αριθμό χρηματιστηρίου. Είπε δε σε αντίθεση με τον σύζυγο της ότι από το 2010 μέχρι το 2012, δεν έκαναν οποιαδήποτε άλλα παράπονα στην τράπεζα σε σχέση με αυτά τα προϊόντα. Ήταν δε ικανοποιημένη με τους τόκους που λάμβανε και ως εκ τούτου δεν είχε αμφιβολίες σε σχέση με την τράπεζα. Σε υποβολή δε ότι η λέξη αξιόγραφα της λέχθηκε από την πρώτη στιγμή, απάντησε «Όχι. Και εάν λέχθηκε, δεν σήμαινε τίποτε» κάτι που δείχνει, τουλάχιστον, ότι δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να της έγινε τέτοια αναφορά. Τα πιο πάνω δεν μπορεί παρά να εξετασθούν σε συνδυασμό με τα όσα ανέφεραν για τα γεγονότα του 2012, τα όσα τους είπε τότε η Εναγόμενη 9, την απόφαση της Ενάγουσας και την εν γένει στάση τους. Να λεχθεί δε ότι ο Μ.Ε.1 είπε σχετικά στην κυρίως εξέταση ότι η Εναγόµενη 9, την οποία η Ενάγουσα δεν γνώριζε και έβλεπε για πρώτη φορά, παρέθεσε στην σύζυγο του εκβιαστικά και κατ' απόλυτο τρόπο επιλογές, τις οποίες είχε και ότι η τελευταία αφού την έσπρωχναν και την πίεζαν έντονα και χωρίς να γνωρίζει τι να κάνει επέλεξε την δεύτερη λύση που ήταν η απόκτηση των νέων αξιογράφων. Στην αντεξέταση του είπε ότι η συνάντηση αυτή με την Εναγόμενη 9 έλαβε χώραν στα ελληνικά. Αυτή την φορά μετέφρασε στην σύζυγο του τι έλεγε η Εναγόμενη 9 καθότι είχαν αλλάξει οι συνθήκες και συγκεκριμένα τότε σταμάτησε η πληρωμή των τόκων και κατάλαβαν ότι την πάτησαν δηλ. δεν είχαν την ίδια εμπιστοσύνη. Όταν όμως αμέσως μετά ρωτήθηκε εάν αυτή την φορά διάβασαν τα έγγραφα πριν τα υπογράψει η Ενάγουσα, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι δεν διάβασε τίποτε γιατί η Εναγόμενη 9 «εκβιαστικά» τους «έπιασε από τον λαιμό» τους έδωσε τρεις υπαλλακτικές επιλογές και διερωτήθηκε σε τι εξυπηρετούσε να διαβάσει. Όταν δε του τέθηκε ότι από τις 3 επιλογές επέλεξαν εκείνη που τους έδινε πιο ψηλό επιτόκιο απάντησε ότι επέλεξαν εκείνη που θα τους έδινε χρήματα για να συνεχίσει τις σπουδές της η κόρη τους και όχι γιατί είχε πιο ψηλό επιτόκιο. Παραδέχθηκε δε ότι ήταν υποψιασμένοι πλέον και είχαν καταλάβει ότι κάτι συνέβαινε και έτσι το 2012 με 2013, σε χρόνο που δεν προσδιόρισε, συμβουλεύθηκαν τον νυν δικηγόρο τους. Δέχθηκε όμως ότι αυτό δεν το έπραξαν πριν υπογραφούν τα έγγραφα όπως και ότι δεν ένιωσε τότε την ανάγκη να συμβουλευθεί κάποιον ειδικό καθότι μέχρι τότε πληρώνονταν κανονικά οι τόκοι. Επέμενε όμως ότι η Εναγόμενη 1 μέσω της Εναγόμενης 9 προσπάθησε πάλι να τους κοροϊδέψει ότι θα έπαιρναν επιτόκιο 8.75% αντί 7% επειδή το νέο σχέδιο θα έληγε το
- Όταν δε εύλογα ρωτήθηκε γιατί ενώ είχαν γίνει όσα είχαν γίνει το 2010, είχαν ήδη μπει ψύλλοι στα αυτιά τους, τους πήρε ένα άγνωστο πρόσωπο δηλ. η Εναγόμενη 9 και τους πίεζε κ.λπ., άφησε την σύζυγο του που δεν διαβάζει ελληνικά να υπογράψει ότι της έδωσαν, υπεκφεύγοντας είπε ότι επέλεξαν την επιλογή που είχε λεφτά. Ως δε προαναφέρθηκε η Ενάγουσα υποστήριξε ότι ήταν το 2012, μετά που της τηλεφώνησε η Εναγόμενη 9, που αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για αξιόγραφα. Αναφέρθηκε δε στα όσα τους είπε η Εναγόμενη 9 κατά την συνάντηση τους. Πουθενά όμως δεν υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 9 ήταν εκβιαστική απέναντι της ή ότι την πίεζε, ως προσπάθησε να το παρουσιάσει και πάλι για να δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις ο Μ.Ε.
- Η Ενάγουσα στην αντεξέταση της είπε ότι όταν της τηλεφώνησε η Εναγόμενη 9 και της είπε την λέξη αξιόγραφα και «τέλος ο τόκος» η ίδια κατάλαβε ότι ήταν πολύ άσχημο και έπεσε από την καρέκλα. Σε αντίθεση δε με τον Μ.Ε.1 είπε ότι κατά την συνάντηση εάν χρειαζόταν της μετέφραζε ο σύζυγος της αλλά δεν χρειάστηκε πολύ, κάτι που δείχνει καλή αντίληψη της ως προς τα ελληνικά εφόσον κατάλαβε ένα τέτοιο θέμα. Όπως όμως και ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι πάλι δεν διάβασαν τα έγγραφα πριν τα υπογράψει και δεν ζήτησε από τον σύζυγο της να της τα διαβάσει. Όταν της τέθηκε ότι ακόμη και τότε που, ως η ίδια είπε, υπήρχε πρόβλημα και της τέθηκαν 3 επιλογές (που καμία δεν ήταν της αρεσκείας της), ούτε αυτή ούτε ο σύζυγος της ενδιαφέρθηκε να διαβάσει τα έγγραφα, περιορίσθηκε να πει ότι τους είπε η Εναγόμενη 9 ότι ήταν νέα αξιόγραφα με πιο πολύ τόκο για 5 χρόνια. Ούτε με δικηγόρο μίλησαν και υπόγραψε την ίδια ημέρα χωρίς να ζητήσει έστω λίγες μέρες να το σκεφτεί. Όσον αφορά την Εναγόμενη 9 υποστήριξαν και οι δύο ότι δεν την γνώριζαν ούτε και την είδαν πριν το
- Με άλλα λόγια υποστήριξαν ότι δεν ήταν παρούσα κατά την ημερά υπογραφής των εγγράφων για την αγορά των επίδικων αξιογράφων δηλ. στις 27.4.
- Ο Μ.Ε.1 στην κυρίως εξέταση του είπε σχετικά ότι όταν εκείνη την ημέρα μίλησαν με τον κ. Ζαβρό, εκείνος έφερε στην συνέχεια μια υπάλληλο, η οποία υπέδειξε στην Ενάγουσα τι και που να υπογράψει. Στην αντεξέταση του είπε για πρώτη φορά ότι η υπογραφή των εγγράφων έγινε σε γραφείο άλλο από εκείνο του κ. Ζαβρού και ότι ο ίδιος δεν βρισκόταν εκεί. Όσον αφορά την εν λόγω υπάλληλο είπε ότι δεν την είχε ξαναδεί. Την περιέγραψε ως όχι πολύ ψηλή και λίγο γεμάτη αλλά ήταν κατηγορηματικός ότι δεν ήταν η Εναγόμενη
- Όταν ρωτήθηκε εάν 5 χρόνια που πήγαινε στο υποκατάστημα δεν είχε ξαναδεί την συγκεκριμένη υπάλληλο, είπε ότι δεν την είχε ξαναδεί, δεν την θυμάται, μπορεί να ήταν εκεί και να μην την πρόσεξε. Είπε μάλιστα ότι νομίζει ότι δεν την ξαναείδε μετά, δηλ. ήταν η μοναδική φορά που την είδε. Από την άλλη δέχθηκε ότι είδε το πρόσωπο της εν λόγω υπαλλήλου πολύ στιγμιαία και συγκράτησε το ύψος και το πάχος της. Αναφορικά δε με την συνάντηση με την Εναγόμενη 9 το 2012, είπε μάλιστα ότι τότε του κακοφάνηκε πάρα πάρα πολύ, όταν την ρώτησε εάν τον ξαναείδε, γιατί εκείνος πρώτη φορά την έβλεπε και εκείνη του είπε ότι έκανε δίαιτα και έχασε 15 κιλά, γι΄ αυτό δεν την κατάλαβε. Ανέφερε μάλιστα ότι αυτό έγινε στην μέση της τράπεζας και την άκουγε όλος ο κόσμος και ότι φορούσε και τακούνια ψηλά και τα κλότσησε και έφυγαν από τα πόδια της για να δει αυτός ότι ήταν και κοντή και έκανε στροφές και του έλεγε να την δει. Εδώ τίθεται εύλογα το ερώτημα γιατί το 2012 αυτός να ρωτήσει την Εναγόμενη 9 εάν τον ξαναείδε ενώ τότε δεν τέθηκε θέμα από οποιαδήποτε πλευρά αναφορικά με το κατά πόσο η Εναγόμενη 9 ήταν παρούσα το 2010; Παρά δε το ότι υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 9 δεν ήταν παρούσα το 2010 ταυτόχρονα ήταν η θέση του ότι τα σχετικά έγγραφα που υπέγραψε η σύζυγος του, τα συμπλήρωσε εκείνη, χωρίς να εξηγήσει πως το γνώριζε αυτό. Η Ενάγουσα όπως και ο Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι κατά την ημερομηνία που υπέβαλε την αίτηση δεν ήταν παρούσα η Εναγόμενη 9 στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 και ότι κανένας εκτός του κ. Ζαβρού δεν της εξήγησε τίποτα ούτε της έδωσαν το Εμπιστευτικό Πληροφορικά Μνημόνιο. Στο τεκμήριο 6 που είναι επιστολή της προς την Εναγόμενη 1 ημερ. 3.8.2012, αναφέρει μεν ότι συναντήθηκε περί τα τέλη Ιουνίου του 2012 με την Εναγόμενη 9 αλλά δεν αναφέρει ότι ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε, κάτι που αναφέρει στο τεκμήριο 8 που είναι επιστολή της προς τον Διοικητή της Εναγόμενης 11 ημερ. 7.12.
- Εύλογα όμως τίθεται το ερώτημα γιατί ενώ δεν ανέφερε στις 3.8.2012 ότι την είδε για πρώτη φορά το 2012, ανέφερε αυτό 4 μήνες μετά; Τέλος εντύπωση προκαλεί η στάση τους έναντι της Εναγόμενης 9 όσον αφορά την προώθηση της αγωγής σε αντίθεση με τον πρώην Εναγόμενο
- Όσον αφορά τον τελευταίο και οι δύο υποστήριξαν ότι ήταν αυτός που τηλεφώνησε το 2010 στην Ενάγουσα και την ενημέρωσε για κάποιο σχέδιο, ότι αυτός στην συνέχεια στην συνάντηση τους στο υποκατάστημα τους είπε όσα τους είπε και ότι η υπάλληλος που φώναξε στην συνέχεια απλά υπέδειξε στην Ενάγουσα τι και που να υπογράψει. Κανένας δεν τους ανέφερε την λέξη αξιόγραφα και δεν τους μίλησε για κινδύνους. Η Ενάγουσα υπέγραψε δε στηριζόμενη σε αυτά που της είπε ο κ. Ζαβρός και έχοντας εμπιστοσύνη σε αυτόν. Ήταν από την άλλη η θέση τους ότι η Εναγόμενη 9 δεν ήταν παρούσα το 2010 και ότι για πρώτη φορά την γνώρισαν το
- Άρα το 2010 κατά την αγορά των αξιογράφων καμία ενημέρωση ή κάτι άλλο έγινε εκ μέρους της Εναγόμενης 9 προς την Ενάγουσα. Εάν όμως έτσι έχουν τα πράγματα και ισχυρίζονται ότι κάποιος τους εξαπάτησε ή απέκρυψε ή δεν τους αποκάλυψε ουσιώδεις πληροφορίες και στοιχεία, αυτός δεν μπορεί να ήταν άλλος από τον κ. Ζαβρό. Αυτό προκύπτει και από τους σχετικούς δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Παρά ταύτα η αγωγή εναντίον του αποσύρθηκε σε αντίθεση με την Εναγόμενη
- Σε σχέση με το εν λόγω θέμα αναφορά πρέπει να γίνει ιδιαίτερα στο όσα είπε σχετικά ο Μ.Ε.
- Συγκεκριμένα ανέφερε ότι γνώριζε προσωπικά τον κ. Ζαβρό και ότι μέχρι τον χρόνο αγοράς των αξιογράφων τον θεωρούσε ως οικογενειακό φίλο και του είχαν πλήρη εμπιστοσύνη. Είπε μάλιστα ότι τον ακολούθησαν τότε γιατί ήταν δικός τους άνθρωπος. Ανέφερε δε ότι κίνησαν την αγωγή εναντίον και αυτού αλλά ότι μετά σκέφτηκε ότι δεν είναι δυνατόν να τον ξεγέλασε, ότι είναι καλή του πρόθεση, ότι το πίστευε και εκείνος ότι ίσως να βοηθούσε το φίλο του αντί για 5% να πάρει 7%. Για αυτό και ζήτησε από τον δικηγόρο να αποσύρει την αγωγή εναντίον του. Είπε δε ότι πρόσφατα τον συνάντησε τυχαία και ότι εκείνος ντράπηκε τόσο πολύ που τον είδε που έσκυψε και ο Μ.Ε.1 του είπε «Το έκαμες πιστεύω καλή τη πίστη, δεν θα σε καταδικάσω του λέω και το ίδιο και την κα. ΧΧΧΧ ούτε αυτής της έχω κακία». Είπε μάλιστα ότι ο κ. Ζαβρός ήταν πολύ καλός άνθρωπος και καλός φίλος και δεν υπήρχε περίπτωση να τους ξεγελάσει αλλά δεν έπρεπε να εμπιστευτούν την Εναγόμενη
- Εάν όμως ο κ. Ζαβρός έδρασε καλή τη πίστη και δεν είχε πρόθεση εξαπάτησης, αυτό σημαίνει κατ' επέκταση ότι τέτοια πρόθεση δεν είχε ούτε η Εναγόμενη 1 εφόσον εκείνος ήταν που ενήργησε εκ μέρους αυτής σαν εργοδοτούμενος της. Από την άλλη όταν του τέθηκε το περιεχόμενο ηλεκτρονικού μηνύματος του κ. Ζαβρού σε σχέση με ισχυρισμούς που έγιναν στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης στην παρούσα και του τέθηκε ότι έτσι έγιναν τα γεγονότα στις 27.4.2010 (με περιεχόμενο αντίθετο από την δική του εκδοχή) είπε ότι είναι με μεγάλη έκπληξη που ακούει ορισμένα πράγματα και απέρριψε κατηγορηματικά ότι οποιοσδήποτε εκείνην την ημέρα τους μίλησε για αξιόγραφα. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί παρά τα όσα έγιναν και την απόσυρση της αγωγής εναντίον του κ. Ζαβρού αυτή παρέμεινε για την Εναγόμενη 9 έδωσε την μη λογική απάντηση ότι εάν η Εναγόμενη 9 του ζητούσε ακόμη και τώρα συγγνώμη για το «τι ψέματα είπε» στην ένορκο της δήλωση, η οποία υποστήριξε την ένσταση της Εναγόμενης 1 σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα που έκανε η Ενάγουσα στα πλαίσια της παρούσας, θα απέσυρε την αγωγή εναντίον της. Λαμβάνοντας υπόψην όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας και του Μ.Ε.1 ενέχει τέτοιας φύσης και έκτασης ελαττώματα, αντιφάσεις και ασυνέπειες, ώστε είναι ακροσφαλές το Δικαστήριο να στηριχθεί σε αυτήν για να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Ως εκ τούτου δεν γίνεται δεκτή. Ερχόμενος στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εναγόμενης 9, να λεχθεί κατ' αρχάς ότι αυτό που δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης είναι ότι αυτή και/ή οι Εναγόμενοι 2-8, παρότρυναν και/ή καθοδήγησαν και/ή προέτρεψαν και/ή ανέχτηκαν όπως η Εναγόμενη 1 παρέχει την επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής κατά την προώθηση της διάθεσης των αξιογράφων προβαίνοντας σε ψευδείς παραστάσεις και/ή παραπλανητική ενημέρωση και/ή αποκρύπτοντας ουσιώδη στοιχεία και/ή έγγραφα. Ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας και του Μ.Ε.1, αυτοί έχουν προωθήσει συγκεκριμένη εκδοχή ως προς τα γεγονότα που αφορούν την αγορά των επίδικων αξιογράφων, σύμφωνα με την οποία η Εναγόμενη 9 δεν ήταν παρούσα. Συνεπώς εκείνο που φαίνεται ότι της αποδίδουν είναι ότι ενόψει της απουσίας της δεν άσκησε καθόλου τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που η ίδια είχε, ως πιστοποιηµένη εξουσιοδοτηµένη λειτουργός, και κατ' επέκταση η Εναγόμενη 1 έναντι της Ενάγουσας, κατά τον χρόνο πριν την υπογραφή των σχετικών εγγράφων, γεγονός που επηρέασε την τελευταία και την οδήγησε στην συγκεκριμένη συμφωνία αγοράς των αξιογράφων. Αυτή η γραμμή ακολουθήθηκε και κατά την αντεξέταση της Εναγόμενης
- Κατ' επέκταση η αξιολόγηση της μαρτυρίας της θα γίνει εντός αυτού του πλαισίου. Αναφορικά με την συνάντηση που, σύμφωνα με την Εναγόμενη 9, έγινε με την Ενάγουσα και τον σύζυγο της το 2010 και το τι προηγήθηκε και ακολούθησε, τα όσα ανέφερε έχουν εκτεθεί ανωτέρω κατά την συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας της. Στα πλαίσια αμφισβήτησης της θέσης της ότι ήταν παρούσα τότε, προωθήθηκε από πλευράς Ενάγουσας η θέση ότι ως η μόνη πιστοποιηµένη εξουσιοδοτηµένη λειτουργός πωλήσεως χρηµατοπιστωτικών µέσων στην Πάφο δεν ήταν πάντα παρούσα για τον σκοπό αυτό. Η Εναγόμενη 9 ανέφερε για αυτό ότι ήταν η μόνη και δούλευε ατελειώτες ώρες από το πρωί ως το απόγευμα, έβλεπε αρκετούς πελάτες από την Κάτω Πάφο μέχρι τον Πύργο Τηλλυρίας, συνήθως οι συναντήσεις της με τους πελάτες προγραμματίζονταν από τα καταστήματα από την προηγούμενη αλλά εάν βρισκόταν σε κατάστημα και είχε ώρα, κατόπιν συνεννόησης με τους διευθυντές, μπορούσε να δει και άλλο πελάτη. Κατά την αντεξέταση της απάντησε καταφατικά σε ερώτηση κατά πόσο οι διευθυντές είχαν πρώτη επαφή με τον πελάτη ή τηλεφωνική στην οποία αυτή δεν ήταν παρούσα. Ανέφερε όμως πολύ λογικά ότι δεν γνωρίζει τι έλεγαν στους πελάτες. Είπε επίσης ότι υπήρξαν και περιπτώσεις που συναντήθηκε κάποιος διευθυντής ή υπάλληλος καταστήματος με υποψήφιο αγοραστή και μετά διευθετήθηκε άλλη συνάντηση με την ίδια. Ως όμως υπέδειξε, σε κάθε περίπτωση