ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 959/12, 19/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A117 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 959/12 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ και
- ΧΧΧΧ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ
- ΧΧΧΧ ΠΑΤΣΑΛΙΔΟΥ Ημερομηνία: 19.11.2020 Για Ενάγοντες: κα Κ. Ανδρέου για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους 1 και 2:κ. Γ. Δημητριάδης για ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2:
- Απόφαση για το ποσό των €199.955,35 πλέον τόκο προς 11,25% επί του ποσού των €197.182,47 από 14.2.2012, με κεφαλαιοποίηση κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, μέχρι πλήρους εξόφλησης, δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 3.8.2007 (λογαριασμός δανείου με αριθμό ΧΧΧΧ).
- Απόφαση για το ποσό των €70.643,93 πλέον τόκο προς 11,75% επί του ποσού των €69.621,36 από 14.2.2012, με κεφαλαιοποίηση κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου, μέχρι πλήρους εξόφλησης, δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 9.12.2008 (λογαριασμός δανείου με αριθμό ΧΧΧΧ).
- Διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, ιδιοκτησίας των Εναγομένων 1 και 2, δυνάμει της υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου με αριθμό ΧΧΧΧ, ημερομηνίας 30.12.
- Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία διεξάγει, μεταξύ άλλων, τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Στις 3.8.2007 οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι υπέγραψαν συμφωνία (στο εξής «η πρώτη συμφωνία»), με την οποία οι πρώτοι παραχώρησαν στους δεύτερους στεγαστικό δάνειο ύψους €205.032,17, για το οποίο ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό ΧΧΧΧ. Στις 9.12.2008 οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι υπέγραψαν νέα συμφωνία (στο εξής «η δεύτερη συμφωνία»), με την οποία οι πρώτοι παραχώρησαν στους δεύτερους νέο στεγαστικό δάνειο ύψους €70.000, για το οποίο ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό ΧΧΧΧ. Στις 7.9.2009 οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν αίτημα των Εναγομένων και συμφώνησαν με αυτούς όπως η δεύτερη συμφωνία τροποποιηθεί σε σχέση με το επιτόκιο. Περαιτέρω με σύμβαση και δήλωση υποθήκης ημερ. 30.12.2008, σε αντάλλαγμα της παροχής και/ή της συνέχισης παροχής από τους Ενάγοντες των ως άνω δανείων και προς πρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων τους, οι Εναγόμενοι παραχώρησαν στους Ενάγοντες, την υποθήκη με αριθμό ΧΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, επί ακινήτου ιδιοκτησίας τους κατά ½ μερίδιο εκάστου, στην περιοχή ΧΧΧΧ, της Επαρχίας Πάφου. Οι ως άνω λογαριασμοί δανείων παρουσίαζαν καθυστερήσεις και οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 21.7.2011 προειδοποίησαν τους Εναγόμενους όπως διευθετήσουν την πληρωμή των οφειλομένων ποσών, ενημερώνοντας τους ότι μέχρι την ομαλοποίηση των λογαριασμών οι καθυστερήσεις θα επιβαρύνονται με τόκο υπερημερίας προς 6%. Δυνάμει των όρων των ως άνω συμφωνιών και/ή λόγω της μη συμμόρφωσης των Εναγομένων προς τους όρους αυτών, οι Ενάγοντες με επιστολές τους προς τους Εναγόμενους, ημερ. 12.8.2011 τερμάτισαν την λειτουργία και των δύο πιο πάνω λογαριασμών και/ή τερμάτισαν τα δάνεια και/ή κατέστησαν απαιτητό κάθε οφειλόμενο ποσό και κάλεσαν τους Εναγόμενους όπως εξοφλήσουν κάθε τέτοιο ποσό πλέον τόκους. Με την ίδια επιστολή ενημέρωσαν τους Εναγόμενους ότι ολόκληρα τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών τους θα επιβαρύνονταν με τόκο υπερημερίας προς 6%. Μετά τις ως άνω επιστολές ουδέν ποσό καταβλήθηκε και σήμερα οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν τα αξιούμενα με την παρούσα αγωγή ποσά. Οι Εναγόμενοι απάντησαν στην αγωγή με καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Στην έκθεση υπεράσπισης τους δηλώνουν ότι αρνούνται όλους μαζί και τον καθένα χωριστά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης. Υποστηρίζουν δε ότι οι σχέσεις τους με τους Ενάγοντες ήταν εκτός των συνηθισμένων πλαισίων της σχέσης τράπεζας-πελάτη και εισήλθαν στην σφαίρα της εμπιστευτικής σχέσης. Συνεπεία αυτών οι Ενάγοντες είχαν απορρέοντα καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι τους, τα οποία επηρεάζουν θεμελιωδώς και ουσιαστικά τις μεταξύ τους συμβατικές σχέσεις. Οι Εναγόμενοι καθ' όλους τους επίδικους χρόνους δεν είχαν οποιαδήποτε σχετική ακαδημαϊκή και/ή επαγγελματική μόρφωση και/ή εξειδικευμένη γνώση και βασίστηκαν αποκλειστικά στην συμβουλή και/ή παρότρυνση των Εναγομένων για την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών. Αρνούνται τα όσα ισχυρίζονται οι Ενάγοντες για τις επίδικες συμφωνίες και υποστηρίζουν ότι εάν ήθελε αποδειχθεί η ύπαρξη τους, οι πρόνοιες και οι όροι τους, αυτές δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων και είναι το προϊόν και/ή το αποτέλεσμα κατάχρησης και/ή παράβασης σχέσης εμπιστοσύνης και/ή καθήκοντος και/ή ήταν το αποτέλεσμα σύγκρουσης συμφερόντων και/ή το προϊόν ψευδών και/ή αναληθών παραστάσεων και/ή συμβουλών που έγιναν και/ή δόθηκαν προς τους Εναγόμενους και/ή το προϊόν αμέλειας και/ή απάτης και/ή δόλου και/ή αθέμιτου επιρροής που άσκησαν οι Ενάγοντες σε βάρος τους. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι οι όροι των συμφωνιών αντιβαίνουν τη νομοθεσία και/ή συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή παραβαίνουν τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93(Ι)/
- Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι δεν έτυχαν ανεξάρτητης και πλήρους νομικής συμβουλής. Αρνούνται επίσης ότι οι Ενάγοντες έχουν νομότυπα καταστήσει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κάθε ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και/ή ότι νομότυπα ζήτησαν την εξόφληση του, τερματίζοντας τις ισχυριζόμενες συμφωνίες. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται τα αξιούμενα ποσά και/ή αυξημένο επιτόκιο έστω και αν αποδειχτούν ότι αυτά είναι οφειλόμενα, για το λόγο ότι στα ποσά αυτά περιλαμβάνονται τόκοι και/ή χρεώσεις, οι οποίες αντιβαίνουν τη νομοθεσία και ότι το βασικό επιτόκιο είναι αυθαίρετο και/ή δεν είναι συμφωνημένο και/ή ότι όλα τα πιο πάνω συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή δεν ήταν συμφωνημένα και/ή παραβαίνουν το Νόμο 93(Ι)/96 και/ή είναι το προϊόν παράβασης εμπιστευτικών καθηκόντων που τους όφειλαν οι Ενάγοντες. Είναι επίσης η θέση τους ότι οι Ενάγοντες ανέλαβαν να παρέχουν και τους παρείχαν εξειδικευμένα χρηματοοικονομικά προϊόντα και υποστήριξη και/ή υπηρεσίες και/ή επαγγελματικές συμβουλές και γενικά υπηρεσίες του είδους και της περιγραφής που χρειάζονταν στην προώθηση του αναπτυξιακού τους προγράμματος και/ή στην πορεία και/ή στην προώθηση των δραστηριοτήτων και/ή των εργασιών τους και/ή την ανάληψη υποχρεώσεων από αυτούς. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι συνέπεια των πιο πάνω πράξεων, παραλείψεων, αμέλειας και/ή παρανομίας των Εναγόντων και/ή ως συνέπεια των συμβουλών και/ή διαβεβαιώσεων που τους έχουν δοθεί, οι Εναγόμενοι έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές ή/και απώλεια που υπερβαίνει κατά πολύ το αξιούμενο ποσό. Ως εκ των άνω ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ τους. Στην ανταπαίτηση τους, αφού επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης, υποστηρίζουν ότι ως αποτέλεσμα και/ή συνέπεια των πράξεων και/ή των συμβουλών και/ή των παραστάσεων και/ή των διαβεβαιώσεων των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι είναι εκτεθειμένοι στα αξιούμενα στην παρούσα αγωγή ποσά, τόκους και έξοδα και ζητούν:
- Δήλωση ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή χωρίς αποτέλεσμα και/ή ανύπαρκτες.
- Το ποσό των €270.599,28, πλέον τόκους και έξοδα.
- Έξοδα μαρτύρων και εμπειρογνωμόνων.
- Γενικές αποζημιώσεις. Στην απάντηση τους στην υπεράσπιση και στην υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση οι Ενάγοντες ενώνουν τα επίδικα θέματα με τους Εναγόμενους, αρνούμενοι όλους και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς αυτών. Υποστηρίζουν δε ότι καμία ζημιά, βλάβη ή απώλεια υπέστησαν οι Εναγόμενοι, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με οποιαδήποτε συμπεριφορά των Εναγόντων ή να προκλήθηκε άμεσα ή έμμεσα, από οποιαδήποτε συμπεριφορά αυτών. Περαιτέρω, διαζευκτικά και άνευ βλάβης, ισχυρίζονται ότι, εάν ήθελε αποδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι υπέστησαν ζημιά, βλάβη ή απώλεια, τότε αυτές οφείλονται στην αποκλειστική και/ή μεγάλη συντρέχουσα ευθύνη των Εναγόμενων. Όσον αφορά την ανταπαίτηση υποστηρίζουν ότι οι Εναγόμενοι στερούνται αγώγιμου δικαιώματος εναντίον τους και/ή ότι κωλύονται δια εγγράφων, δηλώσεων, παραστάσεων και δια συμπεριφοράς και/ή λόγω ολιγωρίας να προβάλλουν και να προωθούν οποιεσδήποτε αξιώσεις εναντίον τους καθώς και ότι οποιεσδήποτε τέτοιες είναι γενικές, αόριστες, αδικαιολόγητες, καταχρηστικές, κακόβουλες, παρελκυστικές και ουσιαστικά και νομικά αβάσιμες. Ως εκ των άνω ζητούν απόρριψη της ανταπαίτησης με έξοδα υπέρ τους. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσε ένας μάρτυρας. Κανένας δε μάρτυρας δεν κατέθεσε από πλευράς των Εναγομένων. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Γρηγορίου, υπάλληλος των Εναγόντων, ο οποίος από το 2013 ασκεί καθήκοντα Λειτουργού Είσπραξης Χρεών. Σύμφωνα με αυτόν, μετά από έγκριση αίτησης των Εναγομένων ημερ. 31.7.2007, οι Ενάγοντες προχώρησαν σε σύναψη συμφωνίας με τους Εναγόμενους, η οποία υπογράφτηκε στις 3.8.2007 (στο εξής «η πρώτη συμφωνία») και με την οποία συμφώνησαν να τους χορηγήσουν πιστωτική διευκόλυνση υπό μορφή στεγαστικού δανείου ύψους Λ.Κ.120.000 (€205.032,17) (κατέθεσε την εν λόγω συμφωνία ως τεκμήριο 5). Προς το σκοπό αυτό, ανοίχθηκε ο λογαριασμός δανείου με αριθμό ΧΧΧΧ επ' ονόματι των Εναγόμενων. Σύμφωνα με τα όσα προβλέπονταν στην πρώτη συμφωνία, από το ποσό του δανείου θα εξοφλούνταν και εξοφλήθηκαν υφιστάμενες υποχρεώσεις των Εναγόμενων και συγκεκριμένα άλλα δάνεια. Προς εξασφάλιση και σε αντάλλαγμα παροχής του πρώτου δανείου, αυτό αρχικά εξασφαλίζονταν με υφιστάμενη συμφωνία εκχώρησης, ημερ. 28.12.2004, με την οποία οι Εναγόμενοι εκχωρούσαν όλα τα δικαιώματα επί του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 10.11.2004, μεταξύ αυτών και της εταιρείας Τ.Κ. Kouroushiplan Ltd, που αφορούσε κατοικία, η οποία ανεγέρθη επί ακινήτου στον ΧΧΧΧ στην Πάφο. Ακολούθως και ενόψει της έκδοσης ξεχωριστού τίτλου για το πιο πάνω ακίνητο οι Εναγόμενοι αιτήθηκαν όπως γίνει τροποποίηση των εξασφαλίσεων σε σχέση με το πρώτο δάνειο και συγκεκριμένα την ακύρωση της εκχώρησης των δικαιωμάτων που απορρέαν από το πωλητήριο έγγραφο και εγγραφή Α' υποθήκης επί του νέου τίτλου του ακινήτου. Οι Ενάγοντες, με απόφαση τους ημερ. 2.12.2008, που κοινοποίησαν στους Εναγόμενους στις 4.12.2008, αποδέχθηκαν το αίτημα και στις 9.12.2008 οι δύο πλευρές συμφώνησαν όπως προχωρήσουν σε τροποποίηση των εν λόγω εξασφαλίσεων. Ενόψει των πιο πάνω, με σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου ημερ. 30.12.2008, οι Εναγόμενοι, σε αντάλλαγμα της χορήγησης από τους Ενάγοντες προς αυτούς του πρώτου δανείου και προς πρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση όλων των υποχρεώσεων τους προς τους Ενάγοντες παραχώρησαν στους τελευταίους την υποθήκη με αριθμό ΧΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου επί του ως άνω ακινήτου (κατέθεσε δε την σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως και το έγγραφο υποθήκης ως τεκμήριο 10). Προς περαιτέρω εξασφάλιση, οι Εναγόμενοι προχώρησαν σε εκχώρηση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από ασφάλειες ζωής, οι οποίες όμως έχουν ακυρωθεί λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων. Λόγω παράβασης των όρων της πρώτης συμφωνίας, ήτοι της μη πληρωμής των οφειλόμενων δόσεων, οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς τους Εναγόμενους ημερ. 21.7.2011, τους κάλεσαν να εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις εντός 21 ημερών και τους ενημέρωσαν ότι μέχρι την ομαλοποίηση του λογαριασμού δανείου, αυτός επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας 6% και ότι παράλειψη τους να συμμορφωθούν θα είχε ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας και την απαίτηση της άμεσης πληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου (κατέθεσε αντίγραφο της επιστολής ως τεκμήριο 13). Λόγω της παράλειψης των Εναγόμενων να συμμορφωθούν, οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς τους Εναγόμενους ημερ. 12.8.2011, που εστάλη ταχυδρομικώς, με συνηθισμένο ταχυδρομείο, στην διεύθυνση των Εναγομένων και παραλήφθηκε από αυτούς, τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού του εν λόγω δανείου και κάλεσαν τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο που τότε ανερχόταν σε €205.032,17 πλέον τόκους. Περαιτέρω με την επιστολή ενημέρωσαν τους Εναγόμενους ότι μέχρι την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, αυτό επιβαρύνεται με τον τόκο υπερημερίας 6%, που τους είχε κοινοποιηθεί καθώς και ότι παράλειψη τους να συμμορφωθούν θα είχε ως αποτέλεσμα την λήψη νομικών μέτρων (κατέθεσε αντίγραφο της επιστολής ως τεκμήριο 14). Όσον αφορά το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού με αριθμό ΧΧΧΧ, που αφορά την πρώτη συμφωνία, κατέθεσε ως τεκμήριο 15 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, με επισυνημμένες τις καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού, σύμφωνα με τις οποίες το υπόλοιπο είναι €336.939,79 πλέον τόκους επί του ιδίου ποσού από 1.7.2020, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι εξοφλήσεως. Ετοίμασε δε και κατέθεσε ως τεκμήριο 16 αναδομημένες καταστάσεις του ίδιου λογαριασμού, στις οποίες προέβη σε συγκεκριμένες αφαιρέσεις σε σχέση με το τεκμήριο 15 και με βάση αυτές η τράπεζα περιόρισε την αξίωση της. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον μάρτυρα, στις 6.11.2008 οι Ενάγοντες ενέκριναν αίτηση των Εναγομένων για χορήγηση στεγαστικού δανείου ύψους €70.000 και στην συνέχεια Ενάγοντες και Εναγόμενοι προχώρησαν σε σύναψη συμφωνίας νέου στεγαστικού δανείου (στο εξής «η δεύτερη συμφωνία»), η οποία υπογράφτηκε στις 9.12.2008 και με την οποία συμφωνήθηκε η χορήγηση στους Εναγόμενους πιστωτικής διευκόλυνσης υπό μορφή τέτοιου δανείου ύψους €70.000 (κατέθεσε την εν λόγω συμφωνία ως τεκμήριο 19). Προς το σκοπό αυτό, ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό ΧΧΧΧ, επ' ονόματι των Εναγόμενων. Στις 31.12.2008 οι Ενάγοντες μετέφεραν το ποσό του δανείου αυτού σε τρεχούμενο λογαριασμό των Εναγόμενων. Εξασφάλιση για το εν λόγω δάνειο συμφωνήθηκε να είναι η ως άνω αναφερόμενη υποθήκη με αρ. ΧΧΧΧ, η οποία εξασφάλιζε και την πρώτη συμφωνία. Προς περαιτέρω εξασφάλιση οι Εναγόμενοι προχώρησαν σε εκχώρηση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από ασφάλειες ζωής, οι οποίες έχουν όμως ακυρωθεί λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων. Στις 7.9.2009 οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι συμφώνησαν, με τροποποιητική συμφωνία που υπέγραψαν, όπως το επιτόκιο της δεύτερης συμφωνίας τροποποιηθεί (κατέθεσε την εν λόγω συμφωνία ως τεκμήριο 23). Λόγω παράβασης των όρων της δεύτερης συμφωνίας, ήτοι της μη πληρωμής των οφειλόμενων δόσεων, οι Ενάγοντες, με επιστολή τους προς τους Εναγόμενους ημερ. 21.7.2011, που εστάλη στους Εναγόμενους ταχυδρομικώς στην διεύθυνση τους, κάλεσαν τους τελευταίους να εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις, εντός 21 ημερών και τους ενημέρωσαν ότι μέχρι την ομαλοποίηση του λογαριασμού, αυτός θα επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας 6% και ότι παράλειψή τους να συμμορφωθούν θα είχε ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας και την απαίτηση της άμεσης πληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου (κατέθεσε ως τεκμήριο 24 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής). Λόγω της παράλειψης των Εναγόμενων να συμμορφωθούν, οι Ενάγοντες, με επιστολή τους ημερ. 12.8.2011, που εστάλη ταχυδρομικώς, με συνηθισμένο ταχυδρομείο, στην διεύθυνση των Εναγομένων και παραλήφθηκε από αυτούς, τερμάτισαν την λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού και κάλεσαν τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο που τότε ανερχόταν σε €66.623,24 πλέον τόκους. Περαιτέρω με την επιστολή αυτή τους ενημέρωσαν ότι μέχρι την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, αυτό θα επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας 6% και ότι παράλειψη τους να συμμορφωθούν, θα είχε ως αποτέλεσμα την λήψη νομικών μέτρων (κατέθεσε ως τεκμήριο 25 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής). Όσον αφορά το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού κατέθεσε ως τεκμήριο 26 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, με επισυνημμένες καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού, σύμφωνα με τις οποίες το υπόλοιπο είναι €131.947,18 πλέον τόκους επί του ιδίου ποσού από 1.7.2020, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω ετοίμασε και κατέθεσε ως τεκμήριο 27 αναδομημένες καταστάσεις του ίδιου λογαριασμού, στις οποίες προέβη σε συγκεκριμένες αφαιρέσεις σε σχέση με το τεκμήριο 26 και με βάση τις οποίες οι Ενάγοντες περιόρισαν την αξίωση τους. Οι Εναγόμενοι μετά την καταχώρηση της αγωγής, δεν έκαναν οποιοδήποτε πληρωμή έναντι των χρεών τους και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να οφείλουν αυτά. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προήλθε από τους Ενάγοντες, μέσω του Μ.Ε.
- Ήταν ως προς αυτόν θέση των Εναγομένων ότι δεν είχε προσωπική γνώση των διαφόρων θεμάτων ώστε να μπορεί να καταθέσει για την υπόθεση. Ως προς τούτο να λεχθεί ότι δεν μου διαφεύγει ότι κατά τους χρόνους υπογραφής αλλά και τερματισμού των επίδικων συμφωνιών ο μάρτυρας δεν εργαζόταν στους Ενάγοντες και συναφώς δεν είχε προσωπική γνώση των σχετικών γεγονότων αλλά, ως θα διαφανεί στην συνέχεια, αυτό δεν επιδρά ούτε στην αξιοπιστία του αλλά ούτε και στην υπόθεση. Ως ο ίδιος ανέφερε άρχισε να εργοδοτείται στους Ενάγοντες τον Μάρτιο του 2013, ασκώντας έκτοτε καθήκοντα Λειτουργού Είσπραξης Χρεών, είναι ένας από τους υπεύθυνους λειτουργούς που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση και μετά τον τερματισμό της λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών του ανατέθηκε ο έλεγχος και η παρακολούθηση αυτών. Κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι κατά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών εργαζόταν σε άλλη τράπεζα και δήλωσε ότι η γνώση του για τις συμφωνίες αυτές προκύπτει από την μελέτη των σχετικών φακέλων που έχει στην κατοχή του από τις 29.3.2013 που του ανατέθηκε η παρακολούθηση της υπόθεσης, από το αρχείο των Εναγόντων, στο οποίο έχει πρόσβαση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, από τα έγγραφα που επίσης είχε στην κατοχή του και κατέθεσε και από συνομιλίες που είχε με συναδέλφους του που χειρίζονταν την υπόθεση τότε. Πρόκειται λοιπόν για πρόσωπο, του οποίου η μαρτυρία δεν είναι ήταν τυπική αλλά που μπορούσε να καταθέσει για την υπόθεση και τα επίδικα αυτής θέματα (βλ. μεταξύ άλλων Εργατίδης κ.α. ν. Bank οf Cyprus Public Company Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A450, Πολ. Έφεση Αρ. 111/2012, ημερ. 11.12.2017). Πέραν του πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Ε.1 μου έκανε θετική εντύπωση. Τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε με επάρκεια και σαφήνεια στις περιστάσεις και δεδομένα της υπόθεσης, ήταν δε αρκούντως επεξηγηματικός και κατατοπιστικός σε σχέση με όσα του τέθηκαν, υποστηρίζοντας τις σχετικές θέσεις του, χωρίς υπερβολές, με παραπομπή στα διάφορα τεκμήρια της υπόθεσης που τις υποστήριζαν και αποκαλύπτοντας πάντοτε την πηγή των γνώσεων του. Ήταν δε συνεπής και σταθερός και οι θέσεις του δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ακολουθεί στην συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που χρήζουν απόδειξης στα πλαίσια της παρούσας. Επίδικες συμφωνίες Αρχίζοντας από το θέμα των επίδικων συμφωνιών, για σκοπούς καλύτερη παρακολούθησης των όσων θα ακολουθήσουν, χρήσιμη κρίνεται η αναφορά στις σχετικές δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων. Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι αρνούνται τους όρους των επίδικων συμφωνιών στους οποίους γίνεται αναφορά στην έκθεση απαίτησης (περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν την χρέωση τόκων και τόκων υπερημερίας) και περαιτέρω προβάλλουν ότι αυτοί δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων και/ή αντιβαίνουν τη νομοθεσία και/ή συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή δεν ήταν συμφωνημένοι και/ή παραβαίνουν τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93(Ι)/
- Θέτουν ως λεπτομέρειες ότι: Είναι ρήτρες κακής πίστης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων από την Ενάγουσα και οι Εναγόμενοι δεν ήταν δυνατό να επηρεάσουν το περιεχόμενο τους. Οι Εναγόμενοι δεν είχαν διαπραγματευτική δύναμη έναντι της Ενάγουσας. Οι Ενάγοντες συμβούλευσαν τους Εναγόμενους να αποδεχτούν τους όρους και/ή πρόνοιες των επίδικων συμβάσεων. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι δεν έτυχαν ανεξάρτητης και πλήρους νομικής συμβουλής. Το πρώτο που πρέπει να σχολιασθεί είναι ότι η ως άνω δικογράφηση χαρακτηρίζεται από γενικότητα εφόσον δεν αναφέρεται με την απαιτούμενη εξειδίκευση στους όρους των συμφωνιών. Η γενικότητα αυτή προκύπτει και από τις τελικές αγορεύσεις αλλά και από την αντεξέταση του Μ.Ε.1 εφόσον από τα όσα τέθηκαν σχετικά και πάλι δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Εν πάση περιπτώσει εξετάζοντας τις ως άνω θέσεις ως έχουν θα πρέπει αρχικά να σημειωθεί ότι κατά την ακρόαση δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή των συμφωνιών από τους Εναγόμενους. Αποτελεί όμως θέση τους στις τελικές αγορεύσεις ότι οι όροι αυτών ήταν προτυπωμένοι και δεν υπήρξαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα να θεωρούνται καταχρηστικές ρήτρες με βάση το άρθρο 5
(1)του Νόμου 93(Ι)1996. Σε σχέση με το πιο πάνω, κατά την αντεξέταση του, ερωτώμενος κατά πόσο Γενικοί Όροι όπως αυτοί της συμφωνίας ημερ. 3.8.2007 (τεκμήριο 5 - στο εξής «η πρώτη συμφωνία») είναι αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο μερών ή είναι όροι που δίνονται τυποποιημένοι από την τράπεζα προς τους πελάτες, είπε ότι είναι όροι που καταλήγουν, που διαμορφώνονται αναλόγως με τις συμφωνίες που κάνει ο πελάτης με την τράπεζα και αναλόγως σε κάθε συμφωνία μπορούν να διαφοροποιηθούν δηλ. δεν είναι προτυπωμένοι και όποιος πελάτης πάει εκεί απλά τους υπογράφει. Περαιτέρω δεν δέχθηκε υποβολή ότι οι δύο επίδικες συμφωνίες είναι κείμενα τυποποιημένα της τράπεζας, τα οποία δεν επιδέχονται διαπραγμάτευσης ή αλλαγής από τους πελάτες. Να σημειωθεί δε ότι παρά το ότι ο ίδιος με ειλικρίνεια δέχθηκε ότι δεν ήταν παρών κατά την συνομολόγηση των συμφωνιών ώστε να γνωρίζει κατά πόσο έγινε τέτοια διαπραγμάτευση, δεν αμφισβητήθηκε η ως άνω θέση του περί των εγγράφων που χρησιμοποιούνται και της δυνατότητας διαμόρφωσης τους κατά την σύναψη τέτοιων συμφωνιών. Ανέφερε δε ότι γνωρίζει ότι είναι πολιτική της τράπεζας και η διαδικασία που ακολουθείται είναι τα έγγραφα να δίδονται στους πελάτες, να τους επεξηγούνται οι όροι και εάν αυτοί έχουν οποιανδήποτε απορία για κάποιον όρο, τους επεξηγείται. Υπέδειξε δε ότι οι συμφωνίες υπογράφτηκαν από τους Εναγόμενους με αυτούς τους όρους αλλά και ότι γνωρίζει, με βάση τον φάκελο της υπόθεσης, ότι αυτοί από την σύναψη τους εδώ και 12 χρόνια ποτέ δεν ήγειραν θέμα ή αμφισβήτησαν οποιονδήποτε όρο, κάτι που δείχνει ότι τους επεξηγήθηκαν και με την σύμφωνη γνώμη τους και χωρίς καμία πίεση υπέγραψαν. Τα πιο πάνω, τα οποία παρέμειναν, ελλείψει αντίθετης μαρτυρίας, αναντίλεκτα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης ότι οι όροι των επίδικων συμφωνιών υπήρξαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης (σύμφωνα με το άρθρο 3
(5)του Νόμου 93(Ι)1996) με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται ο Νόμος αυτός (βλ. άρθρο 3
(1). Ακόμη όμως και να κρινόταν ότι οι όροι δεν υπήρξαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και άρα ότι εφαρμόζεται ο Νόμος, στην προκειμένη αυτό δεν θα οδηγούσε αυτόματα σε εύρημα ότι αποτελούν καταχρηστικές ρήτρες, με αποτέλεσμα σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)να μην δεσμεύουν τους Εναγόμενους. Αυτό καθότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι κάποιος εκ των όρων αποτελεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Νόμου, καταχρηστική ρήτρα εφόσον κανένας εξ αυτών δεν φαίνεται να δημιουργεί σε βάρος των Εναγομένων σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των µερών που απορρέουν από την σύμβαση (βλ. και σχετικό Παράρτημα του Νόμου). Περαιτέρω από το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών αλλά και από την μαρτυρία που τέθηκε σχετικά, δεν προκύπτει ότι οι όροι αυτών είναι διατυπωμένοι με τρόπο ασαφή και μη κατανοητό. Να σημειωθεί δε ότι ακόμη και εάν ίσχυε αυτό δεν θα είχε ως αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται αλλά θα υπερίσχυε η ευνοϊκότερη για τους Εναγόμενους ερμηνεία (βλ. άρθρο 7 του Νόμου). Αποτελεί επίσης θέση των Εναγομένων την οποία δικογραφούν, ότι το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας κατά τους επίδικους χρόνους είναι αυθαίρετο και/ή δεν είναι συμφωνημένο και/ή συνιστά ποινική ρήτρα και/ή παραβαίνει το Νόμο 93
(1)/
- Αναφορικά με το βασικό επιτόκιο της πρώτης συμφωνίας, ο Μ.Ε.1 στην αντεξέταση του ανέφερε ότι επρόκειτο για το βασικό επιτόκιο που καθόριζε και αυξομείωνε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το λάμβαναν υπόψην οι Ενάγοντες διότι η εν λόγω συμφωνία είναι του 2007 δηλ. πριν αυτοί καθορίσουν τα δικά τους επιτόκια κάτι που έκαναν από την 1.1.
- Με άλλα λόγια, για τον καθορισμό του βασικού επιτοκίου της συμφωνίας, οι Ενάγοντες ακολουθούσαν τα όσα καθόριζε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ήταν δε η θέση του μάρτυρα ότι ο καθορισμός του επιτοκίου κατά αυτόν τον τρόπο ήταν υπέρ των Εναγομένων εφόσον στην συνέχεια έπαιρνε καθοδική πορεία και ήταν αυτό που υπολογιζόταν καθ' όλη την διάρκεια της συμφωνίας μέχρι και τον τερματισμό της, παρά το ότι από την 1.1.2008 οι Ενάγοντες καθόρισαν δικό τους βασικό επιτόκιο. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο υπάρχει οποιοσδήποτε όρος στην συμφωνία, που να συσχετίζει το βασικό επιτόκιο της τράπεζας με το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ώστε να είναι ξεκάθαρο προς τους Εναγόμενους, είπε ότι δεν υπάρχει τέτοιος αλλά είναι ξεκάθαρο ότι το επιτόκιο θα αποτελείται από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας, κάτι που ευσταθεί εφόσον αυτό ήταν το επιτόκιο των Εναγόντων, ασχέτως του ότι για τον καθορισμό του ακολουθούσαν τις αυξομειώσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όσον δε αφορά την άλλη συμφωνία, ημερομηνίας 6.11.2008 (στο εξής «η δεύτερη συμφωνία») επανέλαβε ότι από την 1.1.2008 οι Ενάγοντες καθόρισαν τα δικά τους βασικά επιτόκια και βάσει αυτών υπολογιζόταν οποιοδήποτε τέτοιο σε διευκολύνσεις που παραχωρούνταν μετά από αυτή την ημερομηνία. Σε άλλο σημείο όταν ρωτήθηκε για την τροποποιητική συμφωνία ημερ. 9.12.2008 τεκμήριο 23, είπε ότι πριν την ημερομηνία αυτή ίσχυε το βασικό επιτόκιο της τράπεζας και μετά οι Ενάγοντες καθόρισαν βασικό επιτόκιο στεγαστικών δανείων, το οποίο ήταν μειωμένο σε σχέση με το βασικό της (δηλ. μικρότερο) και για αυτό έγινε η εν λόγω τροποποίηση, η οποία ως εκ τούτου ήταν προς όφελος των Εναγομένων. Δεν γνώριζε δε την τότε φόρμουλα υπολογισμού του βασικού επιτοκίου της τράπεζας. Σε υποβολή δε ότι οι δημοσιεύσεις που υπάρχουν στο τεκμήριο 17, το οποίο κατέθεσε και στις οποίες φαίνονται οι αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου των Εναγόντων όσον αφορά την πρώτη συμφωνία, ουδέποτε έχουν τεθεί υπόψη των Εναγομένων, διαφώνησε όπως και για το ότι η επιστολή στην σελίδα 7 του ίδιου τεκμηρίου ουδέποτε τέθηκε εις γνώση των Εναγομένων. Ως προς δε το τελευταίο επανέλαβε τα όσα είπε αναφορικά με την λήψη από τους Εναγόμενους των επιστολών και καταστάσεων λογαριασμών (θα γίνει σχετική αναφορά κατωτέρω) και πρόσθεσε ότι εκεί αναφέρεται ξεκάθαρα το επιτόκιο και παρά τούτο ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν. Εδώ να σημειωθεί ότι και στις δύο συμφωνίες προνοείται δικαίωμα των Εναγόντων για μεταβολή του βασικού επιτοκίου και ότι τέτοια αλλαγή θα είναι δεσμευτική για τους Εναγόμενους, οι οποίοι θα λαμβάνουν γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της τράπεζας τρόπο. Να λεχθεί δε ότι σε περίπτωση που προβλέπεται στην σύμβαση και δίδεται η σχετική ειδοποίηση στον χρεώστη είναι θεμιτή η μεταβολή του επιτοκίου (Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2059). Από τις δημοσιεύσεις δε του τεκμηρίου 17 φαίνεται καθαρά ότι γινόταν ενημέρωση ότι το επιτόκιο των Εναγόντων αυξομειωνόταν ως το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Να υπομνησθεί δε ότι οι Εναγόμενοι καμία μαρτυρία προσκόμισαν που έστω να δείχνει ότι υπήρχε κάποια ασάφεια στο θέμα ή έστω ότι οι ίδιοι δεν αντιλήφθηκαν τα σχετικά με το βασικό επιτόκιο ενώ δεν φαίνεται να ζήτησαν ποτέ οποιαδήποτε διευκρίνιση. Αποτελεί επίσης θέση των Εναγόμενων στις αγορεύσεις τους, η οποία και πάλι δεν εξειδικεύεται στην έκθεση υπεράσπισης, ότι αποτελεί καταχρηστική ρήτρα ο υπολογισμός του τόκου με διαιρέτη τον αριθμό 360 αντί 365 ή 366 που αντιστοιχεί στο ημερολογιακό έτος. Ως προς τούτο παραπέμπουν και στην Βογαζιάνος κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 1)
(2011)1Α Α.Α.Δ. 253, όπου κρίθηκε ότι η χρησιμοποίηση ως διαιρέτη των 360 αντί των 365 ημερών, οδήγησε σε επιβολή τόκου μεγαλύτερου του προβλεπομένου (τότε επιτρεπόμενος 9% ετησίως), με αποτέλεσμα, παρά την υπογραφή της συμφωνίας από τον εφεσείοντα, ο σχετικός όρος να καθίσταται παράνομος. Τα δεδομένα όμως στην παρούσα είναι διαφορετικά. Οι σχετικοί όροι των επίδικων συμφωνιών πράγματι προνοούν ότι ο τόκος υπολογίζεται επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων και για υπολογισμό του, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. Παρά ταύτα οι επίδικες συμφωνίες διέπονται από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/1999 (τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2001) στον οποίο δεν υπάρχει καθορισμός μέγιστου ποσοστού επιτοκίου και προνοείται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δικαιούνται να κεφαλαιοποιούν τον τόκο δύο φορές τον χρόνο ενώ στην Βογαζιάνος κ.ά. το θέμα κρίθηκε με δεδομένο ότι ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος 2/77, το άρθρο 3 του οποίου καθόριζε ως ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο το 9% ετησίως. Σε κάθε περίπτωση ο Μ.Ε.1 όταν ρωτήθηκε σχετικά κατά την αντεξέταση του είπε ότι για αυτό το θέμα οι Ενάγοντες ενήργησαν με βάση τους όρους των επίδικων συμφωνιών δηλ. υπολόγιζαν τους τόκους στην βάση των 360 ημερών αλλά από τον Μάιο του 2015, δηλαδή έναν χρόνο πριν την τροποποίηση του νόμου (που έγινε στις έγινε στις 22.4.2016) και τον καθορισμό των 365 ή 366 ημερών, οι Ενάγοντες προχώρησαν σε αλλαγή στα συστήματά τους και υπολόγιζαν τον τόκο με βάση τις 365 ή 366 μέρες, παρά τις πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών. Να σημειωθεί ότι η πρόνοια με την οποία θεωρείται καταχρηστική κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στην βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στην βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους (άρθρο 5
(5)του Νόμου 93(Ι)/96) εισήχθη με τον Τροποποιητικό Νόμο 49(Ι)/2016 που τέθηκε σε ισχύ 30 ημέρες μετά τη δημοσίευση του, που ήταν την 22.4.2016 και άρα δεν ίσχυε κατά τους χρόνους που οι Ενάγοντες, στην βάση των όρων των επίδικων συμφωνιών χρέωναν τους επίδικους λογαριασμούς με τόκους που υπολόγιζαν με βάση το οικονομικό έτος των 360 ημερών. Αναφορικά τώρα με το κατά πόσο οι Ενάγοντες κατά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών έδωσαν οποιεσδήποτε συμβουλές ή παρότρυναν τους Εναγόμενους να λάβουν νομική συμβουλή ή γνώμη από εμπειρογνώμονα σχετικά με τους όρους και προϋποθέσεις αυτών, ο Μ.Ε.1 απάντησε και πάλι με ειλικρίνεια ότι δεν ήταν εκεί για να γνωρίζει κατά πόσο έγινε αυτό. Ήταν δε βασικά η θέση του ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν τέτοια υποχρέωση εξ ου και ανέφερε ότι εάν οι Εναγόμενοι δεν ικανοποιούνταν από τις πληροφορίες ή επεξηγήσεις που τους έδωσε η τράπεζα, θα έπρεπε οι ίδιοι να αποταθούν σε κάποιο νομικό σύμβουλο αλλά και ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να βεβαιωθούν ότι λήφθηκαν τέτοιες συμβουλές. Ο συνήγορος των Εναγομένων υποστηρίζει στην αγόρευση του ότι οι Ενάγοντες είχαν όχι μόνο τέτοια υποχρέωση αλλά και να δώσουν οι ίδιοι νομικές προειδοποιήσεις και συμβουλές σε σχέση με την υπογραφή, το περιεχόμενο τους και τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης των Εναγομένων και ότι ως εκ τούτου οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Αναφορικά με το θέμα αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι στην προκειμένη η σχέση Εναγόντων ως τράπεζας και Εναγομένων ως πελατών αυτής (εδώ δανειοληπτών), δεν ήταν κατά την κρίση μου τέτοια ώστε να δημιουργεί καθήκον ή υποχρέωση (συμβατική ή άλλη) στους πρώτους να παροτρύνουν τους δεύτερους να λάβουν οποιαδήποτε ανεξάρτητη συμβουλή, πόσο μάλλον να δώσουν οι ίδιοι τέτοια. Ούτε η αρχή που τέθηκε στην Hedley Byrne & Co. v. Heller & Partners
(1963)2 All E.R. 575 (και υιοθετήθηκε από την δική μας νομολογία βλ. (βλ. Premier Chemical Co Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ κ.α.
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 1951, Pentaliotis & Papapetrou Estates Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 1931 και APAK Agro Industries Ltd κ.α. ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 322) ισχύει στην προκειμένη εφόσον δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι ζήτησαν πληροφορίες ή συμβουλές από τους Ενάγοντες και οι τελευταίοι παρά το ότι δεν είχαν υποχρέωση αποφάσισαν να τους δώσουν τέτοιες, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν νομική υποχρέωση να επιδείξουν την υπό τις περιστάσεις απαιτούμενη επιμέλεια (βλ. και Κωμοδρόμου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημοσίας Εταιρείας Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2020:A99, Πολ. Έφεση Αρ. 281/2013, ημερ. 11.3.2020). Το κατά πόσο ο μάρτυρας γνωρίζει και κατά πόσο οι Ενάγοντες απαιτούν πλέον την λήψη νομικής συμβουλής πριν από την συνομολόγηση δανειακής σύμβασης, δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω καθότι αυτό δεν σημαίνει ότι υπείχαν τέτοια υποχρέωση κατά τους επίδικους χρόνους. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι στο δικόγραφο τους κάνουν λόγο για άσκηση αθέμιτης επιρροής από τους Εναγόμενους. Ως προς τούτο χρήσιμη κρίνεται η αναφορά στην υπόθεση Σιάτη ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1598. Εκεί το Εφετείο έκρινε ότι υπό το φως της δοθείσης μαρτυρίας, όπως αξιολογήθηκε, το συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι η εφεσείουσα δεν ενήργησε υπό το κράτος αθέμιτης επιρροής, ήταν απόλυτα ορθό. Σύμφωνα με το άρθρο 20
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, σε περιπτώσεις όπου η συγκατάθεση σε μια συμφωνία είναι αποτέλεσμα αθέμιτης επιρροής - ψυχικής πίεσης, η συμφωνία συνιστά ακυρώσιμη σύμβαση κατ' επιλογήν του μέρους του οποίου η συγκατάθεση είχε εξασφαλιστεί με αυτό τον τρόπο. Μια σύμβαση θεωρείται ότι έχει εξασφαλιστεί με αθέμιτη επιρροή, όπου οι υπάρχουσες σχέσεις μεταξύ των μερών είναι τέτοιες έτσι ώστε το ένα μέρος να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θελήσεως του άλλου (τέτοια θεωρείται και όταν υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης) και χρησιμοποιεί αυτή την θέση για να αποκτήσει ένα άδικο πλεονέκτημα επί του άλλου μέρους (άρθρο 16 του Κεφ. 149). Για να είναι όμως νομικά επιλήψιμη τέτοιου είδους επιρροή πρέπει, σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες να προέρχεται από ένα των συμβαλλομένων και όχι από τρίτο πρόσωπο (βλ. και Coudounaris v. Coudounaris
(1980)1 C.L.R. 581). Στην προκειμένη καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από τους Εναγόμενους που να καταδεικνύει ότι η συγκατάθεση τους για σύναψη των επίδικων συμφωνιών είχε εξασφαλισθεί με αθέμιτη επιρροή που ασκήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων. Η δε σχέση μεταξύ Εναγόντων ως τράπεζας και των Εναγομένων ως δανειοληπτών, με βάση πάντα την μαρτυρία που τέθηκε στο Δικαστήριο, δεν ήταν εν πάση περιπτώσει τέτοια ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετεί τέτοια επιρροή (βλ. και Συρίμη ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131). Εδώ να σημειωθεί ότι η Alpha Bahk Limited v. Στεφάνου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1101, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα καθότι εκεί πέραν του ότι το Εφετείο δεν εξέτασε την ουσία τέτοιας υπεράσπισης (αφού αντικείμενο της κρίσης ήταν η απορριπτική πρωτόδικη απόφαση σε αίτηση παραμερισμού), τα όσα αναφέρθηκαν με παραπομπή σε αγγλική νομολογία δεν αφορούσαν περιπτώσεις όπως την επίδικη αλλά περιπτώσεις κατά τις οποίες η τράπεζα ζητά εγγύηση από κάποιο πρόσωπο σε μη εμπορική υπόθεση (non commercial case), οπόταν «τίθεται ταυτόχρονα σε εγρήγορση (put on inquiry) και έχει υποχρέωση δυνάμει του δικαίου της επιείκειας να προειδοποιήσει και να προστατεύσει τα συμφέροντα του εγγυητή, όπου η σχέση του με τον πρωτοφειλέτη δεν είναι εμπορική. Τερματισμός των επίδικων συμφωνιών Αναφορικά με τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών, οι Εναγόμενοι στο δικόγραφο τους αρνούνται τα όσα αναφέρουν οι Ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης και ότι οι τελευταίοι έχουν «νομότυπα καταστήσει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κάθε ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και/ή ότι ζήτησε και/ή ότι νομότυπα ζήτησε την εξόφληση του, τερματίζοντας τις ισχυριζόμενες συμφωνίες». Είναι ουσιαστικά η θέση των Εναγομένων στις αγορεύσεις τους ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν την αποστολή και παραλαβή των σχετικών επιστολών τερματισμού και κατ' επέκταση δεν απέδειξαν τον ίδιο τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών. Θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι και ως προς τούτο το δικόγραφο των Εναγομένων παρουσιάζει έλλειψη της απαιτούμενης εξειδίκευσης εφόσον καμία αναφορά γίνεται στο θέμα των επιστολών. Ως υποδείχθηκε στην Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, ημερ. 3.12.2019, προκειμένου να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός περί νομότυπης αποστολής και παραλαβής επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, το δικόγραφο της υπεράσπισης θα πρέπει να είναι πλέον επεξηγηματικό και να θέτει τους αναγκαίους ισχυρισμούς και η γενική άρνηση ισχυρισμών δεν εξυπακούει την προβολή θετικών ισχυρισμών (βλ. και Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Σε κάθε περίπτωση εξετάζοντας την εν λόγω θέση θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ως έχει νομολογηθεί, για να καταστεί ένα ποσό απαιτητό και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής συμφωνίας ή λογαριασμού, χωρίς όμως η προϋπόθεση αυτή να είναι ασύνδετη με τους όρους της συμφωνίας που διέπουν τις μεταξύ των μερών σχέσεις (βλ. M.I.T. Global Data Solutions Limited κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A815, Πολ. Έφεση Αρ. 21/2011, ημερ. 4.12.2015). Για το θέμα αυτό ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι λόγω παράβασης των όρων των συμφωνιών, ήτοι λόγω μη πληρωμής των οφειλόμενων δόσεων (κάτι που δεν αμφισβητήθηκε) και αφού στάλθηκαν στους Εναγόμενους προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 21.7.2011 (μια για κάθε συμφωνία - τεκμήρια 13 και 24 αντίστοιχα) και οι Εναγόμενοι εξακολουθούσαν να μην συμμορφώνονται, οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 12.8.2011 (μια για κάθε συμφωνία - τεκμήρια 14 και 25 αντίστοιχα) τερμάτισαν την λειτουργία των επίδικων δανείων και κάλεσαν τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο αυτών. Περαιτέρω τους ενημέρωσαν ότι μέχρι την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού, αυτό θα επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας 6% και ότι παράλειψη τους να συμμορφωθούν, θα είχε ως αποτέλεσμα την λήψη δικαστικών μέτρων. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 τόσο τα τεκμήρια 13 και 24 όσο και τα τεκμήρια 14 και 25 στάλθηκαν ταχυδρομικώς, με συνηθισμένο ταχυδρομείο, στην διεύθυνση ΧΧΧΧ, που ήταν η διεύθυνση που δηλώθηκε από τους Εναγόμενους στις επίδικες συμφωνίες και η τελευταία γνωστή τους διεύθυνση. Περαιτέρω ανέφερε ότι λόγω των καθηκόντων του, γνωρίζει ότι οι επιστολές που ταχυδρομούνται από την Τράπεζα σε πελάτες με σύνηθες ταχυδρομείο σε περίπτωση που επιστραφούν τοποθετούνται στον φάκελο της υπόθεσης του πελάτη. Από έρευνα που ο ίδιος διεξήγε στον φάκελο της υπόθεσης διαπίστωσε ότι δεν επιστράφηκαν οι πιο πάνω επιστολές. Αυτό δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Εκεί όταν ρωτήθηκε σχετικά υποστήριξε ότι όλα έγιναν με βάση τα όσα προνοούν οι επίδικες συμφωνίες. Ως προς τούτο να σημειωθεί ότι και στις δύο συμφωνίες αναγράφεται ως διεύθυνση των Εναγομένων η «ΧΧΧΧ» και προβλέπεται ότι η τράπεζα θα έχει δικαίωμα τερματισμού και να ζητήσει την άμεση πληρωμή όλων των οφειλομένων από τους Εναγόμενους ποσών, συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου και τόκου υπερημερίας, μεταξύ άλλων και σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι παρέλειπαν να καταβάλουν οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω και οι δύο συμφωνίες προνοούν ότι οποιαδήποτε κοινοποίηση/ειδοποίηση βάσει αυτών μπορεί να δοθεί στους Εναγόμενους στην διεύθυνση επίδοσης με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή στο χέρι στην διεύθυνση που είναι δηλωμένη στις συμφωνίες ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση ήθελαν δώσει οι Εναγόμενοι στην τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση. Εκείνο δε που τέθηκε βασικά στον Μ.Ε.1 είναι ότι δεν είχε οποιαδήποτε απόδειξη ταχυδρόμησης των εν λόγω επιστολών και ότι αυτές δεν στάλθηκαν ή δεν λήφθηκαν από τους Εναγόμενους. Αναφορικά με την έλλειψη τέτοιας απόδειξης ο μάρτυρας εξήγησε ότι όταν η αποστολή γίνεται δια συνήθους ταχυδρομείου δεν λαμβάνεται κάποια απόδειξη. Περαιτέρω ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε ότι από τον έλεγχο που έκανε προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ότι δεν έπαιρναν τις καταστάσεις λογαριασμού που τους στέλνονταν στο παρελθόν ή ότι ενημέρωσαν την τράπεζα ότι έχουν αλλάξει διεύθυνση. Δεν μου διαφεύγει ότι ανέφερε ότι στο αρχείο της τράπεζας υπάρχει μέσα ως «diary» καταχώρηση ότι τέτοιες επιστολές έχουν ετοιμασθεί και αποσταλεί, κάτι που δεν προσήχθη στο Δικαστήριο. Αυτό όμως, ενόψει της λοιπής του μαρτυρίας αλλά και του ότι οι Εναγόμενοι όχι μόνο δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία όπως για παράδειγμα ότι δεν έλαβαν τις επιστολές, αλλά δεν υπεβλήθη καν στον μάρτυρα ότι η πιο πάνω διεύθυνση δεν είναι η δική τους ή η τελευταία τους διεύθυνση, δεν μεταβάλλει τα πράγματα όπως δεν τα μεταβάλλει το γεγονός ότι δεν ήταν το πρόσωπο που συνέταξε ή ταχυδρόμησε τις επιστολές και εξηγώ. Στην Έλληνας ανωτέρω, της οποίας οι περιστάσεις για το υπό εξέταση θέμα προσομοιάζουν με της παρούσας, κρίθηκε ότι η απλή υποβολή κατά την αντεξέταση ότι οι επιστολές δεν παραλήφθηκαν, ελλείψει υποστηρικτικής περί τούτου μαρτυρίας, δεν μπορούσε να διαφοροποιήσει τα πράγματα. Εφόσον η συγκεκριμένη διεύθυνση ως διεύθυνση αλληλογραφίας συνδεόταν με τους εφεσείοντες, δημιουργήθηκε μαχητό τεκμήριο ότι οι επιστολές που αποστάληκαν με κοινό ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκαν, παραδόθηκαν και περιήλθαν στην γνώση των προσώπων στους οποίους απευθύνονταν (βλ. και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Πιττάκα v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Deme-Dairy Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφεση Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019). Να σημειωθεί δε ότι σε κάθε περίπτωση, ως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερματίζει την συμφωνία ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των Εναγομένων. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών (βλ. Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029). Ως εκ των άνω κρίνω ότι αποδείχθηκε ο νομότυπος τερματισμός των επίδικων συμφωνιών. Οφειλόμενα υπόλοιπα Αναφορικά με τα αξιούμενα από τους Ενάγοντες ποσά, οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους αρνούνται γενικά ότι είναι οφειλόμενα και περαιτέρω προβάλλουν ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται αυτά και/ή αυξημένο επιτόκιο έστω και αν αποδειχτούν ότι είναι οφειλόμενα, για το λόγο ότι στα ποσά αυτά περιλαμβάνονται τόκοι και/ή χρεώσεις, οι οποίες αντιβαίνουν τη νομοθεσία και/ή συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή δεν ήταν συμφωνημένες και/ή δεν είναι οφειλόμενες και/ή παραβαίνουν το Νόμο 93
(1)/
- Αναφορικά με το θέμα της απόδειξης των οφειλομένων χρεωστικών υπολοίπων πρέπει να λεχθούν αρχικά τα ακόλουθα: Ως λέχθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της εταιρείας Deme-Dairy Ltd, ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφεση Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019, εκείνο το οποίο προκύπτει από την σχετική νομολογία είναι ότι εκεί όπου αμφισβητείται το ύψος του αξιούμενου ως οφειλόμενου ποσού, θα πρέπει να παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που να δείχνει τις χρεοπιστώσεις και κίνηση του λογαριασμού από την έναρξη της ισχύος του μέχρι το τελικό υπόλοιπο. Στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι το αποδεικτικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τον σκοπό αυτό δηλ. των μηχανογραφημένων καταστάσεων λογαριασμού μέσα από τις οποίες αποτυπωνόταν με λεπτομέρεια η κίνηση αυτού για την επίδικη περίοδο και η κρίση ότι ο μάρτυρας που τις παρουσίασε ήταν αξιόπιστος και κατατοπιστικός, συνιστούσαν ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας. Να σημειωθεί δε ότι εκεί παρά την εκτενή αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα όχι μόνο δεν είχαν αμφισβητηθεί οι πράξεις που καταγράφονται στις καταστάσεις αλλά επίσης δεν είχε προσκομισθεί καμία μαρτυρία που να έθετε υπό αμφισβήτηση τις χρεώσεις. Στην Ρώσσου ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A543, Πολ. Έφεση Αρ. 448/2012, ημερ. 17.12.2018, κρίθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε την μαρτυρία των προσώπων που κατέθεσαν σχετικά, εφόσον στα καθήκοντα τους περιλαμβανόταν η παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών και των λογαριασμών για τις υποθέσεις που είχαν παραπεμφθεί στο Δικαστήριο και ήταν υπό την εποπτεία τους και ο επίδικος λογαριασμός. Τέλος στην Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A232, Πολ. Έφεση Αρ. 294/2012, ημερ. 18.6.2019 λέχθηκε ότι δεν ήταν ανάγκη οι μάρτυρες της τράπεζας να είχαν για το κάθε τι προσωπική γνώση και ανάμειξη δεδομένου ότι ήταν φορείς κατάθεσης των γεγονότων εκ μέρους οργανισμού και ότι το Πιστοποιητικό που κατατέθηκε δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9, τηρούσε όλα τα εχέγγυα της νομοθεσίας και επιβεβαίωσε την συνημμένη κατάσταση λογαριασμού ως μέρους των τραπεζικών εργασιών, οι οποίες τηρούνταν αδιαλείπτως και συστηματικά σε ηλεκτρονική μορφή, τηρώντας αρχείο της κίνησης του λογαριασμού και που είχε ελεγχθεί δεόντως από τον μάρτυρα. Στην προκειμένη, ως έχει προαναφερθεί, ο Μ.Ε.1 που κατέθεσε και για τον σκοπό αυτό, είναι ένας από τους υπεύθυνους λειτουργούς που χειρίζεται την παρούσα, από τις 29.3.2013 που του ανατέθηκε ο έλεγχος και η παρακολούθηση των επίδικων λογαριασμών. Έχει έκτοτε στην κατοχή του τους σχετικούς φακέλους και έχει πρόσβαση στο αρχείο των Εναγόντων, από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ενώ έχει γνώση και του περιεχόμενου των σχετικών εγγράφων που επίσης είχε στην κατοχή του και κατέθεσε ως τεκμήρια. Στα πλαίσια αυτά στην κυρίως εξέταση του κατέθεσε καταστάσεις για καθένα από τους επίδικους λογαριασμούς (ως τεκμήρια 15 και 26), οι οποίες καλύπτουν την περίοδο από το άνοιγμα των λογαριασμών μέχρι τις 30.6.
- Έκαστη των εν λόγω καταστάσεων επισυνάπτεται σε πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, υπογραμμένο από τον μάρτυρα, σύμφωνα με το οποίο πιστοποιείται ότι οι καταστάσεις αποτελούν μέρος του αρχείου των Εναγόντων, οι οποίοι αποτελούν επιχείρηση, ασκούσα τραπεζικές εργασίες. Καμιά ένσταση δε τέθηκε κατά την κατάθεση τους. Εξήγησε δε ο μάρτυρας, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι οι Ενάγοντες τηρούν τραπεζικό βιβλίο και σε ηλεκτρονική μορφή και ότι στο σχετικό σύστημα που τηρούν σε ηλεκτρονική μορφή, φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν και τους δύο επίδικους λογαριασμούς. Το εν λόγω τραπεζικό βιβλίο ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα των λογαριασμών μέχρι και την ημέρα της κατάθεσης τους, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων και βρισκόταν φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις και υπό τον έλεγχο αυτών. Όλες οι καταχωρήσεις στο τραπεζικό βιβλίο για τους εν λόγω λογαριασμούς έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων. Από το τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή, κατόπιν εντολής του ιδίου παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον συνδεδεμένο ηλεκτρονικό του υπολογιστή όλες οι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, οι οποίες αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο. Οι εν λόγω καταστάσεις συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώρηση των συναλλαγών και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Εξήγησε επίσης ότι επειδή η εκτύπωση των καταστάσεων γίνεται ανά εξαμηνία και η χρέωση των τόκων στους επίδικους λογαριασμούς γινόταν κάθε 6 μήνες, γι' αυτό η τελευταία συναλλαγή στις καταστάσεις είναι ημερομηνίας 30.6.2020, όπου και έγινε η τελευταία χρέωση των τόκων. Ανέφερε επίσης ότι από έλεγχο στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, ο οποίος είναι συνδεδεμένος με το ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων, διαπίστωσε ότι από την 1.7.2020 μέχρι και την ημέρα που κατέθεσε στο Δικαστήριο, καμία πίστωση δεν έγινε στους εν λόγω λογαριασμούς. Εξήγησε δε για εν έκαστο των λογαριασμών με λεπτομέρεια πως χρεώνεται ο τόκος και το πότε και πως μεταβλήθηκε το επιτόκιο, με βάση πάντα τις επίδικες συμφωνίες. Κατέθεσε δε ως τεκμήρια 17 και 28 δέσμες αντιγράφων των δημοσιεύσεων στον ημερήσιο τύπο, καθώς και επιστολή, για τις διάφορες μεταβολές των επιτοκίων και του περιθωρίου για εν έκαστο των δύο λογαριασμών. Το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου έχει ως πλαγιότιτλο «Τραπεζικά Βιβλία». Σύμφωνα με εδάφιο
(1)αυτού, αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σ' αυτό. Σύμφωνα με τα εδάφια 2 και 3, για να γίνει δεκτό το αντίγραφο καταχώρησης ως απόδειξη, θα πρέπει να αποδειχθεί:
(1)ότι κατά τον χρόνο της καταχώρησης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας,
(2)ότι η καταχώρηση έγινε κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών,
(3)ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό την φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας και
(4)ότι το αντίγραφο έχει συγκριθεί µε την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Μαρτυρία για τα υπ' αρ. 1-3 ανωτέρω δύναται να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε µε ένορκη δήλωση ενώ για το υπ' αρ. 4 δύναται να δοθεί είτε προφορικά είτε µε ένορκη δήλωση, από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο µε την αρχική καταχώρηση. Στην προκειμένη προκύπτει σαφώς από τα όσα ανέφερε ο Μ.Ε.1 ότι τις καταχωρήσεις στα τεκμήρια 15 και 26 τις έλεγξε, συγκρίνοντας τις με τις αρχικές καταχωρήσεις των συναλλαγών και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι, αναφορικά με τα τεκμήρια αυτά συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 22. Ως έχει αναφερθεί και στην σχετική νομολογία, η πιο πάνω διάταξη δημιουργεί μαχητό τεκμήριο. Όταν δηλ. το αντίγραφο της καταχώρησης γίνεται δεκτό στο Δικαστήριο (μάλιστα δεν αποτελεί προϋπόθεση η εκ συμφώνου κατάθεση του - βλ. Vourna Limited κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2020:A170, Πολ. Έφεση Αρ. 295/2013, ημερ. 1.6.2020) συνιστά ικανοποιητική μαρτυρία για απόδειξη του περιεχομένου του και το βάρος απόδειξης μετατίθεται πλέον στους ώμους της άλλης πλευράς για να καταρρίψει το τεκμήριο. Το τελευταίο επιτυγχάνεται εφόσον η άλλη πλευρά αποδείξει την μη ύπαρξη των καταχωρήσεων ή την καταχώρηση λανθασμένων καταχωρήσεων (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2357, Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491 και Alpha Bank Cyprus Limited ν. Ζαλούμη κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 149/2013, ημερ. 14.4.2020). Το επόμενο ερώτημα που χρήζει λοιπόν απάντησης στην προκειμένη είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης προς κατάρριψη του εν λόγω τεκμηρίου. Ως προς τούτο θα πρέπει να λεχθεί ότι οι Εναγόμενοι όχι μόνο δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία αλλά δεν αμφισβητήθηκαν με ειδικό τρόπο τις καταχωρήσεις στα τεκμήρια 15 και
- Πέραν δε των πιο πάνω καταστάσεων ο Μ.Ε.1, κατέθεσε ως τεκμήρια 16 και 27 αναδομημένες καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών που καλύπτουν την ίδια, με τα τεκμήρια 15 και 26 αντίστοιχα, περίοδο. Τις καταστάσεις αυτές τις ετοίμασε και εκτύπωσε ο ίδιος αφού έλαβε υπόψην και τα τεκμήρια 15 και
- Κατά την μαρτυρία του εξήγησε τι παρουσιάζει κάθε μια εκ των εν λόγω καταστάσεων. Διευκρίνισε δε ότι σε αυτές, σε σχέση με τα τεκμήρια 15 και 26, έχει αφαιρέσει οποιεσδήποτε χρεώσεις και έξοδα που προβλέπονται στον «Κατάλογο επιτοκίων και χρεώσεων» καθώς και ότι ο τόκος υπερημερίας που χρεώνεται είναι από τις 9.9.2014 και μετά και μόνο με βάση μειωμένο ποσοστό που ανέρχεται στο 2%. Διευκρίνισε δε ότι για την περίοδο από το άνοιγμα των λογαριασμών μέχρι και τις 8.9.2014, ημερομηνία κατά την οποία η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας περιορίζεται σε 2%, έχει αφαιρέσει όλους τους τόκους υπερημερίας ήτοι δεν χρεώνεται κανένα ποσό ή ποσοστό τόκου υπερημερίας παρά το ότι οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα να χρεώσουν τέτοιο λόγω της καθυστέρησης των πληρωμών των δόσεων του δανείου. Εξήγησε δε ότι στις αναδομημένες καταστάσεις ο τόκος αν και προστίθεται κάθε φορά στην στήλη με την ένδειξη «υπόλοιπο μετά τόκων» υπολογίζεται επί του κεφαλαίου που φαίνεται στην στήλη «τοκοφόρο υπόλοιπο» το οποίο κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες. Ως επίσης ανέφερε οι αναδομημένες καταστάσεις δομήθηκαν με τρόπο που είναι προς όφελος των Εναγόμενων και ο συνολικός τόκος που υπολογίζεται είναι μικρότερος του ποσοστού που δικογραφείται στην αγωγή. Εδώ να λεχθεί ότι οι Ενάγοντες ουσιαστικά περιόρισαν την απαίτηση τους στα όσα αναφέρονται στους αναδομημένους λογαριασμούς. Δεν αξιώνουν δε πλέον οποιεσδήποτε χρεώσεις ή έξοδα και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα εξέτασης του νομίμου ή παρανόμου τέτοιων. Με τον περιορισμό της απαίτησης τους οι Ενάγοντες αξιώνουν λοιπόν πλέον τα ακόλουθα ποσά:
- Για τον λογαριασμό δανείου με αριθμό ΧΧΧΧ (δηλ. για την πρώτη συμφωνία) το ποσό των €335.399,11 πλέον τόκο προς 7,75% επί του ιδίου ποσού, από 1.7.2020, με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.
- Για τον λογαριασμό δανείου με αριθμό ΧΧΧΧ (δηλ. για την δεύτερη συμφωνία) το ποσό των €123.147,89 πλέον τόκο προς 7,75% επί του ιδίου ποσού, από 1.7.2020, με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Ως λέχθηκε στην Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238 αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται συνήθως για να αφαιρεθούν κάποιες χρεώσεις και δικαιώματα για τα οποία η άλλη πλευρά φέρει ένσταση ή για να υπολογιστούν με διαφορετικό τρόπο οι τόκοι είτε μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμη και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και την διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Κρίθηκε επίσης ότι οι αναδομημένοι λογαριασμοί δεν δημιουργούσαν οποιαδήποτε ασάφεια και ότι με την αναδόμηση τους, μετά τον εκ νέου υπολογισμό των τόκων, διαμορφώθηκε το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού και το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά κατέληξε σε αυτό αφού βεβαιώθηκε ότι οι αναδομημένοι λογαριασμοί ήταν ορθοί. Στην προκειμένη με τα τεκμήρια 16 και 27 και για τους λόγους που εξήγησε ο Μ.Ε.1, οι Ενάγοντες δικαιωματικά περιόρισαν την απαίτηση τους. Ο Μ.Ε.1 εξήγησε τον τρόπο που κατάρτισε τα εν λόγω τεκμήρια και το περιεχόμενο τους. Έλαβε δε ως βάση του τα δεδομένα των τεκμηρίων 15 και 26 δηλ. τα ακριβή αντίγραφα των αντίστοιχων καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία της τράπεζας, αναφέροντας τις διαφορές. Εξήγησε ότι για την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων έλεγξε μια προς μια όλες τις καταχωρήσεις που υπάρχουν στο ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας - όπου περιλαμβάνονται όλες οι πράξεις που περιέχονται στους επίδικους λογαριασμούς - με τις εν λόγω καταστάσεις και ήταν ορθές (βλ. σχετικά την Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2357). Ως έχει προαναφερθεί καμία αντεξέταση με ειδικό τρόπο έγινε επί των καταχωρήσεων στις καταστάσεις τεκμήρια 15 και
- Αντεξέταση έγινε μόνο επί των αναδομημένων καταστάσεων. Συγκεκριμένα ο Μ.Ε.1 ρωτήθηκε για τις χρεώσεις των επιτοκίων και πως προέκυπτε το ποσοστό αυτού. Για το θέμα αυτό παρέπεμψε στην αναλυτική εξήγηση των επιτοκίων στην οποία προέβη στην κυρίως εξέταση του, όπου επεξήγησε χρονικά τι επιτόκιο ίσχυε και γιατί. Είπε δε ότι αυτό που χρεώνεται στο τεκμήριο 16 ως βασικό είναι αυτό που εκάστοτε ίσχυε ως επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ενώ εξήγησε ότι πέραν αυτού κατά περιόδους υπήρχαν αυξήσεις και του περιθωρίου, για το οποίο ενημερώθηκαν οι Εναγόμενοι με επιστολή και με δημοσίευση (παρέπεμψε στο τεκμήριο 17). Όσον αφορά τον υπολογισμό του επιτοκίου εξήγησε ότι από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή πήρε όλες τις πληροφορίες που αφορούν χρεοπιστώσεις, δηλ. πράξεις που γίνονταν μέσα στον λογαριασμό και αφού τις έλεγξε προχώρησε σε αφαίρεση οποιωνδήποτε εξόδων και τόκων υπερημερίας που υπάρχουν χρεωμένοι μέσα στο αρχείο της τράπεζας. Έγιναν δε στον μάρτυρα κατά βάση γενικές υποβολές, τις οποίες αρνήθηκε και συγκεκριμένα ότι δεν έχει συγκρίνει τις καταστάσεις με τις αρχικές καταχωρήσεις και ότι δεν έχει την απαραίτητη γνώση για να αποδείξει το περιεχόμενο των καταστάσεων. Περαιτέρω του υποβλήθηκε ότι τα ποσά στις αναδομημένες είναι λανθασμένα γιατί χρησιμοποίησαν λανθασμένο επιτόκιο, κλείδωσαν το επιτόκιο κατά τον τερματισμό, χωρίς την οποιανδήποτε εξουσιοδότηση και χρησιμοποίησαν τον χρόνο των 360 ημερών μέχρι την 9.9.
- Ο μάρτυρας δεν δέχθηκε την υποβολή. Απάντησε ως προς τα επιτόκια, τα οποία εξήγησε αναλυτικά κατά την κυρίως εξέταση του, ότι δεν είναι λανθασμένα αλλά συνάδουν με τις συμφωνίες που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι με την τράπεζα. Όσον αφορά το κλείδωμα του επιτοκίου, έδωσε λογική εξήγηση και δη ότι όταν τερματίζεται η λειτουργία ενός λογαριασμού κλειδώνεται και το επιτόκιο που ίσχυε τότε και μόνο καταθέσεις μπορεί να γίνονται στον λογαριασμό. Έδωσε δε πλήρεις και πειστικές απαντήσεις στις ερωτήσεις που του έγιναν αναφορικά με τις χρεώσεις τόκων σε κάποιες καταχωρήσεις στο τεκμήριο 16, επεξηγώντας πως διαμορφώθηκε - διαφοροποιήθηκε το ύψος των επιτοκίων με το οποίο έγιναν οι χρεώσεις για τις οποίες ρωτήθηκε και παραπέμποντας στις σχετικές πρόνοιες της σχετικής επίδικης συμφωνίας και στην αναλυτική επεξήγηση που έκανε στην κυρίως εξέταση του. Με την ίδια σαφήνεια και συνέπεια απάντησε και στις σχετικές με το θέμα ερωτήσεις που του έγιναν όσον αφορά τα επιτόκια στην άλλη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ήτοι στο τεκμήριο
- Και πάλι πέραν των υποβολών ότι το επιτόκιο που χρεώνεται στα τεκμήρια 16 και 27 είναι λανθασμένα και μη συμφωνημένα και ότι αυθαίρετα οι Ενάγοντες προέβηκαν σε αύξηση της προσαύξησης, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των Εναγομένων (κάτι που δεν δέχθηκε και ανέφερε ότι διαφοροποίηση του περιθωρίου ή του επιτοκίου αναφέρετε στους όρους της συμφωνίας), καμία μαρτυρία που να υποστηρίζει τις θέσεις αυτές προσήχθη από τους Εναγόμενους. Τόκος υπερημερίας Αναφορικά με τους τόκους υπερημερίας, οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους, πέραν της γενικής άρνησης των όρων των συμφωνιών που περιλαμβάνουν και την χρέωση τόκων υπερημερίας και της γενικής θέσης ότι αυτοί αντιβαίνουν τη νομοθεσία και/ή συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή δεν ήταν συμφωνημένοι και/ή παραβαίνουν το Νόμο 93
(1)/96, καμία ειδική αναφορά κάνουν. Η σχετική με το θέμα θέση του Μ.Ε.1 ήταν ότι οι τόκοι υπερημερίας προβλέπονται από τις επίδικες συμφωνίες, έχουν χρεωθεί στους επίδικους λογαριασμούς αποτελώντας προσυμφωνημένες αποζημιώσεις για την από μέρους των Εναγόμενων παράβαση τους και αντανακλούν την σημαντική αύξηση των εξόδων των Εναγόντων για την διαχείριση της διαδικασίας είσπραξης των οφειλόμενων ποσών που κατέστη αναγκαία εξαιτίας των εν λόγω παραβάσεων. Η χρέωση αυτή απορρέει από το γεγονός ότι η παράλειψη των Εναγόμενων να πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά εγκαίρως, προκαλεί επιπλέον ζημιά στους Ενάγοντες με αυξημένα διοικητικά έξοδα και εσωτερικές διαδικασίες καθώς και δυσλειτουργία και επηρεάζει την δυνατότητα τους να χρησιμοποιούν ελεύθερα τα κεφάλαια τους για την διεξαγωγή της εργασίας τους ως τράπεζα. Με άλλα λόγια ήταν η θέση του Μ.Ε.1 ότι οι εν λόγω τόκοι αντανακλούν την πιο πάνω αυξημένη ζημιά, συμφωνήθηκαν ελεύθερα με τους Εναγόμενους και αποτελούν γνήσιο προϋπολογισμό της ζημιάς των Εναγόντων που απορρέει από την παράβαση των συμφωνιών. Εξήγησε δε στην αντεξέταση του ότι παρόλο που με βάση τις επίδικες συμφωνίες, οι Ενάγοντες μπορούσαν να χρεώνουν τόκο υπερημερίας από τον χρόνο τερματισμού τους, στις αναδομημένες καταστάσεις υπολόγισε τέτοιο τόκου ύψους 2% από χρόνο μεταγενέστερο και συγκεκριμένα από τις 9.9.2014 καθότι εκείνη ήταν η ημερομηνία στην οποία έγινε καθορισμός του τόκου υπερημερίας από το νόμο ώστε να μην υπερβαίνει τις 2 εκατοστιαίες μονάδες. Ως προς το υπό εξέταση θέμα να λεχθεί ότι το δικαίωμα των Εναγόντων να αξιώσουν τόκο υπερημερίας πηγάζει πράγματι από τα διαλαμβανόμενα στις ίδιες τις επίδικες συμφωνίες. Συγκεκριμένα στην πρώτη συμφωνία προβλέπεται ότι αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο, ο πελάτης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Το ποσοστό δε του τόκου αυτού θα ορίζεται από την Τράπεζα, θα κοινοποιείται στον πελάτη και θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα πληρώνεται και θα χρεώνεται. Ο τόκος υπερημερίας θα κεφαλαιοποιείται δε, εάν δεν πληρωθεί, κάθε έξι μήνες (παράγραφος 2 των Γενικών Όρων). Σύμφωνα δε με την παράγραφο 3 των ίδιων Όρων, η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, μεταξύ άλλων, και τον τόκο υπερημερίας και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον πελάτη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Τέλος σύμφωνα με την παράγραφο 4, η Τράπεζα θα δικαιούται όταν ασκήσει το δικαίωμα τερματισμού της λειτουργίας οποιοσδήποτε λογαριασμού να ζητήσει από τον Πελάτη να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά τα οποία οφείλει συμπεριλαμβανομένου του τόκου υπερημερίας. Για το ίδιο θέμα στην δεύτερη συμφωνία προνοείται ότι σε περίπτωση καθυστερήσεων/υπερβάσεων στους τρεχούμενους λογαριασμούς/δάνεια αυτά θα επιβαρύνονται επιπρόσθετα του συνολικού επιτοκίου και με τόκο υπερημερίας εκ 5,25% επί του ποσού υπέρβασης/καθυστερήσεων. Οι δε παράγραφοι 11, 12 και 19 της δεύτερης συμφωνίας προσομοιάζουν με τις παραγράφους 2, 4 και 3 των Γενικών Όρων της πρώτης συμφωνίας (βλ. ανωτέρω). Ως λέχθηκε στην Μουρτζινός ν. Του Πλοίου "Galaxias" κ.α.
(1997)1Α Α.Α.Δ. 80, η επιδίκαση αποζημιώσεων στα πλαίσια του δικαίου των συμβάσεων διέπεται από το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, το οποίο ενσωματώνει δύο βασικές αρχές:
(1)την επαναφορά του ενάγοντα από οικονομική σκοπιά στην θέση που θα ήταν αν η σύμβαση προχωρούσε σε εκτέλεση και
(2)την λογική πρόβλεψη των συμβαλλομένων σαν κριτήριο για την ζημία που προξενήθηκε εξαιτίας της παραβίασης, αποκλειόμενης της έμμεσης και απομακρυσμένης απώλειας. Η βάση των αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας, είναι η αποκατάσταση του αναίτιου μέρους στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν επεσυνέβαινε η παράβαση. Η λογική πρόβλεψη και τα φυσικά επακόλουθα των όσων ήταν προβλεπτά, συνιστούν το μέτρο για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας (βλ. και Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392 και Xenophontos v. Tyrimou
(1984)1 C.L.R. 23). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, ο προκαθορισμός της ζημιάς στην σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός και επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. The Holy Monastery of Ayios Neophytos v. Antoniades
(1968)1 C.L.R. 10, Panayiotou v. Island Beach Development Ltd.
(1985)1 C.L.R. 623, Χαραλάμπους v. A.N. Stasis Estates Ltd. κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 418, Παγιάση κ.ά. v. Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 232 και Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου v. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 518). Στην Evelthon Developments Ltd κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2486, επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση σύμφωνα με την οποία με τον τερματισμό της σύμβασης δανείου λόγω της παράλειψης των εφεσειόντων να τηρήσουν τις πρόνοιες της σύμβασης για έγκαιρη πληρωμή των δόσεων, το αναίτιο μέρος δηλ. η τράπεζα, δικαιούτο σε αποζημιώσεις. Λέχθηκε επίσης ότι ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά, η οποία ανακύπτει από την διάρρηξη της σύμβασης εκτός αν αυτό ρητά προνοείται στην σύμβαση ή εξυπακούεται από την φύση της υποχρέωσης. Εύστοχα δε σημειώθηκε ότι η συμφωνία για πληρωμή τόκου μέχρι την ημερομηνία της αποπληρωμής δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και συμφωνία για πληρωμή τόκου πέραν αυτής της ημερομηνίας σε περίπτωση παράλειψης αποπληρωμής παρόλο ότι κάτω από ανάλογες περιστάσεις, μπορεί να επιδικαστεί τόκος υπό μορφή αποζημίωσης (όχι κατ' ανάγκη στο ποσοστό που καθορίζεται στη σύμβαση). Στην Έλληνας ανωτέρω, ο εφεσείων παραπονέθηκε ότι θα έπρεπε πρωτόδικα να εξεταστεί το ζήτημα του κατά πόσο το άρθρο 74
(1)του Κεφ.149 είχε εφαρμογή εφόσον η απαίτηση για τόκο υπερημερίας συνδεόταν άμεσα με τον τερματισμό της συμφωνίας και επομένως η τράπεζα θα έπρεπε να αποδείξει ότι υπέστη ζημιά ώστε να προβεί στον καθορισμό του συγκεκριμένου τόκου. Επικυρώθηκε δε από το Εφετείο η πρωτόδικη κρίση ότι δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, ήταν εντός των δικαιωμάτων της τράπεζας στην βάση συγκεκριμένου όρου αυτής, να αποφάσιζε κατά την απόλυτη κρίση της, να χρεώσει μετά τον τερματισμό τόκο και λοιπές επιβαρύνσεις ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι τα δάνεια ή οι διευκολύνσεις προς το χρεώστη είχαν καταστεί για οποιονδήποτε λόγο ή αιτία, απαιτητά. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε δε ότι εν πάση περιπτώσει για να υπάρχει ποινική ρήτρα θα πρέπει στην σύμβαση να προνοείται κάποια υποχρέωση, η οποία μη εκπληρωνώμενη δημιουργεί με άλλο όρο της ίδιας σύμβασης, την υποχρέωση καταβολής υπερβολικής αποζημίωσης ώστε να απολήγει σε τιμωρία δυνάμει εκφοβισμού. Τέλος στην Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491, οι εφεσείοντες προέβαλαν ότι η συμφωνία ορθά ερμηνευόμενη δεν επέτρεπε στους εφεσίβλητους να χρεώνουν επιβάρυνση 3% επί του δανείου καθώς και ότι τέτοια επιβάρυνση αντίκειται στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/99, καθώς και στο άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου. Το Εφετείο απέρριψε αυτή την θέση αναφέροντας ότι το παράπονο των εφεσειόντων απαντάται από την ίδια την συμφωνία, η οποία προέβλεπε ότι «σε περίπτωση τυχόν υπερβάσεων των παραχωρηθέντων ορίων ή καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τακτής λήξεως θα υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνση προς 3% το χρόνο επί του ποσού της υπέρβασης ή του ληξιπρόθεσμου ποσού». Έτσι κρίθηκε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν εξουσία να επιβάλουν τέτοια χρέωση. Για το θέμα σχετικές είναι και οι ακόλουθες πρόνοιες του άρθρου 3 περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/1999, οι οποίες προστέθηκαν με τον Νόμο 66(Ι)/2015 (δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 7.5.2015): «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερηµερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων µονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2014 (πρόκειται για το Νόμο 141(Ι)/2014, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 9.9.2014), το επιτόκιο υπερηµερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες µονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύµβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερµατίστηκε κατά ή πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2015, η επιβολή αυξηµένου τόκου από την υπερηµερία επί καθυστερηµένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης µορφής σύµβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δηµιουργεί µαχητό τεκµήριο για το πιστωτικό ίδρυµα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερηµερίας αντιπροσωπεύει την πραγµατική του ζηµιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση µη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυµα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερηµερίας δύναται να διεκδικήσει αποζηµιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυµα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζηµίωση στο πρόσωπο που ζηµιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Στην προκειμένη τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(β) του εν λόγω άρθρου εφόσον οι επίδικες συμφωνίες τερματίσθηκαν στις 12.8.
- Ως έχει δε προαναφερθεί, οι Ενάγοντες, παρά τις πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών για μεγαλύτερο ποσοστό τόκου υπερημερίας, περιόρισαν την αξίωση τους για το θέμα, τόσο χρονικά όσο και ως προς το ποσοστό αυτού δηλ. σε 2% από 9.9.2014, για τους λόγους που εξήγησε ο Μ.Ε.
- Να υπομνησθεί δε ότι ενημέρωσαν τους Εναγόμενους για την επιβολή τόκου υπερημερίας προς 6%, τόσο με τις επιστολές προειδοποίησης όσο και με τις επιστολές τερματισμού (τεκμήρια 13, 14, 24 και 25). Έγινε δε ήδη αναφορά στα όσα είπε σχετικά ο Μ.Ε.
- Δεν μου διαφεύγει ότι ο ίδιος παραδέχθηκε ότι την ζημιά που επικαλέστηκε δεν μπορούσε να την προσδιορίσει αριθμητικά. Ωστόσο, ως επίσης προαναφέρθηκε, η επιβολή τόκου υπερημερίας και το ύψος του προνοείται ρητά από τις επίδικες συμφωνίες. Συνεπώς οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι είχαν συμβατικό δικαίωμα χρέωσης τέτοιου, στο οποίο συμφώνησαν οι Εναγόμενοι. Δεν φαίνεται δε με αυτό να προνοείται κάποια υποχρέωση, η οποία μη εκπληρωνώμενη δημιουργεί με άλλο όρο της ίδιας συμφωνίας, την υποχρέωση καταβολής υπερβολικής αποζημίωσης ώστε να απολήγει σε τιμωρία δυνάμει εκφοβισμού και άρα να αποτελεί ποινική ρήτρα. Αντίθετα φαίνεται ότι αποτελεί γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υφίσταντο οι Ενάγοντες από την παράβαση των επίδικων συμφωνιών. Ως εκ των άνω κρίνω ότι στην προκειμένη οι Ενάγοντες δικαιούνται να διεκδικούν τόκο υπερημερίας εφόσον τέτοιος τόκος προβλεπόταν στις επίδικες συμφωνίες (αν και σε υψηλότερο ποσοστό και από προηγούμενο χρόνο έναρξης υπολογισμού από τον αξιούμενο, τον οποίο περιορίζουν σε 2% από τις 9.9.2014) και ειδοποίησαν κατάλληλα τους Εναγόμενους για την επιβολή αυτού. Συμπεράσματα - Κατάληξη Σε υποθέσεις που αφορούν σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, όπως η παρούσα, για να επιτύχει η αξίωση θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα:
(1)η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων μαζί με τους όρους της,
(2)η παράβαση όρου της σύμβασης,
(3)ο τερματισμός της σύμβασης και
(4)το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1Β Α.Α.Δ. 829). Όπως είναι επίσης νομολογημένο η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης της απαίτησης της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2287 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Deme-Dairy Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019). Στην προκειμένη με βάση την μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες, η οποία γίνεται δεκτή και τα όσα εξηγήθηκαν ανωτέρω, κρίνεται ότι αυτοί πέτυχαν να αποδείξουν την σύναψη και τους όρους των επίδικων συμφωνιών μεταξύ αυτών και των Εναγομένων, την παράβαση όρων των συμφωνιών από τους τελευταίους και το νόμιμο τερματισμό τους. Περαιτέρω πέτυχαν να αποδείξουν και τα οφειλόμενα από τους Εναγόμενους, για κάθε συμφωνία - λογαριασμό υπόλοιπα. Πέτυχαν λοιπόν να αποδείξουν στον απαιτούμενο για αστικές υποθέσεις βαθμό, δηλ. στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση τους, ως την περιόρισαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Αντίθετα οι Εναγόμενοι 1 και 2 απέτυχαν να αποδείξουν την ανταπαίτηση τους. Εν κατακλείδι η αγωγή επιτυγχάνει και συναφώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα:
- Για το ποσό των €335.399,11 πλέον τόκο προς 7,75% επί του ιδίου ποσού, από 1.7.2020, με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.
- Για το ποσό των €123.147,89 πλέον τόκο προς 7,75% επί του ιδίου ποσού, από 1.7.2020, με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, ιδιοκτησίας των Εναγομένων 1 και 2, με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, Φ/Σχ.ΧΧΧΧ, Τμήμα ΧΧΧΧ, Τεμ.ΕΠΙΧΧΧΧ, στην περιοχή ΧΧΧΧ, της Επαρχίας Πάφου, δυνάμει της υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου με αριθμό ΧΧΧΧ, ημερομηνίας 30.12.2008 και όπως το προϊόν της πώλησης καταλογισθεί έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τέλος τα έξοδα της υπόθεσης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. (Υπ.) .................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο