← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1419/13, 27/11/2020

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1419/13, 27/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1419/13 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED από τη Λευκωσία Εναγόντων και XXXX ΝΕΟΦΥΤΟΥ από την XXXX, Α.Τ. XXXX XXXX XXXX ΝΕΟΦΥΤΟΥ από την XXXX, Α.Τ. XXXX Εναγομένων -------------------- Ημερομηνία: 27.11.2020 Για Ενάγοντες: κα Κορακίδου Για Εναγόμενους 1 & 2: κα Δουραχίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ισχυριζόμενη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερ. 30.05.08 αποτελεί τη βάση της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά την πιο πάνω ημερομηνία ενοικιάστηκε στην ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΟΜΑ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ , (στο εξής η «εταιρεία»), ένα ανυψωτικό μηχάνημα (forklift) με αριθμούς εγγραφής XXXXX υπό όρους ενοικιαγοράς έναντι του συμφωνημένου τιμήματος ενοικιαγοράς εκ ποσού €35.212,03 πλέον €5.281,80 Φ.Π.Α. πλέον €65,87 χαρτόσημα και €10.646,70 δικαιώματα ενοικιαγοράς. Το προαναφερόμενο ποσό συμφωνήθηκε όπως πληρωθεί σε 60 μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €853,44 έκαστη δόση με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα στις 30.06.08 και τις επόμενες την 30η μέρα έκαστου επόμενου μήνα. Επιπρόσθετα, συμφωνήθηκε όπως το εν λόγω ποσό βαρύνεται με τόκο ο οποίος θα ισούται με το εκάστοτε δημοσιευμένο βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας πλέον 7%. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά εγγυήθηκαν την εκτέλεση και τήρηση των όρων της επίδικης συμφωνίας και όλων των υποχρεώσεων της εταιρείας δυνάμει ενσωματωμένης εγγύησης στην προαναφερόμενη συμφωνία. Η εταιρεία καθυστερούσε να καταβάλει τις μηνιαίες δόσεις από 30.07.10 και η Ενάγουσα με συστημένη επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 29.12.11 προς την εταιρεία και τους Εναγόμενους, τους κάλεσε όπως καταβάλουν τις καθυστερημένες δόσεις. Λόγω της παράλειψης της εταιρείας και των Εναγόμενων, η Ενάγουσα με νέα συστημένη επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 07.02.12 τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και κάλεσε την εταιρεία, μεταξύ άλλων, όπως παραδώσει το αντικείμενο ενοικιαγοράς. Σχετικές επιστολές τερματισμού στάλθηκαν στις 07.02.12 και στους Εναγόμενους 1 και 2. Η εταιρεία τελούσε υπό εκκαθάριση και η Ενάγουσα εξασφάλισε εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη με την οποία εξουσιοδοτήθηκε όπως παραλάβει το αντικείμενο ενοικιαγοράς και προχωρήσει στην πώλησή του διά δημοσίου πλειστηριασμού. Το αντικείμενο ενοικιαγοράς πωλήθηκε διά δημοσίου πλειστηριασμού και το προϊόν της πώλησης πιστώθηκε στον λογαριασμό ενοικιαγοράς της εταιρείας. Η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά το ποσό των €30.100,44 πλέον τόκο προς 9,76% επί του ποσού των €15.949,30 από 05.02.13 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τόκο 5,5% επί του ποσού των €14.151,14 από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα σχετικά έξοδα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται στην Υπεράσπιση ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς περιέχει παράνομους όρους, καθώς και ότι ο επίδικος λογαριασμός ενοικιαγοράς χρεωνόταν με παράνομες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις. Επιπρόσθετα, ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα προχώρησε σε συμβιβασμό με την εταιρεία και/ή υποσχέθηκε όπως παραχωρήσει παράταση χρόνου εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη συμφωνία ενοικιαγοράς και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν απαλλαγεί από την εγγύηση τους. Αποτελεί, επίσης, ισχυρισμό των Εναγόμενων ότι η Ενάγουσα, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, δεν όχλησε τους Εναγόμενους 1 και 2 για την υπερημερία και/ή την παράλειψη της εταιρείας στην αποπληρωμή των συμφωνημένων μηνιαίων δόσεων. Η Ενάγουσα με την Απάντηση αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων και επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους επί των πραγματικών και νομικών πτυχών της υπόθεσης. Έχω μελετήσει και έχω υπόψη μου το σύνολο των εισηγήσεων των συνηγόρων. Συγκεκριμένη αναφορά στις αγορεύσεις θα γίνει εκεί και όπου κριθεί σκόπιμο. Μαρτυρία-Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να μελετήσω ενδελεχώς τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Η Μ.Ε.1, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσής της η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτήν, ανάμεσα σε άλλα, ισχυρίζεται ότι βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας και λόγω της θέσης και των καθηκόντων της έχει πρόσβαση στον φάκελο ασφαλείας της υπόθεσης τον οποίο μελέτησε και έλαβε γνώση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η Ενάγουσα με συμφωνία ημερ. 24.12.09 με την Hellenic Bank (Finance) Ltd, (στο εξής η «τράπεζα»), συμφώνησε όπως αναλάβει όλα ανεξαίρετα τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, το σύνολο της επιχείρησης που διεξαγόταν και γενικά την ιδιοκτησία της τράπεζας. Η πιο πάνω αναφερόμενη συμφωνία επικυρώθηκε με διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 11.01.10 στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 898/09 (Τεκμήριο 1). Κατ' εφαρμογή του εν λόγω διατάγματος, η Ενάγουσα απέκτησε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της τράπεζας περιλαμβανομένης και της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Στις 30.05.08 η τράπεζα ενοικίασε στην εταιρεία με την εγγύηση των Εναγόμενων 1 και 2 το ανυψωτικό μηχάνημα με αριθμό εγγραφής XXXXX υπό όρους ενοικιαγοράς. Συγκεκριμένα το ποσό της χρηματοδότησης καθορίστηκε σε €40.559,70 πλέον δικαιώματα ενοικιαγοράς €10.646,70, ήτοι σύνολο €51.206,
  1. Το προαναφερόμενο ποσό συμφωνήθηκε όπως πληρωθεί σε 60 μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €853,44 έκαστη δόση με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα στις 30.06.08 και τις επόμενες την 30η μέρα έκαστου επόμενου μήνα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 την ίδια ημερομηνία εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας δυνάμει συμφωνίας εγγύησης η οποία ήταν ενσωματωμένη στην επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Κατά την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας ήταν 4,5%, στις 24.06.08 καθορίστηκε σε 5%, στις 17.07.08 σε 5,25%, στις 17.11.08 σε 5% και στις 30.05.11 σε 5,75%. Το δε επιτόκιο υπερημερίας επί των καθυστερημένων δόσεων μειώθηκε στις 09.04.12 σε 4%. Η εταιρεία σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλε έναντι του ποσού ενοικιαγοράς το συνολικό ποσό των €21.588,54 και καθυστέρησε την αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων από τις 30.07.
  2. Η Ενάγουσα με συστημένη επιστολή της δικηγόρου της ημερ. 29.12.11 προς την εταιρεία και τους Εναγόμενους 1 και 2 (Τεκμήρια 4 και 5), κάλεσε αυτούς όπως καταβάλουν το ποσό των καθυστερημένων δόσεων. Τόσο η εταιρεία όσο και οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να συμμορφωθούν, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα με συστημένη επιστολή της δικηγόρου της ημερ. 07.02.12, Τεκμήρια 6 - 8, να τερματίσει την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς καλώντας ταυτόχρονα την εταιρεία όπως παραδώσει αμέσως το αντικείμενο ενοικιαγοράς. Η εταιρεία παρέλειψε να παραδώσει το αντικείμενο ενοικιαγοράς και εν τω μεταξύ τέθηκε υπό εκκαθάριση. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα εξασφάλισε εξουσιοδότηση από τον Επίσημο Παραλήπτη με την οποία εξουσιοδοτήθηκε όπως παραλάβει το αντικείμενο ενοικιαγοράς και το πωλήσει με δημόσιο πλειστηριασμό (Τεκμήριο 11). Εν τέλει, μετά από έρευνες που διενεργήθηκαν από το Τ.Α.Ε Πάφου, το αντικείμενο ενοικιαγοράς εντοπίστηκε και στις 29.10.12 παραδόθηκε στον διαχειριστή της περιουσίας της εταιρείας. Ακολούθως, το αντικείμενο ενοικιαγοράς παραδόθηκε στην Ενάγουσα και πωλήθηκε με δημόσιο πλειστηριασμό στις 05.02.
  3. Το προϊόν της πώλησης πιστώθηκε στον λογαριασμό ενοικιαγοράς της εταιρείας. Η μάρτυρας ετοίμασε πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9 στο οποίο επισυνάπτεται η κατάσταση του επίδικου λογαριασμού ενοικιαγοράς με αριθμό XXXXX13 - 04 από την ημερομηνία ανοίγματός του (Δέσμη Τεκμηρίου 16). Επιπρόσθετα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 κατάσταση λογαριασμού την οποία ετοίμασε και στην οποία αφαίρεσε τα "notification charges" και την αναλογία των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς επί των μη ληγμένων δόσεων. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 17 το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ενοικιαγοράς, το οποίο αποτελεί και το ποσό που η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, ανέρχεται στο ποσό των €29.122,27 πλέον τόκο προς 9,75% ετησίως επί του ποσού των €15.478,15 από τις 05.02.13 μέχρι εξόφλησης, πλέον τόκο 5,5% ετησίως επί του ποσού €13.644,15 από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής 03.06.13-31.12.14, 4% ετησίως από 01.01.15-31.12.16, 3,5% ετησίως από 01.01.17-31.12.18 και 2% ετησίως από 01.01.19 μέχρι εξόφλησης. Στη διά ζώσης μαρτυρία της η Μ.Ε.1 διευκρίνισε ότι το ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση του αντικειμένου ενοικιαγοράς, δηλαδή το ποσό των €5.500, κατατέθηκε στις 05.02.13 στον επίδικο λογαριασμό. Κατά την αντεξέτασή της δήλωσε ότι στα καθήκοντά της περιλαμβάνεται η ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού. Στην προκειμένη περίπτωση το Τεκμήριο 17 αποτελεί αναδομημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού την οποία ετοίμασε η ίδια. Για σκοπούς ετοιμασίας της έλαβε υπόψη το υπόλοιπο κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των €30.100,
  4. Αφαίρεσε διάφορες χρεώσεις τις οποίες κατέταξε στην κατηγορία "notification charges" και οι οποίες περιλαμβάνονται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο
  5. Περαιτέρω, από τα αρχικά δικαιώματα ενοικιαγοράς αφαίρεσε το ποσοστό που αντιστοιχεί στις 16 δόσεις οι οποίες δεν είχαν λήξει κατά την ημερομηνία τερματισμού. Με τις πιο πάνω αφαιρέσεις κατέληξε στο ποσό για το οποίο ζητείται η απόφαση, δηλαδή για το ποσό των €29.122,
  6. Η Μ.Ε.1 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι οι υπολογισμοί που έγιναν στο Τεκμήριο 17 είναι λανθασμένοι. Σε σχέση με το επιτόκιο, διευκρίνισε ότι κατά τον επίδικο χρόνο το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας ήταν αυτό της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Αρνήθηκε τη θέση της συνηγόρου των Εναγόμενων ότι κατά την ημερομηνία κατάρτισης της επίδικης συμφωνίας το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ήταν 2%. Η μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση της κας Δουραχίδου ότι υπήρξε καθυστέρηση στην πώληση του αντικειμένου ενοικιαγοράς. Όπως εξήγησε, η εταιρεία κατείχε το αντικείμενο ενοικιαγοράς και χρειάστηκε η επέμβαση του Τ.Α.Ε Πάφου προκειμένου αυτό να παραδοθεί στην Ενάγουσα. Αναφορικά με τον χρόνο που ξεκίνησαν να παρουσιάζονται τα προβλήματα με την πληρωμή των δόσεων, δήλωσε ότι αυτά προέκυψαν κυρίως μετά τον Ιούλιο του
  7. Η τακτική που ακολουθούσε η Ενάγουσα ήταν να μην προχωρεί άμεσα σε τερματισμό των συμφωνιών, αλλά να παραχωρείται ευκαιρία στους πελάτες όπως καλύψουν τις καθυστερημένες δόσεις τους και συνεχίσουν με κανονική αποπληρωμή αυτών. Συμφώνησε με την κα Δουραχίδου ότι η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση, δεν γνωρίζει όμως αν και πότε διαλύθηκε. Όσον δε αφορά τον Εναγόμενο 1, η πληροφόρηση που έχει είναι ότι ο τελευταίος είναι πτωχεύσας. Οι επιστολές τερματισμού (Τεκμήριο 6 και Δέσμη Τεκμηρίου 7) ετοιμάστηκαν από την εξωτερική δικηγόρο της Ενάγουσας. Η Μ.Ε.1 διαφώνησε με την υποβληθείσα θέση ότι οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν γνώση οποιασδήποτε επιστολής. Περαιτέρω, αρνήθηκε τη θέση της Υπεράσπισης ότι η Ενάγουσα προχώρησε σε συμβιβασμό με την εταιρεία και υποσχέθηκε παράταση του χρόνου εκπλήρωσης της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Δήλωσε, ότι από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία με την εταιρεία. Διευκρίνισε, ότι ο φάκελος είναι σε ηλεκτρονική μορφή και όλα τα έγγραφα του φακέλου έχουν ενσωματωθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας στο οποίο έχει η ίδια πρόσβαση. Επιπρόσθετα, η Μ.Ε.1 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό, καθώς και ότι υπάρχουν παράνομες χρεώσεις επί των Τεκμηρίων 16 και
  8. Σε σχέση με το πρώτο σκέλος επισήμανε ότι οι Εναγόμενοι είναι εγγυητές της εταιρείας και σε σχέση με το δεύτερο σκέλος επανέλαβε ότι στο Τεκμήριο 17 έχουν αφαιρεθεί και δεν διεκδικούνται τα "notification charges" τα οποία περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  9. Κατά την επανεξέτασή της η μάρτυρας δήλωσε, ότι δεν γνωρίζει συγκεκριμένα την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης εναντίον του Εναγόμενου
  10. Η μαρτυρία της Μ.Ε.1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη, καθώς το σύνολο της μαρτυρίας της υποστηρίζεται από τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια. Επομένως, το γεγονός ότι δεν είχε άμεση εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση δεν επηρεάζει την ποιότητα της μαρτυρίας της. Επισημαίνω, ότι η Μ.Ε.1 δεν ισχυρίστηκε ότι ήταν παρούσα κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς επί της οποίας είναι ενσωματωμένη και η εγγύηση των Εναγόμενων 1 και 2, ούτε και αποτέλεσε θέση της ότι είχε οποιαδήποτε προσωπική επαφή μαζί τους. Ανέφερε όμως, ότι λόγω της θέσης και των καθηκόντων της, τα οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν αμφισβητήθηκαν, έχει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα της Ενάγουσας στο οποίο φυλάσσονται όλες οι σχετικές πληροφορίες που αφορούν και την παρούσα υπόθεση και επιπρόσθετα ετοίμασε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 17 (Ρώσσου και Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Πολ. Έφεση αρ.448/12 ημερ.17.12.18). Αυτή η θέση της Μ.Ε.1 παρέμεινε ακλόνητη. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνεται ότι η ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς και η υπογραφή της τόσο από την εταιρεία, όσο και από τους Εναγόμενους 1 και 2 δεν αμφισβητήθηκε. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε και το γεγονός ότι η εταιρεία, με την εγγύηση των Εναγόμενων 1 και 2, χρηματοδοτήθηκε για την αγορά του επίδικου αντικειμένου ενοικιαγοράς το οποίο περιήλθε στην κατοχή της εταιρείας και στη συνέχεια παραδόθηκε στην Ενάγουσα για να πωληθεί με δημόσιο πλειστηριασμό. Η Μ.Ε.1, ως ήδη αναφέρθηκε, είχε άμεση εμπλοκή στην ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού - Τεκμήριο 17, την οποία ετοίμασε η ίδια, αφού έλαβε υπόψη της καταστάσεις της δέσμης Τεκμηρίου 16 τις οποίες, επίσης, έλεγξε. Η προσπάθεια της Υπεράσπισης να αμφισβητήσει την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού - Τεκμήρια 16 και 17, παρέμεινε μετέωρη. Η μάρτυρας, αφού κατέθεσε τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού ενοικιαγοράς μαζί με Πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από την ίδια δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9, επεξήγησε τη διαδικασία που ακολούθησε κατά την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 17). Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στο αρχικό ποσό που εμφανιζόταν ως υπόλοιπο κατά την καταχώρηση της αγωγής, εντόπισε επί του Τεκμηρίου 16 τις χρεώσεις που κατονόμασε ως "notification charges" και προχώρησε στον υπολογισμό των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς που αντιστοιχούσαν στο ποσό των μη ληγμένων δόσεων οι οποίες ήταν 16 κατά την ημερομηνία τερματισμού. Από το χρεωστικό υπόλοιπο, όπως αυτό εμφανιζόταν κατά την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, αφαίρεσε τα «notification charges» και την αναλογία των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς για να καταλήξει στο ποσό που διεκδικείται πλέον από την Ενάγουσα δυνάμει του Τεκμηρίου
  11. Οι προαναφερόμενες επεξηγήσεις της Μ.Ε.1 δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης, αφού η Υπεράσπιση περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες υποβολές περί αυθαίρετων και παράνομων χρεώσεων, χωρίς να υποδείξει με ποιες παράνομες ή αυθαίρετες χρεώσεις επιβαρύνεται ο επίδικος λογαριασμός. Επίσης, ανεπιτυχής ήταν και η προσπάθεια της Υπεράσπισης να αμφισβητήσει την αποστολή των επιστολών Τεκμήρια 4, 6 και δέσμης Τεκμηρίου 7 στην εταιρεία και στους Εναγόμενους 1 και
  12. Η θέση της μάρτυρος ότι οι προαναφερόμενες επιστολές στάλθηκαν στην εταιρεία και στους Εναγόμενους 1 και 2 επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 5 και
  13. Συγκεκριμένα, στο Τεκμήριο 5 περιλαμβάνονται τρεις αποδείξεις κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου οι οποίες απευθύνονται στους Εναγόμενους 1 και 2 και στην εταιρεία. Ως ημερομηνία κατάθεσης των εν λόγω ταχυδρομικών αντικειμένων καταγράφεται η 30.12.11, δηλαδή η αμέσως επόμενη ημέρα της ημερ. των επιστολών (Τεκμήριο 4) που ήταν η 29.12.
  14. Ο δε κωδικός αριθμός που καταγράφεται στην κάθε απόδειξη κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου του Τεκμηρίου 5 αντιστοιχεί στον κωδικό αριθμό που προηγείται της ημερ. 30.12.11 των τριών από τους έξι κλειστούς ταχυδρομικούς φακέλους που κατατέθηκαν ως δέσμη Τεκμηρίου
  15. Τα ίδια ισχύουν και για τις επιστολές Τεκμήριο 6 και δέσμη Τεκμηρίου 7, δηλαδή, οι κωδικοί αριθμοί που περιλαμβάνονται στην απόδειξη κατάθεσης συστημένων ταχυδρομικών αντικειμένων (Τεκμήριο 8) αντιστοιχούν στους κωδικούς αριθμούς που προηγούνται της ημερ. 10.02.12 των τριών άλλων κλειστών ταχυδρομικών φακέλων που αποτελούν μέρος της δέσμης Τεκμηρίου
  16. Επισημαίνω, ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι στους κλειστούς ταχυδρομικούς φακέλους της δέσμης Τεκμηρίου 9 περιλαμβάνονται οι επιστολές των Τεκμηρίων 4, 6 και
  17. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε επί της ορθότητας των ταχυδρομικών διευθύνσεων στις οποίες στάλθηκαν οι προαναφερόμενες επιστολές. Το μοναδικό σημείο επί του οποίου η μαρτυρία της Μ.Ε.1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφορά τη δήλωση της ότι το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας μειώθηκε στις 17.11.08 από 5,25% σε 5%. Η δέσμη Τεκμηρίου 21 δεν υποστηρίζει την εν λόγω θέση, αφού από τις δημοσιεύσεις της εν λόγω δέσμης προκύπτει ότι από τις 17.07.08 η επόμενη διαφοροποίηση στο βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας ήταν στις 30.05.11, οπότε από 5,25% αυξήθηκε σε 5,75%. Με εξαίρεση επομένως το προαναφερόμενο μέρος της μαρτυρίας της Μ.Ε.1, η μαρτυρία της κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266, 268 και Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας
(2014)2Α Α.Α.Δ 307). Η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι εργάζεται από το 2000 στην Ενάγουσα και ότι υπέγραψε ως μάρτυρας υπογραφών του μισθωτή και των εγγυητών στην επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς - Τεκμήριο
  1. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 18 εκτύπωση από το αρχείο πτωχευσάντων στην οποία εμφαίνεται ότι ο Εναγόμενος 1 είναι πτωχεύσας με σχετική απόφαση ημερ. 09.07.
  2. Επίσης, παρουσίασε, ως Τεκμήριο 19, σχετική εκτύπωση από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη σε σχέση με την εταιρεία από την οποία προκύπτει ότι αυτή τελεί υπό εκκαθάριση κατόπιν σχετικού δικαστικού διατάγματος ημερ. 12.04.
  3. Τέλος, κατά την κυρίως εξέτασή της η μάρτυρας κατέθεσε δέσμη δημοσιεύσεων (δέσμη Τεκμηρίου 21) που εξασφάλισε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών σε σχέση με τις ανακοινώσεις της Ελληνικής Τράπεζας αναφορικά με το βασικό επιτόκιο της κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο. Αντεξεταζόμενη δήλωσε, ότι η πολιτική που ακολουθούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα όταν παρουσιάζονταν καθυστερήσεις σε κάποιον λογαριασμό ήταν όπως σταλούν επιστολές προειδοποίησης προς τους πελάτες προκειμένου να τους δοθεί χρόνος για να καλύψουν τις καθυστερημένες δόσεις. Αυτό έγινε και στην παρούσα περίπτωση, οι πελάτες όμως παρέλειψαν να καταβάλουν τις καθυστερημένες δόσεις με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να προχωρήσει στη λήψη δικαστικών μέτρων. Αναφορικά με τις επιστολές τερματισμού, η Μ.Ε.2 δήλωσε ότι αυτές στάλθηκαν με συστημένη αλληλογραφία στις διευθύνσεις των Εναγόμενων 1 και 2, οι οποίες δηλώθηκαν επί του Τεκμηρίου
  4. Σε σχετική ερώτηση της κας Δουραχίδου απάντησε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο μεταγενέστερα της υπογραφής του Τεκμηρίου 2, υπήρξε αλλαγή διεύθυνσης εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και
  5. Η ουσία της μαρτυρίας της Μ.Ε.2 συνίστατο στην υπογραφή του Τεκμηρίου 2 εκ μέρους της ως μάρτυρας υπογραφών της εταιρείας και των Εναγόμενων 1 και
  6. Ο εν λόγω ισχυρισμός της Μ.Ε.2 δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Η αντεξέτασή της περιορίστηκε στην υποβολή διευκρινιστικών κυρίως ερωτήσεων σε σχέση με τον χρόνο αποστολής των επιστολών τερματισμού και της διεύθυνσης στην οποία αυτές στάλθηκαν. Σε σχέση με τις διευθύνσεις που αναγράφονται στις επιστολές τερματισμού, όσον αφορά τους Εναγόμενους 1 και 2 η μάρτυρας παρέπεμψε στο Τεκμήριο 2 και δήλωσε, ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 άλλαξαν διεύθυνση. Η θέση της ότι οι επιστολές γνωστοποίησης του τερματισμού στους Εναγόμενους 1 και 2 στάλθηκαν στη διεύθυνση που δήλωσαν στην εγγύηση επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 2 και
  7. Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία της Μ.Ε.2 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Εναγόμενος 1 κατά τη μαρτυρία του αρνήθηκε τη λήψη τόσο της προειδοποιητικής επιστολής - Τεκμήριο 4, όσο και της επιστολής τερματισμού - δέσμη Τεκμηρίου
  8. Δήλωσε, ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Όσον αφορά την επιστολή - Τεκμήριο 10, αναγνώρισε ότι του επιδόθηκε αυτή η επιστολή χωρίς όμως να επισυνάπτεται η εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη. Την εν λόγω εξουσιοδότηση (Τεκμήριο 11), την είδε για πρώτη φορά σε συνάντηση που είχε με τη συνήγορό του προτού παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Ουδέποτε αρνήθηκε να παραδώσει το αντικείμενο ενοικιαγοράς, το οποίο καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο ήταν σταθμευμένο σε συγκεκριμένο χώρο και μπορούσε η Ενάγουσα να το λάβει οποτεδήποτε. Περαιτέρω, δήλωσε ότι για την εταιρεία, η οποία βρισκόταν σε καθεστώς εκκαθάρισης, ενεργούσε ο Επίσημος Παραλήπτης. Συνεπώς, η Ενάγουσα θα έπρεπε να απευθυνθεί στον Επίσημο Παραλήπτη και όχι στον ίδιο. Άλλωστε, η εταιρεία διέκοψε τις εργασίες της από το 2010 και επομένως δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος για να διατηρεί στην κατοχή της το αντικείμενο της ενοικιαγοράς. Σε σχέση με το διεκδικούμενο υπόλοιπο, ο Εναγόμενος 1 δήλωσε, ότι διαφωνεί με το ύψος του. Αντεξεταζόμενος δήλωσε, ότι από τον Δεκέμβριο του 2010 εγκατέλειψε τη διεύθυνση που δηλώθηκε στο Τεκμήριο
  9. Στην εν λόγω διεύθυνση βρίσκεται η οικία του, ωστόσο λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε μετακόμισε με τη σύζυγο του στην οικία της θυγατέρας του. Για την προαναφερόμενη αλλαγή διεύθυνσης ενημέρωσε κάποιον υπάλληλο της Ενάγουσας τηλεφωνικά όταν υπήρξε επικοινωνία για άλλες υποθέσεις. Αρνήθηκε τη θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι παρέλαβε τα αποδεικτικά αποστολής των επιστολών (Τεκμήρια 4, 6 και 7) αλλά αρνήθηκε να μεταβεί στο ταχυδρομείο για να τις παραλάβει. Όσον αφορά το αντικείμενο ενοικιαγοράς επανέλαβε ότι βρισκόταν σταθμευμένο σε χωράφι δίπλα από την οικία του. Από τον συγκεκριμένο μάλιστα χώρο παραλήφθηκε και παραδόθηκε στην Ενάγουσα για να διενεργηθεί ο δημόσιος πλειστηριασμός. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι ο χειρισμός της υπόθεσης από την Ενάγουσα ήταν λανθασμένος. Αυτό, διότι η Ενάγουσα μπορούσε να λάβει νωρίτερα το αντικείμενο ενοικιαγοράς και να το πωλήσει εξασφαλίζοντας καλύτερη τιμή. Στην επισήμανση της κας Κορακίδου ότι όφειλε ο ίδιος να παραδώσει το αντικείμενο ενοικιαγοράς στον Επίσημο Παραλήπτη από το 2011 που εκδόθηκε το διάταγμα εκκαθάρισης, απάντησε ότι λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε δεν είχε ούτε τον χρόνο ούτε και τη διάθεση για να ασχολείται με αυτά τα ζητήματα. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 εστιάστηκε στο παράπονό του για τον λανθασμένο, ως ο ίδιος θεωρεί, χειρισμό της Ενάγουσας όσον αφορά την εταιρεία και την παραλαβή του αντικειμένου της ενοικιαγοράς. Ο μάρτυρας σε αρκετές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του τόνισε ότι η Ενάγουσα θα έπρεπε να αποταθεί στον Επίσημο Παραλήπτη από την ημερομηνία που εκδόθηκε το διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας και να ζητήσει την παράδοση του αντικειμένου ενοικιαγοράς. Αυτό, θα είχε, κατά τον Εναγόμενο 1, ως συνέπεια την εξασφάλιση καλύτερης τιμής κατά την πώλησή του με δημόσιο πλειστηριασμό με άμεσο συνεπακόλουθο τη μείωση του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού ενοικιαγοράς. Το προαναφερόμενο παράπονο του Εναγόμενου 1 δεν μπορεί ωστόσο να ληφθεί υπόψη, καθώς τέτοιοι ισχυρισμοί δεν προβάλλονται στο δικόγραφό του. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή του δικονομικού μας δικαίου ότι τα επίδικα θέματα καθορίζονται μέσω των έγγραφων προτάσεων και το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην επίλυση ζητημάτων τα οποία δεν εγείρονται στα δικόγραφα των διαδίκων (Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 και Έλληνας κ.α ν. Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 87/2013 ημερ.03.12.19). Πέραν του προαναφερόμενου θεμελιακού προβλήματος, θα πρέπει να επισημάνω ότι σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 παρέμεινε σε υποθετική βάση. Τούτο, διότι δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει τη θέση του ότι στην περίπτωση που το αντικείμενο ενοικιαγοράς περιερχόταν νωρίτερα στην κατοχή της Ενάγουσας και πωλείτο σε δημόσιο πλειστηριασμό, θα απέφερε μεγαλύτερο ποσό από το ποσό των €5.500 που εισπράχθηκε από την πώλησή του τον Φεβρουάριο του
  1. Από την άλλη, θα πρέπει να σημειώσω ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση για την παράλειψή του να παραδώσει, ως διευθυντής της εταιρείας, το αντικείμενο ενοικιαγοράς ή να δώσει έστω οδηγίες ή ακόμα και να καλέσει την Ενάγουσα να παραλάβει το αντικείμενο ενοικιαγοράς. Πώς θα μπορούσε η Ενάγουσα να γνωρίζει ότι η εταιρεία δεν χρειαζόταν πλέον το αντικείμενο της ενοικιαγοράς και ότι αυτό εγκαταλείφθηκε σε χωράφι δίπλα από την οικία των Εναγομένων; Δεν παραβλέπω ότι ο Εναγόμενος 1 αντιμετώπιζε, ως ισχυρίστηκε, προβλήματα υγείας ή άλλα προβλήματα. Αυτά τα ισχυριζόμενα προβλήματα του Εναγόμενου 1 δεν μπορούν ωστόσο να καταλογιστούν στην Ενάγουσα και να της εναποθέσουν ευθύνη για τυχόν καθυστέρηση στην παραλαβή του αντικειμένου ενοικιαγοράς. Επισημαίνεται, ότι η Ενάγουσα, ως προκύπτει από τα Τεκμήρια 12 και 13 αναγκάστηκε να αναθέσει τον εντοπισμό του αντικειμένου της ενοικιαγοράς στην αστυνομία. Όσον αφορά το αξιούμενο ποσό, οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1 παρέμειναν κενού περιεχομένου, αφού ο τελευταίος απλά περιορίστηκε στο να εκφράσει τη διαφωνία του με αυτό. Ο Εναγόμενος 1 δεν αμφισβήτησε οποιαδήποτε χρέωση, ούτε και προβλήθηκε η θέση ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείτο να προβεί σε συγκεκριμένες χρεώσεις που περιλαμβάνονται στον επίδικο λογαριασμό ενοικιαγοράς. Ο Εναγόμενος 1 υποστήριξε επίσης ότι κατά τον χρόνο που στάλθηκαν η προειδοποιητική επιστολή και οι επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 4, 6 και 7) δεν διέμενε ούτε ο ίδιος, ούτε και η σύζυγός του - Εναγόμενη 2 στις διευθύνσεις στις οποίες ταχυδρομήθηκαν οι εν λόγω επιστολές. Σημειώνεται, ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι επιστολές στάλθηκαν στη διεύθυνση η οποία δηλώθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 στην επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, καθώς και ότι αυτές δεν παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους 1 και
  2. Ο Εναγόμενος 1 υποστήριξε ότι για την αλλαγή της διεύθυνσής του ενημέρωσε σχετικά την Ενάγουσα. Η θέση του όμως περί αλλαγής της διεύθυνσής του και γνωστοποίησης της αλλαγής στην Ενάγουσα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, διότι αφενός δεν τέθηκε στους μάρτυρες της Ενάγουσας έτσι ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να απαντήσουν επί του ουσιαστικού αυτού ισχυρισμού του Εναγόμενου
  3. Αποτελεί βασικό κανόνα του δικαίου της απόδειξης ότι οι ουσιαστικές θέσεις που θα προωθηθούν από την Υπεράσπιση θα πρέπει να τίθενται στους μάρτυρες της άλλης πλευράς (Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527, M & TH. PETROU & SONS DEVELOPERS LTD v. ΚΟΥΚΚΟΥΛΗ Πολ. Έφεση 18/2011 ημερ.16.11.16 και Δίκαιο της Απόδειξης Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές έκδοση 2014 των κκ. Ηλιάδη και Σάντη σελ.720-723). Αφετέρου, η θέση του περί γνωστοποίησης της αλλαγής διεύθυνσης στην Ενάγουσα υπήρξε νεφελώδης. Ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τον χρόνο ή το πρόσωπο στο οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του δήλωσε την αλλαγή της διεύθυνσής του. Εν όψει των πιο πάνω, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Εναγόμενου
  1. Ευρήματα Στις 30.05.08 η Hellenic Bank (Finance) Ltd μίσθωσε στην εταιρεία ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΟΜΑ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ με δικαίωμα αγοράς, δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς ιδίας ημερ., ένα όχημα τύπου forklift μάρκας MANITOU με αρ. εγγραφής XXXXX. Το ποσό αγοράς του forklift ήταν €35.215,03 πλέον Φ.Π.Α προς €5.281,80, δηλαδή, σύνολο €40.493,
  2. Για την αγορά του forklift εκδόθηκε τιμολόγιο από την εταιρεία Christos Alexandrou Constructions Ltd. Το ποσό χρηματοδότησης δυνάμει της συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ.30.05.08 ήταν €40.559,70, ήτοι το ποσό αγοράς του forklift €40.493,83, πλέον €65,87 αξία χαρτοσήμων. Το συνολικό ποσό, ωστόσο, που θα έπρεπε να καταβάλει η ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΟΜΑ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ ήταν €51.206,40, καθώς τα δικαιώματα ενοικιαγοράς επί του ποσού χρηματοδότησης καθορίστηκαν στο ποσό των €10.646,
  3. Το συνολικό ποσό των €51.206,40 συμφωνήθηκε όπως αποπληρωθεί με 60 μηνιαίες δόσεις των €853,44 έκαστη. Η κάθε δόση θα ήταν πληρωτέα την 30η ημέρα εκάστου μήνα, με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα την 30.06.
  4. Το δικαίωμα αγοράς το οποίο θα ήταν πληρωτέο με την τελευταία δόση καθορίστηκε στο ποσό των €25,63 πλέον Φ.Π.Α. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι ο τόκος επί των καθυστερημένων μισθωμάτων θα υπολογίζεται με ποσοστό ίσο προς το εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας προσαυξημένο κατά 7%. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με συμφωνία εγγύησης, που ήταν ενσωματωμένη στη συμφωνία ενοικιαγοράς, εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΘΕΟΜΑ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ. Η Ενάγουσα δυνάμει διατάγματος ημερ.11.01.10, στα πλαίσια της Αίτησης Εταιρείας αρ.898/09 Ε.Δ. Λευκωσίας, ανέλαβε το σύνολο της επιχείρησης και όλα ανεξαίρετα τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, τα δικαιώματα, συμφέροντα, εξασφαλίσεις και γενικά την ιδιοκτησία της Hellenic Bank (Finance) Ltd. Ανέλαβε, επομένως, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που πηγάζουν και από τη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερ.30.05.
  5. Στις 12.04.11 εκδόθηκε από το Ε.Δ. Πάφου διάταγμα εκκαθάρισης της ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΘΕΟΜΑ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ και ο Επίσημος Παραλήπτης ορίστηκε ως ο εκκαθαριστής της. Η Ενάγουσα με επιστολές της ημερ.29.12.11 προς την ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΟΜΑ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ και τους Εναγόμενους 1 και 2, οι οποίες στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο, πληροφόρησε τους τελευταίους ότι καθυστέρησαν την πληρωμή των δόσεων της περιόδου 30.08.10 - 29.12.11 και τους κάλεσε όπως επανορθώσουν εντός 21 ημερών την πιο πάνω παράβαση. Περαιτέρω, τους πληροφόρησε ότι σε περίπτωση που παραλείψουν ή αρνηθούν να επανορθώσουν θα προχωρήσει στη λήψη δικαστικών μέτρων. Λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 και η ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΟΜΑ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ δεν επανόρθωσαν την προαναφερόμενη παράβαση, η Ενάγουσα με νέες επιστολές της οι οποίες, επίσης, στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο, τερμάτισε τη συμφωνία ενοικιαγοράς και κάλεσε τα πιο πάνω πρόσωπα όπως, μεταξύ άλλων, παραδώσουν το forklift. Ακολούθως, η Ενάγουσα με νέα επιστολή της ημερ. 02.04.12 η οποία επιδόθηκε με ιδιωτική επίδοση στην ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΟΜΑ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ και στον Εναγόμενο 1 ως διευθυντή της, τους κάλεσε εκ νέου όπως παραδώσουν το forklift, πληροφορώντας τους ταυτόχρονα ότι έλαβε σχετική εξουσιοδότηση από τον Επίσημο Παραλήπτη για παραλαβή και πώληση του forklift. Το forklift και πάλι δεν παραδόθηκε, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να καταγγείλει το όλο συμβάν στον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου. Εν τέλει, μετά από εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Τ.Α.Ε Πάφου, το forklift εντοπίστηκε και παραδόθηκε στην Ενάγουσα. Στις 05.02.13 το forklift πωλήθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό και το εκπλειστηρίασμα εκ ποσού €5.500 κατατέθηκε στον λογαριασμό ενοικιαγοράς της ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΘΕΟΜΑ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ. Το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας κατά την 30.05.08 ήταν 4,5% και διακυμάνθηκε ως ακολούθως: Στις 24.06.08 αυξήθηκε σε 5%. Στις 17.07.08 αυξήθηκε σε 5,25%. Στις 30.03.11 αυξήθηκε σε 5,75%. Στις 09.04.12 οι τόκοι υπερημερίας για τις καθυστερημένες δόσεις των δανείων ενοικιαγοράς καθορίστηκαν στο 4%. Το ποσό το οποίο οφείλουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην Ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των €29.122,27 πλέον τόκο προς 9,75% επί ποσού €15.478,15 από 05.02.13 μέχρι εξοφλήσεως και τόκο προς 5,5% επί του ποσού των €13.644,12 από 03.06.13 μέχρι 31.12.14, 4% από 01.01.15 μέχρι 31.12.16, 3,5% από 01.01.17 μέχρι 31.12.18 και 2% από 01.01.19 μέχρι εξοφλήσεως. Τέλος, αποτελεί εύρημα μου ότι εναντίον του Εναγόμενου 1 εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης στις 09.07.
  6. Συμπεράσματα Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α
(2001)1Β Α.Α.Δ 1432, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας τη σχετική αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου, συνόψισε τα ουσιώδη χαρακτηριστικά μίας σύμβασης ενοικιαγοράς ως ακολούθως: «Τέτοια σύμβαση εξυπακούει πως ο χρηματοδότης, όπως ήταν εν προκειμένω οι εφεσείοντες, είναι ιδιοκτήτης του αντικειμένου. Ως ο ιδιοκτήτης, λοιπόν, συμφωνεί να το ενοικιάσει στον αντισυμβαλλόμενο στον οποίο αναγνωρίζεται δυνατότητα, εφόσον τηρήσει τους όρους της ενοικίασης, να το αγοράσει. Για όσο διαρκεί η πρώτη σχέση, εκείνη της ενοικίασης, το αντικείμενο παραμένει υπό την κυριότητα του χρηματοδότη. Η δε αγορά του αυτοκινήτου από τον αντισυμβαλλόμενο στο τέλος, συνήθως με την καταβολή κάποιου μικρού ποσού, επιπρόσθετου προς τα συμφωνηθέντα μισθώματα, αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωσή του. Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Το σύνηθες είναι να την αποκτούν από τον έμπορο του αντικειμένου καταβάλλοντας το τίμημά του, πλην της προκαταβολής όπου υπάρχει τέτοια. Και να συνάπτουν στη συνέχεια σύμβαση ενοικιαγοράς με τον πελάτη του εμπόρου, με προοπτική την τελική μεταβίβαση της κυριότητας σε αυτόν. Δεν αποκλείεται όμως να ανήκε αρχικά το αυτοκίνητο στον ίδιον τον ενοικιαγοραστή.» Ως προς το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι συμβάσεις ενοικιαγοράς και τις συνέπειες που ενέχει η διάρρηξη τους, λέχθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Τσαρτελλή
(2003)1 Α.Α.Δ 246 ότι η μη καταβολή των προβλεπόμενων από τη σύμβαση ενοικιαγοράς δόσεων ενοικίου παρέχει στον εκμισθωτή δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εφόσον τέτοιο δικαίωμα δίδεται από τις πρόνοιες της σύμβασης ενοικιαγοράς. Σε σχέση τώρα με τη ζημιά που μπορεί να διεκδικήσει ο εκμισθωτής αναφέρθηκαν στην εν λόγω απόφαση τα ακόλουθα: «Αυτή ποικίλλει, ανάλογα με τα επακόλουθα του τερματισμού. Εάν επιστραφεί το αντικείμενο της μίσθωσης, η ζημία περιορίζεται στη διαφορά μεταξύ, αφενός, του ολικού τιμήματος της ενοικιαγοράς και, αφετέρου, της αξίας του αντικειμένου της μίσθωσης κατά το χρόνο της επιστροφής, που συνήθως παίρνει τη μορφή του τιμήματος της διάθεσής του.» Σύμφωνα με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία και τα συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου, μεταξύ της Hellenic Bank (Finance) Ltd και της εταιρείας συνομολογήθηκε συμφωνία ενοικιαγοράς του forklift. Η εταιρεία παρέβηκε τους όρους της συμφωνίας ενοικιαγοράς, καθώς παρέλειψε να καταβάλει μισθώματα κατά τις συμφωνηθείσες ημερομηνίες. Η προαναφερόμενη παράλειψη της εταιρείας έδιδε το δικαίωμα στην Ενάγουσα να τερματίσει τη συμφωνία με βάση τον όρο 4(β) του Τεκμηρίου
  1. Η Ενάγουσα απέστειλε αρχικά τις επιστολές ημερ.29.12.11 (Τεκμήριο 4) στην εταιρεία και τους Εναγόμενους 1 και 2 καλώντας τους να επανορθώσουν την παράβαση εντός 21 ημερών και ακολούθως, ενόψει του ότι δεν επανορθώθηκε η παράβαση, τερμάτισε τη συμφωνία με τις επιστολές ημερ.07.02.12 (Τεκμήρια 6 και 7). Για να ακριβολογώ, ο τερματισμός έγινε με το Τεκμήριο 6 που απευθυνόταν στην εταιρεία, ενώ με τη δέσμη Τεκμηρίου 7 η Ενάγουσα γνωστοποίησε τον τερματισμό της συμφωνίας στους Εναγόμενους 1 και 2 υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητών. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων αφιέρωσε μεγάλο μέρος της γραπτής αγόρευσης της στη θέση ότι δεν υπήρξε νομότυπος τερματισμός της συμφωνίας και ως εκ τούτου δεν γεννήθηκε αγώγιμο δικαίωμα. Στήριξε την εισήγηση της σε δύο πυλώνες, ήτοι αφενός στο ότι δεν αποδείχθηκε η αποστολή και παραλαβή των επιστολών και αφετέρου στο ότι η διεύθυνση που αναγράφηκε στις επιστολές είναι λανθασμένη. Καταρχάς θα πρέπει να επισημάνω ότι η θέση ότι, δεν έλαβε χώρα νομότυπος τερματισμός της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς δεν καλύπτεται δικογραφικά. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 στο δικόγραφο της Υπεράσπισης περιορίζονται σε γενική άρνηση των παραγράφων 9 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης στις οποίες προβάλλεται ο ισχυρισμός περί αποστολής στην εταιρεία και τους Εναγόμενους 1 και 2 των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού. Μάλιστα, θετικός ισχυρισμός προβάλλεται μόνο στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης, το περιεχόμενο της οποίας θεωρώ χρήσιμο όπως παραθέσω αυτούσιο: «Οι Εναγόμενοι αναφορικά με το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της οπισθογραφημένης Εκθέσεως Απαιτήσεως δέχονται μόνο ότι έγιναν οι εν λόγω πληρωμές οι οποίες αναγράφονται στην παράγραφο αυτή και αρνούνται οιουσδήποτε περαιτέρω ισχυρισμούς οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο αυτή. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι λέγουν ότι οι Ενάγοντες έχουν παραβεί ουσιώδη όρο της εν λόγω σύμβασης εγγύησης και δεν όχλησαν με επιστολή τους τους Εναγόμενους 1 και 2 για την υπερημερία ή την αθέτηση από την πρωτοφειλέτιδα της υποχρέωσης της να αποπληρώσει τις μηνιαίες δόσεις της συμφωνίας ενοικιαγοράς συμφώνως της μεταξύ τους συμφωνίας». Είναι επομένως ξεκάθαρο ότι δεν εγέρθηκε ζήτημα παράτυπου τερματισμού της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Τέτοιο άλλωστε ζήτημα θα μπορούσε να εγερθεί μόνο σε σχέση με την εταιρεία, ενώ η παράγραφος 7 της Υπεράσπισης αναφέρεται αποκλειστικά στους Εναγόμενους 1 και
  2. Στην Έλληνας κ.α ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω) ειπώθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, να λεχθεί ότι προκειμένου να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός περί νομότυπης αποστολής και παραλαβής των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, το δικόγραφο της υπεράσπισης θα έπρεπε να ήταν πλέον επεξηγηματικό και να θέτει τους αναγκαίους ισχυρισμούς. Η γενική άρνηση ισχυρισμών δεν εξυπακούει και την προβολή θετικών ισχυρισμών (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24), ενώ, όπως λέχθηκε και στη Latifundia Properties Ltd v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ 670, ισχυρισμός περί μη έγκαιρης παραλαβής επιστολής θεωρείται ουσιωδέστατος και θα αναμενόταν να περιεχόταν σαφής ισχυρισμός στην έκθεση υπεράσπισης ώστε να καθίστατο επίδικο θέμα.» Στην προκείμενη περίπτωση ο ισχυρισμός περί μη νομότυπου τερματισμού ήταν ουσιώδης και θα έπρεπε, κατ' επιταγή των δικονομικών κανόνων και της νομολογίας, να τεθεί με σαφή τρόπο στην Υπεράσπιση, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Συνεπώς, κατά την κρίση μου, η θέση περί μη νομότυπου τερματισμού δεν αποτελεί επίδικο θέμα (Μελάς ν. Κυριάκου και Έλληνας κ.α ν. Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ανωτέρω). Ωστόσο, παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω το ζήτημα και επί της ουσίας του. Ξεκινώ από την απόδειξη αποστολής και παραλαβής των επιστολών. Ο όρος 12 του Τεκμηρίου 2 αναφέρει τα ακόλουθα για την αποστολή επιστολών προς τον μισθωτή και τους εγγυητές: «Με το έγγραφο αυτό συμφωνείται και διακηρύσσεται ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση, επιστολή ή άλλο έγγραφο από τους ιδιοκτήτες προς τον μισθωτή ή τον εγγυητή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνθηκε αν στάληκε με το συνηθισμένο ταχυδρομείο και η ειδοποίηση αυτή, επιστολή ή άλλο έγγραφο θα θεωρείται ότι λήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνθηκε κατά τον χρόνο που αυτή θα έπρεπε να είχε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων παραδοθεί σε αυτόν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του». Όπως, επομένως, προκύπτει από τον όρο 12 του Τεκμηρίου 2, η υποχρέωση της Ενάγουσας εξαντλείται στην απόδειξη αποστολής των επιστολών και δεν απαιτείται και απόδειξη ότι ο μισθωτής ή οι εγγυητές πράγματι έλαβαν τις επιστολές που στάλθηκαν. Εν προκειμένω, η Ενάγουσα απέδειξε ότι στάλθηκαν τόσο οι επιστολές προειδοποίησης, όσο και η επιστολή τερματισμού προς την εταιρεία και τους εγγυητές - Εναγόμενους 1 και 2. Οι αποδείξεις κατάθεσης συστημένων ταχυδρομικών αντικειμένων (Τεκμήρια 5 και 8) καταμαρτυρούν του λόγου το αληθές. Το γεγονός τώρα, ότι η Ενάγουσα επέλεξε να στείλει τις επιστολές με συστημένο ταχυδρομείο, αντί με συνηθισμένο δεν μπορεί να προσμετρήσει εις βάρος της. Αντιθέτως, έπραξε κάτι πέραν από την υποχρέωση που είχε με βάση τον όρο 12 του Τεκμηρίου 2 (Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Public Co Ltd
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2059). Συνεπώς, η εν λόγω ενέργεια της Ενάγουσας δεν δημιουργεί και υποχρέωση απόδειξης παραλαβής των επιστολών από την εταιρεία και τους Εναγόμενους 1 και 2, όπως ουσιαστικά εισηγείται η κα Δουραχίδου. Ούτε, ασφαλώς και δημιουργήθηκε οποιαδήποτε επιπρόσθετη υποχρέωση στην Ενάγουσα για να εντοπίσει την εταιρεία και τους Εναγόμενους ενόψει της επιστροφής των επιστολών ως «αζήτητων» (δέσμη Τεκμηρίου 9). Στην υπόθεση Katsiantonis v. Frantzeskou
(1981)1 C.L.R. 566, λέχθηκε ότι τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται μία επιστολή δεν μπορούν να προβάλλουν ως υπεράσπιση την έλλειψη γνώσης του περιεχομένου της, όταν η μη λήψη της οφείλεται σε δική τους σκόπιμη ή αμελή πράξη. Η επιστροφή επιστολής με την ένδειξη «αζήτητο» συνιστά καλή αποστολή της ειδοποίησης και θεωρείται ότι οι παραλήπτες έλαβαν γνώση, εκτός των περιπτώσεων που ο Νόμος ρητά απαιτεί πραγματική γνώση (Katsiantonis v. Frantzeskou (ανωτέρω) και Οδυσσέως ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Εφόρου Φόρου Εισοδήματος
(1998)3 Α.Α.Δ 481). Στην προκείμενη περίπτωση, ούτε ο όρος 12 του Τεκμηρίου 2, ούτε και οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη απαιτεί απόδειξη λήψης της επιστολής και επομένως πραγματική γνώση του περιεχομένου της. Το άρθρο 25
(1)του Ν.39(Ι)/2001 που επικαλείται η κα Δουραχίδου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν επιβάλλει τέτοια υποχρέωση και σε κάθε περίπτωση ο εν λόγω Νόμος δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση (βλ. α.3 του Νόμου). Έρχομαι στον δεύτερο πυλώνα που άπτεται του νομότυπου του τερματισμού, δηλαδή της ορθότητας των διευθύνσεων στις οποίες στάλθηκαν οι εν λόγω επιστολές. Τόσο οι επιστολές προειδοποίησης, όσο και οι επιστολές τερματισμού στάλθηκαν στην εταιρεία και τους Εναγόμενους 1 και 2 στη διεύθυνση XXXX XXXXX 29 XXXX XXXXX. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση, για να επισημάνω ότι η θέση της κας Δουραχίδου σε ό,τι αφορά τους Εναγόμενους 1 και 2 καλύπτεται από την παράγραφο 7 της Υπεράσπισης, σε αντίθεση με την εταιρεία αναφορικά με την οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν εγείρεται ζήτημα παράτυπου τερματισμού της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση σημειώνω, ότι η διεύθυνση XXXX XXXX 29 XXXX XXXXX αποτελεί τη διεύθυνση που οι Εναγόμενοι 1 και 2 δήλωσαν επί του Τεκμηρίου
  1. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα ειδοποιήθηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 άλλαξαν διεύθυνση. Συνεπώς, η αποστολή των επιστολών στην εν λόγω διεύθυνση για τους Εναγόμενους 1 και 2 ήταν ορθή. Όσον αφορά την εταιρεία, η κα Δουραχίδου υπέδειξε ότι η διεύθυνση XXXX XXXX 29 XXXX XXXXX δεν συναντάται ούτε στο Τεκμήριο 2, αλλά ούτε και στο Τεκμήριο
  2. Όντως οι διευθύνσεις που καταγράφονται στα Τεκμήρια 2 και 20 είναι διαφορετικές από τη διεύθυνση στην οποία στάλθηκαν οι επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού στην εταιρεία. Το ζήτημα όμως, κατά την άποψη μου, δεν τελειώνει εδώ. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής της εταιρείας (βλ. δέσμη Τεκμηρίου 10 και 20). Επομένως, ο Εναγόμενος 1, στη διεύθυνση του οποίου στάλθηκαν οι επιστολές προς την εταιρεία, ήταν πρόσωπο άμεσα συνδεδεμένο με αυτήν ως αξιωματούχος της. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να προβάλλεται το επιχείρημα ότι η εταιρεία δεν έλαβε γνώση του τερματισμού, αφ' ης στιγμής η επιστολή στάλθηκε στη διεύθυνση του διευθυντή της. Σκοπός της αποστολής της επιστολής στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του μισθωτή είναι η διασφάλιση της λήψης γνώσης. Η εταιρεία, ως νομικό πρόσωπο, θα λάμβανε αυτή τη γνώση μέσω των αξιωματούχων της. Επομένως, το γεγονός ότι η επιστολή τερματισμού στάλθηκε στη διεύθυνση του Εναγόμενου 1 - διευθυντή της εταιρείας, δεν καθιστά, κατά την κρίση μου, παράτυπο τον τερματισμό. Παρόμοιο ζήτημα εγέρθηκε στην υπόθεση Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Public Co Ltd (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση ο Εφεσείων - εγγυητής ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε γνώση του τερματισμού της συμφωνίας δανείου, καθώς η επιστολή δεν στάλθηκε στη διεύθυνση που είχε δηλώσει στη συμφωνία εγγύησης, αλλά στην ταχυδρομική θυρίδα της πρωτοφειλέτριας εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση λέγοντας τα εξής: «Από τη συμφωνία δανείου (τεκμ. 5) αλλά και τη συμφωνία εγγύησης (τεκμ. 6) προκύπτει ότι ο εφεσείων συνδέεται με την εν λόγω εταιρεία (εναγόμενη 1 που, σημειώνουμε, υπερασπιζόταν από τον ίδιο συνήγορο και δέχθηκε απόφαση αφού υπογράφει αυτός τη συμφωνία για λογαριασμό της και έχουν την ίδια διεύθυνση, Αλκιβιάδη 11). Το γεγονός ότι το τεκμ. 9, επιστολή ημερ. 26/3/2002 προς την εταιρεία ΜΙΤ και το τεκμ. 9(α) επιστολή ημερ. 26/3/2002 προς τον εφεσείοντα στάληκαν στο ΤΚ 55213 3030 Λεμεσός και όχι στην οδό Αλκιβιάδη 11, κρίνουμε ότι δεν διαφοροποιεί την κατασταση εφόσον από τα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου γεγονότα προέκυπτε ότι η θυρίδα αυτή ανήκε στην εταιρεία ΜΙΤ, στην οποία είχε θέση και ο εφεσείων, μάλιστα για κάποιο διάστημα ως διευθύνων σύμβουλος. Έτσι κρίνουμε ότι ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρξε πληροφόρησή του περί του τερματισμού της συμφωνίας δανείου, δεν ευσταθεί. Ορθά επομένως το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του ότι δεν είχε γνώση των επιστολών ημερ. 26/3/2002 (τεκμ.9 και 9(α)) και των επιστολών ημερ. 18/9/2002 (τεκμ. 10 και τεκμ. 10(α)) αφού τον έκρινε αναξιόπιστο μάρτυρα, ενώ αντίθετα πίστεψε την μάρτυρα Νατάσα Γαβριήλ (Μ.Ε.2) η οποία ανέφερε ότι ταχυδρόμησε τις εν λόγω επιστολές περιλαμβανομένων και των επιστολών τεκμ. 9(α) και τεκμ. 10(α), που απευθύνονταν στον εφεσείοντα.» Ολοκληρώνοντας με το ζήτημα του νομότυπου του τερματισμού της συμφωνίας ενοικιαγοράς, η κα Δουραχίδου υποστήριξε ότι σε κάθε περίπτωση η αποστολή της επιστολής στην εταιρεία ήταν λανθασμένη, αφού αυτή έπρεπε να απευθύνεται στον Επίσημο Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της εταιρείας. Πρόκειται για θέση, η οποία επαναλαμβάνω δεν καλύπτεται δικογραφικά, αλλά για σκοπούς πληρότητας και μόνο θα εξετάσω. Η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης δεν συνεπάγεται, σύμφωνα με το Κεφ.113, την έκπτωση των αξιωματούχων μίας εταιρείας ή την παύση του διορισμού τους (βλ. μεταξύ άλλων άρθρα 307 κ.ε. Κεφ.113). Σημειώνω, ότι η κα Δουραχίδου στην αγόρευσή της δεν με παρέπεμψε σε νομοθετική διάταξη ή νομολογία που να υποστηρίζει το αντίθετο. Συνεπώς, ο Εναγόμενος 1 εξακολουθεί και μετά την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης να είναι διευθυντής της εταιρείας. Τούτο, επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο
  3. Ο σκοπός της ειδοποίησης τερματισμού, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι η ενημέρωση της εταιρείας για τον τερματισμό, καθώς και για το ότι κατέστη απαιτητό το οφειλόμενο ποσό. Επομένως, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση του Εναγόμενου 1, διευθυντή της εταιρείας, είναι ορθή έστω κι αν η εταιρεία τελούσε σε εκκαθάριση. Εν πάση περιπτώσει, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αποκαλύπτουν ότι ο Επίσημος Παραλήπτης ενημερώθηκε για τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικιαγοράς που διατηρούσε η εταιρεία. Αυτό, συνάγεται ξεκάθαρα από το Τεκμήριο 11, με το οποίο ο Επίσημος Παραλήπτης εξουσιοδοτεί την Ενάγουσα να παραλάβει το αντικείμενο της επίδικης ενοικιαγοράς και να προχωρήσει στην πώληση του. Ένα άλλο ζήτημα το οποίο δεν δικογραφείται, αλλά εγείρεται με την αγόρευση της συνηγόρου των Εναγομένων και θεωρώ χρήσιμο για σκοπούς πληρότητας να σχολιάσω, είναι η θέση περί άκυρης συμφωνίας ενοικιαγοράς λόγω του ότι η συμφωνία - Τεκμήριο 2 δεν φέρει τη σφραγίδα της Hellenic Bank (Finance) Ltd και δεν έχει υπογραφεί από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Όπως προανέφερα η έγκυρη κατάρτιση της συμφωνίας ενοικιαγοράς δεν αποτελεί επίδικο θέμα. Αντιθέτως, στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι περιορίζονται να ισχυριστούν ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς περιέχει παράνομους όρους. Το εν λόγω ζήτημα αποτέλεσε μάλιστα αντικείμενο ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.2 στις 23.10.
  4. Ανεξαρτήτως του θεμελιακού αυτού προβλήματος, το επιχείρημα ότι το Τεκμήριο 2 δεν φέρει τη σφραγίδα της Hellenic Bank (Finance) Ltd κατά παράβαση του άρθρο 33
(1)(α) Κεφ.113 και επομένως δεν υπήρχε εξουσιοδότηση για υπογραφή του, δεν μπορεί να επιτύχει. Το προαναφερόμενο άρθρο ουδόλως υποστηρίζει την άποψη ότι όταν συνάπτεται μία συμφωνία από εταιρεία πρέπει οπωσδήποτε να φέρει τη σφραγίδα της. Αντιθέτως, το εν λόγω άρθρο ρητά προνοεί ότι «.σύμβαση η οποία αν γινόταν μεταξύ ιδιωτών προσώπων ο νόμος θα απαιτούσε να γίνει γραπτώς, και αν γινόταν σύμφωνα με το Αγγλικό Δίκαιο θα απαιτούσε να φέρει σφραγίδα, δύναται να γίνει από εταιρεία γραπτώς και είτε να φέρει την κοινή σφραγίδα της εταιρείας είτε όχι·». Το τελευταίο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί, αφορά την απόδειξη του υπολοίπου. Η Ενάγουσα παρουσίασε τις καταστάσεις λογαριασμού συνοδευόμενες από Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9 (Τεκμήριο 16), καθώς και αναδομημένη κατάσταση (Τεκμήριο 17) στην οποία αφαιρέθηκαν τα "notification charges" και τα δικαιώματα ενοικιαγοράς που αντιστοιχούν στις μη ληγμένες κατά τον χρόνο τερματισμού δόσεις. Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν οποιαδήποτε χρέωση επί των Τεκμηρίων 16 και 17 και περιορίστηκαν σε μία γενική διαφωνία ως προς το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιάζει ο επίδικος λογαριασμός. Στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου
(2014)1Γ 2287, λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου. Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858).» Στην προκείμενη περίπτωση η Ενάγουσα με τη μαρτυρία που προσκόμισε απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό το χρεωστικό υπόλοιπο της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Οι καταστάσεις λογαριασμού της δέσμης Τεκμηρίου 16 μαζί με το πιστοποιητικό της Μ.Ε.1 συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων που παρουσιάζονται σε αυτές (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά
(2009), 1 Α.Α.Δ., 479 και Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ. 1/2010 ημερ. 08.07.14). Ουσιαστικά, με την παρουσίαση της δέσμης Τεκμηρίου 16, ενεργοποιήθηκε το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 22 του Κεφ.9 ως προς την εκ πρώτης όψεως ορθότητα του επίδικου λογαριασμού. Κατά συνέπεια, το βάρος απόδειξης μετατοπίστηκε πλέον στην πλευρά των Εναγόμενων για αντίκρουση των καταχωρήσεων που παρουσιάζονται στις καταστάσεις λογαριασμού. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ουδεμία ουσιαστική αντεξέταση της Μ.Ε.1 έγινε επί των καταστάσεων λογαριασμού, ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τους Εναγόμενους που να αντικρούει την ορθότητα των εν λόγω καταστάσεων (Γρηγορίου και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Έφεση αρ.75/13 ημερ.28.03.19). Ως εκ των ανωτέρω, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ως εγγυητές της εταιρείας ευθύνονται, δυνάμει της εγγύησης και αποζημίωσης που υπέγραψαν επί του Τεκμηρίου 2, να καταβάλουν στην Ενάγουσα το οφειλόμενο ποσό. Κλείνοντας σημειώνω, όσον αφορά την αξίωση για επιτόκιο 9,75%, ότι σε αυτό περιλαμβάνεται ουσιαστικά τόκος υπερημερίας (βλ. όρο 2(γ) του Τεκμηρίου 2). Αποτελούσε ρητό όρο του Τεκμηρίου 2 ότι ο τόκος επί των καθυστερημένων μισθωμάτων θα υπολογίζεται με ετήσιο ποσοστό ίσο προς το εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας προσαυξημένο κατά 7%. Σύμφωνα με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας κατά τον χρόνο τερματισμού ήταν 5,75% και ο τόκος υπερημερίας από τις 09.04.12 μειώθηκε σε 4%. Συνεπώς, σύμφωνα με τους όρους του Τεκμηρίου 2, η Ενάγουσα νομιμοποιείται στη διεκδίκηση τόκου επί των καθυστερημένων μισθωμάτων προς 9,75%. Για τους λόγους που προσπάθησαν να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι η Ενάγουσα απέδειξε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την απαίτηση της. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπερ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €29.122,27 πλέον τόκο προς 9,75% επί ποσού €15.478,15 από 05.02.13 μέχρι εξοφλήσεως και τόκο προς 5,5% επί του ποσού των €13.644,12 από 03.06.13 μέχρι 31.12.14, 4% από 01.01.15 μέχρι 31.12.16, 3,5% από 01.01.17 μέχρι 31.12.18 και 2% από 01.01.19 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.