πλην της ιδίας, οι λοιποί δεν ήταν πιστοποιημένοι και δεν ήταν αρμόδιοι να εξηγήσουν τα σχετικά στους πελάτες ενώ οι τελευταίοι έπρεπε να υπογράψουν στην παρουσία της. Όταν ρωτήθηκε εάν υπήρξε κάποια περίπτωση που να ολοκληρώθηκε η πώληση αξιογράφων στην απουσία της, χωρίς να την δει ο πελάτης, με ειλικρίνεια αποκάλυψε ότι αυτό έγινε μόνο μια φορά και εξήγησε ότι πήγε στον Πύργο Τηλλυρίας, έκανε πολλές συναντήσεις το συγκεκριμένο απόγευμα, έλυσε τις απορίες που υπήρχαν, υπήρχαν πελάτες που ήθελαν να το σκεφτούν πριν προχωρήσουν, οπότε η συνάντηση τελείωσε εκεί και την τελευταία ημέρα εμφανίστηκε ένα ζευγάρι που ήθελε να προχωρήσει, οπότε μίλησε τηλεφωνικά με το ζευγάρι, αυτό υπέγραψε στην απουσία της και η ίδια υπέγραψε την δήλωση μετά. Όταν της υποβλήθηκε ότι αυτό δεν έγινε μια μόνο φορά αλλά πάρα πολλές φορές και της υποδείχθηκε το τεκμήριο 15 όπου ο κ. Ζαβρός από τις 4 περιπτώσεις αναφέρει την Εναγόμενη 9 μόνο σε μια, απάντησε ότι συνάντησε και υπέγραψαν στην παρουσία της και τα άλλα 3 πρόσωπα, αναφέροντας τους ονομαστικά και τους χώρους των συναντήσεων. Όσον αφορά το τεκμήριο 15 ο συνήγορος της Ενάγουσας υποστήριξε ότι εφόσον το όνομα της Εναγόμενης 9 αναφέρεται στην πρώτη περίπτωση συνάγεται ότι δεν ήταν παρούσα στις άλλες 3 περιπτώσεις. Το εν λόγω τεκμήριο δεν διαψεύδει όμως την Εναγόμενη 9 και εξηγώ. Από το περιεχόμενο του (πρόκειται για ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στις 10.5.2010 ο κ. Ζαβρός προς τον κ. Μαρκουλλή) προκύπτει ότι σκοπός του δεν ήταν να δηλώσει πότε έγιναν συναντήσεις με την Εναγόμενη 9 για την αγορά αξιογράφων αλλά να ζητηθεί όπως οι συγκεκριμένες πωλήσεις πιστωθούν με την σχετική προμήθεια στο κατάστημα του κ. Ζαβρού καθότι, ως αναφέρει, η προσέγγιση του πελάτη - αγοραστή έγινε από εκεί. Φαίνεται επίσης από το τεκμήριο ότι στην πρώτη περίπτωση που αφορά πελάτη του καταστήματος του ο κ. Ζαβρός αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 9 έκανε συνάντηση με τον πελάτη ενώ οι άλλες 3 περιπτώσεις αφορούν πελάτες άλλων καταστημάτων και άρα είναι λογικό να μην μπορούσε να πει εάν η Εναγόμενη 9 έκανε και εκεί συναντήσεις, χωρίς όμως να αποκλείει κάτι τέτοιο. Αναφορικά δε με τον χρόνο που έγινε η συνάντηση με την Ενάγουσα, δεν μου διαφεύγει ότι στο τεκμήριο 76 (πρόκειται για ένσταση που καταχώρησε η Εναγόμενη 1 σε ενδιάμεση αίτηση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή) και συγκεκριμένα στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 9, ημερ. 6.3.2013 που υποστηρίζει την ένσταση, αναφέρεται ότι αυτή έγινε κατά τον Μάιο του
- Έδωσε όμως κατά την αντεξέταση της ικανοποιητική εξήγηση για αυτό και επέμεινε στην θέση της ότι η συνάντηση έγινε στις 27.4.
- Πιο συγκεκριμένα ανέφερε στην ουσία, και είναι λογική η γενική αναφορά της σε Μάιο του 2010 και όχι σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ότι ενόψει του ότι ήταν η μοναδική εξουσιοδοτηµένη λειτουργός στην Πάφο, τότε στα πλαίσια των καθηκόντων της συναντήθηκε με πολύ κόσμο. Να λεχθεί περαιτέρω ότι στην αντεξέταση της ανέφερε ότι στα πλαίσια της εν λόγω ένορκης δήλωσης έλαβε ενημέρωση από τον κ. Ζαβρό και συνεπώς δεν είναι παράδοξο που τόσο στο εν λόγω τεκμήριο όσο και στο τεκμήριο 68, που είναι ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Ζαβρού, αναφέρεται ως χρόνος της συνάντησης ο Μάιος του
- Περαιτέρω η Εναγόμενη 9 θυμόταν ότι κατά την εν λόγω συνάντηση αρχικά η Ενάγουσα καθόταν μέσα στο γραφείο του κ. Ζαβρού απέναντι από αυτόν και στο πλάι της βρισκόταν η ίδια και μετά μεταφέρθηκαν σε άλλο γραφείο επειδή πήγαν εκεί άλλοι πελάτες, ως βασικά ανέφερε και η Ενάγουσα και ο Μ.Ε.1, υποστηρίζοντας όμως οι τελευταίοι ότι οι κοπέλα που συνάντησαν εκεί δεν ήταν η Εναγόμενη
- Είναι δε φυσιολογικό να θυμόταν αυτά και όχι όλες τις λεπτομέρειες και το τι λέχθηκε κατά την συνάντηση. Πέραν όμως και ανεξάρτητα των πιο πάνω, η θέση της Εναγόμενης 9 ως προς τον χρόνο της συνάντησης και την παρουσία της εκεί επιβεβαιώνεται τόσο από το περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων (τεκμήρια 3, 4 και 21) αλλά και τα όσα λέχθηκαν σχετικά κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, της Ενάγουσας και του Μ.Ε.1 ενώ συνάδει και με το ότι η Εναγόμενη 9 ήταν η μόνη εξουσιοδοτημένη λειτουργός στην Πάφο σε συνδυασμό με την θέση της, η οποία δεν διαψεύσθηκε ότι δηλ. υπό αυτήν της την ιδιότητα ήταν το μόνο πρόσωπο που κατείχε και μετέφερε κατά τις συναντήσεις, κάποια από τα απαραίτητα έγγραφα που υπέγραψε η Ενάγουσα και συγκεκριμένα τα έντυπα «Κατηγοριοποίηση πελατών» (τεκμήριο 3), «Επιστολή Συναίνεσης» (τεκμήριο 4) και «Προειδοποιητικό Μήνυμα». Σε κάθε περίπτωση να υπομνησθεί ότι η θέση της Ενάγουσας, όπως υποβλήθηκε κιόλας στην Εναγόμενη 9 είναι ότι δεν συνάντησε αυτήν και τον Μ.Ε.1 καθόλου το
- Όσον αφορά τον αριθμό μερίδας χρηματιστηρίου που αναγραφόταν στην αίτηση (τεκμήριο 21) η Εναγόμενη 9 είπε ότι εξηγούσαν στον πελάτη ότι ο λόγος που χρειαζόταν ήταν ότι τα αξιόγραφα διαπραγματεύονται στο χρηματιστήριο. Δεν συμφώνησε ότι για το θέμα αυτό έγινε τηλεφώνημα στην Ενάγουσα και υποστήριξε ότι αυτή ενημερώθηκε στην συνάντηση, συζητήσαν αυτήν την πληροφόρηση και επειδή συνήθως είναι δύσκολη πληροφόρηση να την έχει ο πελάτης, υπέγραφαν το Έντυπο 1 του χρηματιστηρίου (στο οποίο συμπληρώνονταν τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ζητούσαν τον αριθμό μερίδας του και υπογραφόταν από τον πελάτη) και απευθύνονταν αυτοί στο χρηματιστήριο και την λάμβαναν. Δεν θυμόταν πως έγινε αυτό με την Ενάγουσα δηλ. εάν αυτή έδωσε την πληροφόρηση ή την έλαβαν από το χρηματιστήριο με βάση το σχετικό έντυπο αλλά ήταν η θέση της ότι αυτό δεν έγινε τον Μάιο του
- Αναφορικά με το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο εξήγησε ότι αυτό καθώς και την αίτηση (που ερχόταν ονομαστικά για τον κάθε πελάτη αριθμημένα) τα παράγγελναν τα καταστήματα, ερχόταν μέσω e‑mail και τυπώνονταν. Στην προκειμένη δεν θυμόταν εάν όταν αυτή μπήκε στο κατάστημα, η Ενάγουσα κρατούσε το Μνημόνιο αλλά ήταν σίγουρη ότι κατά την διάρκεια της συνάντησης της παραδόθηκε. Σε ερώτηση γιατί τότε στην ένορκη δήλωση της στην παρ. 7 (του τεκμηρίου 76) λέει ότι τόσο η ίδια όσο και ο κ. Ζαβρός επανειλημμένα παρότρυναν την Ενάγουσα και τον σύζυγο της να παραλάβουν το Μνημόνιο, το οποίο βρισκόταν στην διάθεση τους εντός του καταστήματος και ότι την κάλεσαν επανειλημμένα να το εξετάσει και να το μελετήσει λεπτομερώς, απάντησε ότι την προέτρεψαν να το παραλάβει και το παρέλαβε. Απλώς δεν το έγραψε τότε στην ένορκη της δήλωση. Όταν προέτρεψε την Ενάγουσα να το μελετήσει, παρών ήταν και ο Μ.Ε.
- Σε ερώτηση πότε θα το μελετούσε είπε ότι έδιναν σε όλους τους πελάτες χρόνο να το μελετήσουν. Εάν οι πελάτες ήθελαν να υπογράψουν την συγκεκριμένη ημέρα προχωρούσαν ενώ εάν ήθελαν να το μελετήσουν, όπως πολλοί το πήραν και το μελέτησαν, ήταν προσωπική τους υπόθεση. Όταν δε τελείωσε η συνάντηση οι πελάτες είχαν το Μνημόνιο και δεν ξέρει εάν το άφησαν εκεί ή το πέταξαν όταν εξήλθαν. Σε υποβολή ότι είναι αντιφατικές οι θέσεις στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσης στο τεκμήριο 76 και στο τεκμήριο 68 (πρόκειται για ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Ζαβρού ημερ. 22.2.2013 που λέει ότι το Μνημόνιο υπήρχε στην διάθεση των πελατών μέσα στο κατάστημα και ότι τόσο αυτός όσο και η Εναγόμενη 9 παρότρυναν το ζεύγος να το μελετήσει διεξοδικά πριν την υπογραφή) δεν το δέχθηκε και εξήγησε πειστικά ότι όταν λες κάποιου να παραλάβει δεν σημαίνει ότι φεύγοντας δεν το παρέλαβε. Αξιολόγησης δεν χρήζουν δε τα όσα απάντησε κατά την αντεξέταση της αναφορικά με άλλα θέματα που αφορούσαν έγγραφα, διαδικασίες και ενέργειες που γίνονταν από άλλα Τμήματα ή υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 κατά την προώθηση των αξιογράφων. Αυτό καθότι ήταν φανερό από τις απαντήσεις της ότι για κάποια από αυτά δεν γνώριζε ενώ για άλλα που έδωσε κάποιες απαντήσεις δεν ήταν αρμόδια εφόσον δεν αφορούσαν την εκτέλεση των δικών της καθηκόντων. Τέτοια αφορούσαν:
(1)την κεφαλαιακή επάρκεια και την φερεγγυότητα της Εναγόμενης 1 τότε,
(2)το κατά πόσο διδόταν στα καταστήματα κίνητρα ή προμήθεια για την πώληση των αξιογράφων και
(3)το πως θα προωθείτο η πώληση αξιογράφων από τα καταστήματα και για τα διάφορα «selling points». Ως λογικά ανέφερε αυτή δεν ήταν υπεύθυνη να προωθεί προς πώληση αξιόγραφα αλλά να ενημερώνει σχετικά τους πελάτες και να είναι παρούσα κατά την τελική υπογραφή. Τέλος αξιολόγησης δεν χρήζουν ούτε τα όσα ανέφερε για άλλες περιπτώσεις επενδυτών εφόσον κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της και όχι με βάση το εάν έγινε και τί σε άλλες περιπτώσεις. Η μαρτυρία της Εναγόμενης 9 γίνεται λοιπόν δεκτή. Σκοπός της μαρτυρίας του Μ.Ε.5, ως υποστήριξε και ο συνήγορος της Ενάγουσας, ήταν η παρουσίαση εμπειρογνωμοσύνης όσον αφορά τις βέλτιστες πρακτικές που πρέπει να ακολουθούνται από όλους τους φορείς που σχετίζονταν με την πώληση των επίδικων αξιογράφων. Ήταν δε στα πλαίσια αυτά που επιτράπηκε η κατάθεση της πολυσέλιδης γραπτής του δήλωσης (τεκμήριο 31) επί της οποίας και αντεξετάσθηκε. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 984, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Η ανεξαρτησία και η αμεροληψία είναι εκ των ων ουκ άνευ χαρακτηριστικό οποιουδήποτε προσώπου που δίδει μαρτυρία γνώμης στο Δικαστήριο, ώστε το τελευταίο να μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν. Στην προκειμένη τα ακόλουθα, που δεν απεκάλυψε στην κυρίως εξέταση του αλλά αναδείχθηκαν κατά την αντεξέταση του, καταδεικνύουν κατά την κρίση μου την έλλειψη του εν λόγω χαρακτηριστικού: · Για κάποιο χρονικό διάστημα, που δεν καθόρισε, ήταν ταυτόχρονα διευθυντές με τον δικηγόρο κ. Πουμπουρίδη στην εταιρεία που και σήμερα ο Μ.Ε.5 διευθύνει δηλ. την NAP REGULATORY COMPLIANCE SERVICES LIMITED και στα πλαίσια των υπηρεσιών τους προς τον Σύνδεσμο Αξιογράφων ετοίμασαν, για λογαριασμό αυτού σχετική γραπτή μελέτη ημερ. 6.6.2013, η οποία παραδόθηκε σε όλα τα μέλη του Συνδέσμου. Μάλιστα η μελέτη αυτή που κατατέθηκε ως τεκμήριο 59 φέρει πάνω ψηλά στην πρώτη σελίδα το λογότυπου του Συνδέσμου. Η δικαιολογία δε που έδωσε για την μη αποκάλυψη της μελέτης, ότι δηλ. έκανε αναφορά σε παροχή συμβουλών στον Σύνδεσμό στην γραπτή του δήλωση και ότι δεν θεώρησε σχετική την μελέτη, εφόσον η γνώμη του στην προκειμένη εστιάζεται σε καθορισμένα θέματα, δεν κρίνεται ικανοποιητική για τους ακόλουθους λόγους: · Η αναφορά του στην γραπτή του δήλωση σε καμία περίπτωση δεν δίδει την ορθή εικόνα των πραγμάτων. · Η σχέση του με τον Σύνδεσμο δεν περιορίσθηκε στην μελέτη, αλλά ως ανέφερε παρευρέθηκε για τους σκοπούς αυτής σε συνεδριάσεις του συμβουλίου του Συνδέσμου και σε συνελεύσεις των μελών αυτού, όπου γνώρισε και μέλη. · Ενώ σταμάτησε να ενεργεί ως σύμβουλος του Συνδέσμου το 2015, εξακολουθεί να έχει ακόμη κάποιες, έστω αραιές, επαφές εφόσον από καιρού εις καιρό κάποια μέλη του Συνδέσμου του ζητούν διευκρινίσεις για την μελέτη. · Οι σχέσεις του με το συμβούλιο του Συνδέσμου εξακολουθούν να είναι φιλικές, ενώ μετά από σχετική ερώτηση αποκάλυψε ότι όταν συμμετείχε ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος τον Δεκέμβριο του 2016 ενημέρωσε τον Σύνδεσμό για την υποψηφιότητα του και παρά το ότι ανέφερε ότι δεν το γνώριζε, δέχθηκε ότι τότε ο Σύνδεσμος με δημόσια ανακοίνωση του, που είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο υποστήριξε την υποψηφιότητά του, αναφέροντας ότι στηρίζει πρόσωπα που είναι μέλη ή φίλοι του συνδέσμου. Ανέφερε δε σχετικά ότι δεν έχει την ιδιότητα μέλους του Συνδέσμου αλλά φίλου αυτού. · Πέραν δε των πιο πάνω δέχθηκε ότι η παρούσα είναι η 7η τέτοιας φύσεως αγωγή στην οποία κατέθεσε σαν μάρτυρας γνώμης για κάτοχο αξιογράφων, έναντι αμοιβής καθώς και ότι κάποιες από αυτές ήταν για υποθέσεις που καταχώρισε το πρώην γραφείο του συνεργάτη του κ. Πουμπουρίδη, το οποίο έχει καταθέσει και άλλες τέτοιες αγωγές. Παρά τα πιο πάνω θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας να εξετάσω την μαρτυρία του. Ως προς τούτο θα πρέπει εξ αρχής να λεχθεί ότι οι όποιες αναφορές και θέσεις του, που συνίστανται ουσιαστικά στην ερμηνεία του σχετικού νομοθετικού πλαισίου (Νόμος 144(Ι)/2007 και σχετική νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) έγιναν στα πλαίσια που αναφέρθηκαν στην αρχή και ασφαλώς δεν μπορούν να γίνουν δεκτές εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης με μαρτυρία αλλά ανάγεται αποκλειστικά στην κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Williams Glyn's Bank ν. "Ship "Maria"
(1992)1 Α.Α.Δ. 309). Ήταν δε σαφές ότι ο Μ.Ε.5 δεν είχε προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα της παρούσας και τα όσα ανέφερε σχετικά είναι με βάση το τι του λέχθηκε και από διάφορα έγγραφα. Παραδέχθηκε φυσικά στην αντεξέταση του ότι κάθε υπόθεση κρίνεται στην βάση των δικών της γεγονότων και ότι τα όσα αναφέρονται στα εν λόγω έγγραφα δεν αφορούν την παρούσα, αλλά γενικά την επίδικη σειρά αξιογράφων του 2010 καθώς και ότι η Εναγόμενη 11 (σε σχέση με την αναφορά του στην Έκθεση Ειδικού Ελέγχου που αυτή διεξήγε το 2012 και στην σχετική της απόφαση) είναι μία διοικητική αρχή και δεν υποκαθιστά τον ρόλο του Δικαστηρίου, το οποίο θα κρίνει την υπόθεση στην βάση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του. Προέκυψε δε από την μαρτυρία του ότι για την γνώμη του σε κάποια θέματα στηρίχθηκε και περιορίσθηκε βασικά σε συγκεκριμένα έγγραφα που του δόθηκαν από τους δικηγόρους της Ενάγουσας και δεν προέβη σε πλήρη και ολοκληρωμένη έρευνα, όπως για παράδειγμα να εντοπίσει και μελετήσει άλλα σχετικά εσωτερικά έγγραφα της Εναγόμενης 1 (βλ. τα όσα προκύπτουν από το τεκμήριο 16). Αυτό εύλογα δημιουργεί κατ' επέκταση θέμα αντικειμενικότητας και πληρότητας και άρα ορθότητας της γνώμης του. Να λεχθεί δε εν πάση περιπτώσει ότι δεν επιτράπηκε η μαρτυρία του και συγκεκριμένα τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 45 με 59 της γραπτής του δήλωσης αναφορικά με το σχετικό Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο και την θέση του περί «παραπλάνησης» που γινόταν σε αυτό για κάποια θέματα. Αυτό καθότι κρίθηκε ότι αποτελούσε μαρτυρία που ήταν εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών της Ενάγουσας, εφόσον στην έκθεση απαίτησης αυτής ισχυρίζεται (θέση που προώθησε και κατά την μαρτυρίας της) ότι δεν έλαβε γνώση για την ύπαρξή του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου πριν την υπογραφή των εγγράφων, αποδίδοντας στους Εναγόμενους ότι απέφυγαν να αποκαλύψουν την ύπαρξη αυτού σκόπιμα. Ως προς δε τα όσα ανέφερε σε σχέση με τα έγγραφα που υπέγραψε η Ενάγουσα ότι δηλ. (α) εκλείπει από αυτά η περιγραφή των αξιογράφων σε απλή και κατανοητή μορφή, η οποία να εξηγεί την φύση τους και τους ειδικούς κινδύνους, (β) εκλείπει απλή και κατανοητή προειδοποίηση μη συμβατότητας και σύγκρουσης συμφερόντων και (γ) η αίτηση προς απόκτηση τους δεν αποτελεί συμφωνία για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, πρέπει επίσης να λεχθεί ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψην με δεδομένη την θέση που προώθησε η Ενάγουσα κατά την μαρτυρία της και συγκεκριμένα ότι δεν της έγινε καν αναφορά σε αξιόγραφα, η πιστοποιημένη λειτουργός τ