← Κύπρος

Παντέλας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1313/13, 11/11/2020

Παντέλας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1313/13, 11/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1313/13 Μεταξύ: ΧΧΧΧ Παντέλας, από την ΧΧΧΧ Ενάγοντας και Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Γενικού Εισαγγελέα ΧΧΧΧΧΧ Ανδρονίκου, από την ΧΧΧΧ Εναγόμενοι -------------------- Ημερομηνία: 11.11.2020 Για Ενάγοντα: κ. Χ. Φωτίου Για Εναγόμενους 1 & 2: κ. Σ. Ερωτοκρίτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 εδράζεται στον ισχυρισμό ότι συνελήφθηκε και κρατήθηκε παράνομα, καθώς και ότι ο Εναγόμενος 2 του επιτέθηκε παράνομα προκαλώντας του βαριές σωματικές βλάβες. Περαιτέρω, αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι υπήρξε θύμα εξευτελισμού και ταπείνωσης από τον Εναγόμενο 2. Στη βάση των πιο πάνω, αξιώνει την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην κοινή τους Υπεράσπιση εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι ο Ενάγων κωλύεται στην προώθηση της παρούσας αγωγής, διότι, μεταξύ άλλων, για τα ίδια γεγονότα καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση με Κατηγορούμενο τον Ενάγοντα και Παραπονούμενους τους Εναγόμενους. Άνευ βλάβης της πιο πάνω αναφερόμενης προδικαστικής ένστασης, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι κατά τον επίδικο χρόνο λήφθηκε πληροφορία ότι ο Ενάγων επιτέθηκε εναντίον άλλου προσώπου σε συγκεκριμένο μπαρ. Κατά την άφιξη του Εναγόμενου 2 στο εν λόγω μπαρ εντοπίστηκε ο Ενάγων ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και συμπεριφερόταν οχλαγωγικά και άτακτα. Ο Εναγόμενος 2 ζήτησε από τον Ενάγοντα τα στοιχεία του και τότε ο τελευταίος τον εξύβρισε με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος 2 να τον θέσει υπό σύλληψη. Όταν επιχείρησε ο Εναγόμενος 2 να τον θέσει υπό σύλληψη, ο Ενάγων του επιτέθηκε και τότε ο Εναγόμενος 2 χρησιμοποίησε την ανάλογη βία για να θέσει τον Ενάγοντα υπό κράτηση. Αποτελεί επίσης θέση των Εναγόμενων ότι ο Ενάγων, ενώ βρισκόταν στο κελί του, χτυπούσε το κεφάλι του στο πάτωμα και στους τοίχους του κρατητηρίου. Καταληκτικά, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η σύλληψη και κράτηση του Ενάγοντα ήταν νόμιμη και για να επιτευχθεί χρησιμοποιήθηκε η ανάλογη βία. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 1 το ιατρικό έντυπο ημερομηνίας 30.03.13 και δήλωσαν ως κοινά παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγων κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και κατά την ιατρική εξέταση διαπιστώθηκε ότι έφερε τα ακόλουθα τραύματα: Μώλωπες αριστερού οφθαλμού (άνω και κάτω βλεφάρου), εκχυμώσεις περιοφθαλμικά δεξιά, εκχυμώσεις αριστερής πλάγιας τραχηλικής χώρας, εκδορές σε περιοχή δεξιάς ωμοπλάτης. Ο Ενάγων παραπονείτο για ζάλη, κεφαλαλγία, άλγος δεξιού αγκώνα, δεξιάς άκρας χειρός και αριστερής πηχεοκαρπικής. Κατά την κλινική εξέταση δεν εντοπίστηκαν παθολογικά ευρήματα και επίσης κατά τη νευρολογική εξέταση δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε παθολογικό. Υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο από τον οποίο δεν διαπιστώθηκαν οστικές κακώσεις. Συνεστήθη εισαγωγή στο Νοσοκομείο για παρακολούθηση, όμως ο Ενάγων αρνήθηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις σχολίασαν την πραγματική και νομική πτυχή της υπόθεσης. Έχω μελετήσει τις αγορεύσεις των συνηγόρων και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου κριθεί σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να μελετήσω ενδελεχώς τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο Ενάγων κατά τη μαρτυρία του υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9 η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι στις 29.03.13 απεβίωσε η γιαγιά του και επειδή την αγαπούσε ιδιαίτερα βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Κατά τον εν λόγω χρόνο και ενώ κατευθυνόταν προς το σπίτι του, στο οποίο διαμένει μόνος του, σκέφτηκε ότι θα ήταν καταθλιπτικά και για αυτό αποφάσισε να κάνει βόλτα με το αυτοκίνητό του. Κατέληξε σε ένα μπαρ στο Λατσί. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο μπαρ τον προσέγγισαν κάποιοι θαμώνες οι οποίοι είχαν από παλιά παρεξήγηση με κάποιο άλλο πρόσωπο που βρισκόταν στο μπαρ ονόματι ΧΧΧΧ Κουμπαρής. Λόγω της κατάστασής του, μετά από παρότρυνση των προαναφερόμενων θαμώνων και λόγω του ότι είχε ξεφύγει λίγο με το ποτό, άρχισε να παρενοχλεί με τη συμπεριφορά του τον Κουμπαρή και ο τελευταίος κάλεσε την Αστυνομία. Περί ώρα 02:00 κατέφθασε η Αστυνομία και του ζήτησαν τα «στοιχεία» του, τα οποία όμως βρίσκονταν στο αυτοκίνητό του. Ο Εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι ήταν υπό σύλληψη και όταν ο Ενάγων του ζήτησε να τον πληροφορήσει τον λόγο της σύλληψης, χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε, προσπάθησε να τον μεταφέρει στο περιπολικό όχημα. Όταν κατόρθωσε ο Εναγόμενος 2 να τον μεταφέρει στο περιπολικό, ο Ενάγων βγήκε από την άλλη πόρτα με σκοπό να κατευθυνθεί στο αυτοκίνητό του για να λάβει την ταυτότητά του και λεφτά για να πληρώσει τον λογαριασμό του. Ο Εναγόμενος 2 αντέδρασε και με βίαιο τρόπο τον έβαλε ξανά μέσα στο περιπολικό, κάθισε από πάνω του και τον χτυπούσε συνεχώς στο κεφάλι. Όταν έφθασαν στον Αστυνομικό Σταθμό πονούσε το κεφάλι του, είχε ζαλάδες και βουίζαν τα αυτιά του. Στη συνέχεια οδηγήθηκε στα κρατητήρια όπου κλαίγοντας παρακαλούσε τους αστυνομικούς να τον αφήσουν να μεταβεί στην κηδεία της γιαγιάς του. Το πρωί της 30.03.13 επιχείρησαν να του λάβουν κατάθεση, όμως επειδή δεν γράφτηκε οτιδήποτε για τον ξυλοδαρμό που υπέστη από τον Εναγόμενο 2, χωρίς να διαβάσει την κατάθεση, διέγραψε το «Παραδέχομαι» και έγραψε «Δεν δηλώνω τίποτα» και υπέγραψε. Εν τέλει αφέθηκε ελεύθερος για να μεταβεί στην κηδεία της γιαγιάς του. Φεύγοντας από τον Αστυνομικό Σταθμό με τη μητέρα του, κατευθύνθηκαν στο Νοσοκομείο όπου και εξετάστηκε. Η σύσταση της ιατρού που τον εξέτασε ήταν όπως παραμείνει υπό παρακολούθηση για ένα 24ωρο, πράγμα το οποίο δεν δέχθηκε διότι ήθελε να μεταβεί στην κηδεία της γιαγιάς του. Στη διά ζώσης μαρτυρία του ο Ενάγων κατέθεσε δύο επιστολές ημερομηνίας 03.04.13 και 19.09.13 (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα) οι οποίες στάλθηκαν προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου. Επίσης, ως Δέσμη Τεκμηρίου 4 κατέθεσε 16 φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον αδελφό του στις 30.03.
  1. Περαιτέρω, ο Ενάγων δήλωσε ότι αντιμετώπισε για τα επίδικα γεγονότα την ποινική υπόθεση με αριθμό 5651/14 Ε.Δ. Πάφου, σε σχέση με την οποία εκδόθηκε στις 22.02.19 απόφαση την οποία παρουσίασε ως Τεκμήριο
  2. Ως προς τον τρόπο που βίωσε τα επίδικα γεγονότα δήλωσε ότι ήταν σοκαριστικό και εξευτελιστικό αυτό το οποίο συνέβηκε, καθώς του προκλήθηκαν αρκετές σωματικές βλάβες. Ψυχολογικά ένιωθε σαν ράκος, διότι οι αστυνομικοί αρχικά του ανέφεραν ότι δεν θα του επέτρεπαν να μεταβεί στην κηδεία της γιαγιάς του την οποία αγαπούσε ιδιαιτέρως. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μόλις έφθασε το περιπολικό και εξήλθε ο Εναγόμενος 2 από αυτό, του ανέφερε ότι είναι υπό σύλληψη και όταν τον ρώτησε τον λόγο για τον οποίο τον συλλαμβάνει, ο τελευταίος του είπε ότι ήταν για εξακρίβωση στοιχείων. Ανέφερε στον Εναγόμενο 2 ότι η ταυτότητά του βρισκόταν στο όχημά του και ο Εναγόμενος 2 επιχείρησε με βίαιο τρόπο να τον οδηγήσει στο περιπολικό. Με τον Κουμπαρή δεν είχαν τσακωθεί, αλλά απλώς τον ενόχλησε και του προκάλεσε ανησυχία αφού υπήρξε έντονη συζήτηση μεταξύ τους. Το όλο περιστατικό προκλήθηκε λόγω της άσχημης ψυχολογίας του, του ποτού και της παρότρυνσης που δέχθηκε από τους άλλους θαμώνες. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόμενων κατά πόσο βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, απάντησε ότι τον «έπιασε» το ποτό. Διευκρίνισε ότι οι πράξεις στις οποίες προέβηκε δείχνουν ότι δεν ήταν ο εαυτός του. Αναφορικά με την κατάθεση που του λήφθηκε το πρωί της 30.03.13, δήλωσε ότι γράφτηκε από κάποιον αστυνομικό και όταν τον ρώτησε κατά πόσο αναφέρθηκε στον ξυλοδαρμό που δέχτηκε, έλαβε την απάντηση ότι αυτό αφορά άλλη υπόθεση και ότι δεν καταγράφηκε οτιδήποτε. Ενόψει τούτου, δεν υπέγραψε την κατάθεση που είχε καταγράψει ο εν λόγω αστυνομικός. Αρνήθηκε ότι εξύβρισε τον Εναγόμενο 2, καθώς και ότι ο λόγος σύλληψης του ήταν η εξύβριση και η επίθεση εναντίον του Εναγόμενου
  3. Ο Ενάγων αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι χτυπούσε το κεφάλι του στον νιπτήρα που υπήρχε εντός του κρατητηρίου. Τέλος, αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι τα χτυπήματα που έφερε προκλήθηκαν από το περιστατικό που προηγήθηκε με τον Κουμπαρή και επανέλαβε ότι με το εν λόγω πρόσωπο δεν ήλθαν σε σωματική επαφή. Αποτιμώντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα στο σύνολο της, θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά. Η μαρτυρία του, για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω πιο κάτω, παρουσιάζει λογική συνοχή και σταθερότητα. Ξεκινώντας από το θέμα της σύλληψής του, ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 2 δεν του ανέφερε τον λόγο σύλληψης του, δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του. Η θέση του κ. Ερωτοκρίτου ότι συνελήφθηκε, διότι εξύβρισε τον Εναγόμενο 2 και του επιτέθηκε δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία. Καταρχάς, η επίθεση, σύμφωνα με την εκδοχή που προώθησαν οι Εναγόμενοι, έλαβε χώρα μετά την σύλληψη του Ενάγοντα. Αυτό προκύπτει, τόσο από την παράγραφο 6(ε) και (στ) της Υπεράσπισης, όσο και από τους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Μ.Υ.1 κατά την κυρίως εξέταση του και την κατάθεση του - Τεκμήριο
  4. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη εξύβριση, ο Μ.Υ.1 κατά την αντεξέτασή του αρνήθηκε ότι συνέλαβε τον Ενάγοντα λόγω εξύβρισης, ισχυριζόμενος ότι η σύλληψη έγινε για τα αδικήματα της ανησυχίας, της μέθης και της επίθεσης αφήνοντας έτσι μετέωρη τη θέση του συνηγόρου του. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι ο Ενάγων στο Έγγραφο Α ισχυρίστηκε ότι δεν του αναφέρθηκε ο λόγος σύλληψης του όταν ρώτησε σχετικά τον Εναγόμενο 2, ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε ότι του ειπώθηκε πως η σύλληψη του ήταν για σκοπούς εξακρίβωσης των στοιχείων του. Επίσης, δεν αγνοώ ότι στην αντεξέταση του δεν αρνήθηκε την πιθανότητα να έσπρωξε τον Εναγόμενο
  5. Τα προαναφερόμενα δεν είναι, κατά την κρίση μου, ικανά να πλήξουν την αξιοπιστία του Ενάγοντα. Μέσα από τις εν λόγω απαντήσεις του δεν αναδεικνύεται οποιαδήποτε προσπάθεια αλλοίωσης της πραγματικότητας. Για το μεν ζήτημα της σύλληψης του, το ουσιώδες έγκειται, κατά την άποψή μου, στο κατά πόσο του αναφέρθηκε το αδίκημα ή τα αδικήματα για τα οποία τέθηκε υπό σύλληψη. Ο Ενάγων ήταν κατηγορηματικός ότι δεν του αναφέρθηκε οποιοδήποτε αδίκημα. Το αν του λέχθηκε ότι είναι για εξακρίβωση στοιχείων που συλλήφθηκε, δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ουσιώδη ρόλο, αφού δεν θα μπορούσε νόμιμα να συλληφθεί για τον συγκεκριμένο λόγο (βλ. άρθρα 11 του Συντάγματος και 14 του Κεφ.155). Για το δε σπρώξιμο, επίσης δεν προκαλείται ρήγμα στη μαρτυρία του, αφ'ης στιγμής ο Ενάγων δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να έσπρωξε τον Εναγόμενο 2 μετά όμως από τη σύλληψη του και όχι πριν από αυτήν. Επομένως, και αν ακόμα υπήρξε σπρώξιμο, εφόσον αυτή η ενέργεια επακολούθησε την παράνομη σύλληψη του, θα πρέπει να αντικριστεί υπό το πρίσμα του δικαιώματος αντίστασης σε παράνομη σύλληψη (Φωτίου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση αρ. 192/14 ημερ.16.09.15). Όσον αφορά τώρα τα διαδραματισθέντα στο μπαρ με τον Κουμπαρή, ο Ενάγων με ειλικρίνεια δήλωσε ότι κατανάλωσε ποτό και ότι, παρακινούμενος από άλλους θαμώνες του μπαρ, ενόχλησε και προκάλεσε ανησυχία στον Κουμπαρή. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να σημειώσω το εξής. Ο Ενάγων, κατά τη μαρτυρία του, απέφυγε να χρησιμοποιήσει τη λέξη μέθη και στις σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2 αρνήθηκε να πει ότι ήταν μεθυσμένος. Αυτό το γεγονός δεν υποδηλοί, κατά την άποψη μου, προσπάθεια υπεκφυγής του Ενάγοντα. Όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του, ο ίδιος αντιλαμβανόταν τη μέθη ως μία κατάσταση κατά την οποία θα είχε πλήρη απώλεια της ικανότητας να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του ή ως μία κατάσταση στην οποία δεν θα μπορούσε να περπατήσει. Η ουσία του ζητήματος δεν εντοπίζεται στο πως αντιλαμβάνεται τη μέθη ο Ενάγων, αλλά στο ότι παραδέχθηκε πως είχε καταναλώσει αλκοόλ, σε βαθμό που είχε περιοριστεί η ικανότητα του για αυτοέλεγχο. Χαρακτηριστικά ανέφερε, ότι η ενέργεια του να προκαλέσει ανησυχία στον Κουμπαρή δεν «ταιριάζει» στον χαρακτήρα του και προκλήθηκε λόγω του ποτού και της συναισθηματικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν. Κλείνω την πιο πάνω παρένθεση και έρχομαι στις σωματικές βλάβες που υπέστη ο Ενάγων. Η μαρτυρία του ήταν πειστική στο ότι δέχθηκε χτυπήματα από τον Εναγόμενο 2 κατά τη μεταφορά του με το περιπολικό στον Αστυνομικό Σταθμό. Η μαρτυρία του δεν διακατεχόταν από υπερβολές και κατά την αντεξέτασή του δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα σε αυτή, ούτε και διέκρινα αλλότρια κίνητρα στους ισχυρισμούς του. Ειδικότερα, δεν διαφάνηκε μέσα από τη μαρτυρία του ότι ο Ενάγων είχε οποιοδήποτε λόγο για να ενεργήσει προς βλάβη του Εναγόμενου 2, ούτε άλλωστε προβλήθηκε κάτι τέτοιο στην αντεξέτασή του. Οι δε ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2, ότι ο Ενάγων καταχώρησε την παρούσα αγωγή όταν απέτυχε η προσπάθεια του να μην προωθηθεί η διαδικασία εξέτασης και καταχώρησης ποινικής υπόθεσης εναντίον του, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφ' ης στιγμής δεν τέθηκαν στον Ενάγοντα και δεν του δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθεί επ' αυτών (Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527, M & TH. PETROU & SONS DEVELOPERS LTD v. ΚΟΥΚΚΟΥΛΗ Πολ. Έφεση 18/2011 ημερ.16.11.16 και Δίκαιο της Απόδειξης Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές έκδοση 2014 των κκ. Ηλιάδη και Σάντη σελ.720-723). Περαιτέρω, η γνησιότητα της εκδοχής του Ενάγοντα συνάδει με αδιαμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Καταρχάς, η ύπαρξη σωματικών βλαβών επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 1, το περιεχόμενο του οποίου δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Τα τραύματα που καταγράφονται σε αυτό συμβαδίζουν με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι δέχθηκε χτυπήματα από τον Εναγόμενο 2 στο κεφάλι. Επιπρόσθετα, υπάρχει χρονική και λογική αλληλουχία στους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα, στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι η εξέταση του Ενάγοντα έγινε στις 30.03.13 και ώρα 09:18, δηλαδή μία περίπου ώρα μετά την απόλυση του από τον Αστυνομικό Σταθμό (βλ. τις ώρες που καταγράφονται στα Τεκμήρια 7 και 8 σε συνδυασμό και με το Τεκμήριο 11). Κατά συνέπεια εντός μίας περίπου ώρας από τη στιγμή που αφέθηκε ελεύθερος έτυχε ιατρικής εξέτασης και διαπίστωσης των σωματικών βλαβών που υπέστη. Παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Μ.Υ.1 και 3 δεν ισχυρίστηκαν ότι ο Ενάγων έφερε τα τραύματα που περιγράφονται στο Τεκμήριο 1 πριν τη σύλληψη του, ενώ ο Μ.Υ.2, ο οποίος είδε τον Ενάγοντα κατά την άφιξη του στον Αστυνομικό Σταθμό και μετά πάροδο κάποιων ωρών έλαβε κατάθεση από αυτόν και τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα), δήλωσε ότι δεν θυμόταν να έφερε τραύματα ο Ενάγων. Η θέση τώρα της Υπεράσπισης ότι ο Ενάγων αυτοτραυματίστηκε στερείται, κατά την κρίση μου, λογικής και σε κάθε περίπτωση δεν είναι πειστική. Είναι αδιανόητο ένας κρατούμενος να χτυπά το κεφάλι του στο πάτωμα και τους τοίχους του κρατητηρίου και η μοναδική ενέργεια των επί καθήκοντι αστυνομικών να είναι ο έλεγχος του κάθε μισή ώρα. Ολοκληρώνοντας την αναφορά μου στο εν λόγω ζήτημα, σημειώνω ότι δεν προβλήθηκε η θέση ότι ο Ενάγων αντιμετώπιζε κατά τον ουσιώδη χρόνο προβλήματα ψυχολογικής φύσης ή ψυχικής υγείας που θα δικαιολογούσαν τη διενέργεια τέτοιων πράξεων. Η κοινή λογική υπαγορεύει ότι ένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν ενεργεί κατ' αυτόν τον τρόπο. Από την άλλη, η θέση του κ. Ερωτοκρίτου ότι τα τραύματα προκλήθηκαν από καβγά που προηγήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και του Κουμπαρή, αφενός δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία και αφετέρου πρόκειται για θέση η οποία όχι μόνο δεν δικογραφήθηκε αλλά έρχεται και σε αντίθεση με τη δικογραφημένη θέση ότι τα τραύματα προκλήθηκαν από τον ίδιο τον Ενάγοντα ο οποίος χτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο και το πάτωμα του κρατητηρίου. Αποτελεί βασική αρχή του δικονομικού μας δικαίου ότι τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία με άμεση συνέπεια οι μη δικογραφημένες θέσεις να αγνοούνται (Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 και Έλληνας κ.α ν. Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 87/2013 ημερ.03.12.19). Καθίσταται επομένως σαφές ότι ο Ενάγων κατά τη σύλληψη του δεν έφερε τραύματα, ενώ όταν αφέθηκε ελεύθερος παρουσίασε τα τραύματα που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  1. Συνεπώς, τα ίδια τα γεγονότα οδηγούν στο μοναδικό συμπέρασμα ότι οι σωματικές βλάβες του Ενάγοντα προκλήθηκαν μετά τη σύλληψη του και πριν την απόλυση του. Σε σχέση με την κατάθεση του - Τεκμήριο 7, θεωρώ ότι ουδεμία επίδραση μπορεί να έχει στα επίδικα θέματα της παρούσας. Αυτό, διότι ο Ενάγων δεν την υπέγραψε και σε κάθε περίπτωση δεν περιλαμβάνεται σε αυτήν οτιδήποτε που θα μπορούσε να προκαλέσει ρήγμα στην αξιοπιστία του. Άλλωστε, το γεγονός της μη υπογραφής του Τεκμηρίου 7, συνάδει με την θέση του, την οποία και αποδέχομαι, ότι δεν το υπέγραψε διότι δεν καταγράφηκε ο ισχυρισμός του ότι χτυπήθηκε από τον Εναγόμενο
  2. Υποστηρικτική επίσης της θέσης του Ενάγοντα ότι δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 7 για τον προαναφερόμενο λόγο, είναι και η ενέργεια του να διαγράψει επί του Τεκμηρίου 8 τη φράση «Δεν παραδέχομαι» και να καταγράψει τη φράση «Δεν λέω τίποτα» θέτοντας δίπλα την υπογραφή του. Αυτή η ενέργεια του Ενάγοντα είναι συνεπής με την μη υπογραφή του Τεκμηρίου 7 και ταυτόχρονα είναι, κατά την άποψη μου, ενδεικτική, της επιφυλακτικότητας και της έλλειψης εμπιστοσύνης με την οποία ο Ενάγων αντιμετώπιζε πλέον τους αστυνομικούς με τους οποίους ήλθε σε επαφή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του Ενάγοντα κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Μ.Ε.2 κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι διατηρεί οικογενειακές σχέσεις με την οικογένεια του Ενάγοντα, καθώς μαζί με τον πατέρα του υπήρξαν παιδικοί φίλοι, συναγωνιστές κατά τον αγώνα της ΕΟΚΑ και αργότερα συγκάτοικοι. Επιπρόσθετα, ο Ενάγων διατηρεί φιλικές σχέσεις με τα παιδιά του. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, ο Ενάγων του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι επιθυμούσε να τον συνοδεύσει σε Αστυνομικό Σταθμό για να καταγγείλει ξυλοδαρμό που δέχθηκε από μέλος της Αστυνομίας. Όντως συναντήθηκε με τον Ενάγοντα και τον συνόδευσε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Εκεί, όταν ανέφερε ότι πρόθεσή του ήταν να καταγγείλει αστυνομικό ο οποίος τον χτύπησε, οι επί καθήκοντι αστυνομικοί ανέφεραν ότι δεν συνηθίζουν να λαμβάνουν καταθέσεις εναντίον συναδέλφων τους και τους παρέπεμψαν σε κάποιον ανώτερό τους. Υπήρξε συνάντηση με κάποιον ανώτερο αξιωματικό, ο οποίος τους συμβούλευσε ότι θα ήταν ορθότερο να μεταβούν στην ΧΧΧΧΧΧ για κατάθεση όπου και υπηρετεί ο αστυνομικός που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα τον χτύπησε. Ο Ενάγων αντέδρασε στην εν λόγω συμβουλή και κατόπιν επιμονής του Ενάγοντα και του ιδίου, έδωσε τελικά κατάθεση ο Ενάγων όπου περιέγραψε τα γεγονότα του ξυλοδαρμού. Ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι την ημέρα που συνάντησε τον Ενάγοντα, ο τελευταίος έφερε μώλωπες σε διάφορα σημεία στο πρόσωπό του, είχε μαυρισμένο μάτι και μώλωπες πίσω από τα αυτιά. Επιθεώρησε τις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στη Δέσμη Τεκμηρίου 4 και ανέφερε ότι ο Ενάγων παρουσίαζε την εικόνα που αποτυπώνεται στις εν λόγω φωτογραφίες. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι ο Ενάγων ήταν πολύ ταλαιπωρημένος και λυπημένος και αισθανόταν ιδιαίτερα προσβεβλημένος από το όλο συμβάν. Κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι η πληροφόρηση που έλαβε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα βασίζεται αποκλειστικά στα όσα του ανέφερε ο Ενάγων. Αναφορικά με την επίσκεψη του στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου δήλωσε ότι δεν ήταν σίγουρος για το όνομα του αξιωματικού που συνάντησαν. Αρνήθηκε ότι υπήρξε συνάντηση με τον Βοηθό Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου, καθώς και ότι κατά τη διάρκεια της συζήτησης που είχαν με τον αξιωματικό που συνάντησαν, ζήτησαν από τον τελευταίο να μην προωθηθεί ποινική υπόθεση εναντίον του Ενάγοντα. Ο Μ.Ε.2 αρνήθηκε επίσης τη θέση του κ. Ερωτοκρίτου ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε διότι ο εν λόγω αξιωματικός αρνήθηκε να συγκατατεθεί στο αίτημά τους για να μην προωθηθεί ποινική υπόθεση εναντίον του Ενάγοντα. Η ουσιαστική εμπλοκή του Μ.Ε.2 στην παρούσα υπόθεση περιορίζεται στη συνάντηση που είχε με τον Ενάγοντα αρχές Απριλίου κατά την οποία τον συνόδευσε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου προκειμένου να υποβάλει παράπονο για τον ξυλοδαρμό που δέχθηκε από μέλος της Αστυνομίας. Το γεγονός της επίσκεψης του Ενάγοντα και του Μ.Ε.2 στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου δεν έτυχε αμφισβήτησης από μέρους της Υπεράσπισης. Πρόκειται για γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του Ενάγοντα η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη. Αυτό το οποίο ουσιαστικά αμφισβήτησε η Υπεράσπιση ήταν το κατά πόσο στην εν λόγω συνάντηση ζητήθηκε από τον αξιωματικό με τον οποίο συναντήθηκαν να μην προωθηθεί ποινική υπόθεση εναντίον του Ενάγοντα. Ο Μ.Ε.2 επί του εν λόγω ζητήματος υπήρξε κατηγορηματικός και η μαρτυρία του δεν έχει κλονιστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο. Επισημαίνω ότι η προαναφερόμενη θέση των Εναγόμενων παρέμεινε μετέωρη, αφού δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία εκ μέρους του εν λόγω αξιωματικού προς τον οποίο υποβλήθηκε το κατ' ισχυρισμό αίτημα. Κατ' επέκταση μετέωρη παρέμεινε και η θέση της Υπεράσπισης ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εκδικητικά και προς εξυπηρέτηση αλλότριων κινήτρων λόγω της άρνησης του εν λόγω αξιωματικού να συγκατατεθεί στη μη προώθηση υπόθεσης εναντίον του Ενάγοντα. Αποδεκτή επίσης κρίνεται και η μαρτυρία του Μ.Ε.2 αναφορικά με τα τραύματα που είδε ότι έφερε ο Ενάγων. Οι σχετικές αναφορές του επιβεβαιώνονται τόσο από το Τεκμήριο 1, το περιεχόμενο του οποίου δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, όσο και από τις φωτογραφίες της Δέσμης Τεκμηρίου 4, αλλά και από τη μαρτυρία του ιδίου του Ενάγοντα. Επίσης, αποδεκτή κρίνεται και η μαρτυρία του σε σχέση με τη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Ενάγων κατά τη συνάντησή τους. Διευκρινίζω ότι επί του εν λόγω ζητήματος ο μάρτυρας δεν κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας, αλλά μετέφερε την εικόνα που αποκόμισε από τον Ενάγοντα κατά τη συνάντησή τους. Οι χαρακτηρισμοί του μάρτυρα ότι ο Ενάγων ήταν προσβεβλημένος, λυπημένος και ότι γενικά ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις για να μπορέσουν να διατυπωθούν, αλλά αποτελούν ζητήματα κοινής καθημερινής ανθρώπινης εμπειρίας. Αυτό το οποίο ωστόσο δεν μπορώ να δεχθώ από τη μαρτυρία του είναι το κατά πόσο έχουν παραμείνει οποιαδήποτε κατάλοιπα ψυχολογικής φύσης στον Ενάγοντα. Για το συγκεκριμένο ζήτημα θεωρώ, σε αντίθεση με τα προαναφερόμενα, ότι απαιτούνται ειδικές γνώσεις. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας υπέστη κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ βασανισμούς από τους Άγγλους αποικιοκράτες, δεν του προσδίδει την ικανότητα να μπορεί να εκφέρει άποψη ως προς το κατά πόσο ο ισχυριζόμενος ξυλοδαρμός που υπέστη ο Ενάγων μπορεί να αφήσει οποιαδήποτε κατάλοιπα ψυχολογικής φύσης στον τελευταίο. Άλλωστε, ο Ενάγων στη μαρτυρία του δεν υποστήριξε ότι αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα ψυχολογικής φύσης ως απόρροια των επίδικων περιστατικών, ούτε και τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει ότι χρειάστηκε σε οποιοδήποτε στάδιο να επισκεφθεί ψυχολόγο ή ψυχίατρο ή να λάβει φαρμακευτική αγωγή προς αντιμετώπιση προβλημάτων τέτοιας φύσης. Επίσης, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη δήλωσή του ότι ο Ενάγων αποκλείεται κατά το επίδικο βράδυ να τελούσε σε κατάσταση μέθης. Ο μάρτυρας, ως ο ίδιος ανέφερε, δεν ήταν παρών στο επίδικο περιστατικό. Εν όψει των πιο πάνω, με εξαίρεση τα σημεία στα οποία έχει γίνει ειδική αναφορά ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Ε.2 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266, 268 και Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας
(2014)2Α Α.Α.Δ 307). Επόμενη και τελευταία μάρτυρας εκ μέρους του Ενάγοντα ήταν υπάλληλος στο Ποινικό Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 5651/14 στην οποία κατηγορούμενος ήταν ο Ενάγων και αφορούσε τα επίδικα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στις 30.03.
  1. Από τον εν λόγω φάκελο κατέστη ως Τεκμήριο 7 η κατάθεση που έλαβε από τον Ενάγοντα ο Μ.Υ.2, καθώς επίσης και οι γραπτές κατηγορίες που απαγγέλθηκαν εναντίον του Ενάγοντα από τον Μ.Υ.2 (Τεκμήριο 8). Η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν έτυχε αντεξέτασης από τους Εναγόμενους. Η μαρτυρία της Μ.Ε.3 ήταν τυπικής μορφής, αφού αυτή περιορίστηκε στην προσκόμιση του φακέλου της ποινικής υπόθεσης που καταχωρήθηκε εναντίον του Ενάγοντα και στην παρουσίαση των Τεκμηρίων 7 και
  2. Όπως ήδη αναφέρθηκε δεν έτυχε οποιασδήποτε αντεξέτασης. Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία της κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Πρώτος μάρτυρας εκ μέρους των Εναγόμενων, ήταν ο Εναγόμενος
  3. Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 30.03.13 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με τη Μ.Υ.3 και έλαβαν τηλεφώνημα με το οποίο καλούνταν να μεταβούν σε συγκεκριμένο μπαρ στο Λατσί. Κατά την άφιξή τους στο μπαρ είδαν τον Κουμπαρή και τον Ενάγοντα να βρίσκονται σε αντιπαράθεση και να σπρώχνουν ο ένας τον άλλον. Ο Ενάγων πέταξε μια ξύλινη διαφημιστική πινακίδα στον δρόμο και τότε κατέβηκε από το περιπολικό, τον πλησίασε και του ζήτησε τα στοιχεία του. Πρόσεξε ότι ήταν ανάστατος, τα ρούχα του ατημέλητα, το πρόσωπο του κόκκινο, παραπατούσε και μύριζε έντονα αλκοόλ. Όταν του ζήτησε τα στοιχεία του, ο Ενάγων τον εξύβρισε με τη φράση «Πήγαινε ρε μαλάκα που δαμέ». Ανέφερε στον Ενάγοντα ότι ήταν υπό σύλληψη για τα αδικήματα που διέπραξε και επειδή ήταν σε έξαλλη κατάσταση προσπάθησε να τον θέσει υπό κράτηση αγγίζοντας τον με το δεξί του χέρι στον αριστερό του ώμο προκειμένου να τον μεταφέρει στο περιπολικό. Ο Ενάγων αντέδρασε, τον γρονθοκόπησε στο στήθος και τον άρπαξε από τον λαιμό. Ακολούθως εφάρμοσε ανάλογη βία και μαζί με τη Μ.Υ.3 μετέφεραν τον Ενάγοντα στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧ. Διευκρίνισε ότι το δέρμα του Ενάγοντα ήταν κοκκινωπό, πράγμα το οποίο απέδωσε είτε στο ποτό, είτε στον καβγά που προηγήθηκε στο μπαρ. Λόγω του ότι το δέρμα του ήταν κοκκινωπό, δεν μπόρεσε να διαπιστώσει κατά πόσο έφερε οποιαδήποτε τραύματα ή μώλωπες. Κατά τη μεταφορά του Ενάγοντα στον Αστυνομικό Σταθμό κάθισε στο πίσω κάθισμα μαζί του, διότι δεν είχαν χειροπέδες. Ο Ενάγων ήταν αντιδραστικός και εν όψει του ότι δεν είχαν μαζί τους χειροπέδες, για σκοπούς προστασίας, αποφάσισε να παραμείνει μαζί του στο πίσω κάθισμα του περιπολικού. Αρνήθηκε ότι χτύπησε τον Ενάγοντα με οποιονδήποτε τρόπο είτε κατά τη μεταφορά του με το περιπολικό όχημα, είτε κατά την άφιξή του στον Αστυνομικό Σταθμό. Περαιτέρω, ο Μ.Υ.1 δήλωσε ότι ο Ενάγων όταν αφέθηκε ελεύθερος επισκέφθηκε τον τότε Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου μαζί με τον παππού του, πρώην λοχία της Αστυνομίας, και ζήτησε από τον τότε Αστυνομικό Διευθυντή να «κλείσει την ποινική υπόθεση». Η απάντηση ήταν αρνητική. Ο Μ.Υ.1 απέδωσε την καταγγελία του Ενάγοντα για ξυλοδαρμό του και την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στο προαναφερόμενο γεγονός. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι επί του παρόντος τελεί σε διαθεσιμότητα για μια υπόθεση που αφορούσε την Επαρχία Μόρφου σε σχέση με την οποία και αθωώθηκε. Έλαβε από συνάδελφους του την πληροφόρηση ότι ο Ενάγων χτυπούσε το κεφάλι του στους τοίχους και το πάτωμα. Στα 16 χρόνια υπηρεσίας του είδε αρκετούς κρατούμενους, ειδικά αλλοδαπούς, να χτυπούν το κεφάλι τους με απώτερο σκοπό να αφεθούν ελεύθεροι. Στην απορία του συνηγόρου του Ενάγοντα κατά πόσο αυτό αποτελεί πρακτική των κρατούμενων, ο μάρτυρας απάντησε ότι στους 1000 κρατούμενους θα μπορούσε αυτό να συμβεί σε 5 ή 6 περιπτώσεις. Όσον αφορά την κατάθεσή του‑Τεκμήριο 9 και την κατάθεση της Μ.Υ.3‑Τεκμήριο 10, δήλωσε ότι δεν κατέγραψαν μαζί τις καταθέσεις τους. Το γεγονός ότι σε αυτές εντοπίζονται όμοιες αναφορές το απέδωσε στο γεγονός ότι και οι δύο περιέγραφαν τα ίδια γεγονότα. Ερωτηθείς για τον λόγο για τον οποίο συνέλαβε τον Ενάγοντα, απάντησε ότι ήταν για τα αδικήματα που διέπραξε, δηλαδή της ανησυχίας, της μέθης, και της επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου. Ο συνήγορος του Ενάγοντα υπέδειξε στον μάρτυρα ότι κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης (Τεκμήριο 6) ως λόγο σύλληψης του Ενάγοντα δήλωσε την εξύβριση. Ο Μ.Υ.1 διαφώνησε και επανέλαβε ότι ο λόγος της σύλληψής του ήταν για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Όσον αφορά την κράτησή του ανέφερε ότι δεν ήταν δική του απόφαση. Για το κατά πόσο θα παραμείνει κάποιο πρόσωπο υπό κράτηση λαμβάνουν οδηγίες από ανώτερους και στην προκειμένη περίπτωση οι οδηγίες ήταν όπως ο Ενάγων παραμείνει υπό κράτηση. Αναφορικά με την καταγγελία που έγινε εις βάρος του στον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου, ενημερώθηκε μέσω του τότε λοχία Κυριάκου για το παράπονο που διατύπωσε εναντίον του ο Ενάγων. Δεν κλήθηκε να δώσει οποιαδήποτε κατάθεση ή εξήγηση για την εν λόγω καταγγελία. Η προσπάθεια του Μ.Υ.1 να αποφύγει την ανάμειξή του στα τραύματα που προκλήθηκαν στον Ενάγοντα ήταν εμφανής κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, ο μάρτυρας επιχείρησε να αποδώσει τα τραύματα που έφερε ο Ενάγων σε χρόνο είτε προγενέστερο της σύλληψής του, είτε σε χρόνο μεταγενέστερο της παράδοσης του Ενάγοντα από τον ίδιο στον Αστυνομικό Σταθμό. Ξεκινώντας από την προσπάθεια απόδοσης των τραυμάτων σε χρόνο προγενέστερο, σημειώνω ότι ο μάρτυρας άφησε να αιωρείται το ενδεχόμενο οι τραυματισμοί να προέκυψαν από το επεισόδιο στο μπαρ στο Λατσί. Αυτό το υποθετικό σενάριο όμως, δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία. Ο μόνος που θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τραυματίστηκε κατά το εν λόγω συμβάν ήταν ο Ενάγων, ο οποίος όμως δεν πρόβαλε τέτοιο ισχυρισμό. Ούτε και από την κατάθεση του Κουμπαρή (Τεκμήριο 12) προκύπτει ότι υπήρξε μεταξύ του ιδίου και του Ενάγοντα συμπλοκή. Περαιτέρω, δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιοσδήποτε βάσιμος ή έστω λογικοφανής λόγος που θα δικαιολογούσε την ενέργεια του Ενάγοντα να μην καταγγείλει τον Κουμπαρή ότι τον τραυμάτισε. Ο Μ.Υ.1 προς ενίσχυση του προαναφερόμενου αβάσιμου ισχυρισμού του δεν δίστασε να επικαλεστεί γενικά και αόριστα ιατροδικαστικές εκθέσεις που περιήλθαν σε γνώση του κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, καθώς και ισχυριζόμενη καταγγελία βιασμού από μια συγχωριανή του, για να υποδείξει ότι υπάρχουν περιπτώσεις που οι μώλωπες δεν εμφανίζονται άμεσα αλλά μπορεί να παρέλθει χρονικό διάστημα που να φθάνει μέχρι και τις 48 ώρες για την εμφάνισή τους. Η προσπάθεια του Μ.Υ.1 παρέμεινε μετέωρη, εφόσον δεν προσκομίστηκε επιστημονική μαρτυρία ή οποιαδήποτε ιατροδικαστική έκθεση η οποία να επιβεβαιώνει τα πιο πάνω. Περαιτέρω, στα πλαίσια της προσπάθειας του να αποποιηθεί των ευθυνών του και να αποδώσει τους τραυματισμούς του Ενάγοντα στο επεισόδιο που προηγήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και του Κουμπαρή, προέβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι κατά την άφιξη του περιπολικού στο μπαρ είδαν τα εν λόγω πρόσωπα να βρίσκονται σε αντιπαράθεση και να σπρώχνουν ο ένας τον άλλον έξω από το μπαρ. Αυτός ο ισχυρισμός ωστόσο, δεν συναντάται στις καταθέσεις ούτε του ιδίου, ούτε της Μ.Υ.3 και προφανώς προβλήθηκε για να ενισχύσει τη θέση του μάρτυρα ότι τα τραύματα του Ενάγοντα πιθανόν να προκλήθηκαν από χτυπήματα που δέχθηκε από τον Κουμπαρή. Μάλιστα, σε αυτή του την προσπάθεια ενέπλεξε ακόμη και τον ιδιοκτήτη του μπαρ λέγοντας ότι προφανώς για να βγει ο Ενάγων έξω από το μπαρ, έχοντας κατά νου την κατάσταση στην οποία βρισκόταν, ο ιδιοκτήτης πιθανό να τον τράβηξε και να τον έβγαλε έξω χρησιμοποιώντας ανάλογη βία. Επισημαίνεται ότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί, δεν καλύπτονται από το δικόγραφο της Υπεράσπισης. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η δίκη διεξάγεται στη βάση των δικογραφημένων θέσεων οι οποίες καθορίζουν και τα επίδικα θέματα (Μελάς ν. Κυριάκου και Έλληνας κ.α ν. Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ανωτέρω). Επομένως, οι υπό αναφορά ισχυρισμοί οι οποίοι προφανώς προβλήθηκαν ως προπέτασμα καπνού, πέραν των εγγενών αδυναμιών τους, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και για τον λόγο ότι εκφεύγουν των δικογραφημένων θέσεων των Εναγόμενων. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος των ισχυρισμών του μάρτυρα σε σχέση με τα τραύματα του Ενάγοντα, ότι δηλαδή αυτά προκλήθηκαν από τον ίδιο τον Ενάγοντα, σημειώνω ότι όσα κατέθεσε ο μάρτυρας αποτελούν πληροφορίες που έλαβε από άλλα πρόσωπα. Πιο συγκεκριμένα, η εν λόγω πληροφόρηση δόθηκε στον Μ.Υ.1 από τους συναδέλφους του, ήτοι τη Μ.Υ.3 και τον Ε/Αστ.ΧΧΧΧ. Αποτελούν επομένως, οι εν λόγω ισχυρισμοί του, εξ ακοής μαρτυρία. Στην εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, καθώς, για τους λόγους που θα εξηγηθούν κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Υ.3, η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή. Συνεπώς, από τη στιγμή που δεν είναι αποδεκτή η μαρτυρία του προσώπου που προέβη στην αρχική δήλωση, δεν μπορεί κατ' επέκταση να δοθεί και οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Υ.
  4. Ουδεμία επίσης βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι η καταγγελία του Ενάγοντα εις βάρος του είναι πλαστή και εμφορείται από αλλότρια κίνητρα, λόγω του ότι αρνήθηκε ο τότε Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου να μην προωθήσει την ποινική υπόθεση εναντίον του. Πρόκειται και πάλι για εξ ακοής μαρτυρία στην οποία δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ.9 κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται υπόψη, ανάμεσα σε άλλα, το κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό να κληθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση. Μάλιστα στο άρθρο 27
(3)του Κεφ.9 ορίζεται ότι το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία εξήγηση δόθηκε από τους Εναγόμενους για τη μη κλήση του τότε Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ως μάρτυρα. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, σημειώνω ότι πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος θα έπρεπε να τεθεί στον Ενάγοντα έτσι ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επ' αυτού. Όπως αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, αποτελεί βασική αρχή του δικαίου της απόδειξης ότι θα πρέπει να τίθεται στους μάρτυρες της άλλης πλευράς η υπόθεση που θα προωθηθεί από τους αντιδίκους. Εν προκειμένω, ο ουσιώδης αυτός ισχυρισμός δεν τέθηκε στον άμεσα εμπλεκόμενο, ήτοι στον Ενάγοντα. Δεν παραβλέπω ότι παρόμοιος ισχυρισμός τέθηκε στον Μ.Ε.
  1. Όπως όμως ήδη προανέφερα, ο άμεσα εμπλεκόμενος είναι ο Ενάγων και όχι ο Μ.Ε.
  2. Σε κάθε όμως περίπτωση επισημαίνω και το εξής. Ο συνήγορος των Εναγόμενων κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.2 έθεσε στον εν λόγω μάρτυρα τη θέση ότι κατά τη διάρκεια συζήτησης που είχαν με κάποιον αστυνομικό με το επίθετο Κυριάκου του ζήτησε όπως κλείσει η ποινική υπόθεση εναντίον του Ενάγοντα. Ο δε Μ.Υ.1 αυτό το οποίο ισχυρίστηκε ήταν ότι η συζήτηση έγινε με τον τότε Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου, καθώς και ότι ο Ενάγων κατά την εν λόγω συζήτηση συνοδευόταν από τον παππού του πρώην λοχία της Αστυνομίας. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο Μ.Ε.2 ήταν πρώην λοχίας της Αστυνομίας ή ότι είναι παππούς του Ενάγοντα. Συνεπώς, η θέση που προέβαλε ο Μ.Υ.1 δεν συμβαδίζει με τα όσα ο κ. Ερωτοκρίτου έθεσε στον Μ.Ε.2 κατά την αντεξέτασή του. Όσον αφορά τώρα τη σύλληψη του Ενάγοντα, επίσης θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Υ.
  3. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια επί του συγκεκριμένου σημείου. Ειδικότερα, ο Μ.Υ.1 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το χρονικό σημείο και τον λόγο για τον οποίο τελικά τέθηκε υπό σύλληψη ο Ενάγων. Από την κατάθεσή του‑Τεκμήριο 9 συνάγεται ότι ο Ενάγων τέθηκε υπό σύλληψη λόγω του ότι τον εξύβρισε, αφού όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 9 αμέσως μετά την ισχυριζόμενη εξύβριση τον πληροφόρησε ότι ήταν υπό σύλληψη. Κατά την αντεξέτασή του όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα για τον λόγο που συνέλαβε τον Ενάγοντα απάντησε ως εξής: «Για τα αδικήματα που διέπραξε, της ανησυχίας, ήταν μεθυσμένος, μου επιτέθηκε». Όταν υποδείχθηκε στον μάρτυρα από τον κ. Φωτίου με παραπομπή στην απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου (Τεκμήριο 6) ότι κατά την ποινική δίκη ανέφερε ότι ο λόγος που τον συνέλαβε ήταν η εξύβριση, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Καθίσταται επομένως σαφές ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τον επακριβή λόγο για τον οποίο αποφάσισε να θέσει υπό σύλληψη τον Ενάγοντα. Τέλος, έγινε αρκετός λόγος για τη φράση που χρησιμοποίησε ο Ενάγων ότι ο Εναγόμενος 2 «κάθισε από πάνω μου». Ο Εναγόμενος 2 επικαλέστηκε την εν λόγω φράση για να δείξει ότι πρακτικά δεν θα μπορούσε να καθίσει πάνω στον Ενάγοντα και ταυτόχρονα να τον χτυπά. Μέσα από τις απαντήσεις του Ενάγοντα ήταν, ωστόσο, ξεκάθαρο ότι αυτό που εννοούσε ήταν ότι ο Εναγόμενος 2 βρισκόταν από πάνω του και τον χτυπούσε στο κεφάλι. Εν κατακλείδι, σημειώνω ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε αναφορικά με τα τραύματα που υπέστη ο Ενάγων έρχονται σε σύγκρουση με τη μαρτυρία του Ενάγοντα η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και σε κάθε περίπτωση ήταν εμφανές ότι αποτελούσαν εκ των υστέρων σκέψεις του μάρτυρα προκειμένου να αποφύγει τις ευθύνες του. Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Υ.1 απορρίπτεται. Ο Μ.Υ.2 δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, την κατάθεσή του στην οποία δήλωσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ενημέρωσε τον Μ.Υ.1, ο όποιος βρισκόταν σε περιπολία, για να μεταβεί σε μπαρ στο Λατσί και να ερευνήσει το περιστατικό που προκλήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και του Κουμπαρή. Περί η ώρα 02:40 ο Μ.Υ.1 επέστρεψε στον Σταθμό έχοντας υπό σύλληψη τον Ενάγοντα. Ο τελευταίος παρουσίαζε συμπτώματα μέθης, αφού τα μάτια του ήταν κόκκινα και η αναπνοή του μύριζε αλκοόλ. Στις 30.03.13 μεταξύ των ωρών 07:15 με 07:50 έλαβε ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 7) από τον Ενάγοντα ο οποίος αρνήθηκε να την υπογράψει. Ακολούθως, μεταξύ των ωρών 07:55 με 08:05 κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 8) τον Ενάγοντα και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, ο τελευταίος απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Όταν του ζήτησε να υπογράψει την απάντησή του, ο Ενάγων διέγραψε την εν λόγω απάντηση και έγραψε από μόνος του «Δεν λέω τίποτα» και υπέγραψε την απάντησή του. Στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος. Ερωτηθείς από τον κ. Ερωτοκρίτου για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Ενάγων κατά τον χρόνο λήψης της ανακριτικής κατάθεσής του, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμόταν. Επίσης, αφού επιθεώρησε τις φωτογραφίες της Δέσμης Τεκμηρίου 4, δήλωσε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ο Ενάγων παρουσίαζε τα τραύματα που φαίνονται στις εν λόγω φωτογραφίες κατά τον χρόνο της κατάθεσής του. Συμπλήρωσε ωστόσο ότι αν βρισκόταν σε μια τέτοια κατάσταση θα τον ρωτούσε από πού προήλθαν τα τραύματά του ή θα έπρεπε ο ίδιος να του αναφέρει. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε σχέση με το παράπονο που υπέβαλε ο Κουμπαρής έλαβε κατάθεση από τον ίδιο την οποία και κατάθεσε ως Τεκμήριο
  4. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι δεν θυμάται κατά τη διάρκεια της ανακριτικής κατάθεσης του Ενάγοντα να του ανέφερε ο τελευταίος ότι χτυπήθηκε από τον Μ.Υ.
  5. Επανέλαβε επίσης ότι δεν θυμάται κατά πόσο ο Ενάγων έφερε τα τραύματα που απεικονίζονται στις φωτογραφίες της Δέσμης Τεκμηρίου 4 λέγοντας χαρακτηριστικά ότι τον είδε μια φορά το 2013 για 20 λεπτά όταν του λάμβανε κατάθεση. Ερωτηθείς από τον κ. Φωτίου κατά πόσο θυμάται τον Ενάγοντα να χτυπά το κεφάλι του στους τοίχους και το πάτωμα απάντησε αρνητικά. Δήλωσε ότι κατά τη δική του υπηρεσία δεν έτυχε να ξανασυναντήσει περιστατικό κατά το οποίο κάποιος να χτυπά το κεφάλι του στους τοίχους και το πάτωμα, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι αν κάτι τέτοιο ερχόταν στην αντίληψή του ίσως να το θυμόταν. Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσο θυμάται τον Ενάγοντα να διαμαρτύρεται και να κλαίει ζητώντας να αφεθεί ελεύθερος για να μεταβεί στην κηδεία της γιαγιάς του απάντησε και πάλι ότι δεν θυμόταν. Ο Μ.Υ.2 ήταν ιδιαίτερα διστακτικός κατά τη μαρτυρία του. Η διστακτικότητα του μάρτυρα αποτυπώνεται και μέσα από τις απαντήσεις του όπου για τα πλείστα ζητήματα για τα οποία ερωτήθηκε επαναλάμβανε στερεότυπα τη φράση «δεν θυμάμαι». Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι το ότι ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν θυμόταν αν ο Ενάγων κατά το επίδικο βράδυ ευρισκόμενος στα κρατητήρια του Αστυνομικού Σταθμού ΧΧΧΧΧ χτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο και στο πάτωμα. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Υ.3, ο Μ.Υ.2 το επίδικο βράδυ ήταν ο υπεύθυνος βάρδιας ως ο αρχαιότερος των επί καθήκοντι αστυνομικών. Μάλιστα, η Μ.Υ.3 δήλωσε ότι ο εν λόγω μάρτυρας, ως υπεύθυνος βάρδιας, ενημερώθηκε για την ισχυριζόμενη συμπεριφορά του Ενάγοντα. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και να μην ήταν ο υπεύθυνος βάρδιας ο Μ.Υ.2, θεωρώ αδιανόητο να μην ερχόταν στην αντίληψη του μάρτυρα ότι ο Ενάγων χτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο και στο πάτωμα του κρατητηρίου ως οι σχετικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται από τη Μ.Υ.
  6. Δεν παραβλέπω ότι παρήλθε σημαντικό χρονικό διάστημα από τις 30.03.13 μέχρι την ημερομηνία που έδωσε μαρτυρία ο Μ.Υ.2, ωστόσο, όπως ανέφερε και ο ίδιος, ένα τέτοιο περιστατικό λογικά θα το θυμόταν αν ερχόταν στην αντίληψη του. Αυτή η θέση του συμβαδίζει, κατά την άποψη μου, και με την κοινή λογική, αφού δεν είναι σύνηθες το φαινόμενο ένας άνθρωπος να χτυπά μόνος του το κεφάλι του στον τοίχο και το πάτωμα. Άλλωστε, όπως ανέφερε και ο Μ.Υ.2, δεν συνάντησε στην καριέρα του περιστατικό κατά το οποίο κάποιος να χτυπά το κεφάλι του στο πάτωμα και τον τοίχο. Η διστακτικότητα που όπως προαναφέρθηκε χαρακτηρίζει το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 δεικνύει, κατά την άποψή μου, την προσπάθεια του να αποφύγει να δώσει απαντήσεις επί ουσιωδών ζητημάτων της παρούσας υπόθεσης σε σχέση ασφαλώς με θέματα που θα επηρέαζαν την ευθύνη συναδέλφου του, ήτο του Μ.Υ.
  7. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του. Τελευταία μάρτυρας εκ μέρους των Εναγόμενων ήταν η Μ.Υ.3 η οποία, ανάμεσα σε άλλα, δήλωσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό της ΧΧΧΧΧΧ. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στο περιστατικό που έλαβε χώρα στο μπαρ στο Λατσί και στο οποίο κλήθηκαν να μεταβούν με τον Μ.Υ.1 λέγοντας ότι τον παραπονούμενο Κουμπαρή τον γνώριζαν λόγω του ότι εργάζεται στην Υπηρεσία Θήρας. Κατά την άφιξή τους στο μπαρ ο Κουμπαρής τους υπέδειξε τον Ενάγοντα ως το πρόσωπο που τον χτύπησε και όταν ο Μ.Υ.1 τον προσέγγισε προκειμένου να τον συλλάβει για τα αυτόφωρα αδικήματα που διέπραττε, τον εξύβρισε και στη συνέχεια του επιτέθηκε αντιστεκόμενος στη σύλληψή του. Όταν έγινε κατορθωτός ο περιορισμός του και η μεταφορά του στο περιπολικό, ο Μ.Υ.1 κάθισε με τον Ενάγοντα στο πίσω κάθισμα, διότι δεν είχαν μαζί τους χειροπέδες. Μετά την τοποθέτηση του Ενάγοντα σε κρατητήριο στον Αστυνομικό Σταθμό, μετέβη μαζί με τον συνάδελφο της, Ε/Α ΧΧΧΧ, για διενέργεια ελέγχου των κρατούμενων συμφώνως των σχετικών αστυνομικών διατάξεων και τότε εντόπισαν τον Ενάγοντα σε έξαλλη κατάσταση να χτυπά στους τοίχους και στο έδαφος του κρατητηρίου. Προσπάθησαν μαζί με τον συνάδελφο της να τον ηρεμήσουν με απώτερο σκοπό να τον προστατεύσουν. Ακολούθως, μετέβηκε στην υποδοχή του Σταθμού και επικοινώνησε με τον αξιωματικό υπηρεσίας για να τον ενημερώσει για το συμβάν. Οι οδηγίες που έλαβε ήταν όπως τον ελέγχουν κάθε μισή ώρα. Όταν επέστρεψε στο κρατητήριο, ρώτησε τον Ενάγοντα κατά πόσο επιθυμούσε να μεταβεί σε ιατρό και ο τελευταίος αρνήθηκε. Ακολούθως και μέχρι τη λήξη της υπηρεσίας της στις 07:00 δεν μετέβηκε ξανά για έλεγχο στο κρατητήριο όπου βρισκόταν ο Ενάγων, καθώς αυτό το καθήκον το ανέλαβαν οι επί καθήκοντι άντρες συνάδελφοι της. Η Μ.Υ.3 δήλωσε ότι δεν θυμόταν κατά τον χρόνο σύλληψης του Ενάγοντα και κατά τη μεταφορά του στη συνέχεια στον Αστυνομικό Σταθμό να φέρει τα τραύματα τα οποία απεικονίζονται στις φωτογραφίες της Δέσμης Τεκμηρίου
  8. Επίσης, ούτε και όταν τον επισκέφθηκε στο κρατητήριο παρατήρησε να φέρει οποιαδήποτε εμφανή τραύματα. Ερωτηθείσα κατά πόσο είδε τον Μ.Υ.1 να χτυπά τον Ενάγοντα απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι θυμάται τον Μ.Υ.1 να λέγει του Ενάγοντα να ησυχάσει, διότι ο τελευταίος ήταν αντιδραστικός και φώναζε μέσα στο περιπολικό. Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε ότι ετοίμασε την κατάθεσή της (Τεκμήριο 10) κατόπιν συνεννόησης με τον Μ.Υ.1 και δικαιολόγησε το γεγονός ότι σε αυτές περιλαμβάνονται πανομοιότυπες αναφορές στη βάση του ότι και οι δύο περιέγραψαν τα ίδια γεγονότα. Σε σχέση με τα τραύματα που διαγνώστηκαν στον Ενάγοντα είπε ότι αυτά δεν μπορούσαν να προκληθούν από τα χτυπήματα στον τοίχο, όμως υπέδειξε ότι εντός του κελιού υπήρχαν και άλλα αντικείμενα με γωνιές από τα οποία θα μπορούσαν να προκληθούν τραυματισμοί αυτής της φύσης. Διευκρίνισε ότι κατά τον χρόνο που η ίδια μετέβηκε στο κρατητήριο είδε τον Ενάγοντα να χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο και το έδαφος, δεν μπορεί όμως να γνωρίζει αν είχε προηγουμένως χτυπήσει σε οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο που βρισκόταν εντός του κρατητηρίου. Ο λόγος για τον οποίο δεν μεταφέρθηκε ο Ενάγων στο νοσοκομείο, παρά το ότι τον είδε να χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο και στο πάτωμα, ήταν διότι αφενός αρνήθηκε όταν ερωτήθηκε σχετικά και αφετέρου δεν έφερε εμφανή τραύματα. Δήλωσε μάλιστα ότι η άρνηση του Ενάγοντα να μεταβεί στο νοσοκομείο είναι πιθανό να καταγράφηκε στον προσωπικό του φάκελο. Για τη συμπεριφορά του Ενάγοντα ενημέρωσε τόσο τον υπεύθυνο βάρδιας, όσο και τον αξιωματικό υπηρεσίας. Καταληκτικά η Μ.Υ.3 αρνήθηκε τις υποβληθείσες θέσεις ότι ήταν παρούσα κατά τον ξυλοδαρμό και βασανισμό του Ενάγοντα από τον συνάδελφο της Μ.Υ.1 και ότι ουδέν έπραξε για να τον σταματήσει. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η Μ.Υ.3 δήλωσε ότι υπεύθυνος βάρδιας ήταν ο Μ.Υ.2 ως ο αρχαιότερος επί καθήκοντι αστυνομικός. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι οι οδηγίες που έλαβε για έλεγχο του Ενάγοντα κάθε μισή ώρα ισχύουν για όλους τους κρατούμενους και όχι για τις περιπτώσεις που κρατούμενοι παρουσιάζουν αντιδραστική συμπεριφορά ως η ισχυριζόμενη συμπεριφορά που επέδειξε ο Ενάγων. Η Μ.Υ.3 θεωρώ ότι δεν μετέφερε στο Δικαστήριο το τι πραγματικά συνέβη κατά το επίδικο βράδυ. Η όλη της μαρτυρία προσαρμόστηκε προς υποβοήθηση του συναδέλφου της Μ.Υ.1 και μέσα σε αυτά τα πλαίσια πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγων μετά την τοποθέτησή του σε κρατητήριο στον Αστυνομικό Σταθμό χτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο και στο πάτωμα του κρατητηρίου. Οι εν λόγω ισχυρισμοί της κρίνονται ως μη πειστικοί για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγώ αμέσως πιο κάτω. Η αντίδραση της Μ.Υ.3 απέναντι στην ισχυριζόμενη συμπεριφορά που επέδειξε ο Ενάγων δεν ήταν λογική και αναμενόμενη. Από τη στιγμή που ένας κρατούμενος παρουσιάζει συμπεριφορά αυτού του είδους, η οποία θέτει δυνητικά σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα, το αναμενόμενο τόσο από την ίδια όσο και από τους υπόλοιπους συνάδελφους της θα ήταν να λάβουν δραστικά μέτρα για αντιμετώπιση της και αποτροπή του ενδεχομένου πρόκλησης σοβαρών σωματικών βλαβών, ακόμη και θανάτου. Αντ' αυτού, η μάρτυρας απλά ανέφερε το περιστατικό στον υπεύθυνο βάρδιας και τον αξιωματικό υπηρεσίας ο οποίος, ως ισχυρίστηκε, της έδωσε οδηγίες όπως ελέγχουν τον Ενάγοντα κάθε μισή ώρα. Αυτή η τακτική όμως είναι πάγια και ισχύει για όλους τους κρατούμενους. Επομένως, παρά την ακραία συμπεριφορά που παρουσίασε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ο Ενάγων, εντούτοις δεν λήφθηκε οποιοδήποτε ειδικό μέτρο προς αντιμετώπισή της. Σημειώνεται ότι ο Μ.Υ.2, ο οποίος σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Υ.3 ήταν κατά το επίδικο βράδυ ο υπεύθυνος βάρδιας, δεν επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό της ότι ενημερώθηκε για τη συμπεριφορά του Ενάγοντα. Υπενθυμίζω ότι κατά τη μαρτυρία του ο Μ.Υ.2 όταν ερωτήθηκε σχετικά, απάντησε ότι δεν θυμόταν κάτι τέτοιο και ότι το πιθανότερο θα ήταν, αν ερχόταν τέτοια συμπεριφορά στην αντίληψή του, να το θυμόταν. Όσον αφορά τον αξιωματικό υπηρεσίας της Α.Δ.Ε Πάφου, επισημαίνω ότι δεν αναφέρθηκε το όνομά του, ούτε και κλήθηκε ως μάρτυρας προκειμένου να επιβεβαιώσει τους σχετικούς ισχυρισμούς της Μ.Υ.
  9. Σε σχέση με τον μηχανισμό πρόκλησης των τραυμάτων του Ενάγοντα, η Μ.Υ.3 αντιλαμβανόμενη ότι αυτά δεν θα μπορούσαν να επέλθουν από χτυπήματα του κεφαλιού του στους τοίχους και στο έδαφος του κρατητηρίου, επιχείρησε ανεπιτυχώς να ελιχθεί υποστηρίζοντας ότι εντός του κρατητηρίου υπήρχαν αντικείμενα με γωνιές από τα οποία θα μπορούσαν να προκληθούν οι τραυματισμοί του. Επιπρόσθετα έχει, κατά την άποψή μου, σημασία και το εξής γεγονός. Η Μ.Υ.3 δήλωσε ότι κατέγραψε στο ημερολόγιο του Σταθμού και πιθανόν στον προσωπικό φάκελο του Ενάγοντα την άρνηση του τελευταίου να μεταβεί σε ιατρό. Τα σχετικά έγγραφα ωστόσο δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τον λόγο σύλληψης του Ενάγοντα, παρατηρώ ότι η μαρτυρία της Μ.Υ.3 βρίσκεται σε διάσταση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ο οποίος ήταν το πρόσωπο που διενήργησε τη σύλληψή του. Συγκεκριμένα η Μ.Υ.3 ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Υ.1 προσέγγισε τον Ενάγοντα για να τον συλλάβει για τα αυτόφωρα αδικήματα τα οποία διέπραττε και τότε τον εξύβρισε και του επιτέθηκε αντιστεκόμενος στη σύλληψή του. Στο σημείο αυτό ανοίγω μια παρένθεση για να επισημάνω ότι αν και δεν διευκρινίστηκαν ειδικά από τη Μ.Υ.3 τα αυτόφωρα αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διέπραττε ο Ενάγων, εντούτοις από τη μαρτυρία της συνάγεται ότι αυτά ήταν η καταστροφή ξένης περιουσίας και η μέθη. Ο Μ.Υ.1, από την άλλη, στην κατάθεσή του-Τεκμήριο 9 ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο προχώρησε στη σύλληψη του Ενάγοντα ήταν διότι τον εξύβρισε, ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι συνελήφθη ο Ενάγων για τα αδικήματα της ανησυχίας, της μέθης και της επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση θα πρέπει να επισημάνω ότι, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 6, ο Ενάγων δεν κατηγορήθηκε ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου για οποιοδήποτε από τα αυτόφωρα αδικήματα που επικαλέστηκαν οι Μ.Υ. 1 και 3 για να αιτιολογήσουν τη σύλληψή του. Εύλογα δημιουργείται το ερώτημα για ποιον λόγο ο Ενάγων δεν κατηγορήθηκε στο Δικαστήριο για τα αυτόφωρα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε αναγκαία η σύλληψή του. Ως εκ των ανωτέρω, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία της Μ.Υ.
  10. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και έχοντας επίσης κατά νου τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 29.03.13 ο Ενάγων βρισκόταν σε μπαρ στο Λατσί. Νωρίτερα κατά την εν λόγω ημερομηνία ο Ενάγων είχε πληροφορηθεί το θάνατο της γιαγιάς του προς το πρόσωπο της οποία έτρεφε μεγάλη αγάπη. Κατά τον ίδιο χρόνο βρισκόταν στο εν λόγω μπαρ και ο ΧΧΧΧΧ Κουμπαρής. Σε κάποια στιγμή ο Ενάγων, παρακινούμενος από άλλα πρόσωπα τα οποία βρίσκονταν στο εν λόγω μπαρ και αφού είχε καταναλώσει αλκοόλ, άρχισε να ενοχλεί τον Κουμπαρή. Ο Κουμπαρής κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 30.03.13 τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧΧ υποβάλλοντας παράπονο εναντίον του Ενάγοντα. Του εν λόγω παραπόνου επιλήφθηκε ο Μ.Υ.2, ο οποίος έδωσε οδηγίες στους Μ.Υ. 1 και 3 όπως μεταβούν στο εν λόγω μπαρ προς διερεύνηση του παραπόνου που υποβλήθηκε. Κατά την άφιξη των Μ.Υ. 1 και 3 στο μπαρ περί ώρα 02:00, ο Ενάγων βρισκόταν έξω από αυτό. Ο Μ.Υ.1 πλησίασε τον Ενάγοντα αναφέροντας του ότι τελεί υπό σύλληψη, χωρίς να του λεχθεί το αδίκημα για οποίο συνελήφθη. Ακολούθως, ο Ενάγων μεταφέρθηκε από τον Μ.Υ.1 στο περιπολικό όχημα το οποίο οδηγήθηκε από τη Μ.Υ.3 στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧΧΧ. Κατά τη μεταφορά του στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧΧ ο Ενάγων, ο οποίος βρισκόταν στο πίσω κάθισμα του περιπολικού μαζί με τον Μ.Υ.1, δέχθηκε χτυπήματα από τον τελευταίο σε διάφορα σημεία της κεφαλής του. Όταν αφίχθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧΧΧ, μεταφέρθηκε σε κρατητήριο του εν λόγω σταθμού και παρέμεινε υπό κράτηση, παρά τις εκκλήσεις του προς τους επί καθήκοντι αστυνομικούς όπως αφεθεί ελεύθερος, διότι τη συγκεκριμένη μέρα θα κηδευόταν η γιαγιά του. Μεταξύ των ωρών 07:15‑07:50 ο Μ.Υ.2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Ενάγοντα την οποία ο τελευταίος αρνήθηκε να υπογράψει, διότι σε αυτήν δεν καταγράφηκε η θέση του ότι υπέστη ξυλοδαρμό από τον Μ.Υ.
  11. Στη συνέχεια μεταξύ των ωρών 07:55‑08:05 ο Μ.Υ.2 διατύπωσε γραπτές κατηγορίες εις βάρος του Ενάγοντα στις οποίες ως απάντηση του Ενάγοντα καταγράφηκε η φράση «Δεν παραδέχομαι». Η συγκεκριμένη φράση όμως διαγράφηκε από τον Ενάγοντα, ο οποίος κατέγραψε τη φράση «Δεν λέω τίποτα» και έθεσε δίπλα την υπογραφή του. Στη συνέχεια ο Ενάγων αφέθηκε ελεύθερος και επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για να εξεταστεί σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που του προκάλεσε ο Μ.Υ.
  12. Εκεί, αφού έτυχε εξέτασης, διαπιστώθηκε ότι ο Ενάγων έφερε μώλωπες αριστερού οφθαλμού (άνω και κάτω βλεφάρου), εκχυμώσεις περιοφθαλμικά δεξιά, εκχυμώσεις αριστερής πλάγιας τραχηλικής χώρας και δύο εκδορές στην περιοχή της δεξιάς ωμοπλάτης. Επίσης, ο Ενάγων παραπονέθηκε για ζάλη, κεφαλαλγία, άλγος δεξιού αγκώνα, δεξιάς άκρας χειρός και αριστερής πηχεοκαρπικής. Κατά την κλινική εξέταση δεν εντοπίστηκαν παθολογικά ευρήματα, όπως επίσης ουδέν παθολογικό εντοπίστηκε κατά τη νευρολογική εξέταση. Ο Ενάγων υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο, από τον οποίο δεν διαπιστώθηκαν οστικές κακώσεις. Η εισήγηση του επί καθήκοντι ιατρού ήταν όπως εισαχθεί στο νοσοκομείο για παρακολούθηση, όμως ο Ενάγων αρνήθηκε. Στις 02.04.2013 ο Ενάγων επισκέφθηκε μαζί με τον Μ.Ε.2 τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου προκειμένου να υποβάλει παράπονο για τον ξυλοδαρμό που δέχθηκε από τον Μ.Υ.
  13. Τέλος, αποτελεί εύρημά μου ότι ο Ενάγων φωτογραφήθηκε από τον αδελφό του προς τον σκοπό αποτύπωσης των τραυμάτων που υπέστη από τον ξυλοδαρμό που δέχθηκε από τον Μ.Υ.
  14. Νομική πτυχή Το δικαίωμα της ελευθερίας και της ασφάλειας αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Συντάγματος. Το άρθρο 11.1 και 11.3 του Συντάγματος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «11.
  15. Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφαλείας.» Σχετικά επίσης είναι και τα άρθρα 26 και 29 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, τα οποία παραθέτω αυτούσια: «26
(1). Επίθεση συvίσταται στηv εκ πρoθέσεως χρήση κάθε είδoυς βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίvηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συvαίvεση τoυ, ή με τη συvαίvεση τoυ αv η συvαίvεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρovoμία χρήσης τέτoιας βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ αv τo πρόσωπo πoυ απoπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας πρoκαλεί στov άλλo πεπoίθηση η oπoία εδραιώvεται σε εύλoγη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τov εv λόγω χρόvo τηv πρόθεση και τηv ικαvότητα για πραγμάτωση τoυ σκoπoύ τoυ. 29.Παράvoμη κατακράτηση πρoσώπoυ συvίσταται στηv παράvoμη oλoσχερή στέρηση της ελευθερίας πρoσώπoυ για oπoιαδήπoτε χρovική περίoδo με φυσικά μέσα ή με επίδειξη εξoυσίας: Νoείται ότι oπoιoσδήπoτε γovέας, κηδεμόvας ή δάσκαλoς δύvαται πρoσωριvά vα στερήσει τo τέκvo, τov κηδεμovευόμεvo ή τo μαθητή, αvτίστoιχα, από τηv ελευθερία τoυ για τόσo χρόvo ως ήθελε είvαι εύλoγα αvαγκαίoς για σωφρovισμό τoυ.» Περαιτέρω, στα άρθρα 7.1 και 8 του Συντάγματος προνοούνται τα ακόλουθα: «7.1 Έκαστος έχει το δικαίωμα ζωής και σωματικής ακεραιότητος. ............................................................................................................. 8. Ουδείς υποβάλλεται εις βασανιστήρια ή εις απάνθρώπον ή ταπεινωτικήν τιμωρίαν ή μεταχείρισιν.» Η διασφάλιση των προαναφερόμενων θεμελιωδών δικαιωμάτων αναγνωρίζεται και με τα άρθρα 2, 3 και 5 της Ε.Σ.Δ.Α. Η ευθύνη της Δημοκρατίας για ζημιογόνες και άδικες πράξεις ή παραλείψεις των υπαλλήλων ή Αρχών της Δημοκρατίας, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων τους, καθιερώνεται στο άρθρο 172 του Συντάγματος, το οποίο επίσης παραθέτω: «Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.» Συμπεράσματα Η αξίωση του Ενάγοντα, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, εδράζεται στην παράνομη σύλληψη και κατ' επέκταση κράτηση του και στην πρόκληση σωματικών βλαβών. Επιπρόσθετα, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα βασανισμού, ταπεινωτικής και εξευτελιστικής μεταχείρισης. Οι προαναφερόμενες πράξεις διενεργήθηκαν εναντίον του από τον Εναγόμενο 2 κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως αστυφύλακας της Δημοκρατίας. Όπως αναφέρθηκε κατά την ανάπτυξη της νομικής πτυχής, η ελευθερία και η σωματική ακεραιότητα αποτελούν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα (άρθρα 11, 7 και 8 αντίστοιχα του Συντάγματος). Στην υπόθεση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 558, η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνώρισε ότι η παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα και ότι το θύμα της παραβίασης δικαιούται να διεκδικεί την παροχή θεραπείας υπό μορφή αποζημιώσεων για τη ζημία που υπέστη, τόσο την υλική όσο και την μη υλική ή ηθική ζημία. Ειδικότερα, όσον αφορά παράνομη σύλληψη ή κράτηση το άρθρο 11.8 του Συντάγματος αναγνωρίζει την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος προς αποζημίωση. Θα εξετάσω πρωταρχικά το παράπονο του Ενάγοντα ότι υπήρξε θύμα παράνομης σύλληψης και κατ' επέκταση κράτησης. Σημειώνω ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Ενάγων συνελήφθη από τον Εναγόμενο 2, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε εντεταλμένη υπηρεσία, χωρίς ένταλμα σύλληψης. Η σύλληψη προσώπου χωρίς την ύπαρξη αιτιολογημένου δικαστικού εντάλματος σύλληψης, επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις που ορίζονται στο άρθρο 11.3 του Συντάγματος και στο άρθρο 14 του Κεφ.155. Στην υπόθεση Νεοκλέους ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α Πολ. Έφεση αρ.270/11 ημερ.08.02.17 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Στο σύγγραμμα των A.N. Loizou - G.M. Pikis «Criminal Procedure in Cyprus», αναφέρονται οι εξουσίες των αστυνομικών οργάνων για σύλληψη ατόμου άνευ εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος από Δικαστήριο. Η σύλληψη αυτή είναι δυνατή δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 11.3 του Συντάγματος, το οποίο προδιαγράφει ότι δεν είναι δυνατή η σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου άνευ προηγούμενου αιτιολογημένου δικαστικού εντάλματος, εκτός και εάν πρόκειται περί αυτόφωρου αδικήματος που τιμωρείται με φυλάκιση. Το αυτόφωρο του αδικήματος παραπέμπει σε διάπραξη αδικήματος ή ενέργεια τέτοια από το άτομο που δεν αφήνει αμφιβολία στο αστυνομικό όργανο ή σε ένα αντικειμενικό λογικό παρατηρητή ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα. Επίσης η έννοια του αυτόφωρου περιλαμβάνει τη σύλληψη του ατόμου ευθύς αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Εδώ δεν αμφισβητείται, και δεν θα μπορούσε να αμφισβητείτο, ότι ο εφεσείων είχε διαπράξει αυτόφωρο αδίκημα. Το άρθρο 14
(1)του Κεφ. 155 προνοεί πότε ένα αστυνομικό όργανο δύναται να θέσει υπό σύλληψη άτομο χωρίς ένταλμα και ορθά το Δικαστήριο αναφέρθηκε και στην υπόθεση Kyriakides v. Police 1 R.S.C.C. 66, ως προς το ότι η σύλληψη πρέπει να ακολουθεί αμέσως τη διάπραξη του αδικήματος.» Στην προκείμενη περίπτωση, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, η εκδοχή του Ενάγοντα έγινε πιστευτή σε αντίθεση με εκείνη των Μ.Υ.1 και 3. Συνοπτικά αναφέρω ότι, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν λέχθηκε στον Ενάγοντα ότι συλλαμβάνεται για κάποιο αυτόφωρο αδίκημα. Επομένως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 11.3 του Συντάγματος και 14 του Κεφ.155 και ως εκ τούτου η σύλληψη και κατ' επέκταση η κράτηση του Ενάγοντα ήταν παράνομες. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι το βάρος απόδειξης ότι η σύλληψη και η κράτηση του Ενάγοντα ήταν νόμιμη βρισκόταν στους ώμους των Εναγομένων, οι οποίοι δεν το απέσεισαν (Τσουλούπας ν. Γ.Ε. της Δημοκρατίας
(2002)1Β Α.Α.Δ 1263). Στη Τσουλούπας το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε εμφαντικά τα ακόλουθα: «Τονίζουμε ότι, δεδομένης της ύψιστης σημασίας του δικαιώματος της ελευθερίας του ατόμου, οποιοσδήποτε περιορισμός του πρέπει όχι μόνο να καταδεικνύεται ότι εμπίπτει με αυστηρότητα στους ρητά και περιοριστικά προνοούμενους αλλά και να τεκμηριώνεται ως προς τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης.» Το δεύτερο κεφάλαιο επί του οποίου αξιώνει αποζημιώσεις ο Ενάγων άπτεται των σωματικών βλαβών και γενικότερα της σωματικής και ψυχικής κακοποίησης που υπέστη. Αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι σωματικές βλάβες που περιγράφονται στο Τεκμήριο 1 και αποτέλεσαν παραδεκτό γεγονός, προκλήθηκαν από τον Εναγόμενο
  1. Συνεπώς, ο Ενάγων δικαιούται αποζημιώσεις για την παράνομη σύλληψη, κράτηση, σωματικές βλάβες και την όλη ταλαιπωρία που υπέστη. Όπως αναφέρθηκε στην ανάπτυξη της νομικής πτυχής, η Εναγόμενη 1 ευθύνεται για τις ζημιογόνες πράξεις του Εναγόμενου 2, δυνάμει του άρθρου 172 του Συντάγματος. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω τη θέση του κ. Φωτίου ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 6 του περί της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και Αλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (Κυρωτικός) Νόμος του 1990 (Ν. 235/1990). Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Ενάγοντα η επίθεση που δέχθηκε από τον Εναγόμενο 2 έλαβε χώρα στο περιπολικό όχημα. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο κακοποίησης που καθιερώνει το άρθρο 6 του Ν.235/
  2. Το σχετικό τεκμήριο εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις που η ισχυριζόμενη κακοποίηση λαμβάνει χώρα εντός αστυνομικού σταθμού. Στην Χαμπή ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 70 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Αναφορικά δε με την επίκληση της νομοθεσίας και της δημιουργίας τεκμηρίου κακοποίησης, επαναλαμβάνουμε αυτό που αναφέραμε προηγουμένως. Ότι δηλαδή οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία εγείρεται θέμα κακοποίησης κρατουμένου εντός αστυνομικού σταθμού και όχι οπουδήποτε αλλού». Όσον αφορά το μέτρο των αποζημιώσεων που επιδικάζονται στο θύμα παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειπώθηκαν τα ακόλουθα στη Γιάλλουρος (ανωτέρω) στις σελ. 572 - 573: «Η προεξάρχουσα αρχή για τον προσδιορισμό της επάρκειας της θεραπείας είναι εκείνη της δικαίας αποζημίωσης (equitable compensation) - Guzzardi case Case Law of the European Court of Human Rights [1960-1987] Vol. I, para. 272 - V. Berger. Προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ότι η αποκατάσταση του θύματος εμπεριέχεται στην έννοια της δικαίας αποζημίωσης και, σε μεγάλο βαθμό, είναι ταυτόσημη με αυτή. Πώς είναι δυνατό η αποζημίωση να είναι δικαία εάν δεν αποκαθιστά ή αν δεν έχει δείκτη αποκατάστασης την επανόρθωση του θύματος, σ' όποιο βαθμό τούτο είναι ανθρωπίνως δυνατό, στην πρότερη κατάστασή του. Σε ό,τι αφορά την υλική ζημία (παρελθούσα και μελλοντική), η ταύτιση, όπως συνάγεται από τη νομολογία του ιδίου δικαστηρίου, μεταξύ αποζημιώσεων και αποκατάστασης είναι απόλυτη· νοουμένου, όπως και στο δικό μας δίκαιο, ότι αποδεικνύεται άμεσος αιτιώδης σχέση μεταξύ βλάβης και ζημίας. (Βλ. Case of Campbell and Fell 1960-1987 σ.250.) Η δικαία αποζημίωση είναι το μέτρο των αποζημιώσεων και για τη μή υλική ζημία, γνωστή στο Ηπειρωτικό Δίκαιο και πολλάκις χαρακτηριζόμενη με αυτό τον όρο από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ως ηθική ζημία (moral damage). Βλ. μεταξύ άλλων Case of Helmers v. Sweden σ.70 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Case of Herczegfalvy v. Austria σ.191 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Η βλάβη την οποία περιλαμβάνει η μή υλική ζημία (non-pecuniary) και για την οποία χωρεί αποζημίωση, περιλαμβάνει και την προσωπική δυσχέρεια. - Pine Valley Developments Ltd v.Ireland A 246-B paras 16-17
(1993)· έννοια συγγενική προς εκείνη της δυσχέρειας - "hardship" στο Αγγλικό δίκαιο. Απώλεια ευκαιριών για ανέλιξη στη ζωή είναι άλλο κεφάλαιο ζημίας που χρήζει αποζημίωσης, Weeks v. UK A 145-A para 13
(1988)(Article 50). Ανησυχία - distress - θλίψη, αγωνία, απώλεια ευκαιριών εργοδότησης, καθώς και αισθήματα αδικίας, ο δυσμενής επηρεασμός του τρόπου ζωής, ο πόνος και η οδύνη (pain and suffering), κρίθηκε ότι αποτελούν παραδεκτά κεφάλαια αποζημιώσεων. (Βλ. μεταξύ άλλων Abdulaziz, Cabales and Balkandali v. UK A 94 para 96
(1985).» Αναφέρεται επίσης στη σελ. 576 ότι τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της αποζημίωσης λόγω παράβασης θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι επάλληλα με εκείνα που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια παραβίασης αστικών δικαιωμάτων: «Όπως έχουμε διαπιστώσει τα στοιχεία που συνθέτουν την ηθική ζημία είναι κατά το πλείστο επάλληλα προς εκείνα που προσμετρούν στον καθορισμό των αποζημιώσεων, ως εύλογα προβλεπτής συνέπειας της παραβίασης αστικών δικαιωμάτων στο αγγλικό δίκαιο. Η δυσχέρεια, η απόγνωση, ο πόνος, η ψυχική οδύνη, που συναρτώνται με τη λειτουργία του ανθρώπου, αποτελούν κοινά στοιχεία αποζημίωσης.» Ερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, παρατηρώ ότι ο Ενάγων συνελήφθηκε παράνομα περί ώρα 02:00 και παρέμεινε επίσης παράνομα υπό κράτηση μέχρι περί τις 08:00. Η παράνομη κράτηση του διήρκησε περίπου 6 ώρες. Κατά τη μεταφορά του με το περιπολικό όχημα από τον χώρο σύλληψης του στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧΧ, ο Ενάγων δέχθηκε χτυπήματα στο κεφάλι από τον Μ.Υ.1 στην παρουσία της ΜΥ.3, η οποία οδηγούσε το περιπολικό όχημα. Από τα εν λόγω χτυπήματα ο Ενάγων υπέστη μώλωπες αριστερού οφθαλμού (άνω και κάτω βλεφάρου), εκχυμώσεις περιοφθαλμικά δεξιά, εκχυμώσεις αριστερής πλάγιας τραχηλικής χώρας, δύο εκδορές στην περιοχή της δεξιάς ωμοπλάτης. Επίσης, ταλαιπωρήθηκε από ζάλη, κεφαλαλγία, άλγος δεξιού αγκώνα, δεξιάς άκρας χειρός και αριστερής πηχεοκαρπικής. Ο Ενάγων ασφαλώς υπέστη σωματικό, αλλά και ψυχικό πόνο. Οι πράξεις του Μ.Υ.1, προσώπου επιφορτισμένου με το καθήκον της τήρησης του νόμου και της ασφάλειας των πολιτών, προκάλεσαν αισθήματα θλίψης και αδικίας στον Ενάγοντα, όπως φυσικά θα προκαλούσαν σε κάθε πολίτη. Οι γενικές αποζημιώσεις συναρτώνται άμεσα με τον πόνο, την ταλαιπωρία, την απώλεια των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής. Οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό του ύψους των αποζημιώσεων έχουν πλέον αποκρυσταλλωθεί μέσα από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το απαύγασμα της νομολογίας ορίζει ότι οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Παράγοντες οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό των γενικών αποζημιώσεων είναι, μεταξύ άλλων, η σοβαρότητα των τραυμάτων που υπέστη το πρόσωπο το οποίο διεκδικεί τις αποζημιώσεις, ο πόνος, η οδύνη, η ταλαιπωρία και η διάρκεια της δυσχέρειας (Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ 66). Στην υπόθεση Lankuttis v Νικόλα,
(2002)1B Α.Α.Δ 1128, αναφέρονται και τα ακόλουθα για τη σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που ως υποδείχθηκε και στην Μαυροπετρή (ανωτέρω), αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες ενός ανθρώπου: «Η πρόσφατη σταθερή νομολογία μας θέλει τις αποζημιώσεις για σωματική αναπηρία, φυσικό και ψυχικό πόνο να αυξάνονται εξελικτικά. Η τάση αυτή της νομολογίας δεν οφείλεται σε συναισθηματική απόκλιση προς τα θύματα. Βασίζεται στις πραγματικότητες της ζωής. Τα Δικαστήρια έχουν επίγνωση της υψηλής αξίας που συνεχώς αποδίδεται από πολιτισμένες κοινωνίες στη σωματική ακεραιότητα και ψυχική υγεία του ατόμου μέλους της. Η πνευματική και σωματική υγεία συναποτελούν το προαπαιτούμενο στοιχείο για την καλή ποιότητα ζωής του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις, που εκφράζονται σε χρήμα αποσκοπούν όσο είναι δυνατό με το υλικό τους στοιχείο να προσφέρουν κάποια ποιότητα ζωής στο θύμα, επαναφέροντας την, όσο είναι δυνατό, στην προ του δυστυχήματος κατάσταση. Γι' αυτό και οι αποζημιώσεις πρέπει να αντικατοπτρίζουν την αγοραστική αξία του χρήματος ώστε να προσεγγίζεται η εύλογη αποκατάσταση ζημιάς.» Αποτελεί εμπεδωμένη αρχή ότι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν το ποσό των αποζημιώσεων μόνο ενδεικτική σημασία μπορεί να έχουν, αφού κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Δεν αποτελούν δηλαδή προηγούμενες επί του θέματος αποφάσεις δεσμευτικό προηγούμενο, αλλά παρέχουν απλά καθοδήγηση. Για σκοπούς, επομένως, καθοδήγησης για τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων έχω λάβει υπόψη μου τις υποθέσεις στις οποίες θα γίνει αναφορά αμέσως πιο κάτω. Στην υπόθεση L.P. Transbeton Ltd ν. Σταύρου κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 304, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ορθά επιδικάστηκε πρωτοδίκως το ποσό των Λ.Κ.2.500 υπέρ του εφεσίβλητου ο οποίος ήταν ηλικίας 37 ετών και είχε υποστεί αιμάτωμα περιοφθαλμικά του αριστερού ματιού και βλεφάρου, εγκεφαλική διάσειση και διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας. Στην Αδαμίδης ν. Χατζηνικολάου
(2007)1 Α.Α.Δ 1108, ο εφεσείων ηλικίας 17 ετών τραυματίστηκε στο πρόσωπο και συγκεκριμένα προκλήθηκαν εκχυμώσεις στον αριστερό οφθαλμό και αιμάτωμα της κάτω ρινικής κόγχης. Υπέστη επίσης διάστρεμμα του αυχένα, εκδορές και θλάση των μαλακών μορίων του αριστερού ώμου, αγκώνων και αντιβραχίονα. Παρέμειναν ως μόνιμα κατάλοιπα μία μικρή εμφανής ουλή στο μέτωπο και μία πολύ μικρή στο φρύδι. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι παρέμεινε στο Νοσοκομείο για 4 ημέρες και όταν εξήλθε υπέφερε από ζάλη και πονοκεφάλους. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το ποσό των Λ.Κ.6.000 που επιδικάστηκε πρωτόδικα παρά το ότι, όπως σημείωσε, ήταν χαμηλό. Ο συνήγορος του Ενάγοντα ως προς το ύψος των αποζημιώσεων επικαλέστηκε στην αγόρευση του την απόφαση στην αγωγή με αρ.4329/12 Ε.Δ. Λάρνακας ημερ.31.10.19, η οποία όμως δεν είναι βοηθητική. Πέραν του ότι πρόκειται για πρωτόδικη απόφαση, σημειώνω ότι το ύψος των αποζημιώσεων δεν αποτέλεσε επίδικο θέμα καθώς οι συνήγοροι στην εν λόγω υπόθεση δήλωσαν το ύψος τους. Εν προκειμένω η έκταση των τραυμάτων που υπέστη ο Ενάγων πλησιάζει περισσότερο αυτά της L.P. Transbeton Ltd, παρά της Αδαμίδης στην οποία τα τραύματα ήταν σοβαρότερα. Σημειώνεται ότι στην Αδαμίδης παρέμειναν μόνιμα κατάλοιπα στον εφεσείοντα, ενώ στην παρούσα δεν υπάρχει μαρτυρία ότι παρέμεινε οποιοδήποτε σωματικό ή ψυχικό κατάλοιπο. Από την άλλη, δεν μπορεί ασφαλώς να αγνοηθεί ότι από την έκδοση των προαναφερόμενων αποφάσεων παρήλθαν 11 και 13 χρόνια αντίστοιχα, γεγονός το οποίο έχει επίδραση στην αξία του χρήματος. Έρχομαι τώρα στο ζήτημα των τιμωρητικών αποζημιώσεων. Καταρχάς θα πρέπει να παρατηρήσω ότι στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης δεν ζητείται σε ξεχωριστή παράγραφο η απόδοση τιμωρητικών αποζημιώσεων, αν και στην πρώτη παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης καταγράφεται ότι η αξίωση του Ενάγοντα είναι για γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Στην υπόθεση Χαράλαμπος Χάμπου κ.α. ν. Christoforou & Avraam (Catering Services) Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ 524 (βλ. και Πιριλλής κ.ά. ν. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ 136) λέχθηκε ότι το ορθό είναι όπως οι παραδειγματικές αποζημιώσεις ζητούνται ειδικά στην Έκθεση Απαίτησης ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει το είδος και το μέγεθος της εναντίον του απαίτησης, παρόλο που σύμφωνα με την υπόθεση Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ 400 η δικογράφησή τους δεν είναι αναγκαία, νοουμένου ότι τα γεγονότα της αγωγής είναι τέτοια που δικαιολογούν την απόδοση της υπό συζήτηση θεραπείας. Στην προκείμενη περίπτωση έστω και αν δεν ζητείται ειδικά η απόδοση τιμωρητικών αποζημιώσεων, από τη στιγμή που δικογραφούνται και δεν καθορίζεται συγκεκριμένο ποσό γενικών αποζημιώσεων, θεωρώ ότι δεν τίθεται ζήτημα να καταληφθούν εξ απροόπτου οι Εναγόμενοι ως προς το είδος και το μέγεθος της απαίτησης που αντιμετωπίζουν. Άλλωστε, οι ισχυρισμοί περί εξευτελισμού, βασανισμού και ταπείνωσης του Ενάγοντα παραπέμπουν ευθέως σε ζήτημα εξέτασης τιμωρητικών αποζημιώσεων. Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία τόσο την παλαιότερη (Papakokkinou a.o v. Kanther
(1982)1 C.L.R 65), όσο και την πιο πρόσφατη (Stassinos Investment and Finance Ltd και Γ.Ε. της Δημοκρατίας κ.ά. Πολ. Έφεση αρ. 142/13 ημερ. 03.03.20) είναι ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάζονται στις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος επιδεικνύει ακραία αλαζονική ή καταπιεστική συμπεριφορά, η οποία τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος και για την οποία επιβάλλεται η τιμωρία του ως ένδειξη απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια συμπεριφορά. Εν προκειμένω, κρίνω ότι η συμπεριφορά του Εναγόμενου 2 να επιφέρει χτυπήματα στο κεφάλι του Ενάγοντα τη στιγμή που ο τελευταίος τελούσε υπό σύλληψη ήταν απαράδεκτη και αξιοκατάκριτη. Συμπεριφορές αυτού του είδους σε ένα ευνομούμενο κράτος δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Πολύ δε περισσότερο όταν τέτοιες αξιόμεμπτες συμπεριφορές προέρχονται από πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με το καθήκον της τήρησης του νόμου και της τάξης (βλ. άρθρο 6 του Ν.73(Ι)/2004) και επομένως της διασφάλισης και της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών. Στην παρούσα, δυστυχώς, ο νόμος καταλύθηκε από πρόσωπο που είχε καθήκον να τον προασπίσει, με την ανοχή μάλιστα συναδέλφων του. Στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 428 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προχωρεί με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων: «Thus Lord Devlin in Rookes v. Barnard indicated that, in a case where exemplary damages were appropriate, "a jury should be directed that if, but only if, the sum which they have in mind to award as compensation (which may, of course, be a sum aggravated by the way in which the defendant has behaved to the plaintiff) is inadequate to punish him for his outrageous conduct, to mark their disapproval of such conduct and to deter him from repeating it, then it can award some larger sum"; and there is no reason why the same principle should not apply to awards made by judges sitting alone.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Papakokkinou (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα για την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων: «When exemplary damages are awarded, one award is justified and as Lord Reid indicated in Cassell, it is wrong to separate exemplary from compensatory damages. (Page 539, letters G-H). In the end, one award must be made, based on a global view of the facts of the case.» Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω θεωρώ ότι το ποσό που το Δικαστήριο θα επιδίκαζε ως γενικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες, τον πόνο, την ταλαιπωρία, τη βλάβη που υπέστη στα αισθήματα και την αξιοπρέπεια του ο Ενάγων, καθώς και για την παράνομη σύλληψη και κράτηση του, και το οποίο καθορίζεται στο ποσό των €7.000 δεν είναι επαρκές στην παρούσα περίπτωση. Συγκεκριμένα το προαναφερόμενο ποσό δεν είναι αρκετό για να αποτυπώσει την απαρέσκεια και τον αποτροπιασμό του Δικαστηρίου για τη συμπεριφορά που επιδείχθηκε, αλλά και για να αποτρέψει την επανάληψη τέτοιων συμπεριφορών στο μέλλον. Κατά την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του και την οικονομική κατάσταση των Εναγόμενων. Το εν λόγω ζήτημα τίθεται, ως ζήτημα γενικής αρχής, και στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόμενων χωρίς όμως να γίνεται ειδική αναφορά στους Εναγόμενους 1 και 2. Εκ μέρους της Εναγόμενης 1 δεν τίθεται ζήτημα αδυναμίας αποπληρωμής των αποζημιώσεων που θα επιδικαστούν. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, λαμβάνω υπόψη μου ότι εργάζεται ως μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και επί του παρόντος τελεί σε διαθεσιμότητα. Συνεκτιμώντας επομένως το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι το ποσό των €9.000 αποτελεί την αρμόζουσα αποζημίωση. Το τελευταίο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί αφορά τον τόκο. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης κ.α ν. Γεωργίου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 υιοθετήθηκε η μέθοδος της επιδίκασης τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των γενικών αποζημιώσεων από την ημέρα κατά την οποία ο Εναγόμενος θα έπρεπε να είχε πληρώσει την αποζημίωση, αλλά δεν το έπραξε, δεδομένου, ότι είναι μόνο από την ημέρα εκείνη μπορεί να λεχθεί, ότι ο Ενάγων στερήθηκε τα χρήματα αυτά. Ο χρόνος αυτός θα μπορούσε να είναι η ημέρα κατά την οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Γίνεται ακόμα αναφορά στην ημέρα κατά την οποία καταχωρήθηκε η αγωγή, εφόσον και εκείνη την ημερομηνία θα μπορούσε να λεχθεί, ότι ο Ενάγων στερήθηκε το ποσό της αποζημίωσης. Στην παρούσα, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20.05.13 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ενώ το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα στις 30.03.13. Συνεπώς, δεν υπήρξε οποιαδήποτε ουσιαστική καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής. Ως εκ τούτου, θεωρώ, υπό τις περιστάσεις, δίκαιο και ορθό όπως ο τόκος επιδικαστεί από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Υπό το φως των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €9.000 πλέον νόμιμο τόκο από 20.05.2013 μέχρι εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.