Α.Β. ΛΤΔ ν. Α.Β. ΛΤΔ, Αγ. Αρ.: 3006/2013, 30/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A120 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 3006/2013 Μεταξύ: Χ. Χ. ΧΧΧΧ LTD Εναγόντων και ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ LIMITED Εναγόμενων ---------------------------------------------- Ημερ.: 30/11/
- Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Μ. Γεωργιάδης για κ.κ. Τηλέμαχος και Μιλτιάδης Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους: κ. Ν. Παπαθεοχάρους για κ.κ. Ν. Παπαθεοχάρους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ισχυρίζονται ότι με ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 20/08/2010 ενοικίασαν το κατάστημα με αρ. ΧΧ στο κτιριακό συγκρότημα «ΧΧΧΧ COURT» που βρίσκεται επί της Λεωφόρου ΧΧΧΧ και Χ. ΧΧΧΧ, στην Κ. ΧΧΧΧ από τους ιδιοκτήτες τους ΧΧΧΧ Χ. Νικολαϊδη, ΧΧΧΧ Χ. Νικολαίδη, ΧΧΧΧ Αριστοδήμου, ΧΧΧΧ Παντελίδου, ΧΧΧΧ Χ. Νικολαϊδη, ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Ltd, ΧΧΧΧ Χ. Νικολαϊδη και ΧΧΧΧ Χ. Νικολαϊδη έναντι €900 μηνιαίως. Η διάρκεια ενοικίασης του θα ήταν για 5 χρόνια, αρχόμενης από 01/01/
- Ήταν ρητός όρος του πιο πάνω εγγράφου ότι το κατάστημα θα χρησιμοποιείτο ως take away και μόνο δια πώληση σάντουιτς, χυμών, παγωτών κ.α. Οποιαδήποτε αλλαγή χρήσης απαγορεύεται χωρίς την εκ των προτέρων γραπτή συγκατάθεση των ιδιοκτητών. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ζήτησαν από όλους τους συνιδιοκτήτες την υπογραφή των απαραίτητων αιτήσεων και αρχιτεκτονικών σχεδίων για να υποβληθούν στην Πολεοδομική Αρχή του Δήμου ΧΧΧΧ ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση της απαιτούμενης πολεοδομικής άδειας για να είναι νόμιμη η εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών για την μετατροπή και λειτουργία του καταστήματος ως «Take Away». Όλοι οι συνιδιοκτήτες, πλην των εναγόμενων, υπέγραψαν τις πιο πάνω αιτήσεις και σχέδια και παρά τις επανειλημμένες τους οχλήσεις αυτοί εξακολουθούν να αρνούνται να το πράξουν. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι προέβαλαν τη θέση ότι το συμβόλαιο ήταν πλαστογραφημένο σε σχέση με τους ιδίους, ότι η κατοχή του από τους ενάγοντες είναι παράνομη και ότι έγιναν από τους ενάγοντες παράνομες εργασίες σε αυτό. Οι ενάγοντες στις 19/10/2011 υπέβαλαν προς τον Δήμο ΧΧΧΧ την Αίτηση Αρ. ΧΧΧ/11 για μετατροπή του καταστήματος σε «Take Away», η οποία όμως δεν μπορούσε να προωθηθεί γιατί θα έπρεπε να υπογραφεί από όλους τους συνιδιοκτήτες. Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι ένεκα της πιο πάνω άρνησης των εναγόμενων να υπογράψουν την αίτηση τους, δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το κατάστημα για τον σκοπό που το ενοικίασαν και υφίστανται απώλειες και ζημίες, τις οποίες εξειδικεύουν. Με την παρούσα αγωγή αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τους διατάσσει να υπογράψουν την Αίτηση Αρ. ΧΧΧ/2011 στον Δήμο ΧΧΧΧ και να προβούν σε κάθε άλλη ενέργεια, δήλωση ή υπογραφή απαιτείται για την εξασφάλιση της Πολεοδομικής Άδειας για το κατάστημα ως «Take Away». Επιπρόσθετα, αξιώνουν το ποσό των €42,000 ως ειδικές ζημιές για παράβαση της σύμβασης και περαιτέρω το ποσό των €3000 μηνιαίως από 01/01/2013 μέχρι της εξασφάλισης της υπογραφής από τους εναγόμενους της αναφερόμενης Αίτησης για Πολεοδομική Άδεια. Οι εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, αρνούνται την υπογραφή εκ μέρους τους του ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 20/08/2010 και ισχυρίζονται ότι έχει γίνει πλαστογραφία. Διαζευκτικά, ισχυρίζονται ότι αν αυτό έχει υπογραφεί από τους εναγόμενους, έχει γίνει με δόλιο τρόπο από πλευράς των εναγόντων και ουδεμία δέσμευση φέρει για τους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι είναι εταιρεία αναφέρουν, συνιδιοκτήτρια του επίδικου καταστήματος η οποία αγοράσθηκε από νέους μετόχους στις 31/08/2010 και ο προηγούμενος διευθυντής των εναγόμενων διαβεβαίωσε ρητά τον νέο διευθυντή / μέτοχο των εναγόμενων ότι καμία ενοικίαση υφίσταται επί του ακινήτου. Είναι η θέση των εναγόμενων ότι ουδεμία νομική δέσμευση έχουν έναντι των εναγόντων και ότι οι τελευταίοι παράνομα εισήλθαν σε αυτό και συνεχίζουν να το κατέχουν παράνομα. Αρνούνται επίσης τις αξιώσεις τους για αποζημιώσεις και καλούν τους εναγόντες σε απόδειξη αυτών. Ανταπαιτητικά, οι εναγόμενοι αξιώνουν εναντίον των εναγόντων Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 20/08/2010 είναι προϊόν πλαστογραφίας και/ή απάτης και/ή δόλου και είναι εξ' υπαρχής άκυρο και ουδέν έννομο αποτέλεσμα δημιουργεί και Δήλωση του Δικαστηρίου ότι oι ενάγοντες παράνομα επεμβαίνουν στο επίδικο κατάστημα . Αξιώνουν επίσης Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει τους ενάγοντες να επεμβαίνουν και/ή να κατέχουν το επίδικο κατάστημα και Διάταγμα που να τους διατάσσει να το επαναφέρουν στην προτέρα του κατάσταση. Περαιτέρω, αξιώνουν το ποσό των €900 μηνιαίως από 20/08/2010 μέχρι την παράδοση της κατοχής του και παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι ενάγοντες εμμένουν στις θέσεις τους, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των εναγόμενων περί πλαστογραφίας και δόλου ή απάτης. Ισχυρίζονται ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο είναι καθόλα νόμιμο και έγκυρο. Διαζευκτικά, ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι κωλύονται να προβάλλουν τέτοιους ισχυρισμούς με την συμπεριφορά τους και την είσπραξη των ενοικίων, που καταμαρτυρούν το αντίθετο. Οι ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους κάλεσαν ένα
(1)μάρτυρα και συγκεκριμένα τον κ. ΧΧΧΧ Κυρσόφ (Μ.Ε.1). Οι εναγόμενοι κάλεσαν επίσης ένα μάρτυρα, τον κ. ΧΧΧΧ Πιττοκοπίτη (Μ.Υ.1). Ενώπιον του Δικαστηρίου επίσης έχουν κατατεθεί συνολικά 21 τεκμήρια. Περαιτέρω, αμφότεροι οι διάδικοι προέβηκαν στα κάτωθι παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: 1) Η ενάγουσα και η εναγόμενη αποτελούν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης που έχουν εγγραφεί σύμφωνα με την Κυπριακή Νομοθεσία. 2) Το ποσό των ενοικίων κατατίθετο πάντοτε από την ενάγουσα σε κοινό λογαριασμό όλων των συνιδιοκτητών. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν χρειάζεται η επανάληψη αυτής αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει διεξέλθει αυτής με πολλή προσοχή, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην ολότητα της καθώς επίσης και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Θα παραθέσω κατωτέρω συνοπτικά την μαρτυρία που προσκομίστηκε για να διαφανούν και οι θέσεις των διαδίκων. Ο Μ.Ε.1, διευθυντής των εναγόντων, κατάθεσε στο Δικαστήριο Ενοικιαστήριο Έγγραφο ημερομηνίας 20/08/2010, το οποίο αφορά στην ενοικίαση του επίδικου καταστήματος (βλ. τεκμήριο 1). Ανάφερε επίσης ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στον προηγούμενο ενοικιαστή του επίδικου καταστήματος ποσό ύψους €17,000 ως φήμη και πελατεία και κατάθεσε προς τούτο σχετικό συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 01/08/2010 (βλ. τεκμήριο 3). Περαιτέρω, κατάθεσε στο Δικαστήριο σχετική αλληλογραφία και συγκεκριμένα επιστολές ημερομηνίας 12/07/11 και 05/08/2011 προς όλους τους συνιδιοκτήτες για την υπογραφή των απαραίτητων αιτήσεων και αρχιτεκτονικών σχεδίων για να υποβληθούν προς την Πολεοδομική Αρχή του Δήμου ΧΧΧΧ (βλ. τεκμήρια 4 και 5). Όλοι οι συνιδιοκτήτες υπέγραψαν τα σχετικά έγγραφα πλην των εναγόμενων οι οποίοι προφορικά αλλά και με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 02/03/2012 (βλ. τεκμήριο 6) αρνήθηκαν και προέβαλαν τους ισχυρισμούς ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο είναι πλαστογραφημένο αναφορικά με την υπογραφή τους, ότι η κατοχή του καταστήματος από τους ενάγοντες είναι παράνομη και πως έγιναν εργασίες που ήταν παράνομες. Στην πιο πάνω επιστολή οι ενάγοντες απάντησαν, με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 26/03/2012 (βλ. τεκμήριο 7) με την οποία απέρριψαν τους ισχυρισμούς των εναγόμενων. Ταυτόχρονα, επέστησαν την προσοχή των εναγόμενων στο γεγονός ότι οι ενάγοντες ενοικίασαν το επίδικο κατάστημα για να χρησιμοποιηθεί ως «Take Away» και ένεκα της άρνησης τους να υπογράψουν τις σχετικές αιτήσεις εμποδίζονται από το να το πράξουν και ότι έχουν υποστεί σοβαρότατες ζημιές, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου αυξάνονται. Ο μάρτυρας ανάφερε επίσης ότι στις 10/09/2010, δηλαδή μετά την υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου, οι μετοχές των εναγόμενων πωλήθηκαν στην εταιρεία «ΧΧ ΧΧΧΧ ΡΟΔΟ ΛΤΔ», με διευθυντή τον κ. ΧΧΧΧ Πιττοκοπίτη, ο οποίος μάλιστα διορίστηκε νέος διευθυντής και γραμματέας των εναγόμενων. Η εν λόγω εταιρεία και ο κ. Πιττοκοπίτης διατηρούν στην περιοχή του επίδικου καταστήματος επιχειρήσεις εστιατορίων, παγωταριών, take away κ.α. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο την Αίτηση Αρ. ΧΧΧ/2011 συνοδευόμενη με επιστολή των Δικηγόρων τους ημερομηνίας 19/10/2011, η οποία υποβλήθηκε στο Δήμο ΧΧΧΧ για την αλλαγή χρήσης του επίδικου καταστήματος (βλ. τεκμήριο 8) και την απάντηση του Δήμου ΧΧΧΧ ημερομηνίας 18/09/2013 με την οποία τους πληροφόρησε ότι δεν ήταν δυνατή η προώθηση της γιατί θα έπρεπε να υπογραφεί από όλους τους συνιδιοκτήτες (βλ. τεκμήριο 9). Πιο κάτω ο μάρτυρας είπε ότι ένεκα της άρνηση των εναγόμενων να υπογράψουν τις σχετικές αιτήσεις δεν κατέστη δυνατό να χρησιμοποιήσουν το κατάστημα για το σκοπό που το ενοικίασαν με αποτέλεσμα να υφίστανται απώλειες και ζημιές. Αποτέλεσε θέση του ότι οι ενάγοντες είχαν σκοπό να λειτουργήσουν το κατάστημα ως επιχείρηση πώλησης παγωτού γιαούρτι της γνωστής αλυσίδας «ΧΧΧ Box» και προς το σκοπό αυτό έλαβαν προσφορές από προμηθευτές για τον εξοπλισμό της επιχείρησης. Κατάθεσε στο Δικαστήριο σχετικές προσφορές (βλ. τεκμήριο 10). Κατάθεσε επίσης σχέδια του καταστήματος για την μετατροπή του σε «ΧΧΧ box» (βλ. τεκμήριο 11). Ο μάρτυρας ανάφερε ότι προέβηκε σε ένα υπολογισμό για την κερδοφορία που θα είχαν οι ενάγοντες αν λειτουργούσαν την πιο πάνω επιχείρηση στο επίδικο κατάστημα την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 12). Με βάση αυτή προκύπτει, σύμφωνα με το μάρτυρα, ότι η κερδοφορία θα ήταν κατά μέσο όρο €39.989 το χρόνο ή διαφορετικά €3.332.40 το μήνα. Η μελέτη αυτή ετοιμάστηκε από το μάρτυρα με βάση τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας ΧΧΧ GELATERIAS LTD που διατηρεί κατάστημα «ΧΧΧ box» στο εμπορικό κέντρο «ΧΧΧ ΧΧΧ Mall» στην Κ. ΧΧΧΧ. Κατάθεσε στο Δικαστήριο δέσμη ελεγμένων λογαριασμών της εν λόγω εταιρείας για τα έτη 2015, 2016, 2017 και 2018 (βλ. τεκμήριο 16). Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι τον Ιούνη του 2014 οι ενάγοντες ξεκίνησαν εργασίες ανακαίνισης και γενικής επιδιόρθωσης του καταστήματος (χωρίς να απαιτείται η εξασφάλιση οποιασδήποτε άδειας από τον Δήμο Πάφου - βλ. επιστολές ημερομηνίας 03/06/2014 και 27/06/2014, τεκμήρια 13 και 14) και οι εναγόμενοι εντελώς παράλογα και εκβιάστηκα καταχώρησαν την ιδιωτική ποινική υπόθεση αρ. ΧΧΧΧ/11 Ε.Δ. Πάφου, κατηγορώντας τους ενάγοντες για διεξαγωγή εργασιών χωρίς προηγούμενα να εξασφαλίσουν άδεια από την αρμόδια αρχή και μετατροπή της άδειας χρήσης του καταστήματος σε «take away». Εξασφάλισαν μάλιστα προσωρινό διάταγμα για να αναστολή / τερματισμό των εργασιών, το οποίο εν τέλει ακυρώθηκε στις 08/08/2014. Στις 16/10/2017 οι ενάγοντες απαλλάχτηκαν από την πιο πάνω ποινική υπόθεση από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Στις 07/10/2019 οι ενάγοντες λειτούργησαν στο κατάστημα επιχείρηση πώλησης οπτικών ειδών σαν μια ύστατη προσπάθεια μείωσης των ζημιών και απωλειών τους ενημερώνοντας ταυτόχρονα τους συνιδιοκτήτες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 30/09/2019 ότι αυτό γίνεται άνευ βλάβης των αξιώσεων τους στην παρούσα υπόθεση (βλ. τεκμήριο 15). Δυστυχώς όμως, αναφέρει ο μάρτυρας, η επιχείρηση αυτή ήταν ζημιογόνα παραθέτοντας τους λόγους. Τέλος, ο μάρτυρας απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς των εναγομένων και ανάφερε ότι το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο είναι νόμιμο και δεν υφίσταται οποιοδήποτε ζήτημα πλαστογραφίας. Ο πραγματικός λόγος που οι εναγόμενοι αρνούνται να υπογράψουν την αίτηση άδειας για αλλαγή χρήσης του καταστήματος είναι επειδή η εταιρεία με αρ. εγγραφής 38044 και ο κ. Πιττοκοπίτης δεν επιθυμούν να λειτουργήσει το κατάστημα ως «Take Away» καθώς θα πληγούν τα συμφέροντα τους. Δηλαδή, θέλουν να αποτρέψουν την λειτουργία της συγκεκριμένης επιχείρησης καθώς θα είναι ανταγωνιστική με δικές τους παρόμοιες επιχειρήσεις που βρίσκονται στην ίδια περιοχή. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν γνωρίζει και δεν θυμάται πόσες μονογραφές έχει το ενοικιαστήριο έγγραφο, τεκμήριο 1 και αν υπέγραψαν όλοι οι συνιδιοκτήτες καθότι υπήρχαν κάποιοι από αυτούς που είχαν πληρεξούσια για τους άλλους. Είπε ότι όταν ενοικίασε το κατάστημα, αυτό είχε άδεια λειτουργίας ως γενικό κατάστημα όπως έχουν όλα τα καταστήματα που έχουν τελικό πιστοποιητικό έγκρισης. Δεν μπορούσε όμως να χρησιμοποιηθεί ως εστιατόριο ή take away. Eρωτούμενος κατά πόσο κατά τη υπογραφή του ενοικιαστηρίου, ήταν παρών ο διευθυντής των εναγόμενων είπε ότι δεν θυμάται αλλά σίγουρα θα ήταν και διερωτήθηκε πώς θα υπέγραφαν το έγγραφο αν δεν ήταν παρών. Υπάρχει επίσης, είπε, η σφραγίδα της εταιρείας στο έγγραφο. Αρνήθηκε ότι δεν ήταν παρών και δεν υπέγραψε ο διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας λέγοντας ότι σίγουρα θα ήταν παρών. Αναφορικά με το τεκμήριο 2, είπε ότι αυτό το υπέγραψε με τον ΧΧΧΧ Νικολαϊδη, ο οποίος ήταν ο αντιπρόσωπος όλων των συνιδιοκτητών. Αναφορικά με την εκτίμηση ή μελέτη του για τις ζημιές που υπέστηκε η ενάγουσα, είπε ότι ο ίδιος δεν είναι απόφοιτος κάποιας σχολής για οικονομικά θέματα. Παρακολούθησε όμως σεμινάρια στο εξωτερικό για οικονομικά ζητήματα αλλά δεν έχει πάρει κάποιο «χαρτί». Το επάγγελμα του είναι οπτικός αλλά έχει αρκετή πείρα και ως επιχειρηματίας που είναι, μπορεί να κάνει υπολογισμούς. Επί της ουσίας της μελέτης του είπε ότι σύγκρινε την παγωταρία που βρίσκεται στο Mall διότι είναι κατάστημα που έχει το ίδιο προϊόν πώλησης, το ίδιο όνομα και είναι αλυσίδα του εξωτερικού. Αντεξετάστηκε για το περιεχόμενο της έκθεσης του και του υποβλήθηκε η θέση ότι αυτή είναι λανθασμένη καθότι σύγκρινε δύο ανόμοιες επιχειρήσεις με το μάρτυρα να την απορρίπτει. Ο μάρτυρας αυτός, είπε περαιτέρω ότι κατέχει μέχρι σήμερα το κατάστημα, πληρώνει τα ενοίκια του και ότι αυτό απέκτησε περισσότερο «αέρα» από τον καιρόν που το αγόρασε. Από την αντίπερα όχθη, ο Μ.Υ.1 ανάφερε ότι είναι ο διευθυντής της εταιρείας «ΧΧ ΧΧΧΧ ΡΟΔΟ ΛΤΔ» και στις 31/08/2010 δυνάμει γραπτής συμφωνίας πώλησης μετοχών (βλ. τεκμήριο 19), αγόρασε (η πιο πάνω εταιρεία) όλες τις μετοχές της εναγόμενης εταιρείας. Κατάθεσε στο Δικαστήριο πιστοποιητικό διευθυντών και γραμματέων της εναγόμενης, στο οποίο φαίνεται ότι από τις 10/09/2010 κατέχει ο ίδιος τις εν λόγω θέσεις (βλ. τεκμήριο 18). Λόγω του ότι η εταιρεία «ΧΧ ΧΧΧΧ ΡΟΔΟ ΛΤΔ» ασχολείται με την λειτουργία επιχειρήσεων κέντρων αναψυχής και εστίασης στην περιοχή της Κ. ΧΧΧΧ, ήταν σημαντικό κατά τη σύναψη της συμφωνίας αγοράς των μετοχών της εναγόμενης να μην υπήρχε οποιαδήποτε δέσμευση και ουσιαστικά ενοικίαση του επίδικου καταστήματος για να μπορεί να ασκήσει σε οποιοδήποτε χρόνο επαγγελματική δραστηριότητα σχετική με φαγητό και ποτό. Γι αυτό ζήτησε και έλαβε προφορικές διαβεβαιώσεις από τον κ. ΧΧΧΧ Νικολαϊδη, δικηγόρο και προηγούμενο διευθυντή της εναγόμενης ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε δέσμευση των εναγόμενων προς τρίτα πρόσωπα με συναφή σχέση με τις επαγγελματικές δραστηριότητες τους. Μετά την αγορά και μεταβίβαση των μετοχών της εναγόμενης, η ενάγουσα απέστειλε ενοικιαστήριο έγγραφο, το τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα έντυπα με σκοπό να υπογραφούν για να γίνει αλλαγή της χρήσης του καταστήματος στο οποίο η εναγόμενη ήταν συνιδιοκτήτρια. Πρώτη φορά, είπε, λάμβανε γνώση για την ύπαρξη αυτού του εγγράφου και αφού το απέστειλε στον κ. ΧΧΧΧ Νικολαϊδη ζητώντας του εξηγήσεις, ο τελευταίος του ανάφερε ότι πρώτη φορά το έβλεπε και εκείνος και ότι ουδέποτε το υπέγραψε. Στις 09/07/2015 επίσης το πιο πάνω πρόσωπο του απέστειλε σχετική δήλωση του με την οποία αναφέρει ότι ουδέποτε ήρθε στην αντίληψη τους το έγγραφο αυτό και ουδέποτε το υπέγραψαν (βλ. τεκμήριο 20). Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι ζήτησε πολλές φορές από την ενάγουσα να τους δώσει το ενοικιαστήριο έγγραφο με σκοπό να αποσταλεί σε γραφολόγο για επιστημονική εξέταση χωρίς να το έχει πράξει. Είναι η θέση του ότι η εναγόμενη ουδεμία νομική δέσμευση έχει προς την ενάγουσα δυνάμει του επίδικου εγγράφου και η τελευταία παράνομα κατέχει το επίδικο κατάστημα. Πέραν των πιο πάνω, κατάθεσε σχετική γνωμάτευση εμπειρογνώμονα, όπως ανάφερε (βλ. τεκμήριο 21), την οποία ζήτησε και με την οποία ακυρώνονται όλα τα συμπεράσματα του Μ.Ε.1 με το τεκμήριο 12 και με επιστημονικό τρόπο αναφέρει ότι αυτά είναι αυθαίρετα. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι γνώριζε πριν από την επιστολή της ενάγουσας ημερομηνίας 05/08/2011 για την ύπαρξη του ενοικιαστηρίου εγγράφου και ειδικότερα από την αρχή που αγοράστηκαν οι μετοχές της εναγόμενης από την εταιρεία του. Όταν έλαβε γνώση του εγγράφου αυτού, είπε, ήθελε να μάθει για την γνησιότητα του και ζήτησε να παραπεμφθεί σε γραφολόγο. Ο ίδιος δεν γνωρίζει με βεβαιότητα αν υπάρχει πλαστογραφία αλλά μετά την επιστολή του προηγούμενου συνιδιοκτήτη που του πώλησε τις μετοχές της εναγόμενης, ήταν σίγουρος ότι υπάρχει. Αναφέρθηκε στις όχι καλές σχέσεις των συνιδιοκτητών του συγκροτήματος και είπε ότι δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία διότι τους χρειαζόταν για να υπογράφουν όλα τα αναγκαία έντυπα προς τον Δήμο ΧΧΧΧ, ο οποίος τους κυνηγούσε, για να μπορούν να συνεχίσουν τις εργασίες τους. Δεν ήθελε να διαταραχθούν οι σχέσεις τους. Αρνήθηκε επίσης θέση και υποβολή του συνηγόρου της ενάγουσας ότι ποτέ δεν ζήτησε το έγγραφο για να εξεταστεί από γραφολόγο και είπε ότι αυτό έγινε κατ' επανάληψη προφορικά στην παρουσία των δικηγόρων. Περαιτέρω, είπε ότι το ζήτησε και από τους συνιδιοκτήτες αλλά κανένας δεν μπορούσε να εντοπίσει το πρωτότυπο. Όσον αφορά τους συνιδιοκτήτες τους, αυτοί του είπαν ότι υπέγραψαν το ενοικιαστήριο έγγραφο και ότι η ενάγουσα, για εκείνους, δεν κατέχει παράνομα το κατάστημα. Αυτό, δηλαδή το ενοικιαστήριο έγγραφο, έγινε του είπαν πριν να γίνει συνιδιοκτήτης ο ίδιος και χωρίς να λάβουν υπόψη τους ότι ο ενοικιαστής θα πουλούσε τα ίδια προϊόντα και θα ήταν ανταγωνιστής του. Είπε περαιτέρω ότι ο ίδιος δεν παίρνει το μερίδιο του από το ενοίκιο του καταστήματος αυτού καθότι δεν αναγνωρίζει την εγκυρότητα της συμφωνίας σε σχέση με τους εναγόμενους. Ο ίδιος ζήτησε να μην του καταβάλλεται το μερίδιο του από τους συνιδιοκτήτες του. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή και τους δύο μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται(βλ.επίσηςKades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R.212,216, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Ο Μ.Ε.1 ήταν και είναι ο διευθυντής της ενάγουσας και ο άμεσα εμπλεκόμενος εκ μέρους της με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του και κρίνω ότι αυτή παρουσιάζει συνοχή και τα όσα προφορικά ανάφερε στο Δικαστήριο υποστηρίζονται από την έγγραφη μαρτυρία που κατάθεσε. Γενικότερα επίσης δεν έχω διαπιστώσει ο μάρτυρας αυτός να είπε ψέματα στο Δικαστήριο και να μην παρουσίασε τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενοικίασε το επίδικο υποστατικό η ενάγουσα με σκοπό να το λειτουργήσει ως κατάστημα «Take Away». Προτού η ενάγουσα υπογράψει το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο, ο μάρτυρας αυτός είπε ότι είχε συνάντηση με τον κ. ΧΧΧΧ Νικολαϊδη, ένα εκ των συνιδιοκτητών, ο οποίος διαχειριζόταν το υποστατικό μαζί με άλλα που όλοι οι συνιδιοκτήτες κατέχουν στην περιοχή και ήταν ο αντιπρόσωπος τους. Ζήτησε να μάθει κατά πόσο θα ήταν εφικτό να ενοικιάσουν το επίδικο κατάστημα στην ενάγουσα για το σκοπό που εν τέλει ενοικιάστηκε και εκείνος του είπε ότι δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. ΄Οσα ανέφερε ο μάρτυρας, προκύπτει να συνάδουν και με το τεκμήριο 2, το οποίο αποτελεί μια συμφωνία, προκαταρτική όπως προκύπτει, με το πιο πάνω πρόσωπο. Εν όψει των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι προχώρησε με την καταβολή συγκεκριμένου ποσού ως φήμη και πελατεία προς άλλη εταιρεία που κατείχε κατ' εκείνο το χρόνο το κατάστημα. Τούτο υποστηρίζεται επίσης από το τεκμήριο 3. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ότι η ενάγουσα και ο ίδιος ως διευθυντής της γνώριζε ότι το επίδικο κατάστημα κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο άδεια χρήσης του ως γενικό κατάστημα. Όσον αφορά το γεγονός ότι η ενάγουσα επιχείρησε μετά την ενοικίαση του επίδικου καταστήματος να το μετατρέψει σε κατάστημα «take away» καθώς επίσης και ότι ζήτησε την συγκατάθεση και/ή υπογραφή επί των σχεδίων και της σχετικής αίτησης προς την Πολεοδομική Αρχή από όλους του συνιδιοκτήτες, προκύπτει και από την σχετική αλληλογραφία (βλ. τεκμήρια 4 και 5). Επίσης, προκύπτει από το τεκμήριο 6 αλλά και την προφορική μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, ότι οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να παράσχουν την συγκατάθεση τους και αρνούνται μέχρι σήμερα να το πράξουν. Όλα τα πιο πάνω καθώς επίσης και το γεγονός ότι η Αίτηση που υποβλήθηκε στο Δήμο ΧΧΧΧ για αλλαγή χρήσης του επίδικου καταστήματος δεν μπορούσε να εξεταστεί λόγω του ότι δεν υπογραφόταν από όλους τους συνιδιοκτήτες, πέραν του ότι αποδεικνύονται με τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον μου και την αποδέχομαι, δεν έτυχαν ούτε αμφισβήτησης από τους εναγόμενους. Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, ήταν το ζήτημα της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας από όλους τους συνιδιοκτήτες και ιδιαίτερα από τους εναγόμενους. Όσον αφορά τους συνιδιοκτήτες, πέραν των εναγομένων, παρά την αντεξέταση του μάρτυρα και την αμφισβήτηση της υπογραφής τους, εντούτοις τέτοιοι ισχυρισμοί δεν δικογραφούνται και οι ισχυρισμοί περί πλαστότητας και ακυρότητας της συμφωνίας αφορούν μόνο την υπογραφή των εναγόμενων. Σε κάθε περίπτωση, ο Μ.Υ.1 ανάφερε στη μαρτυρία του ότι όλοι οι συνιδιοκτήτες του είπαν ότι συμφωνούν με την ενοικίαση αυτή και ότι υπέγραψαν το έγγραφο. Επομένως το όλο ζήτημα περιορίζεται στην υπογραφή του επίδικου ενοικιαστηρίου εγγράφου από τους εναγόμενους, που είναι και η βασική γραμμή υπεράσπισης τους στην παρούσα υπόθεση. Έχω λάβει υπόψη μου τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού περί του ζητήματος και την αποδέχομαι. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που διέρρευσε από τη συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας και του γεγονότος ότι αυτός είναι επιχειρηματίας και έχει συνάψει πολλές συμφωνίες δεν μπορούσε να διευκρινίσει στο Δικαστήριο κατά πόσο κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας παρών ήταν ο τότε διευθυντής των εναγομένων ο οποίος υπέγραψε εκ μέρους της εταιρείας. Ήταν η θέση του όμως ότι εκείνος πρέπει να ήταν παρών εξ' ου και υπογράφηκε η συμφωνία εκ μέρους της εταιρείας και φέρει και την σφραγίδα της. Διαφορετικά είπε, δεν θα μπορούσε να συνομολογηθεί η επίδικη συμφωνία. Αποδέχομαι τις θέσεις του αυτές. Το κατά πόσο η μαρτυρία του αυτή είναι ικανή να οδηγήσει στο συμπέρασμα ουσιαστικά του μάρτυρα ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφηκε από τους εναγόμενους είναι ζήτημα που θα εξεταστεί κατωτέρω κατά την κατάληξη του Δικαστηρίου. Σημειώνεται επίσης ότι υπόψη λαμβάνεται και η θέση του μάρτυρα ότι λόγω του ότι ήταν πολλοί οι συνιδιοκτήτες κάποιοι κατείχαν πληρεξούσια έγγραφα για λογαριασμό άλλων. Όσον αφορά την μελέτη που ο μάρτυρας ετοίμασε, τεκμήριο 12 και τους υπολογισμούς που ο ίδιος προέβηκε σε αυτή για να αποδείξει την κερδοφορία της επιχείρησης πώλησης παγωμένου γιαουρτιού που επιθυμούσε να ασκήσει η ενάγουσα στο επίδικο κατάστημα, κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω σε αυτή οποιαδήποτε βαρύτητα και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Κατ' αρχάς ο μάρτυρας αυτός με το τεκμήριο 12 προκύπτει να προβαίνει σε μια οικονομική ανάλυση για την απόδοση κέρδους που θα είχε μια επιχείρηση πώλησης παγωμένου γιαουρτιού στο επίδικο κατάστημα συγκρίνοντας την με αντίστοιχη επιχείρηση που λειτουργεί στο ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Mall. Αναφέρεται στην περιοχή που βρίσκεται το επίδικο κατάστημα και στην επισκεψιμότητα της. Αναφέρεται επίσης στα κόστη που θα είχε η λειτουργία τέτοιας επιχείρησης στο συγκεκριμένο σημείο και προβαίνει σε σύγκριση με παρόμοιας φύσης επιχείρηση στο Mall με τις ανάλογες προσαρμογές. Η όλη μελέτη αφορά ουσιαστικά μια οικονομική ανάλυση και κρίνω ότι απαιτούνται επιστημονικές γνώσεις για την ετοιμασία της και δεν είναι θέμα απλών αριθμητικών υπολογισμών, όπως ο μάρτυρας αυτός επιχείρησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Απαιτείται, κρίνω, επιστημονική ανάλυση από ειδικό επί των ζητημάτων αυτών. Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο μάρτυρας που καταθέτει ως εμπειρογνώμονας ουσιαστικά έχει τα απαραίτητα προσόντα για να θεωρηθεί ως τέτοιος για το θέμα στο οποίο αναφέρεται. Στην Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013 αναφέρθηκε ότι για την εξακρίβωση κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας θα πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα. Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Πέραν τούτου, έχει νομολογηθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Στην παρούσα περίπτωση, είναι κοινό έδαφος ότι ο Μ.Ε.1 είναι οπτικός στο επάγγελμα. Δεν παραγνωρίζω την πείρα του στη λειτουργία διαφόρων επιχειρήσεων, ως ο ίδιος ανάφερε, αλλά τούτο, υπό τις περιστάσεις, δεν είναι ικανό να τον καταστήσει και ειδικό για τα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε στο Δικαστήριο και μέσω του τεκμηρίου
- Παρακολούθησε είπε σχετικά σεμινάρια στο εξωτερικό χωρίς όμως να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το περιεχόμενο τους και ούτε να έχει εξασφαλίσει οποιαδήποτε σχετικό πιστοποιητικό. Δεδομένων των πιο πάνω, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί τον Μ.Ε.1 ως ειδικό ή εμπειρογνώμονα σε οικονομικές αναλύσεις και ικανό να ετοιμάζει μελέτες ή εκθέσεις ανάλογες με το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Επομένως, δεν θα μπορούσε να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα επί του περιεχομένου του τεκμηρίου
- Ανεξάρτητα των πιο πάνω, ακόμη και να θεωρηθεί ότι ο μάρτυρας αυτός έχει τις απαιτούμενες γνώσεις και πείρα να αναφερθεί στα θέματα στα οποία αναφέρθηκε στο Δικαστήριο και μέσω του τεκμηρίου 12, πάλι δεν θα μπορούσα να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτά και να εξάξω οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Τέτοιοι μάρτυρες, δηλαδή εμπειρογνώμονες πρέπει να δώσουν όλα τα εχέγγυα και απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεγχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων τους και το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα γεγονότων (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Νεάρχου v. Στεφανίδης κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Ο Μ.Ε.1 κρίνω ότι δεν έχει επεξηγήσει τα συμπεράσματα του στο τεκμήριο 12 επαρκώς και κατ' επιστημονικό τρόπο έτσι ώστε να μπορούν να εξαχθούν με ασφάλεια τα αναγκαία αποτελέσματα. Κατ' αρχάς συγκρίνει την επιχείρηση πώλησης παγωμένου γιαουρτιού που βρίσκεται σε εμπορικό κέντρο και σε άλλη περιοχή από αυτή που βρίσκεται το επίδικο κατάστημα με διαφορετική επισκεψιμότητα και διαφορετικά κόστη για τη λειτουργία της. Ο ίδιος στην έκθεση του τεκμήριο 12 αναφέρεται στις διαφορές του καταστήματος που βρίσκεται στο Mall με το επίδικο και στη διαφορά των πωλήσεων η οποία δεν μπορεί, ως αναφέρει, να καθοριστεί με ασφάλεια. Προχωρεί όμως και αναφέρει ότι οι πωλήσεις του επίδικου καταστήματος θα ήταν κατά 50% από αυτές του καταστήματος στο Mall, χωρίς όμως να επεξηγεί με αποδεκτό τρόπο πως προκύπτει το ποσοστό αυτό που χρησιμοποιεί και τους παράγοντες που λαμβάνει υπόψη του για τον υπολογισμό του. Παρόμοιους συλλογισμούς ο μάρτυρας κάνει και σε σχέση με τα έξοδα λειτουργίας του επίδικου καταστήματος χωρίς πάλι να τεκμηριώνονται επιστημονικά τα αποτελέσματα του και τα ποσοστά που χρησιμοποιεί. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στο τεκμήριο 12 και στα όσα ο μάρτυρας αυτός ανάφερε σε σχέση με την προβλεπόμενη κερδοφορία της επιχείρηση που η ενάγουσα είχε σκοπό να ασκήσει στο επίδικο κατάστημα. Γενικότερα όμως κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού με τις πιο πάνω διευκρινήσεις και την αποδέχομαι. Από την αντίπερα όχθη, ο Μ.Υ.1 παρέθεσε τη δική του εκδοχή και τους λόγους που η εναγόμενη αρνήθηκε να υπογράψει τα απαραίτητα έγγραφα έτσι ώστε το επίδικο υποστατικό να λειτουργήσει για τον σκοπό που ενοικιάστηκε από την ενάγουσα. Αποτέλεσε θέση του ότι η εναγόμενη ουδέποτε υπέγραψε το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο και αυτό, όσον αφορά την εναγόμενη, είναι πλαστογραφημένο. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του επί της βασικής αυτής εκδοχής που κατάθεσε στο Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ τις θέσεις του μάρτυρα αυτού και να βασιστώ επί αυτές και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Η μαρτυρία του παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες και δεν ενέχει πειστικότητα αναφορικά με τον λόγο τον οποίο ο μάρτυρας επικαλέστηκε ως αιτία ώστε η εναγόμενη να μην υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. Είναι κοινό έδαφος, και ο ίδιος ο μάρτυρας το ανάφερε στη μαρτυρία του, ότι ο ίδιος και η εταιρεία του «ΧΧ ΧΧΧΧ ΡΟΔΟ» που αγόρασε τις μετοχές της εναγόμενης αμέσως μετά τη συνομολόγηση του επίδικου εγγράφου από την ενάγουσα, ασκεί επιχείρηση εστίασης σε κοντινή απόσταση από το επίδικο κατάστημα. Παραδέχτηκε επίσης ο μάρτυρας και έχει προκύψει από όλη την ενώπιον μου μαρτυρία ότι η άσκηση επιχείρησης από την ενάγουσα ως αυτή περιγράφεται στο επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο, είναι ανταγωνιστική με την επιχείρηση που ασκούσε και ασκεί ο μάρτυρας και η εταιρεία του και δεν επιθυμούσαν ένα τέτοιο γεγονός. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα ως δεδομένα προκύπτει ξεκάθαρα ότι η εναγόμενη, μετά την αγορά των μετοχών της από την εταιρεία του μάρτυρα αυτού, είχε κάθε λόγο και κίνητρο να εμποδίσει την ενάγουσα από το να λειτουργήσει το επίδικο κατάστημα ως αναφέρεται στο ενοικιαστήριο έγγραφο και σε συνδυασμό με τις αδυναμίες της εκδοχής του μάρτυρα περί πλαστότητας του επίδικου εγγράφου σε σχέση με την εναγόμενη, η εκδοχή του αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και/ή δεν ενέχει πειστικότητα. Κατ' αρχάς ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν άμεσα εμπλεκόμενος με την υπογραφή του επίδικου ενοικιαστηρίου εγγράφου αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με την εναγόμενη. Η αγορά των μετοχών της εναγόμενης έγινε μεταγενέστερα της υπογραφής του επίδικου ενοικιαστηρίου εγγράφου. Επομένως, ο ίδιος δεν είχε και ούτε θα μπορούσε να έχει άμεση γνώση για το κατά πόσο η εναγόμενη, μέσω των τότε εξουσιοδοτημένων προσώπων της, υπέγραψε το εν λόγω ενοικιαστήριο έγγραφο, ως μια εκ των συνιδιοκτητών του επίδικου καταστήματος. Η πεποίθηση του ότι το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο δεν υπογράφηκε δεόντως από την εναγόμενη πηγάζει από την πληροφόρηση που έλαβε ή έτυχε από τον προηγούμενο διευθυντή και μέτοχο της εναγόμενης, όταν έλαβε γνώση για την ύπαρξη του. Ο μάρτυρας προς υποστήριξη της θέσης του περί πλαστογραφίας, κατάθεσε στο Δικαστήριο και αντίγραφο γραπτής βεβαίωσης κάποιου ΧΧΧΧ Νικολαϊδη, που όπως προκύπτει από το τεκμήριο 18 ήταν ένας εκ των διευθυντών της εναγόμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι τις 10/09/2010. Στο τεκμήριο 20 δίνεται η διαβεβαίωση του πιο πάνω προσώπου ότι ουδέποτε υπόγραψαν ενοικιαστήριο έγγραφο με σκοπό να χρησιμοποιηθεί το επίδικο κατάστημα ως Snack Bar. Είναι προφανές ότι η εν λόγω βεβαίωση και το περιεχόμενο της αμφισβητείται από την ενάγουσα, αφού η θέση της είναι ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο υπογράφηκε δεόντως από την εναγόμενη, παρά την μη ύπαρξη ένστασης στην κατάθεση του. Υπάρχει και παραμένει η υποχρέωση του Δικαστηρίου να αξιολογήσει το έγγραφο αυτό και να του δώσει τη δέουσα βαρύτητα υπό τις περιστάσεις (βλ. άρθρο 34 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε). Το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού περιέχει δηλώσεις και μαρτυρία συγκεκριμένου προσώπου και φέρει την υπογραφή του. Δηλαδή, περιέχει εξ' ακοής δηλώσεις και μαρτυρία. Τέτοια μαρτυρία, μετά την τροποποίηση του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 με τον Νόμο 32
(1)/2004 είναι αποδεκτή μαρτυρία αλλά επαφίεται στο Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της η βαρύτητα που θα της δοθεί. Στο άρθρο 27
(2)του πιο πάνω Νόμου περιλαμβάνονται τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση μιας τέτοιας μαρτυρίας τα οποία όμως δεν είναι εξαντλητικά (βλ. άρθρο 27
(1)). Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και όλες οι περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να συναχθεί εύλογα το συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία τέτοιας μαρτυρίας (βλ. Θεοπίστη Τουμαζή v. Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολ. Έφεση Αρ. 274/2010, Ημερ. 05/05/2015). Στην εν λόγω απόφαση επίσης λέχθηκε ότι εκτός από τα τυπικά και ουσιαστικά κριτήρια που αναγράφονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9 αλλά και το σύνολο των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 27
(1), ένα δικαστήριο, για να αποφασίσει ως προς τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε εξ' ακοής μαρτυρία, θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του και το συμφέρον της δικαιοσύνης, δηλαδή τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, το οποίο περιλαμβάνει πρωτίστως τη διασφάλιση δίκαιης δίκης και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης των διαδίκων. Συνεχίζοντας στην εν λόγω απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο παράπεμψε σε αποφάσεις του ΕΔΑΔ για να αναφέρει ότι στη βάση αυτών προκύπτει ότι η δυνατότητα αντεξέτασης ενός ουσιαστικού μάρτυρα, με σκοπό την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του, είναι βασικό στοιχείο της δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων. Στην Αli Αbdullah Hazzaz Assad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 164/2010, Ημερομηνίας 06/12/2017, επαναλήφθηκαν ουσιαστικά όλα τα πιο πάνω με ιδιαίτερη έμφαση, μεταξύ άλλων, στο κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία ο διάδικος που έκανε την αρχική δήλωση και έγινε παραπομπή και στο άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 που προνοεί ότι κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ' ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Στην παρούσα περίπτωση το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού αναφέρεται σε ένα ουσιαστικό επίδικο ζήτημα που αφορά την υπογραφή και εγκυρότητα του ενοικιαστηρίου εγγράφου για λογαριασμό της εναγόμενης. Προκύπτει ότι οι δηλώσεις περιέχονται σε έγγραφο το οποίο φαίνεται να λήφθηκε με τηλεομοιότυπο χωρίς άλλες επεξηγήσεις γι αυτό και αναφέρεται σε δεσμεύσεις των προηγούμενων ιδιοκτητών της εναγόμενης κατά την πώληση των μετοχών της στην εταιρεία του μάρτυρα και δεν υπήρχε δέσμευση της εναγόμενης σε τρίτους για άσκηση επιχείρησης συναφή με αυτή της εταιρείας του μάρτυρα. Πέραν από τις προφορικές αναφορές του μάρτυρα για τέτοιου είδους δεσμεύσεις, ουδεμία τέτοια άλλη πρωτογενής μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε συμφωνία πώλησης των μετοχών της εναγόμενης προς την εταιρεία του μάρτυρα δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε τέτοια συγκεκριμένη αναφορά. Επομένως, οι αναφορές αυτές και δηλώσεις στο τεκμήριο 20, δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε άλλη αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία. Πέραν των πιο πάνω όμως και ιδιαίτερα σημαντικό, είναι το γεγονός ότι ο υπογράφων το τεκμήριο 20 και αυτός που φέρεται να προέβηκε στις ισχυριζόμενες από τον μάρτυρα αυτό διαβεβαιώσεις, δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Ουδεμία δικαιολογία έχει αναφερθεί από τον μάρτυρα αυτό γιατί το πρόσωπο αυτό, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο διευθυντής των εναγομένων και ενδεχομένως ο άμεσα εμπλεκόμενος με τη διαχείριση της περιουσίας της εναγόμενης, δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει. Θα αναμενόταν, τη στιγμή που προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το έγγραφο αυτό δεν έχει υπογραφεί από την εναγόμενη, να παρουσιαζόταν πρωτογενής μαρτυρία των τότε εμπλεκόμενων με τη διαχείριση της εναγόμενης και του δηλούντος στο τεκμήριο 20, για να υποστηρίξει τις θέσεις αυτές και να τύχει αντεξέτασης και αξιολόγησης. Η μη παρουσίαση του ως μάρτυρα στο Δικαστήριο χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία περί τούτου, κρίνω ότι στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποδεχτεί το περιεχόμενο του τεκμηρίου 20 και κατ' επέκταση τις θέσεις που προέβαλε ο μάρτυρας αυτός περί πλαστότητας και μη υπογραφής του ενοικιαστηρίου εγγράφου από την εναγόμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως εκ τούτου, είναι επικίνδυνο και ακροσφαλές να δοθεί βαρύτητα στις πιο πάνω θέσεις του μάρτυρα. Πέραν των πιο πάνω, ενώ ο μάρτυρας αναφέρει ότι μετά τις επιστολές της ενάγουσας με τις οποίες καλούσε την εναγόμενη να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα έλαβε γνώση για την ύπαρξη του ενοικιαστηρίου εγγράφου, κάτι το οποίο προκύπτει να χρονολογείται στο έτος 2011 και ενώ αναφέρει ότι διαπίστωσε ότι αυτό ήταν πλαστογραφημένο όσον αφορούσε την εναγόμενη, σε ουδεμία ενέργεια έχει προβεί γι αυτό. Ουδέποτε κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία είπε και ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε νομικό μέτρο εναντίον της ενάγουσας σε σχέση με την ισχύ του επίδικου εγγράφου. Αρκέστηκε να πει ότι αναζήτησε το πρωτότυπο έγγραφο για να το αποστείλει για γραφολογικές εξετάσεις από τους συνιδιοκτήτες του αλλά κανένας δεν το είχε, είπε. Στη συνέχεια είπε ότι το ζήτησε από την ενάγουσα αλλά δεν του το έδινε και ούτε αποδεχόταν να τύχει γραφολογικής εξέτασης το επίδικο έγγραφο. Ο λόγος που ο μάρτυρας προέβαλε για τη μη καταγγελία στην Αστυνομία ή τη λήψη οποιονδήποτε άλλων μέτρων ήταν διότι δεν ήθελε να διαταράξει τις σχέσεις του με τους άλλους συνιδιοκτήτες για τους λόγους που εξήγησε, θέση που δεν ενέχει πειστικότητα. Να σημειωθεί επίσης ότι ενώ κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 υποβλήθηκαν θέσεις που αφορούν την εγκυρότητα του εγγράφου και σε σχέση με τους άλλους συνιδιοκτήτες, ο μάρτυρας αυτός κατά την αντεξέταση του είπε ότι οι άλλοι υπέγραψαν το έγγραφο από ότι του είπαν και ότι είναι οι υπογραφές τους επί αυτού. Αν ο μάρτυρας αυτός είχε διαβεβαιώσεις από τους προηγούμενους διαχειριστές της εναγόμενης και/ή μετόχους και/ή διευθυντές ότι δεν υπέγραψαν για λογαριασμό της το επίδικο έγγραφο και ήταν τόσο σημαντική για τον ίδιο η παρεμπόδιση της ενάγουσας από το να ασκήσει ανταγωνιστική επιχείρηση στο επίδικο υποστατικό, θα αναμενόταν να λάβει δραστικά μέτρα επιδιώκοντας την ακύρωση του. Επιπρόσθετα, είναι παραδεχτό γεγονός ότι τα ενοίκια για το επίδικο υποστατικό καταβάλλονται από την ενάγουσα σε κοινό λογαριασμό των συνιδιοκτητών. Ο μάρτυρας αυτός για να αποποιηθεί οποιαδήποτε δέσμευση της εναγόμενης από το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο ανάφερε ότι ο ίδιος από την αρχή ή τουλάχιστον μόλις έλαβε γνώση για την ύπαρξη του, είπε ότι ζήτησε από τους συνιδιοκτήτες του να μην του καταβάλλουν το μερίδιο του και δεν έχει οποιοδήποτε όφελος από την ενοικίαση αυτή. Τούτη η θέση του όμως παρέμεινε ατεκμηρίωτη και αστήριχτη. Κανένα αποδειχτικό στοιχείο έχει παρουσιάσει και ούτε υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Όσον αφορά το ζήτημα της ζημιάς της ενάγουσας, ο μάρτυρας διαφώνησε με την μελέτη του Μ.Ε.1 και προς υποστήριξη της θέσης του κατάθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 21, το οποίο αποτελεί μια επιστολή η οποία του αποστάληκε στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο από κάποιο ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου. Η εν λόγω επιστολή αναφέρεται ουσιαστικά σε σχόλια επί της μελέτης του Μ.Ε.1 και εξηγεί γιατί αυτή δεν είναι βάσιμη και ότι πρόκειται περί αυθαίρετων συμπερασμάτων. Αν και το ζήτημα των ζημιών της ενάγουσας έχει κριθεί με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, εντούτοις κρίνω επικίνδυνο να βασιστώ στο περιεχόμενο των όσων αναφέρει η εν λόγω επιστολή. Κατ' αρχάς δεν παρατίθενται τα προσόντα του προσώπου που φέρεται να την απέστειλε και κατά πόσο αυτό μπορεί να κριθεί ότι θεωρείται εμπειρογνώμονας - οικονομολόγος. Επίσης, δεν επεξηγούνται ούτε δικαιολογούνται επιστημονικά τα συμπεράσματα και οι αναφορές του. Δεν κρίνω αναγκαίο να επεκταθώ περαιτέρω στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 21, στο οποίο δεν μπορώ και δεν θα δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο έχει καταλήξει να απορρίψει την σχετική μελέτη που παρουσιάστηκε από τον Μ.Ε.1, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Η ενάγουσα και η εναγόμενη αποτελούν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης οι οποίες έχουν εγγραφεί με βάση τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ενάγουσα ασχολείται με επιχειρήσεις εστιατορίων, παγωταριών, take away κ.α. Με παρόμοιου είδους επιχειρήσεις ασχολείται και η μέτοχος της εναγόμενης εταιρείας μετά τις 10/09/2010 με διευθυντή της τον Μ.Υ.
- Στις 20/08/2010 η ενάγουσα υπέγραψε ενοικιαστήριο έγγραφο για την ενοικίαση του καταστήματος με αρ. ΧΧ επί των κατασκευαστικών σχεδίων, το οποίο βρίσκεται στο «ΧΧΧΧ Court» επί της Λεωφ. ΧΧΧΧ και ΧΧ. ΧΧΧΧ στην Κ. ΧΧΧΧ. Το κατάστημα αυτό είναι συνιδιόκτητο από επτά φυσικά πρόσωπα και την εναγόμενη εταιρεία. Υπογράφηκε δεόντως από τα φυσικά πρόσωπα και στο τέλος αυτού δίπλα από την φράση «Οι συμβαλλόμενοι: Δι' Ιδιοκτήτη:» φέρει την σφραγίδα της εναγόμενης και μια υπογραφή πάνω από αυτή. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 για να φέρει την σφραγίδα αυτή προϋποθέτει ότι ήταν παρόντας ο διευθυντής της εναγόμενης κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας ο οποίος την έθεσε και υπέγραψε εκ μέρους της. Διαφορετικά δεν θα μπορούσε να συνομολογηθεί η επίδικη συμφωνία. Η διάρκεια της πιο πάνω ενοικίασης θα ήταν για περίοδο 5 χρόνων έναντι μηνιαίου ενοικίου ύψους €900, αρχής γενομένης την 01ην/01/
- Το ενοικιαζόμενο κατάστημα θα χρησιμοποιείτο «ως Take Away μόνο δια πώληση sandwich, χυμών, παγωτών κλπ». Το κατάστημα κατά την ενοικίαση του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως γενικό κατάστημα αλλά όχι για το σκοπό που ενοικιάστηκε, κάτι το οποίο γνώριζε η ενάγουσα μέσω του διευθυντή της. Υπάρχει όρος στο επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο ότι η οποιαδήποτε αλλαγή χρήσης του καταστήματος απαγορεύεται χωρίς την εκ των προτέρων γραπτή συγκατάθεση του «ιδιοκτήτη». Η ενάγουσα πριν από την υπογραφή του επίδικου ενοικιαστηρίου εγγράφου, είχε συμφωνήσει με ένα εκ των συνιδιοκτητών του καταστήματος, τον κ. ΧΧΧΧ Νικολαϊδη, τον οποίο γνώριζε από τη διαχείριση των άλλων καταστημάτων της περιοχής που ανήκαν σε όλους τους συνιδιοκτήτες και ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους τους, να ενοικιάσει το επίδικο κατάστημα για να το χρησιμοποιήσει για τον σκοπό που εν τέλει αναφέρθηκε σε αυτό. Στο επίδικο κατάστημα υπήρχε άλλος ενοικιαστής και η ενάγουσα του κατέβαλε το ποσό των €17,000 ως φήμη και πελατεία. Προτού το πράξει όμως ο Μ.Ε.1 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον εν λόγω ΧΧΧΧ Νικολαϊδη, ο οποίος του ανάφερε ότι δεν θα είχαν πρόβλημα να ενοικιάσει το επίδικο κατάστημα στην ενάγουσα για τη συγκεκριμένη χρήση. Προς τούτο, η ενάγουσα υπέγραψε το τεκμήριο 2 με το εν λόγω πρόσωπο στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά στον σκοπό για τον οποίο θα ενοικιαζόταν το επίδικο κατάστημα και ο οποίος είναι ταυτόσημος με αυτόν που αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία. Η ενάγουσα μετά την υπογραφή της επίδικη συμφωνίας, έλαβε την κατοχή του ενοικιαζόμενου καταστήματος. Η ενάγουσα ζήτησε με επιστολές της ημερομηνίας 12/07/2011 και 05/08/2011 την υπογραφή όλων των απαραίτητων αιτήσεων και αρχιτεκτονικών σχεδίων για να υποβληθούν στην Πολεοδομική Αρχή του Δήμου ΧΧΧΧ, ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση της απαιτούμενης Πολεοδομικής Άδειας για την μετατροπή και λειτουργία του καταστήματος ως «Τake Away». Όλοι συνιδιοκτήτες συμφώνησαν να υπογράψουν τα αναγκαία έγγραφα ώστε να καταστεί εφικτή η εν λόγω αλλαγή της χρήσης πλην της εναγόμενης η οποία αρνήθηκε. Η ενάγουσα στις 19/10/2011 υπέβαλε στο Δήμο ΧΧΧΧ την Αίτηση Αρ. ΧΧΧ/11 για την σχετική Πολεοδομική Άδεια με την υπογραφή όλων των συνιδιοκτητών πλην τριών, όπως αναφέρεται σε αυτή συμπεριλαμβανομένου και της εναγόμενης και ζητούσαν την εξέταση της. Ο Δήμος ΧΧΧΧ με επιστολή του ημερομηνίας 18/09/2013 ενημέρωσε την ενάγουσα ότι η Αίτηση της δεν μπορούσε να εξεταστεί διότι δεν υπήρχαν οι υπογραφές όλων των συνιδιοκτητών. Η ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα την εναγόμενη να υπογράψει τα απαραίτητα έγγραφα και την πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση, χωρίς η τελευταία να έχει συμμορφωθεί και να το πράξει προβάλλοντας τον ισχυρισμό περί μη δέσμευσης της από το ενοικιαστήριο έγγραφο και πλαστογραφία. Η ενάγουσα κατέβαλλε και καταβάλλει το μηνιαία ενοίκια του καταστήματος τα οποία κατατίθενται σε κοινό λογαριασμό όλων των συνιδιοκτητών. Η ενάγουσα μετά την λήξη της χρονικής διάρκειας της επίδικης συμφωνίας παρέμεινε στο επίδικο κατάστημα και εξακολουθεί να το κατέχει μέχρι σήμερα ανελλιπώς και να πληρώνει το ενοίκιο το οποίο μειώθηκε στα €
- Πέραν των πιο πάνω έχει προκύψει ότι η ενάγουσα εταιρεία είχε σκοπό να μετατρέψει το επίδικο κατάστημα σε επιχείρηση πώλησης παγωμένου γιαουρτιού και δεν μπόρεσε να το πράξει ένεκα της μη εξασφάλισης της σχετικής Πολεοδομικής Άδειας για την χρήση του καταστήματος γι αυτό το σκοπό. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα πραγματικών γεγονότων, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της στον απαραίτητο βαθμό, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη και τα όσα οι συνήγοροι ανάφεραν στις αγορεύσεις τους, οι οποίες έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο. Το πρώτο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι η δεσμευτικότητα και εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης σε σχέση με την εναγόμενη. Στις αγορεύσεις των συνηγόρων, γίνεται εκτενής αναφορά στο ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης με την Έκθεση Υπεράσπισης πλαστογραφίας με παραπομπή σε νομολογία. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα δικόγραφα είναι ότι η ενάγουσα επικαλείται το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο, το οποίο κατά τη θέση της υπογράφηκε από όλους τους συνιδιοκτήτες και βασιζόμενη σε αυτό αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες. Από την άλλη η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν την δεσμεύει το εν λόγω έγγραφο και επικαλείται πλαστογραφία, όσον αφορά την ίδια και απορρίπτει τις αξιώσεις της ενάγουσας. Πέραν τούτου, προχωρεί και η ίδια στη βάση της ακυρότητας και μη δεσμευτικότητας του επίδικου εγγράφου και ανταπαιτεί δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι το επίδικο έγγραφο είναι προϊόν πλαστογραφίας και άκυρο και διάφορες άλλες θεραπείες. Το ζήτημα του βάρους απόδειξης στην περίπτωση που αμφισβητείται η εγκυρότητα μιας συμφωνίας, έχει νομολογηθεί ότι το φέρει ο διάδικος ο οποίος την επικαλείται και βασίζεται σε αυτή για να αξιώσει θεραπείες (βλ. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ε.Τ. Αutospares Enterprise Ltd
(1998)1A A.A.Δ. 843 και Cypromix Concentrates Co Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 Α.Α.Δ. 676). Τούτο προκύπτει να είναι απόρροια του γενικού κανόνα, που θέλει τον διάδικο ο οποίος προβάλλει κάποιο ουσιώδη ισχυρισμό με το δικόγραφο του να πρέπει επίσης και να τον αποδείξει προς ικανοποίηση του δικαστηρίου για να μπορεί να επιτύχει σ' αυτόν. Πρόκειται για το νομικό βάρος απόδειξης (legal burden of proof) το οποίο παραμένει αμετάθετο καθ' όλη τη διάρκεια της υπόθεσης και καθορίζεται εξ' αρχής από τη δικογραφία. Aυτό προκύπτει να υποστηρίζεται και στην Χαρούς Βασιλική Π., σύζυγος Ηλία Καγιά v. Χρίστου Π. Χαρούς και Άλλων
(2010)1 Α.Α.Δ. 267. Σε εκείνη την υπόθεση αποφασίστηκε ότι η εφεσείουσα - ενάγουσα είχε το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, οι οποίοι μεταξύ άλλων, ήταν και ότι το πληρεξούσιο ήταν πλαστογραφημένο. Συναφώς, δεν αποφασίστηκε ότι ο εναγόμενος που επικαλείται ως υπεράσπιση πλαστογραφία του εγγράφου επί του οποίου εδράζεται η αγωγή εναντίον του, φέρει και το βάρος απόδειξης αυτής της πλαστογραφίας και η υπόθεση εκείνη διαφοροποιείτο από τις πιο πάνω αναφερόμενες. Δεδομένων λοιπόν των θέσεων και ισχυρισμών της ενάγουσας και το γεγονός ότι βασίζει την αξίωση της στο επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο, την γνησιότητα του οποίου αμφισβητεί η εναγόμενη, κρίνω ότι φέρει το βάρος να αποδείξει την εγκυρότητα του. Στην βάση των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου και έχοντας υπόψη μου το τεκμήριο 1 προκύπτουν τα κάτωθι: - Το τεκμήριο 1 φέρει την σφραγίδα της εναγόμενης εταιρείας και μια υπογραφή πάνω σε αυτήν. Η γνησιότητα της εν λόγω σφραγίδας δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και προκύπτει ότι αυτή ανήκει στην εναγόμενη εταιρεία. - Ο Μ.Ε.1, η μαρτυρία του οποίου έγινε αποδεκτή και ο οποίος προκύπτει να ήταν παρών κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 1, παρόλο που στην αρχή είπε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ήταν παρών ο διευθυντής της εναγόμενης κατά την υπογραφή του, εντούτοις είπε ότι για να τεθεί η σφραγίδα της εταιρείας σημαίνει ότι ήταν παρών ο διευθυντής της και ουσιαστικά ότι υπέγραψε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της εταιρείας. Θα πρέπει να διευκρινιστεί επίσης ότι εκείνο που υποβλήθηκε στο μάρτυρα ήταν ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας ο διευθυντής της εναγόμενης ΧΧΧΧ Νικολαϊδής γι αυτό και απουσιάζει η υπογραφή και σφραγίδα του στις χειρόγραφες σημειώσεις του εγγράφου στις άλλες σελίδες. Ο Μ.Ε.1 στην συνέχεια είπε ξεκάθαρα ότι σίγουρα ήταν παρών το εν λόγω πρόσωπο και υπέγραψε όπως υπέγραψαν και οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες. - Η εκδοχή του Μ.Υ.1 σε σχέση με το ζήτημα της υπογραφής του επίδικου εγγράφου απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω και ουδεμία άλλη μαρτυρία προσκομίστηκε αναφορικά με την υπογραφή που υπάρχει πάνω από την σφραγίδα της εταιρείας και κατά πόσο δεν τέθηκε από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Στην Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ε.Τ. Αutospares Enterprise Ltd (ανωτέρω) γίνεται παραπομπή στην Clarke v. Imperial Gas Light and Coke Co
(1832)1 Nev. & M.K.B. 206 όπου αφορούσε εταιρεία που είχε συσταθεί με νόμο και κρίθηκε πως η ύπαρξη της σφραγίδας της εταιρείας δημιουργούσε τεκμήριο κανονικότητας αφού ήταν δοσμένο πως τέθηκε από πρόσωπο που είχε τη νόμιμη φύλαξη της και εξουσία για σφράγιση. Επίσης, λέχθηκε ότι εκείνο που δεσμεύει την εταιρεία είναι η υπογραφή της σύμβασης και όχι απλώς η σφραγίδα (βλ. Άρθρο 33
(1)(α) του Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113). Δηλαδή, θα πρέπει, πέραν της σφραγίδας, να υπογράφεται από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Στην παρούσα περίπτωση, σε αντίθεση με τα γεγονότα της Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ε.Τ. Αutospares Enterprise Ltd (ανωτέρω), ο Μ.Ε.1 ανάφερε ότι ουσιαστικά ήταν όλοι οι συμβαλλόμενοι παρόντες κατά την υπογραφή του επίδικου ενοικιαστηρίου εγγράφου γι αυτό και τέθηκε και η σφραγίδα της εταιρείας από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Επαναλαμβάνω ότι δεν προκύπτει να αμφισβητήθηκε η υπογραφή επί της σφραγίδας της εταιρείας και ούτε υποβλήθηκε στο Μ.Ε.1 ότι δεν τέθηκε από το διευθυντή της αλλά ότι αυτός δεν ήταν παρών, με τον μάρτυρα στην πορεία να τοποθετείται θετικά και επί αυτού του ζητήματος της παρουσίας του διευθυντής της εναγόμενης. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι η σφραγίδα ανήκει στην εναγόμενη εταιρεία και ότι τέθηκε και υπογράφηκε εκ μέρους της από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Εν όψει τούτων, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν υπογράφηκε και η σφραγίδα της δεν τέθηκε από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, μεταφέρεται στους ώμους της εναγομένης. Η εκδοχή της όμως και η μαρτυρία του Μ.Υ.1 απορρίφθηκε για το ζήτημα αυτό. Επομένως, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι το επίδικο ενοικιαστήριο υπογράφηκε και η σφραγίδα της εταιρείας επί αυτού τέθηκε από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και κατ΄ επέκταση αυτό είναι δεσμευτικό για την εναγόμενη. Eπιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά μπορεί να λεχθεί ότι η εναγόμενη με την συμπεριφορά της αποδέχτηκε και αυτή την ενάγουσα ως ενοικιάστρια του επίδικου υποστατικού δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας. Παρά τις αντιδράσεις της στην υπογραφή των σχεδίων και/ή της αίτησης για αλλαγή της χρήσης του υποστατικού όταν κλήθηκε από την ενάγουσα, εντούτοις σε κανένα διάβημα είχε προβεί με σκοπό την ακύρωση της επίδικης συμφωνίας και/ή ανάκτησης της κατοχής του καταστήματος. Επίσης, το μηνιαίο ενοίκιο καταβαλλόταν ανελλιπώς για όσο χρόνο ίσχυε η συμφωνία σε κοινό λογαριασμό όλων των συνιδιοκτητών χωρίς η εναγόμενη να προβάλει οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Η θέση της περί άρνησης της εναγόμενης στην είσπραξη του ενοικίου απορρίφθηκε. Αν και η καταβολή και είσπραξη του ενοικίου δεν καταδεικνύει ότι δημιουργεί ενοικίαση, εντούτοις αυτό εξαρτάται από την πρόθεση των μερών και τα περιστατικά κάθε υπόθεσης (βλ. Ισμήνη Λιασίδου και Άλλη v. Κώστα Ν. Συννου και Άλλων
(1992)1 Β Α.Α.Δ. 817 και Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 23, παράγραφος 1417). Η κατάληξη λοιπόν είναι ότι η επίδικη συμφωνία είναι έγκυρη και δεσμευτική για τα μέρη. Να σημειωθεί ότι αυτή είναι γραπτή, φέρει την υπογραφή όλων των μερών και υπάρχουν και δύο μάρτυρες της υπογραφής τους (βλ. Άρθρο 77
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149). Προχωρώντας να εξετάσω την αξίωση της ενάγουσας για εξαναγκασμό της εναγόμενης σε συμμόρφωση με τους όρους του επίδικου ενοικιαστηρίου και αποζημιώσεις, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι το υπό αναφορά κατάστημα ενοικιάστηκε στην ενάγουσα με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως «Take away μόνο δια πώληση sandwich, χυμών, παγωτών κτλ». Έχει προκύψει από αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι το επίδικο κατάστημα κατά την ενοικίαση του είχε άδεια χρήσης ως γενικό κατάστημα και δεν ήταν δυνατό να λειτουργήσει για το σκοπό που ενοικιάστηκε, κάτι που προφανώς και ο ίδιος γνώριζε αλλά και οι ιδιοκτήτες του καταστήματος. Εξετάζοντας τους όρους του επίδικου εγγράφου, δεν προκύπτει με σαφήνεια η υποχρέωση των ιδιοκτητών να υπογράψουν οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο απαιτηθεί με σκοπό την αλλαγή της χρήσης του επίδικου καταστήματος, δηλαδή από γενικό κατάστημα σε κατάστημα «Take Away». Προκύπτει όμως ο σκοπός για τον οποίο ενοικιάστηκε το επίδικο κατάστημα και η αναφορά ότι η οποιαδήποτε αλλαγή της χρήσης του καταστήματος θα απαγορευόταν εκτός αν εκ των προτέρων λαμβανόταν η συγκατάθεση των ιδιοκτητών. Δεν είναι σαφές κατά πόσο αυτή η απαγόρευση της αλλαγής της χρήσης, δεν περιελάμβανε τον σκοπό για τον οποίο ενοικιάστηκε το επίδικο κατάστημα ή όχι. Κρίνω ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου εξωγενή μαρτυρία για να διευκρινιστούν οι προθέσεις των μέρων. Έχει προκύψει ότι πριν την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου η ενάγουσα είχε συζητήσει με ένα εκ των ιδιοκτητών ο οποίος σύμφωνα με αναντίλεκτη μαρτυρία ενεργούσε εκ μέρους όλων των συνιδιοκτητών και ο οποίος συγκατατέθηκε στην ενοικίαση του επίδικου καταστήματος για τον συγκεκριμένο σκοπό που αναφέρεται σε αυτό και ότι όλοι οι ιδιοκτήτες δεν θα είχαν πρόβλημα να ενοικιαστεί στην ενάγουσα γι' αυτό το σκοπό. Υπογράφηκε και το τεκμήριο 2 και στη βάση τούτων η ενάγουσα προχώρησε με την καταβολή χρηματικού ποσού ως φήμη και πελατεία στην προηγούμενη ενοικιάστρια. Προκύπτει λοιπόν από όλα τα πιο πάνω, ότι η πρόθεση των μερών κατά την συνομολόγηση του επίδικου εγγράφου ήταν αυτό να χρησιμοποιηθεί ως «Take Away», κάτι που και ρητά αναφέρεται στο ίδιο το συμβόλαιο και ότι ο όρος που απαγόρευε την αλλαγή της χρήσης του, δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να αφορούσε τη χρήση για την οποία ενοικιάστηκε το υποστατικό αλλά άλλη από αυτήν. Εφόσον λοιπόν η άδεια χρήσης του καταστήματος κατά την ενοικίαση του δεν επέτρεπε στην ενάγουσα να το χρησιμοποιήσει για το σκοπό που συμφωνήθηκε στην ενοικίαση και η πρόθεση των μερών ήταν να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό αυτό, εξυπακούετο ότι οι ιδιοκτήτες είχαν υποχρέωση να δώσουν τη συγκατάθεση τους για αλλαγή της χρήσης του καταστήματος, από γενικό κατάστημα σε κατάστημα «Take Away». Προκύπτει δηλαδή ότι υπήρχε εξυπακουόμενος όρος στη επίδικη συμφωνία περί της υποχρέωσης των συνιδιοκτητών να παράσχουν την συγκατάθεση τους με σκοπό να επιτευχθεί η αλλαγή της χρήσης του καταστήματος έτσι ώστε να ευοδωθεί ο σκοπός για τον οποίο συμφώνησαν να ενοικιάσουν το υποστατικό και η ενάγουσα να είναι σε θέση να το κατέχει και να το χρησιμοποιεί για τον σκοπό που το ενοικίασε (Τσιαλής v. Χατζηανδρέου (Τσιαλή)
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1250 ). Συγκατάθεση που είχαν δώσει και/ή συμφώνησαν να δώσουν οι υπόλοιποι συνιδιοκτήτες πλην της εναγόμενης όπως έχει προκύψει από το ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι προφανές ότι χωρίς την συγκατάθεση όλων των συνιδιοκτητών, περιλαμβανομένου της εναγόμενης για αλλαγή της χρήσης του καταστήματος, δεν θα ήταν δυνατό αυτό να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό που ενοικιάστηκε (βλ. Ηλίας Αριστοδήμου v. Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319). Η άρνηση λοιπόν της εναγόμενης να υπογράψει την συγκεκριμένη αίτηση για αλλαγή της χρήσης του καταστήματος και/ή κάθε αναγκαίο έγγραφο, συνιστούσε παράβαση της συμφωνίας και του εξυπακουόμενου όρου για την υποχρέωση υπογραφής κάθε αναγκαίου εγγράφου απαιτείτο για να δυνηθεί η ενάγουσα να το χρησιμοποιήσει για το σκοπό που το ενοικίασε. Αποτελεί κανόνα στο δίκαιο των συμβάσεων ότι το αναίτιο μέρος μιας συμφωνίας έχει την επιλογή είτε να θεωρήσει την παράβαση από το υπαίτιο μέρος ως τερματίζουσα τη σύμβαση, να αποδεχθεί τον τερματισμό εκ μέρους του υπαίτιου μέρους και να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις, οπότε και οι δύο πλευρές απαλλάσσονται από την περαιτέρω εκτέλεση των προνοιών της σύμβασης, είτε να ζητήσει την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και επιπλέον αποζημιώσεις για τυχόν ζημιά που προέκυψε από αργοπορία στην εκτέλεση της συμφωνίας (βλ. Επενδυτικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών «Λευκόνοικο» Λτδ v. 1. Eμπορική Κεφαλαίου και Συμμετοχων Α.Ε. κ.α
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2691, Μetaxas Loizides Syrimis & Co v. L.K. Globalsoft Com. Ltd
(2007)1(A) A.A.Δ. 54 και ..Ποιηταρίδη v. ΑΝΟPA INVESTMENTS LIMITED, Πολ. Έφεση Αρ. 260/2011). Η ενάγουσα, ουδέποτε τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και επέμεινε στην εκτέλεση της, με την έννοια της συμμόρφωσης της εναγόμενης με το πιο πάνω αναφερόμενο όρο της συμφωνίας, παρά την παράβαση του από την εναγόμενη. Αυτό που η ενάγουσα αξιώνει με την παρούσα αγωγή είναι τον εξαναγκασμό της εναγόμενης στην συμμόρφωση της με τους όρους της συμφωνίας και την έκδοση σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου καθώς επίσης και αποζημιώσεις για την καθυστέρηση στη συμμόρφωση της εναγόμενης με τους όρους του συμβολαίου. Ο συνήγορος της ενάγουσας επικαλείται τις πρόνοιες του Άρθρου 76 του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149 και αξιώνει την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Το Άρθρο 76
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου έχει ως ακολούθως: «76.—
(1)Η σύµβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης από το ∆ικαστήριο αν— (α) δεν είναι άκυρη δυνάµει του Νόµου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόµου· και (β) είναι γραπτή· και (γ) υπογράφεται στο τέλος αυτής από το πρόσωπο που φέρει το βάρος αυτής· και (δ) το ∆ικαστήριο κρίνει, ενόψει όλων των περιστάσεων, ότι η επιβολή ειδικής εκτέλεσης της σύµβασης δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρµοστη». Στην Ανδρέα Μιχαήλ Απαισιώτη και Άλλοι v. Στασούλας Ράγια και Άλλης
(1993)1 Α.Α.Δ. 882 λέχθηκε ότι το Άρθρο 76 εισάγει, υπό τους όρους που θέτει, τις αρχές του Αγγλικού δικαίου της επιείκιας και πρέπει να διαβάζεται υπό το πρίσμα των αρχών της επιείκιας. Η έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης μιας συμφωνίας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με βάση όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, από τα οποία ο χρόνος είναι ένα σχετικό περιστατικό, που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να υποδηλώνει εγκατάλειψη του δικαιώματος ή να καθιστά ανεπιεική την έκδοση διαταγής για ειδική εκτέλεση. Παραπέμπω επίσης στο σύγγραμμα «Η Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο, Θεωρία και Πράξη» του Π. Γ. Πολυβίου, σελ. 674 - 682 αναφορικά με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας στην έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης μιας συμφωνίας. Στην παρούσα περίπτωση, η συμφωνία ενοικίασης έχει εκτελεστεί με την έννοια ότι η κατοχή του ενοικιαζόμενου ακινήτου έχει παραδοθεί στην ενάγουσα. Πρόκειται για συμφωνία ενοικίασης και με τον όρο 1 αυτής, εκείνο το οποίο συμφωνήθηκε ήταν η παραχώρηση ενοικίασης του καταστήματος με αρ. 17 η κατοχή του οποίου παραδόθηκε. H πρωταρχική υποχρέωση δηλαδή των ιδιοκτητών στην παρούσα έχει εκτελεστεί. Παρόλα αυτά δεν έχουν ικανοποιηθεί όλοι οι ουσιώδεις όροι αυτής πριν την ανάληψη της κατοχής του καταστήματος από την ενάγουσα υπό τις περιστάσεις, αφού η εναγόμενη δεν είχε υπογράψει όλα τα αναγκαία έγγραφα και/ή αίτηση για αλλαγή της χρήσης του καταστήματος έτσι ώστε αυτό να ανταποκρίνεται σε ό,τι η εναγόμενη και οι υπόλοιποι συνιδιοκτήτες συμφώνησαν να ενοικιάσουν στην ενάγουσα (βλ. Halsbury's Laws of England, fourth edition, 2006 reissue, Τόμος 27
(1), paragraph 95). Yπό αυτές τις περιστάσεις, κρίνω ότι η εν μπορεί να αξιώνει τη θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας και τον εξαναγκασμό της εναγόμενης σε συμμόρφωση με τον πιο πάνω αναφερόμενο όρο της συμφωνίας έτσι ώστε το επίδικο κατάστημα να ανταποκρίνεται σε ότι τα μέρη συμφώνησαν. Δηλαδή, να αποτελεί κατάστημα στο οποίο θα μπορούσε να ασκηθεί η επιχείρηση «Take Away», ως αυτό που είχαν συμφωνήσει τα μέρη. Προχωρώντας να εξετάσω την εν λόγω αξιούμενη θεραπεία παρατηρούνται τα ακόλουθα: Η επίδικη συμφωνία συνάφθηκε στις 20/08/2010 με ισχύ από την 01ην/01/2011 και με συγκεκριμένους όρους, μεταξύ των οποίων και αυτόν (εξυπακουόμενο) για τον οποίο η ενάγουσα ζητεί την ειδική εκτέλεση του. Επίσης, η επίδικη συμφωνία είχε συγκεκριμένη χρονική διάρκεια. Η ενοικίαση του καταστήματος θα ήταν για 5 χρόνια. Στον όρο 11 του τεκμηρίου 1, περαιτέρω, προβλέπονταν τα εξής: «Κατά την λήξιν της παρούσας ενοικιάσεως ο ενοικιαστής δύναται εάν επιθυμεί να παρατείνει την ενοικίασιν δι ακόμη πέντε έτη με τους αυτούς όρους πλην του όρου του ενοικίου, το οποίο θα καθορισθεί μεταξύ των μερών.» Είναι γεγονός ότι κατά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, η επίδικη σύμβαση βρισκόταν σε ισχύ. Είναι επίσης γεγονός ότι ο αρχικός χρόνος διάρκειας της ενοικίασης έχει παρέλθει, εκκρεμούσης της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω, δεν έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα που της παρεχόταν με τον όρο 11, ως ανωτέρω αναφέρεται, για ανανέωση της συμφωνίας ενοικίασης για ακόμη 5 χρόνια. Oύτε υπήρξε ένας τέτοιος ισχυρισμός εκ μέρους της. Σε κάθε περίπτωση ο όρος αυτός είναι συνταγμένος κατά αόριστο και γενικό τρόπο αφού δεν καθορίζει το χρόνο και τον τρόπο που θα μπορούσε η ενάγουσα να προβεί σε ανανέωση της επίδικης συμφωνίας (βλ. ΝΑΤ JANGO FASHION LTD v. Α.Κ.ΠΟΧΤΖΕΛΙΑΝ & ΥΙΟΙ (ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ) ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A443, Πολ. Έφεση Αρ. 105/14, Ημερ. 15/10/2018). Eκείνο το οποίο προκύπτει λοιπόν είναι ότι η επίδικη συμφωνία έχει λήξει. Δεδομένων τούτων, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και να εξαναγκάσει σε συμμόρφωση την εναγόμενη με ένα όρο μιας συμφωνίας, η οποία έχει λήξει, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής βρισκόταν σε ισχύ και η ενάγουσα είχε δικαίωμα να αξιώσει ένα τέτοιο διάταγμα. Σχετική με το ζήτημα αυτό, κρίνω ότι είναι η απόφαση στην THELMA TRIFONIDES v. ALPAN (TAKI BROS) LIMITED AND ANOTHER,
(1988)1 C.L.R.
- Σε εκείνη την υπόθεση η εφεσείουσα αρνήθηκε να παραδώσει την κατοχή του καταστήματος που είχε ενοικιάσει στους εφεσίβλητους και πρωτόδικα διατάχθηκε η ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, προτού η χρονική διάρκεια της συμφωνίας λήξει. Διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος αυτού, εκκρεμούσης της έφεσης. Κατά το χρόνο εκδίκασης της έφεσης, ο χρόνος της ενοικίασης είχε λήξει και δεν ανανεώθηκε ως οι όροι της συμφωνίας εκείνης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αν και έκρινε ότι ήταν δικαιολογημένη και ορθή η διαταγή για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, ακύρωσε την σχετική διαταγή καθότι πλέον είχε παρέλθει ο χρόνος της ενοικίασης και θα ήταν ανέφικτη η εκτέλεση του. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Specific performance is an equitable remedy. Equity does not act in vain and there is ample authority that no decree for specific performance will be made where the agreed term has expired or will expire before a decree can be obtained. If a contract, capable of being specifically executed at the time of the issuing of the writ, has by lapse of time between that and the trial become incapable of execution in the ordinary way, so as to confer future benefit, the question arises, what course ought to be pursued. In Nesbitt v. Meyer, E. R: 36, p. 366, where a bill was filed before the term expired, for a specific performance of a contract to accept a lease, but, without fault on either side, the term expired before the hearing, Plumer M.R. said that the Court would not decree the execution of a formal lease after the expiration of the term. (See, also, Walters v. Northern Coal Mining Co., E.R. 43, p. 1015; Wilkinson v. Torkington, E.R. 160 p. 5$6 and De Brassac v. Martyn [1863] 9 L.T.
- See Woodfall Landlord and Tenant, paragraph 1 - 0361 and Fry on Specific Performance, 6th edition pp. 432-434.) In view of the aforesaid authorities, the Law is settled that specific performance of a contract of lease will not be ordered by a Court after the expiration of the term, even if it was capable of being specifically executed at the time of the filing of the action, irrespective of whether there is delay in the prosecution of the judicial proceedings. It is impossible for a plaintiff to obtain an order for specific performance when the term of the contract has come to an end. This is broadly speaking an application of the maxim "equity does not act in vain". Therefore, having regard to the circumstances of this case, that on the material before this Court the period of lease expired on 30th June, 1986, and this appeal is determined today, though with some delay, specific performance cannot be granted and the order of specific performance cannot be enforced. The contract cannot be varied or modified by the Court. The dates cannot be changed or moved onwards and the order for specific performance is not permissible under the circumstances.» (βλ. επίσης Halsbury's Laws of England, fourth edition, 2006 Reissue, Τόμος 27
(1), paragraph 95). Στην παρούσα περίπτωση το επίδικο κατάστημα έχει παραδοθεί στην ενάγουσα και όπως έχει προκύψει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου αυτή συνεχίζει να το κατέχει μέχρι και σήμερα με μηνιαίο ενοίκιο ύψους €700 αντί €900 όπως προβλεπόταν στην συμφωνία, με την αναφορά του Μ.Ε.1 ότι σήμερα είναι θέσμια ενοικιάστρια χωρίς την παράθεση όμως άλλων στοιχείων ή μαρτυρίας περί τούτου. Ο Μ.Ε.1 εξέφρασε τη θέση ότι πλέον είναι θέσμια ενοικιάστρια. Ο όρος αυτός όμως είναι νομικός και απαιτείτο μαρτυρία για να καταδειχθεί ένα τέτοιο γεγονός. Δεν είναι ξεκάθαρο υπό ποιο καθεστώς η ενάγουσα εξακολουθεί να κατέχει το επίδικο κατάστημα και υπό ποιούς όρους και ιδιαίτερα για πόση χρονική διάρκεια θα μπορεί να το επωφελείται. Η αξίωση της ουσιαστικά εδραζόταν στην επίδικη συμφωνία η οποία είχε διάρκεια 5 ετών και ζητούσε την ειδική εκτέλεση της για αυτή τη χρονική διάρκεια. Η συμφωνία αυτή όμως έχει λήξει με αδιευκρίνιστο το καθεστώς με το οποίο η ενάγουσα εξακολουθεί να κατέχει το υποστατικό. Υπό αυτές τις περιστάσεις κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει την ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας, η διάρκεια της οποίας έχει εκπνεύσει. Παρά ταύτα, είναι γεγονός ότι η εναγόμενη παρέβη τα συμφωνηθέντα και εμπόδισε την ενάγουσα από το να αποταθεί στις αρχές για αλλαγή της χρήσης του καταστήματος έτσι ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει το επίδικο κατάστημα για τον σκοπό που ενοικιάστηκε και θα πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη. Η ενάγουσα δεν μπορεί να παραμείνει χωρίς θεραπεία. Η μόνη θεραπεία όμως που ενδείκνυται σε αυτή την περίπτωση, δεδομένης και της απόρριψης της θεραπείας της ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας, είναι οι αποζημιώσεις (βλ. THELMA TRIFONIDES v. ALPAN (TAKI BROS) LIMITED AND ANOTHER,
(1988)1 C.L.R. 224 (ανωτέρω)). Η ενάγουσα, με την παρούσα αγωγή αξιώνει και αποζημιώσεις, οι οποίες κατά την δικογραφημένη θέση της, συνίστανται στην απώλεια κερδών της επιχείρησης που η ενάγουσα είχε σκοπό να ασκήσει στο επίδικο κατάστημα σε περίπτωση που η εναγόμενη συμμορφωνόταν με το ενοικιαστήριο έγγραφο και έδινε τη συγκατάθεση της στην αίτηση για αλλαγή της χρήσης του. Είναι γεγονός ότι οι εν λόγω αποζημιώσεις αξιώνονται συνεπεία της καθυστέρησης των εναγόμενων στην συμμόρφωση με τα συμφωνηθέντα. Σε κάθε περίπτωση όμως η αξίωση των αποζημιώσεων θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση των καθιερωμένων από το Νόμο και νομολογία αρχών. Αποτελεί βασική αρχή του δικαίου των Συμβάσεων ότι οι αποζημιώσεις στοχεύουν να θέσουν το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ευρίσκετο εάν δεν είχε λάβει χώραν η παράβαση. Το άρθρο 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προνοεί ότι «Σε περίπτωση παράβασης της σύµβασης, ο συµβαλλόµενος που ζηµιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωµα αποζηµίωσης από τον υπαίτιο αντισυµβαλλόµενο, για τη ζηµιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγµάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συµβαλλόµενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύµβαση, ως ενδεχόµενη συνέπεια της παράβασης της σύµβασης. Καµιά αποζηµίωση δεν καταβάλλεται για αποµακρυσµένη και έµµεση απώλεια ή ζηµιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύµβασης.» (βλ. επίσης Markou v. Michael 19 C.L.R. 282. Charalambous ν. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310. Saab and Another ν. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499.) Η αποκατάσταση στη θέση που θα βρισκόταν το αθώο μέρος αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης αποτελεί τη συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Κατά κανόνα αυτό επιτυγχάνεται με την επιδίκαση εκείνων των αποζημιώσεων που κατά λογική πρόβλεψη κατά το χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης θα προέκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας. (βλ. Ηλίας Αριστοδήμου v. Τάκη Χαραλάμπους (ανωτέρω) και ΑΛΠΑΝ (ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΑΚΗ) ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ v. ΘΕΛΜΑΣ ΤΡΥΦΩΝΙΔΟΥ
(1996)1Α Α.Α.Δ. 679). Στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις οι οποίες συνίστανται στην απώλεια κέρδους από την επιχείρηση παγωταρίας που είχε σκοπό να λειτουργήσει στο επίδικο κατάστημα. Η μοναδική μαρτυρία που προσκομίστηκε για το ζήτημα απόδειξης μιας τέτοιας απώλειας κέρδους ήταν αυτή του Μ.Ε.1, η οποία απορρίφθηκε και/ή στην οποία δεν δόθηκε βαρύτητα από το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού. Δεδομένου τούτου και χωρίς να χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω κατά πόσο η απώλεια κέρδους, υπό τις περιστάσεις, συνιστούσε το ορθό μέτρο αποζημιώσεων και σε ζητήματα μετριασμού της ζημιάς της ενάγουσας, η αξίωση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. ΑΛΠΑΝ (ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΑΚΗ) ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ v. ΘΕΛΜΑΣ ΤΡΥΦΩΝΙΔΟΥ
(1996)1Α Α.Α.Δ. 679 και Μ. Μονιάτης & Υιοί Λτδ v. Γεώργιου Νεοφύτου
(2008)1 Β Α.Α.Δ. 1096). Πέραν των πιο πάνω, η ενάγουσα δεν διεκδικεί με την παρούσα αγωγή οποιαδήποτε άλλη ενδεχόμενη ζημιά υπέστη από την παράβαση αυτή της εναγόμενης ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να τεκμηριώνει άλλου είδους ζημιά που ενδεχομένως να δικαιούταν. Ο συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση του ισχυρίζεται ότι μπορούν να αποδοθούν στην ενάγουσα τα ενοίκια όλης της περιόδου που κατέχει το επίδικο υποστατικό χωρίς να μπορεί να το χρησιμοποιήσει για το σκοπό που το ενοικίασε και τα οποία κατέβαλλε ανελλιπώς. Τα εν λόγω ενοίκια όμως δεν μπορεί να αποτελούν το μέτρο των αποζημιώσεων στην παρούσα περίπτωση. Και τούτο διότι δεν έχει διαπιστωθεί ότι η σύμβαση αυτή είναι άκυρη εξ' υπαρχής. Η σύμβαση διατηρήθηκε σε ισχύ και επομένως αποτελούσε υποχρέωση της ενάγουσας η καταβολή ενοικίου έτσι ώστε να είχε δικαίωμα αξίωσης αποζημιώσεων. Άλλωστε η ίδια η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη ή κατέστη άκυρη εξ' υπαρχής λόγω της μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγόμενης. Είναι γεγονός ότι χωρίς την εκ προτέρων εξασφάλιση της Πολεοδομικής Άδειας από την Αρμόδια Αρχή για την αλλαγή της χρήσης του υποστατικού, κάτι που απαιτούσε την συγκατάθεση όλων των συνιδιοκτητών, δεν ήταν εφικτό αυτό να λειτουργήσει για το σκοπό που ενοικιάστηκε. Αυτό όμως ήταν σε γνώση της ενάγουσας, αφού κατά την ενοικίαση του υποστατικού γνώριζε ότι αυτό είχε άδεια χρήσης γενικού καταστήματος και δεν έτυχε οποιασδήποτε παραπλάνησης από τους ιδιοκτήτες. Ούτε από την ίδια τη συμφωνία προκύπτει ότι αυτή θα τίθετο σε ισχύ μετά την εξασφάλιση της σχετικής άδειας λειτουργίας ή την υπογραφή των αναγκαίων εγγράφων από όλους τους συνιδιοκτήτες για αλλαγή της χρήσης της. Ούτε περαιτέρω προκύπτει από την επίδικη συμφωνία και/ή η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αυτή θα ίσχυε υπό την αίρεση της εξασφάλισης των απαιτούμενων αδειών χρήσης. Η εναγόμενη και όλοι οι συνιδιοκτήτες είχαν υποχρέωση να υπογράψουν όλα τα αναγκαία έγγραφα με σκοπό να ευοδωθεί ο σκοπός της συμφωνίας. Τούτο όμως δεν την καθιστά συμφωνία υπό αίρεση, υπό τις περιστάσεις, και δεν προκύπτει αυτή να ήταν η πρόθεση των μερών από τους όρους της επίδικη συμφωνίας. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η ενάγουσα έλαβε την κατοχή του επίδικου καταστήματος και ξεκίνησε να πληρώνει τα ενοίκια αυτού χωρίς οποιαδήποτε αίρεση ή επιφύλαξη. Η παράλειψη όμως της εναγόμενης να συμμορφωθεί με όσα συμφωνήθηκαν, συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων και του εξυπακουόμενου όρου αυτής. Υπό αυτές τις περιστάσεις και δεδομένης της έλλειψης ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας, η καταβολή ενοικίου αποτελούσε υποχρέωση της ενάγουσας και αυτή είχε δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων με βάση τις σχετικές αρχές (βλ. Ηλίας Αριστοδήμου v. Τάκη Χαραλάμπους (ανωτέρω)). Η κατάληξη είναι ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τη ζημιά της ένεκα της παράβασης της συμφωνίας από την εναγόμενη. Παραμένει όμως ως δεδομένο ότι η εναγόμενη παρέβηκε την συμφωνία ενοικίασης και επί τούτου η ενάγουσα έχει δικαιωθεί. Δεδομένων τούτων και της μη απόδειξης της ζημιάς της, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, κρίνω ότι είναι κατάλληλη περίπτωση να επιδικαστούν ονομαστικές αποζημιώσεις, τις οποίες καθορίζω στο ποσό των €100 (βλ. Παπακόκκινου v. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Χατζηκυπρής & Άλλοι v. Sanfix Agencies Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 447 και Χαράλαμπος Χριστoφόρου v. Eυριπίδη Ρούμπα
(2010)1Β Α.Α.Δ 754). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αξίωση της ενάγουσα για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και/ή για την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για εξαναγκασμό της εναγόμενης σε συμμόρφωση με όρο της συμφωνίας, δεν μπορεί να επιτύχει. Επίσης, η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ζημιά ή την ζημιά που υπέστηκε από την παράβαση της σύμβασης από τους εναγόμενους και δικαιούται μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά την ανταπαίτηση της εναγόμενης, αυτή δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επιτυχία, δεδομένων των ευρημάτων του Δικαστηρίου και υπόκειται σε απόρριψη. Καταληκτικά λοιπόν, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €100 ως ονομαστικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά τα έξοδα, αυτά επαφίονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σε περιπτώσεις που επιδικάζονται μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να στερήσει τον ενάγοντα των εξόδων του, ή ακόμη να τον καταδικάσει στην πληρωμή των εξόδων της άλλης πλευράς. Στην Χαράλαμπος Χριστoφόρου v. Eυριπίδη Ρούμπα (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στον Chitty on Contracts, 27η έκδοση, παρα. 26-004 κάτω από την επικεφαλίδα Nominal damages αναφέρονται τα ακόλουθα: «Wherever the defendant is liable for a breach of contract, the plaintiff is in general entitled to nominal damages although no actual damage is proved ... Normally, this situation arises when the defendant's breach of contract has in fact caused no loss to the plaintiff ... A regular use of nominal damages, however, is to establish the infringement of the plaintiff's legal right, and sometimes the award of nominal damages is "a mere peg" on which to hang costs.» Στην Παπαϊωάννου v. Κωνσταντίνου
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1083 επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιδικάστηκαν ονομαστικές αποζημιώσεις υπέρ της εφεσείουσας η οποία απέτυχε να αποδείξει οποιαδήποτε ζημιά απορρέουσα από παράβαση σύμβασης για την οποία ένοχος ήταν ο εφεσίβλητος. Καθόσον αφορά στο θέμα των εξόδων κρίθηκε ότι ορθά δεν επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ της εφεσείουσας εφόσον δεν απέδειξε τις ζημιές αλλά δικαιώθηκε μόνο ως προς το βάσιμο του παραπόνου της. Σχετική επί του προκειμένου είναι και η Anglo-Cyprian Agencies v. Paphos Industries [1951] 1 All E.R. 873 όπου διατυπώθηκε η αρχή ότι ο ενάγων υπέρ του οποίου επιδικάζονται ονομαστικές και μόνο αποζημιώσεις, δεν δύναται να θεωρηθεί στη συνήθη ορολογία ως «επιτυχών» ενάγων (διάδικος). Η Anglo-Cyprian Agencies αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην Παπαϊωάννου v. Κωνσταντίνου (ανωτέρω).» Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και γεγονός ότι η ενάγουσα δικαιώθηκε ως προς την παράβαση της συμφωνίας από την εναγόμενη αλλά δεν έχει αποδείξει τη ζημιά της και επιδικάστηκαν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις, κρίνω ορθό, υπό τις περιστάσεις, όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της στην αντίστοιχη κλίμακα και εκδίδεται ανάλογη διαταγή. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα επιδικαστούν για την αγωγή και την ανταπαίτηση δεδομένης της συνεκδίκασης τους. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)........... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο