MIKEILOV ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3173/12, 15/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Ν. Κονή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3173/12 Μεταξύ: χχχχχχχ MIKEILOV Ενάγοντα -και- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενη Και Eξ Aνταπαιτήσεως: Μεταξύ: ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εξ' ανταπαιτήσεως Ενάγουσα -και-
- χχχχχχχ MIKEILOV
- ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ΛΤΔ
- χχχχχχχ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
- χχχχχχχχχχ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένων ....... 15.10.2020 Για τον Ενάγοντα-εξ ανταπαίτησεως Εναγόμενο 1: κ. Χ. Φωτίου Για την Εναγόμενη-εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κ. N. Χατζηϊωάννου διά Α. Κ. Χατζηιωάννου & Σία και κ. Χ. Καλογήρου διά Χάρης Καλογήρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για τους Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2, 3 και 4: κ. Μ. Βασιλειάδης διά Μιχάλης Βασιλειάδης Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον της Εναγομένης η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που ασχολείται με ασφαλιστικές εργασίες: Α. €180.012,00 ως γενικές αποζημιώσεις πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από την 5.7.2004 μέχρι την 14.10.2008 πλέον τόκο 5,5% από την 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης, Β. €2.693,25 ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από την 5.7.2004 μέχρι την 14.10.2008 πλέον τόκο 5,5% από την 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης πλέον, Γ. Δικηγορικά έξοδα για το ποσό των €21.017,55 πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από την 5.7.2004 μέχρι την 14.10.2008 πλέον τόκο 5,5% από την 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €202,00 Δ. Τα έξοδα πλέον τα έξοδα επίδοσης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, κατά ή περί τις 28.2.2012[1], στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. XXXXX/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εξεδόθη απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εργοληπτικής Εταιρείας Αμφιάραος Λτδ, για το ποσό των €180.012,00 πλέον τόκο προς 8% από την 5.7.2004 μέχρι την 14.10.2008 πλέον τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης, πλέον το ποσό των €2.693,25 ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από την 5.7.2004 μέχρι την 14.10.2008 πλέον τόκο 5,5% από την 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα €21.017,55 πλέον τόκο προς 8% από την 5.7.2004 μέχρι την 14.10.2008 πλέον τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €202,
- Σύμφωνα επίσης με την Έκθεση Απαίτησης, η Εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο ή και κατά την 5.7.2002 παρέσχε ασφαλιστική κάλυψη δυνάμει του Νόμου στον Ενάγοντα, ο οποίος εργοδοτείτο στην Εναγομένη στην Αγωγή XXXXX/04 Ε.Δ. Πάφου, η οποία ήταν συμβλημένη για ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων της, με την Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή. Η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, αφορά ευθύνη η οποία απαιτείται να καλύπτεται από τον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμο και καλύπτεται από ασφαλιστικό συμβόλαιο και η Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή υποχρεούται να καταβάλει τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσά στον Ενάγοντα. Η Εναγόμενη κλήθηκε από τον δικηγόρο του Ενάγοντα και μετείχε (εκπροσωπούσε διά δικηγόρου την Εναγόμενη) στην Αγωγή XXXXX/04 Ε.Δ. Πάφου από την οποία αποσύρθηκε δια το λόγο, όπως ισχυρίστηκε, ότι η Εναγόμενη στην εν λόγω αγωγή, δεν εργοδοτούσε τον Ενάγοντα. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/04 κατέληξε σε εύρημα ότι η Εναγόμενη στην αγωγή αυτή, εργοδοτούσε τον Ενάγοντα και εξέδωσε την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση. Σύμφωνα, ακόμα με την Έκθεση Απαίτησης, για την καταβολή των πιο πάνω ποσών στον Ενάγοντα ευθύνεται και υποχρεούται η Εναγόμενη. Ο Ενάγοντας με συστημένη επιστολή του δικηγόρου του, ημερομηνίας 2.3.2012, ζήτησε από την Εναγόμενη όπως πληρώσει τα ποσά που αναφέρονται στην πιο πάνω απόφαση, αλλά η Εναγόμενη με επιστολή της, ημερομηνίας 15.3.2012 αρνήθηκε και παραλείπει μέχρι σήμερα να πληρώσει τα αναφερόμενα ποσά ή μέρος τους. Ως εκ των ανωτέρω, ο Ενάγοντας κίνησε την παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εναντίον του Ενάγοντα (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 1), της Εργοληπτικής Εταιρείας ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ΛΤΔ (Εναγομένων στην Αγωγή XXXXX/04 - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2) και δύο άλλων προσώπων, διευθυντών της εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2 (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 3 και 4). Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της, προβάλλει προδικαστικά, ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να ανασταλεί λόγω του ότι το Ε.Δ. Πάφου δεν έχει δικαιοδοσία να ακούσει την παρούσα αγωγή αφού η Εναγόμενη έχει την έδρα της στη Λευκωσία. Προβάλλει, ακόμα ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί διότι το Κλητήριο Ένταλμα δεν περιέχει στο τίτλο του πλήρη διεύθυνση του Ενάγοντα ως επίσης λόγω του ότι το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί, αφού η αγωγή εγείρεται μετά την παρέλευση δυο χρόνων από το χρόνο του ατυχήματος, που κατά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, είναι η βάση της αγωγής του. Τέλος, προβάλλει ότι ο Ενάγοντας υπό οποιεσδήποτε συνθήκες δεν δικαιούται στις απαιτούμενες θεραπείες, αφού η απόφαση στην Αγωγή XXXXX/2004 έχει εφεσιβληθεί, η ακρόαση της οποίας εκκρεμεί και διότι η Εναγόμενη δεν έλαβε γνώση της παρούσας αγωγής μέσα σε εφτά μέρες από την έγερση της. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αναφερόμενη στην Έκθεση Απαίτησης απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/2004, εκδόθηκε ως αποτέλεσμα δόλου και απάτης του Ενάγοντα σε βάρος της Εναγόμενης, ενεργώντας από μόνος του ή σε συνεργασία με τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2, 3 και
- Η Εναγόμενη παραθέτει, στη συνέχεια, λεπτομέρειες δόλου και απάτης του Ενάγοντα - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 1, ως επίσης της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 και των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων 3 και 4 ενεργώντας προσωπικά και εκ μέρους της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης
- Η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα στην Έκθεση Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι είχε συμβόλαιο ευθύνης εργοδότη με την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 (και Εναγόμενη στην Αγωγή XXXXX/2004) με μέγιστο ποσό κάλυψης €85.430,07 (Λ.Κ.50.000) καλύπτοντας μόνο τους εργοδοτούμενους της εταιρείας αυτής. Αποτελεί θέση της Εναγομένης ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2 κατά το χρόνο του δυστυχήματος και άρα δεν καλύπτετο η απαίτηση του. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με την Εναγομένη, ο Ενάγοντας εργοδοτείτο από κάποιο τρίτο πρόσωπο (χ. Στεφανίδη) υπεργολάβο της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2, ο οποίος είχε τον έλεγχο των εργασιών του Ενάγοντα και τις ώρες εργασίας του, κατείχε το χώρο που εργαζόταν, τον πλήρωνε, παρείχε τον εξοπλισμό και ήταν ο εργοδότης του. Η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2, ως γενικοί εργολάβοι του έργου, είχε παραδώσει τον έλεγχο του χώρου, όπου έγινε το δυστύχημα, στον ως άνω υπεργολάβο της. Ο Ενάγοντας στην Αγωγή XXXXX/2004 μαρτύρησε ψευδώς ότι ήταν εργοδοτούμενος της Εναγομένης στην εν λόγω αγωγή και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 στην παρούσα και πέτυχε την έκδοση της απόφασης, ως αποτέλεσμα απάτης. Η Εναγόμενη αρνείται ότι κλήθηκε από τον δικηγόρο του Ενάγοντα να υπερασπιστεί την Εναγόμενη στην Αγωγή XXXXX/2004 και ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση γι' αυτή μέσα σε εφτά μέρες από την έγερση της αγωγής, ούτε κλήθηκε ποτέ από τον Ενάγοντα να την υπερασπιστεί. Παραδέχεται ότι αρχικά συμμετείχε στην υπεράσπιση της Αγωγής XXXXX/2004, πάντα όμως άνευ βλάβης της θέσης της ότι δεν κάλυπτε την περίπτωση, γεγονός που γνωστοποιήθηκε τόσο στον Ενάγοντα όσο και στην Εναγόμενη Εταιρεία-Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 21.5.
- Αργότερα και αφού ξεκαθάρισε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της Εναγομένης στην Αγωγή XXXXX/2004 - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2, μάλιστα με σχετική ένορκη δήλωση του Διευθυντή της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 4, οι δικηγόροι της Εναγόμενης αποχώρησαν από την υπόθεση την οποία χειρίστηκε αποκλειστικά δικηγόρος της Εναγομένης στην Αγωγή XXXXX/2004 - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 («ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ»). Αποτελεί επίσης θέση της Εναγόμενης ότι το εύρημα του Δικαστηρίου στην Αγωγή XXXXX/2004 (ότι ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ) είναι λανθασμένο και εν πάση περιπτώσει δεν την δεσμεύει αφού δεν ήταν διάδικος στην εν λόγω αγωγή. Λόγω του ότι η απόφαση στην Αγωγή XXXXX/2004 έχει εφεσιβληθεί και η έφεση εκκρεμεί, στην απουσία τελικής απόφασης δεν υποχρεούται σε κάλυψη μέχρι το ποσό των €85.430,07, ακόμη και εάν ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος στην ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Η Εναγόμενη παραδέχεται τη λήψη της επιστολής ημερομηνίας 2.3.2012, η οποία απορρίφθηκε με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 15.3.2012, ενώ επιπλέον, ισχυρίζεται ότι ουδεμία ευθύνη πληρωμής έχει, για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Επαναλαμβάνει ότι ακόμη σε περίπτωση που έχει ευθύνη πληρωμής, κάτι που αρνείται, αυτή ανέρχεται σε €85.430,07 (Λ.Κ. 50.000), που ήταν το μέγιστο ποσό κάλυψης που είχε για εργοδοτούμενο της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ, βάση του συμβολαίου της με αυτή ή και βάση του νόμου. Η Εναγόμενη αρνείται την απαίτηση του Ενάγοντα και αιτείται την απόρριψη της Αγωγής, ενώ επαναλαμβάνοντας τους ως άνω ισχυρισμούς της περί δόλου και απάτης του Ενάγοντα, της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ και των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων 3 και 4, ανταπαιτεί εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων: «Α. Δήλωση Δικαστηρίου ότι η απόφαση στην αγωγή αρ. XXXXX/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου είναι άκυρη διότι λήφθηκε ως αποτέλεσμα δόλου και απάτης και/ή Διάταγμα Δικαστηρίου ακυρώνοντας την απόφαση στην αγωγή αρ. XXXXX/
- Β. Αποζημιώσεις. Γ. Δήλωση Δικαστηρίου ότι το εύρημα του Δικαστηρίου στην αγωγή αρ. XXXXX/2004 ότι ο ενάγοντας ήτο εργοδοτούμενος της εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένης 2 είναι άκυρο και χωρίς οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα αφού λήφθηκε ως αποτέλεσμα του δόλου και απάτης του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένου 1 και/ή των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων 2, 3 και 4 και/ή διάταγμα ακυρώνοντας το ως άνω εύρημα. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε διατάξει. Ε. Έξοδα και Φ.Π.Α.». Ο Ενάγοντας στην Απάντηση και Υπεράσπιση του στην Ανταπαίτηση, απορρίπτει τις προδικαστικές ενστάσεις της Εναγομένης - εξ Ανταπαιτήσεως Eνάγουσας, αρνείται τους ισχυρισμούς της στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του στην ΄Έκθεση Απαίτησης. Ο Ενάγοντας προβάλλει σε σχέση με τις ισχυριζόμενες λεπτομέρειες δόλου από την πλευρά της Εναγόμενης ότι η απόφαση στην Αγωγή XXXXX/04 εξεδόθη κατόπιν κατ' αντιμωλία δίκης όπου οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν απορριφθεί ως αναξιόπιστοι και μη ανταποκρινόμενοι στην πραγματικότητα. Ο Ενάγοντας προβάλλει επίσης ότι η Εναγόμενη κωλύεται εκ του Νόμου και των παραδοχών της να αρνείται ότι η εκδοθείσα απόφαση στην Αγωγή XXXXX/04 απαιτείται να καλύπτεται από τον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμο, ότι καλύπτεται από το αναφερόμενο συμβόλαιο ή ότι η Εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει τα επιδικασθέντα στην απόφαση ποσά στον Ενάγοντα. Προβάλλει ακόμα σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης ότι το εύρημα του Δικαστηρίου στην Αγωγή XXXXX/04 (ότι ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ) είναι λανθασμένο και δεν την δεσμεύει αλλά και τους ισχυρισμούς της περί δόλου και απάτης, ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην Αγωγή XXXXX/04 είναι δεσμευτική, η Εναγόμενη κλήθηκε νομότυπα και μετείχε διά των δικηγόρων της στη διαδικασία της αγωγής XXXXX/04, ότι η ανάληψη υπεράσπισης διαδίκου δεν δύναται να γίνει άνευ βλάβης και ότι η υπεράσπιση αυτή, εν πάση περιπτώσει εγέρθηκε (ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ) και απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη. Περαιτέρω αρνείται την ανταπαίτηση της Εναγόμενης ζητώντας την απόρριψη της. Οι εξ Ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2, 3, και 4 στην Υπεράσπιση τους στην Ανταπαίτηση της Eναγομένης αρνούνται την ισχυριζόμενη, από την Eναγομένη - Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα, συνεργασία με τον Ενάγοντα - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 1 ως επίσης ότι συνέβαλαν στην έκδοση της επίδικης απόφασης με δόλο και απάτη αλλά και τις αναφερόμενες λεπτομέρειες δόλου και απάτης. Περαιτέρω αρνούνται την ανταπαίτηση της Εναγομένης - Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας. Κατά την ακροαματική διαδικασία η πλευρά του Ενάγοντα παρουσίασε ένα μάρτυρα, τον χχχχχχχχ Αλεξάνδρου (ΜΕ), η πλευρά της Εναγομένης έξι μάρτυρες, τον χχχχχχ Γιωργαλλίδη (ΜΥ1), την χχχχχχχχχ Παπέττα (ΜΥ2), την XXXXX Αργυρίδη (ΜΥ3), τον χχχχ Γεωργιάδη (ΜΥ4), τον χχχχχχχ Πολυδώρου (ΜΥ5) και τον χχχχχ Λαρδή (ΜΥ6) ενώ η πλευρά των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2, 3 και 4 τον χχχχχχχχχ Παναγιώτου (ΜΥΕΑΕ - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 4). Ο ΜΕ ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι δικηγόρος στο επάγγελμα και ότι ήταν ο δικηγόρος του Ενάγοντα στην Αγωγή XXXXX/04 Ε.Δ. Πάφου ως επίσης γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά. Ανέφερε ότι ο Ενάγοντας είναι κάτοικος Πάφου και ότι τώρα κατοικεί στη χώρα καταγωγής του τη Ρωσία. Ο ΜΕ ανέφερε στη συνέχεια ότι κατά την 29.2.2012, στα πλαίσια της Αγωγής αρ. XXXXX/04 του Ε.Δ. Πάφου εξεδόθη απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εργοληπτικής Εταιρείας Αμφιάραος Λτδ («η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ»), για το ποσό των €180.012,00 πλέον τόκο προς 8% από την 5.7.2004 μέχρι την 14.10.2008 πλέον τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης, πλέον το ποσό των €2.693,25 ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από την 5.7.2004 μέχρι την 14.10 2008 πλέον τόκο 5,5% από την 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα €21.017,55 πλέον τόκο προς 8% από την 5.7.2004 μέχρι την 14.10.2008 πλέον τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των €202,00 (αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου και αντίγραφο της συνταχθείσας απόφασης - Τεκμήρια 1Α και 1Β αντίστοιχα). Σύμφωνα με τον ΜΕ η Εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο (αυτό που αναφέρεται στην απόφαση), δηλαδή την 5.7.2002 παρείχε ασφαλιστική κάλυψη δυνάμει του νόμου στον Ενάγοντα, ο οποίος εργοδοτείτο στην ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ, η οποία ήταν συμβλημένη με ασφαλιστική κάλυψη των εργοδοτουμένων της με την Εναγομένη στη παρούσα αγωγή (αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων της Εναγομένης Ανδρέας Κ. Χ' Ιωάννου & Υιοί, προς τους χχχχχχχχχ Αλεξάνδρου και την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ημερ. 21.5.2004 - Τεκμήριο 2). Σύμφωνα επίσης με τον ΜΕ η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου, αφορά ευθύνη η οποία απαιτείται να καλύπτεται από τον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμο και καλύπτεται από το πιο πάνω αναφερόμενο συμβόλαιο και η Εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά στον Ενάγοντα. Η Εναγόμενη κλήθηκε από τον δικηγόρο του Ενάγοντα και μετείχε (εκπροσωπείτο διά δικηγόρων - αντίγραφο σημειώματος εμφανίσεως στην Αγωγή XXXXX/04 - Τεκμήριο 3) στην Αγωγή XXXXX/2004 Ε.Δ. Πάφου, από την οποία αποσύρθηκε στη συνέχεια για το λόγο, όπως ισχυρίστηκε, ότι η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ δεν εργοδοτούσε τον Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο (αντίγραφα επιστολών των δικηγόρων Ανδρέας Κ. Χ' Ιωάννου & Σία προς τον δικηγόρο χχχχχχχχχ χχχ Αλεξάνδρου ημερ. 15.3.12 και των δικηγόρων Α. Κ. Χ' Ιωάννου & Υιοί και Χάρης Καλογήρου & Σία ΔΕΠΕ προς τους δικηγόρους XXXXX Βασιλειάδη και XXXXX Αλεξάνδρου ημερ. 19.11.2008) -Τεκμήριο 5). Το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, συνέχισε ο ΜΕ, με την πιο πάνω απόφαση του στην Αγωγή XXXXX/2004 κατέληξε σε εύρημα ότι η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ εργοδοτούσε τον Ενάγοντα και την καταδίκασε στην καταβολή των αναφερόμενων στην απόφαση ποσών, για τα οποία ευθύνεται και υποχρεούται να καταβάλει η Εναγόμενη. Ο Ενάγοντας με συστημένη επιστολή του, ημερομηνίας 2.3.12 (Τεκμήριο 4), ζήτησε από την Εναγόμενη όπως πληρώσει τα ποσά που αναφέρονται στην πιο πάνω απόφαση, αλλά η Εναγόμενη με την επιστολή των δικηγόρων της 15.3.12 (Τεκμήριο 5), αρνήθηκε και παραλείπει μέχρι σήμερα να πληρώσει τα αναφερόμενα ποσά. Αποτελεί θέση του ΜΕ ότι η Εναγόμενη δεν έχει καμία υπεράσπιση στην εν λόγω αγωγή αφού όλα τα επίδικα θέματα αποφασίστηκαν στην Αγωγή XXXXX/04 και όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 2 και 4, ο λόγος που δεν καταβάλλει τα οφειλόμενα ποσά είναι γιατί εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ δεν εργοδοτούσε τον Ενάγοντα, ισχυρισμός ο οποίος απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, παραπέμποντας στην παράγραφο 27 της απόφασης (Τεκμήριο 1Α) και ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ κατά τον ουσιώδη χρόνο (σελ.23-25 του Τεκμηρίου 1Α). Παραπέμπει επίσης στα Τεκμήρια 6-9 που κατέθεσε όπου σύμφωνα με τον ίδιο φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σύμφωνα ακόμη με τον ΜΕ, εναντίον της πιο πάνω απόφασης η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ καταχώρησε την Πολιτική Έφεση 173/12 στην οποία όμως το Ανώτατο Δικαστήριο την 28.9.18 επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Τέλος, ο ΜΕ ανέφερε ότι η Αγωγή XXXXX/04 καταχωρήθηκε την 22.4.2004 και το γνωστοποίησε στην Εναγόμενη την 23.4.2004 με συστημένο ταχυδρομείο (επιστολή μαζί με απόδειξη κατάθεσης συστημένου - Τεκμήριο 10) και ότι μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 10 η Εναγόμενη του απάντησε μέσω τηλεμηνύματος ημερ. 4.5.2004 (Τεκμήριο 11) με την οποία τον πληροφορούσε για το δικηγορικό γραφείο που θα χειριζόταν την απαίτηση και ότι θα μπορούσε να επικοινωνεί μαζί του. Πρόσθεσε ότι υπάρχει και άλλη σχετική αλληλογραφία. (Οι δικηγόροι όλων των μερών δήλωσαν στο Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός ότι η Αγωγή XXXXX/04 Ε.Δ. Πάφου καταχωρήθηκε την 22.4.2004). Αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο της Εναγόμενης, ο ΜΕ δέχθηκε ότι η Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή δεν ήταν διάδικο μέρος στην Αγωγή XXXXX/
- Η Εναγόμενη όμως ήταν ενδιαφερόμενο μέρος ως η ασφαλιστική εταιρεία της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ η οποία εκπροσωπείτο στην αγωγή από δύο δικηγόρους, ο ένας εκ των οποίων είχε διοριστεί από την Εναγόμενη και ο οποίος αποσύρθηκε σε κάποιο στάδιο για το λόγο, ως ισχυρίστηκε, ότι ο Ενάγοντας δεν εργοδοτείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Επέμενε ότι ο Ενάγοντας εργοδοτείτο από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ κατά τον ουσιώδη χρόνο προσθέτοντας ότι το θέμα αυτό αποφασίστηκε από το Δικαστήριο στην αγωγή XXXXX/
- Κατά την αντεξέταση του από το δικηγόρο των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων 2, 3 και 4 ο ΜΕ ανέφερε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ εκπροσωπείτο από δικηγόρο. O MY1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι διευθυντής της Εναγόμενης. Ο ΜΥ1 επανέλαβε κατά τη μαρτυρία του τις ως άνω προδικαστικές ενστάσεις, αλλά και το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγόμενης, όπως τον ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι η απόφαση στην Αγωγή XXXXX/04 εκδόθηκε ως αποτέλεσμα δόλου και απάτης του Ενάγοντα σε βάρος της Εναγόμενης, ενεργώντας από μόνος του ή από κοινού σε συνεργασία με την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2) και τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 3 και 4 - διευθυντές της. Δηλαδή ότι ο Ενάγοντας - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 1, παρέστηκε και μαρτύρησε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εργοδοτούμενος του υπεργολάβου της χχ Στεφανίδη. Περαιτέρω η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ και οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 3 και 4 απέστειλαν έντυπο γνωστοποίησης ατυχήματος στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (Τεκμήριο 12) ενώ το ίδιο ανέφεραν και στο Γραφείο Εργασίας. Επιπλέον, υπέβαλαν αίτημα για κάλυψη από την Εναγόμενη για το επίδικο ατύχημα αναφέροντας και πάλι ότι ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος τους ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Γι' όλα αυτά ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 4 μαρτύρησε στην Αγωγή XXXXX/04 με αποτέλεσμα η ορθή τότε θέση του ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοτούμενος της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2 να μη γίνει δεκτή. Ο ΜΥ1 ανέφερε στη συνέχεια ότι η Εναγόμενη είχε συμβόλαιο ευθύνης εργοδότη με την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ με μέγιστο ποσό κάλυψης €85.430,07 (Λ.Κ. 50.000) καλύπτοντας μόνο τους εργοδοτούμενους της Εταιρείας αυτής και όχι τον Ενάγοντα που δεν ήταν εργοδοτούμενος της. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας εργοδοτείτο από τον ως άνω χχ Στεφανίδη, υπεργολάβο της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ, ο οποίος είχε τον έλεγχο των εργασιών του Ενάγοντα και τις ώρες εργασίας του, κατείχε το χώρο όπου εργαζόταν, τον πλήρωνε, παρείχε τον εξοπλισμό και γενικά ήταν αυτός ο εργοδότης του. Η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ως Γενικοί Εργολάβοι του έργου, είχε παραδώσει τον έλεγχο του χώρου, όπου έγινε το ατύχημα, στον ως άνω υπεργολάβο της. Ο Ενάγοντας στην Αγωγή XXXXX/04 μαρτύρησε ότι ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ψευδώς και πέτυχε την έκδοση της απόφασης, ως αποτέλεσμα απάτης. Ο ΜΥ1 ανέφερε ακόμα ότι η Εναγόμενη παραδέχεται ότι αρχικά συμμετείχε στην υπεράσπιση της Αγωγής XXXXX/04, πάντα όμως άνευ βλάβης της θέσης της ότι δεν κάλυπτε την περίπτωση, γεγονός που γνωστοποιήθηκε τόσο στον Ενάγοντα όσο και στην ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 21.5.2004 (Τεκμήριο 13). Αργότερα και αφού ξεκαθάρισε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (ένορκη δήλωση του διευθυντή της - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 4 - Τεκμήριο 14) οι δικηγόροι της Εναγόμενης αποχώρησαν από την υπόθεση, την οποία χειρίστηκε αποκλειστικά δικηγόρος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (επιστολή ημερ.19/11/2008 - Τεκμήριο 15). Ο ΜΥ1 ανέφερε επίσης ότι το εύρημα του Δικαστηρίου στην Αγωγή XXXXX/04 είναι λανθασμένο και εν πάση περιπτώσει δεν δεσμεύει την Εναγόμενη, αφού δεν ήταν διάδικος στην Αγωγή XXXXX/04, επαναλαμβάνοντας ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ και τους ισχυρισμούς του περί δόλου και απάτης. Παραδέχεται εκ μέρους της Εναγόμενης τη λήψη της επιστολής, ημερ. 2.3.2012, η οποία απορρίφθηκε με επιστολή του δικηγόρου της Εναγόμενης ημερ. 15.3.2012 (Τεκμήριο 16) και επανέλαβε ότι η Εναγόμενη ουδεμία ευθύνη πληρωμής είχε. Εν πάση περιπτώσει, συνέχισε, ακόμη και αν είχε ευθύνη πληρωμής η Εναγόμενη, αυτή η ευθύνη θα ήταν για €85.430,07 (Λ.Κ.50.000) που ήταν το μέγιστο ποσοστό κάλυψης που είχε για εργοδοτούμενο της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ, βάση του συμβολαίου της με αυτή ή και βάση του νόμου και ότι αυτό είναι το ποσό που θα υποχρεούται να πληρώσει, ακόμη και εάν ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος της Εναγόμενης
- Ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία και επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς του περί δόλου και απάτης εκ μέρους του Ενάγοντα-Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 1 από μόνος του ή με τη συνεργασία των Εξ Ανταπαιτήσεως-Εναγομένων 2 (ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ), 3 και 4, ζήτησε την έκδοση απόφασης ως η Ανταπαίτηση της Εναγομένης. Ο δόλος τους πρόσθεσε φαίνεται από το γεγονός ότι ουδεμία προσπάθεια έκανε ο ενάγοντας να εισπράξει το ποσό της απόφασης στην αγωγή XXXXX/04 από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Αναφερόμενος στο ασφαλιστικό συμβόλαιο μεταξύ της Εναγόμενης και της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ο ΜΥ1 ανέφερε ότι αυτό ανανεωνόταν κάθε χρόνο με τους ίδιους όρους όσον αφορά το όριο κάλυψης με σχετική ειδοποίηση (renewal notice) και έτσι ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Κατέθεσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο (Τεκμήριο 17Α), τον πίνακα του συμβολαίου (Τεκμήριο 17Β) και την Πρόταση Ασφάλισης Ευθύνης Εργοδότη (Τεκμήριο 17Γ). Συμπλήρωσε ότι το όριο ευθύνης ήταν Λ.Κ.50.000 ανά άτομο, ανά απαίτηση κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Η Εναγόμενη έλαβε γνώση για πρώτη φορά του δυστυχήματος την 31.12.2002 με έντυπο απαίτησης που στάληκε από τον αντιπρόσωπο της και που αναφέρεται ως ημερομηνία δυστυχήματος «Οκτώβριος;» (Τεκμήριο 18). Μόλις η Εναγόμενη έλαβε το έντυπο απαίτησης επικοινώνησε με τον αντιπρόσωπο της στην Πάφο (Naso Eliadou Insurance Ltd) και η ενημέρωση που είχαν ήταν ότι το δυστύχημα έγινε περί τον Οκτώβριο-Νοέμβριο
- Η Εναγόμενη, στη συνέχεια, με επιστολή της 24.2.2003 προς την AΜΦΙΑΡΑΟΣ (Τεκμήριο 19), ζήτησε συγκεκριμένα στοιχεία για το ατύχημα. Τελικά η Εναγόμενη έλαβε απάντηση από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ κατά την 13.1.2004 (Τεκμήριο 20). Η Εναγόμενη είχε αμφιβολίες για τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και κατά πόσο ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος στην ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ή σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Τελικά, μέσω κάποιου συνεργάτη της (ΜΥ6) η Εναγόμενη έμαθε ότι ο Ενάγοντας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργοδοτείτο στην εταιρεία Κουρσάρος & Μαραθεύτης. Ανέφερε τέλος ότι πιστεύει ότι ο δικηγόρος του Ενάγοντα δεν έχει οδηγίες από αυτόν, ο οποίος πιθανόν να μην ζει αφού δεν παρουσιάστηκε στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση που καταχωρήθηκε στην παρούσα αγωγή, δεν υπέγραψε διοριστήριο και δεν φαίνεται οποιαδήποτε διεύθυνση του στη Ρωσία στο τίτλο της αγωγής. Αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο του Ενάγοντα, ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι γνωρίζει την τελική απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/04, ότι το Δικαστήριο κατάληξε σε εύρημα ότι ο ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ως επίσης ότι η απόφαση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Δέχθηκε ότι η Εναγόμενη έλαβε την επιστολή, (Τεκμήριο 4), από τον δικηγόρο του Ενάγοντα, με την οποία της ζητείτο να καταβάλει το ποσό της απόφασης και ότι η Εναγόμενη απάντησε με επιστολή μέσω του δικηγόρου της (Τεκμήριο 5). Παραδέχθηκε ότι επιδόθηκε στην Εναγόμενη η αγωγή εντός 7 ημερών από την καταχώρηση της και συμπλήρωσε ότι η σχετική προδικαστική ένσταση στο δικόγραφο της Eναγομένης δεν θα έπρεπε να εγερθεί, ότι η εκδοθείσα απόφαση δεν είχε ανασταλεί λόγω της έφεσης και ότι δεν ακυρώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο το ασφαλιστήριο. Ο ΜΥ1 ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει πότε ενημερώθηκε ο αντιπρόσωπος της Εναγόμενης στην Πάφο για το ατύχημα. Ανέφερε ακόμα ότι ο ίδιος δεν έχει πειστεί ότι ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Ανέφερε τέλος σε σχέση με τη μαρτυρία του Εναγόμενου εξ ανταπαιτήσεως 4 (ΜΥΕΑΕ) στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/04 (η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο) τα εξής: «Εγώ λέω ότι ο κύριος Παναγιώτου ήταν ειλικρινής». Αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 (ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ), 3 και 4, ο ΜΥ1 επανέλαβε ότι πιστεύει ότι ο ΜΥΕΑΕ ήταν ειλικρινής κατά τη μαρτυρία του στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/04 ως επίσης ότι τα όσα ανέφερε συνηγορούσαν με τις θέσεις της Εναγομένης, ότι δηλαδή ο ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Ο ΜΥ1 ρωτήθηκε κατά πόσο αυτή η δήλωση του έρχεται σε αντίθεση με τη δήλωση του στην κυρίως εξέταση περί δόλου και απάτης εκ μέρους του Ενάγοντα είτε ενεργώντας από μόνος του είτε από κοινού με τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2 (ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ), 3 και 4, και ο ΜΥ1 απάντησε ότι η Εναγόμενη θεώρησε ότι είχαν συμμετοχή όλοι οι πιο πάνω στον ισχυριζόμενο δόλο και απάτη. Ζητήθηκε από τον ΜΥ1 να ερμηνεύσει το γεγονός ότι η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ καταχώρισε έφεση σε σχέση με την απόφαση που εκδόθηκε στην Αγωγή XXXXX/04 και απάντησε ότι ήταν δικονομικό της δικαίωμα. Ρωτήθηκε με ποιο τρόπο οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2, 3, και 4 ενήργησαν δόλια και απάντησε ότι έχει εξηγήσει προηγουμένως. Ο ΜΥ1 ανέφερε ακόμη ότι δεν συμφωνεί με την πρωτόδικη απόφαση και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ανέφερε τέλος ότι, εξ όσων γνωρίζει, ο Ενάγοντας δεν προσπάθησε να εισπράξει το ποσό της απόφασης από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Η ΜΥ2, Λειτουργός στο Τμήμα Απαιτήσεων της Εναγομένης, ανέφερε ότι η Εναγόμενη 1 ενημερώθηκε για το εργατικό ατύχημα μέσω επιστολής της αντιπροσώπου της (Naso Eliadou Incurance Ltd)) ημερ. 20.1.2003 (Τεκμήριο 21Α). Η επιστολή συνοδεύετο από Έντυπο Απαιτήσεως Ευθύνης Εργοδότου, ημερ. 31.12.2002 (Τεκμήριο 21Β). Η ΜΥ2 αναφέρθηκε στη συνέχεια στη διαδικασία που ακολουθείται στο Τμήμα Απαιτήσεων σε τέτοιες περιπτώσεις. Πρόσθεσε ότι στο συμβόλαιο ευθύνης εργοδότη υπάρχει όρος ότι σε περίπτωση οποιουδήποτε περιστατικού το οποίο μπορεί να προκαλέσει αξίωση αποζημίωσης, ο ασφαλισμένος οφείλει να ειδοποιεί σχετικά την Εναγόμενη το ταχύτερο δυνατό δίνοντας πλήρη στοιχεία. Στη συγκεκριμένη απαίτηση η Εναγόμενη έλαβε ειδοποίηση 6 μήνες μετά το συμβάν. Πέραν των πιο πάνω, πρόσθεσε, η Εναγόμενη στις 24.2.2003 (Τεκμήριο 22Α) απευθύνθηκε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην Πάφο, για να εξασφαλίσει στοιχεία για το εργατικό ατύχημα καθώς επίσης και στην ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ για να της δώσει περισσότερα στοιχεία για τον εργοδοτούμενο της (Τεκμήριο 23). Την 17.3.2003 η Εναγόμενη έλαβε απάντηση από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 22Β) ότι ο Ενάγοντας δεν έλαβε οποιοδήποτε επίδομα από το τμήμα τους για το ατύχημα, ούτε και είχε δηλωθεί η εργοδότηση του για σκοπούς πληρωμής εισφορών. Η Εναγόμενη έλαβε απάντηση και από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ την 13.1.2004 (Τεκμήριο 20) με την οποία την ενημέρωνε ότι η ακριβής ημερομηνία του ατυχήματος ήταν η 5.7.2002 και ότι ο τραυματίας είχε προσληφθεί δυο μέρες πριν το ατύχημα και δεν είχε προλάβει να τον δηλώσει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Την επιστολή υπέγραφε ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3, διευθυντής της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Η ΜΥ2 ανέφερε ακόμα ότι το συμβόλαιο της Εναγόμενης με την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ήταν Declaration Policy, δηλαδή στην υποβολή πρότασης από τον πελάτη δηλώνεται ο αριθμός των εργοδοτουμένων και στην ανανέωση δηλώνεται ονομαστικά οποιοδήποτε επιπρόσθετο προσωπικό ή αλλαγές στη δομή της Εταιρείας καθώς επίσης αντίγραφο των εισφορών της εταιρείας στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις με αναλυτικά στοιχεία όλου του προσωπικού. Αυτό όμως δεν έγινε σε καμία ανανέωση και επιβεβαιώνεται από την απάντηση που έλαβε η Εναγόμενη από το Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου (Τεκμήριο 22Β). Περαιτέρω, η πρόταση ασφάλισης υποβλήθηκε στην Εναγόμενη στις 19.11.1997 και από τότε η Εναγόμενη δεν είχε ενημερωθεί για οποιαδήποτε αλλαγή στο προσωπικό της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ είτε σε αριθμό ατόμων είτε από μισθολογικής άποψης. Ο Ενάγοντας ουδέποτε φαίνεται στις μηνιαίες αποδοχές των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Οι ανανεώσεις από το 1998 μέχρι το 2011 είχαν το ίδιο ποσό ασφαλείας και το ίδιο ασφάλιστρο, χωρίς οποιαδήποτε αλλαγή. Από τις έρευνες της Εναγόμενης διαπιστώθηκε ότι είχε δοθεί στον Ενάγοντα άδεια εισόδου στην Κύπρο για άδεια εργασίας απεριορίστου χρόνου την 22.6.2000 από το Τμήμα Μετανάστευσης ως εργοδοτούμενος της Εταιρείας Κουρσάρος & Μαραθεύτης στην Πάφο. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του 2002 ο Ενάγοντας δεν είχε δικαίωμα να αλλάξει εργοδότη, χωρίς την έγκριση του Λειτουργού Μετανάστευσης και ως εκ τούτου παράνομα και αντικανονικά εργοδοτήθηκε (εάν φυσικά εργοδοτήθηκε) από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (Τεκμήριο 25). Τέλος, η ΜΥ2 ανέφερε ότι σε συζήτηση που είχε ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 4 (ΜΥΕΑΕ), Διευθυντής της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ, την 4.6.2008 με συνεργάτη της Εναγομένης (ΜΥ6) ( σχετικό σημείωμα - Τεκμήριο 24), είχε αναθεωρήσει την αρχική του δήλωση ότι η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ είχε εργοδοτήσει τον Ενάγοντα και υπέγραψε σχετική ένορκη δήλωση και ως εκ τούτου η Εναγόμενη αποσύρθηκε εντελώς από την υπόθεση. Συμπλήρωσε, ότι ουδέποτε η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ζήτησε από την Εναγόμενη να πληρώσει το ποσό της κάλυψης, δηλαδή Λ.Κ.50.000 (που ήταν το ύψος της κάλυψης) και ουδέποτε ο Ενάγοντας της ζήτησε να την πληρώσει, ούτε έλαβε εναντίον της μέτρα εκτέλεσης για το σκοπό αυτό, παρόλο, που σύμφωνα με την πληροφόρηση της, η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ήταν κάτοχος ακίνητης περιουσίας. Διατύπωσε και αυτή την άποψη ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην Αγωγή XXXXX/04 λήφθηκε διά δόλου και ότι θα πρέπει να ακυρωθεί παρασύροντας και το αποτέλεσμα της έφεσης (ECLI:CY:AD:2018:C357, Πολ. Εφ. 172/2012 ημερ. 28.9.2018). Αντεξεταζόμενη από το δικηγόρο του Ενάγοντα η ΜΥ2 ανέφερε ότι ο δικηγόρος του Ενάγοντα αποτάθηκε στην Εναγομένη μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης για καταβολή του επιδικασθέντος ποσού, όμως η Εναγόμενη με τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της δεν θεωρούσε ότι ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Αντεξεταζόμενη από το δικηγόρο των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 2 (ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ), 3 και 4, δέχθηκε ότι η Εναγόμενη αποκρυστάλλωσε την άποψη ότι ο Ενάγοντας δεν εργοδοτείτο από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ το 2008 όταν έλαβε το σημείωμα (Τεκμήριο 24). Ερωτώμενη γιατί η Εναγόμενη διόρισε δικηγόρο στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/04 η ΜΥ2 ανέφερε ότι αυτό έγινε γιατί η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ήταν ασφαλισμένη στην Εναγόμενη και η ίδια ήθελε να παρακολουθεί την υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι η Eναγομένη βάσει του ασφαλιστικού συμβολαίου παρείχε κάλυψη μέχρι Λ.Κ.50.
- Δέχθηκε ότι ο δικηγόρος της στην εν λόγω υπόθεση καταχώρησε υπεράσπιση και εμφανιζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα μαζί με το δικηγόρο που διόρισε η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Επανέλαβε ότι μετά την έκδοση της απόφασης η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ δεν αποτάθηκε στην Εναγομένη για κάλυψη ενώ ο φάκελος της υπόθεσης έφυγε από κοντά της και κατείχετο από τους δικηγόρους της Εναγόμενης. Η ΜΥ3 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατά το έτος 2002 ήταν το αρμόδιο άτομο που παραλάμβανε την αλληλογραφία και τα εισερχόμενα στην Εναγόμενη. Ανάμεσα στα καθήκοντα της ήταν και η παρακολούθηση των αντασφαλιστικών συμβάσεων και η εναρμόνιση τους με την Ασφαλιστική Νομοθεσία κατά την ανανέωση τους κάθε χρόνο. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, συνέχισε, γνωρίζει ότι για το έτος 2002 το ελάχιστο ποσό αποζημίωσης, βάση του Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμου, ήταν Λ.Κ.50.000 και όλα τα Συμβόλαια Ευθύνης Εργοδότη που εκδίδονταν ή ανανεώνονταν είχαν αυτό τον περιορισμό. Η ΜΥ3 δεν αντεξετάστηκε από το δικηγόρο του Ενάγοντα ενώ αντεξεταζόμενη από το δικηγόρο των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 (ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ), 3 και 4, ανέφερε ότι κατά το έτος 2002 δεν γνώριζε κατά πόσο η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ήταν ασφαλιζόμενη της Εναγομένης. Ο ΜΥ4 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι ο Οικονομικός Διευθυντής/Λογιστής της Εναγομένης εδώ και 35 χρόνια. Ο ΜΥ4 ανέφερε στη συνέχεια ότι σε σχέση με το Ασφαλιστήριο Ευθύνης Εργοδότη Aρ. XXXXX0481, Εργοληπτική Εταιρεία ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ Λτδ, έχει ελέγξει τους λογαριασμούς της Εναγομένης και ότι διαβεβαιώνει ότι από την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης ημερ. 12.11.1997, καμία αλλαγή ή δήλωση έχει γίνει στο εργοδοτούμενο προσωπικό από τη μέρα έναρξης και καθ' όλη τη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης μέχρι την 11.11.
- Παράλληλα, ο ίδιος υπό την πιο πάνω ιδιότητα του, υποβάλλει κάθε μήνα όσον αφορά την Εναγόμενη ασφαλιστικές αποδοχές του προσωπικού στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ο ΜΥ4 ανέφερε επίσης ότι η Εναγόμενη αποτάθηκε την 28.1.2003 στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην Πάφο για να εξασφαλίσει στοιχεία για το εργατικό ατύχημα. Την 17.3.2003 η Εναγόμενη πήρε απάντηση ότι ο τραυματίας (Ενάγοντας) δεν έλαβε οποιοδήποτε επίδομα από το εν λόγω Τμήμα ούτε και είχε δηλωθεί η εργοδότηση του για σκοπούς εισφορών. Ο ΜΥ4 ανέφερε ακόμα ότι μέσα στα καθήκοντα της εργασίας του ήταν η παρακολούθηση όλων των αντασφαλιστικών συμβάσεων και η εναρμόνιση τους με την Ασφαλιστική Νομοθεσία κατά την ανανέωση τους κάθε χρόνο. Μέσα στο πλαίσιο αυτό γνωρίζει ότι για το έτος 2002 το ελάχιστο ποσό αποζημίωσης βάση του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμου ήταν Λ.Κ.50.000 ανά άτομο, ανά περιστατικό, συμπεριλαμβανομένων όλων των εξόδων και όλα τα Συμβόλαια Ευθύνης Εργοδότη που εκδίδονταν ή ανανεώνονταν είχαν αυτό τον περιορισμό. Αυτό ίσχυε και όσον αφορά την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο του Ενάγοντα, ο ΜΥ4 ανέφερε ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο της Εναγομένης με την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (Τεκμήριο 17Β) δεν αναφέρει ονομαστικά κάθε υπάλληλο της εν λόγω εταιρείας αλλά αναφέρει αριθμό υπαλλήλων. Δέχθηκε επίσης ότι έχει υπόψη του τη δέσμη εγγράφων (Κατάσταση Αποδοχών Εργοδοτουμένων) - Τεκμήριο
- Τέλος, ανέφερε ότι έχει μεν υπόψη του την απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/04 όμως η Εναγόμενη δεν προχώρησε στην πληρωμή γιατί το νομικό της τμήμα είχε άλλη άποψη. Αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 (ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ) και 3,4, ο ΜΥ4 ανέφερε ότι από την έναρξη του ασφαλιστικού συμβολαίου της Εναγόμενης με την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ δεν έγινε οποιαδήποτε διαφοροποίηση, έστω αριθμητικά, των εργοδοτουμένων της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Όταν υπάρχει διαφοροποίηση, διαφοροποιείται και το ασφάλιστρο. Δεν υπήρχε η απαίτηση η οποιαδήποτε διαφοροποίηση στο προσωπικό να γίνεται ονομαστικά. Όταν γινόταν κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ενημερώνεται ο ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της Εναγόμενης στην Πάφο (NASO ELIADOU INSURANCE LTD). Δέχθηκε πάντως ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο της με την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ δεν ακυρώθηκε. Ο ΜΥ4 ανέφερε ότι σύμφωνα με την επιστολή του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου, ημερ. 17.3.2003 (Τεκμήριο 22Β) ο Ενάγοντας δεν έλαβε οποιοδήποτε επίδομα από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ενώ σύμφωνα με το Τεκμήριο 12, που φέρει ημερομηνία 9.8.2002, φαίνεται ότι ο Ενάγοντας υπέβαλε αίτηση για επίδομα σωματικής βλάβης στην ίδια Υπηρεσία. Υποβλήθηκε στον ΜΥ4 ότι γνωστοποιήθηκε το ατύχημα στην Εναγόμενη εκ μέρους της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ με την ενημέρωση του Ασφαλιστικού Υποαντιπροσώπου xxxxxx xxxxxxxx (Μαυρόσπυρος) ο οποίος ενημέρωσε την Εταιρεία Naso Eliadou Insurance Ltd και ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ο ΜΥ5 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι υπεύθυνος μηχανογράφησης της Εναγομένης εδώ και 30 χρόνια. Ο ΜΥ5 ανέφερε στη συνέχεια ότι σε σχέση με το ασφαλιστήριο ευθύνης εργοδότη αρ.20000481 ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ AΜΦΙΑΡΑΟΣ ΛΤΔ, έχει ελέγξει στο σκληρό δίσκο της Εναγομένης και διαβεβαιώνει ότι από την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης 12.11.1997 καμία αλλαγή ή δήλωση ή τροποποίηση έγινε στα δεδομένα, στα οποία είχαν καταχωρηθεί από την ημέρα έναρξης και καθ' όλη την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης μέχρι την 11.11.
- Περαιτέρω, καμία πρόσθεση ή αφαίρεση προσωπικού και καμία οπισθογράφηση (endorsement) δεν είχε καταχωρηθεί και καμία απολύτως αλλαγή δεν είχε γίνει στην κατάσταση προσωπικού. Ο ΜΥ5 ανέφερε επίσης ότι κάθε φορά που αλλάζει η νομοθεσία, αρμοδιότητα του είναι να καταχωρεί στο σύστημα τα νέα δεδομένα και τις αναπροσαρμογές στα ασφαλισμένα ποσά. Εξ όσων έχει ελέγξει στο σκληρό δίσκο σε σχέση με τις αντασφαλιστικές συμβάσεις για το 2002, το ελάχιστο ποσό αποζημίωσης με βάση τον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμο ήταν Λ.Κ.50.000 ανά άτομο, ανά περιστατικό, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων και όλα τα συμβόλαια ευθύνης εργοδότη που εκδίδονταν ή ανανεώνονταν είχαν αυτό τον περιορισμό. Αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο του Ενάγοντα ο ΜΥ5 ανέφερε ότι σε περίπτωση που υπήρχε οποιαδήποτε αυξομείωση του προσωπικού της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ έπρεπε να είχε γίνει οπισθογράφηση. Στο σύστημα καταγράφεται ο αριθμός υπαλλήλων, ο μισθός τους και το ασφάλιστρο. Διευκρίνισε βέβαια ότι εάν αντικαθίστατο ένας υπάλληλος από κάποιον άλλο, ο αριθμός που καταγραφόταν στο σύστημα παρέμενε ο ίδιος. Αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο των Εξ Ανταπαιτήσεων Εναγόμενων 2 (ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ), 3 και 4, ο ΜΥ5 ανέφερε ότι ο ίδιος είναι υπεύθυνος για το σύστημα όμως η ενημέρωση του συστήματος γινόταν από υπαλλήλους της εταιρείας και ότι ο ίδιος έλεγχε το τελικό αποτέλεσμα. Ο ΜΥ5 ανέφερε επίσης ότι από την πείρα του, γνωρίζει ότι είναι οι ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι που δίνουν τα στοιχεία στην Εναγόμενη για να καταχωρούνται στο σύστημα. Ο ίδιος δεν γνωρίζει την εταιρεία ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Δέχθηκε ότι το συμβόλαιο με την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν σε ισχύ. Ο ΜΥ6 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι ανεξάρτητος ερευνητής και ότι στα μέσα Μαϊου 2008 του ανατέθηκε από την Εναγόμενη να ερευνήσει τα γεγονότα του εργατικού ατυχήματος που αφορά η παρούσα αγωγή. Τότε προσπάθησε επανειλημμένως να επικοινωνήσει με τους ιδιοκτήτες της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ αλλά χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα, αφού όταν τους εντόπισε δεν ήθελαν να συνεργαστούν μαζί του για πληροφορίες. Στις 29.5.2008 μετέβηκε ο ίδιος στην Πάφο για να μιλήσει με τον Ενάγοντα αλλά παρά τις προσπάθειες του δεν κατάφερε να τον εντοπίσει. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τους διευθυντές της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ, Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 3 και 4, του ανέφεραν ότι ο Ενάγοντας έφυγε από την Κύπρο και δεν γνωρίζουν που πήγε. Την ίδια μέρα σκέφτηκε το Τμήμα Αλλοδαπών στην Πάφο και συνάντησε το Βοηθό Υπεύθυνο, ζητώντας να μάθει εάν ο Ενάγοντας είχε άδεια εργασίας στην Κύπρο. Η απάντηση που έλαβε ήταν ότι ο Ενάγοντας είχε άδεια εργασίας απεριορίστου χρόνου για να εργάζεται ως εργάτης στην Εργοληπτική Εταιρεία Κουρσάρος & Μαραθεύτης Λτδ. Εξ όσων γνωρίζει και απ' ότι πληροφορήθηκε από το Τμήμα Αλλοδαπών σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομοθεσία ο Ενάγοντας δεν δικαιούτο να αλλάξει εργοδότη χωρίς την έγκριση του Λειτουργού Μετανάστευσης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ6 επέμεινε στις θέσεις του, παραδεχόμενος επίσης ότι ετοίμασε δύο σημειώματα σε σχέση με τις ενέργειες του (Τεκμήρια 24 και 25) τα οποία απέστειλε στην Εναγόμενη. Η αναφορά του στο Τεκμήριο 25 ότι ο Ενάγοντας εργοδοτείτο παράνομα και αντικανονικά από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ προήλθε από τα όσα του είπε ο Βοηθός Υπεύθυνος του Τμήματος Αλλοδαπών. Δέχθηκε πάντως ότι ο ίδιος δεν είχε πλήρη εικόνα της όλης υπόθεσης και δεν γνώριζε ότι καταχωρήθηκε αγωγή σε σχέση με την υπόθεση αυτή ως επίσης ότι δεν έκανε έρευνα στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 4 (ΜΥΕΑΕ) ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι διευθυντής της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2) και αδελφός του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου
- Ο ΜΥΕΑΕ ανέφερε στο Δικαστήριο ότι αρνείται ότι ο ίδιος και οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν οποιαδήποτε συνεργασία με τον Ενάγοντα αναφορικά με την Αγωγή XXXXX/04 ή ότι είχαν συμβολή στην έκδοση της επίδικης απόφασης με δόλο ή απάτη. Ο ΜΥΕΑΕ προέβηκε σε κάποιες νομικές τοποθετήσεις (ότι δεν μπορεί η απόφαση στην Αγωγή XXXXX/04 να ακυρωθεί με την παρούσα αγωγή, ότι δεν μπορεί το παρόν Δικαστήριο να προβεί σε εύρημα αντίθετο με το εύρημα του Δικαστηρίου στην Αγωγή XXXXX/04, ότι το ορθό νομικό διάβημα για ακύρωση της απόφασης στην Αγωγή XXXXX/04 ήταν η καταχώρηση έφεσης, πράγμα το οποίο έγινε με την καταχώρηση της έφεσης 173/12 και ότι η απόφαση στην εν λόγω έφεση επικύρωσε το αποτέλεσμα της Αγωγής XXXXX/04), οι οποίες θα εξεταστούν από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο. Ο ΜΥΕΑΕ ανέφερε επίσης ότι αν υπήρχε οποιαδήποτε συνεργασία με τον Ενάγοντα ή δόλος εκ μέρους των Εξ Ανταπαιτήσως Εναγομένων 2, 3 και 4 δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να καταχωρήσουν έφεση και να υποστούν οποιαδήποτε ταλαιπωρία και έξοδα. Υποδείχθηκε στον ΜΥΕΑΕ το Τεκμήριο 14 και ανέφερε ότι αφορά ένορκη δήλωση την οποία υπέγραψε και την οποία συνέταξαν οι δικηγόροι της Εναγόμενης. Πρόσθεσε ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση συνόδευε αίτηση στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/04, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 26). Την αίτηση υπέγραψαν οι δικηγόροι Α. Κ. Χατζηιωάννου & Υιοί, Χάρης Καλογήρου & ΣΙΑ ΔΕΠΕ και XXXXX Βασιλειάδης. Ο (ΜΥΕΑΕ) κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο γνωστοποίηση του ατυχήματος, στην οποία είχε προβεί ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 στις αρμόδιες αρχές (Τεκμήριο 27), το οποίο είχε κατατεθεί και στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/
- Αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο της Εναγόμενης ο ΜΥΕΑΕ ανέφερε ότι η πλευρά της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ υποστήριξε και στα πλαίσια της υπόθεσης XXXXX/04 ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της. Ερωτήθηκε ο ΜΥΕΑΕ γιατί έγινε η γνωστοποίηση του ατυχήματος (Τεκμήριο 27) στις αρμόδιες αρχές και γιατί υποβλήθηκε δήλωση στην ασφαλιστική εταιρεία (Εναγομένη), τη στιγμή που δηλώνει ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ και απάντησε ότι ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 δεν ήταν παρών όταν συνέβηκε το ατύχημα και με βάση τα στοιχεία και συμβουλές που πήρε από τον ασφαλιστή του (xx Μαυρόσπυρο), θεώρησε καθήκον του να γνωστοποιήσει το ατύχημα το οποίο συνέβηκε στο εργοτάξιο της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ως επίσης έκρινε ότι αυτός θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπάλληλος και άρα ως ασφαλισμένος και επομένως αποτάθηκε στην Εναγόμενη και την ενημέρωσε, αναμένοντας ότι θα τον αποζημιώσει. Ο ΜΥΕΑΕ ανέφερε ότι τον Ιούλιο 2002 η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ είχε πληρώσει κοινωνικές ασφαλίσεις στον Ενάγοντα αλλά στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν θυμάται ακριβώς αν πληρώθηκαν το συγκεκριμένο μήνα ενώ ακολούθως είπε ότι η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ πλήρωσε χωρίς να θυμάται πότε αυτό έγινε. Πρόσθεσε δεν γνωρίζει σήμερα πού βρίσκεται ο Ενάγοντας και ότι η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στην δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/
- Δεν ζητήθηκε οποιοδήποτε ποσό από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ εκ μέρους του Ενάγοντα και δεν γνωρίζει αν λήφθηκαν εναντίον της οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης. Αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο του Ενάγοντα, ο ΜΥΕΑΕ ανέφερε ότι οι ισχυρισμοί ότι ο Ενάγοντας δεν εργοδοτείτο από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ δεν έγιναν πιστευτοί από το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/
- Η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ «το πάλεψε» καταχώρησε και έφεση όμως η απόφαση του Δικαστηρίου επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο ΜΥΕΑΕ ήταν κατηγορηματικός ότι οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2, 3 και 4 δεν συνεννοήθηκαν σε οποιαδήποτε περίπτωση με τον Ενάγοντα με σκοπό την έκδοση απόφασης εναντίον τους, ούτως ώστε να πληρώσει η Ασφαλιστική Εταιρεία, δηλαδή η Εναγόμενη. Τόσο ο ίδιος όσο και ο αδελφός του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 είχαν καλή επικοινωνία και ενημέρωση με την Εναγόμενη επί όλων των θεμάτων στα πρώτα στάδια μετά το ατύχημα και η Εναγόμενη ήταν ενήμερη για όλα τα θέματα. Παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη παρουσία και τις αντιδράσεις τους. Ο ΜΕ μου άφησε καλή εντύπωση αφού ήταν άμεσος και σαφής κατά την μαρτυρία του ενώ δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Η μαρτυρία του εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε (πλην της θέσης του ότι ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ως επίσης ότι η Εναγόμενη θα πρέπει να καταβάλει τα επιδικασθέντα ποσά στην Αγωγή XXXXX/04), αφού αναφέρθηκε σε γεγονότα που είναι γενικώς παραδεκτά εκ μέρους των διαδίκων. Δέχομαι την μαρτυρία του και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Σε σχέση με τη μαρτυρία των ΜΥ1-6 θα πρέπει, κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας τους, είναι εκτός δικογραφίας. Όπως έχει νομοληγηθεί τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις ως επίσης ότι η δίκη διεξάγεται με βάση τις έγγραφες προτάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Εταιρία Bulk Oil AG v. A.Η.Κ. κ.α.
(2001)1(Β) ΑΑΔ1277, Καθητζιώτης ν. Μέλιος & Παφίτης Λτδ
(1997)1(Α) ΑΑΔ 252, Καζάκου ν. Αβρααμίδου κ.α.
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1626), Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enter. Ltd κ.α.
(1997)1(Β) ΑΑΔ 814, Τσαγγάρη ν. Γαβριηλίδου κ.α.
(2003)1 (Α) ΑAΔ 472). Η Εναγομένη προβάλλει στο δικόγραφο της ως υπεράσπιση μόνο ότι η απόφαση στην αγωγή XXXXX/04 εξεδόθηκε ως αποτέλεσμα δόλου και απάτης εκ μέρους του Ενάγοντα-εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 1 είτε από μόνος του ή σε συνεργασία με τους εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2, 3 και 4 και αναφέρεται σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες (μεταξύ των οποίων ότι ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ αλλά κάποιου τρίτου προσώπου για το οποίο θα γίνει αναφορά στη συνέχεια). Δεν προβάλλει θέματα όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (εκτός από το ύψος της ασφαλιστικής κάλυψης) ούτε θέματα παράνομης εργοδότησης, πληρωμής Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μη λήψης μέτρων εκτέλεσης σε σχέση με την απόφαση στην Αγωγή XXXXX/04 κλπ. Επομένως το μέρος αυτό της μαρτυρίας τους, δεν θα γίνει δεκτό. Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΥ6 που αφορά κάποιες ενέργειες στις οποίες προέβηκε, κατόπιν οδηγιών της Εναγόμενης, δεν γίνεται δεκτή, αφού είναι εκτός δικογράφων. Το ίδιο ισχύει για τη μαρτυρία του ΜΥ5, υπεύθυνου μηχανογράφησης της Εναγόμενης, ως επίσης της ΜΥ3, του αρμόδιο ατόμου για την παραλαβή της αλληλογραφίας της Εναγόμενης. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας τους που είναι εντός δικογραφίας είναι η αναφορά τους ότι το έτος 2002 το ελάχιστο ποσό αποζημίωσης, σύμφωνα με τον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμο, ήταν Λ.Κ.50.000, ισχυρισμός που είναι εντός δικογραφίας και δεν έχει αμφισβητηθεί, όπως και η αναφορά του ΜΥ5 ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ της Εναγόμενης και της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (Ασφαλιστήριο Ευθύνης Εργοδότη Αρ. XXXXX0481) δεν είχε ακυρωθεί. Από τη μαρτυρία του ΜΥ4 Οικονομικού Διευθυντή/Λογιστή της Εναγόμενης, γίνεται δεκτή η αναφορά του ότι η Εναγόμενη παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στην ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ, Ασφαλιστήριο Ευθύνης Εργοδότη Αρ. XXXXX0481, ότι το εν λόγω ασφαλιστήριο δεν ακυρώθηκε και η αναφορά του για το ελάχιστο ποσό αποζημίωσης, με βάση τη νομοθεσία το έτος 2002, που έχει αναφερθεί πιο πάνω και τέλος η αναφορά του στο Τεκμήριο
- Η υπόλοιπη μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή αφού είναι εκτός δικογραφίας. Όσον αφορά τη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, αυτοί διατύπωσαν θέσεις όπως ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι ο Ενάγοντας μαρτύρησε ψευδώς στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/04, χωρίς να τη στηρίξουν πειστικά και με στοιχεία, όπως θα επεξηγηθεί πιο κάτω ενώ διατύπωσαν και νομικές θέσεις χωρίς να έχουν αναφέρει ότι διαθέτουν τις γνώσεις και τα προσόντα για κάτι τέτοιο. Η μαρτυρία τους ήταν μία συνεχής προσπάθεια υποστήριξης των θέσεων της Εναγόμενης, η οποία όμως στερείτο πειστικότητας, συνέπειας και συνέχειας. Αναφέρεται ενδεικτικά ότι ενώ ο ΜΥ1 ανέφερε ότι όλοι οι εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι, ισχυριζόμενος δόλο και απάτη εκ μέρους τους, συνέβαλαν στο να εκδοθεί η απόφαση στην Αγωγή XXXXX/04, παραδέχεται ότι ο εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 4 (ΜΥΕΑ) ήταν ειλικρινής στο Δικαστήριο όπου μαρτύρησε (ως ενόρκως δηλών) ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Αυτό το μέρος της μαρτυρίας του είναι αντιφατικό. Η αντίφαση αυτή διαπιστώνεται και στο δικόγραφο της Εναγομένης, η οποία από τη μία ισχυρίζεται δόλο και απάτη εκ μέρους των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων και από τη άλλη στις λεπτομέρειες δόλου και απάτης των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων 2, 3 και 4 αναφέρεται ότι η ορθή θέση του Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 4 (ΜΥΕΑ) δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/
- Δεν δέχομαι τη μαρτυρία τους, εκτός όπου αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΕ. Δέχομαι επίσης το μέρος της μαρτυρίας τους όπου αναφέρεται ότι οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2, 3 και 4 απέστειλαν έντυπο γνωστοποίησης ατυχήματος στο Γραφείο Εργασίας ότι ο Ενάγοντας ήτο εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (Τεκμήρια 6 και 27) ως επίσης στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 12) και ότι υπέβαλαν αίτηση για κάλυψη από την Εναγόμενη (Τεκμήριο 18). Όσον αφορά τον ΜΥΑΕΑ, ότι ενδιαφέρει βέβαια από τη μαρτυρία του, είναι κατά πόσον ο ίδιος ή οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 4 ουδέποτε συνεννοήθηκαν με τον Ενάγοντα για να εκδοθεί απόφαση εναντίον της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ με απώτερο σκοπό να καταβάλει το ποσόν της απόφασης ή μέρος της η Εναγόμενη ως η ασφαλιστική εταιρεία. Δέχομαι την εκδοχή του ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο, αφού κατά τη μαρτυρία του ήταν σταθερός και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Η Εναγόμενη προβάλλει ως προδικαστική ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου δεν έχει δικαιοδοσία να ακούσει τη παρούσα αγωγή λόγω του ότι η Εναγόμενη έχει την έδρα της στη Λευκωσία. Η θέση αυτή δεν γίνεται δεκτή. Η παρούσα αγωγή βασίζεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Επαρχία Πάφου. Έχουν κατατεθεί τα Τεκμήρια 6 και 12 όπου αναφέρεται ότι το ατύχημα στο οποίο τραυματίστηκε ο Ενάγοντας επεσυνέβη στην Επαρχία Πάφου (χχχχχχχχχ). Περαιτέρω η θέση αυτή της Εναγόμενης έρχεται σε αντίθεση με τη θέση που η ίδια θέτει στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της ότι ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ατύχημα είναι η βάση της αγωγής του. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι σε σχέση με το εργατικό ατύχημα καταχωρήθηκε η Αγωγή XXXXX/04 Ε. Δ. Πάφου και ακολούθως η παρούσα αγωγή η οποία βασίζεται στο αποτέλεσμα της Αγωγής XXXXX/
- Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τη παρούσα αγωγή και η σχετική αναφορά του ΜΥ1 κατά τη μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Η Εναγόμενη προβάλλει ακόμα ως προδικαστική ένσταση ότι δεν αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα πλήρης διεύθυνση του ενάγοντος και ότι για το λόγο αυτό η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Ισχυρίστηκε ακόμα μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ1 ότι δεν υπάρχει νόμιμος διορισμός δικηγόρου στη παρούσα αγωγή. Η θέση αυτή επίσης δεν γίνεται δεκτή. Το γεγονός ότι δεν γίνεται αναφορά σε διεύθυνση του Ενάγοντα στον τίτλο του Κλητηρίου Εντάλματος δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για απόρριψη της αγωγής, τη στιγμή μάλιστα που η πλευρά της Εναγόμενης δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, ότι δεν υπάρχει νόμιμος διορισμός δικηγόρου, τέτοιο ζήτημα δεν εγείρεται στο δικόγραφο της Εναγόμενης. Επιπλέον, των ως άνω, όπως έχει λεχθεί στις πρόσφατες υποθέσεις Bloom Day Developments Ltd κ.α. v Επιφανείου Πολ. Εφ. 171/2012 ημερ. 29.11.2019 και Total Pack (Cyprus) Ltd v Siva Plus Detergents Ltd Πολ.Εφ. 318/2012 ημερ. 13.1.2020, ζήτημα νομιμοποίησης ή εξουσιοδότησης δικηγόρου δεν εγείρεται ούτε αποφασίζεται στη βάση σχετικών ισχυρισμών της υπεράσπισης αλλά επιλύεται με τη λήψη δικονομικού διαβήματος στο αρχικό κιόλας στάδιο της αγωγής. Η πλευρά της Εναγόμενης δεν έλαβε ένα τέτοιο μέτρο. Το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 δεν γίνεται δεκτό. Η Εναγόμενη προβάλλει επίσης ως προδικαστική ένσταση ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί αφού η παρούσα αγωγή εγέρθηκε μετά τη παρέλευση δύο χρόνων από το χρόνο του ατυχήματος. Η θέση αυτή δεν προωθήθηκε κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων και θεωρείται ως εγκαταληφθείσα. Επιπλέον δεν υπάρχει μαρτυρία ούτε υπόδειξη που βασίζεται δηλαδή σε ποια νομοθετική πρόνοια η θέση αυτή. Πάντως η αγωγή XXXXX/04 καταχωρήθηκε πριν τη συμπλήρωση δύο χρόνων από το ατύχημα αφού αποτελεί κοινό έδαφος ότι αυτό επεσυνέβη τη 5.7.2002 και η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε τη 22.4.2004 (παραδεκτό γεγονός). Θα πρέπει πάντως για σκοπούς πληρότητας να λεχθεί ότι το άρθρο 19 του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμου του 1989 (Ν.174/1989)προνοούσε ότι οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του νόμου αυτού θα έπρεπε να εγερθεί εντός 2 ετών από την ημέρα του ατυχήματος. Η πρόνοια όμως αυτή αρχικά τροποποιήθηκε με το Ν.86
(1)/2010 με αύξηση του χρονικού διαστήματος σε τρία χρόνια και τελικά καταργήθηκε από τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο Ν. 66.(I)/2012 όπου το άρθρο 10 προνοεί ότι: «
- Καμιά αγωγή επί ή για ή σε σχέση με δικαστική απόφαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο δεκαπέντε ετών από της τελεσιδικίας της απόφασης». Ο Ν. 66.(I)/2012 τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2012 ενώ η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μεταγενέστερα, δηλαδή την 4.10.2012 και εντός της περιόδου των δεκαπέντε ετών από τη τελεσιδικία της απόφασης στην Αγωγή XXXXX/04 (29.2.2012). Τέλος προβάλλεται ως προδικαστική ένσταση ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται στις απαιτούμενες θεραπείες λόγω του ότι η Εναγομένη δεν έλαβε γνώση της αγωγής XXXXX/04 μέσα σε 7 μέρες από την έγερση της Ούτε αυτή η θέση γίνεται δεκτή. Ο ΜΕ, η μαρτυρία του οποίου έχει γίνει αποδεκτή, έχει καταθέσει (χωρίς ένσταση εκ μέρους της Εναγομένης) την επιστολή ημερ. 23.4.2004 - Τεκμήριο 10 με την οποία ο ΜΕ ως δικηγόρος του Ενάγοντα πληροφορεί την Εναγομένη ότι έχει καταχωρηθεί η αγωγή XXXXX/04 εναντίον της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ και της αποστέλλει αντίγραφο αυτής. Επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 10 αποδεικτικό αποστολής του με συστημένο ταχυδρομείο. Ο ΜΕ δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με το ζήτημα αυτό κατά τη μαρτυρία του. Περαιτέρω το Τεκμήριο 11 αποτελεί τηλεμήνυμα της Εναγόμενης στον ΜΕ ημερ. 4.5.2004 και σύμφωνα με το περιεχόμενο της προκύπτει ότι η Εναγόμενη αποδέχεται τη λήψη της επιστολής Τεκμήριο
- Υπενθυμίζεται ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η αγωγή XXXXX/04 καταχωρήθηκε στις 22.4.
- Περαιτέρω, ο ίδιος ο ΜΥ1 κατά τη μαρτυρία του δέχθηκε ότι η Εναγόμενη έλαβε έγκαιρα γνώση της αγωγής XXXXX/04 και ότι αυτή η προδικαστική ένσταση δεν θα έπρεπε να εγερθεί στο δικόγραφο της. Όσον αφορά τα υπόλοιπα επίδικα θέματα ο περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989 (Ν.174/1989)προνοούσε κατά τον χρόνο του ατυχήματος (άρθρο 2): ""ασφαλιστήριο" σημαίνει ασφαλιστήριο έγγραφο, που περιλαμβάνει και προσωρινό ασφαλιστήριο· "ασφαλιστής" σημαίνει ασφαλιστής ή ασφαλιστική εταιρεία με την έννοια που έχουν οι όροι αυτοί στον περί Ασφαλιστικών Εταιρειών Νόμο. "ατύχημα" σημαίνει οποιοδήποτε συμβάν ένεκα του οποίου προκαλείται θάνατος ή σωματική βλάβη σε εργοδοτούμενο, εφόσο το συμβάν αυτό προκαλείται από την και κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του εργοδοτουμένου. Ατύχημα που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται ως ατύχημα που εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου αυτού εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο· "δικαστική απόφαση" σημαίνει απόφαση ή διάταγμα που εκδίδεται μόνο από αρμόδιο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας στα πλαίσια οποιασδήποτε διαδικασίας για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που αφορά αποζημιώσεις για ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια και δεν περιλαμβάνει απόφαση ή διάταγμα (δικαστική ή διαιτησίας) που σχετίζεται με εγγραφή αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων, βάσει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεσις) Νόμου, ή οποιουδήποτε νόμου ο οποίος τον τροποποιεί ή τον ανακαλεί· "εργοδότης" σημαίνει πρόσωπο με το οποίο ο εργοδοτούμενος έχει συνάψει σύμβαση εργασίας ή μαθητείας ή αν και δεν έχει συνάψει με αυτόν σύμβαση εργασίας ή μαθητείας, η σχέση μεταξύ τους είναι σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου και περιλαμβάνει οργανισμό δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, το νόμιμο προσωπικό αντιπρόσωπο θανόντα εργοδότη και υπεράκτια ή αλλοδαπή εταιρεία που είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο ή αντιπροσωπεύεται στην Κύπρο, και οι όροι "απασχόληση" και "εργοδοτούμενος" θα ερμηνεύονται ανάλογα·" Περαιτέρω το άρθρο 5 του Νόμου προέβλεπε κατά τον ουσιώδη χρόνο: «5.
(1)Για τους σκοπούς του Νόμου αυτού το ασφαλιστήριο πρέπει: (α) Να εκδοθεί από ασφαλιστή· (β) να ασφαλίζει εργοδότη για την ευθύνη του για ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια σε οποιοδήποτε από τους εργοδοτουμένους του, όπως απαιτείται από το Νόμο αυτό: Νοείται ότι το ασφαλιστήριο δεν απαιτείται να καλύπτει - (
- i)Οποιαδήποτε ευθύνη του εργοδότη που εγείρεται δυνάμει συμφωνίας και η οποία ευθύνη δε θα εγειρόταν, αν δεν υπήρχε τέτοια συμφωνία - και (
- ii)ευθύνη σε σχέση με θάνατο ή σωματική βλάβη οποιουδήποτε προσώπου το οποίο μεταφέρεται από μηχανοκίνητο όχημα και που προκαλείται ως αποτέλεσμα της εργοδότησης του και κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του.» 2. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου, αυτός που εκδίδει ένα ασφαλιστήριο σύμφωνα με το άρθρο αυτό υπέχει ευθύνη για κάλυψη του εργοδότη που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο σε σχέση με οποιαδήποτε ευθύνη που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο. 3. Το ασφαλιστήριο δε θα έχει οποιαδήποτε ισχύ για τους σκοπούς του Νόμου αυτού εκτός αν εκδοθεί από τον ασφαλιστή υπέρ του εργοδότη που έχει συνομολογήσει με τον ασφαλιστή το ασφαλιστήριο και να παραδοθεί σ' αυτόν πιστοποιητικό (που στο Νόμο αυτό θα αναφέρεται ως «πιστοποιητικό ασφάλισης») στον καθοριζόμενο τύπο.» Αποτελεί κοινό έδαφος ότι μεταξύ της Εναγόμενης και της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο σε ισχύ ασφαλιστικό συμβόλαιο ευθύνης εργοδότη (Αρ. XXXXX0481). Οι Μ.Υ.1, 4 και 5 ανέφεραν μάλιστα ότι το εν λόγω ασφαλιστήριο ουδέποτε ακυρώθηκε. Ο δε Μ.Υ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο του ασφαλιστηρίου ευθύνης εργοδότη μεταξύ της Εναγόμενης και της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (Τεκμήριο 17 Α), αντίγραφο του πίνακα συμβολαίου (τεκμήριο 17 Β) και πρόταση ασφάλισης ευθύνης εργοδότη (Τεκμήριο 17 Γ). Η πλευρά της Εναγόμενης δεν έχει αμφισβητήσει ότι ασχολείται με ασφαλιστικές εργασίες, αυτό προκύπτει από την υπεράσπιση της ως επίσης από τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων υπεράσπισης αλλά και από σωρεία εγγράφων (πχ. Τεκμήρια 17Α, 17Β, 17Γ) ενώ στην υπεράσπιση της παραδέχεται ότι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι ο Ενάγοντας τραυματίστηκε την 5.7.2002 σε εργατικό ατύχημα. Αυτό εύλογα προκύπτει από τη δικογραφία αλλά και από τη μελέτη της Απόφασης, Τεκμήριο 1Α ως επίσης άλλων τεκμηρίων (πχ. Τεκμήρια 2 και 5). Σύμφωνα ακόμα με τη μαρτυρία του Μ.Ε. έχει καταχωρηθεί η αγωγή XXXXX/04, μεταξύ του Ενάγοντα και της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ σε σχέση με το πιο πάνω εργατικό ατύχημα, η οποία έχει εκδικαστεί και έχει εκδοθεί στις 29.2.2012 τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Στην εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο έχει προβεί σε εύρημα ότι ο Ενάγοντας εργοδοτείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητούνται είτε από την Εναγομένη είτε από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2) και τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένους 3 και 4. Είναι επίσης παραδεκτό από όλες τις πλευρές ότι η πιο πάνω απόφαση εφεσιβλήθηκε και ότι το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της ECLI:CY:AD:2018:A421, Πολιτικής Έφεσης 173/12 ημερομηνίας 28.9.2018 έχει επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση. Το Ε.Δ. Πάφου στην απόφαση του ημερομηνίας 29.2.2012 διατάσσει και αποφασίζει όπως: «1. Η εναγόμενη πληρώσει στον ενάγοντα το ποσό των €180.012= ως γενικές αποζημιώσεις πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 5.7.04 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως. 2. Η εναγόμενη πληρώσει στον ενάγοντα το ποσό των €2.693,25σ ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 5.7.04 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως. 3. Η εναγόμενη πληρώσει στον ενάγοντα το ποσό των €59= έξοδα έκδοσης της απόφασης αυτής πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 22.4.04 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α.» Σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)του πιο πάνω νόμου: «9.-
(1)Αν, μετά την έκδοση πιστοποιητικού ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3)του άρθρου 5, εκδοθεί δικαστική απόφαση, αναφορικά με ευθύνη που καλύπτεται υποχρεωτικά από ασφαλιστήριο που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου και η οποία καλύπτεται από τους όρους του εκδοθέντος ασφαλιστηρίου, εναντίον του ασφαλισμένου από το ασφαλιστήριο προσώπου, τότε, ο ασφαλιστής ανεξάρτητα από το γεγονός ότι έχει το δικαίωμα να ακυρώσει ή ότι δυνατόν να ακύρωσε το ασφαλιστήριο, οφείλει, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στα πρόσωπα υπέρ των οποίων εκδόθηκε η δικαστική απόφαση το σύμφωνα με αυτή επιδικασθέν ποσό σε σχέση με την ευθύνη, περιλαμβανομένων και των πληρωτέων για έξοδα ποσών ως και ποσών πληρωτέων δυνάμει οποιουδήποτε νόμου που αφορά στην καταβολή τόκων επί του επιδικασθέντος ποσού.» Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 9
(1)του Νόμου που εκτίθεται ανωτέρω η Εναγόμενη έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα τα επιδικασθέντα ποσά στην ως άνω εκδοθείσα απόφαση. Η πλευρά της Εναγόμενης επικαλέστηκε, μέσω προδικαστικής ένστασης, ότι η Εναγόμενη δεν ενημερώθηκε έγκαιρα για την αγωγή (εντός 7 ημερών από την έγερση της αγωγής) που σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9
(2)(α) του Ν.174/89 θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο μη καταβολής του ποσού της απόφασης (με την τροποποίηση που επήλθε μέσω του Ν.86(I)/2010, ο χρόνος αυτός αυξήθηκε σε 14 ημέρες). Η θέση όμως αυτή δεν έχει γίνει αποδεκτή, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω. Επικαλέστηκε, επίσης, μέσω της υπεράσπισης της ότι η απόφαση στην Αγωγή XXXXX/04 έχει εφεσιβληθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)(β) σε περίπτωση που η εκτέλεση της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης έχει ανασταλεί, σαν συνέπεια έφεσης που εκκρεμεί, θα μπορούσε να αποτελέσει επίσης λόγο μη καταβολής των ποσών της απόφασης. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, η έφεση έχει εκδικαστεί και η απόφαση έχει επικυρωθεί. Περαιτέρω, ο ίδιος ο ΜΥ1 παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι η εκτέλεση της απόφασης δεν είχε ανασταλεί εκκρεμούσης της έφεσης. Επομένως, ούτε αυτή η θέση της πλευράς της Εναγόμενης έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Βέβαια η Εναγόμενη ισχυρίζεται στο δικόγραφο της ότι η απόφαση στην αγωγή XXXXX/04 εκδόθηκε ως αποτέλεσμα δόλου και απάτης του ενάγοντα σε βάρος της Εναγομένης ενεργώντας από μόνος του ή από κοινού με την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2) και τους εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 3 και
- Όσον αφορά τον Ενάγοντα και τον ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι μαρτύρησε ψευδώς ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει ένα τέτοιο ισχυρισμό. Ότι υπάρχει είναι κάποιες υποψίες ή ισχυρισμοί εκ μέρους κάποιων μαρτύρων της Εναγόμενης (ΜΥ1 και ΜΥ2) οι οποίοι όμως δεν έχουν οποιοδήποτε ασφαλές υπόβαθρο. Η αναφορά του ΜΥ1 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας εργοδοτείτο από τον χχ Στεφανίδη παρέμεινε απλώς αναφορά. Ο Ενάγοντας δεν έδωσε μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Έδωσε μαρτυρία στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/04 και έγινε δεκτή από το Δικαστήριο και η απόφαση του τελευταίου επικυρώθηκε από το Εφετείο. Όσον αφορά τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2 (ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ), 3 και 4, η Εναγόμενη στηρίζει τους ισχυρισμούς της στην υπεράσπιση της ότι αυτοί απέστειλαν έντυπο γνωστοποίησης ατυχήματος στο Γραφείο Εργασίας ότι ο Ενάγοντας ήτο εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (Τεκμήρια 6 και 27) ως επίσης στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 12) και ότι υπέβαλαν αίτηση για κάλυψη από την Εναγόμενη (Τεκμήριο 18).Τα πιο πάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί είτε εκ μέρους των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων 2 (ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ), 3 και 4 (παρόλο που ισχυρίστηκαν ότι ενημέρωσαν νωρίτερα την Εναγόμενη) είτε εκ μέρους του Ενάγοντα Εξ-Ανταπαιτήσεως Εναγομένου
- Ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 4 (ΜΥΕΑΕ) ανέφερε, αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο της Εναγομένης, ότι η γνωστοποίηση στο γραφείο εργασίας έγινε από τον αδελφό του εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3 μετά από συνεννόηση από τον ασφαλιστή της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (χχχχχχ Μαυρόσπυρου), ο οποίος θεώρησε ότι ήταν καθήκον του να γνωστοποιήσει το ατύχημα που έγινε στο εργοτάξιο της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Όσον αφορά την αίτηση για κάλυψη προς την Εναγόμενη, έγινε και αυτή από τον αδελφό του μετά από συμβουλές του ασφαλιστή του. Διευκρίνησε πάντως ότι ο αδελφός του δεν ήταν παρών κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος (και ο αδελφός του) συνεργάστηκε πλήρως με την Εναγόμενη, υπέγραψε σχετική ένορκη δήλωση (Τεκμήριο14) που συνόδευε αίτηση τροποποίησης στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/04 μετά από οδηγίες των δικηγόρων της Εναγόμενης οι οποίοι εμφανίζονταν στο στάδιο αυτό στην αγωγή οι οποίοι και την υπέγραψαν μαζί με το δικηγόρο της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ και η οποία συνηγορούσε υπέρ των θέσεων της Εναγόμενης. Η πλευρά της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ υποστήριξε, κατά την ακρόαση της αγωγής XXXXX/04, ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου όπου δεν έγινε δεκτή η πιο πάνω θέση η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ καταχώρησε κατά της απόφασης την Έφεση 173/
- Το γεγονός ότι ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 4 υπέγραψε ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 14) που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/04 που προωθούσε τη θέση ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι παραδεκτό από την Εναγομένη στην υπεράσπιση της ενώ ο ΜΥ1 χαρακτήρισε ειλικρινή την ένορκη δήλωση του. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 14) ο ΜΥΕΑ ανέφερε περίπου τα όσα ανέφερε και στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δηλαδή ότι ο αδελφός του εν ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 τελούσε υπό πλήρη άγνοια και σύγχυση, δεν ήταν γνώστης των ακριβών γεγονότων και ότι ο ίδιος εξακρίβωσε τα λάθη στις πληροφορίες που δόθηκαν και ενημέρωσε σχετικά το δικηγόρο της Εναγομένης. Περαιτέρω το γεγονός ότι ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 4 συνεργάστηκε πλήρως με τους δικηγόρους της Εναγομένης και ότι η ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ κατά την ακρόαση της αγωγής υποστήριξε τη θέση ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της ως επίσης καταχώρησε Έφεση κατά της απόφασης στην αγωγή XXXXX/04 (είναι αποδεκτά από την πλευρά της Εναγομένης), ενισχύει την θέση του ότι οι εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 (ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ), 3 και 4 σε καμία περίπτωση συνεννοήθηκαν με τον Ενάγοντα για να εκδοθεί απόφαση εναντίον της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ούτως ώστε να πληρώσει η Εναγόμενη. Μάλιστα δεν υποβλήθηκε στο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 4 κατά την αντεξέταση του από τη πλευρά της Εναγόμενης η θέση ότι υπήρξε συνεννόηση μεταξύ των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2(ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ), 3 και 4 με τον Ενάγοντα με σκοπό να εκδοθεί απόφαση εναντίον της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ούτως ώστε να πληρώσει η Εναγόμενη ως η ασφαλιστική εταιρεία της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Η Εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει τους ισχυρισμούς της αυτούς. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τσιάρτας κ.α. ν. Alocay Holdings Ltd κ.α.
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1523, 1538-1539 «..Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol. 18, p. 189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. (Βλ. επίσης Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 992). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547. Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσίβλητη απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό αυστηρότητας που απαιτείται δόλο των εφεσειόντων με βάση τις λεπτομέρειες της αγωγής. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol. 18, p. 189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. (Βλ. επίσης Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 992). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547. Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσίβλητη απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό αυστηρότητας που απαιτείται δόλο των εφεσειόντων με βάση τις λεπτομέρειες της αγωγής.» Η υπόθεση Τίγρης κ.α. ν. Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1082 που επικαλείται η πλευρά της Εναγομένης, δεν έχει εφαρμογή η παρούσα υπόθεση, αφού η εν λόγω υπόθεση αφορούσε διαφορετικά γεγονότα, είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση και η ασφαλιστική εταιρεία δεν έλαβε μέρος στην αγωγή που είχε εκδοθεί η απόφαση. Αντίθετα στην παρούσα περίπτωση εξεδόθηκε απόφαση στην Αγωγή XXXXX/04 μετά από ακροαματική διαδικασία και στη συνέχεια καταχωρήθηκε έφεση, ενώ η ασφαλιστική εταιρεία ενημερώθηκε για την αγωγή και εμφανίστηκε σε αυτή. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η απαίτηση του Ενάγοντα βασίζεται στον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμο Ν.174/1989όπως έχει τροποποιηθεί. Αυτή είναι η βάση της αγωγής του και όχι οποιαδήποτε άλλη βάση αγωγής και επομένως η μαρτυρία που έπρεπε να προσκομίσει για να αποδείξει την υπόθεση του θα έπρεπε να είναι σχετική με τις πρόνοιες του Νόμου αυτού, κάτι που το έχει κατορθώσει. Δεν είχε υποχρέωση να αποδείξει και πάλι, στα πλαίσια και της παρούσας αγωγής ότι εργοδοτείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Η Εναγόμενη βέβαια ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτούμενος της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί και πάλι ότι η αναφορά του ΜΥ1 ότι ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτείτο από τον Φ. Στεφανίδη παρέμεινε απλή αναφορά χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία επί του σημείου αυτού. Περαιτέρω από την Απάντηση και Υπεράσπιση του Ενάγοντα στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Εναγόμενης, προκύπτει ότι προβάλλεται περιγραφικά αλλά με σαφήνεια κώλυμα που αφορά σε επίδικο θέμα, αφού η πλευρά του Ενάγοντα ισχυρίζεται ότι η απόφαση στην Αγωγή XXXXX/04 είναι δεσμευτική για την Εναγομένη, η οποία κλήθηκε νομότυπα και συμμετείχε στη διαδικασία της Αγωγής XXXXX/04 διά των δικηγόρων της, υπερασπιζόμενη την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Αυτά, εξάλλου, είναι παραδεκτά και από την Εναγομένη στο δικόγραφο της. Προβάλλει επίσης ότι από τη στιγμή που η Εναγόμενη παραδέχεται στο δικόγραφο της ότι διατηρούσε συμβόλαιο ευθύνης εργοδότη με την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ, κωλύεται να αρνείται ότι η εκδοθείσα απόφαση στην Αγωγή XXXXX/04 απαιτείται να καλύπτεται από τον Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμο, ότι καλύπτεται από το αναφερόμενο συμβόλαιο ή ότι η Εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει τα επιδικασθέντα στην απόφαση ποσά στον Ενάγοντα. Η Εναγόμενη, βέβαια, προβάλλει ότι από τη στιγμή που για την ίδια ξεκαθάρισε ότι ο Ενάγοντας δεν εργοδοτείτο από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ, επέλεξε να αποσυρθεί από την Αγωγή XXXXX/04. Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Έκδοση 2014, αναφέρεται στη σελίδα 921: «Το δεδικασμένο, μπορεί να είναι γενικής μορφής και να αφορά σε ολόκληρη τη διαδικασία ή μπορεί να παραπέμπει μόνο σε συγκεκριμένο επίδικο θέμα του οποίου επιχειρείται η εκδίκαση εκ νέου, μπορεί δε κατ' εξαίρεσιν, να δεσμεύσει και τρίτα πρόσωπα, πέραν των διαδίκων, που έλκουν τα δικαιώματα τους από τους τελευταίους και παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία, από τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν συμφέροντα ταυτόσημα με τα υπό κρίση (Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Terzian και τώρα Παναγιώτου, Π.Ε. 151/10, ημερ. 7.3.14, Boyadji v. Papachristoforou
(1958)23 CLR 299)». Περαιτέρω, στη σελίδα 925: «Η έκδοση απόφασης στο επίδικο ζήτημα, εμποδίζει τους διαδίκους από του να το επαναφέρουν προς εξέταση. Ο κανόνας αυτός φαίνεται ότι διατυπώθηκε αρχικώς στην Duchess of Kingston's Case (1775-1802) All ER Rep 623 - στην οποία λέχθηκε ότι το κώλυμα λόγω δεδικασμένου δεν περιλαμβάνει μονάχα ζητήματα που αφορούν στη βάση αγωγής (βλ. επίσης, Houstoun v. King's Advocate (1918-1924) 11 CLR 72) - και αργότερα στην Hoystead and Others v. Taxation Commissioner
(1925)All ER Rep 56 (βλ. επίσης, Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670, Theori and Another v. Djoni and Another
(1984)1 CLR 296). Η Εναγόμενη στην παρούσα περίπτωση είχε τη δυνατότητα να προβάλει τις θέσεις της, στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/04, μεταξύ των οποίων και το πιο πάνω θέμα, όμως επέλεξε για δικούς της λόγους να αποχωρήσει από τη διαδικασία. Περαιτέρω παρατηρείται η εξής αντιφατικότητα στο δικόγραφο της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη από τη μία ισχυρίζεται ότι το εύρημα του Δικαστηρίου στην Αγωγή XXXXX/04 είναι λανθασμένο και ότι δεν την δεσμεύει και από την άλλη στην Ανταπαίτηση της αξιώνει διάταγμα του παρόντος Δικαστηρίου για ακύρωση της απόφασης στην αγωγή αυτή. Γεννιέται επομένως το ερώτημα εάν το ως άνω εύρημα του Δικαστηρίου δεν την δεσμεύει τότε γιατί η Εναγόμενη αξιώνει διάταγμα ακύρωσης της εν λόγω απόφασης; Κρίνω επομένως, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ότι η πλευρά της Εναγόμενης κωλύεται από του να επαναφέρει το θέμα ότι ο Ενάγοντας δεν εργοδοτείτο από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η Εναγομένη κλήθηκε και συμμετείχε, διά των δικηγόρων της, στην αγωγή XXXXX/04 υπερασπιζόμενη την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ. Μπορούσε να θέσει τις θέσεις της στο ζήτημα αυτό, όμως για δικούς της λόγους επέλεξε να αποχωρήσει από τη διαδικασία. Από τη στιγμή που είχε τη δυνατότητα να προβάλει τις θέσεις της στο θέμα αυτό και δεν τις έθεσε, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι το εύρημα του Δικαστηρίου σε σχέση με το θέμα αυτό, δεν την δεσμεύει. Ουσιαστικά η Εναγόμενη επιδιώκει, για ένα θέμα που εκδικάστηκε και αποφασίστηκε από το Δικαστήριο και επικυρώθηκε κατ' έφεση να εκδικαστεί για ακόμα μία φορά, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Σημειώνεται επίσης ότι θέματα παράνομης εργοδότησης και χρόνου πληρωμής κοινωνικών ασφαλίσεων του Ενάγοντος από την ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ (αλλά και άλλα θέματα) που θίγονται από τη πλευρά της Εναγομένης στη τελική της αγόρευση δεν καλύπτονται από τη δικογραφία και επομένως δεν αποτελούν επίδικα θέματα. Καταλήγω επομένως ότι ο Ενάγων δικαιούται σε απόφαση ενώ η ανταπαίτηση της Εναγομένης θα πρέπει να απορριφθεί. Απομένει ένα τελευταίο ζήτημα και είναι το ύψος της ευθύνης της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται στο δικόγραφο της ότι το μέγιστο ποσό κάλυψης της σε σχέση με τους εργοδοτούμενους της ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ κατά τον ουσιώδη χρόνο ήτο €85.430,07 (Λ.Κ.50.000). Αυτή ήταν και η μαρτυρία των ΜΥ1,ΜΥ2, ΜΥ3, ΜΥ4 και ΜΥ5.Το μέρος αυτό της μαρτυρίας τους γίνεται δεκτό αφού συνάδει με τον πίνακα του ασφαλιστικού συμβολαίου και τη Πρόταση Ασφάλισης Ευθύνης Εργοδότη (Τεκμήρια 17Β και 17Γ αντίστοιχα) και καταδεικνύει τη συμβατική της υποχρέωση (όριο ευθύνης για κάθε εργοδοτούμενο: ΛΚ50.000) ως επίσης συνάδει με τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες (ΚΔΠ 197/97,άρθρο 13
(1)(α)). Συνεπεία των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης δια ποσόν €85.430,07 με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έγερσης της αγωγής (4.10.2012) πλέον έξοδα στην ανάλογη κλίμακα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά την ανταπαίτηση της Εναγόμενης εναντίον του Ενάγοντα αυτή απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε ιδιαίτερη διαταγή για τα έξοδα αφού συνεκδικάστηκε με την αγωγή. Περαιτέρω η ανταπαίτηση της Εναγόμενης εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 (ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ), 3 και 4 αυτή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2, 3 και 4 και σε βάρος της Εναγόμενης, στην ίδια κλίμακα που θα υπολογιστούν και τα έξοδα της αγωγής, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Α. Ν. Κονής, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΙΜ [1] Όπως διαπιστώθηκε στην συνέχεια η ορθή ημερομηνία έκδοσης της απόφασης είναι η 29.2.2012 κάτι που προκύπτει αβίαστα τόσο από τη σχετική μαρτυρία του ΜΕ ως επίσης από τα Τεκμήρια 1A και 1Β. Σημειώνεται ότι ο ΜΕ δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με το θέμα αυτό ενώ τα Τεκμήρια 1Α και 1Β (όπως και άλλα σχετικά τεκμήρια) καταχωρήθηκαν χωρίς ένσταση, δεν τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα σε οποιοδήποτε στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ενώ είναι παραδεκτό από όλες τις πλευρές ότι εκδόθηκε τελική απόφαση στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/04 Ε.Δ. Πάφου. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι η μη ορθή αναγραφή της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης στην Έκθεση Απαίτησης αλλά και στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του Ενάγοντα-Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 1, οφείλεται σε αβλεψία ή και τυπογραφικό λάθος που δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των διαδίκων ούτε προκαλεί οποιοδήποτε πρόβλημα στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ως εκ των ανωτέρω δεν θεωρώ αναγκαία τη διόρθωση της πιο πάνω ημερομηνίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο