ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. P.L.M ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2570/12, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A100 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2570/12 Μεταξύ: ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και
- P.L.M ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
- XXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ
- XXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- XXXX ΕΥΘΥΜΙΟΥ Εναγόμενων Ημερομηνία: 30.10.2020 Για Ενάγουσα: κα Κ. Χατζηθεοδοσίου για κ. Λ. Γεωργίου. Για Εναγόμενη 1 καμία εμφάνιση. Εναγόμενος 2 αυτοεκπροσωπείται. Για Εναγόμενους 3 και 4: κ. Κ. Δημητρίου για Σιαηλής & Σιαηλή Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα: (Α) ποσό €254,245.73 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 17.6.2011, ως οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού της Εναγόμενης 1, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 31.11.2004, (Β) ποσό €219,149.36 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 17.6.2011, ως οφειλόμενο υπόλοιπο άλλου λογαριασμού της Εναγόμενης 1, δυνάμει της ίδιας συμφωνίας και (Γ) τα έξοδα. Να σημειωθεί εδώ ότι μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και πριν την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Μ.Ε.1, οι συνήγοροι που εκπροσωπούν τους Εναγόμενους 1 και 2, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, αποσύρθηκαν από την εκπροσώπηση τους. Δόθηκε δε χρόνος στον Εναγόμενο 2 να διορίσει δικηγόρο για να εκπροσωπήσει τόσο τον ίδιο όσο και την Εναγόμενη
- Παρά ταύτα τελικά δεν διορίσθηκε δικηγόρος και έτσι στα πλαίσια συνέχισης της ακροαματικής διαδικασίας, ο Εναγόμενος 2 διεξήγε την υπόθεση εκπροσωπώντας τον εαυτό του. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η Ενάγουσα ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία διεξάγει ασφαλιστικές υπηρεσίες και ήταν και είναι δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Ασφαλίσεων. Η Εναγόμενη 1 ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ενεργούσε ως διαμεσολαβητής ασφαλειών και/ή ως εταιρεία ασφαλιστικής πρακτόρευσης. Η Εναγόμενη 1 αρχικά ονομαζόταν P.L.M. Limited ενώ κατά ή περί το έτος 2007 μετονομάστηκε σε P.L.M. Εταιρεία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης Λτδ. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα χρόνο ήταν μέτοχοι και/ή αξιωματούχοι της Εναγόμενης
- Δυνάμει γραπτής συμφωνίας (στο εξής η συμφωνία) μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 30.11.2004 η πρώτη διόρισε την δεύτερη ως Ασφαλιστικό Πράκτορα της σε όλη την Κύπρο στους Κλάδους Ασφάλισης Ζωής και Γενικής Φύσεως. Κατά ή περί τις 14.12.2004, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν προσωπικώς και αλληλεγγύως την Εναγόμενη 1 για την πιστή τήρηση όλων των όρων της συμφωνίας καθώς και για τις οικονομικές υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα που πηγάζουν από την συμφωνία και/ή άλλως πως. Η εν λόγω εγγύηση θα ήταν διαρκής και ανέκκλητη. Καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας η Ενάγουσα διατηρούσε δύο λογαριασμούς στο όνομα της Εναγόμενης 1 και συγκεκριμένα τον λογαριασμό σε σχέση με Ασφάλιση Οχημάτων με αριθμό 600012 και το λογαριασμό με κωδικό APLM01 για όλα τα υπόλοιπα είδη ασφαλειών. Στους εν λόγω λογαριασμούς η Ενάγουσα χρέωνε τα ασφάλιστρα της παραγωγής της Εναγόμενης 1 ως προνοείτο από την συμφωνία. Η Ενάγουσα παρέδιδε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα στην Εναγόμενη 1 αντίγραφο των καταστάσεων των λογαριασμών που διατηρούσε και η Εναγόμενη 1 ουδέποτε διαφώνησε και/ή προέβηκε σε οποιεσδήποτε παρατηρήσεις. Κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας και παρά τις συχνές οχλήσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1, η τελευταία δεν προχωρούσε σε πληρωμές έναντι των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών της. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε αρνήθηκαν ότι οφείλουν τα χρεωστικά υπόλοιπα αλλά ζητούσαν πίστωση χρόνου για την αποπληρωμή τους. Παρά την πίστωση χρόνου που τους παρείχε η Ενάγουσα, κατά ή περί τις 17.6.2011 ο λογαριασμός με αριθμό XXXXX0012 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €317,985.38 και ο λογαριασμός με στοιχεία APLM01 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €219,149.
- Κατά ή περί τις 17.6.2011 η Ενάγουσα τερμάτισε την συνεργασία με την Εναγόμενη 1 και/ή την συμφωνία και κάλεσε την Εναγόμενη 1 να καταβάλει το ποσό των €537,134 εντός 10 ημερών από την παραλαβή της επιστολής και/ή να προτείνει αποδεκτό τρόπο αποπληρωμής. Ο Εναγόμενος 2 μετά την λήψη της επιστολής τερματισμού παρέδωσε στην Ενάγουσα επιστολή ημερομηνίας 1.8.2011 και ανέφερε ότι διαφωνεί στα υπόλοιπα και ζήτησε να ληφθούν υπόψη τα ασφάλιστρα των συμβολαίων για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο. Σε συνέχεια της επιστολής του Εναγόμενου 2, η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη 1 επιστολή ημερομηνίας 2.11.2011 με τα υπόλοιπα των λογαριασμών και την καλούσε όπως εντός 15 ημερών προτείνει αποδεκτό τρόπο αποπληρωμής των οφειλομένων. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή το υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 με αριθμό XXXXX0012 ήταν €254,245.73 και το υπόλοιπο του λογαριασμού με στοιχεία APLM01 ήταν €219,149.
- Η Εναγόμενη 1 σε καμία πρόταση δεν προέβηκε και/ή δεν επικοινώνησε με την Ενάγουσα και/ή δεν κατέβαλε κανένα ποσό έναντι των πιο πάνω οφειλόμενων χρεωστικών υπολοίπων. Η Ενάγουσα με επιστολή ημερομηνίας 17.2.2012 ενημέρωσε τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 για το τερματισμό της συμφωνίας και για τα υπόλοιπα των λογαριασμών και τους κάλεσε, ως εγγυητές να εξοφλήσουν τα υπόλοιπα. Μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στην εξόφληση των υπολοίπων και/ή δεν κατέβαλλαν κανέναν ποσό έναντι αυτών. Στην κοινή έκθεση υπεράσπισης τους, οι Εναγόμενοι εκτός όπου ρητά προβαίνουν σε παραδοχή αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, οι οποίοι αντιτίθενται και/ή δεν συνάδουν με τους δικούς τους. Συγκεκριμένα δηλώνουν ότι αγνοούν και συνεπώς απορρίπτουν ότι η Ενάγουσα ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία διεξάγει ασφαλιστικές υπηρεσίες και ήταν και είναι δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Ασφαλίσεων. Παραδέχονται ότι η Εναγόμενη 1 ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ενεργούσε ως διαμεσολαβητής ασφαλειών και/ή ως εταιρεία ασφαλιστικής πρακτόρευσης των Εναγόντων και ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν μέτοχοι και/ή αξιωματούχοι της Εναγόμενης
- Ως προς την σχέση τους με την Ενάγουσα παραδέχονται μόνο ότι συνεργάζονταν με αυτήν και ότι προς το σκοπό αυτό υπήρξε γραπτή συμφωνία καθώς και ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν την Εναγόμενη
- Αναφορικά με τους όρους της συμφωνίας αλλά και της εγγύησης αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Ως προς τους λοιπούς ισχυρισμούς της Ενάγουσας παραδέχονται μόνο ότι διατηρούνταν λογαριασμοί στο όνομα της Εναγόμενης 1 και δηλώνουν ότι γίνονταν συχνά πληρωμές για τους εν λόγω λογαριασμούς και σε καμία περίπτωση το τότε οφειλόμενο ποσό δεν ήταν αυτό που ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Ως προς τον τερματισμό της συμφωνίας και τις επιστολές που αναφέρει η Ενάγουσα, παραδέχονται μόνον την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενων. Δηλώνουν δε ότι σε καμία περίπτωση δεν οφείλουν το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα. Τέλος αρνούνται ότι η Ενάγουσα δικαιούται τις αξιούμενες θεραπείες και ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον αυτής. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσε μια μάρτυρας. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του κατέθεσε ο Εναγόμενος 2 ενώ από πλευράς Εναγόμενων 3 και 4 δεν κλήθηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε η XXXX Παπανικολάου, διευθύντρια αξιολόγησης κινδύνων στον Κλάδο Οχημάτων της Ενάγουσας στην Επαρχία Λευκωσίας και κατά τον ουσιώδη χρόνο βοηθός του Γενικού Διευθυντή Κλάδου της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένη ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη και διεξάγει ασφαλιστικές υπηρεσίες και ήταν και είναι δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Ασφαλίσεων (κατέθεσε ως προς τούτα τα τεκμήρια 2 και 3). Η Εναγόμενη 1 ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και ενεργούσε ως εταιρεία ασφαλιστικής πρακτόρευσης. Αρχικά ονομαζόταν P.L.M. Limited ενώ μεταγενέστερα κατά το έτος 2007 μετονομάστηκε σε P.L.M. Εταιρεία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης Ltd. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα ήταν μέτοχοι και αξιωματούχοι της Εναγόμενης 1 (κατέθεσε ως τεκμήριο 4 σχετική έρευνα από τα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών). Δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 30.11.2004 (στο εξής η συμφωνία) η Ενάγουσα διόρισε την Εναγόμενη 1 ως Ασφαλιστικό Πράκτορα της σε όλη την Κύπρο (κατέθεσε ως τεκμήριο 5 την συμφωνία) στους Κλάδους Ασφάλισης Ζωής και Γενικής Φύσεως. Κατά ή περί την 14.12.2004 οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν επί του εγγράφου της συμφωνίας, προσωπικώς και αλληλεγγύως την Εναγόμενη 1 για την πιστή τήρηση όλων των όρων της καθώς και για τις οικονομικές υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 που πηγάζουν από την συμφωνία. Η εν λόγω εγγύηση ήταν διαρκείς και ανέκκλητη. Καθ' όλη την διάρκεια ισχύος της συμφωνίας η Ενάγουσα διατηρούσε δύο λογαριασμούς στο όνομα της Εναγόμενης 1 και συγκεκριμένα τον λογαριασμό σε σχέση με ασφάλιση οχημάτων με αριθμό 600012 και τον λογαριασμό με κωδικό APLM01 για όλα τα υπόλοιπα είδη ασφαλειών. Στους εν λόγω λογαριασμούς η Ενάγουσα χρέωνε τα ασφάλιστρα της παραγωγής της Εναγόμενης
- Η Ενάγουσα παρέδιδε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα στην Εναγόμενη 1 αντίγραφο των καταστάσεων των λογαριασμών και η Εναγόμενη 1, ουδέποτε διαφώνησε και ούτε προέβηκε σε οποιεσδήποτε παρατηρήσεις. Κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας και παρά τις συχνές οχλήσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1, η τελευταία δεν προχωρούσε σε πληρωμές έναντι των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών της. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 ουδέποτε αρνήθηκαν ότι οφείλουν τα χρεωστικά υπόλοιπα αλλά ζητούσαν πίστωση χρόνου για την αποπληρωμή τους. Παρά την πίστωση χρόνου που παρείχε η Ενάγουσα, κατά ή περί την 9.6.2011 ο λογαριασμός με αριθμό 600012 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €317,985.38 και ο λογαριασμός με κωδικό APLM01 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €219,149.
- Κατά ή περί τις 17.6.2011 η Ενάγουσα τερμάτισε την συμφωνία και κάλεσε την Εναγόμενη 1 να καταβάλει το ποσό των €537,134 εντός 10 ημερών από την παραλαβή της επιστολής ή να προτείνει αποδεκτό τρόπο αποπληρωμής. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε στον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών (κατέθεσε ως τεκμήριο 6 αντίγραφο της επιστολής). Ο Εναγόμενος 2 μετά την λήψη της επιστολής παρέδωσε στην Ενάγουσα επιστολή ημερομηνίας 1.8.2011 όπου ανέφερε ότι διαφωνεί στα υπόλοιπα και ζητούσε να ληφθούν υπόψη τα ασφάλιστρα των συμβολαίων για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο (κατέθεσε ως τεκμήριο 7 αντίγραφο της επιστολής). Σε συνέχεια της επιστολής του Εναγόμενου 2 η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη 1 επιστολή ημερομηνίας 2.11.2011 με τα υπόλοιπα των λογαριασμών της Εναγόμενης 1 και την καλούσε όπως εντός 15 ημερών προτείνει στην Ενάγουσα τρόπο αποπληρωμής των οφειλόμενων. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή το υπόλοιπο του λογαριασμού με αριθμό XXXXX0012 ήταν €254,245.73 και το υπόλοιπο του λογαριασμού με κωδικό APLM01 ήταν €219,149.36 (κατέθεσε ως τεκμήριο 8 αντίγραφο της επιστολής, ως τεκμήριο 9(Α-Γ) την κατάσταση του λογαριασμού με αριθμό 600012 και ως τεκμήριο 10 κατάσταση του λογαριασμού με κωδικό APLM01). Η Εναγόμενη 1 σε καμία πρόταση δεν προέβη, ούτε επικοινώνησε με την Ενάγουσα. Πέραν τούτων δεν κατέβαλε κανένα ποσό έναντι των πιο πάνω οφειλόμενων χρεωστικών υπολοίπων. Η Ενάγουσα ενημέρωσε τους Εναγόμενους 2, 3, και 4 για τον τερματισμό της συμφωνίας καθώς και για τα υπόλοιπα των λογαριασμών, με επιστολή της ημερομηνίας 17.2.2012 και τους κάλεσε να εξοφλήσουν τα υπόλοιπα ως εγγυητές της Εναγόμενης 1 (κατέθεσε ως τεκμήρια 11, 12 και 13 αντίγραφα της επιστολής με αντίγραφα σχετικών ενόρκων δηλώσεων επίδοσης αυτής στους Εναγόμενους 2, 3 και 4). Μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στην εξόφληση των υπολοίπων των λογαριασμών και δεν κατέβαλαν κανένα ποσό έναντι αυτών. Ο Εναγόμενος 2 κατά την μαρτυρία του αναφέρθηκε κυρίως στο θέμα των ακυρώσεων των συμβολαίων και υποστήριξε ότι η Ενάγουσα προέβη μεν σε σχετικές χρεοπιστώσεις στον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 αλλά δεν της επέστρεψε τα υπόλοιπα ποσά που όφειλε να επιστρέψει ώστε να δοθούν στους πελάτες της τελευταίας, στους οποίους ανήκαν. Αυτή την τελευταία την ημέρα της καταγγελίας, μετέφερε συμβόλαια σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία και έτσι οι πελάτες της ήταν ευχαριστημένοι και δεν κίνησαν οποιαδήποτε αγωγή εναντίον της για το όλο θέμα. Υποστήριξε δε ότι εάν γίνουν αφαιρέσεις και επιστροφές τότε η Ενάγουσα θα πρέπει να τους επιστρέψει χρήματα. Υπέστησαν επίσης ζημιά €100,000 από τις ακυρώσεις εφόσον υποχρεωτικά επέστρεψαν λεφτά στους πελάτες. Αναφορικά δε με τα έγγραφα που παρουσίασε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 είπε ότι αυτά ανήκουν στην Ενάγουσα και ότι η τελευταία προέβη σε αφαιρέσεις μεταγενέστερα. Περαιτέρω υποστήριξε ότι για τις περισσότερες επιταγές που έδιδαν, η Εναγόμενη 1 δεν πήρε καν δουλειά δηλ. δεν της έδωσαν συμβόλαια. Αξιολόγηση μαρτυρίας Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω ορθό, εφόσον το θέμα είναι σχετικό, όπως κάνω αναφορά στη νομολογία που αφορά τις περιπτώσεις, όπως την παρούσα, όπου η αξίωση εδράζεται σε λογαριασμό. Ως λοιπόν ουσιαστικά επαναλήφθηκε στην Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Κυριάκου κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 171/2011, ημερ. 29.6.16, μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί αφ' εαυτής απόδειξη των όσων καταγράφονται. Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, καθίστανται επίδικα και θα πρέπει απαρέγκλιτα να αποδειχθούν. Με άλλα λόγια οι εκάστοτε καταχωρήσεις σε ένα λογαριασμό, είτε πρόκειται για χρεώσεις είτε για πιστώσεις (με εξαίρεση αποδεδειγμένο λογαριασμό), θα πρέπει να αποδειχθούν ώστε να επαληθευτεί στο τέλος πως η εικόνα που εκπέμπει η κατάσταση λογαριασμού είναι αυθεντική και ακριβής (βλ. και A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Το βάρος απόδειξης των πιο πάνω και του υπολοίπου του λογαριασμού, βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας, η οποία θα πρέπει να το αποσείσει με αξιόπιστη μαρτυρία, στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Γρηγορίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 846, Κλεάνθους κ.α. v. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ 1344 και Λεωνίδα Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd ν. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 66/2013, ημερ. 4.11.2019). Ως δε λέχθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της εταιρείας Deme-Dairy Ltd, ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφεση Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019, εκείνο το οποίο προκύπτει από την σχετική νομολογία είναι ότι εκεί όπου αμφισβητείται το ύψος του αξιούμενου ως οφειλόμενου ποσού, θα πρέπει να παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που να δείχνει τις χρεοπιστώσεις και κίνηση του λογαριασμού από την έναρξη της ισχύος του μέχρι το τελικό υπόλοιπο. Στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι το αποδεικτικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τον σκοπό αυτό δηλ. των ογκωδέστατων, μηχανογραφημένων καταστάσεων λογαριασμού μέσα από τις οποίες αποτυπωνόταν με λεπτομέρεια η κίνηση του επίδικου λογαριασμού για την επίδικη περίοδο και η κρίση ότι ο μάρτυρας που τις παρουσίασε ήταν αξιόπιστος και κατατοπιστικός, συνιστούσαν ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας. Να σημειωθεί δε ότι εκεί παρά την εκτενή αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα όχι μόνο δεν είχαν αμφισβητηθεί οι πράξεις που καταγράφονται στις καταστάσεις αλλά επίσης δεν είχε προσκομισθεί καμία μαρτυρία που να έθετε υπό αμφισβήτηση τις χρεώσεις. Λέχθηκε δε, ενόψει των πιο πάνω ότι, δεν είχαν εφαρμογή αποφάσεις με τις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόρριψη των αγωγών λόγω μη επαρκούς απόδειξης των στοιχείων των καταστάσεων λογαριασμού που παρουσιάσθηκαν προς απόδειξη του του χρέους (συγκεκριμένα οι D & G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1 Α.Α.Δ. 263, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390 και Γρηγορίου ανωτέρω). Αυτό καθότι στις εάν λόγω υποθέσεις δεν τέθηκε ενώπιον των πρωτόδικων Δικαστηρίων μαρτυρία ως η ως άνω εφόσον οι καταστάσεις λογαριασμού ήταν γενικής μορφής, δεν επεξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα και σε αυτές παρέμειναν άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απέληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο. Υπήρχε επίσης κενό στην κίνηση του λογαριασμού και απουσία ικανοποιητικής εξήγησης ως προς το πώς προέκυπτε το ποσό που φαινόταν ως μεταφερόμενο υπόλοιπο. Τέλος στην ίδια υπόθεση παρατέθηκε, ως χρήσιμο για το θέμα, απόσπασμα από την Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Co Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A432, Πολ. Έφεση Αρ. 426/11, ημερ. 29.11.2017, όπου αναφέρεται ότι γενικά σε τέτοιου είδους υποθέσεις ο ρόλος του Δικαστηρίου, δεν είναι να προβεί σε λογιστικό ή άλλο αναλογιστικό έλεγχο των λογαριασμών (επρόκειτο για πολυσέλιδα έγγραφα), αλλά να αποφασίσει στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων κατά πόσο ο ενάγοντας που διεκδικεί το οφειλόμενο ποσό έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση του. Στην Κλεάνθους ανωτέρω απορρίφθηκε η επιχειρηματολογία των εφεσειόντων ότι δεν αποδείχθηκε με θετική μαρτυρία το υπόλοιπο των λογαριασμό καθότι, ως κρίθηκε οι καταστάσεις λογαριασμών δεν ήταν περίπλοκα έγγραφα, παρείχαν ικανοποιητική πληροφόρηση, ο μάρτυρας που τις κατέθεσε έδωσε πειστικές απαντήσεις κατά την αντεξέταση του και με αυτές επεξηγείτο το υπόλοιπο των λογαριασμών. Σημειώθηκε δε ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν υποβλήθηκε ειδικό ερώτημα, ότι συγκεκριμένη καταχώρηση ήταν λανθασμένη αλλά οι ερωτήσεις που υποβλήθηκαν ήταν γενικής φύσεως και αφορούσαν στο ποιος έκαμε τις καταχωρήσεις. Ως εκ των άνω κρίθηκε ότι η μαρτυρία που προσκόμισαν οι εφεσίβλητοι ήταν εκ πρώτης όψεως αρκετή για να αποδείξει το υπόλοιπο των λογαριασμών και ότι εναπόκειτο πλέον στους εφεσείοντες να αντικρούσουν τα στοιχεία που αποτελούσαν τον λογαριασμό, ώστε να πείσουν το Δικαστήριο ότι οι εφεσίβλητοι δεν απέδειξαν την υπόθεση τους επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, κάτι που απέτυχαν να πράξουν αφού η μαρτυρία που προσκόμισαν, όχι μόνο δεν ήταν αρκετή να αμφισβητήσει συγκεκριμένα στοιχεία του λογαριασμού αλλά εν πάση περιπτώσει δεν έγινε δεκτή εφόσον κρίθηκαν αναξιόπιστοι. Στην Olympic Insurance Agencies Limited v. Lexus Insurance Agencies Limited κ.α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440, όπου τα γεγονότα ήταν παρόμοια με της παρούσας, κρίθηκε ότι από την στιγμή που ο μάρτυρας που κατέθεσε τον λογαριασμό ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο είναι ορθό, όφειλε η άλλη πλευρά να τον αντεξετάσει επί του ουσιώδους αυτού ισχυρισμού δηλ. ως προς την ορθότητα ή μη της κατάστασης λογαριασμού. Τέλος στην Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, κρίθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε την μαρτυρία του προσώπου που κατέθεσε τις καταστάσεις λογαριασμού, εφόσον ως ο ελεγκτής των εναγόντων, που είχε τον έλεγχο και την οικονομική διεύθυνση της εταιρείας, όπως επίσης και τον έλεγχο των υπαλλήλων που ενημέρωναν τα λογιστικά βιβλία αυτής και ετοίμασε τις εν λόγω καταστάσεις, με βάση τα επίσημα αρχεία της εταιρείας, είχε την αναγκαία προσωπική γνώση των όσων αναφέρονταν στις καταστάσεις λογαριασμού. Στα ίδια πλαίσια κρίθηκε και η μαρτυρία των μαρτύρων των εφεσιβλήτων στην Ρώσσου ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A543, Πολ. Έφεση Αρ. 448/2012, ημερ. 17.12.2018, εφόσον στα καθήκοντα τους περιλαμβανόταν η παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών και των λογαριασμών για τις υποθέσεις που είχαν παραπεμφθεί στο Δικαστήριο και ήταν υπό την εποπτεία τους και ο επίδικος λογαριασμός. Στην προκειμένη στην έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι αποδέχονται την τήρηση από πλευράς της Ενάγουσας, στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας, των δύο επίδικων λογαριασμών. Περαιτέρω δεν αμφισβητούν την ύπαρξη οφειλομένων αλλά ισχυρίζονται ότι γίνονταν συχνά πληρωμές για τους εν λόγω λογαριασμούς και τα οφειλόμενα δεν είναι αυτά που ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Καμία δε άλλη αναφορά γίνεται στο δικόγραφο τους για το θέμα. Η Μ.Ε.1 ήταν η μοναδική μάρτυρας των Εναγόντων. Είναι λοιπόν στην δική της μαρτυρία και τα έγγραφα που αυτή κατέθεσε, που στηρίζεται η Ενάγουσα ώστε να αποδείξει και την ύπαρξη των αξιούμενων οφειλόμενων υπολοίπων των δύο επίδικων λογαριασμών. Προς στον σκοπό αυτό η Μ.Ε.1 κατέθεσε τα τεκμήρια 9(Α-Γ) και 10 δηλ. τις καταστάσεις των εν λόγω λογαριασμών. Πρόκειται για καταστάσεις στις οποίες αποτυπώνονται με λεπτομέρεια οι χρεοπιστώσεις και η κίνηση των δύο λογαριασμών για όλη την περίοδο συνεργασίας της Ενάγουσας με την Εναγόμενη
- Η Μ.Ε.1 είναι εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών πελατών της Ενάγουσας, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι επίδικοι αλλά και το πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε εξ αρχής η παρακολούθηση αυτών των λογαριασμών, ετοίμασε τα τεκμήρια 9 και 10 και έχοντας υπόψην της όλα τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση, είχε την αναγκαία προσωπική γνώση των όσων αναφέρονται στα εν λόγω τεκμήρια. Κατά την αντεξέταση της απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις, παραπέμποντας ανάλογα στα διάφορα τεκμήρια και προβαίνοντας σε σαφή και απλή επεξήγηση όσων της τέθηκαν, ιδιαίτερα σε σχέση με τα όσα αποτυπώνονται στις δύο καταστάσεις λογαριασμού. Εδώ να σημειωθεί ότι τα δύο αυτά έγγραφα, παρά το ότι είναι πολυσέλιδα (ιδιαίτερα το τεκμήριο 9), λαμβανομένων υπόψην και της εξήγησης αυτών από την Μ.Ε.1, δεν παρουσιάζουν κάποια ιδιαίτερη περιπλοκότητα ενώ παρέχουν επαρκή πληροφόρηση για τα στοιχεία που αναγράφουν. Ως εξήγησε η Μ.Ε.1 στο τεκμήριο 9 χρεώνονταν τα συμβόλαια που εκδίδονταν για τους πελάτες εκ μέρους της Εναγόμενης 1, πιστώνονταν οι προμήθειες και οποιεσδήποτε πληρωμές έγιναν από αυτήν και οι οποιεσδήποτε ακυρώσεις συμβολαίων ή πρόσθετες πράξεις αναλόγως άλλοτε χρεώνονταν και άλλοτε πιστώνονταν. Ως επίσης εξήγησε, ενώ στο τεκμήριο 9 γίνεται αναφορά σε συμβόλαια, στο τεκμήριο 10 αναφέρονται χρεωστικές σημειώσεις. Ιδιαίτερα ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση της τόσο από τον συνήγορο των Εναγόμενων 3 και 4 όσο και από τον Εναγόμενο 2, για τις ακυρώσεις συμβολαίων και τις σχετικές χρεοπιστώσεις που γίνονταν. Ως προς αυτό να λεχθεί ότι οι ερωτήσεις αφορούσαν μόνο τον λογαριασμό του τεκμηρίου 9 και η μάρτυρας απάντησε, επεξηγώντας και παραπέμποντας στα όσα σχετικά εκτίθενται στο εν λόγω τεκμήριο. Να σημειωθεί εδώ ότι, ως λέχθηκε ανωτέρω, η αντεξέταση της Μ.Ε.1 άρχισε από τον κ. Δημητρίου, εκπροσωπώντας όλους τους Εναγόμενους ενώ πριν την ολοκλήρωση της το γραφείο στο οποίο εργάζεται ο συνήγορος αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση των Εναγόμενων 1 και
- Ως εκ τούτου, μετά από αυτό και συνεχίζοντας την αντεξέταση της Μ.Ε.1, ο κ. Δημητρίου δήλωσε ότι αυτή θα είναι πολύ περιορισμένη και ότι θα έχει να κάνει με το ζήτημα της εγγύησης των Εναγόμενων 3 και
- Στα πλαίσια αυτά επιχειρήθηκε όπως η Μ.Ε.1 δώσει μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο επεξηγήθηκε στους Εναγόμενους 3 και 4 τί υπέγραφαν στο τεκμήριο 5 δηλ. στην επίδικη συμφωνία όπου περιλαμβάνεται και η εγγύηση. Όταν όμως τέθηκε στον συνήγορο ότι δεν υπήρχε σχετικός δικογραφημένος ισχυρισμός στην έκθεση υπεράσπισης, απέσυρε την ερώτηση. Εν κατακλείδι, όσον αφορά την αντεξέταση από πλευράς του κ. Δημητρίου θα πρέπει να λεχθεί ότι παρά το ότι έγιναν διάφορες ερωτήσεις στην Μ.Ε.1 αναφορικά με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 9 και 10, πέραν από μια γενική υποβολή ότι τα ποσά που αξιώνονται από τους Εναγόμενους 2 και 3 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, η οποία έγινε στο τέλος της αντεξέτασης, δεν υπήρξε ειδική αμφισβήτηση των καταχωρήσεων και εν γένει των πράξεων που αποτυπώνονται στα δύο αυτά τεκμήρια. Ούτε και οποιαδήποτε μαρτυρία προσκομίσθηκε από τους Εναγόμενους 3 και 4, που να αμφισβητεί τα όσα ανέφερε και κατέθεσε η Μ.Ε.
- Αναφορικά με το τεκμήριο 14, που κατατέθηκε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 από τον κ. Δημητρίου, πριν την απόσυρση από την εκπροσώπηση των Εναγόμενων 1 και 2, η μάρτυρας εξήγησε ότι επρόκειτο για κατάσταση παραγωγής ασφαλίστρων. Ερωτώμενη σε σχέση με την σελίδα 4 αυτού (για την περίοδο 1.1.2007 μέχρι την 31.12.2007) εξήγησε τι αποτυπώνει κάθε στήλη και ανέφερε ότι το ποσό των €119,549.87 που φαίνεται εκεί είναι το ποσό της προμήθειας της Εναγόμενης 1 που αναλογεί στο βασικό ασφάλιστρο της συνολικής παραγωγής του
- Εξήγησε δε ότι γινόταν στην Εναγόμενη 1 χρέωση στους λογαριασμούς αφού αφαιρείτο η προμήθεια αυτής. Ως εκ τούτου, ως ανέφερε, η Ενάγουσα δεν έπρεπε να καταβάλει το ποσό των €119,549.87 στην Εναγόμενη 1 αλλά αυτό να αφαιρεθεί από το ποσό των €550,219.67 που ήταν το συνολικό ποσό των ασφαλίστρων που έφερε η τελευταία στην Ενάγουσα. Εδώ να σημειωθεί ότι αυτό προνοείτο στην επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 5) και συγκεκριμένα την παράγραφο 4 του Μέρους Δ - «ΑΜΟΙΒΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΡΑΚΤΟΡΑ», σύμφωνα με την οποία η Εταιρεία (όπου αναφορά στην εν λόγω συμφωνία σε τέτοια εννοεί την Ενάγουσα) είχε το δικαίωμα να συμψηφίζει τις οφειλόμενες προμήθειες προς τον Πράκτορα (όπου αναφορά σε τέτοιο στην συμφωνία αφορά την Εναγόμενη 1) με οποιανδήποτε είδους οφειλή ή ευθύνη του προς αυτή. Ο Εναγόμενος 2 κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 επικεντρώθηκε κατά κύριο λόγο στο τι γινόταν κατά τις ακυρώσεις συμβολαίων. Στα πλαίσια όμως αυτά καμία αναφορά έκανε στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 ενώ όσον αφορά το τεκμήριο 9 δεν αμφισβήτησε με ειδικό τρόπο και δη με συγκεκριμένη αναφορά τα όσα σχετικά εκεί αποτυπώνονται. Κάτι τέτοιο δεν έγινε ούτε όταν η Μ.Ε.1 απαντούσε στις ερωτήσεις του, παραπέμποντας στα τεκμήρια 9 και
- Εκείνο που έκανε ο Εναγόμενος ήταν να καταθέσει, κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1, αποσπασματικά διάφορα έγγραφα της Ενάγουσας (χρεωστικές σημειώσεις, αποδείξεις και διάφορες καταστάσεις - τεκμήρια 15-21), να αναφέρεται σε αυτά και σε κάποιες επιταγές αλλά και να προβαίνει σε ερωτήσεις που ούτε η Μ.Ε.1 σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορούσε να αντιληφθεί και ζητούσε διευκρινίσεις. Όσον δε αφορά τις χρεωστικές σημειώσεις η μάρτυρας ανέφερε ότι φαίνονται οι ακυρώσεις και επεξήγησε ότι στις αποδείξεις εξοφλούνται αυτά που έχουν χρεωθεί ή και πιστωθεί και ότι στις συγκεκριμένες αποδείξεις μπορεί να μην περιλαμβάνονται οι ακυρώσεις. Διευκρίνισε δε ότι δεν σημαίνει ότι σε αυτές τις αποδείξεις θα περιλαμβάνονται οι ακυρώσεις που αναφέρονται στις χρεωστικές σημειώσεις διότι οι αποδείξεις μπορεί να εξοφλούσαν προγενέστερου χρόνου χρεωστικά υπόλοιπα. Όταν δε ουσιαστικά της τέθηκε ότι η Εναγόμενη 1 παραλάμβανε συμβόλαια με αυτές τις αποδείξεις και στις χρεωστικές σημειώσεις έχει ακυρώσεις πολύ περισσότερες από αυτές που εμβάστηκαν, παραπέμποντας στα τεκμήρια 9 και 10 απάντησε ότι εκεί περιλαμβάνονται όλα αυτά που λέει ο Εναγόμενος 2 και οι χρεωστικές σημειώσεις και οι αποδείξεις και οι πιστώσεις που αφορούσαν είτε ακυρώσεις είτε τροποποιήσεις συμβολαίων που δημιουργούν πιστωτικό υπόλοιπο, υποδεικνύοντας ότι ο Εναγόμενος 2 παίρνει μεμονωμένα μια περίοδο χρεωστικών σημειώσεων και μια περίοδο αποδείξεων πληρωμών και κάνει ερωτήματα που η ίδια δεν καταλαβαίνει. Εξήγησε επίσης λογικά, όταν απαντούσε σε σχέση με διάφορα ποσά που της τέθηκαν με βάση τα τεκμήρια που κατέθεσε ο Εναγόμενος 2, ότι τα υπόλοιπα δεν παρέμεναν τα ίδια εφόσον καθημερινά ο λογαριασμός ανατρεπόταν με διάφορες αλλαγές και ότι αυτά καταλήγουν στο τελικό υπόλοιπο. Να σημειωθεί εδώ ότι το τεκμήριο 20 είναι το ίδιο έγγραφο με το τεκμήριο 14, για το οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω. Η Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση της από τον Εναγόμενο 2 επί αυτού, εξήγησε την παραγωγή που έκανε η Εναγόμενη 1 κατά την επίδικη περίοδο, τις ακυρώσεις συμβολαίων που υπήρξαν, την προμήθεια της Εναγόμενης 1, τις πληρωμές που έγιναν, τις επιταγές που επιστράφηκαν ως μη εξαργυρωθείσες και ότι με βάση αυτά καταλήγει στο αξιούμενο με την παρούσα υπόλοιπο όσον αφορά τον λογαριασμό με αριθμό 600012, με μια διαφορά €114 που αφορά διορθωτικές εγγραφές για «penalty και έξοδα διαχείρισης». Σε σχέση δε με το θέμα της είσπραξης ασφαλίστρων και τις σχετικές πληρωμές, προμήθειες αλλά και τις ακυρώσεις συμβολαίων είναι διαφωτιστικές οι ακόλουθες σχετικές πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας - τεκμήριο 5: · Σύμφωνα με την παράγραφο 1(α) του Μέρους Γ - «ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ», αναφορικά με εργασίες στον Κλάδο Γενικής Φύσεως, τα ασφάλιστρα της παραγωγής του Πράκτορα θα χρεώνονται στον λογαριασμό του και θα είναι προσωπικά υπεύθυνος ο ίδιος για την εμπρόθεσμη πληρωμή τους στην Εταιρεία. Η Εταιρεία, νοουμένου ότι αυτό δεν θα αντίκειται με τις εκάστοτε οδηγίες του Εφόρου Ασφαλίσεων, θα παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις ενενήντα ημερών προς τον Πράκτορα. Εκπρόθεσμες πληρωμές θα επιβαρύνονται κατ' αναλογία με ετήσιο τόκο 8% και θα δίνουν δικαίωμα στην Εταιρεία να ακυρώσει την σύμβαση αυτή. · Σύμφωνα με την παράγραφο 1(γ) του ίδιου Μέρους, σε περίπτωση ακύρωσης του συμβολαίου και νοουμένου ότι τα ασφάλιστρα παραμένουν εκκρεμή πέραν της ως άνω προβλεπόμενης προθεσμίας πίστωσης, ο Πράκτορας θα χρεώνεται με τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα. · Σύμφωνα με την παράγραφο (δ) που ακολουθεί, τα ασφάλιστρα τα οποία εισπράττονται από τους ασφαλισμένους προκειμένου να αποδοθούν στην Εταιρεία από τον Πράκτορα, λογίζονται έναντι του Ασφαλισμένου ότι έχουν καταβληθεί στην Εταιρεία με την είσπραξη τους από τον Πράκτορα. Τα χρήματα τα οποία εισπράττει ο Πράκτορας από την Εταιρεία προκειμένου να τα αποδώσει σε ασφαλισμένους, δεν λογίζονται ως καταβληθέντα στον ασφαλισμένο παρά μόνον αφού ο ασφαλισμένος τα εισπράξει πραγματικά. · Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου Μέρους, αναφορικά με εργασίες στον Κλάδο Ζωής και στον Κλάδο Ατυχημάτων και Ασθενειών, τα ασφάλιστρα τα οποία εισπράττονται από τους ασφαλισμένους προκειμένου να αποδοθούν στην Εταιρεία από τον Ασφαλιστικό Πράκτορα, λογίζονται έναντι του Ασφαλισμένου ότι έχουν καταβληθεί στην Εταιρεία με την είσπραξη τους από τον Πράκτορα ενώ τα χρήματα τα οποία εισπράττει ο Πράκτορας από την Εταιρεία προκειμένου να τα αποδώσει σε ασφαλισμένους, δεν λογίζονται ως καταβληθέντα στον ασφαλισμένο παρά μόνον αφού ο ασφαλισμένος τα εισπράξει πραγματικά. · Εδώ να σημειωθεί ότι οι ως άνω πρόνοιες των παραγράφων 1(δ) και 2 είναι ουσιαστικά οι ίδιες με την πρόνοια του άρθρου 185
(3)του περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος 35(Ι)/2002, στο οποίο βασικά (αν και αναφέρθηκε σε άρθρο 187 προφανώς εννοούσε το άρθρο 185) παρέπεμψε ο Εναγόμενος 2 κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 σε σχέση με το θέμα των ακυρώσεων. · Σύμφωνα με την παράγραφο 9 του Μέρους Β - «ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ, ΕΥΘΥΝΕΣ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΠΡΑΚΤΟΡΑ», ασφαλιστήριο το οποίο εκδίδεται βάσει προσκλήσεως/προτάσεως και αιτήσεως μέσω του Πράκτορα ή τυγχάνει οποιοσδήποτε ανανέωσης ή αλλαγής ή επέκτασης από την Εταιρεία, ύστερα από εντολή του Ασφαλιζομένου μέσω του Πράκτορα, και το οποίο ακυρώνεται από την έναρξη του, δίδει το δικαίωμα στην Εταιρεία να εισπράξει από τον Πράκτορα ή να χρεώσει αυτόν με τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα και με τα βασικά έξοδα της Εταιρείας για την διεκπεραίωση της εκτελεσθείσας εργασίας. · Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του Μέρους Δ - «ΑΜΟΙΒΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΡΑΚΤΟΡΑ», η Εταιρεία οφείλει να καταβάλλει στον Πράκτορα προς πλήρη ανταμοιβή του για όλες τις υπηρεσίες που παρέχει προς αυτήν και για κάλυψη οποιωνδήποτε εξόδων του, συγκεκριμένες προμήθειες κατά κλάδο (φαίνονται σε σχετικό παράρτημα της σύμβασης), οι οποίες υπολογίζονται επί του εισπραχθέντος ασφαλίστρου μόνον. · Ως έχει προαναφερθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου Μέρους, η Εταιρεία διατηρεί το δικαίωμα να συμψηφίζει τις οφειλόμενες προμήθειες προς τον Πράκτορα με οποιανδήποτε είδους οφειλή ή ευθύνη του προς την Εταιρεία. Για το σκοπό αυτό ο Πράκτορας παρέχει ανεπιφύλακτα την εξουσιοδότηση του προς την Εταιρεία. Ως προς τις ακυρώσεις συμβολαίων η Μ.Ε.1 ανέφερε επίσης ότι μετά την επιστολή τερματισμού και αφού έλαβαν επιστολή από τον Εναγόμενο 2 ότι έχουν συμβόλαια τα οποία δεν παρέλαβαν, η Ενάγουσα προχώρησε μεταγενέστερα σε σχετικές ακυρώσεις και ότι τα χρήματα που δόθηκαν για αυτό πιστώθηκαν στην Εναγόμενη 1 και φαίνονται στο τεκμήριο
- Ήταν δε βασική θέση του Εναγόμενου 2 τόσο κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 όσο και κατά την μαρτυρία του, ότι η Ενάγουσα έπρεπε να επιστρέψει τα λεφτά, που αφορούσαν τις ακυρώσεις συμβολαίων, στην Εναγόμενη 1 ώστε η τελευταία να τα αποδώσει στους πελάτες της, κάτι που δεν δικογραφείται στην έκθεση υπεράσπισης. Εν πάση περιπτώσει η Μ.Ε.1 εξήγησε ότι από την στιγμή που η Εναγόμενη 1 όφειλε λεφτά στην Ενάγουσα η τελευταία δεν ήταν υποχρεωμένη να της επιστρέψει οτιδήποτε και δη ότι δεν ήταν υποχρέωση της, τις ακυρώσεις τις οποίες αφαίρεσε από το χρεωστικό υπόλοιπο, να της επιστρέψει στους πελάτες της Εναγόμενης
- Με άλλα λόγια υποστήριξε ότι γινόταν η ανάλογη πίστωση και ότι η Ενάγουσα εισέπραξε από την Εναγόμενη 1 λιγότερα χρήματα από τα συμβόλαια που η τελευταία χρεώθηκε αφαιρουμένων των ακυρώσεων που είχαν γίνει προγενέστερα. Σε σχέση με την ως άνω θέση του Εναγόμενου 2, πέραν και ανεξάρτητα του ότι κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται, θα πρέπει να λεχθεί ότι, ως δέχθηκε και ο ίδιος, εάν τα χρήματα αυτά ανήκαν σε κάποιον, αυτός δεν ήταν η Εναγόμενη 1 αλλά οι πελάτες της. Εάν κάποιος είχε σχετική αξίωση έναντι της Ενάγουσας δεν μπορούσε λοιπόν να είναι η Εναγόμενη
- Δεν αποτελεί δε επίδικο θέμα στην παρούσα το κατά πόσο η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να επιστρέψει τα χρήματα από τις ακυρώσεις στους πελάτες της Εναγόμενης 1 και σε κάθε περίπτωση είναι ξεκάθαρο ότι αυτά δεν ανήκαν στην τελευταία και ότι της έγιναν σχετικές πιστώσεις στον λογαριασμό. Δεν είναι συναφώς επίδικο αλλά θα πρέπει να σημειωθεί και το ότι πουθενά από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι οποιοσδήποτε πελάτης της Εναγόμενης 1 και ασφαλισμένος από την Ενάγουσα, του οποίου το συμβόλαιο ακυρώθηκε, διεκδίκησε οποιοδήποτε ποσό είτε από την Εναγόμενη 1 είτε από την Ενάγουσα. Ως δε έχει προαναφερθεί, ο Εναγόμενος 2 προέβη στην αντεξέταση της Μ.Ε.1 προσπαθώντας να αντικρούσει και διαψεύσει τις θέσεις της χωρίς συγκεκριμένη αναφορά στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 9 και 10 αλλά και κατ' αποσπασματικό τρόπο, με βάση συγκεκριμένα έγγραφα της Ενάγουσας. Να αναφερθεί δε ότι πέραν των τεκμηρίων 9 και 10 που ήταν στην διάθεση του, του παραδόθηκαν μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, εφόσον είχαν πριν παραδοθεί από την Μ.Ε.1 στον κ. Δημητρίου, αναλυτικές καταστάσεις ακυρώσεων, αποδείξεων, παραγωγής και άλλα έγγραφα (αυτά δεν κατατέθηκαν ως τεκμήρια). Παρά ταύτα καμία παραπομπή ή αντεξέταση έγινε επί αυτών από τον Εναγόμενο 2 αλλά ούτε και από τον κ. Δημητρίου. Εδώ θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία και συγκεκριμένα την παράγραφο 19 του Μέρους Β, η Εναγόμενη 1 είχε υποχρέωση όπως τηρεί βιβλίο καταχώρησης των ασφαλιστικών συμβάσεων, οι οποίες συνάπτονται μέσω αυτής και βιβλίο είσπραξης ασφαλίστρων, σχετικά με τις συμβάσεις αυτές. Τα πιο πάνω βιβλία υπόκειντο μάλιστα σε επιθεώρηση και έλεγχο όχι μόνο από την Ενάγουσα αλλά και από τον Έφορο Ασφαλίσεων. Σύμφωνα με την παράγραφο 21 του ίδιου Μέρους, σε περίπτωση τερματισμού της επίδικης σύμβασης η Εναγόμενη 1 όφειλε να παραδώσει στην Ενάγουσα και λεπτομερείς λογαριασμούς για τις ασφαλιστικές εργασίες που διεξήγαγε μέχρι την ημερομηνία τερματισμού. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 22 του ίδιου Μέρους, η Ενάγουσα θα απέστελλε ή παρέδιδε στην Εναγόμενη 1, κατά διαστήματα, αντίγραφο του λογαριασμού που διατηρεί για έλεγχο από την τελευταία και σε περίπτωση που η τελευταία διαπίστωνε οποιαδήποτε διαφορά, θα έπρεπε να υποβάλλει προς την Ενάγουσα γραπτώς τις παρατηρήσεις της εντός ενός μηνός από τη λήψη του. Σε περίπτωση που παρερχόταν αυτός ο χρόνος χωρίς τη λήψη από την Ενάγουσα τέτοιων παρατηρήσεων, ο λογαριασμός θα θεωρείτο σαν ορθός και δεσμευτικός προς την Εναγόμενη
- Τέλος στην παράγραφο 1(ε) του Μέρους Γ, προβλέπεται ότι ο πράκτορας ο οποίος εισπράττει ασφάλιστρα προκειμένου να τα αποδώσει στην Εταιρεία οφείλει να τηρεί αυστηρά διαχωρισμένο τραπεζικό λογαριασμό πελατών και εφόσον στον ίδιο λογαριασμό τηρούνται ασφάλιστρα περισσοτέρων ασφαλισμένων, οφείλει να προσδιορίζει επακριβώς στα βιβλία του για λογαριασμό ποιου ασφαλισμένου κατέχει το κάθε ποσό. Εδώ να σημειωθεί ότι το τελευταίο προβλέπεται και από το άρθρο 185
(2)του Νόμου 35(Ι)/
- Παρά όμως τις πιο πάνω υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, ο Εναγόμενος 2 κανένα σχετικό λογαριασμό ή έγγραφο αυτής παρέθεσε στο Δικαστήριο, είτε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 είτε κατά την μαρτυρία του, ώστε να υποστηρίξει τις θέσεις του και να αντιπαρατεθεί με τα τεκμήρια που κατέθεσε η Μ.Ε.1 και ιδιαίτερα με τα τεκμήρια 9 και
- Όταν δε η Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στο δικαίωμα της Εναγόμενης 1 να υποβάλει παράπονο εάν διαπίστωνε κάποια παρατυπία αλλά και στην υποχρέωση της Εναγόμενης 1 να διατηρεί σχετικούς λογαριασμούς πελατών, ο Εναγόμενος 2 δήλωσε ότι έδωσαν εμπιστοσύνη στα «computer», χωρίς να εξηγήσει τι εννοεί και στην Ενάγουσα και ότι όταν τον Σεπτέμβριο του 2009 έκανε ο ίδιος παράπονο στην XXXX Λεωνίδου ότι «Κάτι συμβαίνει, μια εταιρεία με 150.000 προμήθειες να μην μπορεί να πληρώσει ασφάλιστρα» και ότι «Κάτι πρέπει να γίνεται, πρέπει να μας κλέφκουν» η απάντηση ήταν «Δεν είναι δυνατόν, δεν γίνεται», «Ούτε να το συζητάς». Παραδέχθηκε βασικά ότι η Εναγόμενη 1 δεν διατηρούσε τέτοιους λογαριασμούς καθώς και ότι δεν υπέβαλε γραπτό και συγκεκριμένο παράπονο. Στην δική του αντεξέταση, είπε αρχικά, σε αντίθεση με το πιο πάνω, ότι αντιλήφθηκαν το όλο θέμα με τις ακυρώσεις, ότι δηλ. η Ενάγουσα τους επέστρεφε λιγότερα χρήματα από όσα έπρεπε και η Εναγόμενη 1 τα επέστρεφε στους πελάτες, όταν έκλεισε το γραφείο το 2010 και ότι πριν πίστευαν ότι οι ακυρώσεις ήταν αυτές που φαίνονταν στα «statement των αποδείξεων» που κατέθεσε στο Δικαστήριο και τα οποία κατά την θέση του είναι τα σωστά (προφανώς εννοούσε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1). Όταν όμως ρωτήθηκε γιατί δεν έκαναν τότε κάποια επιστολή, έδωσε την δικαιολογία ότι δεν το έκαναν γιατί πήραν τις αγωγές. Αυτό όμως δεν είναι πειστικό καθότι εν πρώτοις η έγερση αγωγής δεν συνιστούσε εμπόδιο για κάτι τέτοιο και σε κάθε περίπτωση η παρούσα αγωγή δεν κινήθηκε παρά μόνο στις 24.7.2012 δηλ. 13 περίπου μήνες μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι αντιλήφθηκε ότι η Ενάγουσα επέστρεφε στην Εναγόμενη 1 λιγότερα χρήματα από όσα έπρεπε από τις ακυρώσεις, τα οποία η τελευταία έδινε στους πελάτες, πριν κλείσει η Εναγόμενη 1 και επανέλαβε την συζήτηση που, ως άνω αναφέρεται, ισχυρίσθηκε ότι είχε με την κα XXXXX. Πρόσθεσε δε ότι τότε ζήτησε και του στάληκαν κάποια statement των χρεοπιστώσεων. Σε άλλο σημείο είπε όμως και πάλι ότι ήταν μετά που κινήθηκε η αγωγή που κατάλαβε κάτι. Δέχθηκε δε ότι το 2011 η Ενάγουσα τους έστειλε επιστολές με τις οποίες τους ενημέρωνε ότι είχαν οφειλόμενο ποσό αλλά πρόσθεσε ότι πότε δεν δέχθηκαν εκείνο το ποσό ενώ υποστήριξε ότι πότε δεν πήγαν στην Ενάγουσα να ζητήσουν πίστωση καθότι δεν χρωστούσαν. Ενώ όμως θα αναμενόταν ενόψει και του ότι, ως είπε, τότε είχε ήδη αντιληφθεί ότι υπήρχε κάποιο θέμα με τις χρεοπιστώσεις, μετά την λήψη των επιστολών να απαντήσουν γραπτώς και να αμφισβητήσουν με συγκεκριμένο τρόπο το εν λόγω ποσό, δεν το έπραξαν ενώ προέβαλε την μη πειστική θέση ότι το έκαναν προφορικά. Να λεχθεί τέλος ότι ο Εναγόμενος 2 προέβαλε επίσης κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 και κατά την δική του μαρτυρία και άλλες θέσεις που δεν καλύπτονται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν δεκτές (βλ. Αντωνίου ν. Χρυσάνθου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 789), όπως ότι οι περισσότερες ακυρώσεις συμβολαίων είναι πλαστές, ότι η Ενάγουσα τους αφαιρούσε επιταγές για δουλειά - ασφαλιστήρια που δεν τους έδωσε και τους χρέωνε και έπρεπε να τους επιστρέψει τα χρήματα επιταγών καθώς και ότι κάποιος στην Ενάγουσα προέβαινε σε κλοπή. Ως προς το τελευταίο ανέφερε ότι την επομένη της αντεξέτασης της Μ.Ε.1 θα έστελνε επιστολή στον Έφορο Ασφαλίσεων, κάτι που δείχνει ότι ποτέ δεν έκανε σχετικό παράπονο ή καταγγελία. Να λεχθεί δε ότι με τις τελικές του αγορεύσεις, παραδέχεται ότι οφείλουν στην Ενάγουσα το ποσό των €254,245 για τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX0012 αλλά προβαίνοντας σε μαθηματικούς υπολογισμούς κατά τους οποίους αφαιρεί το εν λόγω ποσό από ποσά που ισχυρίζεται ότι όφειλε η Ενάγουσα να τους επιστρέψει (για «Κατακράτηση» - προφανώς αναφέρεται σε μη επιστρεφόμενα ποσά από ακυρώσεις συμβολαίων, «Απώλεια προμήθειας», «Επιταγές, Διάφορα ασφαλιστικά claim»), ζητά όπως η Ενάγουσα διαταχθεί να τους καταβάλει το ποσό των €657,367 πλέον τόκους. Τούτο όμως χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ανταπαίτηση που να διεκδικεί έστω τα ποσά από τις ακυρώσεις συμβολαίων, που κατά τον γενικό και αόριστο ισχυρισμό του αντί να τα επιστρέψει η Ενάγουσα, τα επέστρεψε η Εναγόμενη 1 στους πελάτες της. Ως εκ των άνω η Μ.Ε.1 κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται δεκτή σε αντίθεση με τον Εναγόμενο 2, ο οποίος κρίνεται αναξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται. Εδώ να λεχθεί ότι ενόψει και της αποδοχής της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 κρίνεται ότι τα τεκμήρια 9 και 10 αποτυπώνουν την αυθεντική εικόνα των πραγμάτων όσον αφορά τις χρεοπιστώσεις, την κίνηση των λογαριασμών και τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Ευρήματα Από την μαρτυρία, η οποία έγινε δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: Η Εναγόμενη 1 ήταν κατά τους ουσιώδεις για την παρούσα χρόνους και εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ενεργούσε ως εταιρεία ασφαλιστικής πρακτόρευσης. Αρχικά ονομαζόταν P.L.M. Limited ενώ στις 6.12.2007 μετονομάσθηκε σε P.L.M. Εταιρεία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης Λτδ. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο μέτοχοι και αξιωματούχοι της Εναγόμενης 1. Η Ενάγουσα ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένη ευθύνης, διεξάγει ασφαλιστικές υπηρεσίες και ήταν και είναι δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Ασφαλίσεων. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 30.11.2004 (στο εξής η συμφωνία) η Ενάγουσα διόρισε την Εναγόμενη 1 ως Ασφαλιστικό Πράκτορα αυτής σε όλη την Κύπρο, στους ακόλουθους Κλάδους Ασφάλισης: (α) Ασφαλίσεις Κλάδου Ζωής:
(1)Κλάδος Ασφάλισης Ζωής και (β) Ασφαλίσεις Κλάδου Γενικής Φύσεως:
(1)Ασφάλιση Ατυχημάτων και ασθενειών,
(2)Ασφάλιση Οχημάτων
(3)Κλάδος Μεταφερομένων Εμπορευμάτων,
(4)Ασφάλιση Πυρκαγιάς και Άλλης Ζημιάς σε Περιουσιακά Στοιχεία,
(5)Κλάδος Ευθύνης Σκαφών,
(6)Κλάδος Γενικής Ευθύνης,
(7)Κλάδος Εγγυήσεων και
(8)Κλάδος Οικονομικής Απώλειας Ποικίλης Φύσης. Η συμφωνία προέβλεπε, μεταξύ άλλων ότι:
(1)αναφορικά με εργασίες στον Κλάδο Γενικής Φύσεως, τα ασφάλιστρα της παραγωγής της Εναγόμενης 1 θα χρεώνονται στον λογαριασμό της και θα ήταν προσωπικά υπεύθυνη για την εμπρόθεσμη πληρωμή τους στην Ενάγουσα, η οποία θα της παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις ενενήντα ημερών και οι εκπρόθεσμες πληρωμές θα επιβαρύνονται κατ' αναλογία με ετήσιο τόκο 8% και θα της έδιδαν δικαίωμα να ακυρώσει την συμφωνία,
(2)σε περίπτωση ακύρωσης συμβολαίου και νοουμένου ότι τα ασφάλιστρα παρέμεναν εκκρεμή πέραν της ως άνω προβλεπόμενης προθεσμίας πίστωσης, η Εναγόμενη 1 θα χρεωνόταν με τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα,
(3)η Ενάγουσα όφειλε να καταβάλλει στην Εναγόμενη 1 προς πλήρη ανταμοιβή της για όλες τις υπηρεσίες που της παρείχε σύμφωνα με την συμφωνία και για κάλυψη οποιωνδήποτε εξόδων της, συγκεκριμένες προμήθειες κατά κλάδο (φαίνονται σε σχετικό παράρτημα της συμφωνίας), οι οποίες υπολογίζονταν επί του εισπραχθέντος ασφαλίστρου,
(5)η Ενάγουσα διατηρούσε το δικαίωμα να συμψηφίζει τις οφειλόμενες προμήθειες προς την Εναγόμενη 1 με οποιανδήποτε είδους οφειλή ή ευθύνη αυτής προς την Ενάγουσα και για τον σκοπό αυτό η πρώτη παρείχε ανεπιφύλακτα την εξουσιοδότηση της προς την Ενάγουσα,
(6)η Ενάγουσα θα απέστελλε ή θα παρέδιδε στην Εναγόμενη 1, κατά διαστήματα, αντίγραφο του λογαριασμού που διατηρούσε για έλεγχο από την τελευταία και σε περίπτωση που η τελευταία διαπίστωνε οποιαδήποτε διαφορά, θα έπρεπε να υποβάλλει προς την Ενάγουσα γραπτώς τις παρατηρήσεις της εντός ενός μηνός από την λήψη του ενώ εάν δεν το έπραττε αυτό, ο λογαριασμός θα θεωρείται από την Ενάγουσα σαν ορθός και δεσμευτικός προς την Εναγόμενη 1,
(7)η συμφωνία ήταν αορίστου χρόνου αλλά μπορούσε να τερματισθεί από οποιοδήποτε μέρος μετά από γραπτή, προς το άλλο μέρος, προειδοποίηση 30 ημερών, δια συστημένης επιστολής ή, μεταξύ άλλων, ευθύς ως η Εναγόμενη 1 παράβαινε οποιοδήποτε όρο της συμφωνίας και
(8)όλοι οι όροι της συμφωνίας ήταν ουσιώδεις, παράβαση δε οποιουδήποτε όρου από τον ένα από τους συμβαλλόμενους, έδιδε το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος, πέραν των λοιπών προβλεπομένων, να τερματίσει αμέσως την συμφωνία και να ζητήσει αποζημιώσεις για κάθε ζημιά που τυχόν είχε υποστεί ή θα υφίστατο σαν επακόλουθο τέτοιας παράβασης. Στις 14.12.2004 οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, επί του εγγράφου της συμφωνίας, εγγυήθηκαν προσωπικά και αλληλέγγυα την Εναγόμενη 1 για την πιστή τήρηση όλων των όρων της συμφωνίας καθώς επίσης και για τις οικονομικές υποχρεώσεις αυτής προς την Ενάγουσα που πήγαζαν από την συμφωνία ή άλλως πως. Η εν λόγω εγγύηση ήταν διαρκής και ανέκκλητη. Από την έναρξη και καθ' όλη την διάρκεια της συνεργασίας τους με βάση την συμφωνία, η Ενάγουσα διατηρούσε δύο λογαριασμούς στο όνομα της Εναγόμενης 1 και συγκεκριμένα τον λογαριασμό σε σχέση με ασφάλιση οχημάτων με αριθμό XXXXX0012 και τον λογαριασμό με κωδικό APLM01 για όλα τα υπόλοιπα είδη ασφαλειών. Στους εν λόγω λογαριασμούς η Ενάγουσα προέβαινε στις ανάλογες χρεοπιστώσεις αναφορικά με τα ασφάλιστρα της παραγωγής της Εναγόμενης
- Η Ενάγουσα παρέδιδε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα στην Εναγόμενη 1 αντίγραφο των καταστάσεων των λογαριασμών και η Εναγόμενη 1, ουδέποτε διαφώνησε και ούτε προέβηκε οποτεδήποτε σε οποιεσδήποτε παρατηρήσεις. Κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας και παρά τις συχνές οχλήσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1, η τελευταία δεν προχωρούσε σε πληρωμές έναντι των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών της. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 ουδέποτε αρνήθηκαν ότι οφείλουν τα χρεωστικά υπόλοιπα αλλά ζητούσαν πίστωση χρόνου για την αποπληρωμή τους. Παρά την πίστωση χρόνου που παρείχε η Ενάγουσα, στις 9.6.2011 ο λογαριασμός με αριθμό XXXXX0012 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €317,985.38 και ο λογαριασμός με κωδικό APLM01 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €219,149.
- Στις 17.6.2011 η Ενάγουσα τερμάτισε την συμφωνία και κάλεσε την Εναγόμενη 1 όπως της καταβάλει τα πιο πάνω ποσά (συνολικό ποσό €537,134) εντός 10 ημερών από την παραλαβή της σχετικής επιστολής «και/ή αν εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος» δεν πρότεινε αποδεκτό τρόπο αποπληρωμής θα κινείτο δικαστικά εναντίον της χωρίς άλλη ειδοποίηση. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε στον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών. Ο Εναγόμενος 2 μετά την λήψη της εν λόγω επιστολής παρέδωσε στην Ενάγουσα επιστολή που συνέταξε για την Εναγόμενη 1, ημερομηνίας 1.8.2011 όπου ανέφερε ότι διαφωνεί στα υπόλοιπα και ζητούσε να αφαιρεθούν τα ασφάλιστρα των συμβολαίων που δεν παρέλαβαν του Μαρτίου, Απριλίου και Μάϊου, οι ακυρώσεις, οι διαφορές ασφαλίστρων και τα «claims» που πλήρωσαν. Η επιστολή κατέληγε ότι όταν συμφωνηθούν τα υπόλοιπα τότε θα γινόταν πρόταση προς την Ενάγουσα για εξόφληση τους. Στην συνέχεια μετά από σχετικές χρεοπιστώσεις στις οποίες προέβη η Ενάγουσα, με επιστολή της προς την Εναγόμενη 1 ημερ. 2.11.2011, ενημέρωσε αυτή ότι αφού λήφθηκαν υπόψην τα όσα αναφέρθηκαν στην επιστολή ημερομηνίας 1.8.2011, τα οφειλόμενα υπόλοιπα της κατά την 30.9.2011 ήταν για μεν τον λογαριασμό με κωδικό APLM01, €219,149.36 για δε τον λογαριασμό με αριθμό 600012, €254,245.73 και ότι της παρέχεται χρονικό περιθώριο 15 ημερών ώστε να προτείνει αποδεκτό τρόπο αποπληρωμής ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον της, χωρίς άλλη ειδοποίηση. Η Εναγόμενη 1 σε καμία πρόταση δεν προέβη, ούτε επικοινώνησε με την Ενάγουσα και δεν κατέβαλε κανένα ποσό έναντι των πιο πάνω οφειλόμενων χρεωστικών υπολοίπων. Η Ενάγουσα με επιστολή της προς τους Εναγόμενους 2, 3, και 4, ημερομηνίας 17.2.2012, η οποία επιδόθηκε σε αυτούς με ιδιώτη επιδότη, τους ενημέρωσε για τον τερματισμό της συμφωνίας, για το ύψος των οφειλομένων υπολοίπων, ότι παρά τις οχλήσεις προς την Εναγόμενη 1 δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτών και τους κάλεσε όπως, στα πλαίσια της συμφωνίας εγγύησης, εξοφλήσουν τα εν λόγω ποσά εντός 15 και ότι σε περίπτωση παράλειψης τους θα προχωρήσει στην λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους χωρίς άλλη προειδοποίηση. Μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 δεν εξόφλησαν τα ως άνω υπόλοιπα των λογαριασμών και δεν κατέβαλαν κανένα ποσό έναντι αυτών. Συμπεράσματα - Κατάληξη Στην προκειμένη με βάση τα πιο πάνω ευρήματα κρίνεται ότι η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την σύναψη της επίδικης συμφωνίας με την Εναγόμενη 1 και της συμφωνίας εγγύησης αυτής από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4, την παράβαση της συμφωνίας και το νόμιμο τερματισμό αυτής. Περαιτέρω πέτυχε να αποδείξει και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Πέτυχε λοιπόν να αποδείξει την απαίτηση της. Καταληκτικά η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα:
- Για το ποσό των €254,245.73, πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 17.6.2011 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.
- Για το ποσό των €219,149.36 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 17.6.2011 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.
- Για τα έξοδα της υπόθεση, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο