← Κύπρος

A.B. CONSTRUCTION LTD ν. A.B., Αγ. Αρ.: 655/2012, 19/11/2020

A.B. CONSTRUCTION LTD ν. A.B., Αγ. Αρ.: 655/2012, 19/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A116 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 655/2012 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ CONSTRUCTION LTD, από την Πάφο Εναγόντων και ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Εναγόμενων ---------------------------------------------- Ημερ.: 19/11/2020. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Α. Γεωργιάδης για κ.κ. Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους: κ. Ι. Παπαζαχαρία για κ.κ. Ιωάννη Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατά τους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν εγγεγραμμένοι εργολήπτες. Με το Έντυπο Κυρίως Συμβόλαιο για Οικοδομικά Έργα (Με Ποσότητες) Α/Α 02256, ημερ. 26/10/2006, οι εναγόμενοι ανάθεσαν στους ενάγοντες την ανέγερση δημοτικού Πάρκου, περιλαμβανομένων εγκαταστάσεων, στην Πέγεια, έναντι αρχικού ποσού €1,745,884.80 (£1,021,821) πλέον Φ.Π.Α. Η αξίωση τους με την παρούσα αγωγή είναι για το ποσό των €204.659,20 πλέον Φ.Π.Α. επί €184.377,52 και τόκο προς 8% από 25/09/2010 μέχρι εξόφλησης, ως αποζημιώσεις για την επιμήκυνση του χρόνου εκτέλεσης των εργασιών του πιο πάνω Έργου. Oι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι στις 12/07/2011 υπέβαλαν, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συμφωνίας, γραπτή απαίτηση προς τους Αρχιτέκτονες για αποζημιώσεις λόγω επιμήκυνσης του χρόνου εκτέλεσης των εργασιών του Έργου και με Απόφαση των Αρχιτεκτόνων ημερομηνίας 28/07/2011 επιδικάστηκαν τα πιο πάνω αξιούμενα ποσά. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν, ισχυρίζονται, να ειδοποιήσουν γραπτώς τους Αρχιτέκτονες εντός 28 ημερών από την λήψη της πιο πάνω απόφασης ότι προβάλλουν ένσταση και επίσης αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να τους καταβάλουν τα πιο πάνω ποσά, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους. Οι εναγόμενοι, με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες κωλύονται να διεκδικούν τις αξιούμενες αποζημιώσεις καθότι οι διάδικοι προέβησαν σε προφορική και/ή γραπτή συμφωνία από κοινού να δοθεί επέκταση του χρόνου χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται επίσης, ότι οι ενάγοντες ακολούθησαν παράτυπη διαδικασία και επέδειξαν αντισυμβατική συμπεριφορά. Συγκεκριμένα, αποτελεί θέση τους ότι δεν ακολούθησαν τις πρόνοιες του Συμβολαίου και δεν είχαν ενημερώσει κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου για ενδεχόμενη άμεση απώλεια ή ζημιά και ούτε υποβλήθηκαν λεπτομέρειες για τέτοια απώλεια. Ακόμη οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο τελικός λογαριασμός του έργου συμφωνήθηκε την 01ην/07/2010 και ότι δεν τέθηκε θέμα καθυστερήσεων και αποζημιώσεων. Αποτελεί θέση των εναγόμενων ότι η απαίτηση των εναγόντων είναι άκυρη, αντισυμβατική και εκπρόθεσμη και ότι έπρεπε να απορριφθεί (προφανώς από τον Αρχιτέκτονα), ανεξάρτητα αν ευσταθούσαν οι αιτίες που εκ των υστέρων επικαλούνται. Οι ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της απαίτησης τους κάλεσαν δύο

(2)μάρτυρες και συγκεκριμένα τον κ. XXXXX (XXXXX) Γεωργίου Χαραλάμπους (Μ.Ε.1) και τον κ. XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Ε.2). Από την αντίπερα όχθη οι εναγόμενοι, δεν κάλεσαν οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Κατατέθηκαν επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου 33 συνολικά τεκμήρια. Ολόκληρη η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί. Θα αναφερθώ κατωτέρω στα ουσιώδη στοιχεία αυτής για να γίνουν αντιληπτές οι θέσεις των μερών. Ο Μ.Ε.1, διοικητικός σύμβουλος των εναγόντων, αναφέρθηκε στο Συμβόλαιο Εργολαβίας το οποίο υπογράφηκε από τους ενάγοντες και τους εναγόμενους και το κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  1. Αρχιτέκτονες του Έργου ήταν οι κ.κ. Ιωακείμ και Λοϊζιάς. Στην συνέχεια, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο ιστορικό της προόδου των εργασιών, στους λόγους που καθυστέρησαν την ολοκλήρωση του και στις ενέργειες των εναγόντων καταθέτοντας σχετική αλληλογραφία. Είπε ότι από τις πρώτες ημέρες, μετά την έναρξη των εργασιών, ανευρέθηκαν αρχαιότητες και κατέστη προφανές ότι θα προκαλείτο καθυστέρηση στην εκτέλεση του Έργου, ειδοποιώντας προς τούτο αμέσως τους Αρχιτέκτονες, με επιστολές τους ημερομηνίας 26/09/06 και 03/10/06 (βλ. τεκμήρια 2 και 3). Επίσης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι λίγο αργότερα προέκυψε συνοριακή διαφορά που αφορούσε τους εναγόμενους και τρίτους, ζήτημα για το οποίο οι ενάγοντες ειδοποίησαν αμέσως τους Αρχιτέκτονες με επιστολές τους ημερομηνίας 03/01/2007 και 27/03/2007 (βλ. τεκμήρια 4 και 5). Ο Μ.Ε.1 συνέχισε λέγοντας ότι οι εναγόμενοι, με επιστολή τους ημερομηνίας 16/04/2007 (βλ. τεκμήριο 6), ζήτησαν διακοπή των εργασιών στο Έργο και στη συνέχεια καθυστέρησαν να διορίσουν υπεργολάβο μηχανολογικών, όπως προκύπτει από την επιστολή τους ημερομηνίας 25/05/2007 και την απάντηση των εναγόμενων ημερομηνίας 11/07/2007 (βλ. τεκμήρια 7 και 8). Τελικά, οι εναγόμενοι διόρισαν υπεργολάβο μηχανολογικών στις 26/07/2007 (βλ. τεκμήριο 9). Ο μάρτυρας ανάφερε επίσης, ότι οι ενάγοντες στις 26/11/2007 (βλ. τεκμήριο 10) έδωσαν στους Αρχιτέκτονες γραπτή ειδοποίηση για δίκαιη και λογική παράταση του χρόνου εκτέλεσης των εργασιών του Έργου. Με επιστολή ημερομηνίας 15/02/2008 (βλ. τεκμήριο 11), σύμφωνα πάντα με τον Μ.Ε.1, οι εναγόμενοι έδωσαν στους Αρχιτέκτονες τις οδηγίες που εκκρεμούσαν, και ζήτησαν την συνέχιση των εργασιών. Όμως συνέχισαν να προκύπτουν προβλήματα, χωρίς υπαιτιότητα των εναγόντων, πάντα κατ' ισχυρισμό του Μ.Ε.1, όπως φαίνεται από τις επιστολές των εναγόντων ημερομηνίας 26/02/2008 και 17/06/2008 τις οποίες κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήρια 12 και 13). Η έμπρακτη συμπλήρωση του έργου έγινε στις 24/09/2008 (βλ. τεκμήριο 14) και το πιστοποιητικό τελικής πληρωμής εκδόθηκε στις 12/07/2010 (βλ. τεκμήριο 16). Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι αυτό, δηλαδή το τελικό πιστοποιητικό, δεν συνιστά την τελική ρύθμιση της συμφωνίας, αφού είχε συμφωνηθεί οι απαιτήσεις παράτασης χρόνου να εξεταστούν και επιλυθούν μεταγενέστερα. Αυτό φαίνεται, είπε, και από την επιστολή των επιμετρητών του Έργου ημερομηνίας 29/06/2010 (βλ. τεκμήριο 15) με την αναφορά ότι κατά την ρύθμιση του ποσού της Συμφωνίας, οι ενάγοντες επιφύλαξαν το δικαίωμα τους - και αυτό έγινε δεκτό από τους εναγόμενους - να υποβάλουν μεταγενέστερα απαίτηση για παράταση και αποζημιώσεις λόγω επιμήκυνσης του χρόνου εκτέλεσης των εργασιών του Έργου. Ακολούθως, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους ενάγοντες σε σχέση με την υποβολή της απαίτησης τους προς τους Αρχιτέκτονες. Ανάφερε ότι στις 02/08/2010 υπέβαλαν προς αυτούς λεπτομερή και επικαιροποιημένη απαίτηση για παράταση και αποζημιώσεις (βλ. τεκμήριο 17) και με επιστολή τους ημερομηνίας 15/02/2011 (βλ. τεκμήριο 18) οι Αρχιτέκτονες εισηγήθηκαν προς τους εναγόμενους την παραχώρηση προς τους ενάγοντες δικαιολογημένης παράτασης 8 μηνών και την καταβολή σε αυτούς αποζημίωσης για καθυστέρηση ύψους €204.659,
  2. Οι ενάγοντες, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, στις 15/04/2011 (βλ. τεκμήριο 19) ζήτησαν και πάλι να εξεταστεί η απαίτηση τους από τους εναγόμενους και να τους καταβληθούν οι αποζημιώσεις λόγω της επιμήκυνσης της περιόδου εκτέλεσης και έλαβαν απάντηση στις 20/04/2011 (βλ. τεκμήριο 20), ότι τo ζήτημα ήταν υπό εξέταση. Απέστειλαν νέα επιστολή στις 02/05/2011 (βλ. τεκμήριο 21) η οποία απαντήθηκε στις 31/05/2011 με παρόμοιο τρόπο (βλ. τεκμήριο 22). Πιο κάτω ο μάρτυρας αναφέρει ότι στις 12/07/2011, οι ενάγοντες υπέβαλαν προς τους Αρχιτέκτονες, βάσει της Συμφωνίας, γραπτή απαίτηση για αποζημιώσεις εναντίον των εναγόμενων λόγω επιμήκυνσης του χρόνου εκτέλεσης των εργασιών του Έργου (βλ. τεκμήριο 23). Αποτελεί θέση του ότι οι Αρχιτέκτονες με Απόφαση τους ημερομηνίας 28/07/2011(βλ. τεκμήριο 24), σύμφωνα με τις διαδικασίες του Συμβολαίου, επιδίκασαν υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων το ποσό των €204.659,20 πλέον Φ.Π.Α. επί €184.377,52 πλέον τόκο προς 8% επί €184.377,52 από 25/09/2010 μέχρι την εξόφληση, ως αποζημιώσεις για την επιμήκυνση του χρόνου εκτέλεσης των εργασιών του Έργου. Οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν ένσταση εντός 28 ημερών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης, ούτε γραπτή ειδοποίηση προς τους Αρχιτέκτονες, ότι προβάλλουν ένσταση προς την Απόφαση. Οι εναγόμενοι έστειλαν προς τους Αρχιτέκτονες την 01ην/08/11 (βλ. τεκμήριο 25) ερωτήματα τα οποία απαντήθηκαν στις 02/08/2011 και 10/09/2011 (βλ. τεκμήρια 26 και 27). Στη συνέχεια, οι ενάγοντες ζήτησαν πληρωμή βάσει της Απόφασης στις 13/09/2011 (βλ. τεκμήριο 28) και στις 05/12/2011 (βλ. τεκμήριο 31) και οι εναγόμενοι απάντησαν αρνητικά στις 14/12/2011 (βλ. τεκμήριο 32). Ο μάρτυρας ανάφερε επίσης ότι οι διαφορές των Αρχιτεκτόνων με τους εναγόμενους, αναφορικά με την καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου διευθετήθηκαν και κατάθεσε προς τούτο δύο επιστολές ημερομηνίας 10/10/2011 (βλ. τεκμήρια 30 και 31). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, είπε ότι όταν βρέθηκαν τα αρχαία δε μπορούσε να προχωρήσει το ουσιαστικό μέρος του Έργου, που ήταν τα κτίρια που χρειάζονταν χρόνο για να αποπερατωθούν και έπρεπε να έρθει το Τμήμα Αρχαιοτήτων για να αποφασίσει αν θα έδινε άδεια για να προχωρήσουν. Δεν θυμόταν όμως πόσο χρόνο χρειάστηκε για να έρθει το Τμήμα Αρχαιοτήτων και να αποφασίσει για τα περαιτέρω. Υπήρχε είπε καθυστέρηση και λόγω της συνοριακής διαφοράς αλλά κυρίως λόγω του ότι δεν είχε διοριστεί μηχανολόγος μηχανικός. Πέραν της επιστολής τους ημερομηνίας 25/05/2007 - τεκμήριο 7, υπήρχαν και προφορικές ειδοποιήσεις προς τον Δήμο για το ζήτημα του διορισμού μηχανολόγου μηχανικού. Συγκεκριμένα, το ζήτημα αναφερόταν στον δημοτικό μηχανικό που βρισκόταν στο Έργο. Είπε επίσης ότι οι εργασίες ανέγερσης μιας μικρής εκκλησίας στο χώρο του πάρκου αναστάληκαν με οδηγίες του Δήμου και ότι αν και προχωρούσαν οι υπόλοιπες εργασίες, αυτό επηρέαζε το συμβόλαιο και το χρόνο αποπεράτωσης του έργου. Αναφέρθηκε στο τεκμήριο 7 και στο ζήτημα της καθυστέρησης του διορισμού υπεργολάβων, μηχανολόγου μηχανικού και ηλεκτρολόγου και ότι αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα την επιμήκυνση του χρόνου και ότι ο Δήμος θα υποστεί επιπλέον κόστος και έξοδα. Ο Δήμος απάντησε με το τεκμήριο 8 και ζήτησε όπως ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός και θέση αποσυρθεί χωρίς όμως να θυμάται αν οι ενάγοντες απάντησαν αυτή την επιστολή. Παράπεμψε όμως στο Συμβόλαιο και είπε ότι οι καθυστερήσεις ήταν «εκεί». Είπε επίσης ότι με την επιστολή τεκμήριο 10, οι ενάγοντες ζήτησαν παράταση του χρόνου ολοκλήρωσης του έργου για 8 μήνες από την ημερομηνία που αυτό έπρεπε να παραδοθεί, η οποία είχε ήδη παρέλθει (04/07/2008) και διαφώνησε με τη θέση ότι ένα τέτοιο αίτημα έπρεπε να αποσταλεί, τουλάχιστον πριν τον χρόνο που προβλεπόταν στο συμβόλαιο να παραδοθεί το έργο. Ο λόγος που ο μάρτυρας έδωσε ήταν ότι δεν γνώριζαν πόσος ήταν ο χρόνος της παράτασης. Υπενθύμιζαν όμως συνέχεια ότι θα υπήρχε καθυστέρηση με τις επιστολές που απέστελλαν. Διαφώνησε με τη θέση ότι είχαν υπόψη τους, σε συνεννόηση με τον Δήμο, ότι θα έπαιρναν παράταση στην αποπεράτωση του Έργου χωρίς να προκύψει οποιαδήποτε εκατέρωθεν αξίωση για αποζημιώσεις σύμφωνα με το Συμβόλαιο και ισχυρίστηκε ότι με βάση την επιστολογραφία ήταν γνώστης ο Δήμος και ο Αρχιτέκτονας ότι θα υπάρχει κόστος. Το κόστος αυτό θα έβγαινε στο τέλος του Έργου όπως και έγινε τελικά. Ο Μ.Ε.1 αντεξεταζόμενος απάντησε ότι ο Δήμος ουδέποτε τους ανάφερε ότι έχουν μερίδιο ευθύνης οι ενάγοντες γι αυτή την καθυστέρηση και ότι θα αξιώσουν και εκείνοι αποζημιώσεις εναντίον τους. Συμφώνησε μεν, με τη θέση ότι για όλη την περίοδο μέχρι τις 02/10/2010 (έπρεπε να ήταν 02/08/2010) δεν είχαν υποβάλει οποιαδήποτε εμπεριστατωμένη αξίωση για αποζημιώσεις, αλλά είπε ότι είχαν ειδοποιήσει τον Δήμο και προηγουμένως και με την αναφορά του επιμετρητή στον τελικό λογαριασμό ότι τo ζήτημα των αποζημιώσεων εκκρεμούσε και ότι θα ερχόταν σε μεταγενέστερο στάδιο η απαίτηση τους. Αποτέλεσε θέση του Μ.Ε.1 ότι ο Δήμος είχε ενημερωθεί και γραπτώς και προφορικώς ότι θα υπήρχαν απαιτήσεις. Όσον αφορά την πάροδο δύο σχεδόν χρόνων από την αποπεράτωση του έργου μέχρι που οι ενάγοντες να υποβάλουν την απαίτηση τους για αποζημιώσεις, είπε ότι ανάμεναν να βγει ο τελικός λογαριασμός του έργου και μετά να γίνουν οι υπολογισμοί μέσω του συμβούλου τους και επανέλαβε τη θέση ότι γνώριζαν και ο Δήμος και ο Αρχιτέκτονας και ανάμεναν την απαίτηση τους. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι ο Δήμος είχε τους μηχανισμούς να γνωρίζει το Συμβόλαιο και τί σημαίνει παράταση του χρόνου και ότι ταυτόχρονα σημαίνει και αποζημιώσεις. Αναφορικά με τους υπολογισμούς του κόστους της καθυστέρησης στην Απαίτηση που υπέβαλαν στον Αρχιτέκτονα οι ενάγοντες, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τους επεξηγήσει διότι ετοιμάστηκαν από τον σύμβουλο και τους ειδικούς τους και όχι από τον ίδιο. Τέλος, είπε ότι ο Δήμος δεν είπε οποιαδήποτε φορά ότι δεν θα τους πληρώσουν τα αξιούμενα ποσά. Ο Μ.Ε.2 ήταν ο Πολιτικός Μηχανικός του Έργου εκ μέρους των εναγόντων. Παρακολούθησε είπε αριθμό σεμιναρίων αναφορικά με τη διαχείριση κατασκευαστικών συμβολαίων και τον υπολογισμό των καθυστερήσεων και αποζημιώσεων λόγω παράτασης του χρόνου αποπεράτωσης κατασκευαστικών έργων. Σε συνεργασία με κάποιο κ. Κώστα Ανδρονίκου, τον οποίο οι ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτούσαν ως εξωτερικό συνεργάτη, πολιτικό μηχανικό και σύμβουλο σε θέματα αλληλογραφίας και διαχείρισης κατασκευαστικών συμβολαίων, ετοίμασαν και έστειλαν τα τεκμήρια 2, 3, 4, 5, 7, 10, 12, 13, 17, 19, 21, 23, 28, και
  3. Το τεκμήριο 17, που είναι η απαίτηση των εναγόντων για αποζημιώσεις λόγω της επιμήκυνσης του χρόνου αποπεράτωσης του Έργου, ετοιμάστηκε λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα των εναγόντων και του Έργου. Η απόφαση ημερομηνίας 28/07/2011 (τεκμήριο 24) η οποία βασίστηκε σε αυτά τα δεδομένα, είναι προϊόν συμβιβασμού και καταλήγει στο ελάχιστο που δικαιούνται οι ενάγοντες για παράταση χρόνου και αποζημιώσεις. Η παράταση που δόθηκε με την απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 και στα συμπεράσματα της απόφασης. Οι αποζημιώσεις, κατ' ισχυρισμό του Μ.Ε.2, υπολογίστηκαν σωστά, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα των εναγόντων και του έργου, όπως αναλύεται στην απόφαση και ειδικά στα Παραρτήματα της. Ο τύπος του Γενικού Λογιστηρίου, που αναφέρεται στο Παράρτημα 1 της απόφασης, είναι αυτός της Εγκυκλίου ΚΕΑΑ 1, Ημερ. 01/09/2010, την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  4. Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της Απαίτησης των εναγόντων που υποβλήθηκε στον Αρχιτέκτονα, τεκμήριο 17 και του ζητήθηκε να επεξηγήσει πώς προκύπτουν τα συγκεκριμένα ποσά που αξίωσαν οι ενάγοντες. Διαφώνησε με τη θέση ότι οι ενάγοντες δεν έδωσαν στον Αρχιτέκτονα όλα εκείνα τα στοιχεία που έπρεπε με την απαίτηση τους, ώστε ο τελευταίος να είναι σε θέση να αποφασίσει με συγκεκριμένα δεδομένα την αξίωση τους. Συμφώνησε με τη θέση ότι η αρχική περίοδος ολοκλήρωσης του έργου ήταν 10 μήνες, όμως χρειάστηκε 25 μήνες να ολοκληρωθεί. Συγκεκριμένα, δόθηκε παράταση 14,7 μήνες. Ο Μ.Ε.2 κατάθεσε ότι αν και οι ενάγοντες απαίτησαν αποζημιώσεις για όλο το χρονικό διάστημα, που κατά τη θέση του μάρτυρα δικαιολογείτο, παραπέμποντας στο τεκμήριο 27 το οποίο είναι επιστολή του Αρχιτέκτονα προς τον Δήμο Πέγειας, ωστόσο ο Αρχιτέκτονας εν τέλει επιδίκασε στους ενάγοντες αποζημιώσεις μόνο για τους 8 μήνες, απόφαση την οποία οι τελευταίοι αποδέχτηκαν. Στην συνέχεια, ο Μ.Ε.2 αναφέρθηκε στους λόγους της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση του έργου και στην επιστολογραφία με την οποία ενημέρωναν τους εναγόμενους για τις καθυστερήσεις. Οι εν λόγω καθυστερήσεις ήταν συνεχιζόμενες, είπε, και ήταν αδύνατο να γίνει υπολογισμός οποιουδήποτε κόστους και να κοινοποιηθεί στον εργοδότη πριν την ολοκλήρωση του έργου, με αποτέλεσμα να αναμένουν πότε αυτή θα λάβει χώρα για να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε διεκδίκηση. Είχαν ενημερώσει όμως και ήταν σε συνεννόηση τόσο με τον Αρχιτέκτονα όσο και με τον εργοδότη για το ότι θα είχαν απαίτηση για αποζημιώσεις για την καθυστέρηση αυτή και παράπεμψε στην επιστολή του Αρχιτέκτονα, τεκμήριο 27 και στην επιστολή, τεκμήριο
  5. Πολλές φορές επίσης κατά τις συναντήσεις στο εργοτάξιο είχαν υπερτονίσει ότι όλα αυτά θα οδηγούσαν σε καθυστέρηση και σε έξοδα τα οποία δεν μπορούσαν σε εκείνο το στάδιο να υπολογίσουν και θα το έπρατταν στο τέλος. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι η πρώτη φορά που οι ενάγοντες αιτήθηκαν παράταση του χρόνου αποπεράτωσης των εργασιών ήταν στις 26/11/2007 και όταν ο συμβατικός χρόνος παράδοσης του έργου είχε ήδη παρέλθει. Ο Αρχιτέκτονας όμως δεν απάντησε σε αυτό το αίτημα τους καθότι στην πορεία προέκυψαν επιπλέον εργασίες και διακοπές του έργου και δεν ήταν δυνατό να υπολογιστεί ο χρόνος αποπεράτωσης, για αυτό και οι ενάγοντες αλλά και οι εναγόμενοι δεν αντέδρασαν σε αυτό. Όσον αφορά τον τελικό λογαριασμό, τεκμήριο 16 και στον οποίο δεν αναφέρεται οποιοδήποτε ποσό για αποζημιώσεις λόγω καθυστέρησης, είπε ότι αυτό το δικαίωμα τους επιφυλάχθηκε και προκύπτει από την επιστολή των επιμετρητών ποσοτήτων, τεκμήριο
  6. Αρνήθηκε ότι δεν είχαν καν ένα τέτοιο δικαίωμα. Κατά τον Μ.Ε.2 η απαίτηση των εναγόντων υποβλήθηκε στον Αρχιτέκτονα στις 02/08/
  7. Στις 12/07/2011 οι ενάγοντες δεν υπέβαλαν καινούργια απαίτηση, απλά απέστειλαν επιστολή με την οποία ζητούσαν απόφαση του Αρχιτέκτονα. Ο λόγος ήταν διότι προέκυψε νομικό ζήτημα. Διαφώνησε με τη θέση ότι οι απαιτήσεις τους ήταν εκπρόθεσμες και κατ' επέκταση και η απόφαση του Αρχιτέκτονα και συνεπώς εντελώς άκυρες. Σε σχέση με την επιστολή του Δήμου Πέγειας ημερομηνίας 01/08/2011, τεκμήριο 25, ο Μ.Ε.2 είπε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν παραλάβει τέτοια επιστολή και ότι αυτή την είδαν για πρώτη φορά κατά την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας. Απευθυνόταν στον Αρχιτέκτονα και τους Επιμετρητές Ποσοτήτων με κοινοποίηση στο Γραφείο του Γενικού Ελεγκτή. Δεν κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω μαρτυρία και την γραμμή αντεξέτασης της υπεράσπισης, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι πλείστη από την μαρτυρία και τα έγγραφα που κατατέθηκαν αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων. Εκείνο όμως που αναφύεται να αποτελεί ζήτημα πραγματικών γεγονότων είναι η συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εκτέλεση της Συμφωνίας ημερομηνίας 26/10/2006 και ειδικότερα κατά πόσο υπήρξε μεταξύ τους συμφωνία ότι θα απαιτούνταν ή όχι αποζημιώσεις εκατέρωθεν για την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου και πιο συγκεκριμένα από τους ενάγοντες. Τα ζητήματα που αφορούν τον χρόνο της υποβολής απαίτησης των εναγόντων για παράταση του χρόνου και αποζημιώσεις για την καθυστέρηση, το έγκυρο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε στην υποβολή των πιο πάνω αιτημάτων προς τον Αρχιτέκτονα, η νομιμότητα της διαδικασίας αυτής και η νομιμότητα κατ' επέκταση της Απόφασης του Αρχιτέκτονα, είναι ζητήματα νομικά τα οποία θα αποφασιστούν κατωτέρω, αφού πρώτα ξεκαθαρίσουν τα πραγματικά γεγονότα και αφού το Δικαστήριο καταλήξει σε σχετικά ευρήματα. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή και τους δύο μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται(βλ.επίσηςKades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R.212,216, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Ο Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι αυτός παρουσίασε τα πραγματικά γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση του Συμβολαίου ημερ. 26/10/
  1. Κατάθεσε ουσιαστικά στο Δικαστήριο όλη την αλληλογραφία μεταξύ εναγόντων, εναγόμενων και Αρχιτεκτόνων η οποία έλαβε χώρα καθώς επίσης και την Απαίτηση των εναγόντων για αποζημιώσεις λόγω επιμήκυνσης του χρόνου αποπεράτωσης του Έργου, την Απόφαση του Αρχιτέκτονα και την αντίδραση των εναγόμενων σε αυτή. Το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έτυχε ουσιαστικά αμφισβήτησης και κρίνω ότι μπορώ να τα λάβω υπόψη μου και να βασιστώ σε αυτά. Οι θέσεις του μάρτυρα επίσης αναφορικά με τους λόγους καθυστέρησης στην ολοκλήρωση του επίδικου έργου και τα διάφορα συμβάντα τα οποία έλαβαν χώρα, εκτός του ότι δεν αντικρούστηκαν με οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία, υποστηρίζονται και από τη σχετική αλληλογραφία που κάθε φορά αποστελλόταν στους Αρχιτέκτονες του Έργου και στους Εναγόμενους. Περαιτέρω, αμφισβήτησης δεν έτυχε ούτε η θέση του μάρτυρα ότι στο εργοτάξιο υπήρχαν αντιπρόσωποι των εναγόμενων και συγκεκριμένα ο Δημοτικός τους Μηχανικός, ο οποίος επέβλεπε τις εργασίες και την πρόοδο αυτών, θέση την οποία αποδέχομαι. Ιδιαίτερα αποδέχομαι τη θέση του μάρτυρα ότι, πέραν των γραπτών ειδοποιήσεων που αποστέλλονταν από τους ενάγοντες, επισύροντας την προσοχή των εναγόμενων και των Αρχιτεκτόνων στα συμβάντα που λάμβαναν χώρα και ότι αυτά θα επέφεραν καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου, γίνονταν και προφορικά αναφορές γι αυτά τα ζητήματα προς τους εκπροσώπους του Δήμου. Χαρακτηριστικό είναι το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 27/03/2007, τεκμήριο 5, όπου επισύρεται η προσοχή προς τους Αρχιτέκτονες στην καθυστέρηση των εργασιών πεζοδρόμησης, «κάτι το οποίο τους αναφέρθηκε και προφορικώς», ως αναφέρεται σε αυτήν. Πέραν των πιο πάνω, εκείνο το οποίο προκύπτει από την αλληλογραφία είναι ότι η ουσιαστική αιτία καθυστέρησης στην ολοκλήρωση του έργου είναι ο μη διορισμός υπεργολάβου από τους εναγόμενους. Με αυτό το δεδομένο κρίνεται αληθής η θέση του μάρτυρα ότι τουλάχιστον μέχρι και το χρόνο παράδοσης του έργου σύμφωνα με το Συμβόλαιο, δεν ήταν δυνατό να καθοριστεί ο χρόνος καθυστέρησης στην ολοκλήρωση του Έργου, αφού η ολοκλήρωση εξαρτιόταν από ενέργειες των ιδίων των εναγόμενων, κάτι για το οποίο, οι ενάγοντες είχαν επίσης ειδοποιήσει τους Αρχιτέκτονες. Αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 25/05/2007, τεκμήριο
  2. Το Έργο θα έπρεπε να παραδοθεί στις 04/07/2007 και μέχρι τις 25/05/2007 δεν είχε ακόμη διοριστεί ο πιο πάνω υπεργολάβος από τους εναγόμενους, κάτι το οποίο εμπόδιζε τους ενάγοντες στην προώθηση του έργου αλλά και τον καθορισμό του χρόνου καθυστέρησης. Ταυτόχρονα με την πιο πάνω επιστολή οι ενάγοντες επέστησαν ρητώς την προσοχή προς τους Αρχιτέκτονες και τους εναγόμενους ότι αυτή η παράλειψη τους, πέραν του ότι επηρέαζε αρνητικά την συμπλήρωση των εργασιών, θα είχε ως αποτέλεσμα να υποστούν επιπλέον κόστη ή/και έξοδα λόγω της διατάραξης και της επιμήκυνσης του χρόνου του συμβολαίου και επεφύλαξαν όλα τα δικαιώματα τους. Το γεγονός της καθυστέρησης στο διορισμό υπεργολάβων δεν αμφισβητείται αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνεται από τις επιστολές των εναγόμενων ημερομηνίας 11/07/2007, τεκμήριο 8 και ημερομηνίας 26/07/2007, τεκμήριο 9 με την οποία εν τέλει πληροφορούνταν οι ενάγοντες ότι είχε διοριστεί συγκεκριμένος υπεργολάβος με ημερομηνία έναρξης των εργασιών στις 27/07/
  3. Είναι προφανές από τα πιο πάνω, ότι προκλήθηκε καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου για λόγους ή κυρίως για λόγους που αφορούν τους εναγόμενους, οι τελευταίοι ενημερώθηκαν γι αυτήν την καθυστέρηση. Ταυτόχρονα οι ενάγοντες επιφύλαξαν ρητά τα δικαιώματα τους για αποζημιώσεις. Προκύπτει επίσης ότι μέχρι και τον διορισμό των υπεργολάβων ήταν αδύνατο να καθοριστεί νέα ημερομηνία παράδοσης του έργου ή να γίνει πρόβλεψη για μια τέτοια νέα ημερομηνία, κάτι το οποίο επίσης τέθηκε ενώπιον των Αρχιτεκτόνων και εναγόμενων. Η αντίδραση των εναγόμενων και η διαφωνία τους με την επιφύλαξη των εναγόντων για αποζημιώσεις έγκειτο στο γεγονός ότι, κατά τη θέση τους, δεν ευθύνονταν οι ίδιοι για την καθυστέρηση στο διορισμό υπεργολάβων αλλά τρίτα πρόσωπα. Εν πάση περιπτώσει σε ουδεμία άλλη ενέργεια είχαν προβεί οι εναγόμενοι, πέραν της αναφοράς τους αυτής στην επιστολή ημερομηνίας 11/07/2007, τεκμήριο
  4. Εκείνο το οποίο ακολούθησε, μετά και τον διορισμό των υπεργολάβων, ήταν η απαίτηση των εναγόντων προς τους Αρχιτέκτονες, με επιστολή τους ημερομηνίας 26/11/2007 για παράταση του χρόνου ολοκλήρωσης των εργασιών για 8 μήνες, δυνάμει του Άρθρου 24 του Συμβολαίου. Είναι γεγονός ότι το εν λόγω αίτημα των εναγόντων ουδέποτε απαντήθηκε από τους Αρχιτέκτονες και οι ίδιοι ουδέν έπραξαν περί τούτου. Στην πορεία προέκυψαν και άλλες καθυστερήσεις λόγω της αδυναμίας της Α.Η.Κ. να προβεί σε έλεγχο και τοποθέτηση υπογείων καλωδίων με αποτέλεσμα το έργο να ολοκληρωθεί περί το καλοκαίρι του 2008 και να γίνει η προσωρινή του παραλαβή στις 24/09/2008 (βλ. τεκμήριο 14). Επιπρόσθετα, προκύπτει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ότι ο τελικός λογαριασμός του έργου έγινε την 01ην/07/2010 ενώ από την επιστολή των επιμετρητών ημερομηνίας 29/06/2010 προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν να τον υπογράψουν επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα τους να επανέλθουν για να διεκδικήσουν παράταση χρόνου και αποζημιώσεις. Γι αυτό το ζήτημα προκύπτει να ενημερώθηκαν και οι εναγόμενοι αφού υπέγραψαν τον τελικό λογαριασμό. Το περιεχόμενο της επιστολής των επιμετρητών ποσοτήτων δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, πέραν της έγερσης ένστασης κατά την κατάθεση του. Σε κάθε περίπτωση όμως το περιεχόμενο της επιβεβαιώνεται τόσο από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, όσο και από την μαρτυρία του Μ.Ε.2, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου ακολουθεί. Και οι δύο μάρτυρες κατάθεσαν ότι είχαν αναφέρει στους εναγόμενους ότι θα αποδέχονταν τον τελικό λογαριασμό με την επιφύλαξη του δικαιώματος τους να υποβάλουν την λεπτομερή απαίτηση τους για αποζημιώσεις λόγω της επιμήκυνσης του χρόνου ολοκλήρωσης του Έργου. Αναφύεται από τα πιο πάνω ότι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου οφειλόταν σε λόγους που αφορούσαν τους εναγόμενους και όχι τους ενάγοντες, τουλάχιστον κατά το πλείστον, επίσης και ότι μέχρι την ολοκλήρωση του έργου δεν μπορούσε να καθοριστεί άλλο χρονοδιάγραμμα αποπεράτωσης με βάση το Συμβόλαιο. Μετά το διορισμό υπεργολάβων εκτιμήθηκε ένα χρονοδιάγραμμα παράτασης περί τους 8 μήνες, υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, αλλά στην πορεία προέκυψαν και άλλες καθυστερήσεις. Μέχρι και τον τελικό λογαριασμό δεν είχε δοθεί από τον Αρχιτέκτονα οποιαδήποτε παράταση χρόνου. Αυτό έγινε μετά τον τελικό λογαριασμό με ξεχωριστό - επικαιροποιημένο αίτημα των εναγόντων ταυτόχρονα με απαίτηση για αποζημιώσεις, αφού προηγουμένως είχαν επιφυλάξει τo δικαίωμα τους γι αυτό το ζήτημα. Για όλα αυτά επίσης, προκύπτει οι εναγόμενοι να ήταν ενήμεροι με βάση την επιστολογραφία αλλά και προφορικώς, επομένως η θέση του μάρτυρα ότι λογικά θα έπρεπε να αναμενόταν η αξίωση τους από τους εναγόμενους είναι ορθή. Δηλαδή, προκύπτει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ότι οι ενάγοντες δεν επανήλθαν με αξίωση για παράταση χρόνου και αποζημιώσεις, ξαφνικά και μετά τον τελικό λογαριασμό, όπως ήταν η θέση που υποβλήθηκε στο μάρτυρα. Ήδη εκκρεμούσε το ζήτημα αυτό πριν από την έμπρακτη παράδοση του έργου και κατά την ρύθμιση του τελικού λογαριασμού. Ούτε προκύπτει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ότι είχε συμφωνηθεί οτιδήποτε μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τη μη διεκδίκηση αποζημιώσεων από κάθε πλευρά και ότι απλά συμφώνησαν να δοθεί παράταση του χρόνου ολοκλήρωσης τους έργου, όπως οι εναγόμενοι αναφέρουν στην Έκθεση Υπεράσπισης τους. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τους εναγόμενους προς αυτή την κατεύθυνση. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και όλα τα τεκμήρια τα οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο, περιλαμβανομένων αυτών που ακολούθησαν το τελικό πιστοποιητικό, του αιτήματος των εναγόντων για παράταση χρόνου και για αποζημιώσεις, της απόφασης των Αρχιτεκτόνων και της αντίδρασης των εναγόμενων. Ο Μ.Ε.2 ουσιαστικά παρουσιάστηκε ως άμεσα εμπλεκόμενος στην σύνταξη και υποβολή της απαίτησης των εναγόντων προς τον Αρχιτέκτονα, τεκμήριο
  5. Επί των ουσιαστικών ζητημάτων της υπόθεσης, δηλαδή στο τί μεσολάβησε μέχρι την υποβολή της απαίτησης τους προς τον Αρχιτέκτονα, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τα όσα ανάφερε και ο μάρτυρας αυτός. Δηλαδή, αποδέχομαι ότι οι εναγόμενοι ήταν ενήμεροι για τα ζητήματα που προκάλεσαν καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου και ότι οι ενάγοντες θα διεκδικούσαν αποζημιώσεις για την επιμήκυνση του χρόνου, γεγονός που οι εναγόμενοι γνώριζαν. Τούτα, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση του Μ.Ε.1, υποστηρίζονται από την σχετική αλληλογραφία. Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι ότι ο μάρτυρας αυτός είναι Πολιτικός Μηχανικός με πείρα και γνώσεις για την υποβολή απαιτήσεων για αποζημιώσεις λόγω επιμήκυνσης του χρόνου, σύμφωνα με τα όσα ανάφερε στο Δικαστήριο. Άλλωστε τα προσόντα του αυτά δεν προκύπτει να αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Αναφορικά με την ορθότητα των επιδικαζόμενων ποσών από τον Αρχιτέκτονα του Έργου, δεν αναφύεται από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, ο οποίος επεξήγησε τον τρόπο υποβολής της απαίτησης τους και τα έξοδα που αναφέρονται σε αυτή, ότι τα ποσά αυτά είναι αυθαίρετα ή εξογκωμένα ή λανθασμένα. Ούτε έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει το λανθασμένο των επιδικαζόμενων από τον Αρχιτέκτονα ποσών που αναφέρονται στην Απόφαση του. Να σημειωθεί επίσης ότι η εν λόγω απόφαση του Αρχιτέκτονα είναι λεπτομερής και πλήρως επεξηγηματική για το κάθε κονδύλι. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και την μαρτυρία η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά ευρήματα γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: - Οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι συμφώνησαν με Έντυπο Κυρίως Συμβολαίου για Οικοδομικά Έργα (Με Ποσότητες), Ε1(Α) με Α/Α 02256, ημερομηνίας 26/10/2006, όπως οι ενάγοντες ανεγείρουν και κατασκευάσουν για λογαριασμό των εναγόμενων ένα Δημοτικό Πάρκο στην Πέγεια, έναντι του ποσού των £1,021.821 εξαιρουμένου του Φ.Π.Α. - Aρχιτέκτονες του Έργου θα ήταν οι κ.κ. Ιωακείμ & Λοϊζας και Επιμετρητές Ποσοτήτων οι κ.κ. Μ. Κυριακίδης & Συνεργάτες. - Η ημερομηνία συμπλήρωσης του Έργου, σύμφωνα με το πιο πάνω Συμβόλαιο θα ήταν στις 04/07/
  6. - Η έμπρακτη ολοκλήρωση του Έργου έγινε στις 24/09/
  7. - Η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του Έργου προήλθε από διάφορα συμβάντα, όπως ανεύρεση αρχαιοτήτων, διασυνοριακή διαφορά, αναστολή των εργασιών για την ανέγερση στο πάρκο μιας μικρής εκκλησίας, ρυμοτομία στο Δημοτικό Πάρκο, καθυστερήσεις στην κατασκευή πεζοδρομίων Δημοσίου Δρόμου λόγω Α.Η.Κ., οδηγίες για επιπλέον εργασίες, οδηγίες για επαναφορά της κατασκευής του χώρου στάθμευσης, οδηγίες για επιπλέον φύτευση φυτών στο χώρο του πάρκου αλλά ιδιαιτέρως καθυστερήσεις στον διορισμό των Υπεργολάβων Ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων από τους εναγόμενους. - Οι ενάγοντες κάθε φορά που προέκυπτε μια προς μια από τις πιο πάνω αιτίες καθυστέρησης ενημέρωναν γραπτώς τους Αρχιτέκτονες του Έργου. - Κατά τις 25/05/2007, δηλαδή 1½ σχεδόν μήνα πριν την αρχική συμβατική ημερομηνία παράδοσης του Έργου, οι ενάγοντες ενημέρωσαν όλους τους εμπλεκόμενους ότι οι εργασίες θα έπρεπε να ανασταλούν διότι οι εναγόμενοι δεν είχαν προχωρήσει ακόμη με τον διορισμό υπεργολάβων και ότι δεν ήταν σε θέση να δώσουν νέο χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης των εργασιών. Ταυτόχρονα, επίσυραν την προσοχή στο ότι η καθυστέρηση αυτή τους προκαλεί κόστη και έξοδα και επιφύλαξαν τα δικαιώματα τους. - Ο διορισμός των Υπεργολάβων από τους εναγόμενους έλαβε χώρα στις 26/07/2007, δηλαδή μετά την αρχική ημερομηνία παράδοσης του Έργου. - Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 26/11/2007 αιτήθηκαν παράταση χρόνου αποπεράτωσης του Έργου για περίοδο 8 μηνών βασιζόμενοι στο Άρθρο 24 του Συμβολαίου. - Στο ενδιάμεσο προέκυψαν περαιτέρω καθυστερήσεις, λόγω Α.Η.Κ., ρυμοτομίας κ.τ.λ και το αίτημα τους ουδέποτε απαντήθηκε από τους Αρχιτέκτονες. - Ο τελικός λογαριασμός του Έργου έγινε την 01ην/07/2010 και υπογράφηκε από αμφότερους τους διαδίκους. Δεν προνοούνται οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για την επιμήκυνση του χρόνου ολοκλήρωσης του Έργου προς όφελος των εναγόντων στον λογαριασμό αυτό, ούτε και στο τελικό πιστοποιητικό και οι ενάγοντες στον ίδιο τον τελικό λογαριασμό επιφύλαξαν ρητά το δικαίωμα τους να αξιώσουν παράταση του χρόνου και σχετικές αποζημιώσεις, σε κατοπινό στάδιο. - Οι ενάγοντες ενημέρωναν κατ' επανάληψη για τις καθυστερήσεις που προκαλούνταν εξ' υπαιτιότητας κυρίως των εναγόμενων και για το ότι θα είχαν απαίτηση για αποζημιώσεις για την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου. - Στις 02/08/2010, οι ενάγοντες υπέβαλαν στους Αρχιτέκτονες του Έργου λεπτομερή Έκθεση Απαίτησης προς διεκδίκηση συνολικής και δίκαιης Παράτασης Χρόνου 488 ημερολογιακών ημερών (μέχρι τις 24/09/2008) - ημερομηνία έμπρακτης συμπλήρωσης του Έργου και αποζημιώσεις ύψους €564.962,38 πλέον Φ.Π.Α. για τα κόστη και/ή έξοδα και/ή ζημιές και/ή απώλειες για την εν λόγω περίοδο. - Οι Αρχιτέκτονες του Έργου, στις 15/02/2011 έκριναν ότι δικαιολογείται η αιτούμενη παράταση του χρόνου μέχρι την έμπρακτη συμπλήρωσης του έργου, για περίοδο 14.7 μηνών. Εισηγήθηκαν επίσης προς τους εναγόμενους την καταβολή αποζημιώσεων προς τους ενάγοντες για περίοδο 8 μηνών ύψους €204,659.
  8. - Με επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 15/04/2011 (βλ. τεκμήριο 19) ζητήθηκε η πληρωμή αποζημιώσεων για την επιμήκυνση της περιόδου εκτέλεσης, διαφορετικά προειδοποιούσαν ότι θα ενεργοποιούσαν τις πρόνοιες του Συμβολαίου. - Οι εναγόμενοι με επιστολή τους ημερομηνίας 20/04/2011 απάντησαν ότι το θέμα εξετάζεται από το αρμόδιο ελεγκτικό σώμα και ότι θα ενημερώσουν τους ενάγοντες το συντομότερων για το αποτέλεσμα. - Ακολούθησε νέα επιστολή των εναγόντων προς τους εναγόμενους ημερομηνίας 02/05/2011 καλώντας του σε 14 ημέρες να τους ενημερώσουν για τις προθέσεις τους, διαφορετικά θα ενεργοποιούσαν τις διαδικασίες που προνοούνται στη μεταξύ τους σύμβαση. Με απάντηση τους ημερομηνίας 31/05/2011, οι εναγόμενοι ανάφεραν ότι θα επανέλθουν όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία εξέτασης του αιτήματος τους. - Την 01/03/2011 υπήρξε συνάντηση μεταξύ Εργολάβου, Δημοτικού Συμβουλίου, Αρχιτέκτονα του Έργου και του Συμβούλου Επιμετρητή για το ζήτημα των αποζημιώσεων όπως προκύπτει από το τεκμήριο
  9. - Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 12/07/2011 προς τους Αρχιτέκτονες και με κοινοποίηση της προς τους εναγόμενους, ζήτησαν την έκδοση Απόφασης δυνάμει του Άρθρου 36.1 του Συμβολαίου αναφορικά με το χρηματικό ποσό αποζημίωσης που δικαιούνταν για την επιμήκυνση του χρόνου ολοκλήρωσης του έργου. - Οι Αρχιτέκτονες στις 12/07/2011 κοινοποίησαν την απόφαση τους, δυνάμει του Άρθρου 36.1 του Συμβολαίου η οποία ουσιαστικά ήταν η ίδια με αυτή που εξέδωσαν στις 15/02/2011, την οποία υιοθέτησαν και επισύναψαν. - Οι εναγόμενοι με επιστολή τους ημερομηνίας 01/08/2011, υπέβαλαν διάφορα ερωτήματα προς τους Αρχιτέκτονες αναφορικά με την εν λόγω απόφαση τους και ουσιαστικά σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, τα οποία απαντήθηκαν από τους Αρχιτέκτονες στις 02/08/2011 και 10/09/
  10. - Οι εναγόμενοι με επιστολή τους ημερομηνίας 14/09/2011 προς τους Αρχιτέκτονες ανάφεραν ουσιαστικά ότι η απαίτηση των εργολάβων υπεβλήθηκε καθυστερημένα και κατά παράβαση ρητών όρων του Συμβολαίου. - Η πιο πάνω αλληλογραφία που οι εναγόμενοι απέστειλαν στους Αρχιτέκτονες εγείροντας διάφορα ζητήματα διαδικασίας, δεν είχε κοινοποιηθεί προς τους ενάγοντες. - Πέραν των πιο πάνω ενεργειών, δεν ακολούθησε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία και συγκεκριμένα οι εναγόμενοι δεν έλαβαν οποιαδήποτε νομικά διαβήματα για ακύρωση της απόφασης του Αρχιτέκτονα δυνάμει του όρου 36 του Συμβολαίου, ωστόσο απέρριψαν την απαίτηση των εναγόντων για πληρωμή των επιδικασθέντων από τους Αρχιτέκτονες ποσών. - Οι Αρχιτέκτονες του Έργου έχουν εξοφληθεί την αμοιβή τους για την παράταση του χρόνου ολοκλήρωσης του Έργου. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους, στον αναγκαίο βαθμό που απαιτείται. H αξίωση των εναγόντων βασίζεται στην Απόφαση των Αρχιτεκτόνων ημερομηνίας 28/07/2011, η οποία εκδόθηκε κατ' ισχυρισμό δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 36 του Συμβολαίου Εργολαβίας και η οποία, κατά τη θέση τους κατέστη τελεσίδικη και δεσμευτική. Αυτή προκύπτει να είναι η μοναδική βάση αγωγής τους, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης τους. Από την αντίπερα όχθη, οι εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι οι απαιτήσεις των εναγόντων για παράταση του χρόνου αποπεράτωσης του έργου και αποζημιώσεις λόγω επιμήκυνσης του χρόνου ολοκλήρωσης των εργασιών, υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα, καθυστερημένα και κατά παράβαση των όρων 24 και 25 της Συμφωνίας, μετά την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού και αυτές θα έπρεπε να απορριφθούν. Ως εκ τούτου, ισχυρίζονται, η απαίτηση των εναγόντων είναι άκυρη εξ' υπαρχής. Τα βασικά ερωτήματα τα οποία τίθενται στην παρούσα υπόθεση είναι, κατά την κρίση μου, τα κάτωθι: 1) Κατά πόσο υπάρχει Απόφαση των Αρχιτεκτόνων του Έργου δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 36 του Συμβολαίου, 2) Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε κατά πόσο η Απόφαση αυτή είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη. Είναι αναγκαίο λοιπόν να γίνει αναφορά στo πιο πάνω Άρθρο 36 του Συμβολαίου και να εξεταστούν οι σχετικές πρόνοιες του σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για να κριθεί κατά πόσο υπάρχει Απόφαση των Αρχιτεκτόνων δυνάμει των προνοιών του εν λόγω Άρθρου και κατά πόσο αυτή είναι τελεσίδικη και δεσμευτική. Παραθέτω αυτούσιο το πιο πάνω αναφερόμενο Άρθρο: «Άρθρο 36: Επίλυση διαφορών
(1)Εις περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ του Εργοδότη ή του Αρχιτέκτονα εκ μέρους του αφ' ενός και του Εργολάβου αφ' ετέρου (εξαιρουμένης οποιασδήποτε αμφισβήτησης ή διαφοράς βάσει του Άρθρου 14Α των παρόντων Όρων) είτε κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης είτε μετά τη συμπλήρωση ή την εγκατάλειψη των Εργασιών και είτε πριν είτε μετά την λύση ή την ισχυριζόμενη λύση της εργοδότησης του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου, σε ό,τι αφορά (α) την ερμηνεία του παρόντος Συμβολαίου, ή (β) οποιοδήποτε θέμα ή πράγμα οποιασδήποτε φύσης το οποίο αναφύεται με βάση ή σε σχέση με το παρόν Συμβόλαιον και/ή σε σχέση με την εκτέλεση των Εργασιών συμπεριλαμβανομένων οποιουδήποτε θέματος ή πράγματος το οποίο επαφίεται βάσει του παρόντος Συμβολαίου στην κρίση του Αρχιτέκτονα ή της κατακράτησης εκ μέρους του Αρχιτέκτονα οποιουδήποτε Πιστοποιητικού το οποίο ο Εργολάβος δύναται να ισχυρισθεί ότι το δικαιούται ή της ρύθμισης του ποσού Συμβολαίου βάσει του Άρθρου 31
(6)(γ) των παρόντων Όρων ή των δικαιωμάτων και των ευθυνών των μερών στο παρόν Συμβόλαιον βάσει των Άρθρων 26, 27, 33 ή 34 των παρόντων Όρων ή της παράλογης είτε προβολής ένστασης είτε άρνησης παροχής συγκατάθεσης ή συμφωνίας από τον εργοδότη ή τον Αρχιτέκτονα εκ μέρους του ή από τον Εργολάβο, τότε το θέμα τέτοιας αμφισβήτησης ή διαφοράς θα υποβάλλεται εγγράφως από οποιοδήποτε μέρος ή και από τα δύο μέρη, ανάλογα με την περίπτωση, εις τον Αρχιτέκτονα (με ρητή αναφορά εις το ότι η υποβολή αυτή γίνεται συμφώνως προς τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου του παρόντος άρθρου και, ανάλογα με την περίπτωση, με αντίγραφο προς το άλλο μέρος) προς επίλυση και έκδοση από τον ίδιο γραπτής σχετικής απόφασης (εις το εξής καλούμενη «η Απόφαση του Αρχιτέκτονα»).
(2)Εις περίπτωση που, βάσει της παραγράφου
(1)του παρόντος Άρθρου η αμφισβήτηση ή διαφορά υποβάλλεται προς επίλυση εις τον Αρχιτέκτονα, εκτός εάν εν τω μεταξύ οι Εργασίες έχουν εγκαταλειφθεί ή η εργοδότηση του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου έχει ή κατ' ισχυρισμό έχει λυθεί, ο Εργολάβος, εις κάθε περίπτωση, θα συνεχίζει την εκτέλεση των Εργασιών με την απαιτούμενη σπουδή και προσοχή και τόσο ο Εργοδότης όσο και ο Εργολάβος θα εφαρμόζουν πιστά την οποιαδήποτε Απόφαση του Αρχιτέκτονα εκτός εάν και μέχρις ότου αυτή τροποποιηθεί μετά από παραπομπή της εν λόγω αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία βάσει της παραγράφου
(4)του παρόντος Άρθρου.
(3)Η Απόφαση του Αρχιτέκτονα, μεταξύ άλλων, θα αναφέρει ρητά ότι πρόκειται περί Απόφασης η οποία εκδίδεται συμφώνως προς τις πρόνοιες της παραγράφου
(1)του παρόντος Άρθρου. Εις περίπτωση που μια τέτοια Απόφαση δεν περιλαμβάνει την προαναφερόμενη ρητή αναφορά τότε δεν θα θεωρείται ως Απόφαση του Αρχιτέκτονα εκδιδόμενη συμφώνως προς την παράγραφο
(1)του παρόντος Άρθρου ούτε και θα έχει οποιονδήποτε νομικό αποτέλεσμα το οποίο άπτεται μιάς τέτοιας Απόφασης.
(4)Ο Αρχιτέκτονας θα έχει υποχρέωση να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του τόσο εις τον Εργοδότη όσο και εις τον Εργολάβο εντός 28 ημερών από την ημερομηνία υποβολής του προς επίλυση θέματος. Η Απόφαση του Αρχιτέκτονα θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη εκτός εάν είτε ο Εργοδότης είτε ο Εργολάβος εντός 28 ημερών από την ημερομηνία λήψης της Απόφασης, με γραπτή ειδοποίηση προς τον Αρχιτέκτονα και με αντίγραφο προς το άλλο μέρος προβάλει ένσταση είτε ως προς το σύνολο είτε ως προς κάποιο μέρος της Απόφασης, εις την οποία περίπτωση ή εις περίπτωση όπου ο Αρχιτέκτονας, για οποιονδήποτε λόγο, παραλείψει να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του προς τα μέρη όπως προαναφέρεται, το ενδιαφερόμενο μέρος θα δικαιούται, με γραπτή ειδοποίηση προς το άλλο μέρος, να αξιώσει την άμεση παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία. Πάντοτε νοουμένου ότι, εις περίπτωση που ο Αρχιτέκτονας, για οποιονδήποτε λόγο, παραλείψει να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του προς τα μέρη όπως προαναφέρεται αλλά κατόπιν τούτου ουδέν μέρος αξιώσει, εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, την παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία, τότε, αφ' ενός η προαναφερόμενη παράλειψη του Αρχιτέκτονα θα θεωρείται ως τελεσίδικη απόρριψη από τον ίδιο οποιωνδήποτε αιτημάτων τα οποία αποτελούν το θέμα της αμφισβήτησης ή διαφοράς και εφ' ετέρου η προαναφερόμενη μη αξίωση για παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία θα θεωρείται ως οριστική και αδιαμφισβήτητη αποδοχή και από τα δύο μέρη της απόρριψης των αιτημάτων όπως προαναφέρεται, περαιτέρω δε, ουδεμία άλλη απαίτηση ή επιπρόσθετη διαδικασία σε σχέση με το θέμα της αμφισβήτησης ή διαφοράς θα επιτρέπεται να προωθηθεί εκ νέου είτε διά Διαιτησίας είτε βάσει οποιωνδήποτε άλλων προνοιών του παρόντος Συμβολαίου.» Εκείνο το οποίο προέχει, έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του πιο πάνω Άρθρου, είναι κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του έτσι ώστε, με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης να υπάρχει Απόφαση του Αρχιτέκτονα του Έργου. Δηλαδή, κατά πόσο πληρούνται τα τυπικά (formalities) που πρέπει να φέρει μια τέτοια Απόφαση και να ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία του Άρθρου
  1. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου και κοινό έδαφος ότι οι Αρχιτέκτονες του Έργου ήταν οι κ.κ. Ιωακείμ & Λοϊζιάς. Προκύπτει επίσης ότι οι ενάγοντες στις 02/08/2010 υπέβαλαν λεπτομερή απαίτηση στους πιο πάνω Αρχιτέκτονες για δίκαιη και λογική παράταση χρόνου και αποζημιώσεων. Η απαίτηση τους αυτή κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους χωρίς να έχει προκύψει να πρόβαλαν οποιαδήποτε αντίθεση με την ενέργεια τους αυτή ή να ανταποκρίθηκαν καθοιονδήποτε τρόπο. Οι Αρχιτέκτονες στις 15/02/2011 είχαν εισηγηθεί προς τους εναγόμενους την παραχώρηση δικαιολογημένης παράτασης χρόνου 14,7 μηνών εκ των οποίων οι 8 μήνες να είναι με αποζημιώσεις, ως μια ουσιαστικά συμβιβαστική λύση, τις οποίες καθόρισαν σε €204,659.20 σεντ. Μετά από τα πιο πάνω, προκύπτει να έγινε συνάντηση όλων των εμπλεκομένων με σκοπό την επίλυση του ζητήματος των αποζημιώσεων και ακολούθησε σχετική αλληλογραφία (βλ. τεκμήρια 19, 20, 21 και 22). Οι ενάγοντες ουσιαστικά απαιτούσαν την καταβολή προς αυτούς του ποσού των αποζημιώσεων που εισηγήθηκαν οι Αρχιτέκτονες με τους εναγόμενους να τους απαντούν ότι το ζήτημα εξεταζόταν από την ελεγκτική υπηρεσία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες στα τεκμήρια 19 και 21 ανάφεραν ότι σε περίπτωση που δεν διευθετείτο το ζήτημα των αποζημιώσεων θα κατέφευγαν στην ενεργοποίηση των προνοιών του Συμβολαίου. Κάτι που εν τέλει έπραξαν στις 12/07/2011 με το τεκμήριο
  2. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι οι ενάγοντες απαιτούσαν την καταβολή των αποζημιώσεων που εισηγήθηκαν οι Αρχιτέκτονες, κατόπιν δικής τους απαίτησης ημερομηνίας 02/08/2010, με τους εναγόμενους να παραλείπουν να τον πράξουν και να δώσουν μια ξεκάθαρη απάντηση για το ζήτημα αυτό. Είναι προφανές από τα πιο πάνω, ότι εν τέλει προέκυψε διαφορά μεταξύ των διαδίκων για το ζήτημα αυτό. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι όπως προκύπτει από το τεκμήριο 19, έλαβε χώρα συνάντηση των εμπλεκόμενων την 01ην/03/
  3. Ακολούθησαν δύο επιστολές των εναγόντων για καταβολή των αποζημιώσεων που απαιτούσαν και δύο αντίστοιχες επιστολές των εναγόμενων αποφεύγοντας να τους απαντήσουν ρητά για τη θέση τους, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις προέκυψε διαφορά για το ζήτημα καταβολής αποζημιώσεων λόγω της επιμήκυνσης του χρόνου (βλ. Amec Civil Engineering Ltd v. Secretary of State for Transport [2004] EWHC 2339 αναφορικά με το πότε μπορεί να θεωρηθεί ότι προκύπτει διαφορά) και οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα ενεργοποίησης της διαδικασίας του Άρθρου 36.1 του Συμβολαίου για επίλυση της διαφοράς τους αυτής, ως και έπραξαν. Δηλαδή, απαίτησαν απόφαση των Αρχιτεκτόνων αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Σημειώνεται ότι η διαφορά αφορούσε μόνο το ζήτημα των αποζημιώσεων και όχι το χρόνο της παράτασης που εισηγήθηκε και δόθηκε από τους Αρχιτέκτονες, ο οποίος είναι παραδεκτός. Με το τεκμήριο 23 οι ενάγοντες ρητά αναφέρουν ότι αιτούνται απόφασης από τους Αρχιτέκτονες για αποζημιώσεις για την περίοδο επιμήκυνσης αποπεράτωσης των εργασιών μέχρι την ημερομηνία Έμπρακτης συμπλήρωσης του Έργου, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 36.1 του Συμβολαίου. Το εν λόγω τεκμήριο και η απαίτηση τους για μια τέτοια Απόφαση κοινοποιήθηκε προς τους εναγόμενους χωρίς να έχει προκύψει οποιαδήποτε αντίδραση τους ή προβολή οποιωνδήποτε ισχυρισμών προς τους Αρχιτέκτονες. Οι Αρχιτέκτονες του Έργου στις 28/07/2011, εντός της χρονικής περιόδου που προνοείται στο Άρθρο 36 του Συμβολαίου, κοινοποίησαν προς αμφότερους τους διαδίκους την απόφαση τους. Υιοθέτησαν τις εισηγήσεις τους που περιλαμβάνονται στην λεπτομερή έκθεση τους ημερομηνίας 15/02/2011 την οποία επισύναψαν και αναφέρθηκαν στους τόκους και τα χρηματοδοτικά έξοδα και ότι αυτά έχουν υπολογιστεί μέχρι την 24/09/
  4. Υπάρχει επίσης ρητή αναφορά των Αρχιτεκτόνων ότι η παρούσα αποτελεί Απόφαση Αρχιτέκτονα η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 36.1 των Όρων του Συμβολαίου. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις του Άρθρου 36.1 και η Απόφαση των Αρχιτεκτόνων ημερομηνίας 28/07/2011 είναι σύμφωνη με τις εν λόγω πρόνοιες. Σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι δεν ισχυρίζονται ότι οι κ.κ. Ιωακείμ & Λοϊζιάς που εξέδωσαν την πιο πάνω Απόφαση δεν είναι αρμόδιοι να το πράξουν και εν πάση περιπτώσει προκύπτει ότι αυτοί ήταν οι Αρχιτέκτονες του Έργου και οι αντιπρόσωποι των εναγόμενων (βλ. Ανδρέας Σπύρου και Άλλος v. Κώστα Κυριάκου & Υιών Λτδ και Άλλων
(1992)1Α Α.Α.Δ. 663 και CY.E.M.S. Co v. Central Co - Operative Industries
(1982)1 Α.Α.Δ. 897) και ακολούθως τα πρόσωπα τα οποία θα επίλυαν οποιαδήποτε διαφορά αναφυόταν κατά ή μετά την εκτέλεση των εργασιών, ενεργώντας ουσιαστικά ως οιωνεί διαιτητές (βλ. Halsbury's Laws of England, 4th edition, para. 1217). Ούτε υπάρχει θέση και ισχυρισμός ότι οι εν λόγω Αρχιτέκτονες ενέργησαν κακόπιστα ή σε συμπαιγνία με τους ενάγοντες ή μεροληπτικά κατά την επίλυση της διαφοράς αυτής. To επόμενο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί και που είναι το σημαντικό για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, είναι κατά πόσο η εν λόγω απόφαση των Αρχιτεκτόνων του Έργου κατέστη τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη (conclusive and binding). Aυτό σχετίζεται άμεσα με τις πρόνοιες και το λεκτικό του Άρθρου 36 του Συμβολαίου, ως παρατέθηκε ανωτέρω και συγκεκριμένα του Άρθρου 36
(4)καθώς επίσης και με τις ενέργειες των μερών και ειδικότερα των εναγόμενων. Στην παρούσα περίπτωση, οι εναγόμενοι είχαν δικαίωμα εντός 28 ημερών από την έκδοση της πιο πάνω απόφαση να υποβάλουν ένσταση στους Αρχιτέκτονες, αντίγραφο της οποίας έπρεπε να δοθεί στους ενάγοντες και να παραπέμψουν το ζήτημα σε διαιτησία. Οι εναγόμενοι μετά την λήψη της απόφασης των Αρχιτεκτόνων, την 01ην/08/2011 απέστειλαν προς τους τελευταίους το τεκμήριο 25, με το οποίο ζητούσαν από αυτούς την απάντηση διαφόρων ερωτημάτων που τους έθεταν αναφορικά με την τήρηση συγκεκριμένων όρων του κυρίως Συμβολαίου και των όρων των Υπεργολάβων. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, κάτι δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των εναγόμενων, ότι το τεκμήριο 25 ουδέποτε κοινοποιήθηκε προς τους ενάγοντες και οι τελευταίοι δεν έλαβαν γνώση αυτού κατά ή πριν την δίκη. Ανεξάρτητα λοιπόν του τύπου και περιεχομένου του της επιστολής, αυτή δεν μπορεί να συνιστά ένσταση των εναγόμενων προς την απόφαση των Αρχιτεκτόνων καθότι δεν κοινοποιήθηκε προς τους ενάγοντες, ως ρητά επιτάσσουν οι πρόνοιες του Άρθρου 36
(4)του Συμβολαίου. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι, ως ενδιαφερόμενο μέρος, παρέλειψαν να ζητήσουν την παραπομπή του θέματος σε διαιτησία, ως η συμφωνημένη μεταξύ των μερών ακολουθητέα διαδικασία επίλυσης των διαφορών τους. Εκείνο το οποίο λαμβάνει χώρα μετά το τεκμήριο 25, είναι οι Αρχιτέκτονες με επιστολές τους ημερομηνίας 02/08/2011 και 10/09/2011 να απαντήσουν στους εναγόμενους τα διάφορα ερωτήματα τους, χωρίς πάλι να λαμβάνουν γνώση αυτής της αλληλογραφίας οι ενάγοντες. Αναφύεται από τα πιο πάνω και αποτελεί κατάληξη μου ότι οι εναγόμενοι δεν υπέβαλαν ένσταση ή νομότυπη ένσταση και σύμφωνα με τη διαδικασία του Άρθρου 36
(4)του Συμβολαίου και ούτε ως ενδιαφερόμενο μέρος ακολούθησαν την μετέπειτα διαδικασία για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Να σημειωθεί ότι είναι οι εναγόμενοι που προφανώς δεν συμφωνούσαν με την απόφαση των Αρχιτεκτόνων, λόγω της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, ως αναφέρουν στο τεκμήριο 25. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, εν όψει όλων των πιο πάνω και του λεκτικού του Άρθρου 36.4 του Συμβολαίου η Απόφαση των Αρχιτεκτόνων κατέστη τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω το όλο ζήτημα θα πρέπει να αποφασιστεί στη βάση του λεκτικού του πιο πάνω Άρθρου και στην πρόθεση που είχαν τα μέρη. Η πρόθεση των μερών διαπιστώνεται από τις λέξεις που αυτά χρησιμοποίησαν και περιέχονται στη συμφωνία τους (βλ. Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623 και Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης v. G.C. Exhaust Systems Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 500). Είναι προφανές και ξεκάθαρο από το λεκτικό του πιο πάνω Άρθρου ότι τα μέρη είχαν συμφωνήσει συγκεκριμένο μηχανισμό επίλυσης των διαφορών τους που θα αναφύονταν κατά την εκτέλεση της Συμφωνίας Εργολαβίας και τούτος ήταν η παραπομπή του ζητήματος στους Αρχιτέκτονες για απόφαση. Ακολούθως, σε περίπτωση που το ενδιαφερόμενο μέρος δεν συμφωνούσε με την Απόφαση αυτή των Αρχιτεκτόνων, θα είχε δικαίωμα εντός 28 ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω Απόφασης να υποβάλει ένσταση και αντίγραφο αυτής να κοινοποιηθεί στο άλλο μέρος. Στη συνέχεια μπορούσε να ενεργοποιήσει τις διαδικασίες που προβλέπονται στο Άρθρο 36, για παραπομπή του θέματος σε διαιτησία. Στην περίπτωση που δεν ακολουθείτο αυτό, δηλαδή η υποβολή ένστασης εντός του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος των 28 ημερών, η Απόφαση των Αρχιτεκτόνων θα ήταν τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη. Στην παρούσα περίπτωση, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω δεν είχε υποβληθεί ένσταση στην Απόφαση αυτή των Αρχιτεκτόνων εντός των 28 ημερών από αυτήν, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 36
(4). Επομένως, η Απόφαση αυτή μετά την λήξη της προθεσμίας αυτής, κατέστη τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι οι εναγόμενοι είχαν υποβάλει ένσταση στην πιο πάνω Απόφαση, με την επιστολή τους ημερομηνίας 01/08/2011 προς τους Αρχιτέκτονες, η εν λόγω ένσταση τους και τα ερωτήματα τους απορρίφθηκαν από αυτούς με τις επιστολές των Αρχιτεκτόνων ημερομηνίας 02/08/2011 και 10/09/2011 και ουδεμία παραπομπή σε διαιτησία είχε γίνει από τους εναγόμενους. Και σε αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 36
(4), η απόρριψη των αιτημάτων των εναγομένων, θα αποτελούσε οριστική και αδιαμφισβήτητη αποδοχή τους και ουδεμία άλλη απαίτηση ή επιπρόσθετη διαδικασία σε σχέση με το θέμα της αμφισβήτησης ή διαφοράς θα επιτρέπεται να προωθηθεί εκ νέου είτε διά Διαιτησίας είτε βάσει οποιωνδήποτε άλλων προνοιών του παρόντος Συμβολαίου. Στην Harbour and General Works Ltd v. The Environment Agency [2000] 1 All ER 50 εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 66 του Συμβολαίου Εργολαβίας του Institution of Civil Engineers Conditions of Contract (ICE Conditions) που περιλάμβανε παρόμοιες πρόνοιες με αυτές του Άρθρου 36 της παρούσας υπόθεσης σε ότι αφορά την τελεσιδικία της Απόφασης του Αρχιτέκτονα. Σε εκείνη την υπόθεση είχε παρέλθει ο χρόνος αμφισβήτησης της Απόφασης του Αρχιτέκτονα και υποβλήθηκε αίτημα στο Δικαστήριο για παράταση του δυνάμει των προνοιών του Arbitration Act 1996, s. 12
(3)έτσι ώστε να παραπεμφθεί η απόφαση για επανάνοιγμα σε διαιτησία. Αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι λέξεις «final and binding» που χρησιμοποιούνταν στο όρο 66
(4)του Συμβολαίου για την απόφαση του Αρχιτέκτονα εκτός αν λαμβάνονταν συγκεκριμένα διαβήματα δεν μπορούσαν να ερμηνευθούν ότι σημαίνουν «temporarily binding». Oυσιαστικά αποφασίστηκε ότι το λεκτικό ήταν ξεκάθαρο και δεν χωρούσε άλλης ερμηνείας. Ο Waller LJ ανάφερε τα εξής: «What the court must do is simply construe the words of the contract which has been adopted by the parties in any particular situation. Ιn this case I see no basis on which the words used in cl. 66
(4)should be given anything other than their natural and ordinary meaning» Εν όψει των πιο πάνω και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 36
(4), η κατάληξη μου είναι ότι η απόφαση των Αρχιτεκτόνων κατέστη τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη. Οι εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης τους και με την αγόρευση του ο συνήγορος επικαλείται τις πρόνοιες των Άρθρων 24 και 25 του Συμβολαίου τις οποίες αναλύει και επεξηγεί με παραπομπή σε νομικά συγγράμματα για να καταδείξει ότι αυτοί αποτελούν ουσιώδεις όρους του Συμβολαίου οι οποίοι δεν τηρήθηκαν και η απαίτηση που υποβλήθηκε από τους ενάγοντες είναι εκπρόθεσμη και οι Αρχιτέκτονες δεν έπρεπε να προχωρήσουν να την εξετάσουν και να αποφανθούν επί αυτής. Τούτα είπε συνιστούν ακυρότητα της απόφασης των Αρχιτεκτόνων. Κατ' αρχή θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε πρώτο στάδιο οι Αρχιτέκτονες προέβηκαν σε εξέταση των απαιτήσεων των εναγόντων, οι οποίες υποβλήθηκαν δυνάμει των προνοιών των όρων 24 και 25 του Συμβολαίου, στο χρόνο που υποβλήθηκαν και οι Αρχιτέκτονες προέβηκαν σε εισήγηση προς τους εναγόμενους κατόπιν λεπτομερούς εξέτασης τους. Οι ενάγοντες δεν βασίζονται στο στάδιο αυτό στις αρχικές αυτές εισηγήσεις. Σε δεύτερο στάδιο και μετά που προέκυψε διαφορά για το ζήτημα αυτό, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, ζήτησαν και εξασφάλισαν Απόφαση των Αρχιτεκτόνων δυνάμει των προνοιών του όρου 36 του Συμβολαίου. Απόφαση η οποία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω κατέστη τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη. Το ζήτημα το οποίο προκύπτει λοιπόν με την πιο πάνω θέση και γραμμή υπεράσπισης των εναγόμενων, είναι κατά πόσο το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας στο στάδιο αυτό και στα πλαίσια της παρούσας αγωγής να εξετάσει αυτούς τους ισχυρισμούς και τις θέσεις, δεδομένων των προνοιών του Συμβολαίου και σε ότι τα μέρη συμφώνησαν αναφορικά με τη διαδικασία επίλυσης των διαφορών τους. Δηλαδή, την υποβολή αρχικά ένστασης στην Απόφαση των Αρχιτεκτόνων και ακολούθως την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, διαφορετικά η Απόφαση των Αρχιτεκτόνων θα θεωρείται τελεσίδικη και δεσμευτική. Eν όψει της συμφωνίας των μερών σε συγκεκριμένο τρόπο επίλυσης των διαφορών τους, της ενεργοποίησης του τρόπου αυτού από τους ενάγοντες με αποτέλεσμα η Απόφαση των Αρχιτεκτόνων να καταστεί τελεσίδικη και δεσμευτική για μέρη, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και διαδικασίας δεν μπορεί να υπεισέλθει στην ουσία της απόφασης του Αρχιτέκτονα και να την αναθεωρήσει, τόσο σε σχέση με το χρόνο που υποβλήθηκαν τα αιτήματα των εναγόντων και αποφασίστηκαν, όσο και σε σχέση με το αποτέλεσμα της. Η υποχρέωση και το καθήκον του Δικαστηρίου περιορίζεται στο να εφαρμόσει τη συμφωνία των μερών και όχι να την τροποποιήσει ή να την διαφοροποιήσει. Στο σύγγραμμα Keating on Building Contracts, fifth edition, στις σελίδες 110 και επόμενες αναφέρονται οι περιπτώσεις που ένα πιστοποιητικό του Αρχιτέκτονα μπορεί να αμφισβητηθεί. Στην σελίδα 111, κάτω από τον τίτλο «Outside time limit» αναφέρεται ότι «Ιf there is a time limit for the giving a certificate, a purported certificate given after the expiry of the time limit is void and of no effect unless the parties agreed to extend the time.» Στην υποσημείωση 16 γίνεται παραπομπή στην E.C.C. Quarries v. Merriman
(1988)45 B.L.R. 90 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τhe engineer's decision under clause 66 of the I.C.E. Conditions, given with the contractor's agreement after the stipulated time had expired, was held to be final and binding when there was no reference to arbitration within the subsequent three months' time. It is understood, however, that in fact the employer did not consent to the time extension for the engineer's decision." Το τελεσίδικο και δεσμευτικό της πιο πάνω Απόφασης των Αρχιτεκτόνων εξυπακούει ότι δεν υπάρχει πλέον οποιαδήποτε διαφορά προς επίλυση μεταξύ των μερών, είτε από τον διαιτητή είτε από το Δικαστήριο (βλ. Harbour and General Works Ltd v. The Environment Agency (ανωτέρω)). Η απόφαση στην Beaufort Developments (NI) Ltd v. Gilbert-Ash NI Ltd [1998] 2 All ER 778 αφορούσε αποφάσεις και πιστοποιητικά που εκδίδονται από τον Αρχιτέκτονα σύμφωνα με το Συμβόλαιο και την εξουσία που έχει ο διαιτητής και το Δικαστήριο για επανεξέταση τους. Αποφασίστηκε, πάντα στη βάση των όρων εκείνου του Συμβολαίου, ότι το Δικαστήριο έχει τις ίδιες εξουσίες με αυτές του διαιτητή για να αναθεωρεί αποφάσεις και πιστοποιητικά του Αρχιτέκτονα, ξεπερνώντας (overrule) την απόφαση στην Νorthern Regional Health Authority v. Derek Crough Construction Co Ltd [1984] 2 All ER 175. H εξουσία αυτή όμως προκύπτει στις περιπτώσεις που η απόφαση ή τα πιστοποιητικά του Αρχιτέκτονα δεν είναι τελεσίδικα (final) και όχι στις περιπτώσεις που καθίστανται τέτοια δυνάμει των όρων του Συμβολαίου. Ο συνήγορος των εναγόμενων με την αγόρευση του, εισηγείται ότι η εν λόγω απόφαση των Αρχιτεκτόνων δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη και/ή ότι οι Αρχιτέκτονες του Έργου δεν είχαν εξουσία ή αρμοδιότητα να την εκδώσουν, αφού αυτή εκδόθηκε εκπρόθεσμα και μετά την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού. Ο συνήγορος των εναγόντων επικαλείται στην αγόρευση του, τις πρόνοιες του Άρθρου 31 του Συμβολαίου. Ειδικότερα αναφέρεται στις πρόνοιες του Άρθρου 31
(6)(β) και 31
(8)(α)(ii). Έχω εξετάσει με προσοχή τις πιο πάνω πρόνοιες του Συμβολαίου αλλά και τις υπόλοιπες που αναφέρονται στο Άρθρο 31, το οποίο αναφέρεται στο Τελικό Πιστοποιητικό. Σύμφωνα με Άρθρο 31
(6)(γ)(ii)
(8), στο ποσό του Συμβολαίου θα προστίθεται, μεταξύ άλλων, οποιοδήποτε ποσό το οποίο έχει επιβεβαιωθεί βάσει του Άρθρου 25
(1)το οποίο προνοεί για την επιδίκαση αποζημιώσεων για απώλειες και έξοδα προξενούμενα από την διατάραξη της κανονικής προόδου των εργασιών. Επίσης, σύμφωνα με το Άρθρο 31
(8)το τελικό πιστοποιητικό θα αποτελεί την τελική ρύθμιση του Συμβολαίου εκτός των περιπτώσεων στις οποίες αναφέρεται. Δηλαδή, εκτός αν οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών είχαν αρχίσει είτε βάσει του Άρθρου 36 είτε διαφορετικά. Το πιο πάνω Άρθρο το οποίο προνοεί για την τελική ρύθμιση του Συμβολαίου και στις χρονικές περιόδους υποβολής και ρύθμισης όλων των ζητημάτων του Συμβολαίου, δεν αποτελούν ζητήματα που κατά την κρίση μου καθιστούν την απόφαση του Αρχιτέκτονα μη έγκυρη, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Δηλαδή, η επίδικη απόφαση του Αρχιτέκτονα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκδόθηκε χωρίς αυτός να έχει εξουσία να το πράξει. Αφορά ζήτημα του συμβολαίου το οποίο ήταν υπεύθυνος να αποφασίσει. Το κατά πόσο εκδόθηκε εκπρόθεσμα και πέραν των προθεσμιών που έτασσαν οι πρόνοιες του Άρθρου 25 του Συμβολαίου, κρίνω ότι είναι ζήτημα το οποίο έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία και να αποφασιστεί από το διαιτητή, προτού η Απόφαση του Αρχιτέκτονα καταστεί τελεσίδικη. Με άλλα λόγια η επίδικη απόφαση αφορά σε ζήτημα του συμβολαίου το οποίο δίνει εξουσία στον Αρχιτέκτονα να το αποφασίσει. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε και ο χρόνος που την εξέδωσε δεν καθιστά την απόφαση άκυρη και/ή ότι αυτή εκδόθηκε πέραν των εξουσιών του, έτσι ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι αφορά σε ζήτημα που δεν ήταν αρμοδιότητα του να αποφασίσει και άρα δεν πρόκειται για απόφαση του Αρχιτέκτονα κατά τις πρόνοιες του Άρθρου 36. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Αρχιτέκτονας, γενικά, μετά το τελικό πιστοποιητικό έχει ολοκληρώσει την αποστολή του και τα καθήκοντα του αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο και στην βάση πάντα των όρων εκάστου Συμβολαίου, δεν εμποδίζεται να αποφασίσει οποιεσδήποτε διαφορές που σχετίζονται με το Συμβόλαιο και οι οποίες μπορεί να εκκρεμούν ή να εμφανιστούν μετά το τελικό πιστοποιητικό. Στο σύγγραμμα Hudson's Building and Engineering Contracts, Thirteenth edition, para. 4-028, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αfter the final certificate, the Certifier will, in general, been seen as being functus officio, although there is not, it is submitted, any strict or rigid doctrine to that effect. Indeed, in the English ICE conditions, for example, the Engineer appears to have a continuing potential function under Cl. 66
(2)of the 7th edn, 2003 of the contract, in regard to deciding disputes between the parties, which may persist indefinitely until the expiry of the limitation period. For example, a dispute between Employer and Contractor under the indemnity clause in respect of third party claims can easily arise on receipt of such a claim long after the final certificate.» Στο επίδικο Συμβόλαιο δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια αναφορικά με το χρόνο ολοκλήρωσης των καθηκόντων και υποχρεώσεων του Αρχιτέκτονα, ούτε προκύπτει να απαγορεύεται ή να μην μπορεί να εξεταστούν αιτήματα ή διαφορές που ήδη εκκρεμούσαν ή αναφύηκαν μετά το τελικό πιστοποιητικό. Αντιθέτως στον όρο 36
(1)δίδεται εξουσία στον Αρχιτέκτονα να αποφασίζει οποιαδήποτε διαφορά και μετά την συμπλήρωση των εργασιών ή τη λύση του Συμβολαίου. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, στην παρούσα περίπτωση παρατηρούνται τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 31
(8)(α) και (β) το τελικό πιστοποιητικό θα αποτελεί αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, μεταξύ άλλων, ότι όλες οι πρόνοιες του Συμβολαίου οι οποίες απαιτούν να γίνει ρύθμιση του ποσού του Συμβολαίου έχουν εφαρμοσθεί δεόντως, εκτός και αν οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών είχαν αρχίσει είτε βάσει του Άρθρου 36 των όρων του Συμβολαίου είτε διαφορετικά. Σε τέτοια περίπτωση το τελικό πιστοποιητικό θα υπόκειται στους όρους οποιασδήποτε απόφασης η οποία εκδίδεται ή διευθέτησης η οποία συμφωνείται στις εν λόγω διαδικασίες. Στην παρούσα περίπτωση και στη βάση των γεγονότων και ευρημάτων του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι ενάγοντες πριν την ολοκλήρωση των εργασιών και μετά που εν τέλει οι εναγόμενοι προχώρησαν με τον διορισμό των μηχανολόγων μηχανικών ως υπεργολάβων του έργου, με την επιστολή τους ημερομηνίας 26/11/2007 τεκμήριο 10 υπέβαλαν στους Αρχιτέκτονες του Έργου αίτημα για παράταση του χρόνου αποπεράτωσης του έργου για περίοδο 8 μηνών. Το αίτημα αυτό των εναγόντων ουδέποτε πριν τον τελικό λογαριασμό απαντήθηκε από τους Αρχιτέκτονες. Επίσης, φαίνεται στην πορεία και μετά από αυτό το αίτημα, να πρόεκυψαν και περαιτέρω καθυστερήσεις για τους λόγους που αναφέρονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, προκύπτει ότι πριν την λήξη του χρόνου παράδοσης του έργου με βάση το Συμβόλαιο, οι ενάγοντες απέστειλαν την επιστολή τεκμήριο 7, με την οποία εφιστούσαν την προσοχή των εναγομένων στο μη διορισμό των υπεργολάβων κάτι που θα επηρέαζε την συμπλήρωση του έργου και θα είχε ως αποτέλεσμα οι ενάγοντες να υποστούν επιπλέον κόστος και έξοδα λόγω της επιμήκυνσης του χρόνου του συμβολαίου. Στην επιστολή αυτή απάντησαν οι εναγόμενοι με το τεκμήριο 8 με το οποίο, μεταξύ άλλων, καλούσαν τους ενάγοντες να αποσύρουν την αναφορά τους για επιπλέον κόστος. Σημαντικό επίσης είναι και το γεγονός ότι κατά τον τελικό λογαριασμό, ο επιμετρητής ποσοτήτων δεν περιέλαβε σε αυτόν οποιαδήποτε ποσά σε σχέση με αποζημιώσεις για την παράταση του χρόνου ολοκλήρωσης του έργου, με την ρητή αναφορά ότι οι ενάγοντες επιφύλαξαν το δικαίωμα τους γι αυτό το ζήτημα. Επίσης, στον τελικό λογαριασμό, ο οποίος κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους, εκτός του ότι δεν περιλαμβανόταν οποιοδήποτε ποσό για το ζήτημα των καθυστερήσεων, υπήρχε και άλλη επιστολή των επιμετρητών ποσοτήτων ημερομηνίας 18/05/2010 στην οποία αναφερόταν πάλι ότι δεν περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με την απαίτηση του εργολάβου για παράταση του χρόνου και σχετικές αποζημιώσεις. Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία ότι το ζήτημα αυτό θα εξεταζόταν και θα διευθετείτο μεταξύ των μερών, μετά τον τελικό λογαριασμό, κάτι που υποστηρίζεται και από την πιο πάνω αλληλογραφία. Είναι προφανές από όλα τα πιο πάνω και την υπόλοιπη μαρτυρία και ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι κατά τον τελικό λογαριασμό εκκρεμούσε ήδη η διευθέτηση του ζητήματος των αποζημιώσεων για το θέμα την επιμήκυνσης του χρόνου ολοκλήρωσης του έργου και εκκρεμούσε αίτημα του εργολάβου για παράταση του χρόνου. Επομένως, το τελικό πιστοποιητικό δεν αποτελούσε την τελική ρύθμιση του Συμβολαίου, ως η υπεράσπιση του εναγόμενου ισχυρίζεται, αφού εκκρεμούσε το επίδικο ζήτημα για το οποίο θα αποφάσιζε ο Αρχιτέκτονας του Έργου και ανάλογα θα προσαρμοζόταν και το ποσό του τελικού πιστοποιητικού. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι ο Αρχιτέκτονας είχε εξουσία ή αρμοδιότητα και μετά την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού να αποφανθεί και επί αυτού του ζητήματος προς πλήρη διευθέτηση των διαφορών των διαδίκων. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει τελεσίδικη και δεσμευτική Απόφαση των Αρχιτεκτόνων, με την οποία οι τελευταίοι αποφάσισαν ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το ποσό των €204,659.20 ως αποζημιώσεις για την επιμήκυνση του χρόνου αποπεράτωσης του Έργου. Εκείνο που θα πρέπει περαιτέρω να εξεταστεί είναι κατά πόσο η Απόφαση αυτή των Αρχιτεκτόνων, παρέχει έγκυρο έρεισμα στους εναγόντες να αξιώνουν απόφαση για το πιο πάνω ποσό. Το Άρθρο 31 του Συμβολαίου αναφέρεται στα πιστοποιητικά και τις πληρωμές. Αναφέρεται στη διαδικασία έκδοσης ενδιάμεσων πιστοποιητικών και στα οποία θα δηλώνεται το ποσό που δικαιούνταν οι ενάγοντες να πληρωθούν. Επίσης, το εν λόγω Άρθρο 31
(4)αναφέρεται στην έκδοση κάποιου πιστοποιητικού μετά την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών, κατά την παρουσίαση του οποίου οι ενάγοντες θα δικαιούνταν σε πληρωμή. Επίσης, κατά την εκπνοή της περιόδου ευθύνης και ελαττωμάτων, ο Αρχιτέκτονας θα εκδώσει κάποιο πιστοποιητικό για το υπόλοιπο των ποσών που είχαν κατακρατηθεί και οι ενάγοντες κατά την παρουσίαση του στους εναγόμενους θα είχαν δικαίωμα να πληρωθούν. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει από τις πρόνοιες του Άρθρου 31
(7)ότι μετά την έκδοση και παρουσίαση του τελικού πιστοποιητικού από τους εναγόντες στους εναγόμενους, το ποσό του εν λόγω πιστοποιητικού θα αποτελούσε χρέος πληρωτέο από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι θα προέκυπτε οφειλή και χρέος προς πληρωμή από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες με την έκδοση, ανάλογα με την περίπτωση, σχετικών Πιστοποιητικών Πληρωμής από τους Αρχιτέκτονες, με τελευταίο το τελικό Πιστοποιητικό. Στην παρούσα περίπτωση, η απόφαση των Αρχιτεκτόνων έλαβε χώρα μετά την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού και δεν έχει εκδοθεί οποιοδήποτε άλλο πιστοποιητικό πληρωμής, το οποίο θα βεβαίωνε την ύπαρξη οφειλής ή χρέους από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες, ως η απόφαση. Τούτο όμως δεν θα μπορούσε να γίνει, αφού μετά το τελικό πιστοποιητικό δεν προνοείται οποιοδήποτε άλλο πιστοποιητικό οφειλής και τα επιδικασθέντα με οποιαδήποτε απόφαση των Αρχιτεκτόνων ποσά, θα ανάγονται στο τελικό πιστοποιητικό. Αυτό προκύπτει από τις πρόνοιες του Άρθρου 31
(8)(β) του Συμβολαίου, το οποίο αναφέρει ότι στην περίπτωση που εκκρεμούν οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών, το τελικό πιστοποιητικό θα υπόκειται στους όρους οποιασδήποτε απόφασης η οποία εκδίδεται ή διευθέτησης η οποία συμφωνείται στις εν λόγω διαδικασίες. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κατά τη σύναψη του τελικού λογαριασμού δεν περιλήφθηκε οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων για την επιμήκυνση του χρόνου και επιφυλάχθηκε το δικαίωμα των εναγόντων για διεκδίκηση τέτοιων αποζημιώσεων και καθορισμού τους μεταγενέστερα. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν τα πιο πάνω, αφού έλαβαν γνώση του τελικού λογαριασμού και στον οποίο περιεχόταν αυτή η επιφύλαξη. Αμέσως μετά τον τελικό λογαριασμό υποβλήθηκαν και εξετάστηκαν οι απαιτήσεις των εναγόντων για το ζήτημα αυτό και με απόφαση των Αρχιτεκτόνων, η οποία κατέστη τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη, επιδικάστηκε το πιο πάνω ποσό. Αυτό θα πρέπει να λογίζεται ότι προστίθεται στον τελικό λογαριασμό και το τελικό πιστοποιητικό. Ως εκ τούτου, η απόφαση αυτή των Αρχιτεκτόνων, μπορεί να θεωρείται βεβαίωση οφειλής και χρέος των εναγομένων προς τους ενάγοντες και αποτελεί κατάληξη μου ότι τους παρέχει δικαίωμα για διεκδίκηση της. Εκείνο το οποίο παραμένει να εξεταστεί, είναι το δικαίωμα των εναγόντων σε τόκο επί των επιδικασθέντων ποσών από τους Αρχιτέκτονες ως αποζημιώσεις. Με την αγωγή τους αξιώνουν τόκο προς 8% ετησίως από 25/09/2010 επί του ποσού των €184.377,52 μέχρι εξόφλησης. Όπως προκύπτει από την Απόφαση ημερομηνίας 28/07/2011, οι τόκοι υπολογίζονται μέχρι τις 24/09/2010 και ανέρχονται μαζί με τα χρηματοδοτικά έξοδα στο ποσό των €20,281.68 και αφαιρούμενου από το συνολικό ποσό επιδίκασης, προκύπτει το ποσό των €184.377,52 επί του οποίου οι ενάγοντες αξιώνουν τόκους. H εξουσία για επιδίκαση τόκων σε οφειλόμενο χρέος από ένα Δικαστήριο πηγάζει από το Άρθρο 33
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως τροποποιήθηκε και το οποίο έχει ως ακολούθως: «33.—
(1)Καθ' οιανδήποτε ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου διαδικασίαν, διά την είσπραξιν οιουδήποτε χρέους διά το οποίον τόκος είναι πληρωτέος είτε δυνάµει συµφωνίας ή άλλως ως διά νόµου προβλέπεται, το δικαστήριον θα επιδικάζη τόκον συµφώνως προς το συµφωνηθέν ή άλλως διά νόµου προβλεπόµενον επιτόκιον διά την περίοδον την αρχοµένην από της ηµέρας καθ' ην τοιούτος τόκος κατέστη απαιτητός µέχρι τελικής αποπληρωµής : Νοείται ότι το τοιούτον επιτόκιον δεν θα υπερβαίνη το ανώτατον όριον του εκάστοτε υπό του νόµου επιτρεποµένου επιτοκίου.» Με βάση την Συμφωνία των μερών και συγκεκριμένα το Άρθρο 39 αυτής, έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ότι «...οποιεσδήποτε τέτοιες εκκρεμείς πληρωμές θα βαρύνονται με τόκο ύψους ίσου προς το μέγιστο επιτόκιο το οποίο καθορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Δημοκρατίας και ισχύει κατά την περίοδο εντός της οποίας υπογράφεται το παρόν Συμβόλαιον από τα μέρη και το οποίο επιτόκιο θα εφαρμόζεται επί των εν λόγω πληρωμών από την ημερομηνία κατά την οποία αυτές καθίστανται ή έπρεπε να είχαν καταστεί οφειλόμενες βάσει των προνοιών των παρόντων Όρων.» Η επίδικη Συμφωνία υπογράφηκε από τα μέρη στις 26/10/2006, κατά την οποία ίσχυε ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν. 160
(1)/99), αφού τέθηκε σε ισχύ την 01ην/01/2001. Το Άρθρο 6 του εν λόγω Νόμου προνοεί ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή α) του Άρθρου 36 των Περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμων και β) των διατάξεων του Περί Συμβάσεως Νόμου. Κατά το χρόνο υπογραφής του επίδικου Συμβολαίου όμως, ήταν σε ισχύ ο Περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου Ν. 138
(1)/2002, ο οποίος κατάργησε τον Περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμο Ν. 48/63όπως τροποποιήθηκε και το πιο πάνω αναφερόμενο Άρθρο 36 του εν λόγω Νόμου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ίσχυε το Άρθρο 40 του Νόμου 138
(1)/2002, το οποίο καθόριζε ότι, μεταξύ άλλων, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να καθορίζει το ανώτατο ή το κατώτατο επιτόκιο ή και τα δύο που οι τράπεζες και άλλα εξουσιοδοτηµένα οικονοµικά ιδρύµατα δύνανται να χρεώνουν για διάφορες κατηγορίες δανείων και χορηγήσεων ή για άλλες πιστωτικές συναλλαγές ή να καταβάλλουν για τις διάφορες κατηγορίες καταθέσεων. Οι ενάγοντες αξιώνουν τόκο προς 8% ετησίως χωρίς όμως να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει το ποσοστό αυτό του επιτοκίου επί της οφειλής αλλά και το ποσοστό επιτοκίου που καθόρισε η Κεντρική Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως αναφέρεται στην Συμφωνία των μερών. Δεδομένων των πιο πάνω, κρίνω ορθό υπό τις περιστάσεις να επιδικάσω νόμιμο τόκο επί του ποσού που ζητείται τέτοιος τόκος από την ημερομηνία που το ποσό αυτό κατέστη οφειλόμενο. Ο τόκος αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο ανερχόταν σε 5,5%. Το ορθό, υπό τις περιστάσεις, είναι ο τόκος αυτός να αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία που η απόφαση των Αρχιτεκτόνων κατέστη τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη, ήτοι μετά πάροδο 28 ημερών από την έκδοση της. Η έκδοση της έλαβε χώρα στις 28/07/2011 και αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεσμευτική στις 26/08/2011. Τέλος, προκύπτει από τη συμφωνία των μερών ότι θα έπρεπε να καταβληθεί Φ.Π.Α. επί του ποσού του Συμβολαίου που συμφωνήθηκε ή θα προέκυπτε με βάση τους όρους του Συμβολαίου. Στο ποσό που συμφωνήθηκε ή θα προέκυπτε εξαιρείτο ο Φ.Π.Α. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η κατάληξη είναι ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στον αναγκαίο βαθμό και δικαιούνται σε απόφαση. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €204,659.20 πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €184,377.52 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως επί του ποσού των €184,377.52 από 26/08/2011 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)........... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.