BANK OF CYPRUS PUBLIC CO LTD (πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 3483/2012, 23/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Στ.Σταύρου Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής 3483/2012 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC CO LTD (πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) Ενάγουσα και
- xxx xxx ΝΕΟΦΥΤΟΥ
- xxx xxx ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Εναγόμενοι 23 Δεκεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τους Εναγομένους - Αιτητές: κ. Α. Στυλιανού για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σια ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Κ. Ανδρέου για Ηλίας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Αίτηση έκδοσης Προσωρινών Διαταγμάτων ημερ. 20.2.2020 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα (εφεξής η καθ΄ ης η αίτηση) διεκδικεί ποσό (α) €762.167,02 σεντ και (β) €8.746,36 σεντ αντίστοιχα πλέον τόκους από 1.10.2012 δυνάμει πιστωτικών διευκολύνσεων που φέρεται να προσέφερε στον εναγόμενο 1 υπό την εγγύηση της εναγόμενης 2 (εφεξής οι αιτητές). Η κύρια πιστωτική διευκόλυνση, ήτοι το δάνειο ημερ. 21.9.2006, φέρεται να εξασφαλίζεται από δύο υποθήκες, ήτοι την Υ4xx0/06 που σύμφωνα με το παρακλητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως αφορά χωράφι στη Λέμπα και την Υ4xx3/06 που επίσης σύμφωνα με το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης αφορά οικόπεδο στη Μεσόγη. Σε σχέση με τις προαναφερθείσες υποθήκες, ζητείται διάταγμα εκποίησης. Η εκποίηση των εν λόγω υποθηκών - στη γενικότητά του - αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί σημείο διαφωνίας και τριβής μεταξύ των διαδίκων και βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσας Ενδιάμεσης Αίτησης ημερ.20.2.
- Πιο συγκεκριμένα, με την Αίτησή τους, οι αιτητές ζητούν: Α. Διάταγμα και/ή προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους ενάγοντες να προχωρήσουν σε διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης Y4xx3/2006 ημερομηνίας 26/09/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου που αφορά το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/7xx0, Φ/Σχ. 45/44, Τεμάχιο 7x8, Είδος Ακινήτου: Οικόπεδο, στη Μεσόγη της επαρχίας Πάφου, ιδιοκτησίας του εναγομένου 1‑Αιτητή xxx Νεοφύτου ή/και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους ενάγοντες να προχωρήσουν σε πλειστηριασμό και/ή στην πώληση και/ή να προχωρήσουν οι ίδιοι στην αγορά του ως άνω αναφερόμενου ενυπόθηκου ακινήτου, μέχρι της πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή της Ανταπαίτησης των εναγομένων ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/η Β. Διάταγμα και/ή προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους ενάγοντες να προχωρήσουν σε διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης Y4xx0/2006 ημερομηνίας 26/09/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου που αφορά το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 3xx6, Φ/Σχ. 45/50, τεμάχιο 1x3, Είδος Ακινήτου: Χωράφι, στη Λέμπα, της επαρχίας Πάφου, ιδιοκτησίας του εναγομένου 1‑Αιτητή xxx Νεοφύτου (1/2 μερίδιο) ή/και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους ενάγοντες να προχωρήσουν σε πλειστηριασμό και/ή στην πώληση και/ή να προχωρήσουν οι ίδιοι στην αγορά του ως άνω αναφερόμενου ενυπόθηκου ακινήτου, μέχρι της πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή της Ανταπαίτησης των εναγομένων ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή Γ. Διάταγμα και/ή προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους ενάγοντες να συνεχίσουν τις οιεσδήποτε διαδικασίες εκποίησης και/ή με το οποίο να αναστέλλονται οι οιεσδήποτε διαδικασίες εκποίησης των Υποθηκών Y4xx6/2006 και Y4xx0/2006 ημερομηνίας 26/09/2006 που αφορούν τα αναφερόμενα στα ως άνω Αιτητικά Α και Β ενυπόθηκα ακίνητα μέχρι της πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή της Ανταπαίτησης των εναγομένων ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση εδράζεται σε μια πλειάδα νομικών και άλλων διατάξεων, μεταξύ των οποίων του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και αριθμού άρθρων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 όπως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί - ιδίως του Μέρους VΙΑ του Νόμου. Το πραγματικό της υπόβαθρο συναντάται σε μια ενδιαφέρουσα αλλά αχρείαστα μακροσκελή ένορκη δήλωση του πρώτου αιτητή, xxx Νεοφύτου. Καταλαμβάνει 32 δακτυλογραφημένες σελίδες και σ' αυτήν επισυνάπτονται σωρεία εγγράφων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν σχέση με την υπόθεση. Το απαύγασμα ίσως της ένορκης αυτής δήλωσης είναι ότι οι αιτητές θεωρούν, για πολλούς και διάφορους λόγους, ότι έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση και ανταπαίτηση επί της ουσίας της υπόθεσης και πως η διαδικασία εκποίησης που ήδη ακολουθήθηκε για τις δύο υποθήκες - χωρίς να τελεσφορήσει - στη βάση του Ν9/65, όπως μεταγενέστερα έχει τροποποιηθεί, πάσχει για λόγους νομικούς, συνταγματικούς και ουσιαστικούς. Υπάρχει ορατή απειλή να επαναληφθεί αυτή η διαδικασία ανά πάσα στιγμή, κατά τον ενόρκως δηλούντα και γι' αυτό οι αιτητές επιθυμούν και επιχειρούν να εμποδίσουν την καθ' ης η αίτηση να το πράξει μέχρις ότου εκδικασθεί η παρούσα αγωγή επί της ουσίας της. Σε σχέση με το ακίνητο - αντικείμενο της Υ4xx3/2006 διευκρινίζει ότι δεν είναι απλά οικόπεδο αλλά επ' αυτού βρίσκεται η κατοικία τόσο των ιδίων των αιτητών όσο και της θυγατέρας τους μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στο εξωτερικό και την επάνοδό της στην Κύπρο. Το δεύτερο ακίνητο - αντικείμενο της Υ4xx0/2006 είναι μια μικρή κατοικία που αποκτήθηκε με πολλές θυσίες και κόπους της μητέρας (αποβιώσασα) του ενόρκως δηλούντος και έχει έτσι ιδιαίτερη συναισθηματική αξία γι' αυτόν. Επί της ουσίας της υπόθεσης, προβάλλει πολλά επιχειρήματα κατά του γεγονότος ότι η κύρια πιστωτική διευκόλυνση (το δάνειο) ήταν σε ελβετικά φράγκα, χωρίς να του επεξηγηθούν οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι από τη μετατροπή του χρήματος και γενικά της νομισματικής διακύμανσης. Αντίθετα τον συμβούλεψαν και/ή τον δελέασαν ότι ένα τέτοιο δάνειο θα ήταν προς όφελός του λόγω χαμηλού κόστους και ένεκα της διαχρονικής, όπως τον διαβεβαίωσαν, σταθερότητας στην ισοτιμία της κυπριακής λίρας και του ελβετικού φράγκου. Χαρακτηρίζει τη συμφωνία αυτή, μεταξύ άλλων, άκυρη και παράνομη. Αμφότεροι οι αιτητές, κατά τον ενόρκως δηλούντα, τελούσαν υπό πλάνη αφού οι αρμόδιοι υπάλληλοι (ειδικοί) της καθ' ης η αίτηση τους διαβεβαίωσαν ότι δεν υπήρχαν κίνδυνοι ένεκα της παραχώρησης του δανείου σε ελβετικά φράγκα. Επιχειρήματα προβάλλονται εναντίον και της χρήσης από την καθ' ης η αίτηση του ποσοστού επιτοκίου LIBOR στο επίδικο δάνειο, κάτι που φέρεται να ήταν παράνομο και αντισυμβατικό. Και κατά των όρων των επίδικων υποθηκών, προβάλλονται θέσεις και ισχυρισμοί. Κάποιοι όροι ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, ήταν γενικοί, αόριστοι και ως εκ τούτου άκυροι. Περαιτέρω με τον μη προσδιορισμό του ακριβούς ποσού που θα μπορούσε να πληρωθεί για απάλειψη της υποθήκης, παραβιάστηκε το εξ επιείκειας δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη ανά πάσα στιγμή για εξόφληση της υποθήκης (equitable right of redemption). Συναφώς οι υποθήκες στη γενικότητά τους ήταν άκυρες αφού εξασφάλιζαν παράνομο δανεισμό και/ή μη εισπράξιμο χρέος. Παρόλα αυτά γίνεται αναφορά στην πρόθεση και διάθεση των αιτητών για εξεύρεση διευθέτησης και στην από μέρους τους υποβολή συγκεκριμένης πρότασης δια της επιστολής (τεκμηρίου 24). Όσον αφορά αυτήν καθαυτήν τη διαδικασία εκποίησης, είναι η θέση του ενόρκως δηλούντος ότι η καθ' ης η αίτηση την χρησιμοποιεί καταπιεστικά και καταχρηστικά για να εξαναγκάσει τους αιτητές να ενδώσουν στις παράλογες και παράνομες απαιτήσεις της. Πρόκειται για διαδικασία που για αρκετούς λόγους προσκρούει στο Σύνταγμα. Επί τούτου γίνεται ιδιαίτερη ανάλυση του άρθρου 26 του Συντάγματος σε συνάρτηση με τις τροποποιήσεις που επήλθαν στον κυρίως Νόμο (μέρος VΙΑ) με την τροποποίηση 87
(1)/2018 και ειδικά του γεγονότος ότι ο ενυπόθηκος δανειστής διεξάγει πλέον ο ίδιος την όλη διαδικασία, έχοντας μάλιστα δικαίωμα μετά την παρέλευση 6 μηνών από την ημερομηνία του πρώτου αποτυχόντος πλειστηριασμού να αγοράσει προσωπικά το ενυπόθηκο ακίνητο. Οι προαναφερθείσες θέσεις καλύπτουν κάποια από τα επιχειρήματα των αιτητών σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι οι αιτητές κινδυνεύουν να χάσουν την περιουσία τους, μεταξύ της οποίας και η κατοικία τους. Συναφώς θα απωλέσει το επίδικο θέμα της ανταπαίτησής τους και δεν θα είναι δυνατό σε μεταγενέστερο στάδιο να αποζημιωθούν σε χρήμα. Ομοίως θα απωλέσουν και τα εισοδήματά τους που προέρχονται από ενοικιάσεις κατοικιών που βρίσκονται επί μέρους των ενυπόθηκων ακινήτων. Τέλος θα επηρεαστεί το συνταγματικό τους δικαίωμα για δίκαιη δίκη αφού ουδέποτε θα αποφασιστούν επί της ουσίας και στα πλαίσια μιας κανονικής ακροαματικής διαδικασίας οι θέσεις και ισχυρισμοί τους. Αντίθετα σε περίπτωση έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων η καθ' ης η αίτηση - η οποία αποτελεί ένα φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα - δεν θα υποστεί καμία ζημιά δεδομένου ότι πολύ σύντομα θα εκδικαστεί η ουσία της υπόθεσης. Η καθ' ης η αίτηση, με Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης ημερ. 9.6.2020 (εφεξής η Ένσταση), η οποία στηρίζεται στην ορθή νομική βάση, εγείρει τους εξής ειδικούς λόγους ένστασης:
- Για την ανακοπή πλειστηριασμών που διεξάγονται με βάση τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65, αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται Έφεσης που καταχωρίζεται με βάση τον εν λόγω Νόμο∙ η δε Έφεση συνιστά το μοναδικό ένδικο βοήθημα δια του οποίου μπορεί να προσβληθεί η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ, που προαναγγέλλει τον σκοπό πλειστηριασμού και/ή η διαδικασία πλειστηριασμού που διεξάγεται με βάση τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/
- Με τη μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι αιτητές, δια της πολυσέλιδης ενόρκου δηλώσεως του κυρίου xxx Νεοφύτου ημερομηνίας 20.02.2020, δεν φαίνεται να συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, καθότι: 2.
- Δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας της Ανταπαίτησης των αιτητών στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. 2.
- Οι αιτητές δεν αποδεικνύουν ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, σε περίπτωση μη έκδοσης αιτούμενων διαταγμάτων.
- Εν πάση περιπτώσει, το ισοζύγιο της ευχέρειας θα πρέπει να κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης.
- Η Αίτηση των αιτητών είναι καταχρηστική και κακόπιστη, εφόσον σκοπεί στο να παρεμποδίσει την καθ' ης η Αίτηση από του να ασκήσει νόμιμα δικαιώματα που έχει και/ή να δημιουργήσει τεχνηέντως λόγο ένστασης με βάση των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/
- Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της υπαλλήλου - λειτουργού της καθ' ης η αίτηση xxx Κανάρη. Η ενόρκως δηλούσα ουσιαστικά επεξηγεί και αναπτύσσει, σε συνάρτηση με τα γεγονότα, τους λόγους ένστασης. Αναφέρεται ειδικά στην κατ' ισχυρισμό παραβίαση των συμφωνιών από μέρους του αιτητή 1 δια της μη καταβολής δόσεων και για εκ των υστέρων προφάσεις για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του. Συνάμα γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι ο αιτητής 1 συνεχίζει να καρπώνεται και να προσπορίζεται οφέλη από την κατακράτηση της ενυπόθηκης περιουσίας. Συναφώς αμφισβητείται η γνησιότητα της κατ' ισχυρισμό πρόθεσης των αιτητών για διευθέτηση της υπόθεσης. Σε άλλο σημείο η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει τη νομιμότητα της ακολουθητέας διαδικασίας και της χορήγησης του δανείου σε ελβετικά φράγκα. Αμφισβητεί τους ισχυρισμούς περί πλάνης αλλά και τους λοιπούς ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, χαρακτηρίζοντάς τους γενικούς και αόριστους. Σε σχέση με τη δρομολογούμενη διαδικασία πλειστηριασμού δυνάμει του Νόμου 9/65 όπως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί, ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έπραξε τίποτε περισσότερο από το να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά της. Επί τούτου προβάλλει και τη θέση ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, να ανακόψει πλειστηριασμό και να παρεμποδίσει την καθ' ης η αίτηση από την ενάσκηση των εκ του Νόμου δικαιωμάτων της. Συναφώς οι αιτητές είναι με την καταχώρηση Αίτησης/Έφεσης που νομιμοποιούνται να προβάλουν την εναντίωσή τους και όχι με ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει θεωρεί ότι η εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων θα ωφελήσει όλους αφού από το τίμημα πώλησης θα μειωθεί το χρέος των αιτητών. Τελικώς χαρακτηρίζει την Αίτηση καταχρηστική και κακόπιστη, θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων και ζητά έτσι την απόρριψή της με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Δεν κλήθηκαν για αντεξέταση οι ενόρκως δηλούντες και έτσι κατά την ακρόαση δόθηκε απευθείας ο λόγος στους ευπαιδεύτους συνηγόρους. Αμφότεροι ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, εμπεριστατωμένες, γραπτές αγορεύσεις. Τις αγορεύσεις αυτές τις έχω διεξέλθει με προσοχή και ενδελέχεια και αναφορά θα γίνει όπου αυτό κριθεί αναγκαίο προς επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς. Ως ύψιστο θέμα δημόσιας τάξης θα ξεκινήσω με τον ισχυρισμό της πλευράς της καθ' ης η αίτηση περί αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Ανάλογο επιχείρημα ενίοτε προβάλλεται ως «κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας», ειδικά όταν προωθείται παράλληλα Αίτηση/Έφεση για ακύρωση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ για την πώληση του ιδίου ακινήτου. Το επιχείρημα, με όποια μορφή και αν προωθηθεί, έχει κάποια λογική αφού - στην όψη του πράγματος - υπάρχει ειδικός Νόμος και συγκεκριμένος τρόπος που καθορίζεται σ' αυτόν για να πετύχει ο ενυπόθηκος οφειλέτης τον απώτερο σκοπό του που δεν είναι άλλος από την ακύρωση ενός δρομολογούμενου πλειστηριασμού και την παρεμπόδιση της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Μυλωνάς v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση Ε176/2019, ημερ. 10.12.2019, «Σημειώνουμε, εκ προοιμίου, ότι η αναστολή του πλειστηριασμού που ορίστηκε την 11.12.2019 και η αναστολή της ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» ημερ. 15.7.2018 δεν ήταν θεραπείες που θα μπορούσαν να χορηγηθούν στην αγωγή ή στην αίτηση που καταχωρίστηκε στα πλαίσιά της. Η διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε και προς τούτο ο Εφεσείοντας, όπως μας έχει πληροφορήσει, καταχώρησε έφεση στο Ε.Δ. Λάρνακας. Στην αίτηση στα πλαίσια της αγωγής ό,τι μπορούσε να εκδοθεί, νοουμένου ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήταν διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης που η αγωγή αφορά.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Συνεπώς κατά ανάλογο τρόπο στην προκειμένη περίπτωση το μόνο διάταγμα που δυνητικά μπορεί να εκδοθεί είναι για απαγόρευση της εκποίησης των υποθηκών. Η αναστολή πλειστηριασμού και κατ' επέκταση πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων είναι μέσω της διαδικασίας της Αίτησης/Έφεσης που επιτυγχάνεται και αυτό αφού πρώτα επιδοθεί η ειδοποίηση τύπου ΙΑ. Έτσι στο βαθμό που επιζητείται από τους αιτητές διάταγμα που να επεκτείνεται πέραν της απαγόρευσης της εκποίησης των υποθηκών, το παρόν Δικαστήριο είναι όντως αναρμόδιο. Περαιτέρω, το διάβημα εντασσόμενο σε αυτό το πλαίσιο θα ήταν και πρόωρο. Το ερώτημα επομένως που απομένει είναι αν υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδώσει και διάταγμα απαγόρευσης εκποίησης των υποθηκών. Αν είχε δρομολογηθεί η διαδικασία πλειστηριασμού με την έκδοση και επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, έχω την άποψη ότι το παρόν Δικαστήριο θα ήταν αναρμόδιο να εκδώσει ακόμα και ένα τέτοιο διάταγμα. Θα έπρεπε οι αιτητές να ακολουθήσουν τη διαδικασία της Αίτησης/Έφεσης συμφώνως του Μέρος VIA του Νόμου 9/
- Ωστόσο τέτοια διαδικασία αυτήν τη στιγμή δεν υφίσταται. Δεν μου διαφεύγει βέβαια το γεγονός ότι ήδη καταχωρήθηκαν ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ και για τα δύο ενυπόθηκα ακίνητα (βλ. τεκμήριο 4 στην Ε.Δ Νεοφύτου). Ωστόσο για παραμερισμό των ειδοποιήσεων αυτών καταχωρήθηκαν οι Αιτήσεις/Εφέσεις 301/19 και 317/19 (βλ. τεκμήριο 5 στην Ε.Δ. Νεοφύτου). Η 317/19 εκδικάστηκε και είχε επιτυχή κατάληξη για τους αιτητές με τον παραμερισμό της ειδοποίησης (βλ. τεκμήριο 6 στην Ε.Δ. Νεοφύτου) ενώ η 301/19 αποσύρθηκε κατόπιν που η καθ' ης η αίτηση ακύρωσε τον πλειστηριασμό ημερ.18.2.2019, κάτι που επιβεβαιώθηκε με ρητή δήλωση των δικηγόρων της ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις 7.1.2020 απεστάλησαν νέες ειδοποιήσεις τύπου Θ και Ι σε σχέση με την υποθήκη Υ4xx0/2006 (τεκμήριο 7) όχι όμως νέες ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ. Σε σχέση με την υποθήκη Υ4xx3/2009 δεν έχει σταλεί ακόμα καμία νέα ειδοποίηση. Συνεπώς αυτήν τη στιγμή δεν δρομολογείται διαδικασία πλειστηριασμού δυνάμει ειδοποίησης τύπου ΙΑ στη βάση του Νόμου 9/
- Δεν αποκλείεται βέβαια να ενεργοποιηθεί εκ νέου η διαδικασία και να σταλούν καινούργιες ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ για πλειστηριασμό των ακινήτων. Αυτή είναι και η πεποίθηση αλλά και ο φόβος των αιτητών. Το ενδεχόμενο όμως αυτό όχι μόνο δεν αφαιρεί αρμοδιότητα από το παρόν Δικαστήριο αλλά κατά κάποιον τρόπο του προσδίδει, αφού σύμφωνα με το άρθρο 44Γ του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν87
(1)/2018, ένας από τους έξι λόγους για τους οποίους μπορεί να παραμεριστεί η ειδοποίηση τύπου ΙΑ είναι και η έκδοση προσωρινού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Συνεπώς και ο ίδιος ο Νόμος 9/1965 επιβεβαιώνει την ήδη κατοχυρωμένη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Ως εκ τούτων το σχετικό επιχείρημα και λόγος ένστασης της καθ' ης η αίτηση απορρίπτεται. Προχωρώ επομένως στην εξέταση της Αίτησης επί της ουσίας της, κάνοντας αρχή από το άρθρο 4 του Κεφ.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε στην αγόρευσή του ότι στην παρούσα περίπτωση, ένεκα του ότι το αντικείμενο της υπόθεσης είναι «περιουσία», η Αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως αυτού του άρθρου, ανεξάρτητα και αυτοτελώς του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 προνοεί ότι: «4.‑
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιονδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.». Είναι γεγονός ότι το άρθρο 4 (και επόμενα) εφαρμόζονται εκεί όπου η έκδοση συντηρητικού διατάγματος έχει σκοπό την προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής (βλ. Palestine Plantations Co. Ltd v. Oliver & Co.(Cyprus) Ltd 16 C.L.R 122 και Compania Portuguesa De Transportes Maritime of Lisbon ν. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 11). Το άρθρο αυτό μπορεί να εξετασθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (βλ. Παπαστράτης v. Πετρίδης
(1979)1 C.L.R 231). Εντούτοις, έχει επικρατήσει η πρακτική να εξετάζονται από κοινού υπό το πρίσμα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εξάλλου, το άρθρο 4 (όπως και το άρθρο 5) του Κεφ. 6 προβαίνει σε ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρεται, αλλά δεν επηρεάζει τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. Αντωνία Παναγίδου κ.ά. ν. Μαρία Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 396) και το ουσιαστικό δίκαιο έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. Demades Overseas Ltd v. STUDIO MUST LTD
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το άρθρο 32 διαλαμβάνει ως εξής: "
(1)Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας δύναται να εκδίδει απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικόν)... εις πάσας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Νοείται ότι παρεμπίπτον διάταγμα δεν θα εκδίδηται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασίας ότι υπάρχει πιθανότης ο ενάγων να δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι, εκτός εάν εκδοθεί περεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον." Από την πλούσια, ερμηνευτική επί του θέματος, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 είναι οι ακόλουθες:
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτό απαιτεί απλώς τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο δικόγραφο. Την αποκάλυψη δηλαδή συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία.
- Πιθανότητα επιτυχίας. Βάσει αυτής της προϋπόθεσης, ο αιτητής δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε και πιθανότητα επιτυχίας στη δίκη. Το βάρος που έχει είναι πολύ λιγότερο και ικανοποιείται με την απλή κατάδειξη προοπτικής επιτυχίας, η οποία να υφίσταται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Σ' αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο εξετάζει, χωρίς βεβαία να αποφασίζει, την αποδεικτική δύναμη (evidential strength) της υπόθεσης τoυ ενάγοντος. Στην υπόθεση Mothercare Ltd v. Robson Books Ltd [1979] FSR 466, 474 τονίστηκε ότι: 'The prospects of the plaintiff's success are to be investigated to a limited extent, but they are not to be weighed against the prospects of failure. All that has to be seen is whether the plaintiff has prospects of success, which in substance and reality exist. Odds against success no longer defeat the plaintiff, unless they are so long that the plaintiff can have no expectation of success, but only a hope. If his prospects on success are so small that they lack substance and reality, then the plaintiff falls, for he can point to no question to be tried which can be called 'serious' and no prospect of success which can be called 'real΄."
- Αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων. Τούτο, όμως, δεν είναι απόλυτα ακριβές αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Εάν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255). Στην Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, τονίστηκε χαρακτηριστικά ότι "τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ". Από την άλλη, βέβαια, η ευρύτητα της διατύπωσης του άρθρου 32, επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις (βλ. ABP Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α., Κυπριανού κ.α. v. Lasala κ.α., King Mazax Lines Ltd κ.α. v. Lasala κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162 [Ολ]). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιόν του. Δεν καταλήγει σε τελικά, πραγματικά ή νομικά συμπεράσματα και γενικά αποφεύγει τη διεξοδική διερεύνηση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Για να αποδειχθούν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειαστεί, με σκοπό να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1984)1 CLR 263, 267-268). Τα θέματα που άπτονται της αγωγής θα πρέπει να παραμένουν ανοικτά μέχρι τέλους (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Συναρτώντας τα επιμέρους στοιχεία που προκύπτουν στην παρούσα υπόθεση με τις προαναφερθείσες νομικές αρχές, βρίσκω ότι η πρώτη, ευκολότερη προϋπόθεση, πληρείται. Μόνο σε κραυγαλέες περιπτώσεις, όπου η αγωγή στερείται σοβαρότητας ή δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα ή συζητήσιμο θέμα, η Αίτηση απορρίπτεται λόγω μη εκπλήρωσης αυτής της προϋπόθεσης. Εδώ, με βάση την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, αποκαλύπτονται διάφορα υπαρκτά, νομικά θέματα με αναφορά σε ισχυρισμούς, τα οποία από πλευράς δικογραφίας πάντα, οριοθετούν αυτό που ονομάζει η Νομολογία «συζητήσιμη υπόθεση». Η δεύτερη προϋπόθεση ως προανέφερα είναι «βαθύτερη». Δεν αναμένεται βέβαια η προσκόμιση εκτενούς μαρτυρίας - υποχρέωση που μετατίθεται για τη μετέπειτα ακροαματική διαδικασία και εντάσσεται στην εν γένει υποχρέωση ενός διαδίκου να αποσείσει το βάρος απόδειξης. Αναμένεται, όμως, η παρουσίαση κάποιων στοχευμένων και συνεκτικών στοιχείων, έτσι ώστε να τύχουν θεώρησης από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της κρίσης του. Φρονώ πως και αυτή η προϋπόθεση - οριακά θα έλεγα - πληρείται. Στη μακροσκελή ένορκη δήλωση του πρώτου αιτητή προβάλλονται πολλοί ισχυρισμοί κατά της νομιμότητας και εγκυρότητας της δανειακής σύμβασης που αν γίνουν αποδεκτοί θα επηρεάσουν όχι μόνο τη δική του υποχρέωση και ευθύνη για αποπληρωμή αλλά και την υποχρέωση και ευθύνη της δεύτερης αιτήτριας ως εγγυήτριας. Κάποιοι ισχυρισμοί - ως σωστά παρατηρεί η πλευρά της καθ' ης η αίτηση - είναι γενικοί και αόριστοι. Κάποιοι άλλοι όμως είναι πιο συγκεκριμένοι και πλαισιώνονται με τεκμήρια. Όπως για παράδειγμα η κύρια θέση ότι η παραχώρηση του δανείου σε ελβετικά φράγκα ήταν υπό τις περιστάσεις άκυρη και παράνομη. Συναφώς ότι, κατά κάποιον τρόπο, η καθ' ης η αίτηση διαμόρφωσε τεχνηέντως τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου ώστε να παρακάμψει την υποχρέωση για μη παραχώρηση δανείου σε ξένο νόμισμα δια περίοδο πέραν των 15 ετών χωρίς την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Σχετικά με το ζήτημα αυτό είναι τα τεκμήρια 11 και 12 που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση Νεοφύτου. Ότι η καθ' ης η αίτηση γνώριζε για τους συναλλαγματικούς κινδύνους αλλά δεν τον ενημέρωσε. Σχετικά εδώ είναι τα τεκμήρια 13 και 14 που συνοδεύουν την εν λόγω ένορκη δήλωση. Ισχυρισμοί προβάλλονται σε σχέση και με την εγκυρότητα των επίδικων υποθηκών - όχι μόνο γενικά - αλλά και με αναφορά σε επιμέρους όρους. Συναφώς προβάλλονται κατ' ισχυρισμό απτές συνταγματικές παραβιάσεις που προέκυψαν σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, εκείνο το οποίο θα πρέπει εξ αρχής να επισημανθεί είναι ότι δεν αμφισβητείται η φερεγγυότητα της καθ' ης η αίτηση και κατ' επέκταση η εν γένει οικονομική της δυνατότητα να αποζημιώσει τους αιτητές για την όποια οικονομική ζημιά ήθελαν υποστούν από τη μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Αντίθετα οι αιτητές επικαλούνται κιόλας τη φερεγγυότητα αυτήν για να υποστηρίξουν ότι δεν υπάρχει σοβαρό διακύβευμα από πλευράς καθ' ης η αίτηση αν εκδοθούν τα διατάγματα - ιδίως ένεκα του γεγονότος ότι επίκειται πολύ σύντομα η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Αυτού λεχθέντος η προϋπόθεση αυτή - όπως προανέφερα - δεν περιορίζεται κατ' ανάγκη στην επάρκεια των αποζημιώσεων αλλά επεκτείνεται και στην ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ.Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Φυλακτίδη κ.ά
(2009)1(Α) Α.Α.Δ.317). Στο πλαίσιο αυτό οι αιτητές προέβαλαν με ιδιαίτερη επίταση το γεγονός ότι επί του ενός υποθηκευμένου ακινήτου βρίσκεται η κατοικία όπου διαμένουν ενώ επί του άλλου βρίσκεται κατοικία η οποία έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για τον πρώτο αιτητή. Συναφώς προβάλλουν και επικείμενη απώλεια ενοικίων από την κατοικία που βρίσκεται επί του ενός υποθηκευμένου ακινήτου. Εκείνο ωστόσο που δεν σχολιάζει ο πρώτος αιτητής είναι ότι ο ίδιος υποθήκευσε αυτά τα ακίνητα προς όφελος της καθ' ης η αίτηση για να εξασφαλίσει τη δανειοδότηση - εκθέτοντάς τα έτσι εκ προοιμίου - στον κίνδυνο να πωληθούν και να απωλέσει την κατοχή τους και τα όσα επί τούτου συνεπάγονται. Στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd v. Hellenic Bank Public Company Ltd Πολ. Έφεση E203/13, ημερ.11.9.2019, η οποία έχει αρκετές ομοιότητες με την παρούσα, οι αιτητές για να πετύχουν την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να εμπόδιζε την τράπεζα από το να προχωρήσει στην εκποίηση διαφόρων υποθηκών, προέβαλαν το συνταγματικό δικαίωμα στην ιδιοκτησία που κατοχυρώνει το άρθρο 23. Δηλαδή υποστήριξαν πως σε περίπτωση που δεν εκδίδονταν τα αιτούμενα διατάγματα, θα υπήρχε κίνδυνος αποξένωσης των ακινήτων από την τράπεζα κάτι που θα καθιστούσε αδύνατη την παραμονή τους σ' αυτά. Και τούτο - σύμφωνα με τους αιτητές - θα εμπόδιζε τη δυνατότητα απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και απορρίπτοντας το πιο πάνω επιχείρημα ανέφερε τα εξής: «Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιονδήποτε τρόπο και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για τη «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτόν τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Συνεπώς το επιχείρημα των αιτητών είναι χωρίς αντίκρισμα. Οι ίδιοι έθεσαν σε κίνδυνο την περιουσία τους και δεν νοείται - υπό τις περιστάσεις - να επικαλούνται τώρα είτε το εν γένει δικαίωμα στην ιδιοκτησία, είτε την παραμονή τους σ' αυτήν είτε την όποια συναισθηματική αξία των ακινήτων. Ούτε βεβαίως και η απώλεια ενοικίων έχει κάποια καταλυτική επίδραση επί του ζητήματος αυτού πέραν του ότι ξενίζει, ευρισκόμενο στον αντίποδα της μη αποπληρωμής οποιωνδήποτε δόσεων από μέρους τους εδώ και πολλά χρόνια. Φρονώ ότι η διαφορά των μερών είναι εξόχως οικονομική. Υπάρχει βέβαια και η παράμετρος των υποθηκών, αλλά αυτή είναι επακόλουθη, απόλυτα μετρήσιμη σε χρήμα αφού τα ακίνητα δύναται να εκτιμηθούν και η όποια απώλειά τους, αν και εφόσον επέλθει, θα μπορεί να αποκατασταθεί από την φερέγγυα καθ' ης η αίτηση σε περίπτωση που οι αιτητές επιτύχουν κατά την ακρόαση. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Εν όψει των πιο πάνω θεμελιακών διαπιστώσεων, το θέμα τελειώνει εδώ. Η Αίτηση εναντίον της καθ' ης η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών. (Υπ) ............................... Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο